ΚΛΕΑΝΘΗ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ν. ΚΟΥΛΛΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ. Αγωγής 969/2022, 27/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 969/2022 I-Justice Μεταξύ: ΚΛΕΑΝΘΗ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΥΙΟΙ, εκ Πάφου Εναγόντων και ΚΟΥΛΛΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, εκ Πάφου Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 20.01.23 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία: 27.04.23 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Στ. Κλεάνθους Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Παπαδημήτρη για Μαρία Σ. Παπαδημήτρη Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.18 Θ.1(a), Θ.2, Θ.4-6 & Θ.9, στη Δ.39 και στη Δ.48 Θ.1-4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στους κανόνες επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία και στη δικαστηριακή πρακτική. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Ενάγοντες δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκη δήλωση ενός εκ των ομόρρυθμων συνεταίρων, ήτοι τον κύριο Παναγιώτη Σάββα, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αλλά και στο πλαίσιο της απαίτησης των Εναγόντων, με βάση την έκθεση απαίτησης, γίνεται στη συνέχεια. Η Εναγόμενη αντέδρασε στις 16.03.23 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 12 λόγους, κάθε ένας από τους οποίους εγείρει διάφορα ζητήματα. Παρά την πολυεπίπεδη μορφή τους, ορισμένοι από αυτούς τους λόγους επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Συνοψίζοντας τους πρόκειται για τους εξής:
(1)Η υπό κρίση αίτηση αντιβαίνει του δικαιώματος ακρόασης κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής «ΕΣΔΑ») με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το δικαίωμα της Εναγομένης για να τύχει δίκαιης δίκης.
(2)Η παρούσα αίτηση δεν υποβάλλεται με καλή πίστη και/ή αποσκοπεί στην κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
(3)Η αίτηση αυτή θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Εναγόμενη και/ή έχει καταχωριστεί καταπιεστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή με μόνο σκοπό να προκαλέσει απώλεια δικαστικού χρόνου και εξόδων.
(4)Η Εναγόμενη υπέστηκε ανεπανόρθωτες ζημιές ένεκα κακόβουλων πράξεων των Εναγόντων, για τις οποίες καταχώρισε ανταπαίτηση και δικαιούται αποζημίωση.
(5)Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στη Δ.18 Θ.1(α), Θ.2, Θ.3, Θ.6 & Θ.9, στη Δ.39, στη Δ.48 Θ.1-4 και στη Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 15 & 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στις γενικές αρχές δικαίου, στη διακριτική ευχέρεια, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου, στους κανόνες επιείκειας και στη νομολογία. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Προς ενίσχυση της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται έγγραφα. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή της Εναγομένης στην ολοκληρωμένη της μορφή. Στην ένορκη δήλωση αφού αρνείται τις θέσεις που προβάλλονται στην υπό κρίση αίτηση, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι εσκεμμένα παραλείπουν να αναφέρουν διάφορα γεγονότα που είχαν προηγηθεί επειδή αυτά δείχνουν την επιθυμία των Εναγόντων να την εκδιώξει από το επίμαχο υποστατικό και παράλληλα ότι δεν επέδειξε τη συμπεριφορά που της αποδίδουν. Επίσης η Εναγόμενη επικαλείται τους λόγους που θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που περιέχουν τις εκδοχές αμφοτέρων μερών. Το περιεχόμενο τους καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης διέπεται δικονομικά από τη Δ.18 Θ.1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η προστασία των διαδίκων από αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Επειδή πρόκειται για δραστική διαδικασία με ιδιαιτερότητα που παρακάμπτει τη διεξαγωγή δίκης, το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του εξουσία με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα αυστηρά κριτήρια που περιέχονται στις πρόνοιες της πιο πάνω διάταξης και έχουν εξηγηθεί μέσα από τις αρχές της νομολογίας (Νικολάου Λίμιτεδ v. Adamco Construction Ltd
(2005)1Α Α.Α.Δ. 376). Η ανάγκη για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης δεν θα πρέπει να στερεί από τον εναγόμενο, στην κατάλληλη περίπτωση, το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του (Deme Diary Ltd κ.α. v. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1347). Για να έχει η αίτηση συνοπτικής απόφασης προοπτική επιτυχίας θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά και ταυτόχρονα να ικανοποιούνται σωρευτικά οι ακόλουθες επιτακτικές προϋποθέσεις:
(1)Η αγωγή να έχει καταχωρηθεί σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (MI Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 298).
(2)Να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή.
(3)Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή ατόμου που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και να πιστοποιήσει τα γεγονότα που αναφέρονται και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται καθιστώντας έτσι την απαίτηση του ενάγοντα καθαρή (Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130). Με λίγα λόγια μέσα από την ένορκη δήλωση και τα τυχόν επισυνημμένα τεκμήρια (που δεν είναι αναγκαία να κατατίθενται) υπό το φως του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης θα πρέπει να αναδύεται απαίτηση που να είναι αδιαμφισβήτητη και ξεκάθαρη.
(4)Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και πως από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Από τη στιγμή που συντρέχουν τα πιο πάνω τότε ο εναγόμενος καλείται να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα και λεπτομέρειες που θα είναι ουσιώδη και επαρκή για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης - Δ.18 Θ.1(α) (Λαζάρου και άλλος v. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Καζαμίας v. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Το Δικαστήριο καλείται να πειστεί ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση (χχχ Κωνσταντίνου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. Ε75/2013 ημερ. 05.03.19). Παράλληλα, με βάση τη Δ.18 Θ.3(β), η ένσταση του εναγομένου θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία θα πρέπει να καθορίζει κατά πόσο η ισχυριζόμενη υπεράσπιση αναφέρεται για ολόκληρη ή μέρος μόνο και (αν έτσι) σε ποιο μέρος της απαίτησης του ενάγοντα (Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Δεν παρέχεται άδεια για καταχώριση υπεράσπισης όταν είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά θέματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση. Σε τέτοια περίπτωση το αίτημα για χορήγηση άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης αποσκοπεί μόνο σε καθυστέρηση της υπόθεσης με αποτέλεσμα η διεξαγωγή δίκης να μην δικαιολογείται αλλά να καθίσταται αχρείαστη. Εκεί όμως που μέσα από την υπεράσπιση αναδεικνύονται συζητήσιμα θέματα δεν θα πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Απλή επίκληση της φύσης της υπόθεσης μέσα από γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο δεν διασώζει το απορριπτικό αποτέλεσμα που θα έχει η ένσταση του εναγομένου (Καΐμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ.1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Καΐμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1977). Εν ολίγοις για την παροχή άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα επαρκή και ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Με τον πρώτο λόγο ένστασης της η Εναγόμενη επικαλείται ότι τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης που προωθείται θα οδηγήσει σε παραβίαση του δικαιώματος της να έχει δίκαιη δίκη. Η τοποθέτηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Μπορεί, όπως λέχθηκε να πρόκειται για δραστική διαδικασία με ιδιαιτερότητα που παρακάμπτει τη διεξαγωγή δίκης, αλλά υπάρχουν αυστηρά κριτήρια που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου η αίτηση να καταστεί επιτυχής. Θα πρέπει να τηρηθούν ευλαβικά όλες οι επιτακτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται. Επιπροσθέτως η Εναγόμενη να μην είναι σε θέση να παρουσιάσει υπεράσπιση τέτοια ώστε να προκύπτει