PAROS GARDENS MANAGEMENT COMMITTEE ν. ΚΩΣΤΑΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ, Αρ. Αγωγής: 975/20, 31/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδη, (προσ) Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 975/20 Μεταξύ: PAROS GARDENS MANAGEMENT COMMITTEE, από την Πάφο Ενάγουσα και ΚΩΣΤΑΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ, από την Πάφο Εναγόμενος Ημερομηνία: 31.03.23 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη: κ.κ. Ιωάννης Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο/εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντα: κ. Αντώνης Παπαγεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Δικόγραφα Με το ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα η Ενάγουσα, διαχειριστική επιτροπή του κτηριακού συγκροτήματος PAROS GARDENS αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου, ιδιοκτήτη μονάδας του συγκροτήματος το ποσό των Ευρώ 1.373,00 ως υπόλοιπο λογαριασμού για κοινόχρηστα έξοδα που του αναλογούν για τη χρονική περίοδο από τον Ιούλιο του 2016 μέχρι τον Ιούλιο του 2020 για σκοπούς συντήρησης, επιδιόρθωσης και διαχείρισης των κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος βάσει της κείμενης νομοθεσίας και τους Πρότυπου Κανονισμούς που διέπουν τη λειτουργία της διαχειριστικής επιτροπής. Με την Υπεράσπισή και Ανταπαίτηση του ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση δυνάμει της οποίας ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αγωγή δεν μπορεί να προωθείται εναντίον του αφού εγείρεται από την Ενάγουσα η οποία ως ισχυρίζεται είναι νομικά ανύπαρκτο πρόσωπο και δεν έχει συσταθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες. Η προδικαστική ένσταση δεν έχει προωθηθεί και η Αγωγή οδηγήθηκε απευθείας σε ακρόαση. Πέραν την προδικαστικής ένστασης, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες καταρτισμού της Ενάγουσας αφού δεν έχουν κληθεί να παρευρεθούν σε γενική συνέλευση όλοι οι ιδιοκτήτες του επίδικου συγκροτήματος για να εκλέξουν τη διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος στο συγκρότημα κατοικιών PAROS GARDENS και αναφέρει ότι η μόνη κοινόχρηστη ιδιοκτησία είναι η κοινή αυλή και μία κολυμβητική δεξαμενή, η οποία όμως λειτουργεί παράνομα αφού δεν έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή, ήτοι από το Δήμο Πάφου. Ο Εναγόμενος αγνοεί το νομικό καθεστώς που διέπει τις υποχρεώσεις του για καταβολή ποσών για κοινόχρηστες δαπάνες και συγκεκριμένα καλεί την Ενάγουσα να αποδείξει εάν ισχύουν εν προκειμένω οι πρότυποι Κανονισμοί ή άλλοι κανονισμοί που τυχόν έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των ιδιοκτητών. Αναφορικά με το ύψος της αξιούμενης οφειλής, ο Εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στις πραγματικές κοινόχρηστες δαπάνες για την επίδικη περίοδο, ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε εργασίες που να δικαιολογούν αυτές τις χρεώσεις και ότι ποτέ δεν του είχαν δοθεί από την Ενάγουσα λεπτομέρειες για τον τρόπο υπολογισμού αυτού του ποσού. Καλεί την Ενάγουσα να προβεί σε λεπτομερή ανάλυση του τρόπου καθορισμού του ποσού της οφειλής του Εναγόμενου και να παραθέσει τις εργασίες στις οποίες έχει προβεί για σκοπούς συντήρησης και επιδιόρθωσης των κοινόχρηστων χώρων κατά την επίδικη περίοδο. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι έχει προβεί ο ίδιος σε διάφορες ηλεκτρολογικές εργασίες στην κοινόχρηστη αυλή του επίδικου συγκροτήματος, οι οποίες δεν έγιναν με χαριστική πρόθεση και ως αποτέλεσμα των οποίων η Ενάγουσα έχει ωφεληθεί και έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα. Αξιώνει, επομένως, δια ανταπαιτήσεως εναντίον της Ενάγουσας: (α) ποσό ύψους Ευρώ 250 ως έξοδα για αγορά και τοποθέτηση φωτισμού στην αυλή της κοινόχρηστης οικοδομής για 5 έτη, ήτοι από το 2015 μέχρι το 2019, (β) ποσό ύψους Ευρώ 300 για αγορά και τοποθέτηση 5 φωτιστικών επί Ευρώ 60 το ένα κατά το έτος 2016 στην αυλή της κοινόχρηστης οικοδομής, (γ) ποσό ύψους Ευρώ 1200 για εργασίες ρύθμισης και/ή αλλαγές στη ρύθμιση στους χρονοδιακόπτες φωτισμού, 12 φορές το χρόνο για 5 έτη κόστους ευρώ 20 κάθε φορά. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση που καταχώρησε η Ενάγουσα, η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και αναφέρει ότι η ίδια έχει συσταθεί νόμιμα και ότι για σκοπούς διαχείρισης των κοινόχρηστων χώρων πάντοτε ακολουθούνται οι νόμιμες διαδικασίες που προβλέπονται στους Πρότυπους Κανονισμούς. Ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο ποσό για κοινόχρηστες δαπάνες έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το εμβαδόν της μονάδας του Εναγόμενου και ότι λεπτομέρειες υπολογισμού των δαπανών αυτών θα παρατεθούν κατά την δικάσιμο. Αναφορικά με την ανταπαίτηση που προωθεί ο Εναγόμενος, η Ενάγουσα αρνείται ότι ο Εναγόμενος έχει προβεί στις ισχυριζόμενες εργασίες. Πέραν τούτου, οποιεσδήποτε εργασίες στις οποίες έχει τυχόν προβεί ο Εναγόμενος πραγματοποιήθηκαν χωρίς την εντολή ή την εξουσιοδότησή της και δεν ήταν εις γνώση της. Δυνάμει της Δ.30 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η ακρόαση της αγωγής έλαβε χώρα στη βάση έγγραφης μαρτυρίας που καταχώρησαν οι διάδικοι. Μαρτυρία Ενάγουσας Προς υποστήριξη της πλευράς της Ενάγουσας, στις 08/07/22 κατέθεσε ένορκη δήλωση ο κ. Μιχαήλ Παναγή, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και υπεύθυνος για τη διαχείριση των κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος Paros Gardens. Ο ομνύον ισχυρίστηκε τα ακόλουθα, ως αυτά μπορούν να συνοψιστούν από το Δικαστήριο: - Η Ενάγουσα συστάθηκε νόμιμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ.
- Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1.1 και 1.2 πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεων με ημερομηνίες 18/09/20 και 22/09/20 στα οποία καταγράφεται ότι τα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής ψηφίστηκαν ομόφωνα από τους κύριους των κατοικιών, οι οποίοι ήταν παρόντες στη συνέλευση. Επισυνάπτεται, επίσης, ως Τεκμήριο 2 συμφωνία διαχείρισης ημερομηνίας 01/12/2018 με την οποία η Ενάγουσα ανέθεσε τη διαχείριση των κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος στον κ. Μιχαήλ Παναγή έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Η εν λόγω συμφωνία φέρει την υπογραφή του κ. Παναγή, ο οποίος αποτελεί και συμβαλλόμενο μέρος αυτής αλλά δίπλα από την υπογραφή του έχει τοποθετηθεί και η σφραγίδα μιας εταιρείας ή εμπορικής επωνυμίας με το όνομα «M Property Managers». - Ο τρόπος λειτουργίας της Ενάγουσας διέπεται από τους πρότυπους Κανονισμούς του Παρατήματος του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Τροποποιητικού Νόμου του 1993 αφού η Ενάγουσα δεν έχει προχωρήσει σε τροποποίηση ή εγγραφή στο Κτηματολόγιο άλλων κανονισμών. - Βάσει των ρητών και εξυπακουόμενων όρων του πωλητηρίου εγγράφου του ακινήτου του Εναγόμενου, ο Εναγόμενος συμφώνησε, συγκατατέθηκε και αποδέχτηκε ότι η Ενάγουσα αποτελεί διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος κατοικιών. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 ηλεκτρονικό μήνυμα που στάλθηκε, μεταξύ άλλων, και σε ηλεκτρονική διεύθυνση που προσομοιάζει με το όνομα του Εναγόμενου στις 12/09/2019 ειδοποιώντας τον να παραστεί σε γενική συνέλευση της Ενάγουσας η οποία έλαβε χώρα στις 18/09/
- - Η οφειλή για τις κοινόχρηστες δαπάνες που αναλογεί στον Εναγόμενο για την περίοδο από Ιούλιο του 2016 μέχρι τον Ιούλιο του 2020 ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 1.373,
- Ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο κατά την πιο πάνω περίοδο ως εξής: (α) Χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Ευρώ 896,54 για την περίοδο από 2016 μέχρι 06/2019, (β) Χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Ευρώ 1.137,00 για την περίοδο από 07/2019 μέχρι 06/2020, και (γ) Χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Ευρώ 1.373,00 από 07/2020 μέχρι 09/
- Ο ομνύον επισυνάπτει αντίγραφα τιμολογίων αναφορικά με τις οφειλές του Εναγόμενου κατά τις πιο πάνω περιόδους ως Τεκμήρια 4.1 - 4.
- Από τα εν λόγω τιμολόγια προκύπτει ότι, το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός του Εναγόμενου μεταφερόταν κάθε έτος με αποτέλεσμα, λόγω παράληψής του να αποπληρώσει τα πιο πάνω ποσά, μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2020 να οφείλει προς την Ενάγουσα το ποσό των Ευρώ 1.373,
- - Στις 09/08/2019 και στις 13/03/20, η Ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, έστειλε επιστολή προς τον Εναγόμενο με την οποία τον καλούσε να αποπληρώσει τις συσσωρευμένες οφειλές για τις κοινόχρηστες δαπάνες (Τεκμήρια 5 και 6). - Αρνείται γενικά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου. - Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που αφορούν την ανταπαίτηση του Εναγόμενου, ο ομνύον αναφέρει ότι ο Εναγόμενος δεν έχει προβεί σε οποιεσδήποτε εργασίες εντός των κοινόχρηστων χώρων. Ακόμη και εάν διαφανεί ότι τέτοιες εργασίες έγιναν από τον Εναγόμενο, αυτό δεν ήταν στη γνώση της Ενάγουσας και πραγματοποιήθηκαν χωρίς τη συγκατάθεση και την εντολή της. Μαρτυρία Εναγόμενου Προς υποστήριξη της θέσης του Εναγόμενου κατατέθηκε η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου ημερομηνίας 15/11/22 και η ένορκη δήλωση του κ. Νίκου Χατζηκλεοβούλου, συνταξιούχου δικηγόρου, ημερομηνίας 15/11/
- Στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος κατέθεσε τα ακόλουθα: - Η Ενάγουσα δεν έχει συσταθεί νομότυπα αφού δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες για την εκλογή της διαχειριστικής επιτροπής ενώ, παράλληλα, η Ενάγουσα δεν έχει εγγραφεί στην αρμόδια αρχή, δηλαδή στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Αναφέρει ο ομνύον ότι δεν έχουν κληθεί να παρευρεθούν σε γενική συνέλευση όλοι οι ιδιοκτήτες του επίδικου συγκροτήματος κατοικιών για να εκλέξουν το συμβούλιο της διαχειριστικής επιτροπής. - Η μόνη κοινόκτητη ιδιοκτησία που υπάρχει στο επίδικο συγκρότημα είναι η κοινή αυλή καθώς και μία κολυμβητική δεξαμενή. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 12 αρχιτεκτονικό σχέδιο του επίδικου συγκροτήματος όπου φαίνεται, ως υποστηρίζει, ότι οι κατοικίες έχουν μόνο ένα όροφο και άρα, πέραν από την αυλή και την κολυμβητική δεξαμενή, δεν υπάρχουν άλλοι κοινόχρηστοι χώροι όπως σκάλες, κήποι, ανελκυστήρες κτλ. Το μεγαλύτερο μέρος των κοινόχρηστων δαπανών αφορά στη συντήρηση της κολυμβητική δεξαμενής. - Η κολυμβητική δεξαμενή λειτουργεί παράνομα αφού δεν έχει λάβει ποτέ άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή, δηλαδή το Δήμο Πάφου. Οι χρεώσεις για τα κοινόχρηστα αφορούν κυρίως στην λειτουργία της εν λόγω κολυμβητικής δεξαμενής και εφόσον αυτή λειτουργεί παράνομα, ο Εναγόμενος δεν θεωρεί ότι έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλει ποσά για το σκοπό αυτό. - Λόγω του ότι η κολυμβητική δεξαμενή λειτουργεί χωρίς να έχει προηγουμένως ληφθεί σχετική άδεια από το Δήμο Πάφου, ο Δήμος Πάφου έχει εκκινήσει ποινική υπόθεση εναντίον της κατασκευάστριας εταιρείας της κολυμβητικής δεξαμενής και των δύο διευθυντών της, η οποία φέρει αριθμό 8281/
- Αντίγραφο του κατηγορητήριου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Παρεμβάλλεται ότι το εν λόγω έγγραφο δεν έχει τύχει αποκάλυψης και έχει κατατεθεί από τον Εναγόμενο χωρίς να προηγηθεί η άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο. Σύμφωνα με τη Δ.28 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διάδικος δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε έγγραφα για να αποδείξει την υπόθεση του που δεν τα έχει αποκαλύψει στην άλλη πλευρά, κατά το στάδιο των οδηγιών, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλό λόγο γι΄αυτή του την παράλειψη. Συγκεκριμένα, η Δ.28 Θ.3 προνοεί ως ακολούθως: «If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing, in which case the Court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may think fit.» Μαρτυρία που κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και που τελικά φαίνεται ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις αποφάσεις Miorage Popovic Slopodan ν. Dubranvka Radivojenik
(1998)1 Α.Α.Δ. 1162 και Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826 Ενόψει του ότι το αντίγραφο του κατηγορητηρίου που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 10 δεν έχει τύχει αποκάλυψης και έχει κατατεθεί κατά παράβαση των προνοιών της Δ.28 Θ. 3 με αποτέλεσμα να φέρει εξαπίνης την πλευρά της Ενάγουσας, δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία και θα αγνοηθεί από το Δικαστήριο. - Ο Εναγόμενος έχει εγείρει το ζήτημα της παράνομης λειτουργίας της κολυμβητικής δεξαμενής πολλές φορές στο παρελθόν και μάλιστα, προέβη σε σχετική καταγγελία, μέσω του δικηγόρου του, τόσο στην Ενάγουσα όσο και στο Δήμο Πάφου. Η Ενάγουσα ουδέποτε απάντησε στις επιστολές του δικηγόρου του Εναγόμενου αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Επίσης, ο Εναγόμενος απέστειλε και ο ίδιος προσωπικά ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Δήμαρχο Πάφου στις 08/112019 καταγγέλλοντας την παράνομη λειτουργία της κολυμβητικής δεξαμενής. Αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- - Ο Εναγόμενος έχει επανειλημμένα καλέσει την Ενάγουσα να του παράσχει λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο που έχει υπολογιστεί η οφειλή που καλείται να πληρώσει αλλά ουδέποτε του έχουν παρασχεθεί τέτοιες πληροφορίες. - Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι προέβη ο ίδιος σε διάφορες ηλεκτρολογικές εργασίες στην κοινόχρηστη αυλή του επίδικου συγκροτήματος οι όποιες, ως αναφέρει, δεν έγιναν με χαριστική διάθεση και λόγω των οποίων, η Ενάγουσα έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα. Πρόκειται για τις εργασίες που αναφέρονται στην αναταπαίτησή του και οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Ευρώ
- Μέσω των επιστολών του προς την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος ενημέρωσε την Ενάγουσα για τη διεκπεραίωση των πιο πάνω εργασιών. Ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της πλευράς του Εναγόμενου κατέθεσε και ο κ. Νίκος Χατζηκλεοβούλου, συνταξιούχος δικηγόρος ο οποίος αποτέλεσε δικηγόρος του Εναγόμενου στο παρελθόν. Ο κ. Χατζηκλεοβούλου κατέθεσε ότι έχει αποστείλει δύο επιστολές προς την Ενάγουσα με ημερομηνίες 02/09/19 και 26/09/19 στις οποίες ανέφερε, προς απάντηση των οχλήσεων της Ενάγουσας για την καταβολή των οφειλών για τις κοινόχρηστες δαπάνες (α) ότι ο Εναγόμενος αμφισβητεί τη νομική υπόσταση της Ενάγουσας, (β) ότι η κολυμβητική δεξαμενή λειτουργούσε παράνομα χωρίς να έχει ληφθεί άδεια από τις αρμόδιες αρχές, (γ) ζητούσε όπως αποστέλνονται στον Εναγόμενο αναλυτικές καταστάσεις αναφορικά με τα κοινόχρηστα έξοδα και (δ) ενημέρωνε την Ενάγουσα για τις ηλεκτρολογικές εργασίες στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος καλώντας την να καταβάλει το ποσό των Ευρώ 1,
- Επίσης, ο ομνύον κατέθεσε ότι ο ίδιος είχε αποστείλει προς το Δήμο Πάφου επιστολή ημερομηνίας 26/09/2019 με την οποία πληροφορούσε το Δήμο Πάφου ότι η κολυμβητική δεξαμενή του συγκροτήματος λειτουργεί παράνομα «χωρίς τις απαραίτητες άδειες με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν ζωές». Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την ημερομηνία της ακρόασης, οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν για σκοπούς της ακρόασης της υπόθεσης. Έχω μελετήσει προσεκτικά την επιχειρηματολογία στην οποία έχουν προβεί οι δύο πλευρές μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων και την έχω λάβει υπόψη μου. Αξιολόγηση - νομική πτυχή Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προβαίνει σε συγκεκριμένα ευρήματα αξιοπιστίας για το αν ο κάθε μάρτυρας, είπε ή όχι την αλήθεια (Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Κυριακίδης, ΠΕ 209/10, ημερ. 09/09/2015). Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης (Federal Bank of Lebanon (SAL) n Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422). Παρά το ότι, κατά την εκδίκαση αγωγών που εμπίπτουν στην κατηγορία «ταχείας εκδίκασης», οι μάρτυρες δεν καταθέτουν δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και άρα δεν δύναται να αξιολογηθεί η συμπεριφορά τους, ο τρόπος που απαντούν και η φυσικότητα των αντιδράσεών τους, η αξιολόγηση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται προσεγγίζεται με αναλογική προσαρμογή των επί του θέματος καθιερωμένων νομολογιακών αρχών. Η έγγραφη μαρτυρία συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων» χωρίς μικροσκοπική κρίση ή απομόνωση των ισχυρισμών των ενόρκως δηλούντων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που επισυνάπτονται. Αξιολογούνται, υπό το πρίσμα αυτό, το περιεχόμενο, η ποιότητα, η πειστικότητα, η σύγκριση κάποιας μαρτυρίας στην υπόθεση με την υπόλοιπη, η ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος κ.α. (βλ. ενδεικτικά Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476.). Προκύπτει τόσο από τα δικόγραφα όσο και από την έγγραφη μαρτυρία που έχει παρατεθεί πιο πάνω, ότι η υπερασπιστική γραμμή που έχει ακολουθήσει ο Εναγόμενος μπορεί να διαχωριστεί σε τρεις βασικούς άξονες: (α) Κατά πόσο η Ενάγουσα νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αγωγή εναντίον του Εναγόμενου· (β) Κατά πόσο η οφειλή του Εναγόμενου αναφορικά με τις κοινόχρηστες δαπάνες για την επίδικη περίοδο ανέρχεται στο ποσό το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα· και (γ) Κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τη συντήρηση της κολυμβητικής δεξαμενής, η οποία ως ισχυρίζεται λειτουργεί παράνομα. Κρίνεται, συνεπώς, σκόπιμο όπως η αξιολόγηση της μαρτυρίας καθώς και η παράθεση της νομικής πτυχής που διέπει το κάθε ζήτημα γίνει ξεχωριστά ανά κεφάλαιο και θέμα: (Α) Κατά πόσο η Ενάγουσα νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αγωγή εναντίον του Εναγόμενου Στην Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος αναφέρει ότι η Ενάγουσα δεν αποτελεί νομικά υπαρκτό πρόσωπο γιατί δεν έχουν ακολουθηθεί, ως ισχυρίζεται, οι νόμιμες διαδικασίες σύστασής της, ούτε έχει εγγραφεί ως η διαχειριστική επιτροπή του επίδικου συγκροτήματος στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Για αυτό το λόγο, υποστηρίζει ότι η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Η θέση αυτή του Εναγόμενου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ως έχει νομολογηθεί, η νομική υπόσταση της Ενάγουσας και κατ' επέκταση η δυνατότητά της να εγείρει την παρούσα Αγωγή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων και κατ' επέκταση εξέτασης του ζητήματος κατά το στάδιο της ακρόασης της Αγωγής αφού εξ ορισμού η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη όλων των διαδίκων. Η αμφισβήτηση της ύπαρξης της Ενάγουσας θα έπρεπε να εγερθεί προδικαστικά και συγκεκριμένα μέσω του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής που προβλέπεται από τη Δ.27 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στη Lioufis and co. Ltd ν. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 773 αναφέρθηκαν τα εξής: «[.] η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (ΗL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. Τhe Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575).» Πέραν των πιο πάνω, αναφέρω για σκοπούς πληρότητας ότι ο Εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του ότι η Ενάγουσα δεν έχει συσταθεί νομότυπα, ούτε έχει υποδείξει ποιες είναι αυτές οι προβλεπόμενες διαδικασίες που δεν έχουν ακολουθηθεί κατά τη σύστασή της. Πέραν από τα τεκμήρια 1.1 και 1.2. που επισυνάπτονται στην έγγραφη μαρτυρία της Ενάγουσας και από τα οποία προκύπτει ότι η θητεία της διαχειριστικής επιτροπής ανανεωνόταν σε γενικές συνελεύσεις με τη συγκατάθεση των κύριων που παρευρίσκονταν σε αυτές, ως δηλαδή προνοούν οι πρότυποι κανονισμοί, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του κανένα στοιχείο αναφορικά με τον τρόπο σύστασης της Ενάγουσας ώστε να μπορέσει να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα περί της νομιμότητας ή μη της σύστασής της. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα αποτελεί ανύπαρκτο πρόσωπο λόγω του ότι δεν έχει εγγραφεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται μέσω του μαρτυρικού υλικού, δεν βρίσκει ούτε έρεισμα στην ισχύουσα νομοθεσία. Διευκρινίζεται ότι το άρθρο 38ΚΓ του Κεφ. 224 προνοεί ότι κατά την εγγραφή της κοινόκτητης οικοδομής στο Κτηματικό μητρώο, ο Διευθυντής οφείλει να διορίσει γραπτώς προσωρινή διαχειριστική επιτροπή σε περίπτωση που το ζητήσουν οι κύριοι των μονάδων. Ο Νόμος δεν επιβάλλει κάποια υποχρέωση στους κυρίους των μονάδων να ζητήσουν το διορισμό διαχειριστική επιτροπής από το Διευθυντή, ούτε να εγγράψουν τη σύσταση της διαχειριστικής επιτροπής στο Κτηματικό μητρώο. Εάν κάτι τέτοιο δεν ζητηθεί από τους κυρίους των μονάδων κοινόκτητης ιδιοκτησίας, επειδή δεν παρίσταται τέτοια ανάγκη (π.χ. λόγω του ότι η διαχειριστική επιτροπή εκλέγεται δεόντως σε γενικές συνελεύσεις των κυρίων και βάσει των Κανονισμών), τότε η συγκρότηση της διαχειριστικής επιτροπής αποτελεί αφ' εαυτής στοιχείο που προσδίδει στην διαχειριστική επιτροπή νομική υπόσταση και δικαιοπρακτική ικανότητα (βλ. Ταλιάνου ν. Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex
(2002)1 Α.Α.Δ. 102). Συνεπώς, η σχετική εισήγηση του Εναγόμενου δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. (Β) Κατά πόσο η οφειλή του Εναγόμενου αναφορικά με τις κοινόχρηστες δαπάνες για την επίδικη περίοδο ανέρχεται στο ποσό το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα Η Ενάγουσα διεκδικεί οφειλόμενα κοινόχρηστα για την περίοδο Ιουλίου 2016 - Ιουλίου 2020 τα οποία ισχυρίζεται ότι ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ 1.373,
- Στηρίζουν την απαίτησή τους στα Τεκμήρια 4.1, 4.2 και 4.
- τα οποία αποτελούν τιμολόγια που στάλθηκαν προς τον Εναγόμενο και από τα οποία προκύπτει το πιο πάνω ποσό, ως χρεωστικό υπόλοιπο αναφορικά με την επίδικη περίοδο. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι οφείλει το πιο πάνω αξιούμενο ποσό και καλεί την Ενάγουσα να αποδείξει τον ισχυρισμό της. Στην Υπεράσπισή του αναφέρει ότι δεν έχουν διεκπεραιωθεί οποιεσδήποτε εργασίες οι οποίες να δικαιολογούν αυτές τις χρεώσεις και επισημαίνει ότι ποτέ δεν του έχουν δοθεί λεπτομέρειες από την Ενάγουσα για το πώς προκύπτει το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Μάλιστα, ο Εναγόμενος έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 02/09/2019 (Τεκμήριο 7 στην Ε/Δ Χατζηκλεοβούλου) που στάλθηκε από το δικηγόρο του προς την Ενάγουσα και στην οποία αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος κάλεσε επανειλημμένα την Ενάγουσα να τον προμηθεύσει με αναλυτική κατάσταση των κοινόχρηστων εξόδων, ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει και ο ίδιος πώς προέκυψε το ποσό το οποίο καλείται να πληρώσει. Εντούτοις, ως καταθέτει στο Δικαστήριο (και δεν έχει αμφισβητηθεί από την Ενάγουσα μέσω αντεξέτασής του), η Ενάγουσα ποτέ δεν προμήθευσε τον Εναγόμενο με τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού ή με οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τον τρόπο χρέωσης των κοινόχρηστων δαπανών (βλ. παραγράφους 17 και 18 στην Ε/Δ του Εναγόμενου). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 38ΙΑ του Κεφ. 224, όλοι οι κύριοι των μονάδων κοινόκτητης ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένου άρα και του Εναγόμενου, οφείλουν να συμμετέχουν στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας καθώς και για την εξασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από το Νόμο. Η αναλογία του μεριδίου κάθε κυρίου στις δαπάνες καθορίζεται από τους Κανονισμούς με βάση το εμβαδό της κάθε μονάδας. Ο Κανονισμός 5 των πρότυπων Κανονισμών προνοεί ότι κάθε κύριος υποχρεούται να συνεισφέρει έναντι του ποσού που αντιστοιχεί στις κοινόχρηστες δαπάνες ανάλογα με το εμβαδόν του, όπως προβλέπεται στο άρθρο 38ΙΑ. Ο Κανονισμός 6 προνοεί ότι η διαχειριστική επιτροπή υποχρεούται να υποβάλλει στους κυρίους τριμηνιαία κατάσταση στην οποία θα αναφέρονται τα έξοδα των προηγούμενων τριών μηνών, η φύση τους και κατά ποσό οποιοδήποτε μέλος της διαχειριστικής επιτροπής, το οποίο είναι κύριος, έχει συνεισφέρει έναντι των εξόδων αυτών. Αποτελεί, λοιπόν, δικαίωμα του κάθε κύριου να ενημερώνεται από τη διαχειριστική επιτροπή, μέσω σχετικής κατάστασης, για τη φύση και το ύψος των εξόδων που καταβάλει η διαχειριστική επιτροπή για τους κοινόχρηστους χώρους ανά περιόδους, αφού πρόκειται για έξοδα τα οποία, εν τέλει, θα κληθούν να επωμιστούν οι ίδιοι οι κύριοι της κοινόκτητης ιδιοκτησίας στο μερίδιο που τους αναλογεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα όχι μόνο δεν έχει προμηθεύσει τον Εναγόμενο με σχετική κατάσταση λογαριασμού παρά τις εκκλήσεις του τελευταίου για να το πράξει πριν την καταχώρηση της Αγωγής, αλλά επέλεξε να μην παρουσιάσει τις πληροφορίες αυτές ούτε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της Αγωγής. Παραδόξως, η Ενάγουσα δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε αναλυτική κατάσταση στην οποία να καταγράφεται το ύψος και η φύση των εξόδων που προέκυψαν για τις διάφορες εργασίες που έχουν λάβει χώρα κατά την επίδικη περίοδο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής ή τιμολόγιο που να αποδεικνύει τις πληρωμές στις οποίες έχει προβεί και για ποιο σκοπό, ούτε έχει παρατεθεί κάποια εξήγηση ή στοιχείο από το οποίο να μπορεί να επαληθευτεί η ορθότητα του τρόπου υπολογισμού του μεριδίου που καλείται να καταβάλει ο Εναγόμενος για την επίδικη περίοδο. Η μόνη σχετική προς τούτο μαρτυρία που εντοπίζεται από το Δικαστήριο είναι τα Τεκμήρια 4.1, 4.2 και 4.3 στην Ε/Δ Παναγή, τα οποία, όμως, δεν περιέχουν οποιαδήποτε πληροφορία αναφορικά με τη φύση και το ύψος καθενός από τα έξοδα στα οποία έχει υποβληθεί η Ενάγουσα κατά την επίδικη περίοδο· παρατίθενται μόνο τα ποσά που, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ίδιας της Ενάγουσας ή των προσώπων στα οποία έχει αναθέσει τη διαχείριση των κοινόχρηστων εξόδων, αναλογούν στον Εναγόμενο και που αθροιστικά οδηγούν στο χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζει ο λογαριασμός του, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω περιγραφή ή επεξήγηση ως προς το πώς έχουν προκύψει τα ποσά αυτά, πέραν της χρονικής περιόδου στην οποία αντιστοιχεί η κάθε χρέωση. Διευκρινίζεται ότι ούτε τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων με ημερομηνίες 18/09/2019 και 22/09/2020 (Τεκμήρια 1.1 και 1.2 στην Ε/Δ Παναγή) δύναται να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη του ύψους των κοινόχρηστων δαπανών που αναλογεί στον Εναγόμενο, αφενός γιατί το περιεχόμενό τους δεν καλύπτει όλη την επίδικη περίοδο και αφετέρου γιατί δεν περιέχονται ακριβής πληροφορίες αναφορικά με τα πραγματικά έξοδα που έχουν προκύψει και έχουν καταβληθεί από την Ενάγουσα. Καθίσταται εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στο περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών, είτε για να εξετάσει την «αναγκαιότητα» των δαπανών ή να επαληθεύσει κατά πόσο τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν όντως για κοινόχρηστους σκοπούς, είτε για να ελέγξει κατά πόσο ο τρόπος υπολογισμού του μεριδίου του Εναγόμενου επί του συνόλου των κοινόχρηστων δαπανών συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου. Ως εκ των ανωτέρω, η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι το ποσό που αξιώνει με την παρούσα Αγωγή αντιστοιχεί στο μερίδιο του Εναγόμενου για τις κοινόχρηστες δαπάνες της επίδικης περιόδου. (Γ) Κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τη συντήρηση της κολυμβητικής δεξαμενής, η οποία ως ισχυρίζεται λειτουργεί παράνομα. Πέραν της πιο πάνω κατάληξης, η οποία επισφραγίζει και το αποτέλεσμα της Αγωγής ως προς την απαίτηση της Ενάγουσας, για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω και τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι η απαίτηση της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι ένα μέρος των κοινόχρηστων δαπανών αφορά σε έξοδα για τη λειτουργία και συντήρηση της κοινόχρηστης δεξαμενής, η οποία, όμως ως ισχυρίζεται, λειτουργεί παράνομα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Δημόσιων Κολυμβητικών Δεξαμενών Νόμου του 1992 (Ν.55(Ι)/92), ο όρος «δημόσια κoλυμβητική δεξαμεvή» σημαίνει κολυμβητική δεξαμενή που προορίζεται για χρήση γενικά από το κοινό ή από ομάδες πληθυσμού και περιλαμβάνει κολυμβητική δεξαμενή που προορίζεται για χρήση από μέλη «ξενοδοχείων, ενοίκους πολυκατοικίας κτλ». Συνάγεται ότι η επίδικη κολυμβητική δεξαμενή η οποία προορίζεται για χρήση από τους κυρίους της κοινόκτητης οικοδομής εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία. Το άρθρο 4 του Ν. 55(Ι)/92 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κανένας δεν δικαιούται να λειτουργεί δημόσια κολυμβητική δεξαμενή χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, εν προκειμένων το Δήμο Πάφου, η οποία πρέπει vα αναρτάται σε περίοπτη θέση στo χώρo της δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής. Η λειτουργία δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής χωρίς την προηγούμενη λήψη άδειας από την αρμόδια αρχή αποτελεί ποινικό αδίκημα. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπισή του υποστηρίζει ότι η κοινόχρηστη κολυμβητική δεξαμενή που βρίσκεται στο συγκρότημα λειτουργεί χωρίς να έχει ληφθεί προηγουμένως άδεια από το Δήμο Πάφου. Αυτό κατέθεσε και στην ένορκη του δήλωση κατά την ακρόαση της Αγωγής. Ανέφερε, μάλιστα, ότι το μεγαλύτερο μέρος των κοινόχρηστων δαπανών ξοδεύεται από την Ενάγουσα για τη συντήρηση και λειτουργία της κολυμβητικής δεξαμενής και ενόψει του ότι η λειτουργία της είναι παράνομη, θεωρεί ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να ζητά την καταβολή χρημάτων από τον ίδιο για αυτό το σκοπό. Η πλευρά του Εναγόμενου προσκόμισε στο Δικαστήριο επιστολές οι οποίες είχαν σταλεί, μέσω του δικηγόρου του Εναγόμενου, προς την Ενάγουσα, πριν την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής, και με τις οποίες ο Εναγόμενος εξέφραζε το παράπονό του ως προς την παράνομη λειτουργία της κολυμβητικής δεξαμενής, επισημαίνοντας τους κινδύνους που ελλοχεύουν αναφορικά με την ασφάλεια των προσώπων που την χρησιμοποιούν (Τεκμήρια 7, 8 και 9). Η Ενάγουσα δεν έχει απαντήσει στις πιο πάνω επιστολές. Περαιτέρω, στις 08/11/2019 προχώρησε και ο ίδιος σε σχετική καταγγελία απευθείας προς το δήμαρχο Πάφου καλώντας τον να λάβει τα απαραίτητα διαβήματα για τη διερεύνηση του θέματος και άρση της παρανομίας (Τεκμήριο 11). Δε μου διαφεύγει, βεβαίως, ότι το γεγονός και μόνο ότι ο Εναγόμενος κατήγγειλε τη λειτουργία της κολυμβητικής δεξαμενής ως παράνομη δεν αποδεικνύει και την αλήθεια των καταγγελιών του. Το ζήτημα, όμως δεν τελειώνει εδώ. Πέραν από γενική άρνηση ως προς το περιεχόμενο της Υπεράσπισης του Εναγόμενου, η Ενάγουσα δεν επιχείρησε να αντικρούσει τον ισχυρισμό του Εναγόμενου προσκομίζοντας οποιαδήποτε μαρτυρία επί του θέματος και επέλεξε να παραμείνει σιωπηρή ως προς το κατά πόσο η κολυμβητική δεξαμενή λειτουργεί έχοντας λάβει την απαραίτητη άδεια από την αρμόδια αρχή ή όχι. Ωστόσο, παρατηρώ ότι στο Τεκμήριο 1.
- που επισυνάπτεται στην Ε/Δ Παναγή και το οποίο αποτελεί αντίγραφο των πρακτικών της γενικής συνέλευσης της Ενάγουσας ημερομηνίας 18/09/2019, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Swimming pool: The situation concerning the swimming pools has still not been resolved on the island but, at present, there has been no contact from the Authorities regarding our swimming pool." Συνάγεται από την πιο πάνω προσθήκη στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης της Ενάγουσας, ότι η Ενάγουσα έχει υπόψη της κάποιο ζήτημα που σχετίζεται με την κολυμβητική δεξαμενή του συγκροτήματος, το οποίο δεν έχει επιλυθεί και για το οποίο θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της οι αρμόδιες αρχές. Ενόψει των προνοιών του Νόμου 55(Ι)/92, θεωρώ ότι οι ανησυχίες της Ενάγουσας ως προς την επέμβαση των αρμόδιων αρχών αναφορικά με τη λειτουργία της κολυμβητικής δεξαμενής κατά πάσα πιθανότητα σχετίζονται με το κατά πόσο η δεξαμενή λειτουργούσε χωρίς τη σχετική άδεια από το Δήμο Πάφου. Δεν έχει, εξάλλου, υποδειχθεί κάποια άλλη ερμηνεία στην πιο πάνω αναφορά. Λαμβάνοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη, τον ισχυρισμό του Εναγόμενου στην ένορκή του δήλωση, τις συνεχείς οχλήσεις του Εναγόμενου τόσο προς την Ενάγουσα όσο και προς το Δήμο Πάφου αλλά και το περιεχόμενο των πρακτικών της γενικής συνέλευσης το οποίο είναι συμβατό με τον ισχυρισμό που προβάλλεται, αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εναγόμενου ως προς αυτό το ζήτημα (η οποία έχει εξάλλου παραμείνει αναντίλεκτη) και, συνεπώς, έχω πεισθεί ότι, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, η κολυμβητική δεξαμενή του συγκροτήματος λειτουργεί χωρίς να έχει ληφθεί προηγουμένως η απαραίτητη άδεια από την αρμόδια αρχή. Αδιαμφησβήτητα το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποτελέσει αρωγός οποιασδήποτε έκνομης ενέργειας και άρα δεν μπορεί να διατάξει τον Εναγόμενο να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό το οποίο καταβλήθηκε από την Ενάγουσα για τον σκοπό αυτό. Εξάλλου, φρονώ ότι τέτοια κοινόχρηστη δαπάνη δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί «αναγκαία» υπό την έννοια του άρθρου 38ΙΑ του Κεφ. 224 ώστε να μπορεί να καταστεί απαιτητή από την Ενάγουσα βάσει του άρθρου αυτού. Ενόψει του ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αναλυτική κατάσταση των κοινόχρηστων δαπανών της επίδικης περιόδου, ώστε να δύναται να υπολογιστούν και να αφαιρεθούν από το σύνολο των κοινόχρηστων δαπανών, οποιαδήποτε έξοδα σχετίζονται με την άνευ άδειας λειτουργία της κολυμβητικής δεξαμενής, η αξίωση της Ενάγουσας για ποσό το οποίο εμπεριέχει και κοινόχρηστα έξοδα που αφορούν τη λειτουργία της δεξαμενής είναι καταδικασμένη να αποτύχει και για αυτό τον επιπρόσθετο λόγο. Συνακόλουθα, η απαίτηση της Ενάγουσα εναντίον του Εναγόμενου δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ανταπαίτηση Με την ανταπαίτησή του ο Εναγόμενος αξιώνει το συνολικό ποσό Ευρώ 1750, στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για ηλεκτρολογικές εργασίες στις οποίες προέβη στην κοινόχρηστη αυλή του συγκροτήματος κατά την περίοδο από το 2015 μέχρι το
- Πέραν από την επανάληψη των ισχυρισμών που περιέχονται στο δικόγραφο που καταχώρησε ο Εναγόμενος, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει την ανταπαίτησή του. Το μόνο έγγραφο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι οι επιστολές που στάλθηκαν από το δικηγόρο του Εναγόμενου στις 02/09/2019 και στις 26/09/2019 (Τεκμήρια 7 και 8) και με τις οποίες ο Εναγόμενος για πρώτη φορά ενημερώνει την Ενάγουσα ότι έχει προβεί στις ηλεκτρολογικές εργασίες τα προηγούμενα χρόνια (από το 2015 μέχρι το 2019) και καλεί την Ενάγουσα να τον αποζημιώσει για αυτές. Προκύπτει ότι οι επιστολές αυτές στάλθηκαν ως απάντηση στην απαίτηση της Ενάγουσας για την καταβολή των κοινόχρηστων δαπανών που αναλογούν στον Εναγόμενο. Κατά την κρίση μου, το περιεχόμενο και μόνο των επιστολών αυτών, το οποίο έχει ετοιμαστεί έπειτα από οδηγίες του ίδιου του Εναγόμενου, δεν αρκεί για την απόδειξη του ισχυρισμού του Εναγόμενου ότι έχει προβεί στις ηλεκτρολογικές εργασίες · ισχυρισμό τον οποίο, εξάλλου, αρνείται η Ενάγουσα. Επισημαίνεται ότι ο Εναγόμενος δεν ζήτησε την αντεξέταση του μάρτυρα που κατέθεσε εκ μέρους της Ενάγουσας για να πλήξει την αξιοπιστία του ως προς αυτή του θέση και άρα ο ισχυρισμός αυτός παραμένει αντικρουόμενος μεταξύ των ενόρκως δηλούντων χωρίς να έχει προσκομισθεί περαιτέρω μαρτυρία από τον Εναγόμενο, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξής του, για να τον υποστηρίξει. Περαιτέρω, ακόμη και εάν αποδεχόμουν τη θέση ότι ο Εναγόμενος προέβη στις εν λόγω εργασίες, δεν προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό, ούτε καν προωθείται σχετικός ισχυρισμός προς τούτο, ότι η Ενάγουσα ζήτησε από τον Εναγόμενο να παρέχει τις υπηρεσίες αυτές ή ότι τον εξουσιοδότησε, με οποιονδήποτε τρόπο να το πράξει. Εγείρεται το ερώτημα, κατά πόσο οι εργασίες αυτές ήταν αναγκαίο να γίνουν κατά το χρόνο και στη συχνότητα που κατ' ισχυρισμό έγιναν από τον Εναγόμενο και κατ' επέκταση κατά πόσο η Ενάγουσα έχει επωμιστεί όφελος από τις εργασίες αυτές. Διαφωτιστικό ως προς αυτό το ζήτημα είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην γνωστή υπόθεση Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις απόδοσης θεραπείας στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «The whole case turns on the construction to be placed on section 70 of our Contract Law which has to be interpreted in accordance with the English principles of interpretation (see section 2). On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
- a)the act must be done lawfully; (
- b)for another person; (
- c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
- d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfilment of the conditions is a question of fact in each case. In this case there is no doubt that conditions (
- a)and (
- c)are fulfilled. With regard to condition (b), that is to say that the act must be done "for another", how can it be said that the repairs have been done for another, in this case for the co-owners (appellants), if the repairs were made against their will? And with regard to condition (d), it would not be reasonable to hold that a person enjoys the benefit of the repairs if, as in this case, he had no option but to enjoy such benefit. Unless the defendant has an option to enjoy or reject the benefit it cannot legitimately be said that he enjoys the benefit. I am accordingly of the view that a co-owner of a well is not bound to contribute to the cost of the repairs of such well where (
- a)the repairs were done against his will, i.e. he refused consent to the repairs being carried out, and (
- b)he had no option but to enjoy the benefit, i.e. to benefit out of the increase of the water in the well.» (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως και στην πιο πάνω υπόθεση, έτσι και εδώ, ο Εναγόμενος προχώρησε στην εκτέλεση των εργασιών χωρίς να λάβει τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και χωρίς να της δώσει την ευκαιρία (ή στους υπόλοιπου κύριους του συγκροτήματος) να αποφασίσει κατά πόσο οι εργασίες αυτές ήταν αναγκαίες για σκοπούς συντήρησης των κοινόχρηστων χώρων και κατά πόσο επιθυμούσε να διεκπεραιωθούν από τον Εναγόμενο. Κατά συνέπεια, ακολουθώντας το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εύρημα ότι η Ενάγουσα και κατ' επέκταση οι κύριοι του συγκροτήματος, «επωφελήθηκαν» από τις υπηρεσίες του Εναγόμενου υπό την έννοια που ερμηνεύεται από τη νομολογία και σε βαθμό που να δικαιολογείται η καταβολή αποζημιώσεων στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Πέραν των πιο πάνω, τα οποία επισφραγίζουν την τύχη της ανταπαίτησης, εν προκειμένω, δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση που παρατίθεται στην απόφαση Ismini Kyriacou HjiLoizi πιο πάνω, ήτοι ότι ο Εναγόμενος δεν παρείχε τις υπηρεσίες του με χαριστική πρόθεση. Ως προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά το ότι, ως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, παρείχε τις υπηρεσίες του σε τακτά χρονικά διαστήματα από τον Ιούλιο του 2015 και εντεύθεν, εντούτοις ενημέρωσε για πρώτη φορά την Ενάγουσα αναφορικά με την παροχή των υπηρεσιών αυτών το Σεπτέμβριο του 2019 ως απάντηση στην επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 09/08/2019 με την οποία ο Εναγόμενος καλείτο να καταβάλει χρηματικό ποσό για τις κοινόχρηστες δαπάνες του συγκροτήματος. Η πολυετής ολιγωρία που παρατηρείται από την πλευρά του Εναγόμενου στο να γνωστοποιήσει στην Ενάγουσα την διεκπεραίωση των εργασιών αυτών καθώς και να ζητήσει την καταβολή σχετικού χρηματικού ποσού δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι οι εν λόγω υπηρεσίες δεν παρασχέθηκαν με χαριστική πρόθεση. Αντιθέτως υποδηλώνει ότι η εκτέλεση τυχόν εργασιών από τον Εναγόμενο έγινε με χαριστική πρόθεση και ότι ο Εναγόμενος αποφάσισε μεταγενέστερα να επικαλεσθεί τις εργασίες αυτές ως τρόπο αποφυγής της καταβολής του ποσού των κοινόχρηστων δαπανών, η πληρωμή του οποίου του ζητήθηκε από την Ενάγουσα. Συνεπώς, η μαρτυρία αυτή του Εναγόμενου, περί μη χαριστικής πρόθεσης ως προς την εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εργασιών, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί το ύψος του ποσού που αξιώνει για τις εργασίες αυτές ή το κόστος των λαμπτήρων που αναφέρονται στην έγγραφή του μαρτυρία και βάσει του οποίου υπολόγισε το αξιούμενο ποσό. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να επαληθεύσει κατά πόσο το ποσό αυτό αντικατοπτρίζει το κόστος των ηλεκτρολογικών υπηρεσιών στις οποίες ο Εναγόμενος, κατ' ισχυρισμό προέβη. Για κάθε ένα από τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, ούτε η ανταπαίτηση που προωθεί ο Εναγόμενος/ εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντας δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, σύμφωνα με το γενικό κανόνα, ο επιτυχόν διάδικος δικαιούται την επιδίκαση των εξόδων της διαδικασίας υπέρ του. Εν προκειμένω, ενόψει του ότι ούτε η Ενάγουσα αλλά ούτε και ο Εναγόμενος/ εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντας έχουν επιτύχει στις εκατέρωθεν αξιώσεις τους, κρίνεται ορθότερο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................. Θ. Συμεωνίδης, (προσ) Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο