← Κύπρος

ANDREAS I. KANNAS & SONS LTD ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αγωγή αρ. 788/2022, 10/4/2023

ANDREAS I. KANNAS & SONS LTD ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αγωγή αρ. 788/2022, 10/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 788/2022 I-JUSTICE ANDREAS I. KANNAS & SONS LTD Ενάγουσα v. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 05.10.2022 για ενδιάμεση θεραπεία Ημερομηνία: 10 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Γ. Γεωργίου (κα) για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Αλ. Χρ. Αλεξάνδρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, ζητά δηλωτικές αποφάσεις ότι οι ενέργειες του Εναγόμενου παραβιάζουν τους όρους εργασίας του στην Ενάγουσα και τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμο 125(I)/2018 («Ν.125(Ι)/2018»), και ότι η Ενάγουσα νομιμοποιείται ή υποχρεούται να προβεί σε ενέργειες με βάση τον εν λόγω νόμο για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων των οποίων έχει αρχειοθετήσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Αξιώνει και αποζημιώσεις. Στο πλαίσιο της αγωγή της, η Ενάγουσα υπέβαλε την υπό εξέταση αίτηση, με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 («Ν.14/60») και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 («Κεφ.6»), με την οποία ζητά σειρά προσωρινών διαταγμάτων, που σε κάποιον βαθμό αλληλοκαλύπτονται: Να απαγορεύεται στον Εναγόμενο να ενεργεί παράνομα ή αντισυμβατικά σε σχέση με τους όρους εργασίας του ή τον Ν.125(Ι)/2018· να ιδρύσει, προωθήσει ή συμμετάσχει μετοχικά ή υπαλληλικά σε οποιαδήποτε επιχείρηση που να διεξάγει εργασία παρόμοια ή ανταγωνιστική με της Ενάγουσας και να χρησιμοποιεί εταιρικές ή εμπιστευτικές πληροφορίες που γνωρίζει λόγω της θέσης του στην Ενάγουσα ή να συνεχίσει τέτοια σχέση μετά την 30.09.2022· να αποκαλύπτει, συζητά, μεταδίδει ή χρησιμοποιεί πληροφορίες σχετικές με την επιχείρηση, το πελατολόγιο, τις εργασίες, τα προϊόντα, τις μεθόδους, πρακτικές, διαδικασίες, προθέσεις, πολιτική, υποθέσεις και συναλλαγές της Ενάγουσας ή πελάτη, μετόχου, εργαζόμενου, συνεργάτη ή πιστωτή της Ενάγουσας και να μην τηρεί εχεμύθεια σχετικά ή να χρησιμοποιεί, κοινοποιεί, διαρρέει ή άλλως πώς επεξεργάζεται τα προσωπικά δεδομένα αυτών που γνωρίζει λόγω της θέσης του στην Ενάγουσα· να ενεργεί με τρόπο ώστε να προκαλεί διακοπή ή διάρρηξη της συνεργασίας της Ενάγουσας με πελάτες ή συνεργάτες της. Σύμφωνα με το πραγματικό πλαίσιο που δίδει με τη μαρτυρία που συνοδεύει την αίτησή του, αποτελούμενη από τρεις ένορκες δηλώσεις: Η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία, ασχολείται με το γενικό εμπόριο, ιδίως εξαρτημάτων αυτοκινήτων. Ο Εναγόμενος προσελήφθη στην Ενάγουσα την 10.11.2014 ως κλητήρας, και δεσμεύονταν από τους όρους εργασίας που περιέχονταν και στην επιστολή πρόσληψής του. Ο Εναγόμενος, με την πάροδο των χρόνων, προήχθη στη θέση προϊσταμένου/υπεύθυνου καταστήματος της Ενάγουσας στην Πάφο. Ανάμεσα στα καθήκοντα της θέσης αυτής, ήταν η επιτήρηση του καταστήματος, η προώθηση των προϊόντων, η διατήρηση καλών επαγγελματικών σχέσεων με συνεργάτες, προμηθευτές και πελάτες για τα προϊόντα, ο προγραμματισμός, ο συντονισμός και η διεξαγωγή των εργασιών του καταστήματος και η υιοθέτηση μηχανισμών για την γρήγορη και αποτελεσματική ολοκλήρωσή τους. Η Ενάγουσα είχε καταρτίσει και χρησιμοποιούσε εγχειρίδιο προσωπικού, το οποίο περιλάμβανε και τα καθήκοντα της θέσης του Εναγόμενου, το οποίο επικαιροποιούσε με μεταγενέστερες εκδόσεις, καθώς και πρόγραμμα πριμοδότησης των εργαζομένων που τηρούσαν όλους τους εταιρικούς κανονισμούς. Στην αναθεωρημένη έκδοση των όρων εργασίας, είχε τροποποιηθεί και ο όρος που αφορά στην εχεμύθεια, ο οποίος, όπως εκδηλώνει η Ενάγουσα, είχε ιδιαίτερη σημασία για τις εργασίες της. Η θέση της Ενάγουσας είναι πως ο Εναγόμενος, ενόσω εξελίσσονταν στην ιεραρχία, παρουσίασε και ορισμένα προβλήματα συμπεριφοράς, ενδεικτικά, απαίτησε την απομάκρυνση προσωπικού, περιλαμβανομένων ατόμου που εργάζονταν στην Ενάγουσα για περίπου 40 χρόνια. Σε περίπτωση που σχετική απαίτησή του δεν εγκρίθηκε, ανέπτυξε αγένεια και επιθετικότητα. Η υπεροπτική στάση που έδειξε δημιουργούσε αψιμαχίες και ένταση που διαχέονταν σε όλη την εταιρεία. Πέραν αυτών, ο Εναγόμενος, επειδή το κατάστημα της Ενάγουσας στην Πάφο είναι μικρό, ανέπτυξε ιδιαίτερες σχέσεις με ορισμένους εργαζόμενους ή και πελάτες και συνεργάτες της Ενάγουσας. Όπως, όμως, προκύπτει από τη συμπεριφορά του Εναγόμενου, κατά την Ενάγουσα, δεν τον ενδιέφερε η ευημερία της εταιρείας της Ενάγουσας. Περί τον Ιούνιο του 2022, προσπαθώντας να εκβιάσει παραχωρήσεις από την εταιρεία, εκδήλωσε σε συνάδελφό του την πρόθεση να παραιτηθεί. Η Ενάγουσα δεν δέχθηκε την απαίτηση να μην τυγχάνει επιθεώρησης ο Εναγόμενος, ο οποίος υποχώρησε προσωρινά, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2022, όπου ενημέρωσε την Ενάγουσα πως παραιτείτο από τη θέση του με τελευταία ημερομηνία εργασίας την 30.09.2022, με αποτέλεσμα να επιφέρει καίριο πλήγμα στη λειτουργία του καταστήματος της Ενάγουσας. Μετά την παραίτησή του, άρχισε να προσπαθεί να επηρεάσει και άλλους εργαζόμενους στην Ενάγουσα να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, και να ενεργήσουν ανταγωνιστικά. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν να παραιτηθεί και ο βοηθός του, ο οποίος δεν είχε οποιονδήποτε άλλο λόγο να παραιτηθεί, και είχε εκφράσει αμφιβολίες για την ορθότητα της απόφασής του, που είχε επηρεαστεί από πιέσεις του Εναγόμενου. Εν τέλει, ο βοηθός μετάνιωσε για την απόφασή του, και επέστρεψε στην Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος, επειδή δεν κατάφερε να αποσπάσει και τον βοηθό του, τον απείλησε, γιατί δεν τήρησε τη μεταξύ τους «συμφωνία». Όταν η Ενάγουσα προκήρυξε τη θέση που εγκατέλειψε ο Εναγόμενος, δέχθηκε ειρωνεία σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, και έπειτα ο Εναγόμενος επενέβαινε με τηλεφωνήματα σε εργαζόμενους στην εταιρεία στη διαδικασία πλήρωσης της θέσης. Ανέφερε, μάλιστα, στο άτομο της εταιρείας που θα αναλάμβανε προσωρινά τη θέση, πως δεν θα χρειάζονταν η πλήρωση της θέσης, καθότι δεν θα άφηνε ο ίδιος πελάτες στην Ενάγουσα. Ο εκτροχιασμός της συμπεριφοράς του Εναγόμενου κατέστησε σαφές στην Ενάγουσα πως έπρεπε να λάβει άμεσα μέτρα, για να αποτρέψει τυχόν βλάβη της. Η σιγουριά του Εναγόμενου ότι δεν θα αφήσει πελατολόγιο στην Ενάγουσα οδήγησε την Ενάγουσα στον συλλογισμό πως θα είχε στην κατοχή του και θα επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα των πελατών και συνεργατών της Ενάγουσας, στα οποία είχε πρόσβαση λόγω της θέσης του. Οι ανησυχίες της Ενάγουσας επιβεβαιώθηκαν, αφού ο Εναγόμενος έλαβε άμεσα καθήκοντα σε ανταγωνιστική εταιρεία και άρχισε να επικοινωνεί με πελάτες της Ενάγουσας. Οι ίδιοι ανέφεραν πως προσεγγίστηκαν από τον Εναγόμενο, που τους ενημέρωσε πως πλέον εργάζεται σε άλλη εταιρεία όπου και μπορούν να εξυπηρετηθούν. Τα γεγονότα αυτά, κατά τη θέση της Ενάγουσας, δείχνουν και παράβαση της συμφωνίας με τον Εναγόμενο όσον αφορά την εχεμύθεια, και κλοπή εταιρικών δεδομένων, και παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η ενδιάμεση θεραπεία που ζητά η Ενάγουσα είναι αναγκαία, όπως υποστηρίζει, για να διαφυλάξει και τα δικαιώματά της αλλά και τις νομικές υποχρεώσεις της, και σε περίπτωση μη απόδοσής της, θα υποστεί ανυπολόγιστη ζημιά. Επιχειρηματολογεί υπέρ της ενδιάμεσης θεραπείας. Στη βάση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, το Δικαστήριο εξέδωσε, χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, προσωρινό διάταγμα, με το οποίο, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, απαγορεύεται στον Εναγόμενο να χρησιμοποιεί οποιεσδήποτε εταιρικές ή εμπιστευτικές πληροφορίες γνωρίζει λόγω της θέσης του ως