οποιοδήποτε συζητήσιμο ζήτημα που να χρήζει εκδίκασης. Εφόσον ισχύουν συνδυαστικά αυτά, η διεξαγωγή ακρόασης μόνο αχρείαστη καθυστέρηση θα προκαλέσει. Σε τέτοια περίπτωση η πραγματοποίηση δίκης δεν δικαιολογείται και συνεπώς δεν υφίσταται οποιοδήποτε θέμα παραβίασης δικαιώματος δίκαιης δίκης για την Εναγόμενη. Επομένως στο δικονομικό δίκαιο μας υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες που προστατεύουν τους διαδίκους από παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης, την άσκηση του οποίου διασφαλίζουν, χωρίς την ίδια στιγμή να επιτρέπουν να γίνεται κατάχρηση του. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ο ισχυρισμός ότι η παρούσα αίτηση δεν υποβάλλεται με καλή πίστη και/ή αποσκοπεί στην κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αποτελεί τον δεύτερο λόγο ένστασης της Εναγομένης. Προς υποστήριξη της θέσης της η Εναγόμενη επικαλείται γεγονότα που σύμφωνα με την ίδια οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν. Ουσιαστικά πρόκειται για ισχυρισμούς της Εναγομένης που συνιστούν την εκδοχή της και όχι κατ' ανάγκη αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Δεν μπορούν να εκληφθούν ως γεγονότα που έχουν πραγματικά διαδραματιστεί. Επίσης πρόκειται για δικογραφημένους ισχυρισμούς που συνθέτουν το πεδίο ανταπαίτησης της. Η υπό κρίση αίτηση αφορά την απαίτηση των Εναγόντων και όχι την ανταπαίτηση της Εναγομένης. Η ανταπαίτηση έχει ξεχωριστό στόχο και οι αξιούμενες θεραπείες σε σχέση μ' αυτήν είναι ανεξάρτητες από αυτές της απαίτησης. Δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου σχετικά με τις επικαλούμενες θέσεις της Εναγομένης που περιέχονται στην ανταπαίτηση της αφού το περιεχόμενο της καταχωρίστηκε προγενέστερα της παρούσας αίτησης και συνεπώς κατά την εξέταση της αυτό βρισκόταν ενώπιον της κρίσης του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση η διαδικασία εκδίκασης της ανταπαίτησης παραμένει άθικτη και δεν συνδέεται με την υπό κρίση αίτηση. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν διαπιστώνω κανένα στοιχείο κακοπιστίας που να αφορά την παρούσα αίτηση και ούτε οτιδήποτε που να καθιστά την προώθηση και/ή εξέταση της καταχρηστική. Ακολουθεί ο τρίτος λόγος ένστασης που είναι η θέση ότι η αίτηση αυτή θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Εναγόμενη και/ή έχει καταχωριστεί καταπιεστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή με μόνο σκοπό να προκαλέσει απώλεια δικαστικού χρόνου και εξόδων. Όπως έκδηλα φαίνεται, ο λόγος αυτός είναι σύνθετος αφού περιλαμβάνει διάφορες πτυχές. Πρώτο σκέλος του λόγου είναι ο ισχυρισμός ότι η αίτηση αυτή θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Εναγόμενη. Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη, ο εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος αφού στερείται υποστήριξης πραγματικού υποβάθρου. Ουδεμία αναφορά υπάρχει που να εξηγεί συγκεκριμένα πως και τι είδους ανεπανόρθωτη βλάβη θα προκληθεί εις βάρος της Εναγομένης. Αν η Εναγόμενη εννοεί ότι θα στερηθεί του δικαιώματος ακρόασης, τότε ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως, στα οποία και παραπέμπω. Υπάρχουν οι ασφαλιστικές δικλείδες που δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Την ίδια στιγμή, όπως έχει ήδη λεχθεί, η διαδικασία εκδίκασης της ανταπαίτησης μέσω ακρόασης συνεχίζεται απρόσκοπτα, ανεπηρέαστα και ανεξάρτητα από την προώθηση και εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού είναι ο ισχυρισμός ότι η αίτηση αυτή έχει καταχωριστεί καταπιεστικά. Θα πρέπει να λεχθεί ότι πρόκειται για άλλη μία αναφορά που στερείται θεμελίωσης. Συγκεκριμένα κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να τεκμηριώνει την εν λόγω τοποθέτηση. Αντίθετα η καταχώριση και προώθηση για εξέταση της παρούσας αίτησης συνιστά δικαίωμα των Εναγόντων που προβλέπεται δικονομικά μέσα από τις πρόνοιες της Δ.18 Θ.1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει αναγνωριστεί μέσα από την κυπριακή νομολογία. Τρίτο σκέλος του λόγου αυτού αποτελεί ο ισχυρισμός ότι η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης χαρακτηρίζεται από αλλότρια κίνητρα. Με κάθε σεβασμό είναι ισχυρισμός που παρέμεινε στη σφαίρα της θεωρίας. Η Εναγόμενη, ως η πλευρά που το επικαλέστηκε, όφειλε να παραθέσει στοιχεία που να προσδιορίζουν ποια είναι αυτά τα αλλότρια κίνητρα που θεωρεί ότι καθοδηγούν την προώθηση της παρούσας αίτησης και παράλληλα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη θέση αυτή. Ωστόσο η Ενάγουσα δεν ασχολήθηκε με κανένα από τα πιο πάνω με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός να παραμείνει γενικός, αόριστος και χωρίς στοιχειοθέτηση. Τέταρτο σκέλος του λόγου αυτού είναι ο ισχυρισμός ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με μοναδικό στόχο να προκαλέσει απώλεια δικαστικού χρόνου και εξόδων. Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη δεν συμμερίζομαι την αναφορά της αυτή. Η υπό κρίση αίτηση έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, σκοπό, φύση και μορφή, η εξέταση των οποίων γίνεται στη βάση καθορισμένων παραμέτρων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου. Με γνώμονα ότι η διαδικασία εκδίκασης της ανταπαίτησης μέσω ακρόασης συνεχίζεται χωρίς να συνδέεται με την προώθηση και εξέταση της υπό κρίση αίτησης, δεν αντιλαμβάνομαι ποιο το όφελος θα είχαν οι Ενάγοντες αν εκείνο που επιδιώκουν είναι μόνο η απώλεια δικαστικού χρόνου και η δημιουργία εξόδων, τα οποία θα επιβαρυνθούν αν τελικά η υπό κρίση αίτηση δεν καταστεί επιτυχής. Έχοντας αυτά υπόψη μου ο λόγος αυτός ένστασης κρίνεται αβάσιμος στο σύνολο του και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα του. Μέσα από τον τέταρτο λόγο ένστασης η Εναγόμενη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι υπέστηκε ανεπανόρθωτες ζημιές ένεκα κακόβουλων πράξεων των Εναγόντων, για τις οποίες καταχώρισε ανταπαίτηση και δικαιούται αποζημίωση. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η διαδικασία ανταπαίτησης δεν σχετίζεται με το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας αίτησης. Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν έχει προοπτική επιτυχίας. Θα ασχοληθώ τώρα με το πέμπτο λόγο ένστασης, ο οποίος άπτεται της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγόντων, οι οποίοι καλούν το Δικαστήριο να την εγκρίνει. Εξ όσον γίνεται αντιληπτό οι Ενάγοντες επιδιώκουν συνοπτική απόφαση για την απαίτηση τους και ακροαματική διαδικασία για την εκδίκαση της ανταπαίτησης της Εναγομένης. Ανατρέχοντας στο ηλεκτρονικό αρχείο του Δικαστηρίου εύκολα διαπιστώνω ότι η αγωγή έχει καταχωριστεί σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Αυτό έγινε στις 25.11.
- Ακολούθως στις 12.12.22 η Εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου και στις 13.01.23 καταχωρίστηκε υπεράσπιση και ανταπαίτηση από μέρους της. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 20.01.
- Η εν λόγω αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ενός εκ των τεσσάρων ομόρρυθμων συνεταίρων των Εναγόντων. Πρόκειται για άτομο που εμπλέκεται προσωπικά στην υπόθεση αυτή και στην ένορκη δήλωση εκθέτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που την περιβάλλουν και εμπίπτουν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Η ευθέως προσωπική του ανάμιξη στα περιστατικά της υπόθεσης φαίνεται από τις ενέργειες και πράξεις που πραγματοποιήθηκαν από τον ίδιο και καταγράφονται αναλυτικά στην ένορκη δήλωση του. Περαιτέρω ο ομνύοντας Σάββα στην ένορκη δήλωση του με το λεκτικό που χρησιμοποιεί και τις αναφορές στις οποίες προβαίνει ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη βάση αγωγής που γίνεται αντιληπτή μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Πρόκειται για παράβαση σύμβασης ενοικίασης ακινήτου και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ακόμη επιβεβαιώνεται ότι το απαιτούμενο ποσό ανέρχεται σε €2.800, το οποίο διεκδικείται ως υπόλοιπο οφειλομένου ποσού που προκύπτει από κατ' ισχυρισμό απλήρωτα ενοίκια για τους μήνες Αύγουστο 2022 (μέρος - €800), Σεπτέμβριο 2022 (€1.000) και Οκτώβριο 2022 (€1.000), πλέον ποσό €1.000 μηνιαίως από 01.11.22, που αξιώνεται ως απώλεια ενδιάμεσων ενοικίων που πηγάζουν από τη χρήση του επίμαχου υποστατικού του οποίου η ενοικίαση τερματίστηκε, μέχρι την εκκένωση και παράδοση της κατοχής του. Στα πιο πάνω κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά διεκδικείται τόκος προς 9& ετησίως μέχρι εξόφλησης τους. Περαιτέρω αξιώνεται εκκαθαρισμένο ποσό €333 πλέον Φ.Π.Α. ως ζημιές υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων που οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι υπέστηκαν λόγω κατ' ισχυρισμού παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης. Συνεπώς ο ενόρκως δηλών Σάββα πρόκειται για πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και να πιστοποιήσει τα γεγονότα που αναφέρονται και χρησιμοποιούνται για τεκμηρίωση του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων. Στην ένορκη δήλωση του ο ομνύοντας βεβαιώνει τις αιτίες αγωγής (§31 & §33 Ε/Δ της αίτησης). Ειδικότερα επικαλείται συστηματική παραβίαση των όρων της σύμβασης ενοικίασης από την Εναγόμενη με την παράλειψη της να πληρώνει εμπρόθεσμα οφειλόμενα ενοίκια και ακολούθως να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 20.09.
- Επίσης επικαλείται έλλειψη πρόθεσης παράδοσης της κατοχής του επίδικου υποστατικού, το οποίο η Εναγόμενη εξακολουθεί να κατέχει μέχρι σήμερα. Περαιτέρω ο ομνύοντας είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και να πιστοποιήσει με βεβαιότητα τα ποσά που απαιτούνται μέσα από την ενσωματωμένη έκθεση απαίτησης στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (§35 Ε/Δ της αίτησης). Επιπλέον ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση του δηλώνει πως από ότι γνωρίζει και πιστεύει η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση (§30 Ε/Δ της αίτησης). Ακολούθως το κρίσιμο ζήτημα που εγείρεται είναι αν μέσα από τα γεγονότα που ο ομνύοντας Σάββα εκθέτει στην ένορκη δήλωση του και τα έγγραφα που επισυνάπτει σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, αξιώνεται μία ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη απαίτηση, η φύση, το είδος και το ύψος της οποίας επαληθεύεται. Από τα δικόγραφα της υπόθεσης προκύπτουν ότι τα πιο κάτω αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων: (α) Οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες και/ή αδειούχοι σε εγγραφή του καταστήματος σε ισόγειο χώρο που στεγάζεται σε κτιριακό συγκρότημα, το οποίο βρίσκεται στη λεωφόρο Νικολάου Νικολαΐδη στην Πάφο. (β) Η Εναγόμενη ενοικίασε το πιο πάνω κατάστημα από τους Ενάγοντες στη βάση όρων που περιέχονται σε συμφωνητικό έγγραφο ενοικίασης που υπογράφηκε από τους διαδίκους ως συμβαλλόμενα μέρη. (γ) Ένας από τους όρους ήταν ότι το μηνιαίο ενοίκιο θα ανερχόταν στα €1.000 και θα προπληρωνόταν την 1ην ημέρα εκάστου μήνα με περίοδο χάριτος 7 ημερών. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η απαίτηση των Εναγόντων εδράζεται σε ισχυρισμό για συμβατικό χρέος που σύμφωνα με την εκδοχή τους πηγάζει μέσα από επικαλούμενη παράβαση της σύμβασης ενοικίασης την οποίαν χρεώνουν στην Εναγόμενη. Είναι η θέση τους ότι η Εναγόμενη μέχρι σήμερα οφείλει μέρος του ενοικίου του Αυγούστου 2022 (€800) και τα ενοίκια του Σεπτεμβρίου 2022 (€1.000) και Οκτωβρίου 2022 (€1.000), ήτοι τους οφείλει συνολικό ποσό €2.
- Επίσης οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €1.000 μηνιαίως μέχρι την παράδοση σ' αυτούς κενής και ελεύθερης της κατοχής του επίδικου υποστατικού από την Εναγόμενη στη βάση απώλειας ενδιάμεσων ενοικίων από τη συνεχιζόμενη κατοχή του από τη τελευταία κατόπιν τερματισμού της ενοικίασης του με επιστολή ημερ. 24.10.
- Ωστόσο παρόλο ότι η έκθεση απαίτησης αναφέρεται σε συμβατική υποχρέωση προπληρωμής ενοικίου €1.000 μηνιαίως εντούτοις οι αποδείξεις είσπραξης χρημάτων που επισυνάπτονται στην Ε/Δ Σάββα υποδεικνύουν πληρωμές τριών μηνών μαζί και όχι προκαταβολικά κάθε μηνός ξεχωριστά και μάλιστα ποσού ύψους €1.800 και €2.100 αντίστοιχα που καλύπτουν την περίοδο από Απρίλιο 2021 μέχρι Μάρτιο
- Μάλιστα καταβολή ποσού μικρότερου από αυτό που προνοούσε η σύμβαση παρατηρείται και προγενέστερα και συγκεκριμένα κατά την περίοδο από Μάρτιο 2020 μέχρι Μάρτιο
- Οι πληρωμές μειωμένου ποσού αφορούσαν ένα μήνα, δύο μήνες και τρεις μήνες αντίστοιχα. Αυτό φαίνεται από την κατάσταση πληρωμών που επισυνάπτεται στην Ε/Δ Σάββα. Την ίδια στιγμή οι Ενάγοντες δεν παρέχουν αποδείξεις είσπραξης αυτών των ποσών που πληρώθηκαν κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου. Εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι στην έκθεση απαίτησης δεν δικογραφούνται γεγονότα και σχετικές λεπτομέρειες που να εξηγούν απόκλιση από τη σύμβαση ενοικίασης, σε αντίθεση με το περιεχόμενο της Ε/Δ Σάββα και στα επισυνημμένα έγγραφα όπου αναφέρονται τέτοια γεγονότα και λεπτομέρειες. Οι δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων επί της ουσίας τους δεν ταυτίζονται με τις αναφορές που περιέχονται στην Ε/Δ Σάββα. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι συγκρούονται μεταξύ τους. Ενώ στην έκθεση απαίτησης τονίζεται η ανάγκη συμμόρφωσης με τη σύμβαση ενοικίασης και ότι υπήρχε συστηματική παράλειψη εμπρόθεσμης πληρωμής μηνιαίων ενοικίων από μέρους της Εναγομένης, στην Ε/Δ Σάββα αναφέρεται ότι «για την περίοδο από τον Μάρτιο 2020 μέχρι τον Μάρτιο 2022 οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν την παραχώρηση έκπτωσης επί του συμφωνημένου ενοικίου.» Η δήλωση αυτή φωτογραφίζει ενδεχόμενο συνεννόησης μεταξύ των διαδίκων μετά που η σύμβαση ενοικίασης τέθηκε σε εφαρμογή. Η Ε/Δ Σάββα στο σύνολο της αναφέρεται σε αποδοχή των Εναγόντων για είσπραξη μειωμένων ποσών ως ενοικίων χωρίς η στάση αυτή να συνιστά παράβαση σύμβασης. Η είσπραξη μειωμένων ποσών ως ενοίκιο, όπως φαίνεται από την Ε/Δ Σάββα και τα επισυνημμένα έγγραφα, αφορά μεγάλη και παρατεταμένη περίοδο, ήτοι δύο χρόνια και δύο μήνες. Στη μεγαλύτερη διάρκεια της περιόδου αυτής, οι πληρωμές αφορούσαν δύο και/ή τρεις μήνες μαζί χωρίς να ισχύει η συμβατική υποχρέωση της προπληρωμής. Η πρακτική αυτή βασισμένη στην ίδια συνεννόηση ακολουθήθηκε από την Εναγόμενη και για την πληρωμή των ενοικίων της περιόδου από τον Ιούνιο 2022 μέχρι τον Οκτώβριο
- Η ίδια ισχυρίζεται συνέχιση αυτής της συνεννόησης ενώ οι Ενάγοντες επικαλούνται λήξη της από τον Μάρτιο 2022 στη βάση της αναφοράς που περιέχεται στην Ε/Δ Σάββα χωρίς όμως τέτοια αναφορά να δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης. Από τα πιο πάνω δεν φαίνεται να αναδύεται μία ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη εκδοχή για τους Ενάγοντες που να αφορά την απαίτηση τους. Τελικά υπήρχε ή όχι οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης ως προς το ύψος του ενοικίου και του χρόνου πληρωμής του για την ενοικίαση του ακινήτου. Αν υπήρξε τέτοια συνεννόηση πότε έγινε, κάτω από ποιες συνθήκες και για πόσο χρόνο θα ίσχυε. Πρόκειται για θέματα που αναδεικνύονται ως συζητήσιμα και χρήζουν εκδίκασης αφού επηρεάζουν τις αιτούμενες θεραπείες της απαίτησης με τις οποίες συνδέονται. Παράλληλα η διάσταση των θέσεων που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης και των αναφορών που περιέχονται στην Ε/Δ Σάββα μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτήν έγγραφα δημιουργούν ερωτηματικά ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο ενοικίασης του επίδικου καταστήματος κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, καθιστώντας έτσι το πλαίσιο εκδοχής της απαίτησης των Εναγόντων ασαφές. Όλα αυτά τα δεδομένα μαζί κάθε άλλο παρά αναδεικνύουν και κατ' επέκταση επαληθεύουν ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη απαίτηση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η προϋπόθεση αυτή δεν πληρείται. Η μη ικανοποίηση όλων των επιτακτικών προϋποθέσεων που απαιτούνται και αφορούν τους Ενάγοντες και την έκθεση απαίτησης τους, μοιραία καθορίζει την τύχη της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου, παρέλκει η ενασχόληση μου με την ποιότητα της υπεράσπισης της Εναγομένης, κάτι που θα γινόταν εφόσον ικανοποιούνταν σωρευτικά τα πιο πάνω κριτήρια σχετικά με την πλευρά των Εναγόντων. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι η απαίτηση των Εναγόντων που αξιώνεται είναι ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη, η Εναγόμενη παρουσιάζει μία συγκεκριμένη λογικοφανή γραμμή υπεράσπισης μέσα από την οποίαν αναδεικνύονται συζητήσιμα θέματα. Οι δικογραφημένες θέσεις της συνθέτουν τη δική της εκδοχή, η οποία έχει συγκεκριμένη μορφή και συγκροτημένο περιεχόμενο, τα οποία είναι επαρκή και ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. . Στη βάση των πιο πάνω ο πέμπτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον των Εναγόντων και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο