CAC CORAL LIMITED ν. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD, Αγωγή αρ. 1059/2014, 29/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1059/2014 CAC CORAL LIMITED Ενάγουσα v. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Χρ. Μιχαήλ (κα) για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: Λ. Χατζηξενοφώντος (κα) για A.G. Erotocritou LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η αγωγή κινήθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ («η Τράπεζα») εναντίον συνολικά τριών προσώπων και συνεχίστηκε από την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη είναι η Εναγόμενη 3 στην αγωγή. Εναντίον των υπολοίπων (Εναγόμενων 1 και 2), που ήταν οι πρωτοφειλέτες του χρέους που αξιώνει η Ενάγουσα, εκδόθηκε δικαστική απόφαση. Η αγωγή εκδικάστηκε μόνον όσον αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 3, που για σκοπούς απόφασης αναφέρεται ως «η Εναγόμενη». Η Τράπεζα χορήγησε στους πρωτοφειλέτες έντοκο δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €92.100,00, πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις, για να δυνηθούν να αγοράσουν από την Εναγόμενη, ημεδαπή εταιρεία που ασχολείται με την ανάπτυξη γης και ακινήτων, διαμέρισμα τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην αγωγή. Οι όροι της δανειακής σύμβασης, που συνάφθηκε μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου των πρωτοφειλετών κύριου Ιωάννη Παπαζαχαρία, περιλήφθηκαν στα κείμενά της. Περαιτέρω αναφορά θα γίνει όπου χρειάζεται. Η Εναγόμενη, με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 05.06.2009, εγγυήθηκε την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών, μέχρι του ποσού των €92.100,00 πλέον τόκους και έξοδα, και ανέλαβε να πληρώσει, σε πρώτη ζήτηση, οποιοδήποτε ποσό θα όφειλαν οι πρωτοφειλέτες με βάση τη δανειακή σύμβαση, μέχρι του ποσού της εγγύησής της. Τα δικαιώματα των πρωτοφειλετών που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα, και η Εναγόμενη συμφώνησε όπως το συγκεκριμένο χρέος εξασφαλίζεται με την υφιστάμενη υποθήκη με αριθμό δήλωσης Υ3995/06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου που είχε παραχωρηθεί από την Εναγόμενη την 21.08.2006 επί τεσσάρων ακινήτων, τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στην αγωγή. Επειδή οι πρωτοφειλέτες δεν τήρησαν τους όρους της δανειακής σύμβασης, όσον αφορά την πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, η Ενάγουσα προχώρησε με τερματισμό της, και σε απαίτηση πληρωμής ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου από τους πρωτοφειλέτες και την εγγυήτρια. Όταν εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το πωλούμενο διαμέρισμα (μετά την καταχώριση της αγωγής, που τροποποιήθηκε σχετικά), η Υ3995/06 ΕΓΚ Πάφου διασπάστηκε σε επιμέρους υποθήκες, και η μία εξ αυτών, με αριθμό δήλωσης Υ10103995/06 ΕΚΓ Πάφου, μεταφέρθηκε στον ξεχωριστό τίτλο του διαμερίσματος των πρωτοφειλετών. Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης είναι βάσει της συμφωνίας εγγύησής της, για το ποσό των €92.240,73 πλέον τόκος προς 14% ετησίως από την 07.08.2012, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα με τους πρωτοφειλέτες. Αξιώνει και την έκδοση διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό. Η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί τη σύναψη των γραπτών συμφωνιών που δικογραφεί η Ενάγουσα. Το πρώτος σκέλος της υπεράσπισής της είναι πως ήταν ρητός ή εξυπακουόμενος όρος, ή υπήρχε παράλληλη συμφωνία ή κατανόηση, ότι, σύμφωνα και με την πρακτική, οι εξασφαλίσεις που παραχώρησε η Εναγόμενη προς όφελος της Ενάγουσας ήταν γιατί η Εναγόμενη ήταν η κατασκευάστρια εταιρεία και η υπεύθυνη για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα που αγόρασαν (με το δάνειο) οι πρωτοφειλέτες χωρίς ξεχωριστό τίτλο. Θα τερματίζονταν και θα έπαυαν να ισχύουν, όταν θα ολοκληρώνονταν το ακίνητο και θα εκδίδονταν ο ξεχωριστός τίτλος που θα υποθηκεύονταν προς όφελος της Τράπεζας, οπότε και θα υπήρχε απεμπλοκή της Εναγόμενης από το χρέος των πρωτοφειλετών. Ολοκληρώθηκε το ακίνητο, παραδόθηκε στους πρωτοφειλέτες, εκδόθηκε ο ξεχωριστός τίτλος, που είναι υποθηκευμένος προς όφελος της Ενάγουσας, ωστόσο οι πρωτοφειλέτες αρνούνται τη μεταβίβαση, όπως και η Ενάγουσα, που θα μπορούσε να αξιώνει μόνον τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά της. Το δεύτερο σκέλος της υπεράσπισης της Εναγόμενης είναι πως η συμφωνία δανείου είχε πρόβλημα κύρους, που συμπαρασύρει και τις συμφωνίες εξασφαλίσεων. Το δάνειο, όπως αναφέρει η Εναγόμενη, ήταν σε ξένο νόμισμα, άλλο από το νόμισμα των εισοδημάτων των πρωτοφειλετών, κατά προτροπή της Τράπεζας, και η πιστωτική συμφωνία περιείχε ρήτρες που είναι καταχρηστικές. Αναλύει περαιτέρω στο δικόγραφο προσυμβατικές παραλείψεις και όρους που περιέχονται στη δανειακή σύμβαση που, κατά τη θέση της, είναι καταχρηστικές ρήτρες. Τέλος, η Εναγόμενη ισχυρίζεται πως δεν ενημερώθηκε οποτεδήποτε για καθυστερήσεις στη μηνιαία δόση αποπληρωμής του δανείου, ενώ η αγωγή δεν ήταν αναγκαία για την εξόφληση του χρέους, επομένως, σε κάθε περίπτωση, τα έξοδα θα πρέπει να πληρωθούν από την Ενάγουσα. Ζητά την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας. Με απαντητικό δικόγραφο, η Ενάγουσα αρνείται την ύπαρξη όρου ή παράλληλης συμφωνίας τερματισμού της συμφωνίας εγγύησης ή άλλης συμφωνίας που συνήψε η Εναγόμενη. Τα συμφωνηθέντα, όπως υποστηρίζει, εξαντλούνται στα κείμενα. Σε κάθε περίπτωση, όπως θέτει, έγινε απαίτηση πληρωμής του δανείου πριν η Εναγόμενη εκδώσει ξεχωριστό τίτλο για το πωλούμενο ακίνητο, και η Εναγόμενη δεσμεύονταν με βάση τη συμφωνία εγγύησής της. Οι συμφωνίες που συνάφθηκαν, κατά την Ενάγουσα, είναι έγκυρες. Το νόμισμα του δανείου και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του ήταν γνωστοί στους πρωτοφειλέτες και τους αποδέχθηκαν, ενώ η Εναγόμενη δεν είναι σε θέση να προβάλλει υπεράσπιση που δεν πρόβαλαν οι πρωτοφειλέτες. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση των πρωτοφειλετών για την αγορά του διαμερίσματος, μόνον η Εναγόμενη παρότρυνε τους πελάτες της, για το δικό της όφελος. Συνεπώς, υφίσταται και κώλυμα στην από μέρους της προβολή υπερασπιστικών ισχυρισμών διαφορετικά ή περί του αντιθέτου. Οι ενέργειες της Τράπεζας, όπως θέτει η Ενάγουσα, ήταν σε κάθε περίπτωση νόμιμες και σύμφωνες με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, τους κανόνες της αγοράς και της αξίας του χρήματος, αλλά και τα συμφωνηθέντα. Ομοίως όσον αφορά τις ενημερώσεις προς τα εμπλεκόμενα μέρη. Η Ενάγουσα επιμένει στη δική της εκδοχή και απαίτηση. Τα επίδικα θέματα, δηλαδή αυτά που θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο, είναι όσα καθορίζονται μέσω των δικογράφων. Με δεδομένο πως δεν αμφισβητείται η σύναψη των γραπτών συμφωνιών, θα πρέπει να αποφασιστεί εάν υπήρξε παράλληλη συμφωνία με βάση την οποία θα τερματίζονταν ή θα έπαυε η εγγύηση της Εναγόμενης ή άλλες εξασφαλίσεις σε περίπτωση έκδοσης ξεχωριστού τίτλου για το πωλούμενο ακίνητο και υποθήκευσής του προς όφελος του πιστωτή. Θα πρέπει να αποφασιστεί επίσης κατά πόσον υπάρχει πρόβλημα κύρους στη δανειακή σύμβαση που συμπαρασύρει τις συμφωνίες εξασφαλίσεων που συνήψε η Εναγόμενη, και κατά πόσον η Ενάγουσα, υπό τις περιστάσεις, δικαιούται να αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης την πληρωμή του χρέους και την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, ή εάν συντρέχει λόγος απαλλαγής της Εναγόμενης από τέτοια εγγυητική ευθύνη ή ευθύνη ενυπόθηκου οφειλέτη, λόγω παραλείψεων του πιστωτή σε σχέση με την ενημέρωσή της. Εάν αποδειχθεί η ευθύνη της Εναγόμενης, θα πρέπει να αποφασιστεί και το ύψος του χρέους. Διαδικασία Ακούγεται μαρτυρία μόνον σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Για την απόδειξη της απαίτησής της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο Δαμιανό Μηνά (ΜΕ1), που αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη προσκόμισε μαρτυρία από τους κύριους Ιωάννη Παπαζαχαρία (ΜΥ1), Ανδρέα Θεοδοσίου (ΜΥ2), Δημήτρη Ασσιώτη (ΜΥ3) και Μιχάλη Κυριακίδη (ΜΥ4), που επίσης αντεξετάστηκαν από την συνήγορο της Ενάγουσας. Η μαρτυρία καταγράφηκε σε πρακτικά που τηρήθηκαν. Κατατέθηκαν έγγραφα, που συνιστούν τα Τεκμήρια 1 έως 25, που βρίσκονται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε στη πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια ή ειδική ή λεπτομερής μνεία. Μαρτυρία και εξέταση Σε αξιολόγηση υπόκειται μόνον η αντικρουόμενη μαρτυρία, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Μαρτυρία ειδικής γνώμης δυνατόν να ακουστεί, εφόσον είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, που μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας, μόνον από εμπειρογνώμονες, δηλαδή από άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για να εκφέρουν τέτοια ειδική γνώμη. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[3]. Θέματα δικαιοδοσίας Η συνήγορος της Εναγόμενης, στην αγόρευσή της, θέτει για πρώτη φορά θέματα διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, με γνώμονα τη δωσιδικία της έδρας του καταναλωτή, βάσει του γεγονότος ότι οι πρωτοφειλέτες συμβλήθηκαν ως καταναλωτές. Συνοπτικά (εφόσον και η αγόρευση δεν είναι μέσο έγερσης δικαιοδοτικών ζητημάτων), το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη αναλάβει τη διεθνή δικαιοδοσία, η Εναγόμενη έχει υπαχθεί αδιαμαρτύρητα σ' αυτήν, και έχει ήδη εκδικάσει την αγωγή χωρίς να έχει τεθεί ή να τίθεται πως οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο είναι αρμόδιο ή κατάλληλο να εκδικάσει τη διαφορά, που περιλαμβάνει την απαίτηση της Ενάγουσας για έκδοση διατάγματος εκποίησης ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο. Παράλληλη συμφωνία Ο ΜΕ1, εργαζόμενος σε εταιρεία που διαχειρίζεται το χρέος εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας και είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα και από την εταιρεία στην οποία εργάζεται να αναφέρει τα γεγονότα που σχετίζονται με το χρέος και τις συμφωνίες, προσκόμισε το έγγραφο της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 8). Δεν αμφισβητείται το γεγονός πως υπογράφθηκε το Τεκμήριο 8 με το περιεχόμενο που έχει. Ο ΜΕ1 δεν έχει υπόψη του κάποια παράλληλη συμφωνία, εφόσον δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη σύναψη του Τεκμηρίου
- Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 8, η εγγύηση δόθηκε ως αντάλλαγμα για τη χορήγηση του δανείου από την Τράπεζα στους πρωτοφειλέτες. Αναφέρεται, στην παράγραφο 2, πως είναι συνεχής εγγύηση και ισχύει μέχρι το τελευταίο υπόλοιπο που θα είναι πληρωτέο από τους πρωτοφειλέτες προς την Τράπεζα. Επιπλέον, είναι πρόσθετη εξασφάλιση που δεν επηρεάζεται από την εξέλιξη άλλων εξασφαλίσεων. Δεν περιέχεται στο έγγραφο περιορισμός ή όρος στην ισχύ της εγγύησης σε συνάρτηση είτε με την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών από την Εναγόμενη είτε με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και το πωλητήριο συμβόλαιο που υπέγραψαν οι πρωτοφειλέτες με την Εναγόμενη για την αγορά του διαμερίσματος (Τεκμήριο 3). Το Τεκμήριο 3, η ύπαρξη και το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητείται, υπογράφθηκε από τους πρωτοφειλέτες την 12.09.
- Αφορούσε αγορά κατοικίας από τα σχέδια, που η Εναγόμενη θα είχε ανεγείρει σε τεμάχιο γης της. Το τίμημα πώλησης, Λ.Κ.77.000,00 (Λίρες Κύπρου), θα καταβάλλονταν σταδιακά, σε ημερομηνίες που καθορίστηκαν στο έγγραφο. Το πωλούμενο ακίνητο θα παραδίδονταν στους πρωτοφειλέτες μετά από την ολοκλήρωση των εργασιών, οπότε και θα εξοφλούνταν το τίμημα πώλησης. Η μεταβίβασή του θα γίνονταν σε εύλογο χρόνο από την έκδοση του ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής του διαμερίσματος. Το Τεκμήριο 3 δεν συνδέθηκε εκ του περιεχομένου του με την χρηματοδότηση των πρωτοφειλετών από την Τράπεζα. Οι προσυμβατικές διαπραγματεύσεις ή οι διακηρύξεις των προθέσεων δεν λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία γραπτών συμφωνιών· ερμηνεία χρειάζεται εκεί όπου υπάρχει αμφίβολο νόημα. Το Δικαστήριο, προσεγγίζοντας μια γραπτή συμφωνία για να την εφαρμόσει, δεν μπορεί, ενώ τα προβλεπόμενα σ' αυτήν είναι σαφή, να τα ερμηνεύσει, με σκοπό να προκύψει βελτίωση στη διαπραγματευτική ή συμβατική θέση οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους[4] ή για να παράγει τη σύμβαση με βάση ό,τι εκ των υστέρων προτάσσεται πως ήθελαν τα μέρη. Όταν οι όροι μιας συμφωνίας τέθηκαν γραπτώς, δεν επιτρέπεται εξωγενής μαρτυρία (extrinsic evidence) για να αντικρούσει ή να διαφοροποιήσει το περιεχόμενό της (parol evidence rule). Κατ' εξαίρεση, τέτοια εξωγενής μαρτυρίας μπορεί να είναι αποδεκτή αποκλειστικά και μόνον για σκοπούς υποβοήθησης της ερμηνείας, όταν υπάρχει πραγματικά αμφίβολο ή ασαφές νόημα[5], ή όταν δημιουργείται αντίφαση με το νόημα της ίδιας λέξης ή φράσης που περιέχεται σ' άλλο έγγραφο που συνεξετάζεται[6], ή όσον αφορά τη σημασία τεχνικών όρων, για τη διάγνωση τέλος πάντων του πλαισίου· και αυτό υπό δύο εξαιρέσεις (που επαναφέρουν τον κανόνα). Η πρώτη εξαίρεση αφορά στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις και στη διάγνωση των προθέσεων των μερών. Οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις μπορούν όμως να εισαχθούν στη μαρτυρία, για την απόδειξη ότι ένα γεγονός είναι σχετικό και εμπίπτει στο πλαίσιο που ήταν γνωστό στα μέρη[7], ή για την απόδειξη του ότι τα μέρη έχουν προσδώσει σε συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις συγκεκριμένο (διαφορετικό από το συνηθισμένο) νόημα (private dictionary rule)[8], ή ότι υπάρχει προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των μερών σχετικά με την υπό κρίση συμφωνία και εφόσον η προσκόμιση της μαρτυρίας είναι ουσιαστική[9], σε κάθε περίπτωση με τρόπο ώστε η μαρτυρία αυτή (όσον αφορά το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εισέρχεται το Δικαστήριο) να διαχωρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μη επιτρεπτή μαρτυρία που τυχόν αφορά στο τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Η δεύτερη εξαίρεση αφορά στη συμπεριφορά των μερών μετά την υπογραφή της σύμβασης. Μπορεί να προσκομιστεί, όμως, μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε με μεταγενέστερη συμφωνία ή για την έγερση κωλύματος (estoppel), αλλά όχι για να αλλοιωθεί το αρχικό νόημα της σύμβασης. Τα Τεκμήρια 8 και 3 δεν χρειάζονται ερμηνεία, σε οποιοδήποτε σημείο τους, περιλαμβανομένης της έκτασης της εγγυητικής ευθύνης. Ωστόσο, η Εναγόμενη δικογράφησε και έπειτα οι ΜΥ2 και ΜΥ3 έθεσαν με μαρτυρία πως υπήρξε «παράλληλη συμφωνία», που περιόρισε την έκταση της ισχύος του Τεκμηρίου 8, θέτοντας όρο που δεν περιλήφθηκε στο κείμενο του Τεκμηρίου
- Η μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3 ακούστηκε κατ' εξαίρεση, για να διακριβωθεί κατά πόσον υπήρξε τέτοια «παράλληλη συμφωνία». Η προσέγγιση δεν παύει να είναι αυστηρή, εφόσον υφίσταται ένα γραπτό κείμενο, αυτό του Τεκμηρίου 8, με σαφές νόημα. Ειδικότερα, ο ΜΥ2, υπάλληλος στην Εναγόμενη από το 2007, ανέφερε πως οι πρωτοφειλέτες ήθελαν να αγοράσουν το πωλούμενο ακίνητο. Όταν η απόκτηση ακινήτου γίνονταν μέσω χρηματοδότησης από εγχώρια Τράπεζα, από πελάτες εξωτερικού, υπήρχε συγκεκριμένη διαδικασία που ανέκαθεν ακολουθούσαν στην Εναγόμενη, την οποία επιβεβαίωσε και με άλλους συναδέλφους του. Οι πελάτες έρχονταν στην Κύπρο, για να συναντηθούν με εκπροσώπους της Εναγόμενης και να δουν το ακίνητο. Όταν επιβεβαιώνονταν η επιθυμία τους να αγοράσουν, ο σύμβουλος πωλήσεων διευθετούσε συνάντηση με το τραπεζικό ίδρυμα που θα χρηματοδοτούσε την ανέγερση του όλου έργου, ώστε να ενημερωθούν για τις επιλογές που είχαν για τη χρηματοδότηση της αγοράς. Οι σύμβουλοι πωλήσεων πάντοτε συνόδευαν τους πελάτες σε αυτές τις συναντήσεις. Προς αποφυγή του να καταστεί απαραίτητη η παρουσία τους στην Κύπρο σε μεταγενέστερο στάδιο, μεταξύ άλλων, υπέγραφαν πληρεξούσιο έγγραφο, για να εκπροσωπούνται στην Κύπρο από κάποιον αντιπρόσωπο. Η Εναγόμενη και η Τράπεζα είχαν μια συνεχή και στενή συνεργασία για συγκεκριμένα έργα. Λόγω αυτής, η πρακτική, που ήταν γνωστή, και που ο ίδιος γνωρίζει γενικότερα από εμπλοκή του σε δανειοδοτήσεις αν και όχι στη συγκεκριμένη δανειοδότηση, ήταν: εάν το ακίνητο που θα αγοράζονταν δεν είχε ξεχωριστό τίτλο, η Εναγόμενη να έδιδε προς όφελος της Τράπεζας υποθήκη επί του όλου αλλά και εταιρική εγγύηση μέχρι την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου. Μετά την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου, θα παραχωρούνταν νέα υποθήκη από τους πελάτες και η εταιρική εγγύηση θα ακυρώνονταν, αφού δεν υπήρχε λόγος η Εναγόμενη να παραμείνει εμπλεκόμενη στη δανειοδότηση. Αυτή η πρακτική ακολουθούνταν από όλες τις Τράπεζες και πάντοτε η Εναγόμενη απαλλάσσονταν από τον δανεισμό μετά την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας. Μετά τη συνάντηση με την Τράπεζα, λόγω του ότι η διαδικασία θα ήταν χρονοβόρα, οι πελάτες διευθετούσαν συνάντηση με δικηγόρο στην Κύπρο, που καθιστούσαν γενικό πληρεξούσιό τους. Όταν ετοιμάζονταν τα έγγραφα, η Τράπεζα καλούσε τον γενικό πληρεξούσιο των πελατών και τον αντιπρόσωπο της Εναγόμενης να υπογράψουν. Εικάζει μόνον, ο ΜΥ2, πως έτσι συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, με τον ΜΥ
- Κατέθεσε στο Δικαστήριο το ξεχωριστό πιστοποιητικό εγγραφής που εκδόθηκε για το πωλούμενο ακίνητο (Τεκμήριο 18). Το Τεκμήριο 18 αναφέρει τα στοιχεία ενός διαμερίσματος που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης, και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΥ2, είναι το διαμέρισμα που πωλήθηκε στους πρωτοφειλέτες. Αμέσως μετά την έκδοση του Τεκμηρίου 18, η Εναγόμενη ενημέρωσε τους πρωτοφειλέτες και την Τράπεζα και κάλεσαν για τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα των πρωτοφειλετών και όπως η Τράπεζα εγγράψει νέα υποθήκη επί του νέου τίτλου. Δεν υπήρξε ανταπόκριση. Η Εναγόμενη, την 01.09.2022, με επιστολή της (Τεκμήριο 19), τερμάτισε τη συμφωνία εγγύησης. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2, ανέφερε πως, για τη συγκεκριμένη δανειοδότηση, δεν μίλησε με οποιονδήποτε από την Εναγόμενη που να είχε προσωπική εμπλοκή, απλώς ανέφερε όσα κατέθεσε από την γενική εμπειρία του και τη συνήθη πρακτική στην Εναγόμενη. Ερωτώμενος εάν ήταν η Εναγόμενη που καθόριζε σε ποια τράπεζα θα πήγαιναν οι πελάτες της, ανέφερε πως κάθε έργο χρηματοδοτείται από διαφορετική τράπεζα, μπορεί η τράπεζα αυτή να είχε πέντε διαφορετικά έργα που χρηματοδοτούσε, αν ήταν από την Εθνική, θα πήγαιναν στην Εθνική. Εάν υπήρχαν τίτλοι, όπως είπε, δεν θα ήταν καν νοητό να έμπαινε η Εναγόμενη ως εγγυήτρια. Όταν ζητήθηκε από τον ΜΥ2 να υποδείξει στα επίδικα έγγραφα, πού φαίνονταν αυτά που αναφέρει περί απαλλαγής της Εναγόμενης, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, λέγοντας πως και ο ίδιος, όταν αγόρασε σπίτι και πήρε δάνειο, δεν του εξήγησε κάποιος τα «μικρά γράμματα», αλλά τον υποχρέωσαν να πάει στον δικηγόρο του, να του εξηγήσει τι λέει. Ο ΜΥ3, οικονομικός διευθυντής της Εναγόμενης, ανέφερε πως η Τράπεζα χρηματοδότησε διάφορα έργα της Εναγόμενης και διάφορους αγοραστές της Εναγόμενης, όπως και τους πρωτοφειλέτες στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και ο ΜΥ3, από εμπειρία, ανέφερε, όπως και ο ΜΥ2, πως όπου δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος, για να μπορεί ο αγοραστής να τον υποθηκεύσει ως εξασφάλιση για το δάνειό του, υπήρχε η πρακτική που ήταν καθιερωμένη και γνωστή σε όλες τις τράπεζες και σε όλες τις κατασκευάστριες εταιρείες, με βάση την οποία η Εναγόμενη έδιδε υποθήκη επί του όλου τεμαχίου γης της όπου ανεγείρονταν το έργο, και εταιρική εγγύηση μέχρι την έκδοση του ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής. Με την έκδοση ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής, θα παραχωρούνταν νέα υποθήκη από τους αγοραστές, και η εταιρική εγγύηση της Εναγόμενης θα ακυρώνονταν, αφού δεν υπήρχε λόγος η Εναγόμενη να παραμείνει εμπλεκόμενη στη δανειοδότηση. Στην ουσία, όπως αναφέρει, ήταν εγγύηση ότι θα κατασκεύαζε το ακίνητο και θα εξέδιδε τίτλους ώστε να μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος της Τράπεζας. Ήταν ένας μηχανισμός για να μπορεί να γίνει χρηματοδότηση για την αγορά ακινήτων υπό κατασκευή, που δεν ακολουθούνταν όταν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος για το ακίνητο που ήθελε να αγοράσει ένας πελάτης. Επειδή τα έγγραφα των συμφωνιών ήταν «προδιατυπωμένα», δεν αντικατόπτριζαν τις λεπτομέρειες αυτής της πρακτικής, που λόγω της στενής συνεργασίας των μερών, ήταν καθιερωμένη και δεν χρειάστηκε να μπει κάποιος στον κόπο να ετοιμάσει ειδικά εγγυητήρια και υποθήκες για τον σκοπό αυτό. Με την έκδοση των ξεχωριστών τίτλων στο όνομα των αγοραστών, η Εναγόμενη καλούσε τους αγοραστές και τις τράπεζες να παρευρεθούν στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του τίτλου και την εγγραφή της ξεχωριστής υποθήκης, οπότε ακυρώνονταν οι εξασφαλίσεις που παρείχε η Εναγόμενη. Και στην προκειμένη περίπτωση, η Εναγόμενη δανειοδοτήθηκε από την Τράπεζα για την αγορά του ακινήτου όπου θα ανεγείρονταν το συγκρότημα κατοικιών, πλαίσιο στο οποίο παραχωρήθηκε υποθήκη επί του όλου. Στην αρχική συνάντηση με τον περιφερειακό διευθυντή της Τράπεζας στην Πάφο, είχε λεχθεί πως οι εξασφαλίσεις που θα δίδονταν από την Εναγόμενη για δανειοδοτήσεις αγοραστών θα ήταν, εκτός από την υποθήκη επί του όλου, η εταιρική εγγύηση, από την οποία όμως θα απαλλάσσονταν η Εναγόμενη, όταν θα εκδίδονταν ο ξεχωριστός τίτλος και θα μπορούσαν να δώσουν εξασφάλιση οι αγοραστές. Όταν όμως το 2015 εκδόθηκε ο ξεχωριστός τίτλος στην προκειμένη περίπτωση, και η Εναγόμενη κάλεσε την Τράπεζα να εφαρμόσει τη συμφωνία, η Τράπεζα αντέταξε πως οι πρωτοφειλέτες δεν πλήρωσαν το δάνειό τους, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί το γεγονός πως οι συμφωνίες δεν αντικατοπτρίζουν τη προαναφερόμενη πρακτική, ώστε να καταστήσει την Εναγόμενη ουσιαστική εγγυήτρια των πρωτοφειλετών. Η Τράπεζα ζήτησε, με το Τεκμήριο 19, να εγγράφει η Τράπεζα νέα υποθήκη και τερμάτισε τη συμφωνία εγγύησης, χωρίς ανταπόκριση. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ3 ανέφερε πως διαπραγματεύεται με όλες τις τράπεζες για τις δανειοδοτήσεις των πελατών, ο ρόλος του ήταν να διαπραγματευτεί για να κάνουν τους όρους δανειοδότησης των πελατών. Διευκρίνισε, κατά την επανεξέτασή του, πως δεν κοίταζε όρους, απλώς συμφωνούνταν τα βασικά, το είδος της διευκόλυνσης, το επιτόκιο, και η χρονική διάρκεια. Είχε και τον χειρισμό της Τράπεζας στην προκειμένη περίπτωση. Ορισμένες τράπεζες δεν ήθελαν και εταιρική εγγύηση, ωστόσο η Τράπεζα είχε ζητήσει για το συγκεκριμένο έργο, τη δεδομένη χρονική στιγμή. Όταν ερωτήθηκε εάν στα έγγραφα που υπέγραφαν με τις άλλες τράπεζες αναγράφονταν αυτή η συμφωνία, απάντησε «βεβαίως αναγράφονταν», διευκρινίζοντας στη συνέχεια πως ο λόγος είναι για τα δύο δάνεια που συνήθως κάνει η Εναγόμενη, το ένα για την αγορά της γης και το άλλο για την ανάπτυξή της, δεν είναι πρακτική για τα στεγαστικά δάνεια των πελατών για όλους. Επειδή ήταν ο ίδιος που διαπραγματεύτηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση και ζητήθηκε εταιρική εγγύηση, επειδή η πρακτική και με άλλες τράπεζες δεν ζητούσαν εταιρική εγγύηση, αποδέχθηκαν με την κατανόηση ότι, εκεί που θα βγει ξεχωριστός τίτλος, θα κληθεί η Τράπεζα να εξαιρέσει την Εναγόμενη από την υποθήκη και την εγγύηση, και θα συνέχιζε το δάνειο με τον πελάτη και την Τράπεζα. Ήταν κοινή πρακτική και εφαρμόστηκε με άλλες τράπεζες, είχε αποδεσμευτεί η Εναγόμενη, ήταν το «understanding», όπως είπε, αλλά δεν το υπόγραφαν γιατί ήταν ξεκάθαρο και ήταν η πρακτική που δούλευαν. Ασχέτως εάν δεν αναγράφεται οπουδήποτε, ήταν η εφαρμοζόμενη πρακτική, με την οποία δεν είχαν πρόβλημα μέχρι στιγμής. Μετά την αρχική συνάντηση με τον περιφερειακό διευθυντή της Τράπεζας στην Πάφο, είχαν συναντήσεις για τα θέματα των πελατών, αλλά όχι για να πουν ξανά τα ίδια σχετικά με τις εγγυήσεις σε κάθε περίπτωση. Αρνήθηκε την υποβολή πως ό,τι συμφωνήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση εξαντλείται στα έγγραφα των συμφωνιών που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, λέγοντας πως ο ίδιος κάνει επιχειρήσεις και για τον ίδιο είναι το τι συνεννοήθηκαν και έγινε κατανοητό. Δεν αμφισβητήθηκε οποτεδήποτε η καλή πίστη, ούτε τέθηκε ως ενδεχόμενο ο πελάτης να παραβεί τη συμφωνία πριν να εκδοθεί ο ξεχωριστός τίτλος. Υπέγραψαν γιατί υπήρχε η πρακτική και η εμπιστοσύνη προς την Τράπεζα, και δεν είχαν την ανησυχία ότι θα περιπλεχθεί η συμφωνία. Μια συμφωνία μεταξύ του Α και του Β μπορεί να συνοδεύεται από μια παράλληλη συμφωνία (collateral contract) μεταξύ του Β και του Γ, σύμφωνα με την οποία ο Γ προβαίνει σε μία υπόσχεση στον Β, ως αντάλλαγμα για να συνάψει ο Β σύμβαση με τον Α ή ο Β να κάνει κάποιαν άλλη πράξη προς όφελος του Γ. Προτού μπορέσει ο Β να πετύχει σε μια αγωγή κατά του Γ για παραβίαση της υπόσχεσης του Γ, ο B θα πρέπει να αποδείξει: ότι ο Γ έδωσε μια υπόσχεση στον B με την απαιτούμενη συμβατική πρόθεση, και ότι, βάσει αυτής της υπόσχεσης, ο Β συνήψε τη σύμβαση με τον Α ή ενήργησε άλλως πώς. Η έννοια της παράλληλης συμφωνίας μπορεί να χρησιμοποιείται μερικές φορές και όταν υπάρχουν μόνον δύο μέρη, όπως υπάρχουν σε αυτή την περίπτωση. Για παράδειγμα, η εγγύηση σε μια σύμβαση πώλησης αγαθών από τον Α στον Β (όπου μπορεί να θεωρηθεί ασφάλεια στον κύριο σκοπό της σύμβασης), ή η εγγύηση από έναν επαγγελματία ως προς την επιτυχία μιας υπηρεσίας, θα μπορούσαν, υπό κατάλληλες περιστάσεις, να προσεγγιστούν ως παράλληλες συμφωνίες. Οι ΜΥ2 και ΜΥ3 επιχείρησαν να αναφερθούν σε δηλώσεις κατά τις διαπραγματεύσεις ευρύτερα, για τη χρηματοδότηση του όλου έργου της Εναγόμενης. Το νομικό αποτέλεσμα ενός συμβατικού όρου διαφέρει από αυτό μιας απλής παράστασης (mere representation). Eίναι απαραίτητο να προσδιορίζεται, σε ποιαν από αυτές τις κατηγορίες εμπίπτουν οι δηλώσεις των μερών κατά τις διαπραγματεύσεις. Το πρόβλημα έγκειται στον καθορισμό της πρόθεσης των μερών, όπως μπορεί να αποδειχθεί μέσα από λόγια και συμπεριφορά. Δεν υπάρχει γενική αρχή, καθολικά εφαρμόσιμη. Επειδή η πρόθεση σπάνια εμφανίζεται με σαφήνεια, λαμβάνονται υπόψη ένας ή περισσότεροι παράγοντες για τη διαπίστωσή της. Ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, εάν έχει παρέλθει σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ της προσυμβατικής δήλωσης και της κατάρτισης της σύμβασης, ή όταν το μέρος στο οποίο γίνεται η δήλωση καθιστά σαφές ότι θεωρεί το θέμα τόσο σημαντικό που δεν θα συνάπτονταν η σύμβαση χωρίς τη συγκεκριμένη διαβεβαίωση, κ.λπ.. Όταν, μετά από διαπραγματεύσεις, τα μέρη συνάπτουν γραπτή σύμβαση και η εν λόγω σύμβαση δεν περιέχει την εν λόγω δήλωση, αυτό μπορεί να υποδηλώνει ότι η δήλωση είναι απλή παράσταση, αν και υπήρξαν περιπτώσεις όπου διαπιστώθηκε ότι τέτοια προκαταρκτική δήλωση συνιστά παράλληλη συμφωνία[10]. Οι συμβατικοί όροι διακρίνονται από τις εκφράσεις προσδοκίας ή εκτίμησης ή τις απλές δηλώσεις γνώμης ή πεποίθησης. Μια προσυμβατική δήλωση μπορεί να μην ισοδυναμεί με συμβατικό όρο, αλλά με ψευδή δήλωση, επομένως ο έλεγχος είναι συχνά διττός. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να αποδεικνύεται ότι μια προφορική συμφωνία είναι ταυτόχρονη και άπτεται του αντικειμένου μιας γραπτής συμφωνίας, ως προς την οποίαν η γραπτή συμφωνία σιωπά. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει η προφορική συμφωνία να αποτελεί εξ ολοκλήρου εγγύηση της γραπτής συμφωνίας (entirely collateral), να μην έρχεται σε αντίθεση με τη γραπτή συμφωνία, και να αποδεικνύεται αυστηρά. Η προφορική συμφωνία ευκολότερα εκτελείται εάν αποτελούσε κίνητρο για τη σύναψη της γραπτής συμφωνίας. Η προφορική συμφωνία, εξάλλου, δεν πρέπει να είναι τέτοια, εάν απαιτείται από κάποιον νόμο ή άλλως πώς να είναι γραπτή. Ένα παράδειγμα προφορικής συμφωνίας που θα μπορούσε να θεωρηθεί «παράλληλη» γραπτής συμφωνίας είναι η προφορική διαβεβαίωση του πωλητή οικοπέδου ότι θα κατασκευαστεί δρόμος πρόσβασης στο οικόπεδο, βάσει της οποίας ο αγοραστής αγοράζει το ακίνητο. Τα παραδείγματα που είναι δυνατόν να εντοπιστούν στη νομολογία ποικίλουν, χωρίς να σημαίνει πως μπορούν σε ισχύουν σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Πέρα από το θεωρητικό σχήμα, που μπορεί να ταιριάζει και στην περίπτωση εγγυητή σε συμφωνία δανείου που συμβάλλεται τη συμφωνία εγγύησης υποκινούμενος από υπόσχεση απαλλαγής του υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ως επιχείρησε η πλευρά της Εναγόμενης να παρουσιάσει, ο λόγος που στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί πως υπήρξε παράλληλη προφορική συμφωνία με τη γραπτή συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης είναι ο εξής: Οι αναφορές του ΜΥ2 εστιάστηκαν στην γενική πρακτική και ήταν εντελώς αφηρημένες. Οι κάπως πιο συγκεκριμένες αναφορές του ΜΥ3 για τη συνάντησή του με τον εκπρόσωπο της Τράπεζας για το όλο χρηματοδοτούμενο έργο, στο πλαίσιο του οποίου ανεγέρθηκε και η κατοικία των πρωτοφειλετών, δεν πλαισιώθηκαν όσον αφορά τον τόπο, τον χρόνο, το ακριβές περιεχόμενο, ώστε να δίδουν ρεαλιστικά τη διάσταση συγκεκριμένης δήλωσης από την Τράπεζα προς την Εναγόμενη ότι θα απαλλαγεί από την εγγυητική ευθύνη που θα αναλάβει σε κάθε επιμέρους δανειοδότηση πελάτη-αγοραστή με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το πωλούμενο ακίνητο, περιλαμβανομένης της ευθύνης βάσει του Τεκμηρίου 8· δήλωσης με πρόθεση συμβατικής δέσμευσης της Τράπεζας, που, τιθέμενη σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 8, να μπορούσε να εκληφθεί πως εκείνη εξώθησε την Εναγόμενη να συμβληθεί το Τεκμήριο 8, που άλλως πώς (εάν δεν υπήρξε η υπόσχεση της Τράπεζας) δεν θα συμβάλλονταν, ή που εγγυάται εξολοκλήρου το περιεχόμενό της. Δεν προσκομίστηκαν συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με την συμφωνία βασικής χρηματοδότησης της Εναγόμενης για την ανάπτυξη της γης, που υποτίθεται ήταν η συμφωνία ομπρέλα (umbrella loan agreement) στο πλαίσιο της οποίας ο ΜΥ3 και ο εκπρόσωπος της Τράπεζας, όπως ανέφερε ο ΜΥ3, συνευρέθηκαν και συζήτησαν, και η διασύνδεση της βασικής χρηματοδότησης του έργου με τις επιμέρους συμφωνίες εταιρικής εγγύησης της Εναγόμενης προς όφελος της Τράπεζας, προς εξασφάλιση υποχρεώσεων δανειοληπτών/αγοραστών, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8, έμεινε μετέωρη. Ο ίδιος ο ΜΥ3 έδωσε μάλιστα ακριβώς την αντίθετη εντύπωση στο Δικαστήριο, μέσα από τα λεγόμενά του, πως δεν έγινε συγκεκριμένη προσυμβατική δήλωση ή παράσταση από τον εκπρόσωπο της Τράπεζας κατ' οποιαδήποτε συνάντησή τους, ούτε υπήρχε πρόθεση συμβατικής δέσμευσης από μέρους της Τράπεζας με τέτοια προσυμβατική δήλωση ή παράσταση, εξ ου και, ενώ σε άλλες περιπτώσεις προστίθετο όρος στο λεκτικό της κάθε επιμέρους γραπτής εταιρικής εγγύησης, στην προκειμένη περίπτωση δεν προστέθηκε, γιατί δεν ήθελε η Τράπεζα. Φάνηκε ότι το «understanding» του ΜΥ3 (ή και του εκπρόσωπου της Τράπεζας, άγνωστο) αναδύονταν περισσότερο από την αντίληψη κάποιας υποτιθέμενα συνήθους ή εδραιωμένη πρακτική σε περιπτώσεις ομαλής συνεργασίας τραπεζών με κατασκευάστριες εταιρείες και δανειολήπτες/αγοραστές, παρά από συγκεκριμένη προσυμβατική δήλωση ή παράσταση ατόμου που ενεργούσε ως ο εκπρόσωπος της Τράπεζας με πρόθεση να την δεσμεύσει· που και τέτοια πρακτική δεν μαρτυρήθηκε ανεξάρτητα ως συνήθης ή εδραιωμένη. Πρόσθετα με αυτούς τους συλλογισμούς, οι συμφωνίες που συνάπτει η Τράπεζα, ως εποπτευόμενος οργανισμός, είθισται να έχουν γραπτό τύπο. Η χρήση πρότυπου εγγυητηρίου εγγράφου που ενέχει εκ των προτέρων διατυπωμένους όρους, ώστε να μην συγγράφονται από κοινού από τα μέρη κάθε φορά, δεν αποτρέπει κατ' ανάγκη την προσθήκη γραπτού κειμένου, είστε στο πλαίσιο του κειμένου της συμφωνίας είτε ως παράρτημα (appendix). Ο ΜΥ3 ανέφερε εξάλλου πως σε κάποιες περιπτώσεις προστίθεται τέτοιο λεκτικό σχετικά με υποσχόμενη απαλλαγή. Δεν προστέθηκε στην προκειμένη περίπτωση, άρα δεν ακολουθήθηκε ό,τι, κατά γνωστό τρόπο, θα μπορούσε να ακολουθηθεί. Όπως τέθηκαν άλλοι περιορισμοί όσον αφορά την εγγύηση, όπως λόγου χάριν ο περιορισμός ως προς το ύψος της εγγύησης, θα είχαν τεθεί στο κείμενο και τυχόν άλλοι, εάν φυσικά συμφωνούνταν. Η επίκληση «προδιατύπωσης» δεν εξαντλεί τη δυνατότητα. Πολλές φορές, χρησιμοποιούνται πρότυπα εγγράφων, για να μην επαναδιατυπώνονται όροι που χρησιμοποιούνται με σταθερότητα σε μία πρακτική, περιλαμβανομένης της τραπεζικής πρακτικής, χωρίς να σημαίνει πως αποκλείεται η διαπραγμάτευση. Η όποια συζήτηση του ΜΥ3 με εκπρόσωπο της Τράπεζας, που ως γεγονός δεν αμφισβητήθηκε πως έγινε, έμεινε σε επίπεδο αφηρημένης αντίληψης κάποιας αόριστης πρακτικής ή προσδοκίας του τι θα συμβεί (ότι δεν θα χρειαστεί η εκτέλεση της παρερχόμενης εταιρικής εγγύησης, γιατί θα μεσολαβήσει κάτι άλλο), δίδοντας όμως έτσι την εικόνα πως μπορεί απλώς να είναι και επιχείρημα εκ των υστέρων. Η Εναγόμενη, όπως προκύπτει από τον λόγο των ΜΥ2 και ΜΥ3 περί εδραιωμένης συνεργασίας, σε κάθε περίπτωση θα υπέγραφε την εταιρική εγγύηση που ζητείτο από την τράπεζα, περιλαμβανομένης της συγκεκριμένης Τράπεζας που χρηματοδότησε το όλο έργο της Εναγόμενης που ήταν ήδη υποθηκευμένο, γιατί ήθελε να δανειοδοτηθούν οι πελάτες της (αγοραστές), που δεν είχαν έτοιμα δικά τους χρήματα, και να δυνηθούν να αγοράσουν από την Εναγόμενη (σκοπός και του δανείου). Πέραν του ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμποδίζει τη θέση γραπτώς κάποιου όρου απαλλαγής από την εγγύηση υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σε οποιαδήποτε από τις υφιστάμενες γραπτές συμφωνίες, το Τεκμήριο 8, ως προς το οποίο υποτίθεται συνάφθηκε παράλληλη συμφωνία, φέρει όρους που αντιτίθενται και στο περιεχόμενο της υποτιθέμενης παράλληλης συμφωνίας, ως προς την έκταση της ισχύος της εγγύησης της Εναγόμενης, προβλέποντας ότι θα είναι συνεχής και ότι η Εναγόμενη θα οφείλει να πληρώσει κάθε υπόλοιπο των πρωτοφειλετών. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και το απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίας της Εναγόμενης, που γνωστοποιήθηκε στην Τράπεζα την 05.09.2009 (Τεκμήριο 10), και δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη και το περιεχόμενό του. Εκεί αναγράφεται η απόφαση της εταιρείας να εγγυηθεί τους πρωτοφειλέτες για να χορηγηθεί σε αυτούς δάνειο να συμπληρώσουν τη δαπάνη αγοράς του διαμερίσματος, και εξουσιοδοτείται σύμβουλος της εταιρείας να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Ούτε στο Τεκμήριο 10 αναφέρεται οτιδήποτε σχετικά με περιορισμούς ή όρους της εγγύησης συνδεόμενους με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το πωλούμενο ακίνητο και τη μεταβίβασή του στους πρωτοφειλέτες. Ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο και την επιστολή ημερομηνίας 05.06.2009 που είχε δοθεί στην Εναγόμενη, υπό την ιδιότητά της ως εγγυήτρια, με την οποία η Εναγόμενη είχε ενημερωθεί για την επιτοκιακή επιβάρυνση κατά τον χρόνο εκείνο, με τα έξοδα που θα επιβάρυναν τον λογαριασμό και τον τρόπο υπολογισμού του τόκου (Τεκμήριο 11). Στο Τεκμήριο 11, υπάρχει ενυπόγραφη δήλωση της Εναγόμενης ότι παρέλαβε τη γνωστοποίηση και συμφωνεί με το περιεχόμενό της, το οποίο αποδέχεται. Ούτε από το Τεκμήριο 11 προκύπτει ότι η εγγύηση της Εναγόμενης δόθηκε είτε τυπικά είτε υπό όρους. Έχοντας υπόψη την αυστηρότητα με την οποία προσεγγίζεται η επίκληση παράλληλης συμφωνίας, δεν θεωρώ πως όσα ανέφεραν οι ΜΥ2 και ΜΥ3 αρκούν για να καταδείξουν, υπό το σύνολο των περιστάσεων, την ύπαρξη τέτοιας παράλληλης συμφωνίας με το Τεκμήριο
- Εξ ου και η Ενάγουσα δεν χρειάστηκε να προσκομίσει απαντητική μαρτυρία, αρκούμενη στην αντίκρουση της μαρτυρίας των ΜΥ2 και ΜΥ3 δια της αντεξέτασής τους. Προφανώς και δεν ήταν αναντίλεκτη η μαρτυρία τους, όπως αναφέρει η πλευρά της Εναγόμενης. Ακόμα όμως κι αν δεχθούμε το αντίθετο, ότι δηλαδή υπήρξε κάποια παράλληλη προφορική συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγόμενης, όταν εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το πωλούμενο ακίνητο και αυτό υποθηκευθεί προς όφελος της Τράπεζας, η Εναγόμενη να παύσει να έχει εμπλοκή στο χρέος (που δεν είναι αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου), αφενός προϋποτίθεται και η μεταβίβαση του πωλούμενου ακινήτου στους πρωτοφειλέτες και η υποθήκευσή του από αυτούς προς όφελος της Τράπεζας, άρα εξυπακούεται και η ομαλή εξέλιξη της εκτέλεσης του Τεκμηρίου
- Δεν υπήρξε. Ο τίτλος ιδιοκτησίας για το πωλούμενο εκδόθηκε το 2015 και παρέμεινε και παραμένει μέχρι και σήμερα στο όνομα της Εναγόμενης. Δεν αναφέρθηκαν οποιαδήποτε μέτρα από την Εναγόμενη για την εκτέλεση του Τεκμηρίου 3, ενώ δεν διατηρήθηκε από την Εναγόμενη ούτε η δικονομική συμμετοχή των πρωτοφειλετών/αγοραστών στην υπόθεση, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να επιλύσει συνολικά τα ζητήματα που εγείρονται από τις συμφωνίες που συνάφθηκαν. Ο ΜΕ1 προσκόμισε τη συμφωνία εκχώρησης (Τεκμήριο 7), που υπογράφθηκε επίσης από τους πρωτοφειλέτες δια του ΜΥ1, καλυπτόμενη από το Τεκμήριο 4, αλλά η Ενάγουσα δεν υποχρεούται να κάνει χρήση της εν λόγω εξασφάλισης, εάν δεν επιθυμεί, για να υποκαταστήσει τους αντισυμβαλλόμενους της Εναγόμενης με βάση το Τεκμήριο 3, ώστε να υποβοηθηθεί η Εναγόμενη, ούτε η θέση της Εναγόμενης τέθηκε ή μπορεί να τεθεί σε τέτοια διάσταση, ως υπεράσπιση σε απαίτηση βάσει εγγύησης, παρά τις γενικές αναφορές, στη μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3, πως η Τράπεζα και πλέον η Ενάγουσα αρνήθηκαν να δεχθούν τη μεταβίβαση. Αφετέρου, όπως και ο ΜΥ3 δέχθηκε, δεν προβλέφθηκε οποτεδήποτε τι θα ισχύει σε περίπτωση παράβασης της συμφωνίας από τους πρωτοφειλέτες και ανάγκης εκτέλεσης της συμφωνίας εγγύησης πριν από την έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Δεν προκύπτει από τις μαρτυρίες των ΜΥ2 και ΜΥ3 πως, ενόσω ίσχυε η εταιρική εγγύηση και εν γένει η εμπλοκή της Εναγόμενης στο χρέος, θα ήταν χωρίς οποιαδήποτε χρησιμότητα ή ότι δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί η συμφωνία εγγύησης. Η θέση δεν είναι πως δόθηκε τυπικά ή εικονικά. Σε κάθε περίπτωση, αναμφίβολα, δεν εξελίχθηκε ομαλά η δανειακή σχέση, και ο πιστωτής ζήτησε να κάνει χρήση των εξασφαλίσεών του πριν να λάβει χώρα οποιοδήποτε εκ των γεγονότων που αναφέρουν οι ΜΥ2 και ΜΥ3 που θα ενεργοποιούσαν κάποια υποτιθέμενη υπόσχεση απαλλαγής. Έτσι, απαίτησε από την Εναγόμενη να εξοφλήσει το χρέος που εγγυήθηκε. Η λογική που εξέθεσαν οι ΜΥ2 και ΜΥ3, του να μην εγγυάται η Εναγόμενη χρέη πελατών της στην Τράπεζα γιατί δεν έχει λόγο να το κάνει εάν και όταν η πράξη με το ακίνητο μπορεί να ολοκληρωθεί άμεσα, είναι μεν εκ των υστέρων ορατή, όμως κρούει στα γεγονότα εδώ. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρχε η δυνατότητα να ολοκληρωθεί άμεσα η πράξη με το ακίνητο. Άρα, γιατί εκτίθεται μια λογική του τι ισχύει σε διαφορετική περίπτωση. Η Τράπεζα χρηματοδότησε την αγορά ανύπαρκτης κατοικίας, τα χρήματα διοχετεύθηκαν (μέσω των πρωτοφειλετών) στην Εναγόμενη για να την ανεγείρει, και είναι, ακόμα και σήμερα, τόσον η γη όσο και η κατοικία (το αντικείμενο για την αγορά του οποίου δόθηκε το δάνειο) στο όνομα της Εναγόμενης, που - εξίσου ευλόγως - εγγυήθηκε την αποπληρωμή του δανείου από τους πρωτοφειλέτες, τους οποίους η ίδια είχε παραπέμψει για δανειοδότηση στην Τράπεζα που χρηματοδοτούσε το έργο· ανέλαβε η ίδια την πληρωμή του χρέους σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του χρέους από τους πρωτοφειλέτες, εφόσον στην ιδιοκτησία της είναι και το χρηματοδοτούμενο πωλούμενο ακίνητο, και μπορεί απλώς να το διαθέσει. Η Εναγόμενη, καταληκτικά, ακόμα και εάν δεχόμασταν ότι υπήρξε τέτοια παράλληλη συμφωνία (παρά τα προαναφερόμενα), ουδέποτε τέτοια παράλληλη συμφωνία κατέστη εκτελεστή πριν από την εκτέλεση της συμφωνίας του Τεκμηρίου 8, για να έχει νόημα η όλη συζήτηση. Ουδέποτε η Εναγόμενη απαλλάχθηκε από την εγγύησή της λόγω κάποιας παράλληλης συμφωνίας. Σχετικά με το κύρος της δανειακής σύμβασης Έχοντας διαπιστώσει τα προαναφερόμενα, θα εξεταστεί κατά πόσον η δανειακή σύμβαση έχει περιεχόμενο που την καθιστά άκυρη και δη κατά τρόπο που να συμπαρασύρει την συμφωνία εγγύησης ή και την ισχύ της υποθήκευσης, ως προβάλλει η Εναγόμενη. Όπως ήταν η ευκαιρία να εκτεθεί από το παρόν Δικαστήριο και στην CAC Coral Limited v. Νικήτα, Αγωγή αρ. 5285/2012 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας 29.04.2022, ισχύει ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος 112(Ι)/2021 που ενοποιεί εκσυγχρονιστικά προηγούμενους νόμους, περιλαμβανομένου του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/1996, προς συνεχή εναρμόνιση, μεταξύ άλλων, με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 75 του Νόμου 112(Ι)/2021, οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον Νόμο 112(Ι)/2021, εφαρμόζονται αναφορικά και με συμβάσεις οι οποίες συνάφθηκαν ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (12.05.2021), εκτός εάν συνάφθηκαν πριν και από την έναρξη της ισχύος των καταργηθέντων νόμων. Οι επίδικες πιστωτικές συμφωνίες συνάφθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου 93(Ι)/1996, μεταξύ εμπορευόμενου (της Τράπεζας) και των πρωτοφειλετών που τις συμβλήθηκαν ως καταναλωτές (δεν υπάρχουν δεδομένα ότι πρόκειται για συμφωνίες που σχετίζονταν με την επαγγελματική τους δραστηριότητα), και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου 112(Ι)/
- Σύμφωνα με τον Νόμο 112(Ι)/2021, η εκτίμηση σε σχέση με τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ή το ανάλογο ή μη μεταξύ του τιμήματος ή και της αμοιβής των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Αποτελεί υποχρέωση του εμπορευόμενου να διασφαλίσει ότι οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο, ενώ σε περίπτωση αμφιβολίας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. «Καταχρηστική ρήτρα» είναι κάθε ρήτρα που, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα, εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή, και ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή. Το Παράρτημα IV του νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν καταχρηστικές. Σε αυτό τον κατάλογο, περιλαμβάνονται ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση, να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, ενώ η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, καθώς και να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμα παρασχεθεί από αυτόν στην περίπτωση που τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος ο εμπορευόμενος, να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να καταγγέλλει χωρίς εύλογη προειδοποίηση σύμβαση αόριστης διάρκειας, εκτός αν συντρέχει σοβαρός λόγος, να συνάγουν αμετάκλητα την εκ μέρους του καταναλωτή αποδοχή ρητρών τις οποίες δεν είχε καμία πραγματική δυνατότητα να γνωρίζει πριν συνάψει τη σύμβαση, να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση, να επιτρέπουν σε πιστωτικό ίδρυμα να απαιτεί μονομερώς άμεση εξόφληση πιστωτικής διευκόλυνσης χωρίς οποιεσδήποτε συγκεκριμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή σε οποιαδήποτε νομοθεσία (εξαιρούνται όλες οι συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης που προνοούν όρια υπερανάληψης, αφού δοθεί προειδοποίηση τριάντα 30 ημερών), να επιφέρουν χρεώσεις επιπρόσθετες των επιτοκιακών χρεώσεων ή και άλλες χρεώσεις συναφείς με τη λειτουργία της πιστωτικής διευκόλυνσης και οι οποίες προνοούν την ένταξη των εν λόγω χρεώσεων στη δόση αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης (σε περίπτωση που οι εν λόγω χρεώσεις προβλέπονται στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης επιβαρύνουν τον οφειλέτη και καθίστανται πληρωτέες κατά τη χρέωση, και σε περίπτωση που η ως άνω χρέωση δεν καταβάλλεται κατά τη χρέωση από τον οφειλέτη, το πιστωτικό ίδρυμα χρεώνει το λογαριασμό της πιστωτικής διευκόλυνσης ή άλλο λογαριασμό του οφειλέτη και επιβάλλεται σε αυτή χρεωστικό επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο της πιστωτικής διευκόλυνσης), κ.λπ.. Σύμφωνα και με το άρθρο 50, ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διατάξεις «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται και κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Η κύρια συνέπεια που έχει η κήρυξη μιας ρήτρας ως καταχρηστικής είναι ότι αυτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Κατά τα λοιπά, η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δεν μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Το Δικαστήριο ελέγχει και αυτεπάγγελτα εάν μια ρήτρα είναι καταχρηστική[11]. Μια ρήτρα είναι σαφής και διαφανής, άρα μη καταχρηστική, όχι μόνον εάν είναι διατυπωμένη με γραμματικά κατανοητό τρόπο, αλλά όταν εκθέτει με διαφανή τρόπο την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού στον οποίον παραπέμπει ή και σχετικά με άλλες ρήτρες, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει ο καταναλωτής τις απορρέουσες για τον ίδιο οικονομικές συνέπειες, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, περιλαμβανομένων της διαφήμισης ή της πληροφόρησης στην οποία προβαίνει ο πιστωτής κατά τη διαπραγμάτευση, και του επιπέδου προσοχής που αναμένεται από τον μέσο καταναλωτή που λαμβάνει συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος[12]. Εάν η Τράπεζα γνωστοποίησε στον καταναλωτή επαρκή στοιχεία για να λάβει γνώση του περιεχομένου και της λειτουργίας της ρήτρας που επιβάλλει καταβολή συγκεκριμένων εξόδων και τον ρόλο της στο πλαίσιο της σύμβασης, και ο καταναλωτής είχε επίγνωση των λόγων που δικαιολογούν την αμοιβή που αντιστοιχεί στα σχετικά έξοδα, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει το συνολικό κόστος της σύμβασης, εξετάζεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα. Όσον αφορά την ατομική διαπραγμάτευση, δεν αρκεί πριν από την υπογραφή της σύμβασης η σημείωση ή υπογραφή ότι είχε κατανοήσει μια ρήτρα, για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ρήτρα αυτή αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ότι ο καταναλωτής μπόρεσε πράγματι να επηρεάσει το περιεχόμενό της[13]. Θεωρείται πάντοτε ότι μια ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της. Εάν ο εμπορευόμενος ισχυρίζεται ότι για μια τυποποιημένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, φέρει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού αυτού. Η ακριβής τιμή του επιτοκίου που είναι κυμαινόμενο δεν μπορεί να καθοριστεί σε μία πιστωτική συμφωνία για όλη τη διάρκεια ισχύος της. Επομένως, δεν μπορεί να απαιτείται από την Τράπεζα η παροχή επακριβών πληροφοριών σχετικά με τις οικονομικές συνέπειες που συνδέονται με τις διακυμάνσεις του επιτοκίου κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καθόσον οι διακυμάνσεις αυτές εξαρτώνται από μελλοντικά γεγονότα μη προβλέψιμα και ανεξάρτητα από τη βούληση της Τράπεζας. Η εφαρμογή κυμαινόμενου επιτοκίου συνεπάγεται μακροπρόθεσμα, ως εκ της φύσης της, διακύμανση, λόγου χάριν των ποσών των μελλοντικών δόσεων δανείου, οπότε η Τράπεζα δεν μπορεί να είναι σε θέση να διευκρινίσει τις ακριβείς συνέπειες της εφαρμογής σχετικής ρήτρας επιτοκίου στις δόσεις αυτές. Εντούτοις, παρά το ότι η Τράπεζα δεν μπορεί να ευθύνεται για παράλειψη ενημέρωσης του καταναλωτή για μελλοντικά γεγονότα, η παροχή πληροφοριών σχετικά με την παρελθούσα εξέλιξη του δείκτη βάσει του οποίου υπολογίζεται το εφαρμοστέο επιτόκιο συνιστά ιδιαιτέρως κρίσιμο στοιχείο[14]. Το νομικό πλαίσιο που ισχύει σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες δεν φτάνει στο σημείο να καταστήσει υποχρεωτικό για τους καταναλωτές και υπέρ τους το σύστημα προστασίας από τη χρήση καταχρηστικών ρητρών. Όταν ο καταναλωτής προτιμά να μην επικαλεστεί αυτό το σύστημα προστασίας, αυτό δεν εφαρμόζεται[15]. Το δικαίωμα του καταναλωτή σε αποτελεσματική δικαστική προστασία εμπεριέχει και τη δυνατότητα να μην επικαλεστεί τα δικαιώματά του. Λαμβάνεται υπόψη η εκφρασμένη βούληση του καταναλωτή όταν, αν και γνωρίζει ότι πρόκειται για μη δεσμευτική καταχρηστική ρήτρα, αντιτίθεται στη μη εφαρμογή της, δίδοντας ελεύθερη και εγνωσμένη συναίνεση σε αυτήν[16]. Δεν εμποδίζονται τα συμβαλλόμενα μέρη να άρουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας με τροποποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, η παραίτηση του καταναλωτή από το δικαίωμά του να επικαλεστεί τον καταχρηστικό χαρακτήρα απορρέει από την ελεύθερη και εγνωσμένη συναίνεσή του και, αφετέρου, η νέα τροποποιητική ρήτρα δεν είναι η ίδια καταχρηστική. Όταν μια ρήτρα κρίνεται ως καταχρηστική, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα επαναφοράς του στην κατάσταση που θα βρίσκονταν εάν αυτή η ρήτρα ουδέποτε υπήρχε στη συμφωνία[17]. Πρέπει να υπάρχει διάκριση ανάμεσα στις συμβατικές ρήτρες που αφορούν στον καθορισμό τόκου υπερημερίας και τις ρήτρες που καθορίζουν άλλο συμβατικό τόκο. Γιατί οι συμβατικοί τόκοι επιτελούν τη (σημαντική) λειτουργία του ανταλλάγματος για τη διάθεση του χρηματικού ποσού από τον πιστωτή μέχρι την επιστροφή του. Οι τόκοι υπερημερίας δυνατόν να αποσκοπούν στην επιβολή κυρώσεων λόγω μη εκπλήρωσης από τον οφειλέτη της υποχρέωσής του να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου εντός των προβλεπόμενων από τη σύμβαση προθεσμιών ή αντίστοιχα να διατηρεί το χρεωστικό υπόλοιπό του εντός συμφωνημένου ορίου, στην αποτροπή του οφειλέτη αυτού από το να καταστεί υπερήμερος στην εκτέλεση των υποχρεώσεών του, καθώς και, ενδεχομένως, στην αποζημίωση του πιστωτή για τη ζημία που υπέστη λόγω της υπερημερίας. Η ακύρωση ρήτρας περί καθορισμού του επιτοκίου υπερημερίας ως καταχρηστικής (όπως κι αν επιβάλλεται το επιτόκιο υπερημερίας, ως προσαύξηση του συμβατικού επιτοκίου ή ως ξεχωριστή χρέωση) δεν συνεπάγεται μη εφαρμογή της ρήτρας περί του καθορισμού του συμβατικού επιτοκίου[18]. Δεν αποκλείεται, η σώρευση συμβατικών τόκων και τόκων υπερημερίας να παρέχει στην Τράπεζα δυνατότητα να επιτύχει κάτι περισσότερο από την αποκατάσταση της προκληθείσας σε αυτήν ζημιάς, πλεονέκτημα που μπορεί να την παρακινεί στην εύκολη λύση των πιστωτικών συμβάσεων[19], περίπτωση στην οποία χρειάζεται ανάλογη προσοχή. Όπως προαναφέρθηκε, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Στην έννοια του «κύριου αντικειμένου της σύμβασης» εμπίπτουν οι ρήτρες με τις οποίες καθορίζονται οι ουσιώδεις παροχές της οικείας σύμβασης οι οποίες, ως τέτοιες, χαρακτηρίζουν τη σύμβαση. Οι ρήτρες που έχουν «παρεπόμενο χαρακτήρα» σε σχέση με εκείνες που καθορίζουν αυτή καθαυτή την ουσία της συμβατικής σχέσης δεν εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια[20]. Για την εκτίμηση ως προς το εάν μια ρήτρα άπτεται του κύριου αντικειμένου της σύμβασης, αν συνιστά ουσιώδες στοιχείο της κύριας σύμβασης, λαμβάνονται υπόψη η φύση, η όλη οικονομία και τα όσα ορίζουν οι διατάξεις της οικείας σύμβασης, καθώς και το νομικό και πραγματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η σύμβαση. Το «κύριο αντικείμενο» και «τίμημα», δεν μπορεί να καθοριστεί βάσει της έννοιας του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή[21]. Το εύρος των συμβατικών ρητρών που δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας, επειδή αφορούν αποκλειστικά το ανάλογο ή μη μεταξύ του τιμήματος ή της αμοιβής και των υπηρεσιών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα ερμηνεύεται στενά επειδή δεν υπάρχει κάποιος δείκτης ή νομικό κριτήριο δυνάμενο να πλαισιώσει και να κατευθύνει τον έλεγχο περί ανάλογου χαρακτήρα. Είναι δυνατόν οι καταναλωτές να αγνοούν τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας, περιλαμβανομένης σε πιστωτική συμφωνία, ή να μην αντιλαμβάνονται την έκταση των δικαιωμάτων τους[22]. Το να υπόκειται σε παραγραφή η άσκηση αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας δεν απαγορεύεται, υπό την προϋπόθεση ότι το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής καθώς και η διάρκειά της δεν καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος του καταναλωτή να ζητήσει θεραπεία, περιλαμβανομένης της επιστροφής τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Δεν είναι επιτρεπτό να επιβαρύνεται ο καταναλωτής με μέρος των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το ύψος των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που του επιστρέφονται κατόπιν της αναγνώρισης της ακυρότητας συμβατικής ρήτρας λόγω καταχρηστικού χαρακτήρα, εάν αυτή η επιβάρυνση συνιστά σημαντικό εμπόδιο ικανό να αποτρέψει τους καταναλωτές από το να ασκήσουν το δικαίωμα σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών. Η πλευρά της Εναγόμενης θέτει πως διάφορες από τις ρήτρες που περιλήφθηκαν στη συμφωνία δανείου που συμβλήθηκαν οι πρωτοφειλέτες είναι «καταχρηστικές», και παραπέμπει στην ευρύτατη νομολογία του ΔΕΕ που σχετίζεται με το θέμα αυτό. Πρώτιστα, θα πρέπει να αναφερθεί πως, ενώ προβάλλει αυτό, με σκοπό να υποδείξει πως υπάρχει ακυρότητα του συνόλου της σύμβασης δανείου που συμπαρασύρει τις συμφωνίες εξασφαλίσεων, εν τέλει εστιάζει στις ρήτρες που σχετίζονται με τον τοκισμό της διευκόλυνσης, χωρίς τις οποίες θα μπορούσε να λειτουργήσει η σύμβαση δανείου. Εν τέλει, προσαρμόζεται η όλη αναφορά σε θέματα που σχετίζονται με το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, που και με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εναγόμενη, υπάρχει. Εφόσον όμως τίθεται θέμα σε σχέση με το κύρος της δανειακής σύμβασης, να λεχθεί εξ αρχής πως ούτε ο ΜΕ1, αλλά ούτε και οι ΜΥ2 και ΜΥ3 ήταν παρόντες κατά τη διαπραγμάτευση των όρων της, και ουδείς εξ αυτών μπορεί να πει πως δεν υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση οποιωνδήποτε εκ των όρων που περιέχονται στις συμφωνίες που υπέγραψαν οι πρωτοφειλέτες ή ότι δεν ήταν οι όροι που εκείνοι θέλησαν. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τους πρωτοφειλέτες, στους οποίους η υπό εξέταση σύμβαση αφορά. Εναντίον τους εκδόθηκε δικαστική απόφαση, η οποία ισχύει και δεσμεύει. Εκτός από το γεγονός πως ουδείς εκ των ΜΕ1, ΜΥ2 και ΜΥ3 είχε γνώση των συνθηκών υπό τις οποίες υπογράφθηκε η συμφωνία δανείου μεταξύ της Τράπεζας και των πρωτοφειλετών, κατ' επέκταση δεν μπορούσε να μαρτυρήσει και πως η συμφωνία δανείου περιέχει τους όρους που δεν θέλησαν οι πρωτοφειλέτες, υπήρξε και η μαρτυρία του ΜΥ1 που ενίσχυσε την αντίθετη εκδοχή. Παρόλο που η συμφωνία δανείου συνάφθηκε από τους πρωτοφειλέτες μέσω του ΜΥ1, νομικού και δικηγόρου στο επάγγελμα από το 1987, πληρεξούσιου αντιπροσώπου των πρωτοφειλετών σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, ο ΜΥ1, κατά τη μαρτυρία του, προσπάθησε να αποποιηθεί την ευθύνη ή να αποστασιοποιηθεί από οποιαδήποτε εμπλοκή του στη διαπραγμάτευση των όρων της συμφωνίας δανείου εκ μέρους των πρωτοφειλετών, προσπάθεια στην οποία, όμως, ανέφερε πως οι πρωτοφειλέτες είχαν διαπραγματευτεί οι ίδιοι με την Τράπεζα, και όταν ήταν όλα έτοιμα, ειδοποιήθηκε να υπογράψει τα έγγραφα, χωρίς να μπει στη διαδικασία ελέγχου τους, γιατί δεν παρείχε υπηρεσίες στους πρωτοφειλέτες σχετικά με τους όρους της δανειοδότησης. Θα γίνει αναλυτικότερη αναφορά στη μαρτυρία του ΜΥ1 στη συνέχεια. Αρχικά όμως να λεχθεί πως δεν αμφισβητήθηκε ή ύπαρξη και το περιεχόμενο των εγγράφων που προσκόμισε ο ΜΕ1, επομένως το Δικαστήριο αποδέχεται πως αυτά που προσκόμισε ο ΜΕ1 είναι τα έγγραφα που υπογράφθηκαν. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 προσκόμισε τα πληρεξούσια έγγραφα που χορηγήθηκαν από τους πρωτοφειλέτες στον ΜΥ1 την 05.06.2009, δια των οποίων οι πρωτοφειλέτες εξουσιοδότησαν τον ΜΥ1, μεταξύ άλλων, να συμβληθεί συμφωνία δανείου υπό οποιουσδήποτε όρους και προϋποθέσεις (Τεκμήριο 4). Την ίδια ημέρα, 05.06.2009, ο ΜΥ1 υπέγραψε για λογαριασμό των πρωτοφειλετών τη βασική πιστωτική συμφωνία (Τεκμήριο 5), και την αποδοχή της επιστολής προσφοράς ημερομηνίας 05.06.2009 για το δάνειο (Τεκμήριο 6). Η επιστολή προσφοράς αναφέρεται σε αίτηση των πρωτοφειλετών για χορήγηση δανείου, ημερομηνίας 02.04.