υπάλληλος της Ενάγουσας στη θέση προϊσταμένου/υπευθύνου του υποκαταστήματος της Επαρχίας Πάφου ή και να αποκαλύπτει, να συζητά, να μεταδίδει σε τρίτο, και να κάνει χρήση με οποιονδήποτε τρόπο οποιασδήποτε πληροφορίας ή στοιχείου σχετικών με την επιχείρηση, το πελατολόγιο, τις εργασίες, τα προϊόντα, τις επιχειρηματικές, διοικητικές και οικονομικές μεθόδους και πρακτικές, τις εσωτερικές διαδικασίες, την ανάπτυξη, τις μελλοντικές προθέσεις και επιχειρηματικά σχέδια, την πολιτική, τις υποθέσεις και τις συναλλαγές της Ενάγουσας ή οποιουδήποτε πελάτη, μετόχου, εργοδοτούμενου, συνεργάτη, ή πιστωτή, ή να χρησιμοποιεί, να κοινοποιεί, να διαρρέει ή να επεξεργάζεται οποιαδήποτε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα περιήλθαν σε γνώση του λόγω της προαναφερόμενης θέσης του στην Ενάγουσα. Εκδόθηκε και προσωρινό διάταγμα με το οποίο, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, απαγορεύεται στον Εναγόμενο να ενεργεί με τρόπο ώστε να προκληθεί διακοπή ή διάρρηξη οποιασδήποτε υφιστάμενης συνεργασίας ή πελατειακής σχέσης της Ενάγουσας με οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Η αίτηση, όσον αφορά τις υπόλοιπες ενδιάμεσες θεραπείες που ζητούνται με αυτήν, στον βαθμό που καλύπτονται από τις προαναφερόμενες ενδιάμεσες θεραπείες, με τη χορήγηση των οποίων είχε παύσει να συντρέχει και λόγος ακρόασής της χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, κατέστη δια κλήσεως του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος, με την ένστασή του, ισχυρίζεται πως η αίτηση της Ενάγουσας είναι καταχρηστική και έγινε με σκοπό να μην τον εκβιάσει σε σχέση με τα οφειλόμενα ή και για να τον εξαναγκάσει να επιστρέψει σε αυτήν. Θεωρεί πως δεν αποκαλύπτει καλή αιτία αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Εξάλλου, όπως αναφέρει, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, όπως τα κατά συρροή παράπονα του Εναγόμενου για τις συνθήκες που επικρατούσαν στον χώρο εργασίας. Η αίτησή της δεν έχει πραγματικό υπόβαθρο ή και βασίζεται σε αναλήθειες ή και σε μαρτυρία κατασκευασμένη ή που λήφθηκε παράνομα, όπως τα ηλεκτρονικά μηνύματα σε συνάρτηση με το απόρρητο της ηλεκτρικής επικοινωνίας. Θεωρεί, ο Εναγόμενος, πως δεν πληρείται οποιαδήποτε προϋπόθεση για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Στη μαρτυρία που προσκομίζει ο Εναγόμενος προς υποστήριξη της ένστασής του, αναφέρει πως οι μάρτυρες της Ενάγουσας έλαβαν ανταλλάγματα για να μαρτυρήσουν εναντίον του, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασής του, και αναφέρει την δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Αναφέρει πως άρχισε από διανομέας και εξελίχθηκε στην εργασία του στην Ενάγουσα, η οποία όμως, παρά τις υποσχέσεις της, δεν επέλυσε προβλήματα που της είχε αναφέρει ο Εναγόμενος, που είχαν να κάνουν με την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία, και για τα οποία ο ίδιος, ως υπεύθυνος του καταστήματος, αισθάνονταν την πίεση και την ευθύνη. Κατήγγειλε παράνομες πράξεις υπαλλήλων της Ενάγουσας που της προκαλούσαν ζημιές, ο ίδιος εργάζονταν υπερωρίες και είχε την γνώμη πως η Ενάγουσα έπρεπε να το αναγνωρίσει και να τον αποζημιώσει σχετικά, ωστόσο οι προσπάθειές του δεν βρήκαν ανταπόκριση. Δεν προέβη, όπως αναφέρει, στις πράξεις που του καταλογίζει η Ενάγουσα σε σχέση με προσπάθειες επηρεασμού άλλων εργαζόμενων στην Ενάγουσα ή πελατών. Ο ίδιος αποφάσισε να παραιτηθεί από την Ενάγουσα, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν, και μάλιστα έγινε προσπάθεια από την Ενάγουσα να τον πείσει να ανακαλέσει την απόφασή του, και επειδή αρνήθηκε, ακολούθησε η αγωγή της Ενάγουσας. Πρώην συνάδελφός του, που επίσης εργάζονταν στην Ενάγουσα και παραιτήθηκε, παρέχει επίσης μαρτυρία, λέγοντας πως, ενόσω ο Εναγόμενος απουσίαζε με άδεια πατρότητας και οι υπόλοιποι είχαν αποφασίσει να παραιτηθούν από την εργασία τους, ο Εναγόμενος προσπάθησε