← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. A & F ALEA DEVELOPING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 780/2015, 17/5/2023

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. A & F ALEA DEVELOPING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 780/2015, 17/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 780/2015 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας και

  1. A & F ALEA DEVELOPING LTD (HE xxx)
  2. ΦΕΛΙΞ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ (ΑΔΤ χχχ) Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 05.10.22 για Τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 17.05.23 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 1 & 2-Αιτητές 1 & 2: κα Μ. Στεφάνου για Έμιλυ Α. Λεμονιάτη Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση: κος Μ. Θεοδοσίου για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με δια κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 05.10.22 οι Εναγόμενοι 1 & 2 αιτούνται τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης με την προσθήκη διαφόρων αναφορών ως υποπαράγραφοι των υφιστάμενων παραγράφων 2 και 4 του εν λόγω δικογράφου. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καταγράφονται σε πέντε

(5)σχεδόν σελίδες στο σώμα της αίτησης. Δεν χρειάζεται να τις επαναδιατυπώσω επ' ακριβώς επειδή δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό. Συνοπτικά όμως μπορεί να λεχθεί ότι επιχειρείται η δικογράφηση ισχυρισμών ότι: (α) η σύμβαση δανείου και τα συμφωνητικά έγγραφα εξασφάλισης του / παροχής εγγυήσεων περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες παραβιάζοντας τους περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμων του 1996 (Ν.93(Ι)/96) και τον περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2010 (Ν.106(Ι)/2010), (β) η πιο πάνω σύμβαση και τα συμφωνητικά έγγραφα είναι άκυρα επειδή είναι προϊόν δόλου, απάτης και ψυχική πίεσης που ασκήθηκε εις βάρος των Εναγομένων από την Ενάγουσα, (γ) οι εξασφαλίσεις και εγγυήσεις που δόθηκαν είναι επαχθείς και/ή άδικες και/ή αξία αυτών είναι δυσανάλογη σε σχέση με την απαίτηση, (δ) οι αξιούμενες απαιτήσεις, περιλαμβανομένου του κατ' ισχυρισμό οφειλομένου είναι παράνομες, λανθασμένες, παραπλανητικές, αυθαίρετες και αντισυμβατικές, (ε) η Ενάγουσα παραβίασε οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και προέβηκε στη λήψη ανέντιμων, καταχρηστικών, κακόβουλων και παράνομων ενεργειών, (στ) οι Εναγόμενοι δεν παρέλαβαν τις επιστολές της Ενάγουσας, εγείροντας έτσι θέμα νόμιμου και δικαιολογημένου τερματισμού της σύμβασης δανείου, (ζ) η καταχώρηση της παρούσας αγωγής είναι πρόωρη και καταχρηστική. Σε σχέση με τα σημεία (α) και (β) επιδιώκεται παράλληλα η εισαγωγή λεπτομερειών. Περισσότερη αναφορά θα γίνει στη συνέχεια κατά την εξέταση των αιτουμένων τροποποιήσεων. Να σημειωθεί ότι η ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Επίσης να σημειωθεί ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε πριν να τεθούν σε ισχύ οι περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2022 όπου απαιτείται η εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για την καταχώρηση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.19, Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.1-9 & Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην πρακτική, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Εναγομένους δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2. Στην ένορκη δήλωση ο ομνύοντας αναφέρει τους λόγους που κατά τη γνώμη των Εναγομένων κατέστησαν αναγκαία την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και εξηγεί γιατί πρέπει να γίνουν αποδεκτές οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Η Εναγόμενη αντέδρασε στις 09.12.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 12 λόγους. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους λόγους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Έχοντας υπόψη μου ότι προβάλλεται η κοινή θέση πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων τροποποιήσεων, συνοψίζοντας τους μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για τους εξής:
(1)Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of the process of the court).
(2)Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη, υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους Εναγομένους από την καταχώρηση της αγωγής και/ή από τον τερματισμό του λογαριασμού.
(3)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν γίνονται καλόπιστα προς κάλυψη σημαντικών αναγκών και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα αλλά για να προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης.
(4)Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται εισαγωγή νέων θεμάτων με αποτέλεσμα να διαφοροποιούν την ουσία των υφιστάμενων θέσεων των Εναγομένων 1 και 2, πράγμα που θα οδηγήσει σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.
(5)Δεν έχουν αποκαλυφθεί επαρκείς λόγοι και/ή δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία που να καταδεικνύουν τη χρησιμότητα και αναγκαιότητα των αιτουμένων τροποποιήσεων.
(6)Τυχόν έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος θα προκαλέσει βλάβη στην Ενάγουσα που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την έκδοση διαταγής εξόδων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στις Δ.19, Δ.25 Θ.1-6, Δ.48 Θ.1-4, Θ.8 & Θ.9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Ανδρέα Χαραλάμπους, λειτουργού της Εναγομένης, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Μέσα από την ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, οι οποίοι και επεξηγούνται. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως δεν εφαρμόζονται σε υποθέσεις με κλίμακα εξόδων πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.16. Εφόσον η παρούσα υπόθεση φέρει κλίμακα εξόδων €100.000 - €500.000 και καταχωρήθηκε στις 12.05.15, το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης είναι αυτό που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Για καλύτερη εξέταση της υπό κρίση αίτησης θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ περιληπτικά στα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης. Με βάση την έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις στους Εναγομένους υπό τη μορφή λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού υπεραναλήψεως δυνάμει σχετικής σύμβασης πίστωσης και ως στεγαστικό δάνειο δυνάμει σχετικής σύμβασης δανείου. Για τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις δόθηκαν συγκεκριμένες εγγυήσεις για σκοπούς εξασφάλισης τους. Επειδή σύμφωνα με την Ενάγουσα παρουσιάστηκαν μεγάλες υπερβάσεις και καθυστερήσεις στις πληρωμές οφειλομένων ποσών σε σχέση και με τις μορφές πιστωτικών διευκολύνσεων κατά παράβαση των συμβάσεων από μέρους των Εναγομένων, παρά τις προειδοποιήσεις της Ενάγουσας, οι εν λόγω συμβάσεις και η λειτουργία των σχετικών λογαριασμών τερματίστηκαν με την Ενάγουσα να διεκδικεί την πληρωμή συγκεκριμένων ποσών που θεωρεί ότι της οφείλονται από τους Εναγομένους πλέον την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν τις εξασφαλίσεις. Στα πλαίσια της υφιστάμενης υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι επικαλούνται παρανομία και ακυρότητα των εν λόγω συμβάσεων λόγω της επιβολής επιτοκίου και/ή ανατοκισμού που υπερβαίνουν το καθορισθέν από την Κεντρική Τράπεζα χρεωστικό επιτόκιο κατά παράβαση της νομοθεσίας. Επίσης ισχυρίζονται ότι στις εν λόγω συμφωνίες περιέχονται καταχρηστικές ρήτρες και/ή πρόνοιες που αντίκεινται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων Ανθρώπου, του Συντάγματος και των Ευρωπαϊκών Οδηγιών σε ότι αφορά τον τρόπο υπολογισμού τόκων. Περαιτέρω τίθεται θέμα παραπλάνησης του Εναγομένου 2 για την έννοια και τις επιπτώσεις της εγγύησης. Ακόμη αμφισβητούν την ορθότητα του ύψους των κατ' ισχυρισμό οφειλομένων ποσών δικογραφώντας τη θέση ότι το τυχόν ποσό που οφείλεται είναι μικρότερο από αυτό που η Ενάγουσα αξιώνει στην έκθεση απαίτηση της. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω θέσεις που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις και γενικότερα το σύνολο της καταχωρημένης δικογραφίας, ανάγνωσα με προσοχή τις αιτούμενες τροποποιήσεις, τις οποίες έχω ήδη καταγράψει προηγουμένως. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί στην προκειμένη περίπτωση επιχειρείται τροποποίηση δικογράφου (έκθεση υπεράσπισης) πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι από τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής. Είναι εις γνώση του Δικαστηρίου ότι στην περίπτωση που επιχειρείται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13 η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Στην προκειμένη περίπτωση Εκείνο όμως που στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνω είναι ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται διαφοροποίηση του πλαισίου υπεράσπισης σε βαθμό που να διαφοροποιείται ουσιωδώς η βάση και ο πυρήνας του δικογράφου. Ουσιαστικά επιχειρείται η εισαγωγή αρκετών σοβαρών νομικών θεμάτων. Ειδικότερα ενώ η υφιστάμενη υπεράσπιση εστιάζεται σε θέμα καταχρηστικότητας ρητρών που εντοπίζει στις συμβάσεις στο ζήτημα επιβολής επιτοκίου και σε πρόνοιες των συμβάσεων αυτών που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού τόκου και συγκρούονται με ευρωπαϊκή νομοθεσία / οδηγίες και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς επίσης γίνεται επίκληση για παραπλανητική αντίληψη της σημασίας της εγγύησης, με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών δόλου, απάτης και ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε εις βάρος των Εναγομένων, ζήτημα ότι όλες οι εγγυήσεις που δόθηκαν και εξασφαλίστηκαν είναι επαχθείς και άκυρες, ότι όλες οι απαιτήσεις μολύνονται από στοιχεία παρανομίας, σφάλματος, αυθαιρεσίας και αντισυμβατικότητας, ότι η Ενάγουσα ενέργησε ανέντιμα, καταχρηστικά, κακόβουλα και παράνομα, αμφισβητείται πλέον ο νόμιμος και δικαιολογημένο τερματισμός των συμβάσεων και τίθεται ζήτημα πρόωρης και καταχρηστικής ολόκληρης της αγωγής. Τα πολλά θέματα που επιχειρούνται να εισαχθούν μεταβάλλουν ουσιωδώς τον πυρήνα και τη βάση του υφιστάμενου πλαισίου υπεράσπισης καθιστώντας το υφιστάμενο δικόγραφο στην πραγματικότητα ένα καινούργιο έγγραφο. Η υπεράσπιση δεν διευρύνεται αλλά επαναπροσδιορίζεται αποκτώντας νέα και συνάμα ριζικά διαφορετική μορφή. Η επιδίωξη εισαγωγής νέων θέσεων σε συνάρτηση με τα επικαλούμενα γεγονότα και λεπτομέρειες που επίσης επιχειρείται η δικογράφηση τους, όπως αυτά καταγράφονται σε πέντε σελίδες του σώματος της υπό κρίση αίτησης, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό των επιδίκων θεμάτων και γενικότερα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης καθώς και πρόκληση καθυστέρησης στην αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας θέτοντας την Ενάγουσα σε δυσμενή θέση αφού θα πρέπει να αναπροσαρμόσει τις θέσεις της και να αντικρούσει νέα ζητήματα και γεγονότα που εκφεύγουν των υφιστάμενων επιδίκων θεμάτων μέσω της αναζήτησης νέου μαρτυρικού υλικού, πράγμα που δεν αποζημιώνεται με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Μια άλλη παράμετρος που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω), C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση. Βέβαια η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (πιο πάνω)). Η όποια καθυστέρηση δεν εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Να σημειωθεί ωστόσο ότι η καθυστέρηση δεν εξισώνεται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω)). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση και χωρίς κατ' αρχάς να εξετάζω αν η υπό κρίση μπορούσε να είχε υποβληθεί σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, παρατηρώ ότι αυτή έχει καταχωριστεί στις 05.10.
  1. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση οι Εναγόμενοι επικαλούνται διάφορους λόγους οι οποίοι κατά τη γνώμη τους καθιστούν αναγκαία την υποβολή της παρούσας αίτησης. Πρώτος λόγος που προβάλλεται είναι το στοιχείο του «εκ παραδρομής». Ωστόσο δεν αναφέρεται ποιο είναι το γεγονός που προέκυψε 'εκ παραδρομής' για να καθιστά αναγκαία την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Πότε αυτό προέκυψε και κάτω από ποιες περιστάσεις; Γίνεται ακόμη επίκληση «καλόπιστου λάθους». Πάλι όμως δεν προσδιορίζεται ποιο είναι το στοιχείο αυτό που οι Εναγόμενοι θεωρούν ως 'καλόπιστο λάθος', πότε αυτό συνέβηκε και υπό ποιες συνθήκες. Παρουσιάζεται επίσης η ύπαρξη «νέων στοιχείων». Ουδεμία άλλη αναφορά γι' αυτό. Ποια είναι αυτά τα νέα στοιχεία που προέκυψαν που δικαιολογούν και συνάμα καθιστούν αναγκαία την υποβολή αυτής της αίτησης; Δεν καταγράφονται. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα 'νέα στοιχεία' προέκυψαν μετά από ενδελεχή μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς ακρόασης. Πότε έγινε αυτή η μελέτη του φακέλου; Γιατί αυτή η μελέτη της υπόθεσης δεν μπορούσε να είχε γίνει σε προγενέστερο στάδιο με γνώμονα ότι το τελευταίο δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε την εκπροσώπηση των Εναγομένων καταχώρησε σχετικό σημείωμα από τις 17.01.22; Θέμα εκπροσώπησης των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή προέκυψε τουλάχιστον από τις 05.10.20 (βλέπε σχετικό πρακτικό δικαστηρίου ημερ. 05.10.20). Το πρόβλημα συνεχίστηκε και παρέμεινε μέχρι τις 17.01.22 που τότε τελικά καταχωρίστηκε σχετική γραπτή ειδοποίηση από το νυν δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε το χειρισμό της υπόθεσης αυτής εκ μέρους των Εναγομένων (βλέπε σχετικά πρακτικά δικαστηρίου ημερ. 07.12.20, 01.03.21, 18.05.21, 13.09.21, 30.09.21 και 29.10.21). Ωστόσο ενώ ήταν εις γνώση τόσο του νέου δικηγόρου που ανέλαβε την υπόθεση όσο και των πελατών του (Εναγόμενοι 1 και 2) ότι η παρούσα αγωγή είχε σειρά εκδίκασης λόγω της αρχαιότητας που έφερε, η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε αφού παρήλθε χρόνος 9 μηνών από την ημερομηνία ανάληψης καθηκόντων από το δικηγορικό γραφείο που εμφανίζεται σήμερα. Μάλιστα στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερ. 14.01.22 αναφέρει το ενδεχόμενο τροποποίησης του δικογράφου της υπεράσπισης. Γιατί η πλευρά των Εναγομένων άφησε να παρέλθει άπρακτο τέτοιο μεγάλο χρονικό διάστημα. Σημειώνεται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε τελικά στις 05.10.
  2. Τα πιο πάνω δεδομένα δημιουργούν σαφή εικόνα ολιγωρίας από μέρους των Εναγομένων στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Παράλληλα παρατηρώ ότι οι αναφορές που παρέχονται για το χρόνο που επιλέγηκε από τους Εναγομένους να την προωθήσουν είναι ασαφείς, μπερδεμένες και αντιφατικές. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ των αναφορών αυτών. Μόνο σύγχυση και ερωτηματικά προκαλούν. Θα έλεγα ότι από αυτές απουσιάζουν εξηγήσεις, έστω τέτοιες χωρίς ικανοποιητική δικαιολογία ή δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Ανατρέχοντας το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης προκειμένου να ενημερωθώ για το ιστορικό της, παρατηρώ ότι ενόσω η αγωγή οριζόταν για οδηγίες ώστε να επιλυθεί το ζήτημα της νομικής εκπροσώπησης των Εναγομένων στην παρούσα δικαστική διαδικασία, υπήρχε αδράνεια από μέρους τους. Παραπέμπω στα πρακτικά δικαστηρίου ημερ. 07.12.20, 01.03.21, 18.05.21, 13.09.21 και 30.09.
  3. Όταν όμως στις 29.10.21 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18.01.22, οι Εναγόμενοι μερίμνησαν να διορίσουν νέο δικηγορικό γραφείο για να τους εκπροσωπήσει, το οποίο όμως καταχώρησε σχετική γραπτή ειδοποίηση μόλις την προηγούμενη της ακρόασης, δηλαδή στις 17.01.
  4. Συνεπεία αυτής της εξέλιξης η πλευρά των Εναγομένων αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης. Στις 18.01.22 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 06.05.
  5. Στο μεσοδιάστημα αίτηση τροποποίησης δεν καταχωρείται. Την ημέρα της ακρόασης οι Εναγόμενοι ζητούν εκ νέου αναβολή επειδή ο Εναγόμενος 2 θα απουσίαζε στο εξωτερικό για τρεις εβδομάδες για λόγους υγείας. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 06.10.
  6. Το ίδιο σκηνικό επικρατεί. Η αίτηση τροποποίησης δεν προωθείται το μεσοδιάστημα. Τελικά η πλευρά των Εναγομένων επέλεξε να καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση στις 05.10.22, δηλαδή την προηγούμενη ημέρα που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης δεν διαπνέεται από καλή πίστη. Τα δεδομένα αυτά αφήνουν εκτεθειμένη την αναφορά του Εναγομένου 1 στην ένορκη δήλωση του ότι οι τροποποιήσεις ζητούνται χωρίς πρόθεση κωλυσιεργίας και/ή παρέλκυσης της δικαστικής διαδικασίας και ταλαιπωρίας των υπολοίπων παραγόντων της δίκης. Πέραν και ανεξαρτήτως των προαναφερομένων, οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να είχαν ζητηθεί σε πολύ ενωρίτερο στάδιο. Ειδικά αν κάποιος αναλογιστεί ότι κάθε φορά που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση πριν να γνωστοποιηθεί στο Δικαστήριο ζήτημα εκπροσώπησης τους στη δικαστική διαδικασία από άλλο δικηγόρο, η πλευρά των Εναγομένων δήλωνε κάθε φορά ετοιμότητα στην πραγματοποίηση της ακρόασης της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση δεν έχουν αποκαλυφθεί σαφείς και συγκεκριμένοι λόγοι και δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία που να καταδεικνύουν τη χρησιμότητα και αναγκαιότητα των αιτουμένων τροποποιήσεων. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η φιλελεύθερη τάση της νομολογίας σε ότι αφορά το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2015 είναι να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). Ωστόσο η παρούσα υπόθεση είναι από τις περιπτώσεις όπου για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για πρόσφορη εκδίκαση της αγωγής. Στη βάση των πιο πάνω προκύπτει ότι οι λόγοι ένστασης αρ. 5, 6, 8, 11 και 12 από το σώμα της ένστασης ευσταθούν. Έχοντας συνεκτιμήσει όλους τους σχετικούς παράγοντες με κυρίαρχη παράμετρο το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237, Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726), όπως αυτοί αναπτύχθηκαν και σχολιάστηκαν πιο πάνω και εφαρμόστηκαν στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης αυτής, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτησης και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2-Αιτητών 1 και 2. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 06.06.23 και ώρα 09:00 με φυσική παρουσία δικηγόρων. Εκείνη την ημέρα τον Δικαστήριο θα επιληφθεί του περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2022 (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.