- Μεσολάβησαν σχεδόν δύο μήνες από την αίτηση των δανειοληπτών για δάνειο, χρονική διάρκεια που δεν δηλοί αυτοματισμό ή έλλειψη χρόνου ή ευκαιρίας ατομικής διαπραγμάτευσης με τους πρωτοφειλέτες. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 5 και 6, το δάνειο για το οποίο συμβλήθηκαν οι πρωτοφειλέτες δεν ήταν σε «ξένο νόμισμα», όπως εκτενώς θέτει η Εναγόμενη στην υπεράσπισή της, αλλά σε Ευρώ, που ήταν το νόμισμα που ίσχυε στην Κυπριακή Δημοκρατία το έτος
- Το Τεκμήριο 5 συνιστά τη βασική συμφωνία, που θέτει το γενικό πλαίσιο συνεργασίας της Τράπεζας με τους πρωτοφειλέτες, και το Τεκμήριο 6, το οποίο περιλαμβάνει την ενυπόγραφη δήλωση αποδοχής του από τους πρωτοφειλέτες, δια του ΜΥ1, αναφέρεται ειδικά στους όρους της επίδικης διευκόλυνσης. Το δάνειο ήταν ύψους €92.100,00 και χορηγήθηκε για την αγορά του διαμερίσματος. Θα χορηγούνταν ολόκληρο το ποσό του δανείου σε μία δόση, και θα αποπληρώνονταν σε χρονικό διάστημα 180 μηνών. Θα χρεώνονταν τόκος σύμφωνα με το Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας (ΒΕΤ), που κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ανέρχονταν σε 5,75%, πλέον περιθώριο 1,25% ετησίως. Το δάνειο (τόκος και κεφάλαιο) θα αποπληρώνονταν με μηνιαίες δόσεις €827,54 η κάθε μία, αρχίζοντας από την 01.07.
- Η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα, αναλόγως των μεταβολών του επιτοκίου, δια ειδοποίησης, να προσαρμόσει το ποσό της μηνιαίας δόσης, έτσι ώστε το δάνειο να αποπληρωθεί εντός της συμφωνημένης περιόδου. Ενόσω εκκρεμούσε η αποπληρωμή του δανείου, δεν θα μπορούσαν οι πρωτοφειλέτες να παραχωρήσουν τη χρήση του ακινήτου ή την κατοχή του σε άλλο πρόσωπο, εκτός κατόπιν γραπτής έγκρισης της Τράπεζας. Το δάνειο θα εξασφαλίζονταν με την υφιστάμενη υποθήκη Υ3995/06 ΕΚΓ Πάφου επί ακινήτων της Εναγόμενης, θα εκχωρούνταν στην Τράπεζα τα δικαιώματα των πρωτοφειλετών που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο, θα εγγράφονταν πρώτη υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας επί του διαμερίσματος μόλις εγγράφονταν το ακίνητο στα ονόματα των πρωτοφειλετών, θα χορηγούνταν εταιρική εγγύηση από την Εναγόμενη, και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και τυχόν υφιστάμενα δεσμευμένα χρήματα. Παρεμβάλλεται πως ούτε στο Τεκμήριο 6 γίνεται αναφορά σε περιορισμένη περίοδο ισχύος της εταιρικής εγγύησης της Εναγόμενης. Στο Τεκμήριο 6 προβλέπεται ο τρόπος υπολογισμού του τόκου και η κεφαλαιοποίησή του δύο φορές ετησίως. Αναφέρεται η αυτόματη αύξηση του περιθωρίου, σε περίπτωση μείωσης του ΒΕΤ, ώστε να διασφαλίζεται η συνολική ισορροπία στον τοκισμό. Προβλέπεται και η χρέωση τόκου υπερημερίας προς 5% ετησίως επί του ποσού καθυστερήσεων, που εάν υπερέβαιναν τις 40 ημέρες θα οδηγούσαν σε περαιτέρω χρέωση €15,00 τον μήνα και σε €35,00 εάν υπερέβαιναν τις 70 ημέρες. Η σχέση της Τράπεζας με τους πρωτοφειλέτες θα ρυθμίζονταν από τους όρους της συμφωνίας που θα υπογράφονταν (Τεκμήριο 5) και τους όρους του Τεκμηρίου
- Το δάνειο θα χορηγούνταν στους πρωτοφειλέτες με την αποδοχή της πρότασης της Τράπεζας και την παροχή των ζητούμενων εγγυήσεων. Υπήρχε ένα χρονικό περιθώριο 30 ημερών, εντός του οποίου θα έπρεπε να αποδεχθούν ή όχι την πρόταση αυτή. Την αποδέχθηκαν. Στο Τεκμήριο 6 περιλαμβάνεται υπογεγραμμένος πίνακας χρεώσεων και ενυπόγραφη δήλωση εκ μέρους των πρωτοφειλετών δια της οποίας αναλαμβάνουν να αποδεχθούν άμεσα μόλις ειδοποιηθούν τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά τους και να εγγράψουν την υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας. Περιλαμβάνεται και εξουσιοδότηση προς την Τράπεζα να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες, όπως να ζητά και να λαμβάνει πληροφορίες και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των πρωτοφειλετών. Όπως προαναφέρθηκε, για να θεωρείται πως μια ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θα πρέπει να έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της. Ο ΜΥ1 ανέφερε πως όλα τα έγγραφα που του παρουσιάστηκαν ήταν «προδιατυπωμένα» και δεν του εξηγήθηκε οποιοσδήποτε όρος, ούτε με βάση ποια κριτήρια θα μεταβάλλονταν το ΒΕΤ ή το πρόσθετο επιτόκιο. Όμως είχε αναφέρει προηγουμένως πως οι πρωτοφειλέτες είχαν συναντηθεί με την Τράπεζα πριν από τη σύναψη του δανείου για την αγορά του ακινήτου, χωρίς ο ίδιος να ήταν παρών στη συνάντηση. Η συνεννόηση που είχε με τους πρωτοφειλέτες ήταν ότι θα προέβαιναν οι ίδιοι σε αίτηση για δανειοδότηση, με τη βοήθεια και της εταιρείας αντιπροσώπων που τους βοηθούσε γι' αυτό, και έβλεπαν οι ίδιοι την Τράπεζα, είτε επικοινωνούσαν οι ίδιοι με την Τράπεζα, και ο ίδιος απλώς υπέγραψε τα έγγραφα. Άρα, δεν μπορεί να γνωρίζει εάν οι όροι ήταν «προδιατυπωμένοι», με έννοια που αποκλείει τη δυνατότητα επηρεασμού τους από τους πρωτοφειλέτες. Από τη μια, ανέφερε πως ήταν όλα προκαθορισμένα όσον αφορά τους όρους, την περίοδο αποπληρωμής, τις υποχρεώσεις του δανειολήπτη, πανομοιότυπα για όλους τους πελάτες, και ότι δεν υπήρξε διαπραγμάτευση, από την άλλη, ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή και απλώς κλήθηκε να υπογράψει όταν όλα ήταν έτοιμα, και ήταν έτοιμα σχεδόν δύο μήνες μετά από την αίτηση για δανειοδότηση, αφού μεσολάβησε συνάντηση των πρωτοφειλετών με την Τράπεζα στην οποία ο ίδιος ήταν απών. Η αντιφατικότητα αυτή στις αναφορές του ΜΥ1 κατέδειξε και την έκδηλη προσπάθειά του να βοηθήσει την υπόθεση της Εναγόμενης, και ταυτόχρονα ο ίδιος να αποστασιοποιηθεί από τα θέματα του δανείου. Ευλόγως κατανοητή η προσπάθεια, αλλά το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στα λεγόμενα του ΜΥ1, για να διαπιστώσει «προδιατύπωση» και έλλειψη δυνατότητας διαπραγμάτευσης από τους πρωτοφειλέτες, ούτε φυσικά να το υποθέσει βασιζόμενο σε κάποια γενική θεώρηση ή πεποίθηση. Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε γενικά στην πρακτική που γνωρίζει από προσωπική εμπλοκή σε δανειοδοτήσεις, αλλά όχι στη συγκεκριμένη, και επιχείρησε να πει πως η Τράπεζα, συνήθως, έδιδε επιφανειακή και γενική ενημέρωση σε σχέση με τους όρους δανειοδότησης, όπως το ποσοστό στο οποίο θα κυμαίνονταν το επιτόκιο, τη διάρκεια του δανείου, και το ύψος της μηνιαίας δόσης, αλλά δεν υπήρχαν συζητήσεις ως προς τους συγκεκριμένους όρους της δανειοδότησης ή προς τις εξασφαλίσεις που θα ζητούσε η Τράπεζα για να εγκρίνει τα δάνεια. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως στις περιπτώσεις που πήγαιναν στην Τράπεζα, η ενημέρωση ήταν εφ' όλης της ύλης, τους έλεγαν για το επιτόκιο, τη διάρκεια αποπληρωμής, αλλά στη συνάντηση με τους συγκεκριμένους πελάτες δεν ήταν ο ίδιος παρών. Δεν γνωρίζει τι μπορεί να ειπώθηκε μεταξύ της Τράπεζας και των πρωτοφειλετών, αλλά γενικότερα, στις συναντήσεις με την Τράπεζα, όσα ήθελαν να ήξεραν, τους τα έλεγαν, και συνήθως δεν γίνονταν άλλες διαπραγματεύσεις. Παρά την απουσία γνώσης του για τα δεδομένα διαπραγμάτευσης των συγκεκριμένων πρωτοφειλετών, επέμενε, αντιφατικά και αυτός, με αναγωγές στην εμπειρία του, να λέει πως δεν τους έλεγαν για «κινδύνους», μη εξηγώντας και ποιους κινδύνους. Υποστήριξε από τη μια πως τα βασικά, όταν ληφθεί ένα δάνειο, είναι το επιτόκιο, πόσα θα είναι η πληρωμή, και το χρονικό διάστημα. Όταν του υποβλήθηκε πως άρα τα βασικά τους εξηγήθηκαν, απαντούσε πως δεν ξέρει νομικά. Ο ΜΥ3, κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως διαπραγματεύεται ο ίδιος με όλες τις τράπεζες για τις δανειοδοτήσεις των πελατών, ο ρόλος του ήταν να διαπραγματευτεί για να κάνουν τους όρους δανειοδότησης των πελατών, διευκρινίζοντας, κατά την επανεξέτασή του, πως δεν κοίταζε όρους, απλώς συμφωνούνταν τα βασικά, το είδος της διευκόλυνσης, το επιτόκιο, και η χρονική διάρκεια. Η μαρτυρία του ΜΥ3, περιορισμένη, συνάδει με την αναφορά του ΜΥ1 πως οι πρωτοφειλέτες τύγχαναν βοήθειας σε σχέση με το δάνειό τους από αλλού, αλλά δεν μαρτυρεί πως οποιοιδήποτε εκ των όρων των επίδικων συμφωνιών ήταν «προδιατυπωμένοι» κατά τρόπο που να σημαίνει έλλειψη δυνατότητας επηρεασμού κατόπιν διαπραγμάτευσης. Ούτε στη μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3 μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο, για να διαγνώσει «προδιατύπωση» και έλλειψη διαπραγμάτευσης με τους πρωτοφειλέτες των όρων που περιλήφθηκαν στις συμφωνίες τους. Παρεμβάλλεται, επειδή γίνεται συχνά αναφορά σε «προδιατύπωση» με τρόπο γενικευμένο και αποσυνδεδεμένο από την ουσία της προσπάθειας αποτροπής της χρήσης καταχρηστικών ρητρών, χρήση προτύπων συμβάσεων γίνεται στην επαγγελματική πρακτική, ιδίως για την κατάρτιση συμφωνιών στις οποίες απαιτείται με βάση τη νομοθεσία να περιέχονται συγκεκριμένα στοιχεία. Δεν αναμένεται, για να μην είναι «προδιατυπωμένη» μια συμφωνία, να κάθονται μαζί οι συμβαλλόμενοι και να συγγράφουν εξ αρχής κάθε λέξη της. Ορισμένοι όροι που καθορίζουν δεδομένες ιδιότητες και πρακτικές των συμβαλλομένων μερών, εφόσον αποκαλύπτονται και είναι γνωστές, δεν αναμένεται να τυγχάνουν διαπραγμάτευσης με προοπτική να αλλάξουν, κι αν προς διευκόλυνση αλλά και αποφυγή λαθών κατά τη σύνταξη χρησιμοποιείται η μέθοδος της χρήσης προτύπου, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη «προδιατύπωση» με την έννοια της προσπάθειας επιβολής μιας ανεπιθύμητης ρύθμισης ή διαμόρφωσής της κατά τρόπο που να συμφέρει μόνον το ένα μέρος ή να το καθιστά συμβατικά ισχυρότερο από το άλλο. Σε μία σύμβαση όπου το ένα μέρος δίνει χρήματα και πίστωση χρόνου και το άλλο μέρος τα λαμβάνει και θα πρέπει να τα επιστρέψει με τόκους, προϋποτίθεται η θέση όρων που να διασφαλίζουν και το μέρος που δίδει τα χρήματα και το μέρος που θα πρέπει να τα επιστρέψει εντόκως. Συναφώς και οι εντελώς θεωρητικές εκτιμήσεις του ΜΕ4, με ακαδημαϊκές γνώσεις στα χρηματοοικονομικά και με χρόνια εμπειρίας ως τραπεζικός λειτουργός που ασχολείται σήμερα ως οικονομικός σύμβουλος και μελετά τραπεζικούς λογαριασμούς για να εντοπίζει τυχόν υπερχρεώσεις και να ετοιμάζει αναδομημένες καταστάσεις, περί ελλείψεων σχετικά με την προσυμβατική ενημέρωση, επίσης, δεν θα μπορούσαν να είναι αποδεκτές. Στην έκθεσή του (Τεκμήριο 23), ο ΜΥ4, θίγει ως «σημαντικό» πως τα ειδικά στοιχεία του δανείου δεν αναφέρονται στη συμφωνία δανείου, αλλά στην επιστολή αποδοχής (Τεκμήριο 6), και ότι δεν είναι γνωστό αν έχει νομική ισχύ. Ξεφεύγει από τον ρόλο του και δεν εξηγεί τη θέση του, γιατί είναι «σημαντικό», με δεδομένο πως δεν κατέχει νομικές γνώσεις, δείχνοντας προσπάθεια να προβάλει θέματα εκ του μη όντος. Στο Τεκμήριο 6, όπως προαναφέρθηκε, περιέχεται ενυπόγραφη δήλωση αποδοχής, και συνιστά συμφωνία. Συμφωνία (αδιαμφισβήτητη από αυτούς στους οποίους αφορά) βάσει της οποίας οι πρωτοφειλέτες έλαβαν το δάνειο και άρχισαν να πληρώνουν κάποιες δόσεις έναντι, πριν από την παρουσίαση προβλημάτων. Η Τράπεζα δεν αναμένεται να εκθέτει στο σώμα των επιμέρους συμβάσεων που συνάπτει ή στις ανακοινώσεις της στον ημερήσιο τύπο τον όλο τρόπο λειτουργίας της, περιλαμβανομένου του τρόπου λήψης εσωτερικών αποφάσεών της, όπως είναι και ο καθορισμός του ΒΕΤ, όπως δεν εκθέτει σ' αυτά καταστατικές της πρόνοιες ή άλλες εσωτερικές της διαδικασίες. Στον βαθμό που αυτά πρέπει να είναι γνωστά στον αντισυμβαλλόμενό της, μπορούν να διατίθενται ή να υπάρχει εύκολη πρόσβασή του στη σχετική πληροφόρηση. Εάν τέτοια πληροφόρηση δεν είναι ενσωματωμένη σε κείμενα συμβάσεων, δεν σημαίνει, ως γεγονός, πως δεν έγινε, μα ούτε και το Δικαστήριο έχει ενώπιον του σχετικά παράπονα των πρωτοφειλετών σε σχέση με την ενημέρωση ή το επίπεδο της ενημέρωσης που έλαβαν. Δεν υπάρχει ασάφεια ως προς τις κύριες συμβατικές υποχρεώσεις των μερών, με βάση τη συμφωνία δανείου. Θα έπαιρναν και πήραν χρήματα του δανείου οι πρωτοφειλέτες, για να αγοράσουν ακίνητο, και θα έπρεπε να τα επιστρέψουν στην Τράπεζα εντόκως με μηνιαίες δόσεις. Η πρόνοια ότι η διευκόλυνση θα πρέπει να τοκίζεται δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, εφόσον ο τόκος συνιστά το συμφωνημένο αντάλλαγμα που λαμβάνει η Τράπεζα για τη διευκόλυνση που παρέχει, μη χαριστικά, αλλά ως εμπορική Τράπεζα με προοπτική να αποκομίσει κέρδος από τη συναλλαγή. Άλλο είναι ο έλεγχος μιας συμβατικής ρήτρας ως καταχρηστικής στο επίπεδο της κατάρτισης της συμφωνίας και μέσα στο κείμενο, και άλλο είναι η χρησιμοποίησή της στην πράξη καταχρηστικά. Με δεδομένο ότι ο δανειοδότης είναι μια εμπορική Τράπεζα, και λειτουργεί με συγκεκριμένο κατά βάση ρυθμισμένο τρόπο, και εποπτεύεται από αρμόδιο όργανο, εάν, ως Τράπεζα, ενεργεί ή δεν ενεργεί ορθά, δεν ελέγχεται μέσω της κάθε μίας επιμέρους ιδιωτικής δανειακής σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε και στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, δεν υπάρχει και σχετικό δικονομικό πλαίσιο το Δικαστήριο αυτό να μπει στη διαδικασία να ελέγξει τον τρόπο καθορισμού του ΒΕΤ από την Τράπεζα, σε συνάρτηση με τον τρόπο που εξέλαβε ή χρησιμοποίησε την αξία του χρήματος στη αγορά, τους ευρωπαϊκούς δείκτες ή οτιδήποτε άλλο. Ό,τι ενδιαφέρει την ιδιωτική σύμβαση με τον καταναλωτή, όπως εν προκειμένω την επίδικη σύμβαση δανείου, είναι εάν ως βάση τοκισμού το ΒΕΤ, ως επιτόκιο αναφοράς, που εξ ορισμού κυμαίνεται και καθορίζεται από την Τράπεζα με τρόπο στον οποίον ο ίδιος ο δανειολήπτης φυσικά δεν μπορεί να παρέμβει (λ.χ. να καθορίσει ο ίδιος την αξία του χρήματος ή την αγορά ή τον τρόπο που θα αξιολογηθούν από την Τράπεζα), είναι αρκούντως σαφής για τη ρύθμιση της συμβατικής σχέσης. Έναντι σε αυτόν τον λογισμό, ακόμα και να είναι ενδεχομένως η θέση της πλευράς της Εναγόμενης πως θα ήταν ασφαλέστερο για τις ανάγκες των πρωτοφειλετών (που όμως δεν το λένε οι ίδιοι) η βάση του τοκισμού να ήταν ένα σταθερό και αμετάβλητο επιτόκιο αναφοράς (fixed rate), που, για οποιοδήποτε διαφοροποίησή του, να πρέπει να μεσολαβεί συμφωνία των μερών (κι αν δεν μεσολαβεί και όμως οι ανάγκες των συμβαλλομένων στα 15 χρόνια λειτουργίας της σύμβασης διαφοροποιούνται, να πρέπει να οδηγείται ενδεχομένως η πιστωτική συμφωνία σε τέλμα), δεν σημαίνει παράλληλα πως το ΒΕΤ, ως βάση, από μόνη της, ήταν ακατάλληλη ή ασυνήθιστη, ή ότι δημιουργεί ασάφεια ως προς τον τρόπο τοκισμού ενός δανείου. Ο καθένας μπορεί να ενημερώνεται σε κάθε χρόνο για το ΒΕΤ κάθε τράπεζας, και να επιλέγει τη σύναψη ή όχι σύμβασης με τη συγκεκριμένη τράπεζα (shop around to different lenders), ή και την εξέλιξη τυχόν σύμβασης που συνάπτει με συγκεκριμένη τράπεζα, αναλόγως του ΒΕΤ της. Κατ' επέκταση, να κρίνει εάν, ως βάση τοκισμού, αυτή, τον βοηθά ή όχι να αποπληρώσει, αναλόγως των δεδομένων του. Δεν τίθεται ακριβώς θέμα αδιαφάνειας ή μονομέρειας επειδή δεν μπορεί να καθορίσει ο ίδιος ο δανειολήπτης το ΒΕΤ· ούτε βεβαίως θα αναμένονταν θετικά να μπορεί να το καθορίσει, τότε για να μην τίθεται. Δεν απαγορεύεται η χρήση του ΒΕΤ ως βάση τοκισμού σε δανειακή σύμβαση, και ούτε το να τίθεται ως βάση τοκισμού, από μόνη της, συνιστά καταχρηστική ρήτρα. Η πρόνοια για πρόσθετο περιθώριο στο ΒΕΤ, δεν μπορεί να προκύψει από οπουδήποτε πως είναι καταχρηστική. Παρεμβάλλεται πως η θέση του ΜΥ4 σχετικά με το περιθώριο και την έννοια της χρήσης του περιθωρίου στο μεταβλητό και προσαρμόσιμο επιτόκιο (adjustable interest) δεν εξηγήθηκε επιστημονικά, με αναγωγές σε συγκεκριμένες παραπομπές, και δεν έπεισε το Δικαστήριο ως προς την ορθότητά της. Μέχρι τον τερματισμό της διευκόλυνσης, δεν έγινε οποιαδήποτε αύξηση περιθωρίου, για να απασχολεί κάποια σχετική συμβατική ρήτρα ως προς το δικαίωμα αύξησης του περιθωρίου, εάν ως προνοήθηκε συνιστά καταχρηστική ρήτρα, έχοντας υπόψη και το άρθρο 3Α του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/1999, που εισήχθη με τον τροποποιητικό Ν.141(Ι)/2014, που απλώς προβλέπει τη μη εφαρμογή τέτοιας (συνήθους κατά τα λοιπά) ρήτρας, από την θέση σε ουσιαστική ισχύ του τροποποιητικού νόμου και μετέπειτα. Η δανειακή σύμβαση δεν ελέγχεται ως προς το περιεχόμενό της θεωρητικά ή επί ματαίω. Εφόσον η Ενάγουσα επέλεξε να τερματίσει τελικά τη συμφωνία δανείου, με την πράξη του τερματισμού δεν είχε δικαίωμα να κάνει χρήση της ρήτρας αύξησης περιθωρίου (για να διασώσει τη σύμβαση; ), οπότε περιττεύει η εξέταση του θέματος εάν η συμβατική δυνατότητα μεταβολής του περιθωρίου είναι ή όχι καταχρηστική ως προβλέφθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Παρεμβάλλεται μόνον πως, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, στις οποίας γίνεται αναφορά από την συνήγορο της Εναγόμενης, στην αγόρευσή της, δεν εξετάστηκε κάποια συμβατική ρήτρα και δεν αποφασίστηκε πως είναι καταχρηστική, όπως θέτει η συνήγορος της Εναγόμενης. Απλώς, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ, τα ερωτήματα σχετίζονταν με τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της ακυρότητας μιας τέτοιας ρήτρας, και τέθηκαν έχοντας υπόψη πως το Ισπανικό Δικαστήριο (Tribunal Supremo) είχε το ίδιο κρίνει, με βάση τα ενώπιον του δεδομένα, τέτοια ρήτρα καταχρηστική, με τον τρόπο που προκύπτει εμμέσως από το κείμενο και της απόφασης του ΔΕΕ, οπότε τα προδικαστικά ερωτήματα σχετίζονταν με το αντικείμενο της κύριας δίκης που ήταν η αξίωση από τους καταναλωτές επιστροφής ποσών που πληρώθηκαν με την εφαρμογή τέτοιας ρήτρας. Το ΔΕΕ, κατά την απάντηση των εν λόγω ερωτημάτων (με τον αναμενόμενο τρόπο), όχι μόνον δεν εξέτασε τη ρήτρα για να αποφασίσει πως είναι καταχρηστική, αλλά επανέλαβε, μεταξύ άλλων, πως η διαπίστωση εάν μια ρήτρα είναι καταχρηστική ή όχι εναπόκειται αποκλειστικά στον εθνικό δικαστή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν απασχολεί καν την επίδικη διαφορά η πληρωμή χρημάτων από τους πρωτοφειλέτες (πόσω μάλλον από την Εναγόμενη) κάποιας ρήτρας σχετικά με τη δυνατότητα μεταβολής του περιθωρίου. Το σύνολο της νομολογίας του ΔΕΕ είναι υπόψη του Δικαστηρίου, και εφαρμόζεται, όπου χρειάζεται για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και η λοιπή νομολογία στην οποία αναφέρθηκε η συνήγορος της Εναγόμενης σχετικά με τις περιπτώσεις όπου προβλέπεται συμβατικά ένα «απόλυτο δικαίωμα» (absolute discretion), το οποίο δεν πρέπει να ασκείται αυθαίρετα και καταχρηστικά. Όσον αφορά την ενέργεια της Τράπεζας να αυξήσει το επιτόκιο, με την αύξηση του περιθωρίου, κατά τον τερματισμό, με το Τεκμήριο 13, που δεν σχετίζεται με το κεφάλαιο των καταχρηστικών ρητρών, θα συζητηθεί στη συνέχεια, εάν φυσικά προκύψει ότι χρειάζεται, κατά την πορεία αυτής της εξέτασης. Είναι σύνηθες ή συνιστά μηχανισμό διάσωσης της σύμβασης, όταν υπάρχει υπερημερία, δηλαδή όταν δεν υπάρχει εκπλήρωση όσον αφορά τον χρόνο ή το ύψος των συμφωνημένων δόσεων, να υπάρχει δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτή, για τυχόν ζημιά του που προκαλείται λόγω της μη εκπλήρωσης. Στην απουσία τέτοιου μηχανισμού, εφόσον οι συμφωνίες που συνάπτονται πρέπει να τηρούνται, η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης πληρωμής στον συμφωνημένο χρόνο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ευκολότερα ουσιώδης, που να απολήγει σε παράβαση της σύμβασης από μέρους του οφειλέτη, δίδοντας, ως σε κάθε άλλου είδους σύμβαση, δικαίωμα στον πιστωτή να τερματίσει τη σύμβαση και να αξιώσει αποζημίωση ή να αξιώσει πληρωμή βάσει αυτής. Η χρέωση τόκου υπερημερίας ως συμβατική δυνατότητα, από μόνη της, δεν συνιστά καταχρηστική ρήτρα, ώστε να μπορεί να λεχθεί πως όπου προβλέπεται χρέωση τόκου υπερημερίας, η ρήτρα είναι καταχρηστική. Ούτε κρούει σε νόμο γενικά η δυνατότητα χρέωσης τόκου υπερημερίας. Απλώς ο Ν.160(Ι)/1999, ως τροποποιήθηκε από τον Ν.141(Ι)/2014, απαγόρευσε την επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν των 2 εκατοστιαίων μονάδων (εκλαμβάνοντας πως αναφέρεται σε ετήσιο ποσοστό), χωρίς να καθιστά το περιεχόμενο οποιασδήποτε συμβατικής ρήτρας που προϋπολογίζει μεγαλύτερο ποσοστό παράνομο ή άκυρο, ή να μπορεί να εξαχθεί, εκ του γεγονότος πως ο νομοθέτης θέλησε να παρέμβει και να περιορίσει την πραγματική χρέωση τόκου υπερημερίας με ανώτατο ποσοστό, πως απαγορεύεται γενικά η πρόνοια ή η χρέωση τόκου υπερημερίας. Απλώς, μένοντας σε επίπεδο συμφωνίας, ως προβλέφθηκε στο Τεκμήριο 6 η δυνατότητα χρέωσης τόκου υπερημερίας, σε συνάρτηση με τη δυνατότητα χρέωσης εξόδων καθυστέρησης, υπάρχει δυσκολία κατανόησης ως προς τον τρόπο εφαρμογής στην πράξη, εάν γίνει χρήση της ρήτρας. Το ποσοστό των 5% ετησίως επί του ποσού καθυστέρησης δεν είναι σαφές εάν περιλαμβάνει τις μηνιαίες χρεώσεις εξόδων καθυστέρησης, €15,00 σε περίπτωση καθυστέρησης 40 ημερών ή €35,00 σε περίπτωση καθυστέρησης 70 ημερών, ώστε τα μηνιαία έξοδα καθυστέρησης να συναποτελούν το ετήσιο 5% επί του καθυστερημένου ποσού, ή εάν πρόκειται για πρόσθετη επιβάρυνση, δηλαδή χρέωση και με μηνιαία έξοδα και με 5% ετησίως. Στην τελευταία περίπτωση, υπάρχει υπερβολή, αλλά και σύγχυση ως προς τον τρόπο υπολογισμού της ζημιάς της Τράπεζας, με ετήσιο ποσοστό (όχι μέχρι ετήσιο ποσοστό) και με μηνιαία έξοδα ταυτόχρονα. Η υπερβολή δεν συνιστά πραγματική διαπίστωση «δυσανάλογα υψηλής αποζημίωσης» (δυσανάλογα σε σχέση με τι;), ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί, με τα υφιστάμενα δεδομένα της υπόθεσης (ύψος δανείου, ύψος συμφωνημένης δόσης, διάρκεια αποπληρωμής και ουσιαστική σημασία στην οποία δόθηκε από τη σύμβαση ώστε και η δόση να προσαρμόζεται ανάλογα για μπορεί να εξοφληθεί το δάνειο εντός του δεδομένου χρόνου), ως καταχρηστική ρήτρα, ούτε προκύπτει, από τον τρόπο διατύπωσης, μηχανισμός τιμωρίας του οφειλέτη για τη μη εκπλήρωση, ώστε η ρήτρα σε πιστωτική συμφωνία για πληρωμή τόκου υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης να μπορεί να θεωρηθεί ποινική ρήτρα. Δεν είναι κάθε συμβατική πρόνοια για χρέωση τόκου υπερημερίας ποινική ρήτρα, όπως αφήνει να νοηθεί η συνήγορος της Εναγόμενης στη σελίδα 49 της αγόρευσής της. Ο δυσνόητος όμως τρόπος λειτουργίας του τόκου υπερημερίας μπορεί να επιτρέψει, στην πράξη, τη χρέωση τόκου υπερημερίας που να απολήγει σε κατάχρηση της (κατά τα λοιπά θεμιτής) συμβατικής δυνατότητας, ιδίως εάν ο σκοπός της ρήτρας είναι η προσπάθεια διάσωσης της σύμβασης και όχι ο πολλαπλασιασμός της συμβατικής παροχής από πλευράς οφειλέτη ή το να οδηγηθεί σε αδυναμία εκπλήρωσης. Υπάρχει δυσκολία εφαρμογής και από το Δικαστήριο του όρου αυτού. Αυτό το ζήτημα, όμως, θα απασχολήσει ξανά στο μέρος της απόφασης που αφορά στο χρεωστικό υπόλοιπο, εάν η εξέταση των προηγούμενων ζητημάτων που είναι επίδικα οδηγήσει εκεί. Σε κάθε περίπτωση, δεν βλέπω πώς επηρεάζεται η συμφωνία εγγύησης, από τη ρήτρα χρέωσης τόκου υπερημερίας που προβλέφθηκε στη δανειακή σύμβαση, εφόσον μπορεί απλώς να μην εφαρμόζεται, χωρίς να είναι σχετική με το κύρος της όλης σύμβασης δανείου. Η ρήτρα ως προς τον τρόπο υπολογισμού του τόκου με χρήση, ως διαιρέτη, του εμπορικού έτους που αποτελείται από 360 ημέρες, δεν είναι ασυνήθιστη στην τραπεζική πρακτική· και όχι μόνον. Με βάση το άρθρο 50 § 5 Ν.112(Ι)/2021, όπως προαναφέρθηκε, μια τέτοια ρήτρα θεωρείται καταχρηστική (αντικειμενικά καταχρηστική), ανεξαρτήτως του τρόπου προσέγγισης των ρητρών σε κάθε επιμέρους περίπτωση (με βάση τη φύση και τα περιστατικά τους) για τη διάγνωση τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα τους. Η νομοθετική αυτή πρόνοια είναι σε ισχύ και εφαρμόζεται. Η μη εφαρμογή της ρήτρας, δεν επηρεάζει το κύρος της όλης δανειακής σύμβασης ούτε κατ' επέκταση την ισχύ της σύμβασης εγγύησης της Εναγόμενης. Η ρήτρα ότι ο οφειλέτης υπόκειται στα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο πιστωτής για τη χορήγηση της διευκόλυνσης δεν είναι καταχρηστική, αλλά εύλογη και δικαιολογημένη. Εάν η χορήγηση της πίστωσης δημιουργεί έξοδα, που δεν μπορούν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο σύναψης της, κάποιος θα πρέπει να τα επωμιστεί, και δεν προβάλλεται λογικός λόγος για να τα επωμίζεται το πρόσωπο που χορηγεί την πίστωση. Αρκεί βεβαίως, να μην προκαλεί ο ίδιος ο πιστωτής αχρείαστα έξοδα, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποδεικνύει όταν τα διεκδικεί, την αναγκαιότητα και τη σχετικότητά τους με την παροχή. Το ζήτημα αυτό, όμως, έχει να κάνει με το χρεωστικό υπόλοιπο που διεκδικεί η Ενάγουσα, όχι με το κύρος της δανειακής σύμβασης και κατ' επέκταση της σύμβασης εγγύησης. Καταληκτικά επ' αυτού, η θέση της Εναγόμενης πως η δανειακή σύμβαση περιέχει καταχρηστικές ρήτρες που προκαλούν ολική ακυρότητά της, που συμπαρασύρει και την εγγύηση της Εναγόμενης ή άλλη εξασφάλιση που παραχώρησε για το δάνειο, είναι αβάσιμη. Ειδοποίηση του εγγυητή Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός εάν τα μέρη της συμφωνίας εγγύησης καταστήσουν αναγκαία την παροχή, ειδοποίησης από το πιστωτή στον εγγυητή για την ανάκτησή του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση, η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησής του[23]. Με τούτη την προσέγγιση, και η επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος αγωγής συνιστά από μόνη της εκδήλωση της πρόθεση τερματισμού και ειδοποίηση απαίτησης πληρωμής[24]. Με βάση τον όρο 4 του Τεκμηρίου 8, η Τράπεζα θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να τερματίσει την πιστωτική διευκόλυνση προς τους πρωτοφειλέτες, χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση της Εναγόμενης ή και να διαφοροποιεί τον τοκισμό. Σύμφωνα με τον όρο 11 του Τεκμηρίου 8, η υποχρέωση της Εναγόμενης για πληρωμή δυνάμει της εγγύησης θα αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνει γραπτή ζήτηση από την Τράπεζα για τον σκοπό αυτό με επιστολή της Τράπεζας που θα παραδοθεί δια χειρός στην Εναγόμενη ή θα αποσταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή της διεύθυνση. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως η Τράπεζα, με επιστολή της ημερομηνίας 07.06.2012 προς τους πρωτοφειλέτες (Τεκμήριο 12), που στάλθηκε και με απλό και με συστημένο ταχυδρομείο και κοινοποιήθηκε και προς την Εναγόμενη, στις διευθύνσεις τους που αναγράφονται στις συμφωνίες, προειδοποίησε γραπτώς. Τότε υπήρχαν σωρευμένες καθυστερήσεις ύψους €7.997,
- Η προειδοποίηση ήταν πως, εάν δεν διευθετούνταν οι καθυστερήσεις εντός περαιτέρω 15 ημερών, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού θα μεταφέρονταν σε λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων, που θα χρεώνονταν με αυξημένο επιτόκιο, και θα ακολουθούσε διαδικασία είσπραξης μέσω Δικαστηρίου, που θα δημιουργούσε πρόσθετα έξοδα. Δεν υπήρξε ανταπόκριση στην επιστολή ημερομηνίας 07.06.2012, και την 08.08.2012, η Τράπεζα απέστειλε στους πρωτοφειλέτες, με απλό και με συστημένο ταχυδρομείο και με κοινοποίηση στην Εναγόμενη, στις διευθύνσεις που αναγράφονται στις συμφωνίες, νέα επιστολή (Τεκμήριο 13), δια της οποίας ενημέρωνε για το αυξημένο επιτόκιο, τη μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου σε λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων, και τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, καλώντας τους πρωτοφειλέτες και την Εναγόμενη, εντός 7 ημερών, να διευθετήσουν την οφειλή. Είναι η θέση του ΜΥ2 πως δεν εντόπισε το Τεκμήριο 12 στα αρχεία της Εναγόμενης, αλλά μόνον την επιστολή τερματισμού του Τεκμηρίου 13, θεωρώντας, εξ αυτού, πως δεν είχε σταλεί η επιστολή του Τεκμηρίου
- Ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να αποδείξει την ταχυδρόμηση ή άλλως πώς επίδοση του Τεκμηρίου 12 στην Εναγόμενη, που δεν μπορεί να προκύψει μόνον εκ της ύπαρξης του εγγράφου που αναγράφεται σε αυτό «κοινοποίηση», ή του δεδηλωμένου προορισμού της προς κοινοποίηση στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη, σε κάθε περίπτωση, δεν αμφισβητεί πως έλαβε την απαίτηση πληρωμής του Τεκμηρίου
- Είναι η θέση του ΜΥ2 πως, εάν η Εναγόμενη ενημερώνονταν έγκαιρα για τις καθυστερήσεις στο δάνειο, θα τερμάτιζε τις εξασφαλίσεις και θα μπορούσε να προσφέρει στην Τράπεζα το ακίνητο, για να μειώσει την έκθεσή της στον δανεισμό. Δεν φαίνεται να υπήρξε καθυστέρηση μεταξύ της αποστολής του Τεκμηρίου 12 (που ισχυρίζεται η Ενάγουσα, αλλά αμφισβητεί η Εναγόμενη), και της αδιαμφισβήτητης αποστολής και παραλαβής από την Εναγόμενη της απαίτησης πληρωμής του Τεκμηρίου
- Η Ενάγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να ενημερώνει την Εναγόμενη για κάθε καθυστέρηση στο δάνειο, αλλά ούτε και να επιλέξει να τερματίσει το δάνειο. Δεν τίθεται θέμα παράλειψης έγκαιρης ενημέρωσης της Εναγόμενης, προκειμένου να λάβει άλλα μέτρα, ενώ ήταν ασαφής η θέση του ΜΥ2 πως τέτοια μέτρα, όντως, θα λαμβάνονταν. Πάντως, δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα μετά την παραλαβή της απαίτησης πληρωμής του Τεκμηρίου 13, ενώ και το Τεκμήριο 13 έδιδε χρονικό περιθώριο. Εξ ου και καταχωρίστηκε αγωγή· επίσης, αρκετό καιρό μετά. Τερματισμός της συμφωνίας εγγύησης μετά την απαίτηση πληρωμής (Τεκμήριο 19), την απαίτηση για εκτέλεσή της, δεν επηρεάζει την υποχρέωση που έχει ήδη δημιουργηθεί με βάση αυτήν. Η απαίτηση πληρωμής προς την Εναγόμενη όντως έγινε με βάση το Τεκμήριο 13 και ενεργοποίησε την εγγυητική της ευθύνη. Χρεωστικό υπόλοιπο Έχοντας διαπιστώσει πως δεν συντρέχει ελάττωμα κύρους ή λόγος ακύρωσης της συμφωνίας εγγύησης του Τεκμηρίου 8, ούτε η Εναγόμενη έχει ως γεγονός απαλλαγεί από αυτήν, είτε λόγω παράλληλης συμφωνίας είτε λόγω παραλείψεων όσον αφορά την ενημέρωσή της, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, έπεται η διαπίστωση του ύψους του χρέους. Το γεγονός ότι υφίσταται δικαστική απόφαση εναντίον των πρωτοφειλετών για συγκεκριμένο ποσό δεν επηρεάζει το δικαίωμα της Εναγόμενης να αμφισβητήσει το ύψος του χρέους, χωρίς βεβαίως τυχόν διαφοροποίηση του ύψους του, να επηρεάζει το κύρος ή την ισχύ της δικαστικής απόφασης εναντίον των πρωτοφειλετών. Σχετικές με το ύψος του χρέους ήταν οι μαρτυρίες των ΜΕ1 και ΜΥ
- Η εγγύηση της Εναγόμενης είναι μέχρι το ποσό των €92.100,00, υποκείμενο σε τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, φόρους, επιβαρύνσεις και έξοδα. Προβλέφθηκε, στην παράγραφο 12 του Τεκμηρίου 8, πρόσθετη υποχρέωση αποζημίωσης μέχρι το ποσό της εγγύησης. Δεν αμφισβητείται πως το δάνειο που χορηγήθηκε ήταν €92.100,00 και ότι το σύνολο των πιστώσεων που έγιναν έναντι από τους πρωτοφειλέτες, καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της συμβατικής σχέσης, ήταν €22.016,
- Εξ αυτού και μόνον του δεδομένου, προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο τουλάχιστον €70.083,64, χωρίς οποιονδήποτε συμφωνημένο τόκο. Άρα, η εκδοχή της πλευράς της Εναγόμενης ότι δεν αποδεικνύεται οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο, με κάθε σεβασμό, είναι αβάσιμη ή προσπαθεί να βρει βάση σε αποφάσεις που εκδόθηκαν επί διαφορετικών δεδομένων. Το ζήτημα είναι ο τόκος που δικαιούται η Ενάγουσα βάσει της δανειακής σύμβασης, που απαιτεί η Ενάγουσα, ζήτημα ως προς το οποίο υπάρχουν και οι αντικρουόμενες εκδοχές των ΜΕ1 και ΜΥ
- Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, με βάση το Τεκμήριο 6, το δάνειο θα χρεώνονταν με το ΒΕΤ, που κατά τη σύναψη της σύμβασης ήταν 5,75%, πλέον 1,25% περιθώριο, που έδιδαν σύνολο χρεωστικού τόκου 7,00% ετησίως. Ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο πίνακα στον οποίον αναφέρονται οι μεταβολές στον τοκισμό μαζί με δέσμη ανακοινώσεων γι' αυτές στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 14). Την 02.04.2012, το ΒΕΤ αυξήθηκε κατά 0,50%, ώστε, από 5,75% έγινε 6,25%. Για την εν λόγω αλλαγή, είχε δημοσιευθεί ειδοποίηση στις εφημερίδες «Φιλελεύθερος» και «Πολίτης» την 01.02.
- Δεν προσβλήθηκε η απόφαση της Τράπεζας να αυξήσει το ΒΕΤ της κατά 0,50%, ούτε καταγγέλθηκε η σύμβαση από τους πρωτοφειλέτες λόγω της διαφοροποίησης στο ΒΕΤ. Η μεταβολή αυτή, όπως προαναφέρθηκε, απορρέει από συμβατική ρήτρα που δεν συνιστά καταχρηστική ρήτρα, ούτε εφαρμόστηκε αυθαίρετα ή καταχρηστικά. Το περιθώριο δεν αυξήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβατικής σχέσης. Με την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 13), υπήρξε αύξηση του περιθωρίου από το 1,25% στο 7,75%, δηλαδή κατά 6,50%, ώστε να προκύπτει συνολικό χρεωστικό επιτόκιο 14,00%. Η αύξηση του περιθωρίου από το 1,25% στο 7,75% δεν εξηγήθηκε ούτε στο Τεκμήριο 13, ούτε από τον ΜΕ1 σε συνάρτηση και με τους όρους των Τεκμηρίων 5 και 6, αλλά και με την ίδια την επιλογή του τερματισμού της δανειακής σύμβασης, αντί της προσαρμογής των οικονομικών όρων της για να συνεχίσει να ισχύει παρά την μη ανταπόκριση στις συμφωνημένες δόσεις (που θα ήταν μάλλον ασύμφορη). Το 6,50% υπερβαίνει κατά πολύ και το καθορισμένο ποσοστό του τόκου υπερημερίας που, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ήταν 5,00%, και από την 01.07.2012 ήταν 3,00%, και από την 15.10.2013 ήταν 2,00% (Τεκμήριο 14). Δεν κατέστη κατανοητό γιατί, κατά τον τερματισμό της συμβατικής σχέσης, έπρεπε να υπάρξει αύξηση του περιθωρίου κατά 6,50%, και δη χωρίς ενημέρωση πριν τη θέση σε ισχύ της μεταβολής, που να δίδει χρονικό περιθώριο επιλογής εάν ο αντισυμβαλλόμενος θέλει να συνεχίσει με τέτοια μεταβολή. Επιβλήθηκε κατά τον τερματισμό για να δημιουργήσει μια τετελεσμένη κατάσταση, αδικαιολόγητα. Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά του Τεκμηρίου 13 και του ΜΕ1 στο 14,00% (δηλαδή με την προσθήκη του 6,50%) ήταν από την 08.08.2012, δηλαδή από τον τερματισμό και μετέπειτα, και δεν προκαλεί σύγχυση ως προς το χρεωστικό υπόλοιπο. Ο ΜΕ1 προσκόμισε αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού δανείου που τηρούνταν από την Τράπεζα, στις οποίες εντυπώνεται η λειτουργία της συμβατικής σχέσης (Τεκμήριο 16). Μέσα από το Τεκμήριο 16, φαίνεται πως το δάνειο πληρώθηκε την 05.06.20009 δια μεταφοράς του ποσού του δανείου στον λογαριασμό που αναγράφεται στην κατάσταση, το οποίο και χρεώθηκε στον λογαριασμό δανείου. Παρόλο που η συμφωνία ήταν να πληρώνεται ποσό €827,54 από την 01.07.2009 και ακολούθως κάθε μήνα, φαίνεται, μέσα από το Τεκμήριο 16, πως εξ αρχής δεν τηρούνταν πιστά το χρονοδιάγραμμα. Για παράδειγμα, την 20.07.2009 πληρώθηκε ποσό €817,57, την 04.09.2009 πληρώθηκε ποσό €818,
- Ως αποτέλεσμα της μη πιστής τήρησης του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος, ως προς το οποίο δεν υπήρξε ασάφεια (δηλαδή ως προς το ότι θα έπρεπε να πληρώνονταν ποσό €824,54 κάθε μήνα, από την 01.07.2009), υπήρξαν χρεώσεις για καθυστερήσεις. Για παράδειγμα, την 31.08.2009 χρεώθηκαν €15,00 βάσει του συμβατικού όρου πως, με την πάροδο 40 ημερών, θα χρεώνονταν €15,00 ως έξοδα καθυστέρησης. Δεν θα τύχει περιγραφής όλο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16, μα σε γενικές γραμμές φαίνεται πως γίνονταν κάποιες πληρωμές έναντι του χρέους, όχι με τήρηση του χρονοδιαγράμματος που συμφωνήθηκε, μέχρι και την 19.10.2011 που έγινε η τελευταία πληρωμή έναντι. Μέχρι τότε, λόγω της μη τήρησης του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής, είχαν χρεωθεί αρκετές φορές έξοδα καθυστέρησης είτε €15,00 είτε και €35,00, με βάση τον προαναφερόμενο συμβατικό όρο, αναλόγως της έκτασης της παρατηρούμενης καθυστέρησης. Υπήρξαν επίσης χρεώσεις τόκων και προσθήκη τους στο κεφάλαιο κάθε 30η Ιουνίου και κάθε 31η Δεκεμβρίου, καθώς και χρεώσεις εξόδων κατάστασης (statement fees). Λόγω της συχνής παρουσίασης καθυστερήσεων σημειώνεται, στην κατάσταση λογαριασμού, η αποστολή και άλλων επιστολών όχλησης, μετά από τις οποίες παρατηρούνται πιστώσεις. Υπάρχουν επίσης χρεώσεις ασφαλίστρων. Ο ΜΕ1, κατά την αντεξέτασή του, δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει την χρέωση εξόδων καθυστέρησης κι αν αποδίδουν παράλληλα το 5% ετησίως ή εάν αυτό περιλήφθηκε άλλως πώς στα ποσά τόκου που φαίνονται χρεωμένα. Οι απαντήσεις του ήταν γενικότερα φειδωλές και καθόλου βοηθητικές σε σχέση με τις χρεώσεις εξόδων καθυστέρησης ή τόκων υπερημερίας. Δεν μπόρεσε να υποστηρίξει έτσι την ορθότητα του Τεκμηρίου 16 όσον αφορά τις χρεώσεις τόκων υπερημερίας και εξόδων. Ο ΜΕ1, χωρίς όπως λέει να εγκαταλείπει η Ενάγουσα την αξίωσή της για το χρέος ως αυτό φαίνεται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 16), παρουσίασε, όμως, αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε (Τεκμήριο 17), από την 05.06.2009 μέχρι την 08.08.2012, που τερματίστηκε η διευκόλυνση, όπου γίνεται τοκισμός με το συμβατικό επιτόκιο που ίσχυε, δηλαδή με το συνολικό 7,00% μέχρι και την 01.04.2012 και με το 7,50% από την 02.04.2012 μέχρι και τον τερματισμό. Δεν χρεώνεται οποιοσδήποτε τόκος υπερημερίας ή έξοδα καταστάσεων λογαριασμού ή επιστολών, η κεφαλαιοποίηση του τόκου γίνεται ελεγμένα δύο φορές ετησίως, και για τον υπολογισμό του χρησιμοποιήθηκαν όσες ημέρες έχει ο κάθε μήνας και ως διαιρέτης χρησιμοποιήθηκε ο αριθμός 365/366 (δίσεκτα έτη), αντί ο αριθμός
- Ο ΜΕ1 εξήγησε πώς έφτιαξε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, για την υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου, και δεν υποδείχθηκε συγκεκριμένο λογιστικό λάθος στο Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 17 καταλήγει με χρεωστικό υπόλοιπο €89.699,23 κατά την 08.08.2012, πλέον τόκος προς 7,50% ετησίως από την 08.08.2012 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Από την άλλη, ο ΜΥ4, ενώ στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε πως έλαβε οδηγίες από τους δικηγόρους της Εναγόμενης να χρησιμοποιήσει το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), στη μελέτη του (Τεκμήριο 23), προβάλλει, όπως ο ίδιος κατανοεί την ανάγκη διασύνδεσης του ΒΕΤ με το ΕΚΤ από την 01.01.2008 ως ανάγκη χρησιμοποίησης ως επιτοκίου αναφοράς του ΕΚΤ στις δανειακές συμβάσεις με τους δανειολήπτες. Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή κατά τον χρόνο υπογραφής της δανειακής σύμβασης το ΕΚΤ ήταν 1,00%, ερμηνεύει, πως και το επιτόκιο αναφοράς της σύμβασης θα έπρεπε να ήταν 1,00%. Οπότε, βάσισε τους υπολογισμούς του σε έναν τέτοιο συλλογισμό. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε συγκεχυμένα πράγματα, εμπλέκοντας θέματα μη διαφανούς ενημέρωσης των δανειοληπτών για τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, κ.λπ. (θέματα για τα οποία δεν μπορεί να έχει γνώση). Οι έννοιες της διασύνδεσης του ΒΕΤ με το ΕΚΤ και της χρησιμοποίησης επιτοκίου αναφοράς στις δανειακές συμβάσεις δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους, πόσω μάλλον να ταυτίζονται. Το άρθρο 8 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου 33(Ι)/2007 δεν υποχρεώνει τις τράπεζες να αντικαταστήσουν τα ΒΕΤ τους από άλλα επιτόκια, απλώς η ανάγνωσή τους σε λίρες είναι ανάγνωση σε ευρώ. Τούτο λέει ρητά το άρθρο 8 (β) Ν.33(Ι)/2007, χωρίς έδαφος για παρερμηνεία, ούτε για σύγχυση με την πρόνοια του εδαφίου (δ) που αναφέρεται σε επιτόκια που καθορίζει η Κεντρική Τράπεζα, σε συνάρτηση και με τις δύο επιφυλάξεις του άρθρου 8 Ν.33(Ι)/
- Νομική ερμηνεία περιέχει η έκθεση του ΜΥ4 και όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας σε συνάρτηση με την ισχύ του Ν.160(Ι)/1999 ως τροποποιήθηκε, μάλιστα θεωρώντας, ο ΜΥ4, εκ των προτέρων, ως δεδομένο ότι δεν υφίσταται κάποια ζημιά της Τράπεζας από την παράλειψη των πρωτοφειλετών να ακολουθήσουν το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του δανείου. Αναφέρεται σε «διορθωμένο υπόλοιπο», ως να υπήρχε λάθος και ο ίδιος να το διόρθωσε, κάτι που όμως δεν προκύπτει μέσα από την έκθεσή του. Προκειμένου να δημιουργήσει εντυπώσεις, αναφέρεται σε υπόλοιπα μέχρι την 01.07.2022 και σε διαφορά €255.545,56, που προβάλλει ως «ζημιά» των πρωτοφειλετών. Εκθέτει ευρήματα ως «σημαντικά» που δεν συνδέονται με επιστημονική ανάλυση, όπως το ότι δεν αναγράφει η συμφωνία δανείου ποσό δανείου, επιτόκιο, διάρκεια αποπληρωμής, κ.λπ., ενώ αυτά αναφέρονται στο Τεκμήριο 6, που με την ενυπόγραφη αποδοχή του συνιστά συμφωνία. Μάλιστα, προχωρά και εκθέτει ως «εύρημα» πως, επειδή άλλες τράπεζες χορηγούσαν δάνεια με χαμηλότερο επιτόκιο, προκύπτει θέμα, χωρίς να εξηγεί τη συσχέτιση της παρατήρησης με το γεγονός πως στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτή ήταν η συμφωνία των μερών, αδιάφορα από άλλες συμφωνίες άλλων τραπεζών. Συνολικά, η έκθεση του ΜΥ4 (Τεκμήριο 23) δεν συνιστά αξιόπιστη έκθεση στην οποία να μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο για να βοηθηθεί στις κρίσεις του. Με δεδομένο πως ουδείς έχει δικαίωμα από μόνος του να τροποποιεί τη συμφωνία των μερών και να εφαρμόζει δικά του δεδομένα και όρους, περιλαμβανομένου άλλου επιτοκίου αναφοράς από το ΒΕΤ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί και στους υπολογισμούς ή τα «σενάρια» του ΜΥ4 στα Τεκμήρια 22 και 24· εφόσον ο ΜΥ4 εφαρμόζει δεδομένα άλλα από εκείνα που προκύπτουν από τη συμφωνία των μερών, στη βάση (λανθασμένων) νομικών θεωριών ότι ένα άλλο επιτόκιο θα έπρεπε να είχε συμφωνηθεί και να εφαρμόζεται. Το Τεκμήριο 17 συνιστά τη μόνη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο για να διαγνώσει το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου με τον υπολογισμό των συμβατικών τόκων, στη βάση των ευρημάτων του ότι οφείλεται ποσό κεφαλαίου τουλάχιστον €70.083,64, και ότι ο συμβατικός τόκος ήταν συνολικά 7,00% από την αρχή λειτουργίας της σύμβασης μέχρι την 01.04.2012 και 7,50% από την 02.04.2012 και μετέπειτα. Δεν έχει υποδειχθεί λογιστικό λάθος στην εφαρμογή του συμβατικού τόκου και στο λογιστικό αποτέλεσμα, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τόκοι υπερημερίας ή έξοδα καθυστέρησης ή άλλα έξοδα, τα οποία, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, δεν έχουν μαρτυρηθεί με επάρκεια από την πλευρά της Ενάγουσας, δια του ΜΕ
- Δεν προσκομίστηκε άλλη κατάσταση λογαριασμού με χρήση των ίδιων δεδομένων (ποσό δανείου, ποσό πιστώσεων, συμβατικός τόκος), που να καταλήγει σε διαφορετικό χρεωστικό υπόλοιπο από αυτό που αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Η αντίδραση της Τράπεζας στη μη εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης των πρωτοφειλετών να καταβάλουν τις συμφωνημένες δόσεις ήταν ο τερματισμός της δανειακής σύμβασης (Τεκμήριο 13)[25]. Δεν αμφισβητείται πως έγινε. Ο τερματισμός ήταν μια εύλογη, υπό τις περιστάσεις, επιλογή, εφόσον δεν φαίνεται να υπήρχε δυνατότητα διάσωσης της συμφωνίας, και ενδεχομένως να περιόρισε σε κάποιο βαθμό και το κόστος της Τράπεζας η αποδέσμευσή της από τη δανειακή σύμβαση. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε πως η Τράπεζα θα μπορούσε να πράξει οτιδήποτε για να μετριάσει τη ζημιά της, από τη μη εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης των πρωτοφειλετών να πληρώσουν τις συμφωνημένες δόσεις, όπως αναφέρεται από τη συνήγορο της Εναγόμενης. Τα όσα η συνήγορος της Εναγόμενης αναφέρει στη σελίδα 56 της αγόρευσής της, ως ενέργειες που θα μπορούσε να κάνει η Εναγόμενη, εάν γνώριζε ότι δεν υπάρχει συνέπεια στην πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, δεν θεωρούνται ενέργειες που θα μπορούσε να πράξει η Τράπεζα για να μετριάσει τη ζημιά της. Ούτε βεβαίως μαρτυρία ειδικής γνώμης επί του τρόπου μετριασμού της ζημιάς μιας Τράπεζας όταν ο δανειολήπτης δεν αποπληρώνει το χρέος του εντός των συμφωνημένων χρονοδιαγραμμάτων. Η ίδια η Εναγόμενη, ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου, θα μπορούσε να το διαθέσει στην Ενάγουσα μόλις έλαβε εν πάση περιπτώσει γνώση της προβληματικής πορείας του δανείου, ή και, εφόσον η ίδια έθεσε πως υπήρχε εδραιωμένη συνεργασία με την Ενάγουσα, να βεβαιώσει τη συμμόρφωση των πελατών της/αγοραστών και με το δάνειό τους, πριν τους παραδώσει την κατοχή μέρους του ενυπόθηκου ακινήτου (σε άγνωστο χρόνο). Δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι η Εναγόμενη ενημέρωσε την Τράπεζα πως αποξένωσε την κατοχή μέρους του ενυπόθηκου ακινήτου, παραδίδοντάς το στους πρωτοφειλέτες. Όπως άλλωστε προβλέπουν οι όροι υποθήκευσης. Ο τερματισμός (παράλληλα με την απαίτηση πληρωμής εναντίον της Εναγόμενης ως εγγυήτριας) έχει και την έννοια, όπως άλλωστε σε κάθε συμφωνία, της επιλογής, από την Τράπεζα, του αποτελέσματος της παύσης της νομικής ισχύος της δανειακής σύμβασης για το μέλλον, χωρίς βλάβη βεβαίως των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που είχαν δημιουργηθεί μέχρι και τον τερματισμό της, με σκοπό τη θεραπεία[26]. Μετά τον τερματισμό της δανειακής σύμβασης, δεν είναι δυνατόν η Τράπεζα να εξακολουθεί να διεκδικεί πληρωμή με βάση τη συμφωνία, εκτός εάν η συμφωνία περιέχει ρήτρες που μπορούν να επιβιώνουν και μετά από τον τερματισμό τους, όπως για παράδειγμα αναφορικά με τον τοκισμό αυτός να ισχύει μέχρι την εξόφληση του οφειλόμενου βάσει της συμφωνίας ποσού (αντί λόγου χάριν μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της συμφωνίας). Καταληκτικά, το σύνολο της μαρτυρίας της Ενάγουσας επαρκεί για να αποδείξει ότι δικαιούται στο ποσό του Τεκμηρίου 17 ως αποζημίωση, και εναντίον της Εναγόμενης, βάσει της εγγύησής της, δηλαδή στο ποσό των €89.699,23, πλέον τόκος προς 7,50% ετησίως, από την 08.08.2012 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, που καλύπτεται από το ποσό εγγύησης της Εναγόμενης. O ΜΕ1 προσκόμισε τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης με αριθμό δήλωσης Υ3995/06 ΕΚΓ Πάφου μαζί με το έγγραφο υποθήκης (Τεκμήριο 9). Ως μεταγενέστερη πράξη, αναφέρεται στο Τεκμήριο 9 η διάσπαση της υποθήκης, το 2018, που, σύμφωνα και με την μαρτυρία του ΜΕ1 κατέληξε στη δέσμευση του πωλούμενου ακινήτου από την υποθήκη Υ10103995/06 ΕΚΓ Πάφου. Δεν αμφισβητείται ούτε το έγγραφο αυτό, και τα γεγονότα που έχουν να κάνουν με την υποθήκευση και την απαίτηση της Ενάγουσας, ούτε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με την απαίτηση αυτή της Ενάγουσας, να εκδοθεί διάταγμα για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, το οποίο συνιστά το ακίνητο που περιγράφεται στον ξεχωριστό τίτλο που στο μεταξύ εκδόθηκε (Τεκμήριο 18). Η Εναγόμενη, μάλιστα, εγείρει ζήτημα γιατί δεν έγινε χρήση του ενυπόθηκου ακινήτου νωρίτερα, ως ζήτημα μη επαρκούς μετριασμού ζημιάς της Τράπεζας. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν, επειδή με βάση όσα συνολομογούνται (μη αμφισβητούμενα γεγονότα και έγγραφα) ή μαρτυρήθηκαν με μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, η Ενάγουσα αποδεικνύει επαρκώς την απαίτησή της, και επειδή παράλληλα δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων της Εναγόμενης, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους 1 και 2, για το ποσό των €89.699,23, πλέον τόκος προς 7,50% ετησίως, από την 08.08.2012 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Τα έξοδα της αγωγής, δεδομένης της κατάληξης, και ακολουθώντας ό,τι θεωρείται ως ο κανόνας σχετικά με τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας, εφόσον δεν υποδείχθηκε και δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ανάγκη που να δικαιολογεί απόκλιση από τον κανόνα αυτό, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 3, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Για τα έξοδα που είναι κοινά με τους Εναγόμενους 1 και 2, η υποχρέωση είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους 1 και 2, και ένα σετ εξόδων να πληρωθεί. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 3 που περιγράφεται πιο κάτω και το ΟΛΟ του οποίου εξασφαλίζεται με την υποθήκη με αριθμό δήλωσης Υ10103995/06 ΕΚΓ Πάφου (προηγούμενα Υ3995/06) με δημόσιο πλειστηριασμό, και το προϊόν της πώλησης να διατεθεί προς εξόφληση ή έναντι του χρέους των Εναγόμενων 1 και 2 και των εξόδων εκποίησης, και τυχόν περίσσευμα να επιστραφεί στην Εναγόμενη
- Λεπτομέρειες ενυπόθηκου ακινήτου Διαμέρισμα αρ. 3 στον 1ο όροφο της οικοδομής "Pegia Chorio 2- Block 1", με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του χώρου στάθμευσης αρ.63 στο ισόγειο Α και αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης της αποθήκης αρ. 4 στο ισόγειο Α, με αριθμό εγγραφής 0/53745, Φ./Σχ.45/09, Τμήμα 0, Τεμάχιο ΕΠΙ 2215, στον Δήμο Πέγειας, στην Επαρχία Πάφου. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ
- [4] Wood v Capita Insurance Services Ltd [2017] UKSC
- [5] Bank of New Zealand v Simpson [1900] AC
- [6] BOC Group Plc v Centeon LLC [1999] 1 All E.R. (Comm)
- [7] Oceanbulk Shipping and Trading SA v TMT Asia Ltd [2010] UKSC
- [8] Proforce Recruit Ltd v Rugby Group Ltd [2006] EWCA Civ 69· και Jones v Bright Capital Ltd [2006] All E.R. (D) 87 (Dec)· ο Lord Hoffmann ήταν επικριτικός στη χρησιμοποίηση ενός τέτοιου ιδιωτικού λεξιλογίου στην Partenreederei MS Karen Oltmann v Scarsdale Shipping Co Ltd, The Karen Oltmann [1976] 2 Lloyd's Rep
- [9] 8 Static Control Components (Europe) Ltd v Egan [2004] EWCA Civ 392· και KPMG LLP v Network Rail Infrastructure Ltd [2007] EWCA Civ 363· και HIH Casualty and General Insurance Ltd v New Hampshire Insurance Co [2001] EWCA Civ 735· και St Ivel Ltd v Wincanton Group Ltd [2008] EWCA Civ 1286· και Youell v Bland Welch & Co Ltd [1992] 2 Lloyd's Rep
- [10] J Evans & Son (Portsmouth) Ltd v Andrea Merzario Ltd [1976] 2 All ER 930, Brikom Investments Ltd v Carr [1979] QB 467, CA, Independent Broadcasting Authority v BICC Construction Ltd
(1980)130 NLJ 603, HL, Business Environment Bow Lane Ltd v Deanwater Estates Ltd [2007] EWCA Civ 622, κ.α. [11]Banco Español de Crédito, C-618/10, Asbeek Brusse και de Man Garabito, C‑488/
- [12] CY κατά Caixabank SA, C-224/19, και LG, PK κατά Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA, C-259/19, Kásler και Káslerné Rábai, C-26/13, Kiss και CIB Bank, C-621/17, Gómez del Moral Guasch, C-125/
- Matei, C-143/13, Andriciuc κ.λπ., C-186/16, [13] XZ κατά Ibercaja Banco SA, C‑452/
- [14] Gómez del Moral Guasch, C‑125/
- [15] Ibercaja Banco, C-452/
- [16] Ι.W., R.W. κατά Bank BPH S.A, C‑19/
- [17] Dunai, C-118/17, Gutiérrez Naranjo κ.λπ., C-154/15, C-307/15 και C-308/
- [18] Unicaja Banco και Caixabank, C‑482/13, C-484/13, C-485/13 και C-487/
- [19] Prima banka Slovensko a.s. κατά HD, C‑192/
- [20] CY κατά Caixabank SA, C-224/19, και LG, PK κατά Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SΑ, C-259/19, Andriciuc κ.λπ., C-186/16, Kiss και CIB Bank, C-621/
- [21] Matei, C-143/
- [22] Profi Credit Polska, C-176/
- [23] Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 1465, Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R. 833 [24] Καραολή ν. Λαούρη
(2008)1 ΑΑΔ
- [25] Βλ. και άρθρο 39 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [26] Photo Production Ltd v. Securicor Transport Ltd [1980] AC
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο