← Κύπρος

Αλεξάνδρα Τομπουλίδου ν. Κ. ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ (ΣΙΔΕΡΑΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 209/2023, 30/5/2023

Αλεξάνδρα Τομπουλίδου ν. Κ. ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ (ΣΙΔΕΡΑΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 209/2023, 30/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 209/2023 I-Justice Μεταξύ: Αλεξάνδρα Τομπουλίδου (Αρ. Ελλ. Ταυτότητς: χχχ), από την Πάφο υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος ΑΛΜΗΡ ΤΟΜΠΟΥΛΙΔΗ, τέως από την Πάφο Ενάγουσας και

  1. Κ. ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ (ΣΙΔΕΡΑΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ χχχ), από την Πάφο
  2. S. GEORGIOU CONSTRUCTION LIMITED (HE xxx), από την Πάφο
  3. CELICANDIA LIMITED (HE xxx), από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28.03.23 για ακύρωση και/ή παραμερισμό κλητηρίου εντάλματος και επίδοσης του στην Εναγόμενη 3 Ημερομηνία: 30.05.23 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3-Αιτήτρια: κος Κ. Καμένος μαζί με κ. Κων/νο Καμένο Για Εναγόμενη 3-Καθ' ης η αίτηση: κος Σπ. Μιχαηλίδης μαζί με κα Φ. Μιχαηλίδου για κ.κ. Σπύρος Ξ. Μιχαηλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ερμηνεία προνοιών του άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148) μετά των συναφών τροποποιήσεων αποτελεί ουσιαστικά το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης. Συνεπεία θανατηφόρου ατυχήματος που συνέβηκε στην Πάφο στις 27.06.20, η σύζυγος του αποβιώσαντα, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας του, καταχώρησε στις 10.03.23 την παρούσα αγωγή εναντίον των πιο πάνω Εναγομένων αξιώνοντας την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ. 148 και του άρθρου 34 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ. 189) μετά των συναφών τροποποιήσεων λόγω ισχυριζόμενης αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων και/ή εκ προστήσεως ευθύνης και/ή λόγω κατοχής του χώρου εντός του οποίου συνέβηκε το δυστύχημα. Η αγωγή καταχωρίστηκε σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο επιδόθηκε στην Εναγόμενη 3 στις 23.03.
  4. Στις 28.03.23 η Εναγόμενη 3 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία δια δικηγόρου. Την ίδια ημέρα προώθησε την παρούσα δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν ζητεί την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το κλητήριο ένταλμα και κατ' επέκταση την επίδοση του στην ίδια. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.2 Θ.1, Δ.16 Θ.9, Δ.27 Θ.1 & Θ.2, Δ.48 Θ.1-3 και στη Δ.64 Θ.1 & Θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 58

(1),
(2),
(3),
(8),
(11)&
(12)(α)-(β) του Κεφ.148, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική ου Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Εναγόμενη 3 δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Κωνσταντίνου Καμένου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση της Εναγομένης
  1. Αυτό που δηλώνεται είναι ότι το δικαίωμα της Ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα έχει παραγραφεί δημιουργώντας έκδηλη παρανομία αφού παραβιάζει διατάξεις του Κεφ. 148 με αποτέλεσμα το κλητήριο ένταλμα και η επίδοση του να καθίστανται άκυρα και γι' αυτό να πρέπει να παραμεριστούν. Η Ενάγουσα αντέδρασε στις 27.04.23 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης αρχικά επί 10 λόγους. Ωστόσο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης περιορίστηκε στους λόγους αρ. 7-10, οι οποίοι βασικά ισχυρίζονται ότι το αγώγιμο δικαίωμα δεν έχει παραγραφεί και η αγωγή εγέρθηκε εμπρόθεσμα της προβλεπόμενης προθεσμίας των 3 ετών από την ημερομηνία του θανατηφόρου ατυχήματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58(20 του Κεφ.
  2. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στη Δ.2 Θ.1, Δ.16 Θ.9, Δ.27 Θ.1 & Θ.2, Δ.48 Θ.1-7 και στη Δ.64 Θ.1 & Θ.2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 58 του Κεφ. 148, στο άρθρο 34 του Κεφ. 189, στα άρθρα 29, 31, 32 & 35 του Ν.14/60, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Γαλάτειας Πινδάρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση της Ενάγουσας. Σύμφωνα με την ομνύουσα, το δικαίωμα της Ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή ως διαχειρίστρια υφίσταται για 3 χρόνια, ως προνοείται από το άρθρο 58
(20)του Κεφ. 148. Απλά τον πρώτο χρόνο η αγωγή καταχωρείται μόνο από διαχειριστή ενώ μετέπειτα και για περίοδο μέχρι 3 χρόνια η αγωγή δύναται να εγερθεί είτε από τον διαχειριστή είτε από πρόσωπα που η νομοθεσία αναγνωρίζει ότι είναι εξαρτώμενα του αποβιώσαντα. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που περιέχουν τις εκδοχές αμφοτέρων μερών. Το περιεχόμενο τους, τα επισυνημμένα τεκμήρια καθώς και τα παραδεκτά γεγονότα που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Οι διαφορετικές νομικές θέσεις των μερών είναι αυτές που έχουν σημειωθεί πιο πάνω όταν γινόταν αναφορά στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Το ερώτημα που αμφότερες πλευρές καλούν το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι πότε χρονικά παραγράφεται, αν παραγράφεται, το αγώγιμο δικαίωμα ενός ατόμου που εγείρει αγωγή θανατηφόρου ατυχήματος υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Το υπό εξέταση θέμα δεν αποτελεί αντικείμενο στα πλαίσια της ειδικής νομοθεσίας που θεσπίστηκε για την παραγραφή αγωγής, ήτοι δυνάμει του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.66(Ι)/2012). Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 58 του Κεφ.148 στο οποίο περιέχονται ειδικές πρόνοιες παραγραφής. Αυτό εξυπακούει ερμηνεία κυρίως του άρθρου 58 του Κεφ. 148, χωρίς να αποκλείεται η ανάγκη επεξήγησης άλλου ή άλλων άρθρων κάποιας άλλης νομοθεσίας συναφούς με το υπό κρίση ζήτημα. Σαφώς πρόκειται για ένα αμιγώς νομικό θέμα. Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και γι' αυτό μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο εφόσον τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το κατάλληλο πραγματικό υπόβαθρο. Αν η υπό κρίση αίτηση επιτύχει τότε αναπόφευκτα το κλητήριο ένταλμα θα ακυρωθεί και η επίδοση θα παραμεριστεί. Είναι υπό αυτήν την έννοια που η Εναγόμενη 3 (Αιτήτρια) καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία (Δ.16 Θ.9). Ταυτόχρονα της καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης υπό αίρεση προωθήθηκε η παρούσα αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο αμφότερα μέρη κατέληξαν στα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο:
(1)Ο αποβιώσαντας απεβίωσε στις 27.06.20 συνεπεία θανατηφόρου ατυχήματος που συνέβηκε στην Πάφο.
(2)Τα έγγραφα διαχείρισης χορηγήθηκαν εις το όνομα της Ενάγουσας στις 08.03.
  1. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος των μερών ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 10.03.
  2. Το άρθρο 58 του Κεφ.148 είναι το βασικό άρθρο που θα με απασχολήσει. Θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω αυτούσια τις πρόνοιες του: «58.—
(1)Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου συνεπεία αστικού αδικήµατος το οποίο αν δεν επακολουθούσε ο θάνατος θα παρείχε στο πρόσωπο αυτό το δικαίωµα να εγείρει αγωγή και να εισπράξει αποζηµιώσεις εξαιτίας του εν λόγω αστικού αδικήµατος, το πρόσωπο το οποίο θα ευθυνόταν για το αστικό αυτό αδίκηµα αν δεν επακολουθούσε ο θάνατος, θα είναι, παρά το θάνατο υπόχρεο για την καταβολή αποζηµιώσεων.
(2)Τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου
(8)η αγωγή εγείρεται σε όφελος των εξαρτωµένων του αποβιώσαντος.
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού "εξαρτώµενος" σηµαίνει τους πιο κάτω, ανεξαρτήτως ηλικίας— (α) Τη σύζυγο ή το σύζυγο του αποβιώσαντος· (β) οποιοδήποτε γονέα ή άλλο ανιόντα του αποβιώσαντος· (γ) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ο αποβιώσας µεταχειριζόταν ως γονέα του· (δ) οποιοδήποτε τέκνο ή άλλο κατιόντα του αποβιώσαντος· (ε) οποιοδήποτε πρόσωπο (το οποίο δεν είναι τέκνο του αποβιώσαντος) το οποίο, σε περίπτωση οποιουδήποτε γάµου σε σχέση µε τον οποίο ο αποβιώσας ήταν σε οποιοδήποτε χρόνο µέρος, ο αποβιώσας µεταχειριζόταν ως τέκνον της οικογένειας αναφορικά µε τον πιο πάνω αναφερόµενο γάµο· (στ) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είναι αδελφός, αδελφή, θείος ή θεία του αποβιώσαντος ή είναι τέκνο οποιουδήποτε από αυτούς.
(4)Για την εξακρίβωση οποιασδήποτε συγγένειας για τους σκοπούς του πιο πάνω εδαφίου
(3)— (α) πρόσωπο που υιοθετήθηκε δυνάµει του περί Υιοθεσίας Νόµου θεωρείται τέκνο του προσώπου που το υιοθέτησε και όχι τέκνο οποιουδήποτε άλλου προσώπου· (β) οποιαδήποτε συγγένεια εξ αγχιστείας, θα θεωρείται ως συγγένεια εξ αίµατος, οποιαδήποτε συγγένεια προς ετεροθαλή ως συγγένεια προς αµφιθαλή, και ο πρόγονος οποιουδήποτε προσώπου ως το τέκνο του· και (δ) εξώγαµο τέκνο θα θεωρείται ως το γνήσιο τέκνο της µητέρας του και του υποτιθέµενου πατέρα του.
(5)Για τους σκοπούς του πιο πάνω εδαφίου
(3), "τέκνο" περιλαµβάνει κυοφορούµενο τέκνο.
(6)Οποιαδήποτε αναφορά στο άρθρο αυτό σε σωµατική βλάβη περιλαµβάνει οποιαδήποτε ασθένεια και οποιαδήποτε εξασθένιση (κλονισµό) της φυσικής ή πνευµατικής κατάστασης.
(7)Αγωγή δυνάµει του άρθρου αυτού δύναται να συνίσταται από αξίωση ή να περιλαµβάνει αξίωση για αποζηµιώσεις λόγω της απώλειας (bereavement).
(8)Αξίωση για αποζηµιώσεις λόγω απώλειας θα είναι µόνο για όφελος— (α) της συζύγου του αποβιώσαντος ή του συζύγου της αποβιωσάσης και των τέκνων αυτού ή αυτής· (β) σε περίπτωση που δεν υπάρχει σύζυγος ή τέκνα του αποβιώσαντος— (
  1. i)των γονέων του, εάν αυτός ήταν τέκνο που γεννήθηκε πριν ή κατά τη διάρκεια γάµου των γονέων του, (
  2. ii)της µητέρας του, εάν αυτός ήταν τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάµο των γονέων του, (iii) του πατέρα του, αν αυτός το είχε αναγνωρίσει·
(9)Το ποσό το οποίο ήθελε επιδικαστεί ως αποζηµίωση λόγω απώλειας ορίζεται σε £10.000.
(10)Σε περίπτωση που υπάρχει αξίωση για αποζηµιώσεις λόγω απώλειας προς όφελος του ή της συζύγου και των τέκνων του αποβιώσαντος ή, στην απουσία αυτών, προς όφελος αµφοτέρων των γονέων του αποβιώσαντος, το ποσό που επιδικάζεται, αφού αφαιρεθούν οποιαδήποτε έξοδα που δεν εισπράχθηκαν από τον εναγόµενο, θα καταµερίζεται εξίσου µεταξύ τους.
(11)Η αγωγή εγείρεται από και στο όνοµα του εκτελεστή ή του διαχειριστή του αποβιώσαντος.
(12)Αν— (α) δεν υπάρχει εκτελεστής ή διαχειριστής του αποβιώσαντος· ή (β) δεν εγερθεί αγωγή εντός δώδεκα µηνών από το θάνατο του αποβιώσαντος από και στο όνοµα του εκτελεστή ή διαχειριστή του αποβιώσαντος, η αγωγή δύναται να εγερθεί από και στο όνοµα όλων ή οποιουδήποτε από τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής θα µπορούσε να εγείρει αυτή.
(13)∆εν θα εγείρεται πέρα της µιάς αγωγής για τον ίδιο θάνατο.
(14)Ο ενάγοντας στην αγωγή υποχρεώνεται να παρέχει στον εναγόµενο ή το δικηγόρο του πλήρη στοιχεία των προσώπων για τα οποία και εκ µέρους των οποίων εγείρεται η αγωγή καθώς και της φύσης της αξίωσης, σε σχέση µε την οποία επιδιώκεται η είσπραξη αποζηµιώσεων.
(15)Στην αγωγή δύνανται να επιδικαστούν τέτοιες αποζηµιώσεις, άλλες από τις αποζηµιώσεις λόγω απώλειας, οι οποίες αναλογούν προς τη ζηµιά η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώµενους αντίστοιχα, και αφού αφαιρεθούν οποιαδήποτε έξοδα που δεν εισπράχθηκαν από τον εναγόµενο, οποιοδήποτε ποσό που εισπράχθηκε άλλως παρά ως αποζηµιώσεις λόγω απώλειας θα καταµερίζεται µεταξύ των εξαρτωµένων σε τέτοια µερίδια σύµφωνα µε τις οδηγίες του ∆ικαστηρίου.
(16)Σε αγωγή δυνάµει του άρθρου αυτού, κατά τον υπολογισµό των αποζηµιώσεων που θα πληρωθούν σε χήρα σε σχέση µε το θάνατο του συζύγου της, δεν θα λαµβάνεται υπόψη νέος γάµος της χήρας ή οι προοπτικές της για σύναψη νέου γάµου.
(17)Αν οι εξαρτώµενοι υποστούν έξοδα κηδείας σε σχέση µε τον αποβιώσαντα, δύνανται να επιδικαστούν αποζηµιώσεις σε σχέση µε τα έξοδα αυτά.
(18)Χρήµατα που κατατίθενται στο ∆ικαστήριο προς ικανοποίηση αγωγίµων δικαιωµάτων δύνανται να κατατίθενται ως ένα ποσό χωρίς να καθορίζεται το µερίδιο οποιουδήποτε προσώπου.
(19)Οφελήµατα τα οποία έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν ή δύνανται να περιέλθουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο από την κληρονοµιά ή άλλως ως αποτέλεσµα του θανάτου του δεν θα υπολογίζονται σε αγωγή κατά τον υπολογισµό των αποζηµιώσεων για το θάνατό του.
(20)Η αγωγή πρέπει να εγείρεται εντός τριών ετών από το θάνατο του αποβιώσαντος.» Η ερμηνεία νομοθεσιών αποτέλεσε αντικείμενο πλούσιας κυπριακής νομολογίας. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1358, σημειώθηκαν τα εξής: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348).» Επίσης στην πρόσφατη υπόθεση Marios Nikolaou Developers Ltd κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 101/2018, ημερομηνίας 14.08.18 επισημαίνονται τα εξής: «Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω νομικές αρχές, θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.148 και οποιοδήποτε άλλο άρθρο ή εδάφιο που σχετίζεται με το αντικείμενο εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης. Μελετώντας με προσοχή τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.148 γίνεται αντιληπτό ότι η διάπραξη αστικού αδικήματος δεν απαλλάσσει τον υπαίτιο από την καταβολή αποζημιώσεων επειδή το θύμα έχασε τη ζωή του μέσα από το συμβάν (εδάφιο 1). Το δικαίωμα της έγερσης αγωγής δεν στερείται. Η διαδικασία διεξάγεται σε όφελος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντος (εδάφιο 2). Ένα από τα άτομα που η νομοθεσία, διά του άρθρου 58, αναγνωρίζει ως εξαρτώμενο είναι η σύζυγος του αποβιώσαντα, όπως εδώ είναι η Ενάγουσα (εδάφιο 3(α)). Η αγωγή δύναται να καταχωριστεί στα πλαίσια της περιουσίας του αποβιώσαντα. Με βάση το άρθρο 34
(7)του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο (Κεφ.189) μετά των συναφών τροποποιήσεων, ουδείς εκτός από τον προσωπικό αντιπρόσωπο μπορεί νομικά να αντιπροσωπεύει την κληρονομιά αποθανόντος προσώπου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.189, προσωπικός αντιπρόσωπος θεωρείται ο εκτελεστής διαθήκης ή ο διαχειριστής. Σε ευθυγράμμιση με το σκεπτικό των πιο πάνω άρθρων είναι το εδάφιο 11 του άρθρου 58 του Κεφ.148 όπου κατά τρόπο ρητό και σαφή αναφέρει ότι η αγωγή, εναντίον του ατόμου στο οποίο επιρρίπτεται η ευθύνη πρόκλησης θανατηφόρου ατυχήματος, εγείρεται από και στο όνομα του εκτελεστή της διαθήκης ή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι κατόπιν θανατηφόρου ατυχήματος που συνέβηκε στην Πάφο, ένα πρόσωπο δυστυχώς έχασε τη ζωή του. Από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εύκολα καθίσταται αντιληπτό ότι επιρρίπτεται η ευθύνη της πρόκλησης του θανατηφόρου ατυχήματος σε τρία πρόσωπα. Με γνώμονα ότι τα έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα χορηγήθηκαν εις το όνομα της Ενάγουσας, πράγμα που επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός και έχοντας υπόψη μου τη νομική σημασία των άρθρων τα οποία έχω σχολιάσει προηγουμένως, η σύζυγος του αποβιώσαντα μπορεί εξ ορισμού να εγείρει την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της που έχει διοριστεί, ακολουθώντας διαδικασία σε όφελος της ιδίας και τυχόν άλλων εξαρτωμένων. Ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα καλείται να καταχωρήσει αγωγή, όπως την παρούσα, εντός 12 μηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα. Αυτό συνάγεται από ερμηνεία του εδαφίου 12(β) του άρθρου
  1. Σύμφωνα ακόμη με το εδάφιο 12(α) και (β) του άρθρου 58, αν δεν καταχωριστεί αγωγή από και στο όνομα του διαχειριστή εντός της πιο πάνω προθεσμίας που επιτάσσει το εδάφιο 12, τότε η αγωγή δύναται να εγερθεί από και στο όνομα όλων ή οποιουδήποτε από τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων ο εκτελεστής της διαθήκης ή ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα θα καταχωρούσε. Ομοίως η αγωγή δύναται να εγερθεί από και στο όνομα όλων ή οποιουδήποτε από τα πρόσωπα που επωφελούνται στην περίπτωση που δεν υπάρχει εκτελεστής της διαθήκης ή διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Συνεπώς εκείνο που παρατηρώ ερμηνεύοντας το εδάφιο 12 με τη γραμματική του έννοια, δηλαδή αποδίδοντας τη συνήθη σημασία των λέξεων, είναι ότι η νομοθεσία και ειδικότερα το άρθρο 58 του Κεφ.148, καθορίζει συγκεκριμένη χρονική προθεσμία εντός της οποίας η αγωγή δύναται να καταχωριστεί από και στο όνομα του εκτελεστή της διαθήκης ή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Σε περίπτωση όμως που είτε παρέλθει το καθορισμένο χρονικό διάστημα χωρίς να έχει καταχωριστεί αγωγή από και στο όνομα του εκτελεστή της διαθήκης ή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα είτε δεν υπάρχει στο προσκήνιο εκτελεστής της διαθήκης ή διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, η αγωγή δύναται να εγερθεί με εναλλακτικό τρόπο. Μπορεί να το πράξει οποιοσδήποτε ή όλοι από αυτούς προς όφελος των οποίων η αγωγή θα καταχωρείτο από τον εκτελεστή της διαθήκης ή τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Εάν κάποιος μελετήσει το εδάφιο 12, όχι αποσπασματικά ή τμηματικά αλλά επί του συνόλου του και σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 58 του Κεφ.148, θα αντιληφθεί ότι η πάροδος της προσδιορισμένης περιόδου των 12 μηνών ενεργεί ως κώλυμα στην έγερση της αγωγής ατόμου υπό την ιδιότητα του εκτελεστή της διαθήκης ή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη μέχρι τότε η αγωγή εγείρεται μόνο από και στο όνομα του εκτελεστή της διαθήκης ή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Η αναφορά αυτή συνάδει με το σκεπτικό τόσο του εδαφίου 11 του άρθρου 58 του Κεφ.149 όσο και με του εδαφίου 7 του άρθρου 34 του Κεφ.
  2. Η εναλλακτική διέξοδος που έχω υποδείξει προηγουμένως παρέχεται και κατ' επέκταση δύναται να εφαρμοστεί εφόσον παρέλθει η περίοδος των 12 μηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα και δεν έχει στο μεσοδιάστημα καταχωριστεί αγωγή από τον εκτελεστή της διαθήκης ή τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Αν ακολουθηθεί η εναλλακτική δίοδος τότε δυνάμει του εδαφίου 20 η αγωγή πρέπει να εγερθεί εντός 3 ετών από το θάνατο του αποβιώσαντος. Σε περίπτωση που δεν καταχωριστεί αγωγή εντός της εν λόγω περιόδου, τότε δημιουργείται εμπόδιο στην έγερση της. Το πιο πάνω σκεπτικό συνάδει απόλυτα με την ουσία του εδαφίου 13 του άρθρου 58 όπου σημειώνεται ότι για τον ίδιο θάνατο θα εγείρεται μόνο μια αγωγή. Είτε θα εγερθεί αγωγή από και στο όνομα του εκτελεστή της διαθήκης ή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα είτε από και στο όνομα όλων ή οποιουδήποτε από τα πρόσωπα που επωφελούνται. Δεν συμμερίζομαι την άποψη της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Ενάγουσας με την οποίαν ευσεβάστως υπέβαλε ότι με την πάροδο 12 μηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα η αγωγή μπορεί να καταχωριστεί είτε από τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ή το εκτελεστή της διαθήκης είτε από οποιοδήποτε άτομο που επωφελείται, νοουμένου και εφόσον εγείρεται μόνο μία αγωγή. Με κάθε σεβασμό η προσέγγιση της είναι στενή, στερείται λογικογάνειας και συνάμα παραγνωρίζει την ουσία των προνοιών του άρθρου
  3. Παράλληλα η ερμηνεία που αποδίδει η πλευρά της Ενάγουσας συγκρούεται με το σκεπτικό του άρθρου 34
(7)του Κεφ.189 και των εδαφίων 11 και 12 του άρθρου 58 του Κεφ.
  1. Αν η ερμηνεία της πλευράς της Ενάγουσας ευσταθεί, τότε ποια η σημασία της ρητής αναφορά για έγερση της αγωγής εντός 12 μηνών. Ποιος ο λόγος τότε και σε τι εξυπηρετεί η θέσπιση νομοθετικού περιορισμού περί καταχώρησης αγωγής σε 12 μήνες εφόσον μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, σύμφωνα με την Ενάγουσα, δύναται να εγείρει αγωγή ο εκτελεστής της διαθήκης, ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα αλλά και οποιοσδήποτε από τα πρόσωπα που επωφελούνται. Αν η ερμηνεία της πλευράς της Ενάγουσας ευσταθεί, ποιος ο λόγος τα πρόσωπα που επωφελούνται να μην μπορούν από την αρχή να καταχωρίσουν αγωγή από και στο όνομα τους μετά την πάροδο 12 μηνών. Με κάθε σεβασμό ποια είναι η λογική σ' αυτό; Η ερμηνεία που η Ενάγουσα αποδίδει διαφοροποιεί εντελώς την ουσία και το σκεπτικό των εδαφίων 11 και 12 του άρθρου
  2. Η χρήση της λέξης «δύναται» στο εδάφιο 12(β) δεν καταδεικνύει δυνατότητα καταχώρησης αγωγής είτε από διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντος / εκτελεστή διαθήκης είτε από άτομα που επωφελούνται, ως ισχυρίστηκε η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας. Απλά φανερώνει εναλλακτική ευκαιρία στην καταχώρηση αγωγής στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η έγερση της από διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντος / εκτελεστή διαθήκης για τους λόγους που απαριθμούνται στο εδάφιο (α) και (β) του άρθρου 58 του Κεφ.
  3. Για να ισχύει αυτό που επικαλέστηκε η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας θα έπρεπε να υπάρχει η λέξη «και» ανάμεσα στις λέξεις «. εγερθεί από .», η οποία θα προσέδιδε το νόημα που η εν λόγω συνήγορος ισχυρίζεται. Σε κάθε περίπτωση για να ισχύει αυτό που επικαλέστηκε η κυρία Μιχαηλίδου η διατύπωση, με κάθε σεβασμό, θα ήταν τέτοια ώστε το νόημα να ήταν σαφή και ρητό. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ ότι υπάρχει και άλλος λόγος που δεν υποστηρίζει τον τρόπο που η πλευρά της Ενάγουσας ερμηνεύει τις πρόνοιες του εδαφίου 12(β) του άρθρου
  4. Ειδικότερα υπάρχουν είδη ζημιών και απωλειών που δεν μπορούν να διεκδικηθούν από τους εξαρτώμενους αλλά μόνο από τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ή ον εκτελεστή διαθήκης. Οι ειδικές αποζημιώσεις για ζημιά στο όχημα του, δαπάνες φροντίδας και νοσηλείας καθώς επίσης αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία του αποβιώσαντα που υπέστη μεταξύ του ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου, αν μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα, δεν μπορούν να αποδοθούν σε αγωγή που εγείρεται από τους εξαρτώμενους και όχι από τον εκτελεστή της διαθήκη ή τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα «Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες και Θανατηφόρα Ατυχήματα» του Φρίξου Νικολαΐδη, §2-46 υπό τον τίτλο 'Δικονομία - Έγερση αγωγής', σελίδες 189-
  5. Στην υπόθεση Ιορδάνου κ.α. v. Κυριάκου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1364 το θύμα απεβίωσε τρεις ημέρες μετά το ατύχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού έχοντας επίγνωση της δεινής κατάστασης της υγείας του και του επερχόμενου θανάτου. Οι εφεσείουσες καταχώρισαν αγωγή ως εξαρτώμενες του αποβιώσαντος αξιώνοντας την επιδίκαση αποζημιώσεων για τον πόνο και την ταλαιπωρία που ο αποβιώσαντας υπέστη. Η αξίωση τους απορρίφθηκε επειδή, όπως υποδείχτηκε, μόνο οι προσωπικοί αντιπρόσωποι του αποβιώσαντος θα μπορούσαν να διεκδικήσουν αυτό το ποσό εκ μέρους της περιουσίας του. Τους επεξηγήθηκε ότι σκοπός του άρθρου 58 είναι η εξασφάλιση σε πρόσωπα εξαρτώμενα από τον αποβιώσαντα, η τάξη των οποίων καθορίζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 58, αγώγιμου δικαιώματος για αποζημίωση για τη ζημιά που υφίστανται λόγω του θανάτου. Με το σκεπτικό αυτό δεν επιδικάστηκαν στις εφεσείουσες αποζημιώσεις για τον πόνο και την ταλαιπωρία που ο αποβιώσαντας υπέστη. Σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα χρήσιμο είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 190 του προαναφερόμενου κυπριακού νομικού συγγράμματος, το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Τα δικαιώματα των εξαρτωμένων καθορίζονται εξαντλητικά στη σχετική νομοθετική διάταξη. Όπως συνάγεται, το δικαίωμα των εξαρτώμενων προσώπων δεν συναρτάται ούτε με τα αγώγιμα δικαιώματα του αποβιώσαντος, αν δεν επερχόταν ο θάνατος, ούτε και με εκείνα των προσωπικών του αντιπροσώπων ως διαδόχων της περιουσίας του. Είναι προσωπικά δικαιώματα των εξαρτωμένων, αλληλένδετα με τη ζημιά που έχουν υποστεί λόγω αυτού τούτου του θανάτου. Συνεπώς οποιαδήποτε ζημία προέκυψε στον αποβιώσαντα δυνάμει του άρθρου 57Α
(1)(β) του Κεφ.148 δεν μπορεί να διεκδικηθεί από τους εξαρτωμένους του. Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση Παπαμάρκου v. Κωνσταντίνου κ.α. διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης Αγγελίνας
(2008)1 Α.Α.Δ. 568 όπου είχαν εγερθεί για το ίδιο ατύχημα δύο αγωγές, μια από τους διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης και μία προσωπικά από την ανήλικη θυγατέρα της, μέσω του πατέρα της για αποζημιώσεις για απώλεια της μητρικής αγάπης, φροντίδας και επιμέλειας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τόσο οι αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν προς τη θυγατέρα της αποβιωσάσης, όσο και οι αποζημιώσεις που δόθηκαν στην άλλη αγωγή που είχε εγερθεί από τους διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης, ενέπιπταν στις αποζημιώσεις προς εξαρτημένους όπως ορίζονται στο άρθρο 58 του Κεφ. 148 και συνεπώς δεν μπορούσε να καταχωρηθούν δύο αγωγές γι' αυτό το είδος των αποζημιώσεων.» Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και με γνώμονα τα παραδεκτά γεγονότα, παρατηρώ ότι η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα σε χρονικό διάστημα πέραν του ενός έτους που προνοείται, κατά παράβαση έτσι των διατάξεων του εδαφίου 12(β) του άρθρου 58 του Κεφ.148. Το δικαίωμα της Ενάγουσας να εγείρει αγωγή υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα έχει, υπό τις περιστάσεις, παραγραφεί. Ωστόσο δεν υπάρχει κώλυμα εάν η Ενάγουσα επιθυμεί να εγείρει την αγωγή από και στο όνομα της ως εξαρτώμενο μέλος που φαίνεται να είναι. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 3-Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτησης. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.