να τους μεταπείσει, και δεν τους παρακίνησε. Διαδικασία Η ακρόαση της αίτησης και της ένστασης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την καθεμιά, χωρίς εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας, και οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Νομικές πτυχές και εξέταση Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση της Ενάγουσας έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα είχε ισχυριστεί τρέχουσες και σε εξέλιξη ενέργειες του Εναγόμενου σε σχέση με τα συμφέροντα της Ενάγουσας, το πελατολόγιο και τα προσωπικά δεδομένα που διαχειρίζεται, που ενεργοποίησαν την ανάγκη άμεσης παρέμβασης του Δικαστηρίου, χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά, η οποία θα μπορούσε, λόγω και της φύσης της υπόθεσης, εάν δίδονταν, να θέσει άνευ σημασίας την προσπάθεια της Ενάγουσας να εξασφαλίσει ενδιάμεση θεραπεία, άμεσα και αποτελεσματικά. Τα γεγονότα στα οποία βάσισε το κατεπείγον αίτημά της δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιωδώς μετά την ακρόαση του Εναγόμενου, ο οποίος βεβαίως έχει τη δική του εκδοχή ως προς τους λόγους της διαφοράς του με την Ενάγουσα, που, ως γεγονός, δεν αμφισβητεί πως υφίσταται. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας τα προσωρινά διατάγματα μέσα και από τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του Εναγόμενου, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από την Ενάγουσα, που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει τα διατάγματα, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου απορρέουσα από την εργασιακή σχέση δεν διαφοροποιήθηκε. Η Ενάγουσα δεν είχε την υποχρέωση να προβάλει τις πιθανές υπερασπίσεις του Εναγόμενου που σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς αυτής, όπως της καταλογίζει ο Εναγόμενος. Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων, και μπορεί το Δικαστήριο να αναθεωρήσει και τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 Ν.14/1960, υπό τα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος. Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13]. Υπό το φως του άρθρου 32 Ν. 14/1960, στον βαθμό που μπορεί να προσαρμοστεί, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· θα πρέπει να υπάρχει ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[14]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται πάντως «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[15]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[16]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά των εναγόμενων θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο στο να χορηγήσει μια τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[17] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[18]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[19]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[20]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[21]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right) σε κάθε αγωγή που έχει ως βάσεις της αστικά αδικήματα, για σκοπούς ειδικής πρόληψης της περαιτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς. Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε μετέωρες εικασίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[22]. Η αγωγή της Ενάγουσας έχει νομικές βάσεις γνωστές στο δίκαιο, τόσο στο δίκαιο των συμβάσεων (παράβαση όρων εργοδότησης σε σχέση με την εχεμύθεια) όσο και στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων (αθέμιτος ανταγωνισμός ή κλοπή ιδιοκτησίας της εταιρείας της Ενάγουσας διανοητικής ή άλλης) κινείται με χρήση συγκεκριμένων δεδομένων, και δεν υπάρχει εκ προοιμίου οτιδήποτε που να αποκλείει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεσή της. Τα όσα η Ενάγουσα αναφέρει μέσα από την αίτηση και τη μαρτυρία που τη συνοδεύει, με τον βαθμό των λεπτομερειών που απασχόλησαν σε αυτό το στάδιο, εισάγουν στο Δικαστήριο μια διαφορά που, όπως προκύπτει και από την αντίδραση του Εναγόμενου, υφίσταται, είναι συζητήσιμη, και εφόσον δεν μπορεί να επιλυθεί εξωδικαστικά από τους εμπλεκόμενους και οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, μπορεί και θα πρέπει να επιλυθεί δικαστικά. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν αναλύει επαρκώς τις νομικές βάσεις της αγωγής της σε αυτό το στάδιο, δεν της αποστερεί τη δυνατότητα ενδιάμεσης θεραπείας. Ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60. Η θέση της Ενάγουσας, εξ όψεως, βασίζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία, που αν και δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο ως σε δίκη επί της ουσίας (π.χ. υπό ποιες περιστάσεις προέκυψαν τέτοιοι συμβατικοί όροι που υποδεικνύει η Ενάγουσα εάν υπάρχουν και ποιο είναι το πραγματικό νόημα, εάν προέβη ο Εναγόμενος στις συγκεκριμένες πράξεις ή όχι και εάν ναι κατά πόσον συνιστούν και παράβαση σύμβασης ή αστικό αδίκημα, ή και κατά πόσον ισχύει σε επιμέρους περιπτώσεις ο νόμος για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία ή άλλος, ή όχι, ποιος λέει ψέματα και ποιος αλήθεια, εάν κάποια μαρτυρία είναι νόμιμη ή παράνομη, εάν η Ενάγουσα έχει όντως εμπορική εύνοια ή όχι, και εάν κάποια πρακτική της Ενάγουσας είναι πρωτότυπη ή όχι, κ.λπ.), δίδει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας στην Ενάγουσα, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Ιδίως όσον αφορά το σκέλος της αγωγής της που αφορά στην παράβαση σύμβασης. Η Ενάγουσα ενίσχυσε τις πιθανότητες επιτυχίας της και με την αναφορά στις πρακτικές της και την έμμεση παρουσίασή τους ως πρωτότυπες ή μοναδικές (χωρίς να τεθεί προς το παρόν σε αμφιβολία από την άλλη πλευρά), συγκεκριμένων συμβατικών ρητρών με τις οποίες δόθηκε έμφαση στην εχεμύθεια, και με αναφορά γεγονότων που έλαβαν χώρα και κατά τη θέση της δίδουν διάσταση σε συμβατική παράβαση ή σε αντισυμβατικές (αν όχι αδικοπρακτικές) αθέμιτες πρακτικές ανταγωνισμού ή μη θεμιτής χρήσης δεδομένων που συνιστούν διανοητική ή και υλική ιδιοκτησία της Ενάγουσας (που τίθενται απλώς ως πολύ πιθανή υπόθεση, και όχι ως διαπίστωση ή συμπέρασμα μέσα από νομική εξέταση ή αξιολόγηση μαρτυρίας). Περιέγραψε τον Εναγόμενο ως προς πρόσωπο που παρουσιάζει σε συγκεκριμένους πελάτες της Ενάγουσας πως ο ίδιος, που τους εξυπηρετούσε ήδη με τη συγκεκριμένη τεχνοτροπία και προϊόντα της Ενάγουσας, εμπορεύεται αλλού, αφήνοντας να νοηθεί ότι μπορεί, κατά τρόπο παραπλανητικό για τους ίδιους, να τους παρέχει την ίδια τεχνοτροπία και προϊόντα μέσω της ανταγωνιστικής επιχείρησης, όμοια με αυτά της Ενάγουσας, στην οποία πλέον δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν μετά την αποχώρηση του ιδίου που μεταφέρθηκε αλλού, με πρόθεση την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα ή στην εμπορική της εύνοια. Μετέφερε στο Δικαστήριο, με επαρκή λεπτομέρεια και πραγματική ροή, μια προσπάθεια του Εναγόμενου να βλάψει μεθοδευμένα την Ενάγουσα, επ' ευκαιρία ή λόγω της αποχώρησής του από την εργασία στην Ενάγουσα, κίνδυνο που έθεσε συγκεκριμένα, καθιστώντας τον αρκούντως ορατό. Προφανώς και το τι ισχύει ή δεν ισχύει, θα διαπιστωθεί μόνον με την εκδίκαση της αγωγής της Ενάγουσας και την αξιολόγηση και ερμηνεία από το Δικαστήριο όλων των διαθέσιμων στοιχείων, σε συνάρτηση με το ισχύον νομικό καθεστώς που διέπει την ουσία της διαφοράς. Το Δικαστήριο δεν αναλύει τα συστατικά αστικών αδικημάτων σε αυτό το στάδιο, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που ενδιάμεσα προσκομίζεται (όχι στην πληρότητά της), με τρόπο ως στην εξέταση της αγωγής, για να διαγνώσει εάν, εκ πρώτης όψεως, πληρούνται ή όχι, και σε αυτή τη βάση να αξιολογήσει την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60. Δεν εκδικάζει, για σκοπούς ενδιάμεσης θεραπείας, το αστικό αδίκημα, πόσω μάλλον όταν αυτό συνυφαίνεται με ιδιόμορφες κρίσεις ή και εξελίξιμα εννοιολογικά πλαίσια, όπως για παράδειγμα του τι συνιστά «αθέμιτο» ανταγωνισμό, ή τι συνιστά ιδιοκτησία της εταιρείας της Ενάγουσας (π.χ. ένα εγχειρίδιο περιέχει πρωτότυπη πληροφόρηση, που ανήκει κατ' αποκλειστικότητα στην Ενάγουσα, ώστε η χρήση του περιεχομένου του να μπορεί να εκληφθεί ως κλοπή; ). Ιδίως όταν υπάρχουν διαζευκτικές βάσεις αγωγής, δεν αναμένεται βαθμός επιλογής ή εξειδίκευσης, σε αυτό το στάδιο, χωρίς να σημαίνει πως τα γεγονότα που παραθέτει ο ενάγων δεν πρέπει να είναι ξεκάθαρα και συγκεκριμένα, εφόσον σκοπείται η ρύθμιση ή ο περιορισμός μιας καταρχήν ελεύθερης ανθρώπινης συμπεριφοράς. Στη βάση των δεδομένων που προσκόμισε η Ενάγουσα, κατά τη γνώμη μου, δίδονται επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της, επαρκείς για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, κατά τρόπο ώστε να ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60. Εάν μετά την εκδίκαση της αγωγής της Ενάγουσας διαπιστωθεί πως υπήρξε όντως παράβαση συμβατικών ή νόμιμων υποχρεώσεων του Εναγόμενου ή ότι οι συμπεριφορές που του καταλογίζει η Ενάγουσα, και εκθέτει συγκεκριμένα, πληρούν και τη σύσταση των αστικών αδικημάτων που μπορούν να σχετιστούν με την αγωγή της, και εάν παράλληλα θα έχει στο μεταξύ επιτραπεί στον Εναγόμενο ό,τι απαγορεύουν τα προσωρινά διατάγματα, θα καταστεί προφανώς δυσκολότερη η αποζημίωση της Ενάγουσας· σε συνάρτηση με το ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του δεδομένα που να μαρτυρούν το αντίθετο, δηλαδή πως ο Εναγόμενος, εάν αποδειχθεί η απαίτηση της Ενάγουσας ή και εάν υλοποιηθεί ο κίνδυνος που της προκαλεί την ανάγκη για ενδιάμεση θεραπεία, είναι σε θέση να την αποζημιώσει. Ο επηρεασμός της Ενάγουσας, εξάλλου, δεν έχει μια σταθερή ή μεμονωμένη οικονομική διάσταση[23]. Δεν αρκεί το δεδομένο πως μπορεί θεωρητικά να υπάρχει δυνατότητα αποζημίωσης στο μέλλον, σε οποιαδήποτε έκταση κι αν προκληθεί η ζημιά, ώστε βασικά να επιτραπεί δικαστικά η πρόκληση ή η εδραίωση ζημιάς που μαρτυρείται πως επαπειλείται, και που συνυφαίνεται (και με την περιουσία αλλά και) με τη διασφάλιση της όλης λειτουργίας της Ενάγουσας στην αγορά, απλώς επειδή μπορεί να υπάρχει οικονομική δυνατότητα για αποζημίωση. Ο επηρεασμός που θα υποστεί η Ενάγουσα, εάν αφεθεί ο Εναγόμενος να κάνει χρήση πελατολογίου της και προσωπικών δεδομένων πελατών της (όπως είναι η εκδοχή της Ενάγουσας πως συμβαίνει), από αυτή την οπτική, δεν θα είναι εύκολα αναστρέψιμος. Από την άλλη, το να διατηρηθεί ένας status quo μέχρι τη διαπίστωση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, προκύπτει πως εξυπηρετεί καλύτερα τη δικαιοσύνη. Από τη στιγμή που η Ενάγουσα εξέθεσε επαρκώς στο Δικαστήριο τον άμεσο (ήδη αρξάμενες ενέργειες) κίνδυνο επηρεασμού δικαιωμάτων τη, και τον τοποθέτησε μέσα σε ρεαλιστικό πλαίσιο, καθιστώντας τον αρκούντως ορατό, το Δικαστήριο μπορούσε και έπρεπε να παρέμβει προληπτικά. Στην έκταση που δρα ο φόβος της Ενάγουσας ότι θα βλαφθεί. Η ανάγκη τέτοιας ενδιάμεσης παρέμβασης του Δικαστηρίου δεν διαφοροποιήθηκε μετά την ακρόαση του Εναγόμενου, σε συνάρτηση με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο χρόνο. Δυνατότητα που προσδιορίζεται με απαρχή την αγωγή που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και σε συνάρτηση με την ενδιάμεση θεραπεία που απασχολεί. Ο Εναγόμενος, εμφανιζόμενος, προς παρόν, όχι μόνον δεν κατεύνασε τις ανησυχίες της Ενάγουσας σε σχέση με το ότι θα βλαφθεί, αλλά εκδήλωσε και ο ίδιος διάθεση για αντιδικία και διαμάχη, παράλληλα μη αμφισβητώντας τις συμβατικές ρήτρες εχεμύθειας ή τη μοναδικότητα των πρακτικών ή τεχνοτροπιών της που επιχείρησε να παρουσιάσει η Ενάγουσα· μιαν έντονη διάθεση για αποκάλυψη δεδομένων βλαπτικών για την Ενάγουσα, όπως οι συνθήκες εργασίας εκεί, που, απεναντίας, πυροδότησαν τον κίνδυνο, στο πλαίσιο της ζωντανής ακόμα διαμάχης μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, να συμβεί αυτό που η Ενάγουσα εξέθεσε ως ορατό κίνδυνο, σε σχέση με τον τρόπο που ο πρώην υπάλληλός της δρα ανταγωνιστικά. Ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60. Δεν απαγορεύεται με τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν η εργοδότηση του Εναγόμενου αλλού (που η Ενάγουσα μαρτύρησε πως ήδη υφίσταται) ή και η επαγγελματική του ανάπτυξη, ούτε ακόμα και η χρήση γνώσης και εμπειρίας που ο Εναγόμενος έλαβε από την Ενάγουσα και επενέργησε φυσιολογικά στη δική του σκέψη, αντίληψη και πρακτική. Όταν παύει η εργασία, για οποιονδήποτε λόγο, δεν αφαιρείται το όφελος της γνώσης και της εμπειρίας που ευλόγως αποκομίζει ο εργαζόμενος, αλλά η Ενάγουσα βασίζει την υπόθεσή της στο ότι υπήρξε υπέρβαση εκείνου του ορίου αναγκαστικής απώλειας του εργοδότη που δεν συγκρατεί ανθρώπινο δυναμικό που έχει εκπαιδεύσει ή στο οποίο έχει εφαρμόσει πρακτικές και μεθόδους ανάπτυξης και εξέλιξης. Η απαγόρευση που τέθηκε στον Εναγόμενο είναι συγκεκριμένη και δεν αναδεικνύεται πως, το να διατηρηθεί μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, τον επηρεάζει καθόλου. Αντίστοιχα, όμως, διασφαλίζει καίρια την Ενάγουσα. Δεν απαγορεύεται στον Εναγόμενο να θέσει οποιαδήποτε απαίτησή του εναντίον της Ενάγουσας, ιδίως εάν εκλαμβάνει ότι η οικειοθελής αποχώρησή του ενέχει εξαναγκασμό που σημαίνει απόλυση· δεν είναι κάτι που προς το παρόν θέτει με συγκεκριμένα στοιχεία, ικανά να προβληματίσουν το Δικαστήριο και όσον αφορά την υλική αρμοδιότητά του. Επίσης, τα προσωρινά διατάγματα που απαγορεύουν συγκεκριμένες ενέργειες από τον Εναγόμενο, δεν αναιρούν ευρύτερα τις δυναμικές της αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, σύμφωνα με τις οποίες, εάν ένας πελάτης εξυπηρετείται καλύτερα από έναν ανταγωνιστή, γι' αυτό επιλέγει ελεύθερα τη συνεργασία μαζί του χωρίς να του προκαλείται σύγχυση, δεν μπορεί να του επιβληθεί μονοπώλιο της Ενάγουσας. Στο ισοζύγιο της ευχέρειας ή της δικαιοσύνης, η απαγόρευση δεν είναι αχρείαστη προς το παρόν, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ούτε και δημιουργεί περιττή πίεση στον Εναγόμενο ή στις ελευθερίες του. Κατά τα λοιπά, κάθε δικαστικό διάταγμα απαγορευτικής φύσης προκαλεί ταλαιπωρία, όπως και κάθε αγωγή, στα πρόσωπα στα οποία αφορούν. Το αναπόφευκτο της ταλαιπωρίας από την εκκρεμοδικία δεν χρησιμοποιείται ως λόγος για να αποφευχθεί ενδιάμεση θεραπεία. Ασφαλώς, εάν διαφανεί κατάχρηση των διαταγμάτων από την Ενάγουσα (π.χ. έγερση αχρείαστων διαδικασιών παρακοής, ενώ η συμπεριφορά του Εναγόμενου κινείται σε ένα πλαίσιο θεμιτού και ευλόγως αναμενόμενου ανταγωνισμού, όταν πρόσωπα με το ίδιο αντικείμενο εργασίας εμπορεύονται στην ίδια αγορά), για να επιτύχει αλλότριους σκοπούς, το Δικαστήριο τότε μπορεί να τα αναθεωρήσει. Δεν προκύπτουν δεδομένα πως η Ενάγουσα, από εκδικητικότητα ή κακία των αξιωματούχων της ή εκτροπή από τη λογική των πραγμάτων, επιδιώκει να εγκλωβίσει τον Εναγόμενο στο δικό της κατάστημα (εφόσον ήδη εργάζεται σε ανταγωνιστική επιχείρηση, όπως ανέφερε), γιατί εκείνος είναι αναντικατάστατος, ή να του αποστερήσει τυχόν δεδουλευμένα ή άλλες οφειλές, κατ' επέκταση ότι καταχράται τη δικαστική διαδικασία. Ούτε υπάρχει ένδειξη πως η Ενάγουσα επιχειρεί με σκοπιμότητα, και όχι με γνήσια έγνοια για την προστασία των δικαιωμάτων που συνυφαίνονται με την εργασία της και μέχρι τον βαθμό που μπορεί να το πράξει, να ταλαιπωρήσει τον Εναγόμενο ή να του δημιουργήσει πρόβλημα, γιατί λόγου χάριν έχει εμμονή και έχθρα μαζί του. Σε αυτή την παράμετρο, δεν κρίνω πως χρειάζεται και οποιαδήποτε περαιτέρω ενδιάμεση θεραπεία, πλην αυτής που δόθηκε ήδη με τα υφιστάμενα προσωρινά διατάγματα· ως προς αυτήν, εξάλλου, δεν διακρίνεται μέσα από την αγόρευση των συνηγόρων της Ενάγουσας διακριτή προώθηση και κατάλληλη επεξήγηση. Στην ίδια ροή αναθεώρησης, τα υφιστάμενα διατάγματα αναδιατυπώνονται, ώστε να καθίσταται σαφές πως η απαγόρευση ισχύει για ό,τι ανήκει αποκλειστικά στην Ενάγουσα, ως εξής: «Προσωρινό διάταγμα με το οποίο, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, απαγορεύεται στον Εναγόμενο:

(1)Να αποκαλύπτει, να συζητά, να μεταδίδει σε τρίτο, και να χρησιμοποιεί, με οποιονδήποτε τρόπο: (α) εμπιστευτικές πληροφορίες ή στοιχεία σχετιζόμενα με το πελατολόγιο, τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις και εργασίες και υποθέσεις και συναλλαγές και σχέδια ανάπτυξης της Ενάγουσας, και (β) τις επιχειρηματικές, διοικητικές, οικονομικές πολιτικές και πρακτικές μεθόδους και εσωτερικές διαδικασίες και προϊόντα που ανήκουν κατ' αποκλειστικότητα στην Ενάγουσα, και (γ) τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα οποιουδήποτε πελάτη, μετόχου, εργοδοτούμενου, συνεργάτη, ή πιστωτή της Ενάγουσας, που ο Εναγόμενος γνώρισε λόγω της θέσης του ως υπάλληλος της Ενάγουσας/Αιτήτριας στη θέση προϊσταμένου/υπευθύνου του υποκαταστήματος της Επαρχίας Πάφου, και καλύπτονται από υποχρέωση εχεμύθειας·
(2)Να χρησιμοποιεί, να κοινοποιεί, να διαρρέει ή να επεξεργάζεται οποιαδήποτε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα περιήλθαν σε γνώση του λόγω της προαναφερόμενης θέσης του στην Ενάγουσα/Αιτήτρια.
(3)Να ενεργεί με τρόπο ώστε να προκληθεί διακοπή ή διάρρηξη οποιασδήποτε υφιστάμενης συνεργασίας ή πελατειακής σχέσης της Αιτήτριας με οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.» Καταληκτικά, έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που ισχύουν για την έκδοση και αναθεώρηση διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα γεγονότα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, θεωρώ πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν και πως είναι δίκαιο να διατηρηθούν σε ισχύ τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 07.10.2022, ως έχουν διαμορφωθεί, και πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων που προβλήθηκαν δια της ένστασης του Εναγόμενου, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, για να ακυρωθούν τα διατάγματα αυτά, έχοντας πρόσθετα διευκρινίσει και ό,τι πιθανόν να χρειάζονταν, σε σχέση με τη ρυθμιστική τους εμβέλεια. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 07.10.2022 καθίστανται πλέον απόλυτα και οριστικά, με την προαναφερόμενη αναδιατύπωση, και ισχύουν μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Η αίτηση ως προς οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση θεραπεία ζητείται από την Ενάγουσα, απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αλλά και τη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που δόθηκε, που είναι κυρίως προληπτική, αλλά και την ιδιομορφία της υπόθεσης, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής της Ενάγουσας, αλλά να μην είναι σε καμία περίπτωση εναντίον της ίδιας της Ενάγουσας. Αυτό σημαίνει πως, εάν η Ενάγουσα επιτύχει στην αγωγή της, θα δικαιούται και τα έξοδα αυτής της διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αντίθετα, δεν θα δικαιούται τέτοια έξοδα, εάν αποτύχει στην αγωγή της, αλλά δεν θα είναι και προς όφελός του Εναγόμενου που δεν είχε επιτυχία σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. [14] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [15] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [16] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [17] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [18] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [19] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [20] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [21] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [22] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. [23] Mutatis mutandis Timberland Co. of U.S.A. ν. Evans & Sons Limited
(1998)1 ΑΑΔ 1179. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.