ΠΕΤΡΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΠΟΝΑΣ, Αγωγή αρ. 369/2022, 20/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 369/2022 i-justice ΠΕΤΡΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ Ενάγων v. ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΠΟΝΑΣ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 03.06.2022 και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.06.2022 Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Π. Γεωργίου Πουνής για Π. Κλεοβούλου Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Α. Δημητριάδης για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση και η ένσταση Ο Ενάγων, με την αγωγή του, αξιώνει ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για επιθέσεις, εξυβρίσεις, απειλές και δυσφήμιση που ισχυρίζεται ότι διέπραξε εναντίον του ο Εναγόμενος τον Απρίλιο και τον Μάιο του
- Ζητά και διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα που να αποτρέπει την παρενόχλησή του ή την άσκηση βίας από μέρους του Εναγόμενου. Στο πλαίσιο της αγωγής του, ο Ενάγων αιτήθηκε μονομερώς, βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, να τον πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων και να τον απειλεί, να τον εξυβρίζει ή να τον παρενοχλεί, καθώς και να παρενοχλεί με οποιονδήποτε τρόπο πελάτες ή προμηθευτές ή υπαλλήλους ή συνεργάτες του. Τα γεγονότα στα οποία βάσισε την αίτησή του για ενδιάμεση θεραπεία αναφέρονται ενόρκως από τον ίδιο. Είναι τα εξής, στη σύνοψή τους: Την 30.03.2018, ο Ενάγων ενοικίασε από τον Εναγόμενο δύο γειτνιάζοντα καταστήματα, για περίοδο τριών ετών. Επειδή ο Εναγόμενος τον διαβεβαίωσε πως θα παρατείνονταν η ενοικίαση για όσο χρόνο χρειάζονταν ο Ενάγων, που θα χρησιμοποιούσε τα καταστήματα για την άσκηση του επαγγέλματός του, και επειδή επρόκειτο για παλαιά καταστήματα, ο Εναγόμενος δαπάνησε ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό στη διαμόρφωσή τους. Ωστόσο, μετά την πάροδο των τριών ετών της συμφωνημένης ενοικίασης, ο Εναγόμενος σταμάτησε να λαμβάνει το ενοίκιο, υπέβαλε όρους για την ανανέωση της ενοικίασης που ο Ενάγων δεν μπορούσε να δεχθεί και εν τέλει τερμάτισε τη σύμβαση. Καταχωρίστηκε υπόθεση στο Δικαστήριο μεταξύ άλλων για την έξωση του Ενάγοντος. Έκτοτε, είναι η θέση του Ενάγοντος, ο Εναγόμενος ανέπτυξε επιθετική συμπεριφορά για να εξαναγκάσει την έξωσή του. Η κορύφωση, κατ' αυτόν, ήταν 03.05.
- Αλλά οι εκδηλώσεις τέτοιας άνομης συμπεριφοράς ξεκίνησαν αρκετά νωρίτερα. Την 30.05.2021, στάθμευσε το όχημά του κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να εισέλθει στα καταστήματα ο Εναγόμενος, και χρειάστηκε παρέμβαση της Αστυνομίας. Το ίδιο συμβαίνει κατ' επανάληψη από τον ίδιο ή γνωστούς του, για να δημιουργηθεί πρόβλημα στη λειτουργία των καταστημάτων. Τον απείλησε και τον εκφόβισε αρκετές φορές με τη φράση «θα φύγεις νύχτα όπως και οι προηγούμενοι». Την 18.04.2022, είχε απαιτήσει από προμηθευτή του Ενάγοντος να μετακινηθεί, ενώ εκφόρτωνε εμπορεύματα, και όταν του ζητήθηκε να μην ενοχλεί τον προμηθευτή, απάντησε στον Ενάγοντα με χυδαία φράση. Την 03.05.2022, που κατά τον Ενάγοντα ήταν η κορύφωση της επιθετικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου, ο Εναγόμενος, όπως θέτει ο Ενάγων, του επιτέθηκε με μαγκούρα, προσπαθώντας να τον κτυπήσει στο κεφάλι, ο Ενάγων έπιασε την ηλεκτρική συσκευή του μίξερ, για να προστατευθεί, που θρυμματίστηκε από το κτύπημα. Η επίθεση που δέχθηκε ο Ενάγων καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, και το βίντεο παραδόθηκε στην Αστυνομία. Προσκομίστηκαν και στο Δικαστήριο στιγμιότυπα. Ο Ενάγων περιγράφει με λεπτομέρεια το συμβάν, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Εναγόμενος, όπως αναφέρει ο Ενάγων, εκστόμιζε ύβρεις και απειλές, που εκθέτει, όπως: «έννα σε παίξω όπως τον σσύλο, τον σσυπέττο ίντα μπου τον έχουμε;» (μτφρ.: «θα σε πυροβολήσω όπως τον σκύλο, το όπλο τι το έχουμε;»). Λόγω του συμβάντος, ο Ενάγων υπέστη ανησυχία, διαρκή ψυχική ένταση, και εργάζονταν υπό καθεστώς φόβου, λόγος για τον οποίον αποτάθηκε στο Δικαστήριο, ζητώντας προστασία, εξηγώντας πως όλη αυτή η συμπεριφορά του Εναγόμενου επηρεάζει και τη λειτουργία των καταστημάτων και την πελατεία και τις συνεργασίες, με απώτερο σκοπό του Ενάγοντος να εξαναγκάσει την έξωση του, πριν να εκδικαστεί η διαφορά. Αναφέρει, ο Ενάγων, πως τα καταστήματα βρίσκονται στο ισόγειο ενός κτιρίου, και ο Ενάγων διαμένει στον 1ο όροφο, οπότε διέρχεται μέσω των καταστημάτων, και χωρίς οποιαδήποτε απαγόρευση, υπό τις περιστάσεις, είναι διαρκής ο επηρεασμός του Ενάγοντος. Η δε απαγόρευση στο να πλησιάζει τον Ενάγοντα δεν θα επηρεάσει τη διέλευσή του Εναγόμενου στο κτίριο γενικότερα, που δεν είναι ο σκοπός. Ο Ενάγων επιχειρηματολογεί σχετικά με την αναγκαιότητα της ενδιάμεσης θεραπείας. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης του Ενάγοντος την 07.06.2022, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο να πλησιάζει τον Ενάγοντα σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων, να τον απειλεί, να τον εξυβρίζει και να τον παρενοχλεί. Όσον αφορά τις υπόλοιπες θεραπείες που αξιώνει ο Ενάγων, εφόσον με την έκδοση των υφιστάμενων διαταγμάτων δημιουργήθηκε η συνθήκη της ύπαρξης χρόνου και δυνατότητας ακρόασης της άλλης πλευράς, η αίτηση κατέστη δια κλήσεως του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος, που έλαβε ειδοποίηση για τα προσωρινά διατάγματα και για την αίτηση, ενίσταται στην οριστικοποίηση και στην απόδοση οποιασδήποτε περαιτέρω ενδιάμεσης θεραπείας. Προβάλλει πως ο Ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, ειδικότερα ότι ο Ενάγων είναι παράνομος επεμβασίας και ότι προέβη και σε παράνομες προσθηκομετατροπές στα καταστήματα και παράβηκε τη συμφωνία ενοικίασης και εκκρεμεί εναντίον του αγωγή, αλλά και ότι και ο Εναγόμενος τον κατήγγειλε στην Αστυνομία. Για τον ίδιο λόγο, είναι η θέση του Εναγόμενου, η προσωρινή δικαστική προστασία του Ενάγοντος δεν επιτρέπεται. Προβάλλει ότι είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος που εμποδίζεται από το να χρησιμοποιεί την οικία του, και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για κάποια ενδιάμεση θεραπεία στον Ενάγοντα, ούτε εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη η απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας σε αυτόν. Η αίτηση του Ενάγοντος, κατά τον Εναγόμενο, είναι καταχρηστική, ενώ η μαρτυρία του εμπερικλείει και μαρτυρία που λήφθηκε παράνομα και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, πέραν του ότι είναι ελλιπής και δεν ενεργοποιεί ούτε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στη μαρτυρία του, ο Εναγόμενος, αναφέρει πως δεν πρόκειται για ενοικιοστασιακά καταστήματα και η ενοικίασή τους ρυθμίζονταν από συμφωνία, η οποία έληξε την 30.04.2021, χωρίς, ωστόσο, ο Ενάγων να έχει επιστρέψει τα καταστήματα, κατά παράβασή της. Ο Εναγόμενος, όντως, αξίωσε και αξιώνει την έξωση του Ενάγοντος, και την επαναφορά των καταστημάτων στην πρότερη κατάστασή τους. Θεωρεί τον Ενάγοντα παράνομο επεμβασία, που κατακρατεί τα καταστήματα με βλάβη των περιουσιακών δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη. Για τη δε επαναφορά τους, το κόστος έχει υπολογιστεί στις €40.000,
- Ο Εναγόμενος καταχώρισε αγωγή εναντίον του Ενάγοντος με την οποία αξιώνει θεραπείες. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος, ο Εναγόμενος αναφέρει πως, όντως, από αγανάκτηση, στάθμευσε μπροστά στα καταστήματα, για να συζητήσει με τον Ενάγοντα, αλλά αυτός, αντί να εξέλθει για να συζητήσει, είχε καλέσει την Αστυνομία, αν και ήταν κλειστά τα καταστήματα τη δεδομένη χρονική στιγμή. Δεν σταθμεύει οποιοσδήποτε άλλος μπροστά στα καταστήματα, ο ίδιος ανέκαθεν στάθμευε μπροστά στην πολυκατοικία γιατί κατοικεί στον 1ο όροφο. Θεωρεί ψευδείς τις αναφορές του Ενάγοντος ότι τον εξύβρισε. Είναι συχνό φαινόμενο, όπως αναφέρει, προμηθευτές του Ενάγοντος να σταθμεύουν στην είσοδο της πολυκατοικίας για να εκφορτώσουν εμπορεύματα, εμποδίζοντας τη δική του είσοδο στην οικία του, οπότε αναγκάζεται να οδηγεί άσκοπα στη γειτονιά μέχρι να φύγουν και να μπορέσει να μεταβεί σπίτι του. Την 18.04.2022, όντως, στάθμευσε ένας προμηθευτής του με τον προαναφερόμενο τρόπο, και όταν ζητήθηκε από τον Ενάγοντα να του πει να μετακινηθεί, ήταν ο Ενάγων που έγινε έξω φρενών και άρχισε να εξυβρίζει τον Εναγόμενο, ώστε να τον θέσει εκτός ελέγχου· ανεπιτυχώς. Ο προμηθευτής μετακίνησε το όχημά του και απολογήθηκε, ενόσω ο Ενάγων χυδαιολογούσε, ενώ και ο Εναγόμενος προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Παρά τις προσπάθειες του Εναγόμενου να γίνει μια ήρεμη συζήτηση και να βρεθεί μια λύση, δεν κατέστη εφικτό. Οι επαφές τους, ούτως ή άλλως, είναι ελάχιστες, αλλά λόγω της συμπεριφοράς του Ενάγοντος. Την 03.05.2022, όντως, υπήρξε ένταση μεταξύ τους, ωστόσο δεν προκλήθηκε από τον Εναγόμενο, που έχει διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα και τις απεικονίσεις που παρουσίασε ο Ενάγων στο Δικαστήριο. Ο Ενάγων ήταν, κατά τη θέση του Εναγόμενου, που προκάλεσε την ένταση, κατόπιν απλής παρατήρησης του Εναγόμενου, και ο Εναγόμενος πήρε απλώς τη μαγκούρα που έχει στο όχημά του και τον βοηθά στο περπάτημα. Ο Ενάγων κρατούσε ένα κουτί, που εκ των υστέρων διαφάνηκε πως ήταν άδειο. Όντως, ο Εναγόμενος είχε βγει εκτός εαυτού και ενέδωσε στη συμπλοκή. Προέβη και ο ίδιος σε καταγγελία στην Αστυνομία. Είναι, όπως λέει, ένας άνθρωπος πέραν των 77 ετών, με διάφορα προβλήματα υγείας που τον καθιστούν αδύναμο και ανίκανο να επιτεθεί ή να αποτελέσει κίνδυνο για τον Ενάγοντα, και είναι ο Ενάγων που του προκαλεί ψυχική αναστάτωση και ταλαιπωρία. Αντίθετα, ο Ενάγων είναι νέος και ρωμαλέος. Η είσοδος της οικίας του Ενάγοντος είναι σε μικρότερη απόσταση των 10 μέτρων, οπότε ο επηρεασμός που επιβλήθηκε τον επηρεάζει στο να εισέρχεται στην κατοικία του. Επιχειρηματολογεί και ο Εναγόμενος για την αναγκαιότητα να ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα και να απορριφθεί η αίτηση του Ενάγοντος. Διαδικασία Η ακρόαση της αίτησης και της ένστασης έγινε στη βάση των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, χωρίς αντεξέταση. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 16.01.2023, απέρριψε αίτημα της πλευράς του Ενάγοντος για συμπλήρωση της μαρτυρίας του. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων του Ενάγοντος και του Εναγόμενου αντίστοιχα. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου καθετί που αναφέρθηκε. Νομικές πτυχές και εξέταση Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση του Ενάγοντος έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων ισχυρίστηκε επιθετική και παρενοχλητική συμπεριφορά του Εναγόμενου. Η υπόθεσή του είναι της φύσης που το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί ενδιάμεσης θεραπείας χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς το πρόσωπο που, σύμφωνα με την εκδοχή του Ενάγοντος, του ασκεί τέτοιου είδους συμπεριφορά, εάν η προηγούμενη ειδοποίηση μπορεί κατά λογική ακολουθία να αποτελέσει αφορμή ή γενικότερα μέρος του όλου προβλήματος, για το οποίο ο Ενάγων ακριβώς ζητά την ενδιάμεση θεραπεία. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας τα προσωρινά διατάγματα μέσα και από τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του Εναγόμενου, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από τον Ενάγοντα, που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να τα εκδώσει, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ των μερών, μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης των καταστημάτων είναι δεδομένο, όπως και ότι ο Ενάγων προέβη σε μετατροπές στα καταστήματα, από τα οποία ζητείται δικαστικώς και η έξωσή του (τα ίδια ανέφερε και ο ίδιος ο Ενάγων). Αποκαλύφθηκε από τον Ενάγοντα και το γεγονός ότι ο Ενάγων διαμένει στον 1ο όροφο του κτιρίου στο ισόγειο του οποίου βρίσκονται τα καταστήματα. Δεν είχε την υποχρέωση να προβάλει και τις πιθανές υπερασπίσεις του Εναγόμενου που σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς αυτής, ή τις επιμέρους απαιτήσεις του Εναγόμενου, ενώ οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις στην εκδοχή του Εναγόμενου δεν είναι ουσιώδεις, σε συνάρτηση με τη γενική εικόνα πραγμάτων, που έχει ήδη σχηματιστεί από την υφιστάμενη μαρτυρία, για σκοπούς ενδιάμεσης θεραπείας. Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων, και μπορεί το Δικαστήριο να αναθεωρήσει και τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 Ν.14/1960, υπό τα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος. Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13]. Υπό το φως του άρθρου 32 Ν. 14/1960, στον βαθμό που μπορεί να προσαρμοστεί, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· θα πρέπει να υπάρχει ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[14]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται πάντως «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[15]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[16]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά των εναγόμενων θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο στο να χορηγήσει μια τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[17] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[18]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[19]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[20]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[21]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right) σε κάθε αγωγή που έχει ως βάσεις της αστικά αδικήματα, για σκοπούς ειδικής πρόληψης της περαιτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς. Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε μετέωρες εικασίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[22]. Η αγωγή του Ενάγοντος έχει νομικές βάσεις γνωστές στο δίκαιο, ιδίως στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κινείται με χρήση συγκεκριμένων δεδομένων, και δεν υπάρχει εκ προοιμίου οτιδήποτε που να αποκλείει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεσή του. Τα όσα ο Ενάγων αναφέρει μέσα από την αίτηση και τη μαρτυρία που τη συνοδεύει, με τον βαθμό των λεπτομερειών που απασχόλησαν σε αυτό το στάδιο, εισάγουν στο Δικαστήριο μια διαφορά που, όπως προκύπτει και από την αντίδραση και τα λεγόμενα του Εναγόμενου, υφίσταται, είναι συζητήσιμη, και εφόσον δεν μπορεί να επιλυθεί εξωδικαστικά από τους εμπλεκόμενους και οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, μπορεί και θα πρέπει να επιλυθεί δικαστικά. Ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Η θέση του Ενάγοντος, εξ όψεως, βασίζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία, που αν και δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο ως σε δίκη επί της ουσίας (περιλαμβανομένης της κρίσης περί της νομιμότητάς της, και εάν μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο σε αυτήν, κ.λπ.), δίδει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας στην Ενάγουσα, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Ο Ενάγων ανέφερε συγκεκριμένα παραδείγματα, που δεν διέψευδε ο Εναγόμενος, αν και έχει κάπως διαφοροποιημένη εκδοχή ως προς τις λεπτομέρειες των διαφόρων συμβάντων, με ποιου πρόκληση ή με τι αφορμή άρχισαν ή πώς έγιναν ακριβώς. Προσκόμισε μαρτυρία ο Ενάγων, που δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει κάποια θεμελίωση στους διάφορους ισχυρισμούς του, δεν είναι δηλαδή μετέωροι. Προφανώς και το τι ισχύει ή δεν ισχύει, θα διαπιστωθεί μόνον με την εκδίκαση της αγωγής και την αξιολόγηση και ερμηνεία από το Δικαστήριο όλων των διαθέσιμων στοιχείων, σε συνάρτηση με το ισχύον νομικό καθεστώς που διέπει την ουσία της διαφοράς. Το Δικαστήριο δεν αναλύει τα συστατικά αστικών αδικημάτων σε αυτό το στάδιο, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που ενδιάμεσα προσκομίζεται (όχι στην πληρότητά της), με τρόπο ως στην εξέταση της αγωγής, για να διαγνώσει εάν, εκ πρώτης όψεως, πληρούνται ή όχι, και σε αυτή τη βάση να αξιολογήσει την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Δεν εκδικάζει, για σκοπούς ενδιάμεσης θεραπείας, το αστικό αδίκημα. Ιδίως όταν υπάρχουν διαζευκτικές βάσεις αγωγής, δεν αναμένεται βαθμός επιλογής ή εξειδίκευσης, σε αυτό το στάδιο, χωρίς να σημαίνει πως τα γεγονότα που παραθέτει ο ενάγων δεν πρέπει να είναι ξεκάθαρα και συγκεκριμένα, εφόσον σκοπείται η ρύθμιση ή ο περιορισμός μιας καταρχήν ελεύθερης ανθρώπινης συμπεριφοράς. Στη βάση των δεδομένων που προσκόμισε ο Ενάγων, κατά τη γνώμη μου, δίδονται επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, κατά τρόπο ώστε να ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Ο επηρεασμός του Ενάγοντος δεν έχει σταθερή ή μεμονωμένη οικονομική διάσταση[23]. Δεν αρκεί το δεδομένο πως μπορεί θεωρητικά να υπάρχει δυνατότητα αποζημίωσης στο μέλλον (που δεν μαρτυρείται), σε οποιαδήποτε έκταση κι αν προκληθεί η ζημιά, ώστε βασικά να επιτραπεί δικαστικά η πρόκληση ή η εδραίωση ζημιάς που μαρτυρείται πως επαπειλείται, και που συνυφαίνεται (και με την περιουσία αλλά και) με τη διασφάλιση της σωματικής ακεραιότητας, της ψυχικής ηρεμίας, της υγείας και της ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής του Ενάγοντος, απλώς επειδή μπορεί να υπάρχει οικονομική δυνατότητα για αποζημίωση. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο μπορεί να είναι παράνομος επεμβασίας, γιατί έληξε η σύμβαση μίσθωσης των ακινήτων που κατέχει, ή και για οποιαδήποτε άλλη αιτία (γιατί, λόγου χάριν, κατέλαβε ακίνητα που δεν του ανήκουν χωρίς συμφωνία), δεν σημαίνει και ότι μπορεί να εκδιωχθεί παράνομα, ή να επιδέχεται φυσική ή ψυχολογική βία, ή ενέργειες που επηρεάζουν αχρείαστα ή και δυσανάλογα τη σωματική του ακεραιότητα ή την ιδιωτική και επαγγελματική ζωή του ή οποιαδήποτε άλλα δικαιώματά του. Στα καταστήματα, ο Ενάγων, λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο την επιχείρησή του, κατά τρόπο που περιλαμβάνεται στην έννοια της «κατοικίας» του. Κατέβαλε την κατοχή αρχικά νόμιμα. Απλώς, έληξε η χρονική διάρκεια της ενοικιαστικής σχέσης. Ο Ενάγων έχει τα επιχειρήματά του σε σχέση με την όλη συμβατική σχέση, τις υποσχέσεις για ανανέωση και τον εξαναγκασμό του, εάν δεν αποδέχονταν διαφορετικούς όρους, σε έξωση. Η ανάκτηση της κατοχής των ακινήτων, ως ενέργεια που ακολουθεί τη λήξη της συμβατικής σχέσης, με τον τρόπο που επήλθε, εφόσον υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών, μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει τεθεί το όλο ζήτημα, το οποίο θα διαπιστώσει τις περιστάσεις, και θα σταθμίσει και θα ρυθμίσει τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Το επιχείρημα του Εναγόμενου πως ο Ενάγων δεν χρήζει οποιασδήποτε νομικής προστασίας επειδή είναι παράνομος επεμβασίας μετά τη λήξη της σύμβασης ενοικίασής του (και γι' αυτό θα πρέπει μάλλον κατ' αυτόν να είναι έρμαιο οποιασδήποτε συμπεριφοράς του Ενάγοντος; ), με κάθε σεβασμό, είναι νομικά αβάσιμο[24]. Ακόμα και η διαδικασία της έξωσης από τα εντεταλμένα όργανα της Πολιτείας, που ενέχει εξ ορισμού βαθμό φυσικής βίας, επιτάσσει τέτοια βία να είναι αναγκαία και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό. Από την άλλη, οποιαδήποτε νομική προστασία στον Εναγόμενο, περιλαμβανομένης τέτοιας ενδιάμεσης θεραπείας, ουδόλως εξισώνεται με νομιμοποίηση της παραμονής του σε ακίνητα που δεν έχει δικαίωμα να κατέχει. Είναι εξίσου αυτονόητο πως, εάν ο ιδιοκτήτης των καταστημάτων δεν συμφωνεί πλέον στο να κατέχονται και να χρησιμοποιούνται από τον Ενάγοντα, ο Ενάγων θα πρέπει να επιστρέψει τα ακίνητα, σε εύλογο χρόνο, επιφυλάσσοντας ενδεχομένως τυχόν άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από τη συμβατική σχέση. Δεν είναι αναγκαίο διαφορές αυτής της φύσης, που μπορούν να επιλύονται από το Δικαστήριο και με συνοπτική διαδικασία, να οδηγούν σε ακραίες ή έκτροπες συμπεριφορές. Δεν χρειάζεται η αγανάκτηση του Εναγόμενου, που εξέθεσε, αλλά η υπομονή του. Μπορεί να υποβάλει στο Δικαστήριο όπου εκκρεμεί η απαίτησή του οποιοδήποτε αίτημά του. Υπό το σύνολο όλων των περιστάσεων, το να διατηρηθεί προς το παρόν η φυσική απόσταση μεταξύ των μερών, ανάμεσα στους οποίους υπάρχει κοινά ομολογούμενη ένταση σε σημείο που να εμπλέκονται κατ' επανάληψη οι Αστυνομικές Αρχές, το να αποφευχθεί η άσκοπη προσωπική επικοινωνία μεταξύ τους που δημιουργεί τέτοια δυσανάλογη ενόχληση μέχρι τη διαπίστωση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από το Δικαστήριο, προκύπτει πως εξυπηρετεί καλύτερα τη δικαιοσύνη. Από κάθε άποψη. Από τη στιγμή που ο Ενάγων εξέθεσε επαρκώς στο Δικαστήριο τον κίνδυνο επηρεασμού δικαιωμάτων του, έδωσε συγκεκριμένα παραδείγματα στο πρόσφατο παρελθόν με μια συνέχεια, ένα μοτίβο συμπεριφοράς, και τοποθέτησε τον κίνδυνο αυτό μέσα σε ρεαλιστικό πλαίσιο, καθιστώντας τον αρκούντως ορατό, το Δικαστήριο μπορούσε και έπρεπε να παρέμβει προληπτικά. Στην έκταση που δρα ο φόβος του Ενάγοντος ότι θα βλαφθεί από συμπεριφορές του Εναγόμενου, που είναι δυνατόν να βγουν εκτός ελέγχου. Η ανάγκη τέτοιας ενδιάμεσης παρέμβασης του Δικαστηρίου δεν διαφοροποιήθηκε μετά την ακρόαση του Εναγόμενου, σε συνάρτηση με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο χρόνο. Η ευκολία με την οποία ο Εναγόμενος ανέφερε πως αγανάκτησε και γι' αυτό στάθμευσε έξω από τα καταστήματα ή ότι έχασε τον έλεγχο και ο ίδιος στο τελευταίο περιστατικό, χωρίς να αξιολογείται η εκατέρωθεν μαρτυρία, δεν αφήνει περιθώριο να αλλάξει οπτική το Δικαστήριο ως προς τα πράγματα. Είναι φυσικά κατανοητό πως ο Εναγόμενος έχει ηλικία που, εκ των πραγμάτων, μπορεί να μην δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για τον Ενάγοντα να βλαφθεί σωματικά, με ή χωρίς τη μαγκούρα του. Ο άξονας του συλλογισμού δεν είναι αποκλειστικά η σύγκριση της ρώμης, ποιος από τους δύο μπορεί να υπερτερήσει, εάν πράγματι πιαστούν στα χέρια. Το ζητούμενο, προφανώς, δεν είναι αυτό. Να αφεθεί το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται την απαίτηση του Ενάγοντος (όπως και το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται την αντίστοιχη απαίτηση του Εναγόμενου) να αποφασίσουν τα ενώπιον τους ζητήματα, χωρίς η επικοινωνία και η επαφή των μερών να δημιουργεί συνεχώς εντάσεις, διευρύνοντας ή διαφοροποιώντας την έκταση της διαφοράς ή επιδεινώνοντας τις συνθήκες συνολικής επίλυσης της. Ο Εναγόμενος, εμφανιζόμενος, προς παρόν, δεν κατεύνασε τις ανησυχίες του Ενάγοντος σε σχέση με το ότι θα βλαφθεί, χωρίς οποιαδήποτε ενδιάμεση προστασία, την υφιστάμενη, αλλά και αυτήν που καλύπτει τον ενδεχόμενο επηρεασμό πελατών ή συνεργατών του Ενάγοντος, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προσπαθειών επίσπευσης της έξωσης χωρίς δικαστική απόφαση (arbitrary eviction). Ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Δεν απαγορεύεται με τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν στον Εναγόμενο να χρησιμοποιεί την οικία του, ή τυχόν νόμιμο χώρο στάθμευσης που διαθέτει ο τίτλος της μονάδας του στην οικοδομή (σημειώνεται πως δεν προσκόμισε στοιχεία, ο Εναγόμενος, πως δικαιούται να χρησιμοποιεί την είσοδο των καταστημάτων ως χώρο στάθμευσης, με βάση τα σχέδια της οικοδομής και τον τίτλο της μονάδας του), ούτε η τυχαία ή συνήθης διέλευση του Εναγόμενου από τα καταστήματα, για να εισέλθει στο κτίριο, ή η παρουσία του στον ευρύτερο χώρο, για οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Δεν απαγορεύεται επίσης γενικά η επικοινωνία στη διεύθυνση επίδοσης του Ενάγοντος ή μέσω του δικηγόρου του. Η απαγόρευση που τέθηκε στον Εναγόμενο ήταν συγκεκριμένη, να προσεγγίζει προσωπικά, επί σκοπού, τον Ενάγοντα, σε τέτοια φυσική απόσταση στην οποία να μπορεί να ασκήσει φυσική βία (και τα 10 μέτρα μπορούν, όντως, να μειωθούν στα 5), και δεν αναδεικνύεται πως, το να διατηρηθεί τέτοια απαγόρευση μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, τον επηρεάζει καθόλου αρνητικά. Μπορεί απλώς να μην κοντοζυγώνει, και να μην απευθύνει λόγο που ξέρει ότι ενοχλεί τον Ενάγοντα, χρησιμοποιώντας κατά τα λοιπά την οικία του απρόσκοπτα. Και ο Ενάγων, βεβαίως, όπως θα πρέπει να είναι κατανοητό, δεν μπορεί να εξαφανίσει από το οπτικό πεδίο του ή από τον περίγυρό του ή από τη ζωή του γενικά τον Εναγόμενο, εφόσον κατέχει τα καταστήματα την ιδιοκτησία των οποίων διαχειρίζεται ο Εναγόμενος, που, υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητά του, έχει ορισμένα δικαιώματα, στα οποία ούτε και ο Ενάγων μπορεί να παρέμβει αδικαιολόγητα ή δυσανάλογα. Οριστικότερη ίσως λύση στο πρόβλημα της σχέσης του με τον Εναγόμενο δεν είναι να υφίσταται διαχρονικά ένα δικαστικό διάταγμα, αλλά να αποδεχθεί και ο Ενάγων πως ο Εναγόμενος επέλεξε να τερματίσει τη συμβατική σχέση, και να προχωρήσει να αναπτύξει την επαγγελματική του στέγη σε συνθήκες που θα ευνοούν την υγιή εξέλιξη, μακριά από δικαστικές διαμάχες. Δεν απαγορεύεται στον Εναγόμενο να θέσει οποιαδήποτε απαίτησή του εναντίον του Ενάγοντος ή να προβεί στην έξωσή του με νόμιμα μέσα, ή και να αναζητήσει και ο ίδιος οποιεσδήποτε ενδιάμεσες θεραπείες τυχόν χρειάζεται, εάν δικαιολογούνται (π.χ. σε σχέση με την αποτροπή στάθμευσης σε συγκεκριμένα σημεία που τυχόν εμποδίζουν την είσοδο στο κτίριο όπου διαμένει ο Εναγόμενος). Στο ισοζύγιο της ευχέρειας ή της δικαιοσύνης, η απαγόρευση που εν προκειμένω ζήτησε και ζητά ο Ενάγων δεν είναι αχρείαστη προς το παρόν, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ούτε και δημιουργεί περιττή πίεση στον Εναγόμενο ή στις ελευθερίες του, ιδίως ως θα διαμορφωθεί, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα, σε συνάρτηση με τον διαφαινόμενο κίνδυνο. Κατά τα λοιπά, κάθε δικαστικό διάταγμα απαγορευτικής φύσης προκαλεί ταλαιπωρία, όπως και κάθε αγωγή, στα πρόσωπα στα οποία αφορούν. Το αναπόφευκτο της ταλαιπωρίας από την εκκρεμοδικία δεν χρησιμοποιείται ως λόγος για να αποφευχθεί ενδιάμεση θεραπεία. Ασφαλώς, εάν διαφανεί κατάχρηση των διαταγμάτων από τον Ενάγοντα (π.χ. έγερση αχρείαστων διαδικασιών παρακοής, ενώ η συμπεριφορά του Εναγόμενου κινείται σε θεμιτό και λογικό πλαίσιο), για να επιτύχει αλλότριους σκοπούς (π.χ. παραμονή στα καταστήματα χωρίς να δικαιούται), το Δικαστήριο τότε μπορεί να τα αναθεωρήσει. Δεν προκύπτουν δεδομένα πως ο Ενάγων, από εκδικητικότητα ή κακία ή εκτροπή από τη λογική των πραγμάτων, επιδιώκει να εγκλωβίσει τον Εναγόμενο σε μια ανέφικτη ή παράλογη απαγόρευση που θα βλάψει δικαιώματα του σε σχέση με τα καταστήματα, κατ' επέκταση ότι καταχράται τη δικαστική διαδικασία. Ούτε υπάρχει ένδειξη πως ο Ενάγων επιχειρεί με σκοπιμότητα, και όχι με γνήσια έγνοια για την προστασία των δικαιωμάτων που συνυφαίνονται με τη σωματική ακεραιότητά του, την ηρεμία και την εργασία του, μέχρι τον βαθμό που μπορεί να το πράξει (ενόψει της εκκρεμοδικίας σε σχέση με τα ακίνητα), να ταλαιπωρήσει τον Εναγόμενο ή να του δημιουργήσει πρόβλημα, γιατί λόγου χάριν έχει εμμονή και έχθρα μαζί του. Στην ίδια ροή αναθεώρησης, το υφιστάμενο διάταγμα αναδιατυπώνεται, ώστε να καθίσταται σαφές πως η απαγόρευση ισχύει χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων του Εναγόμενου που σχετίζονται με την χρήση της οικίας του ή με τις νόμιμες διαδικασίες έξωσης, αλλά και να δίνεται πληρέστερα ως αρμόζει στις περιστάσεις, μετά και την ακρόαση του Εναγόμενου, ως εξής: «Προσωρινό διάταγμα με το οποίο, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, απαγορεύεται στον Εναγόμενο:
(1)Να προσεγγίζει σκόπιμα τον Ενάγοντα σε φυσική απόσταση μικρότερη των 5 (πέντε) μέτρων·
(2)να επικοινωνεί με τον Ενάγοντα προσωπικά (είναι δυνατή η επικοινωνία μέσω των δικηγόρων του Ενάγοντος, για ζητήματα που σχετίζονται με την κατοχή των καταστημάτων ή για επείγοντα λόγο, ή μέσω αρμόδιων Αρχών)·
(3)να απευθύνει στον Ενάγοντα, με οποιονδήποτε τρόπο, λόγο με απειλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο·
(4)να προσεγγίζει σκόπιμα οποιονδήποτε πελάτη ή συνεργάτη ή προμηθευτή του Ενάγοντος και να ενεργεί με τρόπο ώστε να προκληθεί επηρεασμός οποιασδήποτε υφιστάμενης συνεργασίας ή πελατειακής σχέσης του Ενάγοντος με οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.» Καταληκτικά, έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που ισχύουν για την έκδοση και αναθεώρηση διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα γεγονότα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, θεωρώ πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν και πως είναι δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ και να αποδοθεί πληρέστερα η ενδιάμεση θεραπεία που δόθηκε την 07.06.2022, ως έχει διαμορφωθεί, και πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων που προβλήθηκαν δια της ένστασης του Εναγόμενου, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, για να ακυρωθεί ή να μην δοθεί οποιασδήποτε περαιτέρω ενδιάμεση θεραπεία, έχοντας πρόσθετα διευκρινίσει και ό,τι πιθανόν να χρειάζονταν, σε σχέση με τη ρυθμιστική εμβέλεια. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 07.06.2022 καθίσταται απόλυτα και οριστικά, με την πιο κάτω αναδιατύπωση και προσθήκη, και ισχύουν μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. «Προσωρινό διάταγμα με το οποίο, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, απαγορεύεται στον Εναγόμενο:
(1)Να προσεγγίζει σκόπιμα τον Ενάγοντα σε φυσική απόσταση μικρότερη των 5 (πέντε) μέτρων·
(2)να επικοινωνεί με τον Ενάγοντα προσωπικά (είναι δυνατή η επικοινωνία μέσω των δικηγόρων του Ενάγοντος, για ζητήματα που σχετίζονται με την κατοχή των καταστημάτων ή για επείγοντα λόγο, ή μέσω αρμόδιων Αρχών)·
(3)να απευθύνει στον Ενάγοντα, με οποιονδήποτε τρόπο, λόγο με απειλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο·
(4)να προσεγγίζει σκόπιμα οποιονδήποτε πελάτη ή συνεργάτη ή προμηθευτή του Ενάγοντος και να ενεργεί με τρόπο ώστε να προκληθεί επηρεασμός οποιασδήποτε υφιστάμενης συνεργασίας ή πελατειακής σχέσης του Ενάγοντος με οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.» Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αλλά και τη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που δόθηκε, που είναι κυρίως προληπτική, αλλά και την ιδιομορφία της υπόθεσης, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής του Ενάγοντος, αλλά να μην είναι σε καμία περίπτωση εναντίον του ίδιου του Ενάγοντος. Αυτό σημαίνει πως, εάν ο Ενάγων επιτύχει στην αγωγή του, θα δικαιούται και τα έξοδα αυτής της διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αντίθετα, δεν θα δικαιούται τέτοια έξοδα, εάν αποτύχει στην αγωγή του, αλλά δεν θα είναι και προς όφελός του Εναγόμενου που δεν είχε επιτυχία σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. [14] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [15] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [16] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [17] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [18] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [19] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [20] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [21] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [22] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. [23] Mutatis mutandis Timberland Co. of U.S.A. ν. Evans & Sons Limited
(1998)1 ΑΑΔ 1179. [24] Βλ., ενδεικτικά, ΕΔΔΑ Jansons v. Latvia (application no. 1434/14), 08.09.2022 (final 30.01.2023). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο