ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α. ν. ΣΑΒΒΑΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Αγωγή αρ. 818/2022, 24/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 818/2022 i-justice
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Ενάγοντες v. ΣΑΒΒΑΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 08.11.2022 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Σ. Ζαννούπας Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Ο. Λάμπρου (κα) για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες, κατά ½ έκαστος, ακινήτου ο τίτλος του οποίου περιλαμβάνει και το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης αποθήκης. Τα πλήρη στοιχεία του ακινήτου αναφέρονται στην αγωγή. Είναι η θέση των Εναγόντων πως ο Εναγόμενος κατέλαβε την αποθήκη και διαμένει σε αυτήν, έχοντας την μετατρέψει σε στούντιο, χωρίς οποτεδήποτε να έχει εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των Εναγόντων και εμποδίζοντας τους Ενάγοντες από το να την χρησιμοποιούν. Οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο να την παραδώσει, χωρίς ανταπόκριση, αν και δεν αρνήθηκε πως πρέπει να την παραδώσει και πως ήταν θέμα χρόνου να το πράξει. Δεν συνάφθηκε, εκ της ανοχής των Εναγόντων και της αναμονής τους σε συμμόρφωση, οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου για παραμονή του Εναγόμενου στην αποθήκη, ούτε ο Εναγόμενος κατέβαλε καθόλου οποιαδήποτε χρήματα ή αντάλλαγμα. Οι προσπάθειες των Εναγόντων να ανακτήσουν την κατοχή και χρήση της αποθήκης δεν απέδωσαν, ακόμα κι αν επακολούθησε σχετική επιστολή. Αξιώνουν σχετική δηλωτική απόφαση και διάταγμα ανάκτησης της κατοχής της. Δεν αξιώνουν αποζημιώσεις. Ο Εναγόμενος, την 27.10.2022, καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτησή τους, με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Για τον σκοπό αυτό, ο Ενάγων 2, με εξουσιοδότηση και του Ενάγοντος 1, αναφέρει ενόρκως τα γεγονότα που εκτίθενται και στην αγωγή των Εναγόντων βεβαιώνοντάς τα, και θέτοντας ότι, ενώ ο Εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση, και μόνος σκοπός του είναι η εξασφάλιση χρόνου, δια του δικαστικού χρόνου. Οι Ενάγοντες προσκομίζουν το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου στα ονόματά τους, που περιλαμβάνει όντως και το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης της αποθήκης (Τεκμήριο 1[1]), και επιστολή ημερομηνίας 12.07.2022 με την οποία οι Ενάγοντες αξίωσαν την παράδοση του ακινήτου μέχρι την 31.08.2022, μαζί με ένορκη δήλωση επίδοσής της στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 2). Ο Εναγόμενος ενίσταται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. Με συντομία να λεχθεί εδώ, προβάλλει πως η αίτηση δεν έχει κατάλληλη ή πλήρη νομική βάση που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση, ούτε συνοδεύεται από κατάλληλη μαρτυρία, και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η αίτηση των Εναγόντων, όπως θέτει, είναι κακόπιστη, και ο ίδιος διαθέτει καλή υπεράσπιση, καθώς έχει συμβληθεί με τους Ενάγοντες, γεγονός που οι Ενάγοντες αποκρύπτουν, ενώ υπάρχουν κωλύματα ως προς την προώθηση της αγωγής τους. Αναφέρεται σε κάποιες υποθήκες που είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες, και ζητά την απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων. Με ένορκη δήλωσή του, που συνοδεύει την ένσταση, ο Εναγόμενος εξηγεί πως ο ίδιος ήταν ο αρχικός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου, το οποίο ήταν υποθηκευμένο σε πιστωτή (Τεκμήριο 3). Οι Ενάγοντες απέκτησαν το ακίνητο μέσα από διαδικασία πλειστηριασμού (Τεκμήριο 4). Ο Εναγόμενος αμφισβητεί τόσο το κύρος των υποθηκών που συνάφθηκαν το 2010, όσο και τη διαδικασία της εκποίησης που έγινε βάσει αυτών. Αναφέρεται στους όρους των υποθηκών και επιχειρηματολογεί σε σχέση με τη διαφορά που είχε με τον πιστωτή του, ως προς την οποία είχε εφεσιβάλει σχετική δικαστική απόφαση. Είχε προσπαθήσει να ανακόψει και τον πλειστηριασμό, χωρίς επιτυχία, και επίσης εφεσίβαλε τη σχετική δικαστική απόφαση. Ο Εναγόμενος, όταν απέκτησαν οι Ενάγοντες το επίδικο ακίνητο, και άλλα που περιλαμβάνονται στο ίδιο κτίριο, τους ενημέρωσε ότι εκκρεμούσαν πολιτικές εφέσεις, και ότι θα έπρεπε να περιμένουν να εκδοθούν οι αποφάσεις, και είναι η θέση του πως έτσι συμφώνησαν να συνεχίσει να διαμένει στην αποθήκη μέχρι τότε. Ωστόσο, μετά από έξι μήνες, του έστειλαν επιστολή και του ζήτησαν να παραδώσει την αποθήκη, παρά τις υποσχέσεις τους. Θεωρεί, ο Εναγόμενος, ότι στη βάση αυτών των γεγονότων, διαθέτει καλή υπεράσπιση, και θα πρέπει να του επιτραπεί να την προβάλει στην αγωγή. Επιχειρηματολογεί στη μαρτυρία του. Η αίτηση εκδικάστηκε με βάση τις αρχικές ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς αντεξέταση. Οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε. Στη νομική βάση της αίτησης των Εναγόντων, περιέχεται η Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), κατ' επέκταση δεν υπάρχει ελλιπής ή λανθασμένη νομική βάση, όπως διατείνεται ο Εναγόμενος, και το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί της αίτησης τους. Όπως έτυχε επανάληψης και στη νομολογία, ανάμεσα στην οποία και η Μιχαηλίδου-Φατσίτα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 60/2011, ημερομηνίας 12.07.2016, ECLI:CY:AD:2016:A353 ή και η Χαραλάμπους (Καρούσου) ν. Μελά, Πολιτική Έφεση Ε242/2014, ημερομηνίας 03.09.2020, προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 ΚΠΔ, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, δηλαδή σπάνιο· όσο σπάνιο βεβαίως θα έπρεπε να είναι και το φαινόμενο της προσπάθειας κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Δίδει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να επιτύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας την πολύ σημαντική διαδικασία της δίκης. Κατ' επέκταση, μπορεί να εκδοθεί τέτοια συνοπτική απόφαση μόνον όταν η υπόθεσή του ενάγοντος είναι τόσο ξεκάθαρη, και παράλληλα ο εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, ή ο εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει ικανοποιητικά γεγονότα, για να του δίνουν ουσιαστικά δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο, είναι να δείξει πως έχει ένα δικάσιμο θέμα (triable issue). Όταν έχει ένα δικάσιμο θέμα, το Δικαστήριο θα του επιτρέψει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ασχέτως εάν η υπεράσπισή του έχει ή όχι προοπτικές να επιτύχει. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να παρέχει λεπτομέρειες σε μια λογική έκταση[2]. Στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 822, λέχθηκε πως «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Η ευχέρεια που παρέχει η Δ.18 ΚΠΔ για εξασφάλιση απόφασης χωρίς υπεράσπιση εξετάζεται υπό το φως της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα των διαδίκων βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ[3]. Ίχνη διαδικασίας έκδοσης απόφασης συνοπτικά εντοπίζονται από το Ρωμαϊκό δίκαιο. Στην Αγγλία, και πριν από το 1855, είχαν γίνει ορισμένες προσπάθειες να αναπτυχθούν μηχανισμοί συνοπτικής εκδίκασης χωρίς κανονική δίκη. Ο διαδικαστικός κανονισμός φαίνεται περισσότερο να βρίσκει ρίζες στη Summary Procedure on Bills and Exchange 1855, που έδιδε τη δυνατότητα εξασφάλισης απόφασης συνοπτικά εναντίον οφειλετών χρημάτων που καταχωρούσαν παρελκυστικές υπερασπίσεις. Με την Judicate Act 1873 και μετέπειτα τους Rules of the Supreme Court (RSC) 1883, η δυνατότητα επεκτάθηκε και σε άλλες περιπτώσεις, που στη εξέλιξη των RSC έλαβαν και τη μορφή που έχει σήμερα η εγχώρια Δ.18 ΚΠΔ. Ο διαχρονικός σκοπός ενός τέτοιου μηχανισμού ήταν και είναι η εξασφάλιση απόφασης χωρίς κανονική δίκη, σε περιπτώσεις όπου τα πράγματα είναι απλά και η υπεράσπιση καταχωρίζεται προφανώς για να κωλυσιεργήσει τη διαδικασία. Η προσέγγιση της νεότερης αγγλικής πρακτικής, μετά την αντικατάσταση της RSC O.14 (CPR PD 24), είναι πως κατάλληλο στάδιο για την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι κάθε στάδιο πριν ή κατά την προδικασία (before or when filing directions questionnaire). Εάν καταχωριστεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση πριν και από την καταχώριση του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης, αναστέλλεται η προθεσμία της καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης· με την έννοια ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καταχώρισής της, όχι ότι απαγορεύεται η καταχώρισή της[4]. Η επιθυμία του ενάγοντος να εκδοθεί προς όφελός του απόφαση το συντομότερο δυνατόν, είτε με οδηγίες σχετικά με την εκδίκαση της αγωγής και εκδίκασή της είτε με έκδοση συνοπτικής απόφασης εάν δικαιολογείται, και γενικότερα να προστατευθεί από οποιαδήποτε κατάχρηση από πλευράς εναγόμενου, απαντά στο δικό του δικαίωμα υπό το άρθρο 30 του Συντάγματος ή το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, να εκδικαστεί η απαίτησή του σε εύλογο χρόνο, όπου το «εύλογο», έναντι σε πιθανή καταχρηστική υπεράσπιση, επιβάλλει μηχανισμό ανάλογου χειρισμού. Είναι έτσι και μέσα στις γενικές δυνατότητες διαχείρισης που έχει κάθε Δικαστήριο, εκ της φύσης του και της κανονικής λειτουργίας του, να αποφασίζει ζητήματα που μπορούν να αποφασιστούν συνοπτικά, με αυτό τον τρόπο. Η απαίτηση των Εναγόντων, στην προκειμένη περίπτωση, περιέχεται σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και ο Εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης. Έπειτα, οι Ενάγοντες βεβαίωσαν το αληθές της αιτίας αγωγής τους εναντίον του Εναγόμενου δια της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος 2, που συνοδεύει την αίτησή τους. Ο ίδιος, αναμφίβολα, έχει την προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα που καταθέτει, και δήλωσε επίσης πως, κατά τη θέση του, ο Εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση, και εξηγεί τους λόγους. Προσκομίζει έγγραφη μαρτυρία επί της οποίας βασίζεται η απαίτηση των Εναγόντων. Έχουν, κατά τη γνώμη μου, εκπληρωθεί οι τυπικές και κατ' επέκταση δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18,κ.1 ΚΠΔ, όσον αφορά την αξίωση των Εναγόντων για ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου τους, ώστε το βάρος να μετατίθεται πλέον στην πλευρά του Εναγόμενου, να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση σε σχέση με την παραμονή του στο ακίνητο. Το ζητούμενο δεν είναι εάν τα γεγονότα είναι πράγματι όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, αλλά κατά πόσον οι ισχυρισμοί που προβάλλει θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεσή του, σε σχέση πάντα με την συγκεκριμένη απαίτηση των Εναγόντων, παραπέμποντας τη διαφορά σε μια κανονική δίκη (trial). Δεν αμφισβητείται πως οι Ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου, στον τίτλο του οποίου περιέχεται αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης της αποθήκης, την οποία κατέχει ο Εναγόμενος. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος ήταν στο παρελθόν ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, το υποθήκευσε ανάμεσα σε άλλα, σε πιστωτή, που τελικά προχώρησε με διαδικασία εκποίησης, και ο Εναγόμενος αμφισβητεί και τις υποθήκες και τη διαδικασία εκποίησης, δεν του αφήνει κατάλοιπο δικαιώματος κατοχής οποιουδήποτε μέρους του ακινήτου έναντι στον νέο τιτλούχο. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε ο Εναγόμενος να αξιώνει ακύρωση του τίτλου των Εναγόντων, ενώ ο ίδιος αναφέρει ότι εκδικάστηκαν ήδη οι θέσεις του που σχετίζονται με όσα πρόβαλε αναφορικά με τις υποθήκες και την εκποίηση, και αποφασίστηκαν δικαστικά. Το γεγονός ότι ο ίδιος διαφωνεί με την ορθότητα των δικαστικών αποφάσεων και έχει καταχωρίσει πολιτικές εφέσεις, αφενός δεν καθιστά ανίσχυρες και μη δεσμευτικές τις δικαστικές αποφάσεις, αφετέρου δεν του δίδει δικαίωμα παραμονής στο ακίνητο ή κατοχής οποιουδήποτε μέρους του, ενώ πωλήθηκε στους Ενάγοντες, που απέκτησαν τον τίτλο του. Το επιχείρημα περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας με τους Ενάγοντες να συνεχίσει να κατακρατεί την αποθήκη, μέχρι να περατωθούν οι πολιτικές εφέσεις, δεν μπορεί να δείξει δρόμο για κάποια πιθανή υπεράσπιση, γιατί παρέμεινε μετέωρο, χωρίς οποιαδήποτε διασύνδεσή του με συγκεκριμένο πραγματικό πλαίσιο. Συγκεκριμένο πραγματικό πλαίσιο όχι για να αξιολογηθεί, ως σε δίκη. Ούτε κάποιο αντάλλαγμα αναφέρεται που να μπορεί να παραπέμπει σε πιθανότητα ύπαρξης κάποιας έγκυρης συμφωνίας (άρα να πρέπει να γίνει δίκη, για να διαπιστωθεί ποια εκδοχή ισχύει), ενώ το δεδομένο επιχείρημα κρούει εξ αρχής στην παράλληλη θέση του Εναγόμενου ότι η νόμιμη αιτία παραμονής του σε μέρος του ακινήτου δεν είναι κάποια συμφωνία του με τους νέους ιδιοκτήτες (τον τίτλο των οποίων ο ίδιος αμφισβητεί, και εφόσον τον αμφισβητεί), αλλά το καθεστώς του ιδίου του Εναγόμενου ως ο νόμιμος ιδιοκτήτης του ακινήτου, αυτού και άλλων, που του αποσπάστηκαν δια εκποίησης, κατά τη θέση του, παράνομα (θέση που όμως απορρίφθηκε ήδη δικαστικά). Η αντιφατικότητα στις θέσεις του Εναγόμενου, σε αυτό το στάδιο που πρέπει να αποδείξει ότι έχει μια καλή υπεράσπιση να προβάλει, για την οποία θα πρέπει να διεξαχθεί πλήρης δίκη, είναι τέτοια που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να δώσει άδεια στον Εναγόμενο, να προβάλει τέτοια υπεράσπιση. Η απαίτηση των Εναγόντων είναι ξεκάθαρη. Είναι πλέον οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και έχουν αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και της αποθήκης. Τέτοιο δικαίωμα χρήσης της δεν έχει ο Εναγόμενος επί του παρόντος, ούτε μπορεί να αποκτήσει εξαναγκάζοντας τους Ενάγοντες σε συμφωνία μαζί του, λόγω της προϋφιστάμενης σχέσης του με το ακίνητο. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε υποχρέωση των Εναγόντων να παρέχουν (δωρεάν) στέγη στον Εναγόμενο, ο οποίος, εάν αντιμετωπίζει πρόβλημα στέγασης (επιχείρημα που προβάλλει παράλληλα με όλα τα υπόλοιπα, συσκοτίζοντας ακόμα περισσότερο την ύπαρξη κάποιας ουσιαστικής υπεράσπισής του), θα πρέπει να αποταθεί σε αρμόδια κρατική υπηρεσία (το ίδιο ζήτημα μπορεί να απασχολήσει σε στάδιο εκτέλεσης, χωρίς εμπλοκή σε διαγνωστική δίκη ιδιωτικού δικαίου). Εάν ο Εναγόμενος στο μέλλον αποκτήσει ή ανακτήσει απολεσθέν δικαίωμά στο επίδικο ακίνητο, η υπόθεση (που εν πάση περιπτώσει δεν τοποθετεί σε ένα ρεαλιστικό τοπίο) δεν του δίδει τωρινή νομιμοποιητική βάση παραμονής του σε αυτό, μέχρι την επαλήθευση τέτοιας (αόριστης επί του παρόντος) προσδοκίας. Με δεδομένη, επαναλαμβάνεται, και την ύπαρξη δικαστικών αποφάσεων, που δεν έχουν ακυρωθεί, και ισχύουν και δεσμεύουν· δεσμεύουν και το Δικαστήριο αυτό, να μην εκδικάσει θέσεις του Εναγόμενου περί νομιμότητας των υποθηκών ή του πλειστηριασμού, που έχουν ήδη εκδικαστεί. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν προκύπτει πως η αίτηση των Εναγόντων για συνοπτική απόφαση είναι καταχρηστική, για να εξυπηρετήσει σκοπό άλλον από αυτόν για τον οποίον υφίσταται θεσμοθετημένη η δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος, από τους λόγους ένστασης που πρόβαλε ο Εναγόμενος, ώστε να μην εκδοθεί συνοπτική απόφαση για το ενώπιον του Δικαστηρίου ζήτημα. Εάν επιτραπεί στον Εναγόμενο να υπερασπιστεί την απαίτηση των Εναγόντων, υπό το φως όσων ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο με την ένστασή του, είναι σαφές ότι θα παρελκύσει τη διαδικασία, και στο μεταξύ θα επωφεληθεί της διαμονής του στο ακίνητο των Εναγόντων, εις βάρος του περιουσιακού δικαιώματος των τελευταίων. Ο Εναγόμενος, μέσα από όσα παρέθεσε, δεν έχει δείξει πως έχει μια καλή και ουσιαστική υπεράσπιση, που να εισάγει δικάσιμο θέμα στο Δικαστήριο αυτό, και να οδηγεί στην ανάγκη περαιτέρω δίκης, για την επίλυση της διαφοράς αυτής. Η διαφορά αυτή επιλύεται συνοπτικά, κατόπιν ακρόασης των Εναγόντων και του Εναγόμενου, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, μέσα από την οποία προκύπτει πως οι Ενάγοντες δικαιούται σε θεραπεία εναντίον του Εναγόμενου. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Εναγόμενος να παραδώσει στους Ενάγοντες ελεύθερη και κενή την κατοχή της αποθήκης τα στοιχεία της οποίας αναφέρονται στην παράγραφο 13Β του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, εντός 30 ημερών από την επίδοση σε αυτόν του παρόντος διατάγματος, με την παράδοση των κλειδιών της σε οποιονδήποτε εκ των Εναγόντων 1 ή 2 ή στον δικηγόρο των Εναγόντων. Εκδίδεται απόφαση δια της οποίας ο Εναγόμενος διατάσσεται να πληρώσει στους Ενάγοντες 1 και 2 τα έξοδα της αγωγής και της αίτησης για συνοπτική απόφαση, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η σήμανση γίνεται με αρίθμηση που δίνει το Δικαστήριο για τους σκοπούς της διαδικασίας αυτής, για σκοπούς συνέχειας με την αρίθμηση των τεκμηρίων που προσκομίζει ο Εναγόμενος. [2] N. V. Caterchef v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912. Βλ. και Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408 και Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148. [3] Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1968, J. & M. Loizides Agencies Ltd ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280, Ironfx Global Limited v. Χριστάκης Αλεξάνδρου & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε338/2016, ημερ. 23.03.2017. [4] Από την παλαιά Hobson v Monks [1884] WN 8 που τεκμηριώνει την αναφορά της Annual Practice σελ.252 με βάση την O.14, μέχρι και τη PBS Energo AS v Bester Generacion UK Ltd [2020] EWCA Civ 404 στη νεότερη δικονομική εποχή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο