← Κύπρος

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΠΑΖΑΡΟΣ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Έφεση/Αίτηση αρ. 19/2022, 20/4/2023

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΠΑΖΑΡΟΣ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Έφεση/Αίτηση αρ. 19/2022, 20/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Έφεση/Αίτηση αρ. 19/2022 i-justice Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985 και τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 και την αίτηση των 1. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΠΑΖΑΡΟΣ και 2. ΑΝΔΡΕΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Εφεσείοντες και την ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Εφεσείοντες: Χρ. Περικλέους (κα) για Michael Kyprianou & Co LLC Για την Εφεσίβλητη: ΤΜ Παπαϊσιδώρου (κα) για Ομήρου & Ομήρου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 27.05.2015, εκδόθηκε διαιτητική απόφαση προς όφελος της εταιρείας Συνεργατική Οικοδομική & Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ («ο πιστωτής» «η εγγεγραμμένη εταιρεία») και εναντίον των Εφεσειόντων, εγγυητών χρέους, για το ποσό των €48.284,32, πλέον τόκος προς 5% ετησίως από την 01.01.2015 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα διαιτησίας και επιδόσεων. Η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στους Εφεσείοντες, σύμφωνα με τη θέση τους, την 08.02.2022. Με την υπό εξέταση αίτηση, που καταχώρισαν την 01.03.2022, αξιώνουν την ακύρωση ή τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης, ασκώντας, όπως και οι ίδιοι προσδιορίζουν, το ένδικο μέσο του άρθρου 52 § 4 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985 («Ν.22/85»). Οι λόγοι έφεσης πολλαπλοί. Συνοψίζονται στο ότι η γνωστοποίηση της απόφασης έγινε αργοπορημένα, για λόγο που οι Εφεσείοντες αποδίδουν σε κακοβουλία, αλλά και στο ότι, κατά τη θέση των Εφεσειόντων, η διαιτητική απόφαση πάσχει, αφού η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα ή αντικανονικά. Ο διαιτητής, όπως προβάλλουν, διορίστηκε έπειτα από μονομερή πράξη του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών και δεν είχε αναγνωριστεί από τους Εφεσείοντες, οπότε δεν είχε την εξουσία να εκδώσει τέτοια απόφαση. Πέραν αυτού, επέδειξε κακή συμπεριφορά, κακοδίκησε και παραπλάνησε τους Εφεσείοντες, ενήργησε καθ' υπέρβαση ή με κατάχρηση εξουσίας, χωρίς τήρηση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, καθότι δεν είχαν δοθεί λεπτομέρειες στους Εφεσείοντες, χωρίς δίκη και χωρίς δυνατότητα στους Εφεσείοντες να προβάλουν υπεράσπιση. Η απόφασή του, κατά τους Εφεσείοντες, στερείται αιτιολογίας, είναι αβάσιμη πραγματικά και νομικά, δεν τηρήθηκαν πρακτικά διαδικασίας, δεν λήφθηκαν υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και δεν υπήρχε αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Περιλαμβάνει παράνομο ανατοκισμό και κεφαλαιοποίηση για την οποία δεν υπήρχε δικαίωμα. Υπήρξε από τον πιστωτή αλλοίωση των όρων της συμφωνίας και δεν οφείλονταν από τους Εφεσείοντες το ποσό που επιδικάστηκε, το οποίο δεν είναι δικό τους χρέος, είναι ποσό λανθασμένο, αυθαίρετο, γενικό, αόριστο και παράνομο. Στην ένορκη δήλωση του Εφεσείοντος 1, που υποστηρίζει την Έφεση, γίνεται αναφορά στο γεγονός πως οι Εφεσείοντες ήταν παρόντες στη διαδικασία που διεξήχθη από τον διαιτητή την 27.05.2015. Όπως αναφέρουν οι Εφεσείοντες, τότε συμφωνήθηκε ο πρωτοφειλέτης να καταβάλει το ποσό των €36.000,00 για πλήρη εξόφληση δια μηνιαίων δόσεων €400,00 η κάθε μία. Εντούτοις, μετά τη συνάντηση εκείνη, ο πρωτοφειλέτης πτώχευσε, οπότε συμφωνήθηκε η πληρωμή να γίνει μέσω της αδελφής του, επίσης εγγυήτριας. Ο διαιτητής ανέφερε πως, εφόσον θα καταβάλλονταν κανονικά η μηνιαία δόση, θα απαλλάσσονταν από οποιαδήποτε υποχρέωση, και δεν τους έδωσε να καταλάβουν ότι θα εκδίδονταν απόφαση εναντίον τους, που ουδέποτε συζητήθηκε. Δεν άκουσε μαρτυρία, απλώς μετέτρεψε την αξίωση του πιστωτή σε απόφαση, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στους Εφεσείοντες να ακουστούν, με την προοπτική να αποφύγουν την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Επαναλαμβάνονται οι λόγοι έφεσης. Προσκομίζονται οι επιστολές ημερομηνίας 04.02.2022, δια των οποίων γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση, οι οποίες παραλήφθηκαν την 08.02.2022, με συνημμένη σε αυτές τη διαιτητική απόφαση. Προσκομίζεται και έντυπο σχετικά με τη πτώχευση του πρωτοφειλέτη. Με την ένστασή της, η Εφεσίβλητη, προβάλλει λόγους για τους οποίους, κατά τη θέση της, η Έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Καταρχάς, ότι είναι εκπρόθεσμη. Έπειτα, πως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει την Έφεση, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν νομιμοποιούνται οι Εφεσείοντες να προσβάλουν την διαιτητική απόφαση για τους λόγους έφεσης που προβάλλουν. Δεν υπάρχει υποχρέωση έγγραφης γνωστοποίησης εντός καθορισμένου χρόνου, ο διορισμός του διαιτητή ήταν νόμιμος και δεν είχαν λόγο οι Εφεσείοντες σε αυτόν, ενώ παρευρέθηκαν στη διαιτησία και δεν ήγειραν θέμα σχετικά με τη διαδικασία ή τον διαιτητή, ο οποίος ήταν ανεξάρτητος και αμερόληπτος και διενήργησε ορθή και νόμιμη διαδικασία. Ουδέποτε τέθηκαν ζητήματα αλλοίωσης όρων συμφωνίας ή εγκυρότητας του δανεισμού ή των εγγυήσεων των Εφεσειόντων και γενικότερα δεν αμφισβητήθηκε η διαιτητική διαδικασία, προς επίλυση της διαφοράς. Τηρήθηκαν πρακτικά της διαδικασίας και εντός του πλαισίου των εξουσιών του ο διαιτητής εξέδωσε απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας είναι ορθό, εφόσον απορρέει από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, περιλαμβανομένων των συμφωνιών και των καταστάσεων λογαριασμού. Η Εφεσίβλητη θεωρεί την Έφεση των Εφεσειόντων κακόπιστη, καθότι επιδιώκεται η επανεκδίκαση της διαφοράς από το Δικαστήριο σε στάδιο που η Εφεσίβλητη επιχειρεί την εγγραφή της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσής της και προκειμένου να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους, πράγμα κατ' αυτήν ανεπίτρεπτο. Με τη μαρτυρία λειτουργού εταιρείας διαχείρισης του χρέους, γίνεται εκτενής αναφορά στις αλλαγές που επήλθαν σχετικά με τον πιστωτή και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Προσκομίζονται έγγραφα αναφορικά με τον πιστωτή, την εγγραφή της εταιρείας με βάση τον νόμο που διέπει τις συνεργατικές εταιρείες και τις μετέπειτα αλλαγές, οι συμφωνίες δανείου και εγγυήσεων, οι επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 17.01.2013 και οι ένορκες δηλώσεις επίδοσής τους στους Εφεσείοντες ήδη από το 2013, κατάσταση λογαριασμού, η ειδοποίηση ημερομηνίας 23.04.2015 αναφορικά με τον διορισμό του διαιτητή και τον ορισμό της διαιτησίας, στην οποία αναφέρεται το δικαίωμα παράστασης ή εκπροσώπησης από δικηγόρο και οι συνέπειες μη εμφάνισης. Προσκομίζεται και έγγραφο πρακτικών διαιτησίας, όπου αναφέρεται η παρουσία των Εφεσειόντων, το αίτημα του εκπρόσωπου του πιστωτή να εκδοθεί απόφαση με βάση στοιχεία που προσκόμισε, και η συμφωνία των παρόντων στην έκδοσή της. Προσκομίζεται και η διαιτητική απόφαση. Σύμφωνα με τον όρο 15 της συμφωνίας δανείου, συμφωνείται πως είναι αποδεκτή η διαδικασία της διαιτησίας του Ν.22/85 για την εκτέλεση της συμφωνίας και των σχετικών εγγράφων, άνευ βλάβης του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο. Η εγγύηση των Εφεσειόντων ήταν για το ποσό των €52.000,00, πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τον όρο 19 της συμφωνίας εγγύησης, οποιαδήποτε αξίωση εναντίον των εγγυητών συνιστά διαφορά υποκείμενη σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 52 του Ν.22/85, άνευ βλάβης του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο. Η ακρόαση της Έφεσης διεξήχθη με βάση τις αρχικές ένορκες δηλώσεις της Έφεσης και της ένστασης αντίστοιχα, χωρίς αντεξέταση. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 52 του Ν.22/85, τηρουμένων των διατάξεων του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου 84(Ι)/2010 και του Κώδικα Δεοντολογίας που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα με βάση τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/1997 σχετικά με τη διαχείριση των δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων σε καθυστέρηση, οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά από αυτές που προβλέπονται στον νόμο, περιλαμβανομένης διαφοράς που αφορά οποιαδήποτε απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται, η διαφορά αυτή παραπέμπεται από την εγγεγραμμένη εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα στον Έφορο, άνευ βλάβης του δικαιώματος προσφυγής σε Δικαστήριο. Συνάγεται πως, εάν η απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας δεν είναι αποδεκτή ή αμφισβητείται (ή εάν η διαφορά δεν είναι μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται στον νόμο, δηλαδή δεν είναι εσωτερική ή συνεργατική διαφορά), δεν υφίσταται «διαφορά» που μπορεί να επιλυθεί σε διαιτησία με βάση τον εν λόγω νόμο. Πέρα από τη μορφή της απαίτησης εγγεγραμμένης εταιρείας που αξιώνει χρέος βάσει συμφωνίας δανείου ή γραμματίου με προσωπικές εγγυήσεις, οι συνεργατικές διαφορές που υπόκεινται σε διαιτησία με βάση τον Ν.22/85 δυνατόν να ποικίλουν, και δεν διαφοροποιείται είτε η διαδικασία είτε η ερμηνευτική προσέγγιση. Η εκ του νόμου τιθέμενη προϋπόθεση της προηγούμενης αποδοχής ή μη αμφισβήτησης της απαίτησης της εγγεγραμμένης εταιρείας, ως προϋπόθεση λειτουργική ή εγγενής της διαιτησίας, με τον τρόπο και για τους σκοπούς του συγκεκριμένου νόμου, δεν αναιρείται συμβατικά. Η συμφωνία περί αποδοχής της διαδικασίας της διαιτησίας του άρθρου 52 του Ν.22/85 από την άλλη δεν νοείται ως εγκατάλειψη του δικαιώματος αμφισβήτησης της απαίτησης του πιστωτή σε Δικαστήριο, όπου συντρέχει λόγος αμφισβήτησης. Απορρέει από την ειδική κοινωνικονομική σχέση που δημιουργείται και τη νοοτροπία του συνεργατισμού, που υπάρχει τόσο στο στάδιο της σύναψης της πιστωτικής συμφωνίας όσο και στο στάδιο της αντιμετώπισης των καθυστερήσεων, να μην εμπλέκεται το Δικαστήριο με ευκολία στην επίλυση των συνεργατικών διαφορών. Συναφώς, σύμφωνα και με τους Θεσμούς που θεσπίστηκαν δια του άρθρου 53 Ν.22/85, η επιτροπεία και ο γραμματεύς οφείλουν να παρακολουθούν την κατάσταση των εισπρακτέων δανείων και φροντίζουν για την κανονική αποπληρωμή τους σύμφωνα με τους όρους του χρεωστικού εγγράφου. Η επιτροπεία εξετάζει τον κατάλογο των χρεωστών και παραπέμπει όσους καθυστερούν αδικαιολόγητα την αποπληρωμή δανείων σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 52 Ν.22/85. Το αδικαιολόγητο της καθυστέρησης προκύπτει πλέον σαφέστερα εάν ακολουθηθούν και όσα προβλέπονται στον Κώδικα Δεοντολογίας που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα· που όμως κατά τον χρόνο τερματισμού της συμφωνίας δανείου που απασχόλησε την υπό εξέταση διαιτησία, τον Ιανουάριο του 2013, δεν ήταν σε ισχύ. Μετά την παραπομπή της διαφοράς στον Έφορο, ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της παραπομπής, είτε να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς, είτε να την παραπέμψει προς επίλυση σε διαιτησία. Πρόκειται για απόφαση που ασκεί με διακριτική ευχέρεια. Εξυπακούεται πως, για να αποφασίσει να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, θα πρέπει να είναι διαφορά που αφορά στις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52 Ν.22/85. Σε συνεργατική διαφορά. Η παραπομπή στον Έφορο, από οποιοδήποτε μέρος (εν προκειμένω από την εγγεγραμμένη εταιρεία), γίνεται με έγγραφη έκθεση, στην οποία ορίζεται η διαφορά και περιέχονται πλήρεις λεπτομερείες αυτής. Η απόφαση του Εφόρου να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία θα πρέπει να λαμβάνεται τηρουμένων των αρχών της χρηστής διοίκησης, και εν πάση περιπτώσει να κοινοποιείται στα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι αποφάσεις του Εφόρου, ως προκύπτει από το άρθρο 56 Ν.22/85, μπορούν να προσβληθούν με ιεραρχική προσφυγή, από οποιονδήποτε δεν είναι ικανοποιημένος, εντός 15 ημερών από την κοινοποίησή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν φαίνεται να προσβλήθηκε οποτεδήποτε η απόφαση του Εφόρου να παραπέμψει τη συγκεκριμένη διαφορά σε διαιτησία, ακόμα και όταν οι Εφεσείοντες έλαβαν αδιαμφισβήτητα γνώση της παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία, μέσω των επιστολών του διαιτητή ημερομηνίας 23.04.2015. Έπειτα, οι Εφεσείοντες συμμετείχαν στη διαδικασία της διαιτησίας την 27.05.2015. Εφόσον για το Δικαστήριο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, όπως και για τον διαιτητή, η απόφαση παραπομπής σε διαιτησία της διαφοράς μεταξύ της συνεργατικής εταιρείας και των Εφεσειόντων είναι κατά τεκμήριο νόμιμη, δεν μπορούν να προβληθούν ισχυρισμοί που σχετίζονται με την πράξη του Εφόρου να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία ή να διορίσει τον συγκεκριμένο διαιτητή. Η διαιτησία, ως διαδικασία, διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις Θεσμών που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο, και μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 («Κεφ.4») και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012. Όσον αφορά το ένδικο μέσο της Έφεσης κατά διαιτητικής απόφασης, που προβλέπει το άρθρο 52 § 2 Ν.22/85, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή, μπορεί να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που γνωστοποιήθηκε σε αυτόν η απόφαση. Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο, ή αν η Έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση Δικαστηρίου πολιτικής δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τους Θεσμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012, εάν ο Έφορος παραπέμψει οιαδήποτε διαφορά σε διαιτησία, θα ορίζει, μεταξύ άλλων, την προθεσμία εντός της οποίας η διαιτητική απόφαση θα υποβάλλεται από τον διαιτητή ή τους διαιτητές προς τον Έφορο, ο οποίος μπορεί να παρατείνει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα εκδίδεται η διαιτητική απόφαση. Το ευλόγως εννοούμενο από τα ρυθμιζόμενα είναι πως η διαιτησία, ως διαδικασία, καταλήγει σε μία διαιτητική απόφαση που λαμβάνεται από τον διαιτητή, η οποία στη συνέχεια υποβάλλεται στον Έφορο, επομένως θα πρέπει να είναι έγγραφη και χρονολογημένη για να μπορεί να υποβληθεί. Η προσβαλλόμενη απόφαση φαίνεται πως υποβλήθηκε στον Έφορο, ο οποίος δέχθηκε την υποβολή της, και φέρει και χρονολογία όσον αφορά την έκδοσή της. Το έγγραφο της απόφασης που θέτουν υπόψη του Δικαστηρίου οι Εφεσείοντες φέρει σφραγίδα του Εφόρου. Η διαιτητική απόφαση που λαμβάνεται από τον διαιτητή θα πρέπει να γνωστοποιείται στα μέρη, δηλαδή να καθίσταται γνωστό το περιεχόμενό της, πώς επιλύει τη διαφορά. Δεν προβλέπεται κάποια διακριτή διαδικασία γνωστοποίησης. Δεν προβλέπονταν ούτε στον προϋφιστάμενο R.100 Co-Operative Societies Cap.198. Εάν υπάρχει συμμετοχή στη διαιτητική διαδικασία, ευλόγως, υπάρχει γνώση και της διαιτητικής απόφασης στην οποία καταλήγει ο διαιτητής. Ως απόφαση, ισχύει από την έκδοσή της και την απαγγελία της στους συμμετέχοντες, ακόμα κι αν λάβουν το κείμενό της (drawn
  2. up)σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή. Οι ίδιοι μπορούν να ζητήσουν την εκδοθείσα απόφαση ανά πάσα στιγμή. Οι Εφεσείοντες συμμετείχαν στη διαιτητική διαδικασία την 27.05.2015, όπως είναι κοινά αποδεκτό. Από την 27.05.2015, που οι Εφεσείοντες συμμετείχαν στη διαδικασία, μέχρι την υποβολή της υπό εξέταση Έφεσης, παρήλθαν πέραν των επτά ετών. Οι Εφεσείοντες επιχειρούν να θέσουν, παράλληλα με τον ισχυρισμό περί σκόπιμης αργοπορημένης γνωστοποίησης, πως τους γνωστοποιήθηκε προφορικά άλλη διαιτητική απόφαση, αντί της προσβαλλόμενης, με την οποίαν άλλη απόφαση ήταν ικανοποιημένοι, εξ ου και δεν την εφεσίβαλαν εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας των 21 ημερών. Στη βάση αυτή, επικαλούνται και παραπλάνηση ή δόλο. Από τα στοιχεία που προσκόμισε η Εφεσίβλητη, και δεν αμφισβητήθηκαν με δικονομικά αποδεκτό τρόπο, φαίνεται πως διεξήχθη αποδεικτική διαδικασία δια της οποίας κατατέθηκαν στον διαιτητή από τον εκπρόσωπο του πιστωτή τα έγγραφα των συμφωνιών, οι επιστολές τερματισμού και κατάσταση λογαριασμού, στοιχεία τα οποία οι οφειλέτες δεν αμφισβήτησαν πως υπάρχουν με το δεδομένο περιεχόμενο. Οι ίδιοι δεν προσκόμισαν διαφορετικά στοιχεία σε σχέση με το χρέος, και είπαν «συμφωνούμε». Εκδόθηκε απόφαση για το ποσό που φαίνονταν στα έγγραφα του πιστωτή ως το οφειλόμενο ποσό, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε με συγκεκριμένο τρόπο, και από τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν, όντως, προκύπτει πως αυτό ήταν το ύψος του χρέους. Δεν χρειάζονταν περαιτέρω ή πιο αναλυτική αιτιολογία, υπό τις περιστάσεις. Ο διαιτητής, η διαδικασία ενώπιον του οποίου επίσης δεν αμφισβητήθηκε, δεν φαίνεται να είχε ενώπιον του άλλα στοιχεία, που να του δείχνουν άλλη ακολουθητέα οδό, όπως το να απορρίψει την απαίτηση ή να επιδικάσει ποσό μικρότερο από αυτό που φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού που τέθηκαν ενώπιον του. Τυχόν άλλη συμφωνία για την αποπληρωμή του χρέους (π.χ. εάν πληρωθεί ποσό €36.000,00 με μηνιαίες δόσεις €400,00 το χρέος να θεωρείται ότι έχει εξοφληθεί), δεν επηρεάζει τη διαιτητική διαδικασία. Από τα συμφραζόμενα των Εφεσειόντων στο Δικαστήριο, επίσης, δεν προκύπτει ούτε δική τους θέση ότι είχαν οποτεδήποτε απαλλαχθεί από τις εγγυητικές υποχρεώσεις τους και κατ' επέκταση το χρέος κατόπιν αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του διαιτητή, όπου αποδείχθηκε από αυτούς πως δεν οφείλουν ή ότι η απόφαση του διαιτητή ήταν να απορριφθεί η απαίτηση της εγγεγραμμένης εταιρείας εναντίον των Εφεσειόντων και να αποφασιστεί η πληρωμή του χρέους μόνον από άλλα πρόσωπα. Απεναντίας, ήταν σαφές πως απλώς δεν θα ενοχλούσε οποιοσδήποτε τους Εφεσείοντες, για να πληρώσουν σε πραγματικό χρόνο, εάν πληρώνονταν κανονικά το χρέος δια μηνιαίων δόσεων. Φαίνεται πως αρχικά πληρώθηκαν τέτοιες δόσεις. Δεν θεωρώ πως όσα λέχθηκαν από τους Εφεσείοντες απολήγουν επαρκώς στο ότι τους γνωστοποιήθηκε άλλη διαιτητική απόφαση από αυτήν που εκδόθηκε, και που βεβαιώνει την ύπαρξη του χρέους στο συγκεκριμένο ποσό που δείχνουν τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στον διαιτητή και στο Δικαστήριο. Κατ' επέκταση, κρίνεται πως οι Εφεσείοντες δεν έχουν εγείρει την Έφεσή τους παραδεκτά, εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας των 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της απόφασης σε αυτούς, την 27.05.2015. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει ότι έγινε κάτι άλλο ενώπιον του διαιτητή από αυτό που δείχνουν τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί, περιλαμβανομένου του εγγράφου που φέρεται ως το πρακτικό της διαδικασίας. Σημειωτέον ότι, το Κεφ. 4 εφαρμόζεται όπου υπάρχει συνυποσχετικό. Εκεί όπου η διαιτησία προβλέπεται εκ του νόμου (και η συμφωνία προβλέπει πρόσθετα τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της διαιτησίας που προβλέπεται στον οικείο νόμο, άνευ βλάβης του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο), απλώς ισχύει ο νόμος, όπως εν προκειμένω ο Ν.22/85 (statutory arbitration). Η δε παραπομπή στο Κεφ. 4, υπό προϋποθέσεις και μόνον για σκοπούς διαδικασίας, ως είναι στο άρθρο 52 § 2 (β), είναι κατ' αναλογία· κατ' επέκταση, οι όποιες εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι τελευταίες δεν ασκούνται εκτός του πλαισίου της Έφεσης ή και κατά τρόπο αντίθετο προς τη διαιτησία ως διαδικασία του Ν.22/85, ή όπου ήδη προκύπτει η διαδικαστική ρύθμιση εκ του Ν.22/85 και των Θεσμών του. Συνακόλουθα, όταν ο διαιτητής διορίζεται από τον Έφορο με βάση τον Ν.22/85, δεν χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου για την απομάκρυνσή του ως να είχε οριστεί από τα μέρη, και παραγνωρίζοντας πως υπάρχει ένα διορίζον όργανο που ενήργησε με βάση τον νόμο, ή όταν εκδίδεται διαιτητική απόφαση με βάση τον Ν.22/85 και δεν εφεσιβάλλεται με το ειδικό ένδικο μέσο που προβλέπει ο νόμος αυτός, παραδεκτά ή καθόλου, δεν χωρεί ακύρωσή της από το Δικαστήριο εκ των υστέρων με βάση το άρθρο 20 Κεφ.4. Δεν θα πρέπει να γίνεται κατάχρηση της διαδικαστικής αναλογίας. Το Κεφ.4 δεν συμπληρώνει τον Ν.22/85 με τρόπο άλλον από τη διαδικασία της διαιτησίας από τον διαιτητή, στον βαθμό που μπορεί να λειτουργήσει τέτοια (προσωρινή) αναλογία. Τουλάχιστον, αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το γράμμα του άρθρου 52 § 2 (β) Ν.22/85[1]. Τίποτε από αυτά φυσικά δεν αποτρέπει την προσφυγή σε Δικαστήριο αγωγής, για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς, συνεπώς δεν τίθεται θέμα αναφορικά με τη συνταγματικότητα της προβλεπόμενης στον νόμο δυνατότητας διαιτησίας, σε συνάρτηση με το άρθρο 30 του Συντάγματος[2]. Η προθεσμία των 21 ημερών που προβλέπει ο νόμος για την άσκηση Έφεσης είναι αποκλειστική και δεν επεκτείνεται. Σχετίζεται με την ανάγκη να περατώνονται γοργά και συνοπτικά οι διαιτητικές διαδικασίες, και να επιλύονται οι απλές διαφορές που υπάγονται σε αυτού του είδους τη διαιτησία. Δεν είναι εφικτό να γίνει εκ νέου γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε πριν από επτά και πλέον χρόνια, για να αναβιώσει εξ αυτής το δικαίωμα Έφεσης. Ακόμα, όμως, κι αν θεωρούνταν πως η επιστολή των δικηγόρων ημερομηνίας 04.02.2022 συνιστά εκείνη τη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης προς τους Εφεσείοντες, που ελήφθη την 08.02.2022, και ότι η Έφεση παραδεκτά υποβάλλεται την 01.03.2022 (την 21η ημέρα, και χωρίς παράλληλα να έχει επιδοθεί εντός 21 ημερών), επτά και πλέον χρόνια μετά την έκδοσή της στην παρουσία των Εφεσειόντων, και κατ' επέκταση πως το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της, αναφέρονται όσα ακολουθούν. Η Έφεση που προβλέπει ο ισχύων νόμος, φύσει αναθεωρητικό ένδικο μέσο (judicial review), σκοπεί στον έλεγχο της ορθότητας και της νομιμότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τον διαιτητή για την έκδοση της απόφασής του και της προσβαλλόμενης απόφασής του. Λόγω του είδους των διαφορών που υπόκεινται σε διαιτησία με βάση τον Ν.22/85 (εσωτερικές διαφορές του συνεργατισμού και μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις), το εύρος των εξουσιών του διαιτητή ως προς την επίλυση διαφοράς είναι εκ των πραγμάτων - εκ της έννοιας της διαφοράς που υπόκειται σε διαιτησία - περιορισμένο, κατ' επέκταση εκείνο του Δικαστηρίου που ενεργεί ως Εφετείο επί της απόφασής του. Ο διαιτητής, κατ' επέκταση το Εφετείο, δεν υποκαθιστούν το Δικαστήριο της αγωγής σε βαθύτερα θέματα ουσίας ή εκτενείς αντικρουόμενες εκδοχές σε αστικές διαφορές, περιλαμβανομένων ζητημάτων κύρους συμφωνιών ή νομιμότητας συμβατικών όρων ή πρακτικών, ή δόλου και εξαπάτησης όσον αφορά τα έγγραφα των συμφωνιών ή την έκδοση της απόφασης. Τέτοιου είδους αμφισβητήσεις και θέσεις θα πρέπει να εγείρονται μέσω αγωγής, σε εύλογο χρόνο· ή και πολύ έγκαιρα, εάν έχει ήδη ενεργοποιηθεί διαδικασία διαιτησίας βάσει μη αμφισβητούμενων συμφωνιών, για την εκτέλεσή τους. Εάν η απόφαση του διαιτητή είναι νόμιμη και ορθή, το Εφετείο, όργανο της νομοθετικά προβλεπόμενης διαιτησίας, την επικυρώνει. Εάν είναι παράνομη ή λανθασμένη, την ακυρώνει ή την τροποποιεί. Από μόνη της, η απόφαση του διαιτητή, ή και του Δικαστηρίου για ζητήματα με τα οποία δεν καταπιάνεται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία, δεν δημιουργεί κατ' ανάγκη estoppel per rem judicatam[3]. Το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του διαιτητή είναι νομικά ή ουσιαστικά εσφαλμένη την έχει το πρόσωπο που εφεσιβάλλει. Ο αναθεωρητικός έλεγχος είναι στη βάση των ίδιων στοιχείων που είχε ενώπιον του ο διαιτητής. Η απόφαση του Εφετείου επί της διαιτητικής απόφασης που επιδικάζει χρέος δεν είναι απόφαση Δικαστηρίου σε σχέση με το χρέος, αν και υπάρχει πάντοτε υπόψη πως η διαιτητική απόφαση που επικυρώνεται ενδέχεται να εγγραφεί και να εκτελείται ως απόφαση Δικαστηρίου πολιτικής δικαιοδοσίας· συνέπεια που επιβάλλει μεν τη διαδικαστική αναλογία της διαιτητικής διαδικασίας με την πολιτική δίκη, αλλά που δεν μετατρέπει τον διαιτητή ή το Εφετείο σε Δικαστήριο αγωγής, ούτε διευρύνει τη δικαιοδοσία τους σε διαφορές μεταξύ των ιδίων μερών που εκφεύγουν από το πλαίσιο της συνεργατικής λειτουργίας. Επίσης, ζητήματα που έχουν να κάνουν με την εγγραφή ή την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης δεν απασχολούν σε αυτή τη διαδικασία. Όσον αφορά τη νομιμότητα της διαιτητικής απόφασης, στον βαθμό που μπορεί να ασκηθεί έλεγχος χωρίς τη δικονομική παρουσία ή συμμετοχή του Εφόρου, δεν προκύπτει από οπουδήποτε πως ο διαιτητής εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζοντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών του ή μεροληπτικά, ή ότι υπάρχει παρανομία ή διαδικαστικό ή νομικό λάθος. Δόθηκαν ειδοποιήσεις για τον διορισμό του και τη διαιτησία έγκαιρα, συμμετείχαν οι Εφεσείοντες στη διαδικασία της διαιτησίας και ακούστηκαν, λήφθηκε μαρτυρία που προσφέρθηκε, τηρήθηκε πρακτικό που δεν αμφισβητήθηκε, εκδόθηκε διαιτητική απόφαση που συνάδει με το πρακτικό. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον διαιτητή ήταν όσο το δυνατόν εγγύτερη (mutatis mutandis) στη δικαστική διαδικασία. Έπειτα, η απόφαση που εκδόθηκε ήταν στη βάση των στοιχείων που προσκομίστηκαν και διατάσσει τους οφειλέτες του χρέους (πρωτοφειλέτη και εγγυητές), που αναμφίβολα υπάρχει, να πληρώσουν, στο ύψος που φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού. Είχε την εξουσία ο διαιτητής να εκδώσει τέτοια απόφαση. Ως προς την ορθότητα της κρίσης του διαιτητή, οι Εφεσείοντες δεν φαίνεται να είχαν αμφισβητήσει το γεγονός ότι υπέγραψαν συμφωνίες εγγύησης που δεν ακυρώθηκαν, ούτε προσκόμισαν άλλη κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το χρέος, που να δείχνει ότι αυτό είναι λόγου χάριν €36.000,00. Ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν πολύ γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς σε σχέση με το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού που τήρησε ο πιστωτής και το χρέος. Δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένη λογιστική διαφορά. Δεν υποδεικνύουν τι ακριβώς αμφισβητούν και γιατί. Εξέφρασαν περισσότερο δυσκολία αποδοχής της εγγυητικής ευθύνης, λέγοντας, ταυτόχρονα, πως, ναι μεν εγγυήθηκαν το χρέος του συγκεκριμένου προσώπου, που στη συνέχεια πτώχευσε, αλλά το χρέος δεν είναι «δικό τους». Οι συμφωνίες υπογράφονται για να τηρούνται και, με βάση τα κείμενα των συμφωνιών, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση του διαιτητή. Η κεφαλαιοποίηση προβλέπεται ρητά στη συμφωνία που είχε ενώπιον του ο διαιτητής. Επίσης, δεν φαίνεται να είχαν προβληθεί στη διαιτησία όσα οι Εφεσείοντες επιχειρούν να προβάλουν - έστω γενικά και αόριστα - κατά την αναθεώρηση. Ο διαιτητής, υπό τις περιστάσεις, ορθά κατέληξε στην απόφαση που εξέδωσε. Με βάση αυτά, ακόμα κι αν το Δικαστήριο δέχονταν πως οι Εφεσείοντες παραδεκτά εφεσιβάλλουν την απόφαση του διαιτητή ημερομηνίας 27.05.2015, και πάλι, δεν αποδεικνύουν με την Έφεσή τους επιτυχώς ότι ο διαιτητής έλαβε μια νομικά ή ουσιαστικά λανθασμένη απόφαση, η οποία θα πρέπει, κατά την αναθεώρησή της, να ακυρωθεί (και να παραπεμφθεί στον Έφορο για περαιτέρω χειρισμό) ή να τροποποιηθεί. Υπό τις περιστάσεις, δεν θα υπήρχε περιθώριο παρέμβασης του Δικαστηρίου. Δεν θα υπήρχε περαιτέρω λόγος έφεσης, εκ των προωθούμενων, που θα μπορούσε να επιτύχει την ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, ακόμα κι αν το Δικαστήριο προσέγγιζε την υπό εξέταση αίτηση ως αίτηση δυνάμει του άρθρου 20 Κεφ.4 (παρόλο που δεν πρόκειται για διαδικασία που δίδει παράλληλο ή πρόσθετο ένδικο μέσο βάσει συνυποσχετικού, και η Έφεση συνιστά το αποκλειστικό ένδικο μέσο κατά διαιτητικής απόφασης που εκδίδεται με βάση τον Ν.22/85), και πάλι, δεν έχει καταδειχθεί από τους Αιτητές κακή συμπεριφορά του διαιτητή ή κακός χειρισμός της υπόθεσης ή παράτυπη διεξαγωγή της διαδικασίας ή παράτυπη έκδοση απόφασης. Περιορισμένοι και εκεί οι λόγοι ακύρωσης. Τα σχετικά με τη διαδικασία και την έκδοση της απόφασης έχουν εξαντληθεί στις προηγούμενες αναφορές. Ότι συμμετείχαν οι Αιτητές σε διαιτητική διαδικασία στην οποία δεν εκδόθηκε καμία απολύτως απόφαση αναφορικά με τους ίδιους, προφανώς δεν συνιστά πειστική εκδοχή. Οι Εφεσείοντες είχαν τη δυνατότητα να εκπροσωπηθούν από δικηγόρο στη διαιτησία, για να κατανοήσουν τη διαδικασία, που όπως φαίνεται διεξήχθη κανονικά και κατά προσέγγιση της δικαστικής διαδικασίας. Δεν εντοπίζεται οτιδήποτε μεμπτό στη συμπεριφορά του διαιτητή, ο οποίος ήταν δικηγόρος διορισμένος από τον Έφορο χωρίς οποιαδήποτε γνωστή σχέση με οποιονδήποτε εκ των εμπλεκόμενων στη διαφορά ή με κίνητρο να ευνοήσει οποιονδήποτε. Τυχόν συζήτηση για σκοπούς εκτέλεσης, ενόσω πληρώνεται κανονικά ή σταδιακά το χρέος από τον πρωτοφειλέτη ή άλλο πρόσωπο, δεν συνιστά παραπλάνηση ως προς τις υποχρεώσεις των εγγυητών ή υπόσχεση απαλλαγής τους από το χρέος, πόσω μάλλον διαιτητική απόφαση απαλλαγής των Εφεσειόντων από το χρέος. Ο διαιτητής δεν είχε την υποχρέωση, αλλά ούτε και το δικαίωμα, να παρέχει οποιουδήποτε είδους συμβουλές στους Αιτητές, ούτε οι τελευταίοι υποδεικνύουν ότι υπέβαλαν συγκεκριμένο αίτημα στον διαιτητή, που δεν ακούστηκε ή που έτυχε κακοδικίας. Ο διαιτητής δεν φέρεται να υπέδειξε ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστη συμπεριφορά, να μην συμμορφώθηκε με βασικές αρχές δικαίου, όπως να έλαβε υπόψη του λανθασμένα μαρτυρία ή να απέκλεισε άλλην, και γενικότερα να είχε εσφαλμένη αντίληψη ως προς τι αποτελεί μαρτυρία στην υπόθεση[4]. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος στην αίτηση των Αιτητών, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Έχοντας εξηγήσει όλα τα προαναφερόμενα, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, και γι' αυτό απορρίπτεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα όσον αφορά τα έξοδα, εφόσον δεν φαίνεται να συντρέχει λόγος απόκλισης, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εφεσειόντων/Αιτητών, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και Shefik v. The First Limassol Co-Operative Savings Bank Ltd, XIX CLR, p.244, p.245 Hallinan C.J., Kafkarkou v. Synergatiki Pistotiki Eteria Paralimniou, Application No. 11/81 of District Court of Famagusta sitting at Larnaca, 14.04.1982, Zevanas v. Mylonas, CLR XIX 259, p.260. [2] Βλ. και The Co-operative Grocery of Vasilia v. Ppirou 4 R.S.C.C., p.12, Σικκής ν. Κυπριακής Δημοκρατίας

(2002)4Β ΑΑΔ 65, Μιχαηλίδη ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, Πολιτική Έφεση 477/12, ημερομηνίας 27.06.2018. [3] Βλ. ανάλογα και Medical Officers of Health v. Hope (Valuation Officer)
(1960), 1 All E.R. 317, H.L., Kafkarkou v. Synergatiki Pistotiki Eteria Paralimniou, Application No. 11/81 of District Court of Famagusta sitting at Larnaca, 14.04.1982. [4]Panikos Harakis Ltd v Official Receiver as Administrator of the Estates of the Bankrupt Vrionides
(1978)1 CLR 15, A.N. Stasis Estates Co Ltd v G.M.P. Katsampas Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2006, Σολωμού ν Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687 και Αναφορικά με την Απόφαση του Διαιτητή Κώστα Μελά, Δικηγόρου από την Λεμεσό η οποία εκδόθηκε στις 8.7.09, Πολιτική Έφεση 354/2011, ημερομηνίας 15.07.2016. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.