← Κύπρος

CAR CORAL LIMITED ως αντικατέστησε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. IAN CHAPPELL κ.α., Αρ. Αγωγής: 1057/2014, 27/4/2023

CAR CORAL LIMITED ως αντικατέστησε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. IAN CHAPPELL κ.α., Αρ. Αγωγής: 1057/2014, 27/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1057/2014 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικατέστησε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και 1. IAN CHAPPELL (U.K. PASS No. [ ]) εκ 38 [ ], [ ], [ ], [ ], [ ] United Kingdom 2. HAYLEY CHAPPELL (U.K. PASS No. [ ]) εκ 38 [ ], [ ], [ ], [ ], [ ] United Kingdom 3. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD (A.E.33959) εκ Νικοδήμου Μυλωνά 33, Marina Court 33, γρ. 26, 8047 Πάφος Εναγομένων Ημερομηνία: 27.04.23 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Χρ. Μιχαήλ για για κ.κ. Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3: κα Λ. Χατζηξενοφώντος για κ.κ. A.G. Erotocritou L.L.C. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά χρεωστικό υπόλοιπο που οι Ενάγοντες διεκδικούν από όλους τους Εναγομένους, το οποίο σύμφωνα με τους Ενάγοντες προέκυψε κατόπιν παράβασης ουσιωδών όρων σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή οικιστικού δανείου καθώς και προνοιών συναφών συμφωνητικών εγγράφων εγγύησης και εξασφάλισης του από τους Εναγομένους. Οι Ενάγοντες αξιώνουν την επιδίκαση χρηματικού ποσού προς όφελος τους που θεωρούν ότι αντιστοιχεί στο κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, πλέον τόκους, καθώς επίσης ζητούν εκποίηση ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας που ισχυρίζονται ότι δόθηκε ως εξασφάλιση της παροχής του οικιστικού δανείου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενάγονται ως πρωτοφειλέτες και στις 02.12.15 εκδόθηκε εναντίον τους δικαστική απόφαση αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €233.317,41 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 05.08.12 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον δικηγορικά έξοδα. Η Εναγόμενη 3 ενάγεται ως εγγυήτρια και ενυπόθηκη οφειλέτης. Η αγωγή σε σχέση με τον εν λόγω διάδικο προχώρησε σε ακρόαση. Η ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία: Η ακίνητη ιδιοκτησία με αρ. εγγραφής [ ], [ ], [ ], [ ], Φ/Σχ. [ ], τεμ. [ ], [ ], [ ], [ ] που βρίσκεται στα δημοτικά όρια της Πέγειας στην επαρχία Πάφου και εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της είναι η Εναγόμενη 3, υποθηκεύτηκε με την υποθήκη αρ. Υ3996/2006. Στις 10.12.18 η εν λόγω υποθήκη διαχωρίστηκε σε δύο. Το ακίνητο που σχετίζεται με το οικιστικό δάνειο: Πρόκειται για το δύο υπνοδωματίων διαμέρισμα αρ. 206 στο Block 1 που αποτελεί μέρος του κτιριακού συγκροτήματος με την ονομασία [ ] και θα κατασκευαζόταν από την Εναγόμενη 3 εντός της πιο πάνω ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας τους (στο εξής η «οικία» ή το «διαμέρισμα»). Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων: Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν το πιο πάνω ακίνητο από την Εναγόμενη 3, η οποία είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και ασχολείται με την ανάπτυξη γης. Για σκοπούς αγοράς της εν λόγω οικίας οι Ενάγοντες παρείχαν πιστωτικές διευκολύνσεις στους Εναγομένους 1 και 2 υπό τη μορφή οικιστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα στη βάση όρων σχετικής σύμβασης ημερ. 22.03.07. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις είχαν τη μορφή οικιστικού δανείου σε ελβετικά φράγμα ύψους CHF250.279,33 (ισοδύναμο σε €153.090,68), η αποπληρωμή του οποίου θα γινόταν με μηνιαίες δόσεις CHF1.730. Το εν λόγω δάνειο θα βαρύνεται με σύνολο επιτοκίου 6 μηνών Libor πλέον 1,75% ετησίως. Αποτελεί μέρος της εκδοχής των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 3 εγγυήθηκε αυτόβουλα και ελεύθερα, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς αυτούς που είτε πηγάζουν από τη σύμβαση ημερ. 22.03.07 είτε θα δημιουργούνταν μελλοντικά, μέχρι ποσού CHF250.000 πλέον τόκους και έξοδα. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 3 ανέλαβε να αποπληρώσει στους Ενάγοντες σε πρώτη ζήτηση οποιαδήποτε ποσά οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα όφειλαν δυνάμει σχετικού συμφωνητικού εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, πέραν της εγγύησης που δόθηκε από την Εναγόμενη 3, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 δόθηκαν οι πιο κάτω επιπλέον εξασφαλίσεις: (α) η Εναγόμενη 3 ενέγραψε προς όφελος των Εναγόντων την υποθήκη αρ. Υ3996/06 που αφορά τα ιδιοκτησίας της τεμάχια στα οποία βρίσκεται το κτιριακό συγκρότημα [ ] για το ποσό των €854.300,72 με τόκο 6,25% ετησίως από 21.08.06 ή το εκάστοτε επιτρεπόμενο ανώτατο ποσοστό επιτοκίου πάνω στο εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον έξοδα μέχρι εξόφλησης (υπάρχουσα δεύτερη υποθήκη), (β) εκχώρηση υπέρ των Εναγόντων του πωλητηρίου εγγράφου ανάμεσα στους Εναγομένους 1 και 2 και στην Εναγόμενη 3 σε σχέση με την πώληση του επίμαχου ακινήτου, (γ) εγγραφή προς όφελος των Εναγόντων υποθήκης που αφορά την επίμαχη οικία για το ποσό του δανείου μετά που αυτή θα έχει μεταβιβαστεί και εγγραφεί στα ονόματα των Εναγομένων 1 και 2 (θα είναι η πρώτη υποθήκη), (δ) οποιαδήποτε υφιστάμενη ή μελλοντική παγοποίηση μετρητών. Επειδή, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, ο λογαριασμός δανείου των Εναγομένων 1 και 2 παρουσίαζε καθυστερήσεις σε πληρωμές, κατά παράβαση ουσιωδών όρων της σύμβασης δανείου, με επιστολή τους ημερ. 06.08.12 τερμάτισαν τη σύμβαση δανείου και τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού απαιτώντας εξόφληση όλου του χρεωστικού υπολοίπου εντός περιόδου 7 ημερών. Η επιστολή αυτή κοινοποιήθηκε και στην Εναγόμενη 3 από την οποίαν ζητήθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που, με βάση τις αναφορές των Εναγόντων, πηγάζουν από την επικαλούμενη συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης. Είναι γι' αυτό που οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη 3 την πληρωμή ποσού €233.317,41 που θεωρούν ότι είναι το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου που παρουσίαζε ο λογαριασμός δανείου στις 21.08.12, πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 05.08.12 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επιπλέον οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος πώλησης της επίμαχης οικίας με το ποσό που θα προκύψει από την πώληση να χρησιμοποιείται προς εξόφληση ή έναντι του κατ' ισχυρισμό οφειλομένου ποσού, τυχόν δε περίσσευμα να επιστραφεί στην Εναγόμενη 3. Αντίθετα η Εναγόμενη 3 επισημαίνει ότι ακολουθώντας την πρακτική που τότε επικρατούσε εγγυήθηκε, ως κατασκευαστής της οικίας, τους Εναγομένους 1 και 2 σε σχέση με το δάνειο που εξασφάλισαν για την αγορά του ακινήτου. Ωστόσο αποτελεί μέρος της εκδοχής της Εναγομένης 3 ότι υπήρχε παράλληλη συμφωνία και/ή συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων ότι η εγγύηση που αυτή παρείχε θα έπαυε να ισχύει και/ή θα αντικαθίστατο με εγγραφή υποθήκης επί της επίμαχης οικίας με την ολοκλήρωση της κατασκευής του ακινήτου και/ή με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας επί του εν λόγω ακινήτου. Είναι η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης 3 ότι η κατασκευή της επίμαχης οικίας έχει ολοκληρωθεί και περί τις 02.07.15 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας της. Είναι ακόμη η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης 3 ότι οι Ενάγοντες παρότρυναν και προέτρεψαν τους Εναγομένους 1 και 2 να ζητήσουν και να λάβουν δάνειο σε ελβετικά φράγκα δίδοντας τους αμελείς διαβεβαιώσεις, οι οποίες διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην λήψη απόφασης από μέρους τους. Σχετικές λεπτομέρειες παρέχονται στην §5Β υπό τα σημεία (
  2. i)μέχρι (
  3. v)της έκθεσης υπεράσπισης. Επίσης η Εναγόμενη 3 αποδίδει στους Ενάγοντες παράλειψη ενημέρωσης και διαφώτισης των Εναγομένων 1 και 2 για κινδύνους και επιπτώσεις που υπάρχουν αναφορικά με τη λειτουργία δανείου σε ελβετικά φράγκα προτού οι τελευταίοι αποφασίσουν αν θα προχωρούσαν μ' αυτό. Αναφορές σε τέτοιους κινδύνους και επιπτώσεις δικογραφούνται στις §5Γ και §5Δ της έκθεσης υπεράσπισης. Επιπροσθέτως αποτελεί μέρος της εκδοχής της Εναγομένης 3 ότι το ποσό που οι Ενάγοντες αξιώνουν αποτελεί προϊόν παράνομων και/ή αντισυμβατικών χρεώσεων και παράνομου ανατοκισμού. Επιπλέον η Εναγόμενη 3 εγείρει ζήτημα νομιμότητας και εγκυρότητας της σύμβασης δανείου που σύμφωνα με την ίδια συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τη συμφωνία εγγύησης για τους εξής λόγους: (α) στερείται νόμιμου ανταλλάγματος επειδή το δάνειο χορηγήθηκε σε νόμισμα άλλο από το νόμισμα των εισοδημάτων των Εναγομένων 1 και 2, (β) η σύμβαση δανείου περιέχει καταχρηστικές ρήτρες, όπως για παράδειγμα ο όρος ότι οι Ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να μεταβάλλουν κατά την απόλυτη κρίση τους και οποτεδήποτε το επιτόκιο ως δικογραφείται στην §5Ι υπό τα σημεία (
  4. i)μέχρι (
  5. v)της έκθεσης υπεράσπισης. (γ) ένεκα απάτης και εικονικότητας για τον επικαλούμενο λόγο που δικογραφείται στην παράγραφο 5Ε της έκθεσης υπεράσπισης. Περαιτέρω είναι η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης 3 ότι ο τόκος υπερημερίας και οι όροι για χρεώσεις επιπρόσθετων τόκων και τραπεζικών δικαιωμάτων συνιστούν ποινικές ρήτρες επειδή αποσκοπούν στην τιμωρία των Εναγομένων και γι' αυτό δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. Η δε αύξηση του επιτοκίου και η κεφαλαιοποίηση τόκου καταστρατηγούν τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν.160(Ι)/1999) και είναι αντίθετη με τα χρηστά ήθη αφού υπερβαίνουν το υπό της Κεντρικής Τράπεζας και/ή από τη νομοθεσία καθορισμένο επιτόκιο. Ακόμη αποτελεί μέρος της εκδοχής της Εναγόμενης 3 ότι οι Ενάγοντες δεν προέβηκαν σε νόμιμο τερματισμό των συμφωνιών και ότι δεν ειδοποίησαν τους εγγυητές. Ειδικότερα είναι η δικογραφημένη θέση της ότι οι Ενάγοντες δεν την ενημέρωσαν ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή μηνιαίας δόσης που αφορά το δάνειο των Εναγομένων 1 και 2. Για όλα τα πιο πάνω η Εναγόμενη 3 ζητεί την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες. Προς υπεράσπιση της η Εναγόμενη 3 κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 35 τεκμήρια. Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου. Η κυρίως εξέταση του ΜΕ1 αποτελείται από γραπτή δήλωση του (Ένδειξη 'Α') και ακολούθησε η αντεξέταση του. Πρόκειται για τον Δαμιανό Μηνά. Είναι υπάλληλος της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd αλλά δεόντως εξουσιοδοτημένος να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε στους αρχικούς Ενάγοντες και στους νέους Ενάγοντες της παρούσας αγωγής. Ενεργεί ως secondee στους νέους Ενάγοντες δυνάμει σχετικής συμφωνίας που υπογράφηκε μεταξύ των νέων Εναγόντων και του εργοδότη του. Όπως ο μάρτυρας είπε, όλες οι επίδικες συμφωνίες, λογαριασμοί, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις καθώς και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λίμιτεδ (στο εξής η «Τράπεζα») έχουν μεταβιβαστεί στην CAC Coral Ltd, η οποία έχει αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Τράπεζα στην παρούσα αγωγή και ενεργούν πλέον ως οι Ενάγοντες κατ εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 20.12.18 από το Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών αρ. 947/2018 βάση των άρθρων 198-200 του Κεφ.113 και τέθηκε σε ισχύ στις 21.12.18. Διευκρινίζοντας το νομικό καθεστώς των Εναγόντων, ο μάρτυρας είπε ότι οι Ενάγοντες δεν είναι τραπεζικός οργανισμός αλλά εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Μέσα από τη μαρτυρία του ο ΜΕ1 ανάφερε ότι περί την 01.12.06 οι Εναγόμενοι 1 & 2 αγόρασαν, δυνάμει σχετικής σύμβασης (Τεκμήριο 3), από την Εναγόμενη 3, η οποία είναι εταιρεία που ασχολείται με την ανάπτυξη γης και με την ανέγερση κατοικιών, διαμέρισμα που βρίσκεται εντός των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/[ ], 0/[ ], 0/[ ], 0/[ ], Φ/Σχ. [ ], τεμ. [ ], [ ], [ ] & [ ] στο κτιριακό συγκρότημα [ ], ιδιοκτησίας της Εναγομένης 3. Επειδή οι Εναγόμενοι 1 & 2 διέμεναν μόνιμα στο εξωτερικό, διόρισαν πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους τον δικηγόρο Ιωάννη Παπαζαχαρία από την Πάφο δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου που υπέγραψαν ημερ. 11.12.06 (Τεκμήριο 2) προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες αγοράς του ακινήτου περιλαμβανομένης της εξασφάλισης δανειοδότησης. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, οι Εναγόμενοι 1 & 2 αποτάθηκαν στην Τράπεζα για να τους χρηματοδοτήσει για την αγορά του διαμερίσματος, η οποία εγκρίνοντας σχετική αίτηση τους συμφώνησε να τους παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 5). Ο ΜΕ1 δεν γνωρίζει τι είχε συζητηθεί μεταξύ των τραπεζικών λειτουργών και των Εναγομένων 1 & 2 και ούτε τι τους έχει τυχόν εξηγηθεί. Προς το σκοπό αυτό υπογράφηκε σύμβαση δανείου ημερ. 22.03.07 μεταξύ της Τράπεζας και του πληρεξουσίου αντιπροσώπου Παπαζαχαρία εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων (Τεκμήριο 4). Αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης αποτελεί το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 22.03.07 της Τράπεζας που κατέγραφε συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εξασφαλίσεις σε σχέση με την χρηματοδότηση, το οποίο έγινε αποδεκτό από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγομένων. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι σε κάποια ζητήματα υπήρξε διαπραγμάτευση με την Τράπεζα, σε κάθε όμως περίπτωση οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν την επιλογή, αν επιθυμούσαν, να μην υπέγραφαν τα έγγραφα. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1 η Εναγόμενη 3 συμφώνησε με την πιο πάνω επιστολή, την οποίαν υπέγραψε. Μάλιστα, όπως ο μάρτυρας είπε, η ίδια πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο χρηματοδότησης σε ελβετικά φράγκα για τους πελάτες της. Σχετική αλληλογραφία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 18. Ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι το ίδιο ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση. Δεν υπήρξε παρότρυνση από μέρους της Τράπεζας αλλά οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 & 2, μέσω της Εναγομένης 3, ζήτησαν χρηματοδότηση σε ελβετικά φράγκα. Οι Εναγόμενοι 1 & 2 αιτήθηκαν στις 09.09.07 όπως η χρηματοδότηση δοθεί σε νόμισμα ελβετικού φράγκου (Τεκμήριο 17). Η Εναγόμενη 3 ενημερώθηκε από την Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 22.03.07 (Τεκμήριο 6) για τη χορήγηση οικιστικού δανείου στους Εναγομένους 1 και 2 σε ελβετικό φράγκο καθώς και για τις χρεώσεις με τις οποίες θα επιβαρύνεται το έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ημερ. 22.03.07. Όταν υλοποιήθηκαν τα πιο πάνω, η Τράπεζα εκταμίευσε το συνολικό ποσό του δανείου που ήταν σε ελβετικά φράγκα CHF250.279,33 (ισότιμο σε Λ.Κ.£89.600). στο λογαριασμό δανείου αρ. 545/140068-9. Μία από τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν ήταν να εγγραφεί προς όφελος της Τράπεζας η υποθήκη αρ. Υ3996/06 ημερ. 21.08.06 που υπέγραψε η Εναγόμενη 3 μαζί με σχετικό έγγραφο υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου για το ποσό των Λ.Κ.£500.000 (ισότιμο σε €854.300,72) πλέον τόκο 6,25% ετησίως από 21.08.06 που αφορούσε τα προαναφερόμενα ακίνητα στα οποία βρίσκεται το κτιριακό συγκρότημα, εντός του οποίου στεγάζεται το επίμαχο διαμέρισμα που οι Εναγόμενοι αγόρασαν με χρηματοδότηση της Τράπεζας (Τεκμήριο 8). Η πιο πάνω υποθήκη διαχωρίστηκε στην Υ10103996/06 για ποσό €753.988,22 και στην Υ102003996/06 για ποσό €100.312,50. Η πρώτη υποθήκη μεταβιβάστηκε από την Τράπεζα στους Ενάγοντες και είναι αυτή που καλύπτει την χρηματοδότηση των Εναγομένων. Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του επίμαχου διαμερίσματος της Εναγομένης 3 αλλά δεν έχει μεταβιβαστεί στα ονόματα των Εναγομένων 1 & 2 (Τεκμήριο 21). Περαιτέρω ο μάρτυρας ανάφερε ότι η Εναγόμενη 3 υπέγραψε έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ημερ. 22.03.07 με το οποίο εγγυήθηκε αυτόβουλα και ελεύθερα αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγομένων σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 ή διαφορετικά, είτε αυτές υφίσταντο κατά την ημέρα της εγγύησης είτε θα δημιουργούνταν μελλοντικά μέχρι ποσού CHF250.000 πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήριο 9). Η Εναγόμενη 3 ανέλαβε να πληρώσει στην Τράπεζα σε πρώτη ζήτηση οποιαδήποτε ποσά οι Εναγόμενοι της όφειλαν. Πρακτικά συνεδρίασης διοικητικού συμβουλίου Εναγομένης 3 ημερ. 21.03.07 που εγκρίνουν την παροχή εξασφάλισης με την πιο πάνω υποθήκη καθώς και εξουσιοδοτούν την υπογραφή του Τεκμηρίου 9, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 10. Εξηγώντας τον τρόπο λειτουργίας των δανείων σε ξένο νόμισμα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ΜΕ1 είπε τα εξής που σημειώνονται αυτολεξεί: «Κατά τη χορήγηση δανείου σε ξένο νόμισμα, ανοιγόταν ο λογαριασμός δανείου ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με άλλο ενδιάμεσο λογαριασμό ο οποίος στην ουσία λειτουργούσε ως λογαριασμός εξυπηρέτησης του πρώτου και παρουσίαζε το χρεωστικό υπόλοιπο τυχόν ληξιπρόθεσμων δόσεων, ενώ ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε το υπόλοιπο ποσό του δανείου ως αν να ήταν ενήμερο, δηλαδή ως αν οι πληρωτέες δόσεις είχαν πληρωθεί κανονικά. Με λίγα λόγια ο λογαριασμός δανείου πιστωνόταν αυτόματα την ημερομηνία που είχε καθοριστεί η δόση με αντίστοιχη χρέωση του ενδιάμεσου λογαριασμού. Τη μέρα που οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν τη δόση τους στον ενδιάμεσο λογαριασμό, το υπόλοιπο του ενδιάμεσου λογαριασμού μηδενιζόταν. Ο ενδιάμεσος λογαριασμός έπρεπε κανονικά να έχει πάντοτε μηδενικό υπόλοιπο. Αν όμως παραλείπονταν δόσεις ή δεν γινόταν εμπρόθεσμη κατάθεση τους, ο ενδιάμεσος λογαριασμός γινόταν χρεωστικός, ένδειξη του γεγονότος ότι το δάνειο ήταν υπερήμερο. Ο συμψηφισμός των υπολοίπων του λογαριασμού δανείου και του ενδιάμεσου λογαριασμού απέδιδε το πραγματικό υπόλοιπο της δανειακής οφειλής.» Κατά τον μάρτυρα ο ενδιάμεσος λογαριασμός δεν ήταν τρεχούμενος αλλά ήταν συνδεδεμένος με τον λογαριασμό δανείου. Αμφότεροι λογαριασμοί χρεώνονταν με το συνολικό συμβατικό επιτόκιο. Η δημιουργία του ενδιάμεσου λογαριασμού ήταν μια εσωτερική διαδικασία της Τράπεζας για συγκεκριμένα δάνεια όπως το επίδικο. Απορρίπτοντας τη θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης 3, ο μάρτυρας είπε ότι οι καταστάσεις του ενδιάμεσου λογαριασμού αποστέλλονταν στους Εναγομένους 1 & 2. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, ο ΜΕ1 κατέθεσε δύο επιστολές ημερ. 22.03.07 από τον Εναγόμενο 1 προς την Τράπεζα (Τεκμήρια 19Α και 19Β). Ο μάρτυρας ακόμη εξήγησε ότι όλες οι καταχωρήσεις και πράξεις που έγιναν και αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Οι πληροφορίες αυτές αποθηκεύονται σε ηλεκτρονικό αρχείο. Οι λογαριασμοί αυτοί συνιστούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή. Το μητρώο με τις πληροφορήσεις, καταχωρήσεις και πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς των πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν μεταφερθεί στους Ενάγοντες, περιλαμβανομένου του επίδικου δανείου, μεταφέρθηκαν αυτούσια στους Ενάγοντες σε έντυπη μορφή και ηλεκτρονικά από τους τεχνικούς της Τράπεζας, οι οποίοι πλέον τα έχουν στην κατοχή τους. Για κάθε καταχώρηση δοσοληψίας υπάρχει αρχείο με τα σχετικά εντάλματα ταμείου ή άλλα υποστηριχτικά έγγραφα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επέμβασης ή αλλοίωσης τους. Οι καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών που κατατέθηκαν, ήτοι δανείου αρ. [ ] για την περίοδο από 22.03.07 μέχρι 06.08.12 (Τεκμήριο 14) και ενδιάμεσος αρ. [ ] για την περίοδο από 30.03.07 μέχρι 31.08.12 (Τεκμήριο 15), τις εκτύπωσε, έλεγξε και σύγκρινε με το ηλεκτρονικό αρχείο ο μάρτυρας, διαπιστώνοντας ότι περιλαμβάνουν τις πληροφορίες, καταχωρήσεις και πράξεις που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς και είχαν μεταφερθεί αυτούσια από την Τράπεζα. Είναι οι ίδιες μ' αυτές που αποστάληκαν στους πελάτες. Στην πορεία ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις στην πληρωμή. Με επιστολή της ημερ. 21.10.11 η Τράπεζα ενημέρωσε τους Εναγομένους 1 και 2 για καθυστερήσεις ύψους CHF49.496,53 προειδοποιώντας τους πως αν δεν τακτοποιούνταν θα προχωρούσαν σε τερματισμό της σύμβασης δανείου. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στην Εναγόμενη 3 (Τεκμήρια 11Α και 11Β). Ηλεκτρονική δε αλληλογραφία των μερών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16. Επειδή παρέμειναν οι οικονομικές εκκρεμότητες, η Τράπεζα με νέα επιστολή της ημερ. 06.08.12 που αποστάληκε στους Εναγομένους, με κοινοποίηση στην Εναγόμενη 3, προχώρησε σε τερματισμό της σύμβασης δανείου και ης λειτουργίας του λογαριασμού, ενημερώνοντας παράλληλα για επιβάρυνση ολόκληρου του υπολοίπου με επιτόκιο προς 14% (βασικό επιτόκιο προς 6,25% πλέον επιτόκιο περιθωρίου προς 7,75%) κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους (Τεκμήρια 12Α και 12Β). Επιπλέον ο μάρτυρας σημείωσε ότι μέχρι την ημερομηνία τερματισμού η Τράπεζα κατά διαστήματα προέβαινε σε τροποποιήσεις του επιτοκίου, τις οποίες γνωστοποίησε στους Εναγομένους. Σε ότι αφορά το ύψος του τόκου υπερημερίας, γίνονταν σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο. Συγκεντρωτικός πίνακας στον οποίον φαίνονται όλες οι μεταβολές επιτοκίου καθώς και οι επιστολές γνωστοποίησης προς τους Εναγομένους και οι ανακοινώσεις στον τύπο κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 13. Καταλήγοντας ο μάρτυρας ανάφερε ότι στους Ενάγοντες οφείλεται ποσό €233.317,41 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 05.08.12 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του ο ΜΕ1 δεν εντόπισε να έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό. Όπως ο μάρτυρας ανάφερε, οι Ενάγοντες θεωρούν την Εναγόμενη 3 συνοφειλέτη και κατ' επέκταση υπόλογο στην πληρωμή του. Τελευταίος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΜΕ2), ο οποίος από το έτος 2019 παρέχει υπηρεσίες, ως συνεργάτης των Εναγόντων, αναφορικά με τη διαχείριση οφειλών που βρίσκονται στις οριστικές καθυστερήσεις και τον χειρισμό δικαστηριακών υποθέσεων με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, χρέη προς τους Ενάγοντες. Η γραπτή δήλωση του που κατατέθηκε ως Ένδειξη 'Β' βασικά αποτελεί την κυρίως εξέταση του. Στη συνέχεια υπεβλήθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης. Στην μαρτυρία του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το άθροισμα του χρεωστικού υπολοίπου μεταφέρθηκε σε λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων μέσω του ενδιάμεσου λογαριασμού. Επίσης έχει δηλώσει ότι το περιεχόμενο των επιδίκων λογαριασμών, περιλαμβανομένου των καταχωρήσεων, πράξεων και εγγραφών στις καταστάσεις των λογαριασμού δανείου και ενδιάμεσου λογαριασμού είναι ορθές και απεικονίζουν τις συναλλαγές που έχουν γίνει από τους Εναγομένους 1 και 2. Ο μάρτυρας παρουσίασε το ρόλο και τη σημασία της λειτουργίας ενδιάμεσου λογαριασμού στην διεκπεραίωση των δραστηριοτήτων της Τράπεζας. Παραθέτω αυτούσιες τις αναφορές του στο ζήτημα αυτό (§8 Ένδειξη 'Β' σελίδα 4): «Ειδικότερα ο Ενδιάμεσος Λογαριασμός λειτουργούσε ως λογαριασμός εξυπηρέτησης του Λογαριασμού Δανείου και παρουσίαζε το χρεωστικό υπόλοιπο τυχόν ληξιπρόθεσμων δόσεων και αναλογούντων τόκων, ενώ ο Λογαριασμός Δανείου παρουσίαζε το υπόλοιπο ποσό του δανείου ως αν να ήταν ενήμερο, δηλαδή ως αν οι πληρωτέες δόσεις είχαν πληρωθεί κανονικά. Με λίγα λόγια ο Λογαριασμός Δανείου πιστωνόταν αυτόματα την ημερομηνία που είχε καθοριστεί η δόση με αντίστοιχη χρέωση του Ενδιάμεσου Λογαριασμού. Συνεπώς, όλες οι πληρωμές των δόσεων του Δανείου από μέρους των Εναγομένων 1 και 2 πιστώνονταν στον Ενδιάμεσο Λογαριασμό. Επίσης τονίζω ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό είναι σε κάθε περίπτωση το άθροισμα αυτών των λογαριασμών. Παράλληλα εξήγησε το είδος λειτουργίας του συγκεκριμένου λογαριασμού δανείου λέγοντας πως είναι όπως τον τρεχούμενο λογαριασμό αλλά χωρίς όριο. Μπορεί να βρίσκεται σε υπέρβαση. Στην προκειμένη περίπτωση ο εν λόγω λογαριασμός ήταν συνεχώς σε υπέρβαση. Ο μάρτυρας ακόμη σημείωσε ότι η Τράπεζα ενημέρωνε με στοιχεία την Κεντρική Τράπεζα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ποσό ήταν ληξιπρόθεσμο. Την ίδια στιγμή απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση της Εναγομένης 3, όπως αυτή του υπεβλήθηκε από τον συνήγορο της στο στάδιο αντεξέτασης του, η οποία ήταν ότι η Τράπεζα παρανομούσε διαβιβάζοντας στην Κεντρική Τράπεζα εικονικές πράξεις για να δικαιολογήσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια της με σκοπό να βελτιώσει τους δείχτες κεφαλαιουχικής επάρκειας της και να συνεχίσει έτσι ο εν λόγω τραπεζικός οργανισμός να λειτουργεί. Παραθέτοντας εναλλακτικό σενάριο από μέρους των Εναγόντων ως προς τις χρεώσεις επιτοκίου υπερημερίας του λογαριασμού, διαφόρων εξόδων που η Τράπεζα υπέστη και σε σχέση με τον διαιρέτη που έχει χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό των τόκων σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η θέση της Εναγομένης 3 για αντισυμβατικές και παράνομες χρεώσεις, ο μάρτυρας παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις με βάση τις καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο ηλεκτρονικής μορφής που η Τράπεζα τηρούσε για τους λογαριασμούς της. Οι αναδομημένες καταστάσεις που αφορούσαν το λογαριασμό δανείου κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 22Α και αυτές που αφορούσαν τον ενδιάμεσο λογαριασμό κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 22Β. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι αναδομημένες καταστάσεις καλύπτουν την περίοδο από 22.03.07 που είναι η ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου μέχρι 06.08.12 που είναι η ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης δανείου και της λειτουργίας του λογαριασμού. Αναλύοντας το σκεπτικό της ετοιμασίας των αναδομημένων λογαριασμών ο μάρτυρας είπε ότι εδράζονται στα πιο κάτω δεδομένα: (α) το επιτόκιο ήταν αυτό που ίσχυε την περίοδο λειτουργίας των λογαριασμών ως μεταβάλλονταν με βάση το Τεκμήριο 13, (β) μηδενικό επιτόκιο υπερημερίας, (γ) έχουν αφαιρεθεί έξοδα ετοιμασίας καταστάσεων (statement fee) και έξοδα αποστολής επιστολής όχλησης, (δ) κεφαλαιοποίηση τόκων κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι τον τερματισμό τους και μεταφορά των υπολοίπων στις οριστικές καθυστερήσεις, (ε) για τον υπολογισμό τόκου λήφθηκαν υπόψη οι μήνες προς όσες ημέρες έχει ο κάθε ένας και ως διαιρέτης χρησιμοποιήθηκε ο αριθμός 365 και για δίσεκτα έτη ο αριθμός 366, (στ) τα ποσά που αναφέρονται είναι σε ελβετικά φράγκα και στο τέλος της κατάστασης μετατρέπεται σε ευρώ με συναλλαγματική ισοτιμία 1,1995 που ίσχυε στις 06.08.12 (ημερομηνία τερματισμού), (ζ) το περιεχόμενο τους διαβάζεται σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια 14 & 15 ώστε να διαπιστώνεται η περιγραφή ή οι λεπτομέρειες κάθε μίας χρέωσης και/ή πίστωσης. Ο ΜΕ2 επίσης ανάφερε ότι χρησιμοποιήθηκαν οι πράξεις που είναι καταχωρημένες στο τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας και με τη χρήση μαθηματικών εξισώσεων υπολογίστηκαν οι τόκοι. Όπως είπε, έλεγξε προσωπικά και επαλήθευσε την κάθε πράξη, καταχώρηση και δεδομένα που περιέχονται στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού και διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού είναι ακριβές και ορθό. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ1) ήταν ο δικηγόρος Ιωάννης Παπαζαχαρίας. Η γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως Ένδειξη 'Γ' δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα. Ακολούθως υπεβλήθηκε σε αντεξέταση. Συνοπτική καταγραφή του συνόλου της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα περιέχει αναφορά του ότι η γνωριμία του με τους Εναγομένους 1 και 2 επήλθε μέσω εταιρείας που εδρεύει στην Αγγλία και είχε συστήσει την Κύπρο ως προορισμό για επενδύσεις σε ακίνητα. Η ίδια εταιρεία σύστησε τους εν λόγω Εναγομένους και στην Εναγόμενη 3, η οποία ήταν επιχειρηματίας ανάπτυξης γης. Εξηγώντας το ρόλο του, ο ΜΥ1 είπε ότι εκπροσώπησε τους Εναγομένους 1 και 2 ως δικηγόρος τους καταρτίζοντας το πωλητήριο έγγραφο, την εξασφάλιση αδειών που χρειάζονταν, την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο και άλλα συναφή που απαιτούνταν για την επένδυση του ακινήτου. Παράλληλα ήταν πρακτική του να διορίζεται πληρεξούσιος αντιπρόσωπος πελατών του που χρειάζονταν δανειοδότηση προκειμένου να ολοκληρώσουν την αγορά του ακινήτου. Παρείχε απλή εξυπηρέτηση στους υφιστάμενους πελάτες του χωρίς να εισπράττει αμοιβή για τις υπηρεσίες του στο ζήτημα της δανειοδότησης. Αντίθετα για τις νομικές υπηρεσίες λάμβανε αμοιβή. Όπως είπε, στην παρούσα υπόθεση διορίστηκε, με βάση το Τεκμήριο 2, πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 και 2 για να υπογράψει μόνο όλα τα απαραίτητα έγγραφα και να συναφθεί το επίμαχο δάνειο ώστε να ολοκληρωθεί η αγορά του ακινήτου χωρίς να απαιτείται η παρουσία τους στην Κύπρο. Ο ίδιος δεν ήταν αυτός που ετοίμασε το έγγραφο αυτό. Επίσης δεν ήταν παρών όταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 συναντήθηκαν με τους λειτουργούς της Τράπεζας, συνάντηση που εξ όσον αντιλαμβάνεται έγινε πριν τη σύναψη του δανείου και την αγορά του ακινήτου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν κάνει όλα τα σχετικά και είχαν συνεννοηθεί για το δάνειο τους, για το οποίο ο ΜΥ1 δεν ήταν υπεύθυνος. Ο ΜΥ1 απλά θα λάμβανε γραπτές οδηγίες ρητές γραπτές οδηγίες να μεταβεί στην Τράπεζα να υπογράψει όλα τα σχετικά έγγραφα και να τους ενημερώσει, πράγμα που έπραξε. Για τη σύναψη του δανείου ο ΜΥ1 στις 22.03.07 μετέβηκε σε υποκατάστημα της Τράπεζας. Άλλη εμπλοκή στο ζήτημα του δανείου δεν είχε. Όταν πήγε στο υποκατάστημα της Τράπεζας του παρουσιάστηκαν προδιατυπωμένα έγγραφα για υπογραφή χωρίς να του εξηγηθεί οποιοσδήποτε όρος καθώς επίσης οι κίνδυνοι σύναψης δανείου σε ελβετικά φράγκα. Ούτε όμως γνωρίζει τους κινδύνους αυτούς. Ούτε του αναφέρθηκε ότι σε περίπτωση αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα αυξανόταν η μηνιαία δόση αποπληρωμής δανείου αλλά ούτε του δόθηκαν αριθμητικά παραδείγματα για να ενημερώσει τους Εναγομένους 1 και 2. Αναγνωρίζοντας την υπογραφή του στη σελίδα 5 του Τεκμηρίου 5 αμέσως κάτω από δακτυλογραφημένη δήλωση του ότι του είχαν επεξηγηθεί οι κίνδυνοι χορήγησης δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων σε ελβετικά φράγκα και που ενυπάρχουν στο νομικό πλαίσιο των όρων και ότι τους έχει αντιληφθεί, ανέφερε ότι: (α) το Τεκμήριο 5 που περιλαμβάνει την επίμαχη δήλωση ήταν ένα από τα προδιατυπωμένα έγγραφα της Τράπεζας που υπέγραψε, (β) όταν μετέβηκε στην Τράπεζα δεν ανέγνωσε τους όρους παρά μόνο βεβαιώθηκε ότι είχε σημειωθεί ορθά το ύψος του επίδικου δανεισμού, το επιτόκιο και το ύψος της δόσης, (γ) η Τράπεζα δεν έθεσε στην προσοχή του τη συγκεκριμένη δήλωση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η Εναγόμενη 3 δεν ενδιαφερόταν σε τι νόμισμα θα συναπτόταν το δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 από την Τράπεζα. Όπως είπε, αυτό που την ενδιέφερε ήταν να εισπράξει το τίμημα πώλησης στο τοπικό νόμισμα. Ο ίδιος γνώριζε ότι κατά την εν λόγω περίοδο η Τράπεζα προωθούσε δάνεια σε ελβετικά φράγκα σε αρκετούς πελάτες της, περιλαμβανομένου πελάτες της Εναγομένης 3. Καταλήγοντας ο μάρτυρας δήλωσε πως ο ίδιος είχε χειριστεί πάρα πολλές περιπτώσεις όπου πελάτες βρέθηκαν σε πολύ δυσχερή θέση σε μεταγενέστερο στάδιο λόγω της δραματικής ανατροπής της ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ. Ένεκα αυτού του συμβάντος, πελάτες κλήθηκαν να πληρώσουν αυξημένες δόσεις, χωρίς να ήταν ικανές να εξοφλήσουν το δάνειο που τους είχε χορηγηθεί. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Ανδρέας Νικόλας Θεοδοσίου (ΜΥ2), ο οποίος συνεργάζεται επαγγελματικά με την Εναγόμενη 3 από τον Απρίλιο 2007. Μέχρι το έτος 2016 εργαζόταν ως σύμβουλος πωλήσεων ακινήτων ενώ από το έτος 2017 μέχρι σήμερα κατέχει τη θέση του διευθυντή πωλήσεων της Εναγομένης 3. Η κυρίως εξέταση του αποτελείται από τη γραπτή δήλωση του, η οποία παρουσιάστηκε ως Ένδειξη 'Δ'. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των Εναγόντων. Περίληψη του περιεχομένου της μαρτυρίας του περιλαμβάνει αναφορά για το είδος των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του εργοδότη του. Όπως είπε, πρόκειται για εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων που εδρεύει στην Κύπρο με αρκετούς πελάτες ως αγοραστές ακινήτων, ορισμένοι από τους οποίους κατάγονται από χώρες του εξωτερικού. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν πελάτες της Εναγομένης 3. Αναφερόμενος στα μέλη τη ομάδας που είναι επικεφαλής σημείωσε ότι είναι σύμβουλοι πωλήσεων ακινήτων που έχουν άμεση επαφή με τους αγοραστές. Ο ίδιος δεν ήταν ο σύμβουλος που χειρίστηκε την υπόθεση των Εναγομένων 1 και 2, πλην όμως είπε ότι η διαδικασία που ακολουθείται από τους συμβούλους πριν από το έτος 2007 σχετικά με αγοραστές από το εξωτερικό που προσπαθούν να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση είναι συγκεκριμένη. Ο μάρτυρας περίγραψε στη διαδικασία που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Έπειτα αναφέρθηκε στο ρόλο που ο ίδιος διαδραμάτιζε όταν ήταν σύμβουλος πωλήσεων στις συναντήσεις του με αρμοδίους λειτουργούς της Τράπεζας αναφορικά με το προϊόν χρηματοδότησης. Την ίδια στιγμή χαρακτήρισε παραπλανητική τη στάση που η Τράπεζα τηρούσε απέναντι σε πελάτη που ενδιαφερόταν να δανειοδοτηθεί σε νόμισμα ελβετικού φράγκου για να αγοράσει το ακίνητο που επιθυμούσε αφού όπως ισχυρίστηκε γινόταν επιφανειακή πληροφόρηση, παραγνώριση κινδύνων και παρότρυνση από την Τράπεζα στον πελάτη να προσχωρήσει με τέτοιου είδους χρηματοδότηση. Έπειτα όμως συμφώνησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η Τράπεζα ενημέρωνε είτε για του όρους είτε για τους κινδύνους είτε για την πορεία της δανειοδότησης. Σύμφωνα ακόμη με τον μάρτυρα, η Εναγόμενη 3 δεν ζήτησε τη δανειοδότηση πελατών της σε ξένο νόμισμα και τούτο το πληροφορήθηκε από τον εκτελεστικό διευθυντή της Εναγομένης 3 που υπέγραφε σχετικές επιστολές. Ερχόμενος στο ζήτημα παροχής εξασφάλισης σε χρηματοδότηση πελάτη όταν στο στάδιο χορήγησης της το προς πώληση ακίνητο δεν είχε ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας, ο ΜΥ2 ανάφερε ότι η πρακτική που ακολουθείτο ήταν η Εναγόμενη 3 να υποθηκεύει προς όφελος της Τράπεζας το ακίνητο αλλά και εταιρική εγγύηση. Με την έκδοση όμως ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, παραχωρείτο νέα υποθήκη από τον πελάτη και η εταιρική εγγύηση ακυρωνόταν. Παρόλα αυτά όμως ο ΜΥ2 συμφώνησε ότι δεν είχε προσωπική ανάμιξη στην παροχή εγγυήσεων και εξασφαλίσεων της Εναγομένης 3 προς την Τράπεζα για σκοπούς δανειοδότησης των πελατών της, περιλαμβανομένης της παρούσας υπόθεσης με πελάτες τους Εναγομένους 1 και 2. Επίσης δήλωσε άγνοια για την ύπαρξη παράλληλης συμφωνίας ή συνεννόησης μεταξύ Τράπεζας και Εναγομένης 3 που αποτύπωνε την πιο πάνω πρακτική που επικαλέστηκε ότι εφαρμοζόταν. Αν και του ζητήθηκε να παρουσιάσει έγγραφο που να ενισχύει την αναφορά του περί εφαρμογής της πρακτικής στην παρούσα υπόθεση, ανέφερε ότι δεν είχε οτιδήποτε στην κατοχή του. Για την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης του ακινήτου εις το όνομα του πελάτη και την παροχή σ' αυτόν χρηματοδότησης για την αγορά του ακινήτου, ο πελάτης παρείχε πληρεξούσιο έγγραφο σε δικηγόρο ώστε να μην είναι απαραίτητη η παρουσία του στην Κύπρο. Η Εναγόμενη 3 ήταν αυτή που τους οδηγούσε σε δικηγόρο. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε αν οι αγοραστές που δανειοδοτούνταν σε ελβετικό φράγκο ελάμβαναν νομική συμβουλή. Καταγράφονται αυτούσια ερώτηση και απάντηση από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 15.04.22, σελίδα 11 γραμμές 23-25: «Ε. Γνωρίζετε αν οι αγοραστές ελβετικού φράγκου ελάμβαναν νομική συμβουλή; Α. Για αυτό παίρνουμε δικηγόρους, για να δώσουν νομική συμβουλή για το ακίνητο που θα αγοράζανε.» Περαιτέρω ο ΜΥ2 ανάφερε ότι ανάτρεξε στο αρχείο της Εναγομένης 3 και δεν εντόπισε τη προειδοποιητική επιστολή ημερ. 21.10.11 (Τεκμήριο 11Α) που η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι απέστειλε στην Εναγόμενη 3. Θεωρεί ότι δεν έχει αποσταλεί επειδή στον τραπεζικό φάκελο τη υπόθεσης υπάρχει η υπόλοιπη αλληλογραφία, περιλαμβανομένης της επιστολή τερματισμού ημερ. 06.08.12. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι αν η Εναγόμενη 3 ενημερωνόταν έγκαιρα για τις καθυστερήσεις στο δάνειο θα τερμάτιζε τις εξασφαλίσεις που παραχώρησε και θα πρόσφερνε στην Τράπεζα το επίμαχο ακίνητο για να μειωθεί η έκθεση της στο δανεισμό. Καταληκτικά ο μάρτυρας είπε ότι με βάση τη σύμβαση πώλησης (Τεκμήριο 3), οι Εναγόμενοι 1 και 2 οφείλουν στην Εναγόμενη 3 ποσό €53.121 πλέον φόρους και τέλη που αναλογούν στο επίμαχο ακίνητο, τους οποίους η Εναγόμενη 3 έχει πληρώσει εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2. Ακολούθως προσήλθε ο Νεόφυτος Παρέας (ΜΥ3), πτυχιούχος στον χρηματοοικονομικό τομέα. Την περίοδο 2001-2016 εργάστηκε στην Alpha Bank Cyprus Limited ως λειτουργός δανείων ενώ από το έτος 2016 μέχρι σήμερα είναι διευθυντής και μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία παρέχοντας υπηρεσίες οικονομικού συμβούλου. Μέρος της κυρίως εξέτασης του είναι η γραπτή δήλωση στην οποίαν προέβηκε και κατατέθηκε ως Ένδειξη 'Ε'. Η κυρίως εξέταση του συμπληρώθηκε με ένορκη προφορική μαρτυρία και με την κατάθεση τεκμηρίων. Η παρουσία του στο Δικαστήριο ολοκληρώθηκε με την αντεξέταση του από την συνήγορο των Εναγόντων. Συνοψίζοντας το σύνολο της μαρτυρίας του μπορεί να λεχθεί η αναφορά του ότι είχε λάβει οδηγίες από τους δικηγόρους της Εναγομένης 3 να ασχοληθεί με το ποσό που διεκδικούν οι Ενάγοντες, τη συναλλαγματική ισοτιμία, το επιτόκιο που επιδιώκεται και με την χρέωση τόκων ανά εξάμηνο στο επίδικο δάνειο. Προς το σκοπό αυτό ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 24) αφού πρώτα μελέτησε και έλαβε υπόψη τα έγγραφα που κατονομάζει στην §3 της σελίδας 2 της γραπτής του δήλωσης. Σχολιάζοντας το δανεισμό σε ξένο νόμισμα ο μάρτυρας είπε ότι η πράξη αυτή εγκυμονεί επιτοκιακό και συναλλαγματικό κίνδυνο για τους δανειολήπτες επειδή σε περίπτωση που το επιτόκιο του ξένου νομίσματος αυξηθεί ή η συναλλαγματική ισοτιμία του ενισχυθεί έναντι του εγχώριου νομίσματος, η καταβαλλόμενη δόση θα αυξηθεί σημαντικά όπως και το συνολικό κόστος του δανεισμού του. Έπειτα ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας τον Οκτώβριο 2006 (Τεκμήριο 23) που ασχολείται με το θέμα αυτό, υποδεικνύοντας ότι η Τράπεζα δεν έχουν συμμορφωθεί με την υποχρέωση της παρουσίασης δήλωσης η οποία να επιβεβαιώνει ενημέρωση των Εναγομένων 1 και 2 για την ύπαρξη επιτοκιακού και συναλλαγματικού κινδύνου με συγκεκριμένα παραδείγματα. Στη συνέχεια έγινε αναφορά στο ύψος της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου (CHF) και ευρώ (EUR) καθώς και στον τρόπο λειτουργίας των δύο λογαριασμών μετά την εκταμίευση του ποσού δανείου CHF250.279,33. Επειδή δεν έτυχε οποιασδήποτε πληροφόρησης, ο ΜΥ3 δεν είναι σε θέση να εκφέρει γνώμη για την ορθότητα των τόκων στον ενδιάμεσο λογαριασμό. Είναι η θέση του εν λόγω μάρτυρα, βασισμένη στην εμπειρία του, ότι η δημιουργία και η λειτουργία του ενδιάμεσου λογαριασμού αποσκοπούσε στο να παρουσιαστεί το επίδικο δάνειο στην Κεντρική Τράπεζα ως εξυπηρετούμενο και ότι δεν υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η πρακτική που ο ΜΥ3 έχει υπόψη του από την επαγγελματική του εμπειρία είναι ότι το ποσό που παραμένει στο λογαριασμό δανείου (escrow account) τοκίζεται και μεταφέρεται πίσω στο δάνειο ως αν δεν είχε εκταμιευτεί. Όπως ο μάρτυρας είπε, με τον τρόπο που έχει λειτουργήσει ο συγκεκριμένος λογαριασμός πληρώθηκαν περισσότεροι τόκοι από ότι έπρεπε. Προσεγγίζοντας το ζήτημα της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ο μάρτυρας είπε ότι η Τράπεζα αντίς στην κάθε πίστωση στο δανειακό λογαριασμό να χρησιμοποιεί τη συναλλαγματική ισοτιμία CHF/EURO 1,6348 που ίσχυε κατά τη σύναψη του δανείου, χρησιμοποιούσε αυτή της συγκεκριμένης ημέρας που έγινε η κάθε πίστωση. Ένεκα αυτής της προσέγγισης δημιουργήθηκε ζημιά που υπολόγισε στα CHF15.903,13. Επίσης είπε ότι κατά τον τερματισμό του δανείου στις 06.08.12 η Τράπεζα μετέτρεψε το δάνειο σε ευρώ χρησιμοποιώντας τη συναλλαγματική ισοτιμία της εν λόγω ημερομηνίας, η οποία ήταν CHF/EURO 1,1995. Ένεκα αυτής της προσέγγισης δημιουργήθηκε ζημιά που υπολόγισε σε €62.125,69. Ακόμη είπε ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο 2008 που το 6 μηνών Libor (London Interbank Ofered Rate) δεν είχε ιδιαίτερη μεταβολή, το περιθώριο κέρδους δεν είχε μεταβληθεί. Αντίθετα τον Μάρτιο 2009 που το 6 μηνών Libor είχε μειωθεί σημαντικά, η Τράπεζα ξεκίνησε να αυξάνει το περιθώριο κέρδους χωρίς οι δύο αυτές παράμετροι να σχετίζονται μεταξύ τους, με αποτέλεσμα κατά τον τερματισμό η Τράπεζα να διεκδικεί περιθώριο κέρδους 7,75%. Σύμφωνα με τον ΜΥ3, το περιθώριο κέρδους (πρόσθετο επιτόκιο) εξαρτάται κυρίως από την επικινδυνότητα του δανειολήπτη. Είναι η άποψη του μάρτυρα ότι η Τράπεζα δεν απέδειξε κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση είπε η αύξηση του περιθωρίου κέρδους δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη αλλά εξαρτάται από μετρήσιμους παράγοντες που να δικαιολογούν την αύξηση. Όπως είπε, η αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου σε συνδυασμό με την επιβολή τόκου υπερημερίας επέφερε ζημιά που υπολόγισε στα CHF18.170,36. Ένα άλλο ζήτημα που απασχόλησε τον μάρτυρα στην μαρτυρία του είναι η χρήση εμπορικού έτους σαν διαιρέτη. Παρόλο ότι αναγνωρίζει ότι στο Τεκμήριο 4 προνοείται η χρήση τέτοιου που αποτελείται από 360 ημέρες, εντούτοις ο μάρτυρας θεωρεί ότι τέτοια χρήση είναι άδικη επειδή δεν έτυχε διαπραγμάτευσης από τους Εναγομένους 1 και 2 και επέτρεψε στην Τράπεζα να χρεώσει περισσότερους τόκους από ότι δικαιούται. Ένεκα αυτού, προκλήθηκε ζημιά που υπολόγισε στα CHF607,74. Από τη δε χρέωση διαφόρων εξόδων, ο μάρτυρας επικαλέστηκε τη δημιουργία ζημιάς που υπολόγισε στα CHF81,00. Ο ΜΥ3 ετοίμασε αναθεωρημένη κατάσταση σχετικά με το υπόλοιπο του δανειακού λογαριασμού, την οποίαν παρουσίασε ως Τεκμήριο 28. Στα πλαίσια της ετοιμασίας της για κάθε πράξη χρησιμοποίησε τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά τη σύναψη του δανείου χωρίς να μεταβάλει το περιθώριο κέρδους και δίχως να μετατρέψει το δάνειο σε ευρώ κατά τον τερματισμό και με χρέωση επιτοκίου 6 μηνών Libor με τις μεταβολές που παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα www.iborate.com με τη βοήθεια του προγράμματος excel, πλέον 1,75%. Στη βάση των πιο πάνω, ο μάρτυρας υπολόγισε το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου μέχρι τις 06.08.12 στα CHF193.476,67 (ισότιμο €118.345,68). Κάνοντας την ίδια άσκηση για τον ενδιάμεσο λογαριασμό, ο μάρτυρας υπολόγισε το υπόλοιπο μέχρι τις 02.08.12 να ανέρχεται στα CHF50.953,94 (ισότιμο €31.168,30). Σχετική αναθεωρημένη κατάσταση του ενδιάμεσου λογαριασμού που ο μάρτυρας ετοίμασε κατατέθηκε ως Τεκμήριο 29. Σύμφωνα με τον ΜΥ3, η νόμιμη οφειλή κατά την ημερομηνία τερματισμού προκύπτει από το άθροισμα των υπολοίπων σε λογαριασμό δανείου και ενδιάμεσο λογαριασμό, το οποίο υπολόγισε ότι ανέρχεται συνολικά στα CHF244.430,61 (ισότιμο σε €149.513,98). Την ίδια στιγμή ο μάρτυρας αναγνώρισε, μετά που του υποδείχτηκαν από τη συνήγορο των Εναγόντων κατά την αντεξέταση του, ότι εκ λάθους: (α) αφαιρέθηκε από το υπόλοιπο δύο φορές το ποσό CHF2.201,77 και (β) δεν συμπεριέλαβε πίστωση CHF1.730 στην ημερ. 01.09.11 στο Τεκμήριο 28. Τα πιο πάνω σφάλματα έχουν, όπως ο μάρτυρας παραδέχτηκε, διαφοροποιήσει τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και τους πιο πάνω υπολογισμούς που αφορούν το υπόλοιπο. Περαιτέρω στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του ΜΥ3 κατατέθηκαν τα εξής έγγραφα: Τεκμήριο 25 - Γραπτή ανακοίνωση της Τράπεζας ημερ. 29.06.12 Τεκμήριο 26 - Γραπτή ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 21.12.07 Τεκμήριο 27 - Έγγραφο υπό τον τίτλο «Key ECB Interest Rates» Τεκμήριο 30 - Έγγραφο υπό τον τίτλο «Επιτόκια Αναφοράς» Τελευταίος μάρτυρας για την Εναγόμενη 3 ήταν ο Μιχάλης Κυριακίδης (ΜΥ4), επίσης πτυχιούχος στον χρηματοοικονομικό τομέα. Επίσης διαθέτει μεταπτυχιακό στον τραπεζικό κλάδο. Όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας υπεράσπισης, έτσι και αυτός εργάστηκε στην Alpha Bank Cyprus Limited ως λειτουργός δανείων με τη διαφορά όμως ότι ήταν την περίοδο 2004-2016. Από το έτος 2016 μέχρι σήμερα είναι διευθυντής και μέτοχος στην ίδια εταιρεία με τον ΜΥ3. Η μεγάλη πλειονότητα της μαρτυρίας του περιέχεται σε γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Ένδειξη 'Στ'. Στην προφορική του μαρτυρία έδωσε διευκρινίσεις επί του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης του καταθέτοντας επιπλέον έγγραφα ως τεκμήρια. Η παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ολοκληρώθηκε με την αντεξέταση του. Όπως ο μάρτυρας είπε, οι δικηγόροι της Εναγομένης 3 του ζήτησαν να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας σχετικά με το ποσό που διεκδικούν οι Ενάγοντες, τη συναλλαγματική ισοτιμία, το επιτόκιο που αξιώνεται αλλά για τη χρέωση τόκου ανά εξάμηνο στο επίδικο δάνειο. Για την ετοιμασία της μελέτης του έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που αναφέρει στην §13 της γραπτής δήλωσης του. Ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του που σημειώνεται στη γραπτή του δήλωση ταυτίζεται πλήρως με μαρτυρία του ΜΥ3 που καταγράφεται στη δική του γραπτή δήλωση. Συνοπτική καταγραφή του συνόλου της υπόλοιπης μαρτυρίας του ΜΥ4 περιλαμβάνει αναφορά του ότι εντοπίστηκαν σφάλματα στο Τεκμήριο 28 (αναθεωρημένη κατάσταση σχετικά με το υπόλοιπο του δανειακού λογαριασμού που ετοιμάστηκε από τον ΜΥ3), τα οποία εκ παραδρομής προέκυψαν κατά την αντιγραφή δεδομένων που αναγράφονταν στο Τεκμήριο 14 (τραπεζική κατάσταση λογαριασμού δανείου) με αποτέλεσμα τα συμπεράσματα του ΜΥ3 να βασίζονται επί λανθασμένων δεδομένων. Τα λάθη που εντόπισε ήταν τα εξής: (α) στο Τεκμήριο 28 πιστώθηκε εις διπλούν το ποσό των CHF1.730 την 01.03.11 ενώ όπως προκύπτει στο Τεκμήριο 14 η εν λόγω πίστωση έγινε μόνο μια φορά, (β) στο Τεκμήριο 28 δεν πιστώθηκε το ποσό των CHF1.730 την 01.09.11 παρά το ότι η εν λόγω πίστωση παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 14. Επιπλέον ο ΜΥ4 είπε ότι εντόπισε καλόπιστο λάθος, το οποίο προέκυψε από αντιγραφή λανθασμένου δεδομένου από το Τεκμήριο 15 (τραπεζική κατάσταση ενδιάμεσου λογαριασμού) για να ετοιμαστεί υο Τεκμήριο 29 (αναθεωρημένη κατάσταση σχετικά με το υπόλοιπο του ενδιάμεσου λογαριασμού που ετοιμάστηκε από τον ΜΥ3). Ειδικότερα υπέδειξε ότι η ημερομηνία 03.05.12 που εμφανίζεται στο Τεκμήριο 29 για τη χρέωση CHF1.730 είναι λανθασμένη και ότι η ορθή είναι η 02.04.12. Αυτό όμως, όπως είπε, δεν διαφοροποιεί το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 29. Ο ΜΥ4 υπερασπίστηκε την ορθότητα της μεθοδολογίας που χρησιμοποίησε ο συνάδελφος του (ΜΥ3) λέγοντας πως είναι σύμφωνη με τις νομικές αρχές που ακολουθούνται για τον υπολογισμό της δανειακής δόσης δανείου σε ελβετικά φράγκα παραπέμποντας στην §43 της γραπτής δήλωσης του ΜΥ3. Διορθώνοντας τα πιο πάνω σφάλματα χρησιμοποιώντας την ίδια μεθοδολογία, ο ΜΥ4 κατάθεσε τα εξής έγγραφα: (α) αναθεωρημένη κατάσταση δανειακού λογαριασμού - Τεκμήριο 31 (β) αναθεωρημένη κατάσταση ενδιάμεσου λογαριασμού - Τεκμήριο 32 (γ) αναθεωρημένη μελέτη σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό προς την Τράπεζα κατά τον τερματισμό του δανείου - Τεκμήριο 33 Είναι η θέση του ΜΥ4 ότι η Τράπεζα θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει τη συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά τη σύναψη του επιδίκου δανείου. Ο ίδιος έλαβε υπόψη του την επικινδυνότητα των Εναγομένων 1 και 2 στο στάδιο εκείνο, ήτοι βασικό επιτόκιο των 6 μηνών libor σε ελβετικά φράγκα πλέον περιθώριο επιτοκίου 1.75% (κυμαινόμενο επιτόκιο στη συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση). Με βάση τη μελέτη του, ο ΜΥ4 αναφέρει ότι η ζημιά των Εναγομένων προκύπτει από την αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, από την αύξηση του επιτοκίου, από τον υπολογισμό των τόκων χρησιμοποιώντας ως διαιρέτη του εμπορικού έτους τις 360 ημέρες αντίς τις 365 και από τη χρέωση στο δάνειο διαφόρων εξόδων, τα οποία δεν προνοούνταν στα Τεκμήρια 4 και 5. Ο εν λόγω μάρτυρας θεωρεί ότι η Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να μεταβάλει το επιτόκιο επειδή πιστεύει ότι ο συγκεκριμένος όρος της σύμβασης είναι καταχρηστικός. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα: (α) η ζημιά που προκύπτει λόγω της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι CHF16.167,25, (β) η συναλλαγματική ζημιά που προκύπτει κατά τον τερματισμό του δανείου είναι €62.125,69, (γ) η ζημιά που προκύπτει από τη μεταβολή του επιτοκίου, δηλαδή την αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου και την επιβολή τόκου υπερημερίας είναι CHF18.151,67, (δ) η ζημιά που προκύπτει από τη χρήση ως διαιρέτη εμπορικό έτος που αποτελείται από 365 ημέρες είναι CHF608,00, (ε) η ζημιά που προκύπτει από τη χρέωση διαφόρων εξόδων είναι CHF81,00. Περαιτέρω ο ΜΥ4 ανάφερε ότι για τη διακύμανση του 6 μηνών libor χρησιμοποίησε την μεταβολή που παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα www.iborate.com και μέσα από τη μελέτη του παρουσιάζεται γραφική παράσταση σχετικά με τη διακύμανση του 6 μηνών libor. Οι αναθεωρημένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν από τον ίδιο με την βοήθεια του προγράμματος (software) excel. Εφαρμόζοντας την ίδια μεθοδολογία στην αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 28), ο ΜΥ4 παρατηρεί ότι μέχρι τις 06.08.12, το υπόλοιπο δανείου έπρεπε να είναι CHF193.230,18 (ισότιμο σε €118.195,39). Για την δε ετοιμασία της αναθεωρημένης κατάστασης ενδιάμεσου λογαριασμού (Τεκμήριο 29) χρησιμοποιήθηκε η ίδια μεθοδολογία και ο μάρτυρας συμφωνεί με το υπόλοιπο που ο ΜΥ3 είχε υπολογίσει σε CHF50.953,44 (ισότιμο σε €31.168,30). Επομένως ο εν λόγω μάρτυρας καταλήγει σε συνολικό υπόλοιπο CHF244.182,92 (ισότιμο σε €149.363,69). Σε σχέση με τη λειτουργία τους ο ΜΥ4 ανάφερε ότι δεν χρειαζόταν ο ενδιάμεσος λογαριασμός. Όπως είπε, εφόσον οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν δανειστεί ένα ποσό θα έπρεπε να αποπληρώνεται με απευθείας κατάθεση χρημάτων στο λογαριασμό δανείου στον οποίον να φαίνονταν οι πιστώσεις. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα οι συνολικές πιστώσεις που αφορούν το επίδικο δάνειο ανέρχονται σε CHF95.110,80 (Τεκμήριο 33 σελίδα 9). Το ποσό αυτό προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση ενδιάμεσου λογαριασμού που ο ίδιος ετοίμασε (Τεκμήριο 32). Σχολιάζοντας την ύπαρξη των δύο λογαριασμών, ο ΜΥ4 σημείωσε ότι θα πρέπει να ιδωθούν μαζί για να εξακριβωθεί η πραγματική εικόνα της δανειοδότησης αφού το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου έχει σχέση με το υπόλοιπο του ενδιάμεσου λογαριασμού. Ωστόσο ο ίδιος δεν εξέτασε και δε ανέλυσε τον ενδιάμεσο λογαριασμό επειδή δεν υπήρχαν έγγραφα για τη λειτουργία του, όπως για το άνοιγμα, για τη παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων και για τη λειτουργία του. Ακόμη κατά την ένορκη μαρτυρία του ο μάρτυρας κατάθεσε τα εξής επιπλέον έγγραφα: Τεκμήριο 34 - γραφική παράσταση και σχετικός πίνακας Euribor, Τεκμήριο 35 - Πίνακας που παρουσιάζει 6 μηνών Euro Libor. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με αναφορά σε νομοθεσίες και παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Παραδεκτά γεγονότα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς επίσης σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:

(1)Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λίμιτεδ είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία, η οποία διενεργεί τραπεζικές εργασίες και ασχολείται με την παροχή δανείων και γενικότερα πιστωτικών διευκολύνσεων σε φυσικά και/ή νομικά πρόσωπα (ήδη λέγεται η «Τράπεζα»).
(2)Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι βρετανοί υπήκοοι που κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμεναν και εξακολουθούν να διαμένουν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
(3)Ο Εναγόμενος 1 ασχολείται επαγγελματικά με την ανάπτυξη ακινήτων αγοράζοντας παλαιές κατοικίες της οποίες αφού ανακαινίζει τις μεταπωλεί (Τεκμήριο 17).
(4)Η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία, η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη ακινήτων και την ανέγερση κτιρίων.
(5)Δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 01.12.06 που υπογράφηκε στην Πάφο μεταξύ των Εναγομένων 1 & 2 και της Εναγομένης 3, οι Εναγόμενοι 1 & 2 αγόρασαν από την Εναγόμενη 3, η οποία πώλησε στους Εναγομένους 1 & 2 την επίμαχη οικία έναντι του τιμήματος των Λ.Κ.£112.000, η οποία περιγράφεται πιο πάνω.
(6)Το τίμημα πώλησης θα πληρωνόταν σε δόσεις ως προνοείτο από τους όρους του συμβολαίου.
(7)Η κατασκευή της οικίας θα ολοκληρωνόταν μέχρι τις 30.04.08, ημερομηνία κατά την οποίαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα αναλάμβαναν την κατοχή της.
(8)Για την πληρωμή του τιμήματος αγοράς της οικίας τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αποτάθηκαν στην Τράπεζα για εξασφάλιση δανείου.
(9)Προς τον σκοπό αυτό οι Εναγόμενοι 1 και 2, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους Ιωάννη Παπαζαχαρία (ΜΥ1) δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 11.12.06, υπέβαλαν αίτηση για χορήγηση στεγαστικού δανείου ημερ. 09.01.07, την οποίαν υπέγραψε ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους.
(10)Στις 22.03.07 η Τράπεζα αποδέχτηκε την αίτηση των Εναγομένων 1 και 2 για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή στεγαστικού δανείου.
(11)Πριν τη σύναψη του δανείου και την αγορά του ακινήτου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 μετέβησαν στα γραφεία της Τράπεζας και συναντήθηκαν με λειτουργούς της αναφορικά με την προοπτική χορήγησης δανείου για σκοπούς αγορά διαμερίσματος.
(12)Ως αποτέλεσμα της αποδοχής της αίτησης των Εναγομένων 1 και 2, η Τράπεζα χορήγησε εφάπαξ οικιστικό δάνειο στους Εναγομένους 1 και 2 σε νόμισμα ελβετικού φράγκου ύψους CHF250.279,33 (ισότιμο σε €153.090,68 ή σε Λ.Κ.£89.600) δυνάμει σύμβασης δανείου ημερ. 22.03.07 στη βάση συγκεκριμένων όρων που υπογράφηκε στην Πάφο από την Τράπεζα και τους Εναγομένους 1 & 2 διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους.
(13)Μεταξύ άλλων, οι όροι της σύμβασης δανείου προνοούσαν ότι η αποπληρωμή του δανείου θα είχε διάρκεια 15 έτη, ότι θα γινόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους CHF1.730 με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα την 01.05.10 αφού θα υπήρχε περίοδος χάριτος 3 ετών και ότι το εν λόγω δάνειο θα επιβαρυνόταν με σύνολο επιτοκίου 6 μηνών Libor πλέον 1,75% ετησίως κυμαινόμενο.
(14)Περαιτέρω οι όροι της σύμβασης δανείου, ανάμεσα σ' άλλα, προνοούσαν χρέωση τόκου πάνω σε ημερήσια υπόλοιπα, κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους, καθορισμό/μεταβολή στην απόλυτη κρίση της Τράπεζας βασικού επιτοκίου και/ή επιπρόσθετου επιτοκίου (περιθώριο κέρδους) ή τη μέθοδο υπολογισμού ή το χρόνο πληρωμής είτε με ανακοίνωση στον τύπο είτε με γραπτή ενημέρωση στους Εναγομένους 1 και 2, ότι για τον υπολογισμό του επιτοκίου το εμπορικό έτος για τον διαιρέτη θα έχει 360 ημέρες και ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση στους Εναγομένους 1 και 2 θα αποστέλλεται με ταχυδρομείο μέσω της κανονικής οδού ή με επίδοση δια χειρός στη διεύθυνση που έχουν δηλώσει στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση τους στην Τράπεζα.
(15)Ως εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 απέναντι στην Τράπεζα, η Εναγόμενη 3 δια εκπροσώπου της υπέγραψε σύμβαση εγγύησης μέχρι ποσού CHF250.000 πλέον τόκους και έξοδα.
(16)Επίσης για την κάλυψη των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 απέναντι στην Τράπεζα δόθηκαν οι ακόλουθες επιπλέον εξασφαλίσεις: (α) η Εναγόμενη 3 ενέγραψε προς όφελος των Εναγόντων την υποθήκη αρ. Υ3996/06 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου που αφορά τα ιδιοκτησίας της τεμάχια στα οποία βρίσκεται το κτιριακό συγκρότημα [ ] για το ποσό των €854.300,72 με τόκο 6,25% ετησίως από 21.08.06 ή το εκάστοτε επιτρεπόμενο ανώτατο ποσοστό επιτοκίου πάνω στο εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον έξοδα μέχρι εξόφλησης υπογράφοντας δια εκπροσώπου της προς τούτο σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου (υπάρχουσα δεύτερη υποθήκη), (β) εκχώρηση υπέρ της Τράπεζας του πωλητηρίου εγγράφου ανάμεσα στους Εναγομένους 1 & 2 και στην Εναγόμενη 3 σε σχέση με την πώληση της επίμαχης οικίας δυνάμει σχετικού συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 22.03.07 που υπογράφηκε στην Πάφο ανάμεσα σε εκπρόσωπο της Τράπεζας, σε εκπρόσωπο της Εναγομένης και των Εναγομένων 1 & 2 δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους. (γ) εγγραφή προς όφελος των Εναγόντων υποθήκης που αφορά την επίμαχη οικία για το ποσό του δανείου μετά που αυτή θα έχει μεταβιβαστεί και εγγραφεί στα ονόματα των Εναγομένων 1 και 2 (θα είναι η πρώτη υποθήκη), (δ) οποιαδήποτε υφιστάμενη ή μελλοντική παγοποίηση μετρητών.
(17)Για την εκταμίευση και διάθεση του ποσού του δανείου και συνάμα για την πληρωμή των δόσεων, η Τράπεζα άνοιξε και λειτούργησε το λογαριασμό δανείου υπ' αρ. [ ] και τον ενδιάμεσο λογαριασμό αρ. [ ].
(18)Οι πιο πάνω δύο λογαριασμοί είναι μεταξύ τους άρρηκτα συνδεδεμένοι.
(19)Το προϊόν του δανείου κατατίθετο σταδιακά σε τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγομένης 3.
(20)Επειδή στην πορεία ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις στην αποπληρωμή δόσεων με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί χρεωστικό υπόλοιπο που παρέμεινε απλήρωτο, η Τράπεζα απέστειλε επιστολή ημερ. 21.10.11 δια της συστημένης οδού του ταχυδρομείου με την οποίαν καλούσε τους Εναγομένους 1 και 2 να εξοφλήσουν το ποσό που θεωρείτο οφειλόμενο.
(21)Ένεκα του ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής, η Τράπεζα με νέα επιστολή της ημερ. 06.08.12 που απέστειλε στους Εναγομένους 1 και 2 μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου προχώρησε σε τερματισμό της σύμβασης δανείου και λειτουργίας των δύο λογαριασμών (δανείου και ενδιάμεσου λογαριασμού) καθιστώντας ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου απαιτητό.
(22)Με την ίδια επιστολή ημερ. 06.08.12 η Τράπεζα παράλληλα ενημέρωσε τους Εναγομένους 1 και 2 για επιβάρυνση ολόκληρου του υπολοίπου με επιτόκιο προς 14% (βασικό επιτόκιο προς 6,25% πλέον επιτόκιο περιθωρίου προς 7,75%) κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους.
(23)Στη συνέχεια το σύνολο του χρεωστικού υπολοίπου, όπως αυτό προέκυψε από το λογαριασμό δανείου και τον ενδιάμεσο λογαριασμό, μεταφέρθηκε στο λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων αρ. [ ].
(24)Στην πορεία όλες οι επίδικες συμφωνίες, λογαριασμοί, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις καθώς και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λίμιτεδ έχουν μεταβιβαστεί στην CAC Coral Ltd, η οποία, ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, έχει αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Τράπεζα στην παρούσα αγωγή και ενεργούν πλέον ως οι Ενάγοντες κατ εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 20.12.18 από το Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών αρ. 947/2018 βάση των άρθρων 198-200 του Κεφ.113 και τέθηκε σε ισχύ στις 21.12.18.
(25)Στις 02.12.15 εκδόθηκε δικαστική απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €233.317,41 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 05.08.12 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον δικηγορικά έξοδα. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται στη δίκη αποτελεί σημαντικό καθήκον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πολυσύνθετο και λεπτό έργο μεγάλης σημασίας που πρέπει να εκτελείται με προσοχή και επιμέλεια. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν. Πρόκειται για τους άμεσα εμπλεκόμενους και πρωταγωνιστές της υπόθεσης αυτής. Ενόσω αυτοί κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης τους, το καλό ή κακό μνημονικό τους, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τους μάρτυρες συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του. Σε ότι αφορά την αξιολόγηση μαρτυρίας ατόμου που καταθέτει με την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει. Ποιος μπορεί να θεωρηθεί πραγματογνώμονας και να καταθέσει στο Δικαστήριο υπό αυτή την ιδιότητα εξηγείται μέσα από την υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 162/2014 ημερομηνίας 02.05.17, στην οποίαν και παραπέμπω. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι όντως εμπειρογνώμονας στον τομέα που κλήθηκε να καταθέσει, προχωρεί να να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά και αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Όπως ακόμη λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, το Δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη και το δικαστήριο να εξηγεί γιατί. Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς και τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με παραστατικότητα περίγραψε τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του και που είχαν διαδραματιστεί. Όπως έκδηλα διαφάνηκε από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, τα όσα ανάφερε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν προϊόν βιωμάτων του καθώς επίσης και αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας και ενεργειών που ο ίδιος προέβηκε ως εκ της δυνατότητας και εξουσιοδότησης που διέθετε για πρόσβαση σε στοιχεία της υπόθεσης αυτής. Εκείνο που γενικά έχω διαπιστώσει είναι ότι οι τοποθετήσεις του μάρτυρα αυτού συνοδεύονται από πειστικές εξηγήσεις και υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία. Μάλιστα δε αρκετές από τις αναφορές του αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Για καλύτερη αντίληψη των πιο πάνω, μπορεί να λεχθεί ότι η μαρτυρία ΜΕ1 διαχωρίζεται σε μέρη. Θα έλεγα ότι γενικά περιστρέφεται γύρω από τρία επίπεδα. Μία μεγάλη πτυχή της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα εξιστορεί γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Πέραν όμως αυτού επαληθεύονται από πραγματική μαρτυρία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αναφορές του μάρτυρα που προσδιορίζει τη σχέση των Εναγόντων με την παρούσα υπόθεση και συνάμα με την Τράπεζα, που περιγράφει την επαγγελματική συνεργασία των Εναγομένων 1 και 2 με την Εναγόμενη 3, που περιγράφει τη δημιουργία συμβατικής σχέσης μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγομένων 1 και 2, τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συμβατική σχέση της Τράπεζας με την Εναγόμενη 3, του γεγονότος της παρουσίας πληρεξούσιου αντιπροσώπου των Εναγομένων 1 και 2 και σε ποιες ενέργειες προέβηκε εκ μέρους και για λογαριασμό τους. Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνεται η τοποθέτηση του μάρτυρα για τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν στην Τράπεζα για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στους Εναγομένους 1 και 2, μία εκ των οποίων ήταν η εγγραφή της υποθήκης αρ. Υ3996/06 με την υπογραφή σχετικών εγγράφων γι' αυτό από την Εναγόμενη
  1. Εδώ εντάσσονται επίσης αναφορές του ΜΕ1 για αποστολή προειδοποιητικής επιστολής στους Εναγομένους 1 και 2 όπως και η αποστολή σ' αυτούς επιστολής τερματισμού της σύμβασης δανείου και της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου και του ενδιάμεσου λογαριασμού με τον οποίον συνδεόταν. Πέραν όμως αυτού οι δηλώσεις αυτές του μάρτυρα επαληθεύονται από πραγματική μαρτυρία. Ενδεικτικά παραπέμπω στα Τεκμήρια 1-9, 11Α, 11Β, 12Α, 12Β και 17 χωρίς να χρειάζεται άλλος σχολιασμός. Ένα άλλο κομμάτι της μαρτυρίας του ΜΕ1 ασχολείται με την κατάθεση γεγονότων τα οποία επιβεβαιώνονται από πραγματική μαρτυρία. Για παράδειγμα είναι η αναφορά ότι οι Ενάγοντες ήταν αυτοί που αιτήθηκαν όπως η χρηματοδότηση που είχαν ζητήσει από την Τράπεζα ύψους Λ.Κ.£89.600 να τους δοθεί σε ελβετικά φράγκα (Τεκμήριο 17), το ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του επίμαχου διαμερίσματος χωρίς όμως να μεταβιβαστεί στα ονόματα των Εναγομένων 1 και 2 (Τεκμήριο 21), ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης 3 σε συνεδρία του έγκρινε την παροχή εγγύησης στην Τράπεζα και εγγραφή της υποθήκης αρ. Υ3996/06 προς όφελος της Τράπεζας αναφορικά με την παροχή δανείου στους Εναγομένους 1 και 2 (Τεκμήριο 10). Ακόμη εδώ περιλαμβάνεται η αναφορά του μάρτυρα για άνοιγμα και λειτουργία δύο λογαριασμών, ήτοι λογαριασμού δανείου και ενδιάμεσου λογαριασμού που μεταξύ τους συνδέονταν (Τεκμήρια 14 και 15) καθώς επίσης οι κατά καιρούς γραπτές ειδοποιήσεις της Τράπεζας στους Εναγομένους 1 και 2 και οι ανακοινώσεις στον τύπο σχετικά με τη μεταβολή του επιτοκίου (Τεκμήριο 13). Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού δανείου και του ενδιάμεσου λογαριασμού και το πως μεταξύ τους υπάρχει απευθείας σύνδεση. Επίσης υπέδειξε πως διαμορφώνεται το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου μέσα από την συνύπαρξη των δύο αυτών λογαριασμών. Ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε ως προς την ύπαρξη οποιουδήποτε από τους εν λόγω λογαριασμούς, την συνύπαρξη τους και τον τρόπο σύνδεσης καθώς επίσης ουσιαστικά το πως αυτοί λειτουργούσαν. Ούτε τέθηκε στον μάρτυρα οτιδήποτε από τα πιο πάνω όταν αντεξεταζόταν. Το μόνο που τέθηκε στον μάρτυρα είναι η σκοπιμότητα που η Εναγόμενη 3 αποδίδει στη δημιουργία του ενδιάμεσου λογαριασμού αφού θεωρεί ότι συστάθηκε για να παραπλανήσει την Εποπτική Αρχή, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα, ως προς την πραγματική εικόνα του δανείου. Αν η Εναγόμενη 3 θεωρεί ότι η Τράπεζα ή οι Ενάγοντες διέπραξαν οποιοδήποτε αδίκημα, καλείται να υποβάλει καταγγελία στην αρμόδια αρχή για να το διερευνήσει. Σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, η εν λόγω θέση ουδεμία βαρύτητα μπορεί να έχει αφού δεν επηρεάζει την εξέταση τους. Ο τρίτος πυλώνας της μαρτυρίας του ΜΕ1 εστιάζεται σε αναφορές που εδράζονται σε πειστικές εξηγήσεις του. Χωρίς να παρουσιαστεί μαρτυρία περί του αντιθέτου που να τις καταρρίπτει ή έστω να πλήττει την ουσία τους, δεν έχω λόγο να τις αμφισβητήσω. Τέτοιες αναφορές είναι η περιγραφή της μεθόδου λειτουργίας των δανείων σε ξένο νόμισμα, η ανάλυση του τρόπου λειτουργίας και μεταξύ τους σύνδεσης των επίμαχων λογαριασμού δανείου και του ενδιάμεσου λογαριασμού, η υπόδειξη για σταδιακή εκταμίευση του συνολικού ποσού των χορηγημένων πιστωτικών διευκολύνσεων στους Εναγομένους 1 και 2 στο λογαριασμό δανείου και η τοποθέτηση για παρότρυνση της Εναγομένης 3 προς την Τράπεζα για εφαρμογή σχεδίου χρηματοδότησης πελατών τους σε ελβετικά φράγκα με την παρουσίαση σχετικής αλληλογραφίας (Τεκμήριο 18). Τεκμηριωμένες και ταυτόχρονα πειστικές κρίνονται οι εξηγήσεις που ο μάρτυρας έδωσε σχετικά με τις καταχωρήσεις και πράξεις που έγιναν και αφορούν τους δύο εμπλεκόμενους λογαριασμούς και ειδικότερα αν αποτελούν μέρος διεξαγωγής των εργασιών της Τράπεζας, πως αποθηκεύονταν στο αρχείο της Τράπεζας, το αποτέλεσμα της σύγκρισης των καταχωρημένων πληροφοριών με το περιεχόμενο των εκτυπωμένων επιδίκων λογαριασμών αλλά και με το περιεχόμενο των καταστάσεων των εν λόγω λογαριασμών που αποστάληκαν στους Εναγομένους 1 και
  2. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για καταχωρίσεις τραπεζικών βιβλίων στην έννοια του άρθρου 22 του Κεφ.9, για τις οποίες τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 της ίδιας νομοθεσίας με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Τράπεζας και ακολούθως ακριβώς τα ίδια, χωρίς οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση του περιεχομένου τους, αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης των Εναγόντων, τα οποία από την αρχή μέχρι σήμερα βρίσκονται εντός των κεντρικών κτιριακών εγκαταστάσεων της Τράπεζας δίχως οποιασδήποτε μορφής παρέμβασης. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι μέσα από την αντεξέταση του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα αυτών των χρεώσεων, πιστώσεων, καταχωρήσεων και πράξεων που περιέχονται στις καταστάσεις λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών (Τεκμήρια 14 και 15), εκτός βεβαίως του τρόπου υπολογισμού του τόκου, του ύψους του επιτοκίου που επιβαλλόταν, η χρέωση τόκου υπερημερίας και εξόδων. Συνεπώς αποδέχομαι το περιεχόμενο τους στο βαθμό και την έκταση που δεν έχει αμφισβητηθεί. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η αναφορά του μάρτυρα ότι η Εναγόμενη 3 είναι υπόλογη στην πληρωμή του οφειλομένου επειδή θεωρείται συνοφειλέτης. Με γνώμονα ότι αποτελεί ουσιαστικά προσωπικό συμπέρασμα του μάρτυρα και όχι μαρτυρία επί γεγονότων, η εν λόγω τοποθέτηση θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Επίσης έχοντας υπόψη μου την τοποθέτηση του μάρτυρα ότι δεν γνωρίζει τι είχε συζητηθεί μεταξύ των τραπεζικών λειτουργών και των Εναγομένων 1 & 2 και ούτε τι τους έχει τυχόν εξηγηθεί, η μετέπειτα αναφορά του ότι σε κάποια ζητήματα υπήρξε διαπραγμάτευση των Εναγομένων 1 και 2 με την Τράπεζα, δεν μπορεί να έχει αξία. Κατ' ανάλογο τρόπο και η αναφορά του μάρτυρα ως προς το ύψος του οφειλομένου ποσού δεν μπορεί να καταδείξει οτιδήποτε. Εφόσον ο μάρτυρας δεν είναι το άτομο που ήταν υπεύθυνο για την παρακολούθηση και λειτουργία είτε του λογαριασμού δανείου είτε του ενδιάμεσου λογαριασμού με τον οποίον συνδεόταν, η αναφορά αυτή απλά μεταφέρει την αξίωση των Εναγόντων. Τα ζητήματα αυτά, χωρίς να είναι ικανά να μολύνουν την υπόλοιπη μαρτυρία του που πραγματεύεται γεγονότα που αποδεδειγμένα συνέβησαν, δεν έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες πλήττουν την αξιοπιστία της, ως αποτέλεσμα των οποίων θα είχε μοιραίο αντίκτυπο στην πειστικότητα της. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1, περιλαμβανομένης της Ένδειξης 'Α' που αποτελεί μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί, ως αληθή και αξιόπιστη και ότι το περιεχόμενο της εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Στη μαρτυρία του ΜΕ1 που έγινε αποδεκτή εντάσσονται και τα διάφορα τεκμήρια στα οποία έχω αναφερθεί προηγουμένως, των οποίων η συνομολόγηση, η υπογραφή τους και γενικότερα η ύπαρξη τους δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο ΜΕ2 δημιούργησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα και ανέφερε γεγονότα που βρίσκονταν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Η ενασχόληση του με διάφορες περιπτώσεις οφειλών που τελικά ακολούθησαν τη δικαστική οδό του επέτρεψαν να έχει προσωπική εμπλοκή στη διαχείριση της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στα θέματα που ο ίδιος είχε ανάμιξη. Το περιεχόμενο της ήταν περιεκτικό και συνάμα κατανοητό. Στον τρόπο προσέγγισης των ζητημάτων με τα οποία ασχολήθηκε δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε σφάλμα. Σε όλες τις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απάντησε ευθέως και επί της ουσίας τους χωρίς υπεκφυγή. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες θα κλόνιζαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της και μοιραία θα εκμηδένιζαν την πειστικότητα της. Ζητήματα που ενέπιπταν στη γνώση του και ανάφερε ήταν, ανάμεσα σ' άλλα, ο ρόλος και η σημασία λειτουργίας ενδιάμεσου λογαριασμού στα πλαίσια των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της Τράπεζας με εφαρμογή τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού δανείου και του ενδιάμεσου λογαριασμού στην παρούσα περίπτωση που ανέπτυξε με απλό τρόπο ο οποίος έγινε αντιληπτός. Οι αναφορές του μάρτυρα στο θέμα αυτό ταυτίζονται με τις αναφορές του ΜΕ1, οι οποίες αλληλοϋποστηρίζονται μεταξύ τους. Παρουσιάζοντας αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τόσο για το λογαριασμό δανείου όσο και για τον ενδιάμεσο λογαριασμό από 22.03.07 μέχρι 06.08.12 που είναι η ημερομηνία όπου τερματίστηκε η σύμβαση δανείου (Τεκμήρια 22Α και 22Β), ο ΜΕ2 εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια το σκεπτικό ετοιμασίας τους υπό την έννοια ανέφερε αναλυτικά ποια συγκεκριμένα δεδομένα χρησιμοποίησε και με πιο τρόπο κατέληξε στο χρεωστικό υπόλοιπο που θεωρεί ότι οφείλεται. Το σκεπτικό του περιορίστηκε στην ουσία του θέματος που ήταν ο τρόπος ετοιμασίας των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού χωρίς περιττές αναφορές και δίχως άσχετες λεπτομέρειες. Όπως το εξήγησε ήταν διαφωτιστικό και συνάδει με τα συμφωνητικά έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξίσου πειστικές κρίνονται οι αναφορές του μάρτυρα στις πράξεις που καταχωρίστηκαν στο τραπεζικό βιβλίο και σε ποιες ενέργειες ο ίδιος προέβηκε για να επαληθεύσει την ορθότητα και το ακριβές κάθε πράξης, καταχώρησης και δεδομένο που χρησιμοποιήθηκε και περιέχεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δανείου και ενδιάμεσου λογαριασμού. Κανένα συγκεκριμένο σφάλμα εντοπίστηκε σ' αυτά που ετοίμασε και ούτε του υποδείχτηκε οποιοδήποτε κενό μέσα από την αντεξέταση του για να τοποθετηθεί. Τα όσα έχουν σχολιαστεί στην μαρτυρία του ΜΕ1 για καταχωρίσεις τραπεζικών βιβλίων στην έννοια του άρθρου 22 του Κεφ.9, για τις οποίες τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 της ίδιας νομοθεσίας, ισχύουν και εδώ σχετικά με την μαρτυρία του ΜΕ
  3. Αυτό που επίσης πρέπει να λεχθεί είναι ότι η ορθότητα αυτών των χρεώσεων, πιστώσεων, καταχωρήσεων και πράξεων που περιέχονται στις καταστάσεις λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ2, πέραν φυσικά, όπως έχει ήδη λεχθεί, του τρόπου υπολογισμού του τόκου και του ύψους του επιτοκίου που επιβαλλόταν τα οποία αποτελούν επίδικα θέματα που εξετάζονται στη συνέχεια. Στο σημείο διευκρινίζεται ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δεν περιέχουν χρεώσεις τόκου υπερημερίας και εξόδων με αποτέλεσμα να μην αποτελούν πλέον αντικείμενο απασχόλησης από το Δικαστήριο. Αποδέχομαι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 22Α και 22Β στο βαθμό και την έκταση που δεν αμφισβητείται. Σε κάθε περίπτωση δέχομαι οι επίμαχοι λογαριασμοί βρίσκονταν συνεχώς σε υπέρβαση και συνεχώς υπήρχαν καθυστερήσεις σε οφειλόμενες πληρωμές. Επίσης δέχομαι ότι η ορθότητα των υπολογισμών οδηγούν ότι κατά την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι 06.08.12, η κατάσταση του λογαριασμού δανείου εμφάνιζε υπόλοιπο CHF227.758,20 και η κατάσταση του ενδιάμεσου λογαριασμού παρουσίαζε υπόλοιπο CHF44.409,
  4. Το άθροισμα των δύο δείχνει το συνολικό υπόλοιπο να ανέρχεται κατά τις 06.08.12 σε CHF272.167,39 και με την ισοτιμία CHF/€ 1,1995 που ίσχυε στις 06.08.12, το συνολικό υπόλοιπο σε ευρώ ανέρχεται στα €226.900,
  5. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ2, περιλαμβανομένης της Ένδειξης 'Β' που αποτελεί μέρος της, ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή πρεσβεύει τα περιστατικά που περιβάλλουν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Η μαρτυρία του ΜΥ1 έχει δύο όψεις που είναι διαφορετικές μεταξύ τους και μπορούν να διαχωριστούν για σκοπούς αξιολόγησης τους. Η πρώτη πτυχή πραγματεύεται γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί και συνάμα υποστηρίζεται από έγγραφα. Δεν έχω λόγο να απορρίψω το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΥ1 και ως εκ τούτου το αποδέχομαι. Ενδεικτικά επισημαίνω ότι στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας ανήκει, ανάμεσα σ' άλλα, η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ο ίδιος διορίστηκε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 και 2 δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 2). Επίσης ότι πριν τη σύναψη του δανείου και την αγορά του ακινήτου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 μετέβησαν στα γραφεία της Τράπεζας και συναντήθηκαν με λειτουργούς της αναφορικά με την προοπτική χορήγησης δανείου για σκοπούς αγορά διαμερίσματος. Ακόμη ότι ήταν αυτός που εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 υπέγραψε όλα τα έγγραφα δανείου (Τεκμήρια 4, 5 και 6) και το συμφωνητικό έγγραφο εκχώρησης συμβατικών δικαιωμάτων τους από το πωλητήριο έγγραφο στην Τράπεζα και κατ' επέκταση ακολούθως στους Ενάγοντες (Τεκμήριο 7). Επίσης δέχομαι ότι ο ΜΥ1 ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου με μεγάλη πείρα και ικανότητα στη νομική επιστήμη. Παράλληλα δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την εμπειρία του στο χειρισμό αρκετών περιπτώσεων που σχετίζονται με δανειοδότηση σε ελβετικά φράγκα. Η δεύτερη πτυχή της μαρτυρίας του ΜΥ1 που αφορά το δικό του ρόλο που θεωρεί περιορισμένο και τυπικό στην υπόθεση σε σχέση με τα επίδικα θέματα, κάθε άλλο παρά πειστική ήταν. Ήταν προφανής η προσπάθεια του να προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση των Εναγόντων επιρρίπτοντας τους αποκλειστικά ευθύνες για την κατάληξη που είχε το επίμαχο δάνειο χωρίς να παραθέτει ουσιαστικά επιχειρήματα. Γενικά η στάση που ο συγκεκριμένος μάρτυρας επέδειξε είναι εκτεθειμένη σε πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να μην την αποδεχτώ. Από την αρχή παρουσίασε τη θέση ότι αφού εκπροσώπησε τους Εναγομένους 1 και 2 ως δικηγόρος τους καταρτίζοντας το πωλητήριο έγγραφο, αποδέχτηκε να διοριστεί πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους απλά και μόνο για να τους εξυπηρετήσει υπογράφοντας τα απαραίτητα έγγραφα για να συναφθεί το επίδικο δάνειο ώστε να ολοκληρωθεί η αγορά της επίμαχης οικίας χωρίς να έχει οποιοδήποτε ενεργό ρόλο. Ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίστηκε ότι ο διορισμός του ήταν τυπικός και απαλλαγμένος από καθήκοντα και υποχρεώσεις. Με κάθε σεβασμό στον μάρτυρα η πιο πάνω θέση του δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Ο ΜΥ1 διορίστηκε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 και 2 δυνάμει σχετικού εγγράφου (Τεκμήριο 2). Αν κάποιος μελετήσει με προσοχή το έγγραφο στο σύνολο του αντιλαμβάνεται ότι ο διορισμός του ΜΥ1 κάθε άλλο παρά τυπικός είναι και ότι ο ρόλος του κάθε άλλο παρά ασήμαντος καθορίζεται ότι είναι. Το έγγραφο δεν αποτυπώνει τον τυπικό χαρακτήρα που ο ΜΥ1 επιδιώκει να αποδώσει στον εαυτό του. Το περιεχόμενο του εγγράφου όχι μόνο δεν διαχωρίζει τους ρόλους που επιχείρησε να παρουσιάσει ο μάρτυρας πιο πάνω αλλά αντίθετα τον εμφανίζει να έχει ενιαία ποικίλα καθήκοντα άμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Το έγγραφο καθορίζει το πλαίσιο εκπροσώπησης των Εναγομένων 1 και 2 από τον μάρτυρα υπό την ιδιότητα όχι μόνο του τυπικού αντιπρόσωπου αλλά και του δικηγόρου-νομικού συμβούλου τους. Σ' αυτό περιλαμβάνεται όλο σχεδόν το πακέτο υπηρεσιών της διαδικασίας. Στο Τεκμήριο 2 καθορίζεται πολυεπίπεδη μορφή της ιδιότητας που έχει ο ΜΥ1 αναγνωρισμένης σημασίας. Η υπογραφή πωλητηρίου εγγράφου, η εξασφάλιση χρηματοδότησης, το άνοιγμα λογαριασμού σε τράπεζα, η υπογραφή εγγράφου εγγύησης, η εγγραφή υποθήκης ως εξασφάλιση χορηγηθέντος δανείου και η λήψη νομικών μέτρων εναντίον οποιουδήποτε είναι μερικά από τα καθήκοντα του ΜΥ1 που προσδιορίζονται ρητά στο Τεκμήριο 2 και συνιστούν μέρος των ενεργειών που μπορεί να λάβει εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και
  6. Στο προοίμιο του εγγράφου δηλώνεται ότι η ιδιότητα του πληρεξούσιου αντιπροσώπου που ο ΜΥ1 έχει, περιλαμβάνει και το ρόλο του δικηγόρου με ότι αυτό συνεπάγεται για τις εξωδικαστικές υπηρεσίες και αρμοδιότητες που καθορίζονται. Συνεπώς η αναφορά του ότι ο ίδιος δεν συμβούλευσε τους Εναγομένους 1 και 2 επειδή δεν ήταν δικηγόρος τους δεν πείθει. Παραπέμπω στο Τεκμήριο 2 όπου συγκεκριμένα αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «. do hereby, nominate, constitute and appoint Mr. Yiannis Papazacharia . to be our true and lawful attorney and agent and do for us, in our names or on our behalf all or any of the following acts and deeds:
  7. To sign any sale agreement, forms, and/or any required documents in order to buy any movable or immovable property . .
  8. To borrow or lend money at interest or on our behalf and in our names.
  9. To enforce any mortgage or mortgages in our favour through the District Lands Offices . .
  10. To open accounts with any Bank, to deposit money in our names in current accounts .
  11. To sign on our behalf a Contract of Guarantee . .
  12. To take any legal action against any person or persons and to stand for us as defendant . . AND WE DO HEREBY agree to allow, ratify and confirm all whatsoever our said attorney shall lawfully do .» [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Ο ΜΥ1 άσκησε έμπρακτα τον πολυεπίπεδο του ρόλο εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και
  13. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό παρατηρώ ότι εν ο εν λόγω μάρτυρας υπέγραψε την αίτηση χρηματοδότησης συγκεκριμένου ποσού σε νόμισμα ελβετικού φράγκου (Τεκμήριο 17), τα έντυπα αποδοχής όρων-εξασφαλίσεων-επεξηγήσεων κινδύνων που υπάρχουν σε δάνειο ξένου νομίσματος (Τεκμήριο 5), τη σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 4), τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων από το πωλητήριο έγγραφο στην Τράπεζα (Τεκμήριο 7) και εντολές στην Τράπεζα για χρέωση λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2 (Τεκμήρια 19Α και 19Β). Την ίδια στιγμή ο ίδιος αποκάλυψε ότι ήταν ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 για την αγορά της οικίας τους καταρτίζοντας το πωλητήριο έγγραφο που αυτοί υπέγραψαν. Επομένως ο ΜΥ1 δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είχε τυπικό ρόλο. Η δε δήλωση του ότι ο ίδιος έχει χειριστεί πάρα πολλές περιπτώσεις όπου βίωσε πελάτες του να περιέλθουν σε δυσχερή θέση σε μεταγενέστερο στάδιο λόγω δραματικής ανατροπής της ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ, δείχνει ότι προφανώς μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί η ανάμιξη του ΜΥ1 στα πιο πάνω εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και
  14. Ο μάρτυρας ακόμη ερωτήθηκε για την υπογραφή του στη σελίδα 5 του Τεκμηρίου 5 κάτω από δήλωση ότι του έχουν επεξηγηθεί και έχει αντιληφθεί τους κινδύνους χορήγησης δανείου/πιστωτικών διευκολύνσεων σε ελβετικά φράγκα που υπάρχουν στους όρους και ο ίδιος έδωσε τις δικές του εξηγήσεις γι' αυτό. Με κάθε σεβασμό οι εξηγήσεις του στερούνται λογικής. Οι εν λόγω αναφορές του συνιστούν άκομψη προσπάθεια υποβάθμισης της σημασίας της υπογραφής του στο συγκεκριμένο έγγραφο που έκδηλα περιέχει δήλωση με νομικές προεκτάσεις με δεσμευτική μορφή για τους Εναγομένους 1 και 2 που εκπροσωπεί, την έννοια και σοβαρότητα του περιεχομένου της οποίας ο ίδιος αντιλαμβάνεται πλήρως ως δικηγόρος που είναι. Η παρουσία της υπογραφής του αμέσως κάτω από τη συγκεκριμένη δήλωση αποκλείει το ενδεχόμενο να μην την είχε προσέξει και να μην την είχε αναγνώσει κατά την τοποθέτηση της. Η δε μεγάλη εμπειρία του στο θέμα που πραγματεύεται η δήλωση αποκλείει επίσης το ενδεχόμενο να μην την έχει λάβει υπόψη του προτού θέσει την υπογραφή του. Παράλληλα η ύπαρξη της μονογραφής/υπογραφής του σε κάθε σελίδα των προαναφερομένων εγγράφων, όπως για παράδειγμα στο Τεκμήριο 4 (σύμβαση δανείου) σε συνδυασμό με την ιδιότητα του δικηγόρου που φέρει και κατά το έτος 2007 είχε 20 χρόνια άσκησης του επαγγέλματος με μεγάλη εμπειρία σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, καταδεικνύει ότι είχε την ευκαιρία, γνώσεις και εμπειρία να αναγνώσει και να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους. Το ότι είχε την ευκαιρία να μελετήσει το περιεχόμενο των εγγράφων καταδεικνύεται και από την αναφορά του ότι βεβαιώθηκε για την ορθότητα καταγραφής του ύψους του δανεισμού, του επιτοκίου και της δόσης. Αν είχε οποιαδήποτε ερώτηση ή χρειαζόταν οποιαδήποτε διευκρίνιση ή περαιτέρω επεξήγηση δεν βλέπω κάποιο λόγο να μην ερωτούσε και να παρέμενε σιωπηρός ή απαθής. Ωστόσο ουδεμία ερώτηση ή διευκρίνιση φαίνεται να έθεσε προς τους λειτουργούς της Τράπεζας. Θα μπορούσε εναλλακτικά να μην υπέγραφε και να εξηγούσε στους Εναγομένους 1 και 2 αλλά δεν το έπραξε. Δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε που να καθιστά αντιληπτό ότι ο εν λόγω μάρτυρας αναγκάστηκε ή πιέστηκε να υπογράψει τα πιο πάνω έγγραφα. Ούτε είπε ότι τα υπέγραψε χωρίς τη θέληση του. Η δε αναφορά του ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τους κινδύνους που ενείχε ο δανεισμός σε ελβετικά φράγκα (§8 Ένδειξης 'Γ') συγκρούεται ευθέως με την τοποθέτηση του περί προσωπικών βιωμάτων του στο παρελθόν σε πολλές περιπτώσεις όπου πελάτες του είχαν περιέλθει σε δυσχερή θέση σε μεταγενέστερο στάδιο λόγω δραματικής ανατροπής της ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ. Η αντίφαση που παρατηρείται στις δύο αυτές δηλώσεις επί του ιδίου συγκεκριμένου ζητήματος είναι έκδηλη. Περαιτέρω η αναφορά του ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη 3 δεν ενδιαφερόταν σε τι νόμισμα θα συναπτόταν το δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 από την Τράπεζα, με κάθε σεβασμό, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εν λόγω αναφορά του είναι εκτεθειμένη ένεκα του Τεκμηρίου 18Β που είναι επιστολή ημερ. 10.06.05 του διευθύνοντα συμβούλου της Εναγομένης 3 απευθυνόμενη στον Επαρχιακό Διευθυντή της Τράπεζας στην Πάφο στην οποίαν η Εναγόμενη 3 απαιτεί ευγενικά από την Τράπεζα, ανάμεσα σ' άλλα, να χορηγούνται δάνεια στους πελάτες της σε ξένα νομίσματα, ένα εκ των οποίων να είναι το ελβετικό φράγκο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1, περιλαμβανομένου της Ένδειξης 'Γ' που αποτελεί μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω. Ο ΜΥ2 δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ήλθε για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του εργοδότη του, δηλαδή της Εναγομένης 3, βοηθώντας την υπόθεση της. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα περιλαμβάνει μόνο γενικές και θεωρητικές τοποθετήσεις. Ουδεμία σχέση έχει το περιεχόμενο της με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής καθώς επίσης με τα περιστατικά που την περιβάλλουν. Ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική εμπλοκή στην παρούσα περίπτωση αφού όπως ο ίδιος αποκάλυψε δεν ήταν ο σύμβουλος που χειρίστηκε την υπόθεση των Εναγομένων 1 και
  15. Εντούτοις προσπάθησε να μεταφέρει το μήνυμα ότι αυτά που έγιναν σ' άλλες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα διαδικασία και ενέργειες, είναι συγκεκριμένα και για την παρούσα υπόθεση, χωρίς όμως να γνωρίζει αν όντως εφαρμόστηκαν εδώ. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει την άποψη του για το ζήτημα που έθιξε. Παρόλο ότι του ζητήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης του, ο εν λόγω μάρτυρας δεν μπόρεσε να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο ή στοιχείο που να αποδεικνύει την πιο πάνω αναφορά του, η οποία παρέμεινε στο επίπεδο ατεκμηρίωτου ισχυρισμού. Έντεχνα, εμμέσως πλην σαφώς, προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο την εικόνα δημιουργίας παράλληλης συμφωνίας ή έστω συνεννόησης στην παρούσα υπόθεση μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγομένης 3 μέσω της διαδικασίας και των ενεργειών που επικαλέστηκε ότι γίνονταν για άλλες περιπτώσεις περί τερματισμού της ισχύος της εγγύησης που δόθηκε από την Εναγόμενη 3 στο χρονικό σημείο της έκδοσης/μεταβίβασης τίτλου ιδιοκτησίας του επίμαχου διαμερίσματος στα ονόματα των Εναγομένων 1 και
  16. Ωστόσο όταν στο στάδιο της αντεξέτασης του ζητήθηκε να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει την αναφορά του αυτή, δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Μάλιστα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν υπήρχε οποιαδήποτε παράλληλη συμφωνία που αρχικά προσπάθησε να θέσει στο προσκήνιο, κάτι που ο ίδιος αναγνώρισε αντεξεταζόμενος. Ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιες εξασφαλίσεις είχαν δοθεί στην Τράπεζα για τη χορήγηση του δανείου, πράγμα που ο ίδιος παραδέχτηκε στην αντεξέταση του. Πέραν αυτού όμως, το λεκτικό που χρησιμοποιείται στη συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 9) και έγγραφα υποθήκευσης ακινήτου στην υποθήκη αρ. Υ3996/06 (Τεκμήριο 8) προς όφελος της Τράπεζας είναι τέτοιο που η αναφορά αυτή του εν λόγω μάρτυρα δεν μπορεί να έχει κανένα έρεισμα. Σε ότι αφορά την αναφορά του ότι η Εναγόμενη 3 δεν ζήτησε τη δανειοδότηση πελατών της σε ξένο νόμισμα, η οποία προέρχεται από πληροφόρηση που είχε από τον εκτελεστικό διευθυντή της Εναγομένης 3 που υπέγραφε σχετικές επιστολές, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται υπό το φως πραγματικής μαρτυρίας που έχει προσαχθεί. Θα έλεγα μάλιστα ότι το Τεκμήριο 18Β την αφήνει εκτεθειμένη αφού, όπως ήδη σχολιάστηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1, ο ίδιος ο εκτελεστικός διευθυντής της Εναγομένης 3 είχε ζητήσει γραπτώς από τη Τράπεζα να χορηγεί δάνεια στους πελάτες της σε ξένα νομίσματα, ένα εκ των οποίων να είναι το ελβετικό φράγκο. Αναφερόμενος στο ζήτημα της αποστολής προειδοποιητικής επιστολής σαφής θέση βασισμένη σε συγκεκριμένα στοιχεία δεν έχει προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο ο μάρτυρας προέβηκε σε πιθανολογήσεις και παρουσίαση υποθετικών σεναρίων. Περαιτέρω, παρόλο ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να γνωρίζει αν η Εναγόμενη 3 ήταν πάντοτε ενήμερη για την πορεία της δανειοδότησης των Εναγομένων 1 και 2, εντούτοις χωρίς αναστολή διαφώνησε με σχετική υποβολή που της έγινε στην αντεξέταση του. Χωρίς αμφιβολία το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχτεί σε τέτοιου είδους τοποθετήσεις. Έχοντας όλα αυτά στη σκέψη μου, η μαρτυρία του ΜΥ2, περιλαμβανομένου της Ένδειξης 'Δ' που αποτελεί μέρος της, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να έχει και γι' αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη. Ο ΜΥ3 προσήλθε στο Δικαστήριο και κατέθεσε υπό τον μανδύα του εμπειρογνώμονα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη του εν λόγω μάρτυρα δεν αμφισβητείται. Εν πάση περιπτώσει, είναι πτυχιούχος στον χρηματοοικονομικό τομέα και διαθέτει επαγγελματική εμπειρία στα τραπεζικά θέματα 21 χρόνια εργαζόμενος τόσο σε τραπεζικό οργανισμό όσο και σε ιδιωτική επιχείρηση που παρέχει συμβουλές σε αναδιαρθρώσεις δανείων, μελέτη και ετοιμασία αναδομημένων τραπεζικών λογαριασμών. Τα ακαδημαϊκά του προσόντα σε συνδυασμό με την πολυετή εμπειρία που διαθέτει στον χρηματοοικονομικό κλάδο και στα τραπεζικά θέματα του επιτρέπει να καταθέσει μαρτυρία για τα εξειδικευμένα ζητήματα που κλήθηκε να μαρτυρήσει υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα (Σιακόλα v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110), Yaacoub v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 72/13 ημερ. 19.03.14, Ακρίδας v. Eman (Buses) Ltd και άλλων
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 355). Η μαρτυρία της εμπειρογνωμοσύνης του επί των εξειδικευμένων θεμάτων με τα οποία του ζητήθηκε να ασχοληθεί εστιάζεται στις δύο αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού δανείου και ενδιάμεσου λογαριασμού και σε έκθεση που ο ίδιος ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 24, 28 και 29). Ωστόσο κατά την επεξήγηση του περιεχομένου τους εντοπίστηκαν δύο ουσιώδη σφάλματα, τα οποία ο ίδιος αναγνώρισε και παραδέχτηκε. Εξαιτίας αυτών των λαθών ο μάρτυρας κατέληξε σε λανθασμένα ευρήματα, τα οποία παραπέμπουν σε διαφορετικά δεδομένα, από τα οποία εξάγονται λανθασμένα συμπεράσματα. Η χρήση λανθασμένων στοιχείων οδήγησαν στην ετοιμασία δικών του καταστάσεων λογαριασμών, το περιεχόμενο των οποίων τελικά δεν ασπάζεται ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχτεί στη μαρτυρία του ΜΥ3, ήτοι επί της Ένδειξης 'Ε' και επί των Τεκμηρίων 24, 28 και 29, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση και να καταλήξει με ασφάλεια σε οποιαδήποτε δικά του ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΥ3 δε μπορεί να εξυπηρετήσει το Δικαστήριο. Σε σχέση όμως με τα Τεκμήρια 25, 26, 27 και 30, τα οποία δεν έχουν ετοιμαστεί από τον μάρτυρα και ούτε συνδέονται με ευρήματα και συμπεράσματα του αλλά ούτε και με τα εσφαλμένα δεδομένα που χρησιμοποίησε, αυτά αξιολογούνται σύμφωνα με τους κανόνες αξιολόγησης που έχουν εκτεθεί προηγουμένως. Δέχομαι ότι το Τεκμήριο 25 είναι μία από τις γραπτές ανακοινώσεις της Τράπεζας στον τύπο για μεταβολή του επιτοκίου ημερομηνίας 29.06.
  1. Το Τεκμήριο 26 είναι γραπτή ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 21.12.07 και περιέχει απόφαση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής. Τα δε Τεκμήρια 27 και 30 είναι έγγραφα που καταγράφουν επιτόκια αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας για την περίοδο 2011-2022 και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας για την περίοδο1999-
  2. Ο ΜΥ4 ήταν ένα άλλος μάρτυρας που κατέθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε για να διορθώσει τα σφάλματα του ΜΥ
  3. Ούτε η εμπειρογνωμοσύνη αυτού του μάρτυρα αμφισβητήθηκε. Σε κάθε περίπτωση είναι και αυτός πτυχιούχος στον χρηματοοικονομικό κλάδο. Επιπλέον δε διαθέτει μεταπτυχιακό στον τραπεζικό τομέα. Και αυτός διαθέτει μεγάλη επαγγελματική εμπειρία στα τραπεζικά θέματα 13 χρόνια εργαζόμενος τόσο σε τραπεζικό οργανισμό όσο και στην ίδια ιδιωτική επιχείρηση όπου εργάζεται και ο ΜΥ3, η οποία παρέχει συμβουλές σε αναδιαρθρώσεις δανείων, μελέτη και ετοιμασία αναδομημένων τραπεζικών λογαριασμών. Όπως και με τον ΜΥ3 έτσι και με τον μάρτυρα αυτό τα ακαδημαϊκά του προσόντα σε συνδυασμό με την πολυετή εμπειρία που διαθέτει στον χρηματοοικονομικό κλάδο και στα τραπεζικά θέματα του επιτρέπει να καταθέσει μαρτυρία για τα εξειδικευμένα ζητήματα που κλήθηκε να μαρτυρήσει ως εμπειρογνώμονας. Στη βάση των νομικών αρχών που διέπουν τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα παραπέμπω στις ίδιες υποθέσεις που έχω αναφέρει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ3 χωρίς να χρειάζεται να τις επαναλάβω. Ο μάρτυρας ετοίμασε την έκθεση του (Τεκμήριο 33). Θα μπορούσε να ήταν εμπλουτισμένη με περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες για να διευκολύνει στην καλύτερη και συνάμα ταχύτερη αντίληψη των υπό εξέταση εξειδικευμένων ζητημάτων τα οποία πραγματεύεται. Για παράδειγμα δεν αναφέρει τι οδηγίες είχε λάβει για να ετοιμάσει την εν λόγω έκθεση. Το πράττει βέβαια στη γραπτή του δήλωση (§12 Ένδειξη 'Στ'). Ούτε καταγράφει τα έγγραφα επί των οποίων στηρίχτηκε για να ετοιμάσει την έκθεση του. Ωστόσο τα κατονομάζει αργότερα στη γραπτή του δήλωση (§13 Ένδειξη 'Στ'). Επίσης απουσιάζει περιγραφή της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε όπως και οι επεξηγηματικές πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν από τον εν λόγω εμπειρογνώμονα για να καταλήξει σε ευρήματα και να εξάγει στα συμπεράσματα του. Όλα αυτά περιέχονται στη γραπτή του δήλωση. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η πλειονότητα του περιεχομένου της Ένδειξης 'Στ' συμπληρώνει την έκθεση του ΜΥ4 (Τεκμήριο 33). Μέσα από την μαρτυρία του ο εμπειρογνώμονας εντοπίζει διάφορα σημεία που η Τράπεζα χρησιμοποίησε στα πλαίσια λειτουργίας των επίμαχων λογαριασμών και θεωρεί ότι είναι επιλήψιμα. Ένα από αυτά είναι η μετατροπή του νομίσματος δανειοδότησης από ελβετικό φράγκο σε ευρώ κατά την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης δανείου (06.08.12) χρησιμοποιώντας τη συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε τότε και ήταν CHF1,1995 ανά 1EUR, πράξη την οποίαν ο μάρτυρας θεωρεί καταχρηστική από μέρους της Τράπεζας. Ο μάρτυρας όμως δεν αιτιολογεί πως καταλήγει σε τέτοιο συμπέρασμα, το οποίο παρέμεινε τελικά ατεκμηρίωτο. Ένα άλλο σημείο για κάθε πίστωση στο δανειακό λογαριασμό η χρήση συναλλαγματικής ισοτιμίας της συγκεκριμένης ημέρας που γινόταν η κάθε πίστωση αντίς συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά τη σύναψη του δανείου (22.03.07) που ήταν CHF1,6348 ανά 1EUR, ως είναι η εισήγηση του εν λόγω μάρτυρα. Ο μάρτυρας καταλήγει σ' αυτό το συμπέρασμα χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε δικαιολογία. Η γενική, αόριστη και ασαφή αναφορά στη σελίδα 4 του Τεκμηρίου 33 για χρήση της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά τη σύναψη του δανείου λόγω επικαλούμενων δικαστικών αποφάσεων του εξωτερικού κάθε άλλο παρά αιτιολογία συνιστά. Επίσης ένα άλλο σημείο είναι το εμπορικό έτος. Στην μαρτυρία του ο ΜΥ4 αναφέρει ότι για τον υπολογισμό του τόκου η Τράπεζα λανθασμένα χρησιμοποίησε ως διαιρέτη εμπορικό έτος 360 ημερών αλλά θα έπρεπε 365 ημερών. Ωστόσο στους αναθεωρημένους λογαριασμούς η Τράπεζα χρησιμοποιεί εμπορικό έτος 365 ημερών και για δίσεκτα έτη 366 ημέρες. Συνεπώς επ' αυτού δεν υπάρχει διαφορά. Το ίδιο ισχύει για την αναφορά χρέωσης στο δάνειο διαφόρων εξόδων. Κατά την ετοιμασία όμως των αναθεωρημένων λογαριασμών η Τράπεζα αφαίρεσε τέτοια έξοδα όπως για ετοιμασία κατάστασης και αποστολής επιστολών. Επομένως ούτε σ' αυτό υφίσταται διαφορά. Επιπλέον σημείο που εξετάστηκε από τον μάρτυρα είναι το εφαρμοστέο επιτόκιο. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι το επιτόκιο θα έπρεπε καθ' όλη τη διάρκεια και μέχρι τον τερματισμό να είναι 6 μηνών CHF Libor πλέον 1,75% περιθώριο επιτοκίου. Δηλαδή να διατηρηθεί το πλαίσιο επιτοκίου που ίσχυε κατά την έναρξη της σύμβασης με τη διαφορά το περιθώριο επιτοκίου να παραμείνει σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια σε 1,75% για τους λόγους που εξηγεί σε αντίθεση με το Libor που να είναι μεταβλητό. Ωστόσο πρόκειται για ένα αυθαίρετο μηχανισμό. Η συμφωνημένη μορφή συνολικού επιτοκίου είναι κυμαινόμενη. Τόσο ο δείκτης του Libor όσο και του περιθωρίου επιτοκίου είναι μεταβλητά δεδομένα που έχουν συμφωνηθεί να καθορίζονται και να μεταβάλλονται στην κρίση της Τράπεζας (δεύτερη σελίδα Τεκμηρίου 6). Συνεπώς τα ύψη του Libor (βασικό επιτόκιο) και του περιθωρίου επιτοκίου όπως αυτά παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 13 ανά εξάμηνο για την περίοδο από 22.03.07 μέχρι 29.03.12, προσδιορίζουν το ύψος του συνολικού επιτοκίου που χρεωνόταν κάθε φορά, σε αντίθεση με το σταθερό ύψος χρέωσης που είχε εισηγηθεί ο μάρτυρας. Κανένα ικανοποιητικό στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τις πρόνοιες των συμφωνητικών εγγράφων που πλαισιώνουν τη χορήγηση δανείου. Ακόμα όμως και να συζητούσαμε στη βάση των επιχειρημάτων που προέβαλε ο ΜΥ4, το γεγονός ότι οι λογαριασμοί συνεχώς βρίσκονταν σε υπέρβαση και υπήρχαν συνεχώς καθυστερημένες πληρωμές με χρεωστικά υπόλοιπα, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε αλλά και που καταδεικνύεται από τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών όπου από τις 11.07.07 μέχρι και τον τερματισμό λειτουργίας τους φαίνεται η ύπαρξη υπολοίπου, καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ως αβάσιμο. Παραγνωρίζοντας τα υπόλοιπα συμφωνητικά έγγραφα (Τεκμήρια 5 και 6) που μαζί με την βασική συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 4) συνθέτουν ολοκληρωμένα το συμφωνημένο πλαίσιο επί του οποίου εγκρίθηκε η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στους Εναγομένους 1 και 2, ο μάρτυρας στοχευμένα αλλά παραπλανητικά εστιάζει την προσοχή του μόνο στο Τεκμήριο 4 για να καταλήξει στο λανθασμένο εύρημα του ότι δεν αναγράφεται το ποσό δανείου, το επιτόκιο, η δόση και η διάρκεια αποπληρωμής, άρα πρόκειται για μια γενικής φύσεως συμφωνία στην οποίαν δεν έγινε ατομική διαπραγμάτευση. Επιπλέον το εύρημα αυτό παραγνωρίζει γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων στα οποία περιλαμβάνονται αυτές οι πληροφορίες που σύμφωνα με τον ΜΥ4 δεν παρέχονται. Ακόμη αν και δεν είναι νομικός εντούτοις σχολιάζει θέματα που είναι νομικής φύσεως καταλήγοντας σε αυθαίρετα ευρήματα χωρίς να γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Ειδικότερα χαρακτηρίζει τη συμφωνία δανείου γενικής φύσεως και ότι δεν υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση (σελίδα 9 Τεκμηρίου 33). Την ίδια στιγμή ο ΜΥ4 αγνοεί το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν συνάντηση με λειτουργούς της Τράπεζας όπου συζήτησαν το πλαίσιο χορήγησης δανείου. Επιπλέον δεν έλαβε υπόψη του την όλη στάση του ΜΥ1 (πληρεξουσίου αντιπροσώπου Εναγομένων 1 και 2), ενός νομικού προσώπου που είχε το χρόνο και τη δυνατότητα να μελετήσει όλα τα έγγραφα, είχε τις γνώσεις και την εμπειρία να αντιληφθεί το νομικό περιεχόμενο τους και να προβεί σε ρητές δηλώσεις που να αφήνουν εκτεθειμένο το εν λόγω εύρημα του. Επιπλέον ο μάρτυρας επικρίνει το γεγονός ότι για το άνοιγμα του ενδιάμεσου λογαριασμού δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε έγγραφα. Η δε λειτουργία του επέφερε, σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, χρέωση τόκου που δεν θα έπρεπε. Είναι γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκαν έγγραφα που να δείχνουν το άνοιγμα και τη λειτουργία του ενδιάμεσου λογαριασμού. Ωστόσο εξηγήθηκε αναλυτικά και με σαφήνεια ο σκοπός του ανοίγματος και ο τρόπος με τον οποίον λειτουργούσε. Συνεπώς αν η μη ύπαρξη εγγράφων σημαίνει τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, η πλευρά της Εναγομένης μπορεί να υποβάλει σχετική καταγγελία στην αρμόδια αρχή για εξέταση της. Μέχρι σήμερα δεν υπεβλήθηκε οποιαδήποτε τέτοια καταγγελία από την Εναγόμενη 3 με ότι αυτό συνεπάγεται. Ούτε οι Εναγόμενοι 1 και 2 που ήταν ενήμεροι από την αρχή για το άνοιγμα και τη λειτουργία του ενδιάμεσου λογαριασμού υπέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία είτε προς την Τράπεζα είτε σε οποιαδήποτε αρμόδια αρχή. Σε κάθε περίπτωση η χρέωση τόκου θα υπήρχε ακόμη και αν δεν λειτουργούσε ο ενδιάμεσο λογαριασμός επειδή συνδέεται με τις καθυστερήσεις στις πληρωμές, οι οποίες υπήρχαν ως γεγονός έτσι και αλλιώς. Συνεπώς, σε αντίθεση με το τι προσπαθεί να υποδείξει ο ΜΥ4 μέσα από τα ευρήματα του (σελίδα 9 Τεκμηρίου 33), δεν έχει αποδειχτεί τι ζημιά υπέστησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 από το άνοιγμα και τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού. Επιπροσθέτως ο ΜΥ4 σχολιάζει το γεγονός της αποστολής επιστολής τερματισμού, την οποίαν χαρακτηρίζει πρόωρη και άκυρη. Πρόκειται για νομικό θέμα για το οποίο ο εν λόγω μάρτυρας μπορούσε να αποφύγει να ασχοληθεί ένεκα του ότι ο ίδιος δεν διαθέτει νομική κατάρτιση. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν μπορώ να στηριχτώ στην μαρτυρία του ΜΥ4, περιλαμβανομένων της Ένδειξης 'Στ' και των Τεκμηρίων 31-33 (έκθεση και αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών) που αποτελούν μέρος της, προκειμένου να σχηματίσω τη δική μου ανεξάρτητη κρίση και να καταλήξω σε δικά μου ασφαλή ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα. Κατά συνέπεια δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ4 ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς επίσης σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα εκείνα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά. Περαιτέρω καταλήγω στα πιο κάτω επιπλέον ευρήματα: Όπως ήδη λέχθηκε, στα πλαίσια εκταμίευσης του ποσού του δανείου λειτουργούσε ο λογαριασμός δανείου υπ' αρ. [ ] και ο ενδιάμεσος λογαριασμός λογαριασμό αρ. [ ], οι οποίοι μεταξύ τους συνδέονταν στενά. Συγκεκριμένα ο ενδιάμεσος λογαριασμός λειτουργούσε ως λογαριασμός εξυπηρέτησης του λογαριασμού δανείου και παρουσίαζε το χρεωστικό υπόλοιπο τυχόν ληξιπρόθεσμων δόσεων και αναλογούντων τόκων, ενώ ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε το υπόλοιπο ποσό του δανείου ως αν οι πληρωτέες δόσεις είχαν πληρωθεί κανονικά. Ο λογαριασμός δανείου πιστωνόταν αυτόματα την ημερομηνία που είχε καθοριστεί η δόση με αντίστοιχη χρέωση του ενδιάμεσου λογαριασμού. Συνεπώς, όλες οι πληρωμές των δόσεων του δανείου από μέρους των Εναγομένων 1 και 2 πιστώνονταν στον ενδιάμεσο λογαριασμό. Την ημέρα που οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλλαν τη δόση τους στον ενδιάμεσο λογαριασμό, το υπόλοιπο του ενδιάμεσου λογαριασμού μηδενιζόταν. Το δε συνολικό οφειλόμενο ποσό είναι το άθροισμα αυτών των λογαριασμών. Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 (ΜΥ1) κατά τον ουσιώδη χρόνο του διορισμού του ασκούσε το λειτούργημα του δικηγόρου, το οποίο συνεχίζει μέχρι σήμερα να ασκεί. Ο ΜΥ1 ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου με μεγάλη πείρα και ικανότητα στη νομική επιστήμη. Παράλληλα διαθέτει εμπειρία στο χειρισμό αρκετών περιπτώσεων που σχετίζονται με δανειοδότηση σε ελβετικά φράγκα. Ανάμεσα στα συμφωνητικά έγγραφα που ο εν λόγω πληρεξούσιος αντιπρόσωπος υπέγραψε εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 για την παροχή δανείου (Τεκμήριο 5), υπήρχε ενσωματωμένη δήλωση του κάτω από την οποίαν τοποθέτησε την υπογραφή του με την οποίαν δηλώνει ότι του έχουν επεξηγηθεί και έχει αντιληφθεί τους κινδύνους χορήγησης δανείου/πιστωτικών διευκολύνσεων σε ελβετικά φράγκα που υπάρχουν στους όρους. Ο ρόλος του ΜΥ1 ήταν πολυεπίπεδος και τον άσκησε έμπρακτα εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και
  4. Η ιδιότητα του ΜΥ1 δεν περιοριζόταν σε οδηγίες για υπογραφή των εγγράφων δανείου αλλά περιλαμβάνει και το ρόλο του δικηγόρου με ότι αυτό συνεπάγεται για τις εξωδικαστικές υπηρεσίες και αρμοδιότητες που καθορίζονται μέσα από το πληρεξούσιο έγγραφο που υπέγραψε και αφορούν τους Εναγομένους 1 και
  5. Η χορήγηση δανείου σε νόμισμα ελβετικού φράγκου σε πελάτες είναι αποτέλεσμα ικανοποίησης απαίτησης της Εναγομένης 3 προς την Τράπεζα. Με επιστολή ημερ. 10.06.05 του διευθύνοντα συμβούλου της Εναγομένης 3 προς τον Επαρχιακό Διευθυντή της Τράπεζας στην Πάφο, η Εναγόμενη 3 απαίτησε ευγενικά από την Τράπεζα, ανάμεσα σ' άλλα, να χορηγούνται δάνεια στους πελάτες της σε ξένα νομίσματα, ένα εκ των οποίων να είναι το ελβετικό φράγκο. Ολόκληρο το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε στις 22.03.07 στο λογαριασμό δανείου. Στην πορεία η Τράπεζα ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δανείου και ενδιάμεσου λογαριασμού που καλύπτουν την περίοδο από την εκταμίευση του ποσού δανείου μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης δανείου και λειτουργίας των λογαριασμών, δηλαδή από 22.03.07 μέχρι 06.08.
  6. Οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάστηκαν με βάση τα εξής δεδομένα: (α) επιτόκιο που ίσχυε την περίοδο λειτουργίας τους και μεταβαλλόταν ως ο σχετικός πίνακας που ετοιμάστηκε και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 13, (β) μηδενικό επιτόκιο υπερημερίας, (γ) αφαίρεση εξόδων ετοιμασίας καταστάσεων (statement fee) και εξόδων αποστολής επιστολής όχλησης, (δ) κεφαλαιοποίηση τόκων κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι τον τερματισμό τους και μεταφορά των υπολοίπων στις οριστικές καθυστερήσεις, (ε) διαιρέτη εμπορικού έτους για σκοπούς υπολογισμού τόκου ο αριθμός 365 ημερών και για δίσεκτα έτη ο αριθμός 366 ημερών, (στ) τα ποσά που αναφέρονται είναι σε ελβετικά φράγκα και στο τέλος της κατάστασης μετατρέπεται σε ευρώ με συναλλαγματική ισοτιμία 1,1995 που ίσχυε στις 06.08.12 που είναι η ημερομηνία τερματισμού. Κατά διαστήματα η Τράπεζα προέβαινε σε τροποποιήσεις / μεταβολές του επιτοκίου, τις οποίες γνωστοποιούσε στους Εναγομένους με επιστολές. Σχετικές δημοσιεύσεις γίνονταν και στον τύπο υπό τη μορφή ανακοινώσεων. Οι αναδομημένοι λογαριασμοί περιέχουν καταχωρήσεις και πράξεις. Όλες οι καταχωρήσεις και πράξεις που έγιναν και αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Οι πληροφορίες αυτές αποθηκεύονται σε ηλεκτρονικό αρχείο. Οι λογαριασμοί αυτοί συνιστούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή. Το μητρώο με τις πληροφορήσεις, καταχωρήσεις και πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς των πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν μεταφερθεί στους Ενάγοντες, περιλαμβανομένου του επίδικου δανείου, μεταφέρθηκαν αυτούσια στους Ενάγοντες σε έντυπη μορφή και ηλεκτρονικά από τους τεχνικούς της Τράπεζας, οι οποίοι πλέον τα έχουν στην κατοχή τους. Για κάθε καταχώρηση δοσοληψίας υπάρχει αρχείο με τα σχετικά εντάλματα ταμείου ή άλλα υποστηριχτικά έγγραφα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επέμβασης ή αλλοίωσης τους. Οι καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών αφού εκτυπώθηκαν ελέγχτηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΕ2, οι οποίοι τις σύγκριναν με το ηλεκτρονικό αρχείο. Κατόπιν ελέγχου και σύγκρισης διαπιστώθηκε ότι περιλαμβάνονται οι πληροφορίες, καταχωρήσεις και πράξεις που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς και είχαν μεταφερθεί αυτούσια από την Τράπεζα. Είναι οι ίδιες μ' αυτές που αποστάληκαν στους Εναγομένους. Ακόμη χρησιμοποιήθηκαν οι πράξεις που είναι καταχωρημένες στο τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας και με τη χρήση μαθηματικών εξισώσεων υπολογίστηκαν οι τόκοι. Από τον πιο πάνω έλεγχο, επαληθεύτηκε η κάθε πράξη, καταχώρηση και δεδομένα που περιέχονται στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού και διαπιστώθηκε ότι το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, υπό την έννοια των μαθηματικών και λογιστικών ασκήσεων, είναι ακριβές και ορθό. Οι λογαριασμοί βρίσκονταν συνεχώς σε υπέρβαση και συνεχώς υπήρχαν καθυστερήσεις σε οφειλόμενες πληρωμές. Κατά την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι 06.08.12, η κατάσταση του λογαριασμού δανείου εμφάνιζε υπόλοιπο CHF227.758,20 και η κατάσταση του ενδιάμεσου λογαριασμού παρουσίαζε υπόλοιπο CHF44.409,
  7. Το άθροισμα των δύο δείχνει το συνολικό υπόλοιπο να ανέρχεται κατά τις 06.08.12 σε CHF272.167,
  8. Χρησιμοποιώντας την ισοτιμία CHF/€ 1,1995 που ίσχυε στις 06.08.12, το συνολικό υπόλοιπο σε ευρώ ανέρχεται στα €226.900,
  9. Έναντι του πιο πάνω υπολοίπου, ουδεμία πληρωμή έχει γίνει με αποτέλεσμα να εκκρεμεί ολόκληρο. Εξέταση επιδίκων θεμάτων - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα. Δικαιοδοσία Δικαστηρίου στην έκδοση αποφάσεων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2: Στη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της εγείρει για πρώτη φορά ζήτημα στέρησης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση των δικαστικών αποφάσεων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (§222-§233, σελίδες 71-74). Είναι η θέση της ότι οι εν λόγω αποφάσεις εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αφού λόγω της μόνιμης διαμονής των Εναγομένων 1 και 2 στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαιοδοσία να εκδικάσει τις διαφορές τους είχαν μόνο τα δικαστήρια της χώρας εκείνης. Με παραπομπή σε νομολογία η συνήγορος καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει το εν λόγω ζήτημα αυτεπάγγελτα και να παραμερίσει τις εν λόγω δικαστικές αποφάσεις ή έστω να μην τις λάβει υπόψη του. Έχει λεχθεί μέσα από τη νομολογία ότι το Δικαστήριο όχι μόνο κέκτηται εξουσία αλλά έχει και καθήκον να εξετάσει αυτεπάγγελτα (ex proprio motu) θέμα δικαιοδοσίας του (Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689, Γεωργίου v. Γεωργίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1592). Η ενασχόληση του Δικαστηρίου με το θέμα αυτό πραγματοποιείται προτού εκδοθεί δικαστική απόφαση. Στην προκειμένη όμως περίπτωση εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και
  1. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έπαυσε να έχει οποιοδήποτε ρόλο σχετικά με το θέμα αυτό. Εάν υπήρχε διαφωνία για την έκδοση της εν λόγω δικαστικής απόφασης για οποιονδήποτε λόγο, περιλαμβανομένου θέματος δικαιοδοσίας, θα μπορούσε να είχε ασκηθεί το δικαίωμα της έφεσης. Εξ όσον είναι γνωστό η απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 δεν έχει εφεσιβληθεί. Θα μπορούσαν εναλλακτικά να είχαν ληφθεί δικονομικά μέτρα σε σχέση με το καθεστώς ισχύος της, πράγμα που ούτε αυτό έγινε. Το Δικαστήριο δεν μπορεί πλέον από μόνο του να ασχοληθεί ξαφνικά με ένα ζήτημα που αφορούν διάδικους σε σχέση με τους οποίους έχει ήδη αποφασίσει με την έκδοση εναντίον τους τελικής απόφασης από τις 02.12.
  2. Η υπόθεση Κούρου v. Κόνου Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2009 ημερ. 10.10.14 στην οποίαν με έχει παραπέμψει η ευπαίδευτη συνήγορος δεν βοηθά τη θέση της. Εκεί το Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα δικαιοδοσίας του στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης και κατάληξης του σε απόφαση. Η δε αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αίτηση φύσεως certiorari Thermofast Limited
(2005)1 Α.Α.Δ. 567 που μνημονεύεται στην υπόθεση Κούρου (πιο πάνω) σε ακύρωση εκδοθέντος δικαστικού διατάγματος αφορά ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, δηλαδή πάλι στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης και προτού εκδοθεί απόφαση σχετικά με τον διάδικο που τον αφορά. Αντίθετα στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο, κατ' εκ των υστέρων απαίτησης της Εναγομένης 3, καλείται να εξετάσει ζήτημα δικαιοδοσίας του σε σχέση με τους Εναγομένους 1 και 2 μεταγενέστερα της έκδοσης εναντίον τους τελικής απόφασης, πράγμα ανεπίτρεπτο και αντινομικό. Κατά συνέπεια η πιο πάνω θέση της Εναγομένης 3 δεν έχει κανένα έρεισμα και γι' αυτό απορρίπτεται. Συνομολόγηση Σύμβασης Δανείου: Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, προσωπικά και δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους (ΜΥ1), υπέγραψαν όλα τα έγγραφα που συνθέτουν τη σύμβαση δανείου (Τεκμήρια 4, 5 & 6). Η σύμβαση υπογράφηκε με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών (Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238). Ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου, η οποία ανατρέπει το σκηνικό αυτό. Θα ασχοληθώ περισσότερο με το ζήτημα αυτό στη συνέχεια. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω η νομιμότητα, εγκυρότητα και δεσμευτικότητα των εγγράφων που συνθέτουν τη σύμβαση δανείου δεν έχουν επηρεαστεί αναφορικά με τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή τους Ενάγοντες και τους Εναγομένους 1 & 2. Ο ΜΥ1 ενέργησε νόμιμα στη βάση νόμιμου, έγκυρου και δεσμευτικού σε ισχύ πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 2). Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο φέρει την υπογραφή των Εναγομένων 1 και 2 στην παρουσία πιστοποιών υπαλλήλου που το υπογράφει και καθιστά το εν λόγω έγγραφο δεόντως πιστοποιημένο. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που είτε να ανακαλεί το έγγραφο αυτό σε οποιονδήποτε στάδιο είτε να το ακυρώνει είτε να καταδεικνύει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν δόθηκε για την συγκεκριμένη επαγγελματική δοσοληψία. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 προκύπτει ότι ο ΜΥ1 είχε, ανάμεσα σ' άλλα, εξουσία να δανείζεται χρήματα για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 και προς τούτο να υποθηκεύει ακίνητη περιουσία τους για οποιοδήποτε ποσό που θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και κάτω από οποιουσδήποτε όρους και προϋποθέσεις (όρος 3). Επίσης, μεταξύ άλλων, είχε εξουσία να ανοίγει λογαριασμούς σε οποιαδήποτε τράπεζα εις το όνομα των Εναγομένων 1 και 2 και να καταθέτει σ' αυτούς ή να προβαίνει σε αναλήψεις από αυτούς οποιοδήποτε ποσό χρημάτων καθώς και να δίδει εντολές και να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με τη λειτουργία τους (όρος 7). Στο πλαίσιο των ενεργειών που καλύπτονται από το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο εντάσσεται και η πράξη του να υπογράψει γραπτή δήλωση ενσωματωμένη στο Τεκμήριο 5 με την οποίαν δηλώνει ότι του έχουν επεξηγηθεί και έχει αντιληφθεί τους κινδύνους χορήγησης δανείου/πιστωτικών διευκολύνσεων σε ελβετικά φράγκα που υπάρχουν στους όρους, ως αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Εδώ βρίσκουν εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 148
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149), τις οποίες αναφέρω αυτούσιες για καλύτερη αντίληψη του θέματος, χωρίς να χρειάζεται να σχολιάσω οτιδήποτε περισσότερο: «Η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου προς τέλεση πράξης περιέχει και πληρεξουσιότητα προς τέλεση κάθε νόμιμου πράγματος που είναι αναγκαίο για την τέλεση της πράξης αυτής.» Κάτω από αυτά τα δεδομένα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σχέση αντιπροσωπείας ανάμεσα στον ΜΥ1 και στους Εναγομένους 1 και 2 αφού ικανοποιούνται οι πρόνοιες των άρθρων 142-148 του Κεφ.
  1. Όλες οι ενέργειες και πράξεις που έγιναν από τον ΜΥ1 πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2, τους οποίους και δεσμεύουν. Κατά συνέπεια όλα τα έγγραφα που συνθέτουν τη σύμβαση δανείου έχουν δεσμευτική ισχύ και είναι εκτελεστά για τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή τους Ενάγοντες και τους Εναγομένους 1 &
  2. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 186 του Κεφ.149 και βρίσκει έρεισμα εδώ χωρίς πάλι να χρειάζεται οποιοσδήποτε άλλος σχολιασμός αφού πρόκειται για αναφορά που ομιλεί από μόνη της: «Οι συμβάσεις που συνάπτονται με αντιπρόσωπο και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από πράξεις του αντιπροσώπου είναι εκτελεστές κατά τον ίδιο τρόπο και επιφέρουν τις ίδιες έννομες συνέπειες, ωσάν να συνάπτοντο ή εκτελούντο από τον ίδιο τον αντιπροσωπευόμενο.» Σε τελευταία ανάλυση καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πληρούνται όλα τα απαιτούμενα συστατικά στοιχεία, περιλαμβανομένων νόμιμης και επαρκούς αντιπαροχής και της ελεύθερης βούλησης των μερών, για τη νόμιμη και έγκυρη συνομολόγηση σύμβασης δανείου, η οποία είναι δεσμευτική και εκτελεστή για τους Ενάγοντες και τους Εναγομένους 1 και 2, ως συμβαλλόμενα μέρη που είναι. Παράλληλη συμφωνία ή συνεννόηση μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης 3: Η Εναγόμενη 3 προώθησε τη δικογραφημένη θέση ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε παράλληλη συμφωνία ή έστω κοινή συνεννόηση ότι οι εγγυήσεις-εξασφαλίσεις-υποθήκη που παρείχε η Εναγόμενη 3 στους Ενάγοντες σε σχέση με τη δανειοδότηση για την αγορά του διαμερίσματος θα τερματίζονταν/έπαυαν να ισχύουν με την ολοκλήρωση της κατασκευής του ή κατά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και εις αντικατάσταση τους θα υποθηκευόταν το διαμέρισμα που αγοράστηκε. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 3 η ανέγερση της επίμαχη οικίας ολοκληρώθηκε και περί τις 02.07.15 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, άρα τίθετο σε ισχύ η επικαλούμενη παράλληλη συμφωνία ή έστω κοινή συνεννόηση. Θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί βασικό κανόνα σε γραπτές συμβάσεις ότι οι πρόνοιες που περιέχονται σ' αυτές και ρυθμίζουν της σχέσεις των συμβαλλομένων μερών καθορίζοντας τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα τους δεν επιδέχονται εξωγενή μαρτυρία προκειμένου είτε να προστεθεί ή να αφαιρεθεί οτιδήποτε από αυτές είτε να τροποποιηθούν ή να αντικρουστούν αυτές. Είναι ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Εδράζεται στη φιλοσοφία ότι όπου τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αποφασίσει να συνομολογήσουν γραπτή σύμβαση, τότε είναι το ίδιο το περιεχόμενό της και μόνο που περιέχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (Πίγκος Εστέϊτς Λτδ v. Καλογήρου κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2009 ημερ. 28.09.15). Υπάρχουν εξαιρέσεις στον πιο πάνω κανόνα, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα υπέρβασης των όρων ή των λέξεων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση. Επιτρέπεται προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας σε περίπτωση διευκρίνισης αμφιβολίας ή ασάφειας σε κάποιο έγγραφο προς το σκοπό της αποσαφήνισης της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η αναζήτηση της πραγματικής φύσης της συναλλαγής καθιστά επιτρεπτή την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας, στα πλαίσια του καθήκοντος του Δικαστηρίου να αναδείξει την αληθινή συναλλαγή, απαλλάσσοντάς την από οτιδήποτε διαπιστώνεται ότι αποτελεί μόνο μάσκα ή επικάλυψή της (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1432, 1436). Η χρήση εξαίρεσης γίνεται με φειδώ και προσοχή και με γνώμονα πάντοτε ότι δεν πρέπει να εξουδετερώνεται ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Τούτο επειδή σε τέτοια περίπτωση η σύμβαση θα αποδυναμωθεί και θα καταστεί ανίσχυρη. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να λεχθεί ότι από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν τεκμηριώνεται ο πιο πάνω ισχυρισμός της Εναγομένης
  1. Ουδεμία συγκεκριμένη μαρτυρία υπάρχει που να καταδεικνύει ότι στην παρούσα αγωγή συνομολογήθηκε συμφωνία είτε προφορική είτε γραπτή είτε δια συμπεριφοράς είτε άλλως πως με αντικείμενο την προαναφερόμενη θέση της Εναγομένης
  2. Ούτε ακόμη υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να φανερώνει ότι υπήρξε έστω κοινή συνεννόηση των διαδίκων σε σχέση με το ίδιο θέμα. Το περιεχόμενο τόσο των συμφωνητικών εγγράφων δανείου (Τεκμήρια 4-6), όσο το συμφωνητικό έγγραφο υπό τον τίτλο «Έγγραφο Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως» (Τεκμήριο 9) όσο και τα έγγραφα υποθήκης αρ. Υ3996/06 δεν επιτρέπουν τέτοιο συλλογισμό. Οι όροι που περιλαμβάνονται σ' αυτά και το ρητό και σαφές λεκτικό τους δημιουργούν υποχρεώσεις και δεσμεύσεις της Εναγομένης 3 με συγκεκριμένη και καθορισμένη μορφή. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των πιο πάνω νομικών εγγράφων, αυτές οι εξασφαλίσεις είναι επιπρόσθετες προς άλλες υπάρχουσες που είχε τότε η Τράπεζα ή που δυνατό να είχε στο μέλλον, όπως είναι η δυνατότητα άλλης υποθήκης επί του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας της ανεγερθείσας οικίας. Οι εξασφαλίσεις αυτές είναι συνεχείς μέχρι του ποσού που η κάθε μία καλύπτει και ισχύουν μέχρι την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με τις εγγυήσεις αυτές. Εις επίρρωση του σκεπτικού αυτού παραπέμπω ενδεικτικά στο λεκτικό της σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου (μέρος Τεκμηρίου 8), στους όρους 2, 3 & 5-7 του εγγράφου υποθήκης (μέρος Τεκμηρίου 8) και στους όρους 2 & 12 του Τεκμηρίου
  3. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο Τεκμήριο 5, ένα από τα συμφωνητικά έγγραφα δανείου, σημειώνεται ότι με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας θα εγγραφόταν πρώτη υποθήκη επί του ανεγερθέντος διαμερίσματος, η αγορά του οποίου ήταν το αντικείμενο παροχής οικιστικού δανείου στους Εναγομένους 1 και 1 από την Τράπεζα. Ωστόσο στο εν λόγω έγγραφο δεν περιλαμβάνεται αναφορά ότι η πιο πάνω εξασφάλιση θα είναι εις αντικατάσταση όλων των υπολοίπων ή οποιασδήποτε από τις υπόλοιπες εξασφαλίσεις, οι οποίες θα τερματιστούν ή θα ότι θα παύσουν να ισχύουν. Αντίθετα, όπως ήδη λέχθηκε, οι όροι των εγγράφων δανείου και των άλλων σχετικών εγγράφων ρητά και με σαφήνεια αναδεικνύουν την υποθήκη επί του επίμαχου διαμερίσματος ως επιπλέον και ανεξάρτητη εξασφάλιση προς όφελος της Τράπεζας χωρίς να τερματίζεται ή να παύει να ισχύει ή να καταργείται ή να διαγράφεται ή να αντικαθίσταται οποιαδήποτε υφιστάμενη εξασφάλιση. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμη και αν, για χάριν συζήτησης, αποδεχτούμε την δημιουργία παράλληλης συμφωνίας παρατηρώ ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος στα ονόματα των Εναγ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.