← Κύπρος

CHRISTOS SOTIRIOS HARITOU κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 2718/2014, 31/5/2023

CHRISTOS SOTIRIOS HARITOU κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 2718/2014, 31/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2718/2014 Μεταξύ:

  1. CHRISTOS SOTIRIOS HARITOU (Αρ. Διαβ. χχχ), εξ' Αγγλίας
  2. CAROLINE JACQUELINE HARITOU (Αρ. Διαβ. χχχ), εξ' Αγγλίας Εναγόντων και ALPHA BANK CYPRUS LTD, εκ Λευκωσίας Εναγομένης Ημερομηνία: 31.05.23 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 & 2: κα Α. Χαραλαμπίδου για L.G. Zambartas L.L.C. Για Εναγόμενη: κος Ρ. Βερζανλής για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Το έτος 2007 η Εναγόμενη χορήγησε στους Ενάγοντες 1 και 2 πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή δανείου σε νόμισμα ελβετικού φράγκου. Το δάνειο παραχωρήθηκε δυνάμει σχετικής σύμβασης και για την αποπληρωμή του δόθηκαν εξασφαλίσεις. Σκοπός του δανείου ήταν η αγορά διαμερίσματος σε κτιριακό συγκρότημα στην επαρχία Πάφου έναντι του ποσού των Λ.Κ.£143.000 (ισότιμο σε €244.330) από την εργοληπτική εταιρεία JH Views Ltd. Η αποπληρωμή του δανείου, το οποίο ήταν και συνεχίζει να είναι εξυπηρετούμενο, βρίσκεται σε εξέλιξη και μέχρι σήμερα ουδεμία καθυστέρηση παρατηρήθηκε στην καταβολή των δόσεων, τόκων και χρεώσεων που προνοούνται από τη σύμβαση. Σε σχέση με τα συμφωνητικά έγγραφα της αγοράς του ακινήτου και της χρηματοδότησης μαζί με τις εξασφαλίσεις οι Ενάγοντες εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο που κατονομάζεται σε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο που υπέγραψαν. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης, ως του τραπεζικού οργανισμού που τους παραχώρησε το δάνειο σε ελβετικά φράγκα, διεκδικώντας την έκδοση διαταγμάτων που άπτονται της νομιμότητας και εγκυρότητας της σύμβασης δανείου, των συμφωνητικών εγγράφων εξασφάλισης του και του πληρεξουσίου εγγράφου. Επίσης καλούν το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση που κρίνει ότι η σύμβαση δανείου είναι νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική να διατάξουν την Εναγόμενη να μετατρέψει το οφειλόμενο ποσό από ελβετικά φράγμα σε ευρώ ή σε στερλίνες λαμβάνοντας υπόψη την συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε είτε την ημερομηνία υπογραφής του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου είτε κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής, αναλόγως ποια είναι ευνοϊκότερη για τους Ενάγοντες. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αξιώνουν την επιδίκαση αποζημιώσεων για απώλειες και ζημιές που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν συνεπεία επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδουν στην Εναγόμενη. Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων: Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, οι οποίοι είναι βρετανοί υπήκοοι που κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, διέμεναν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, για την αγορά της οικίας τους στην Κύπρο αποτάθηκαν στην Εναγόμενη, ως τραπεζικός οργανισμός που είναι, για να ενημερωθούν για τα πακέτα χρηματοδότησης που είχαν τότε. Βασιζόμενοι σε δηλώσεις, διαβεβαιώσεις, παραστάσεις και γενικότερα στην όλη συμπεριφορά της Εναγομένης, οι Ενάγοντες αιτήθηκαν τη χορήγηση δανείου σε ελβετικά φράγκα. Η αίτηση τους εγκρίθηκε από την Εναγόμενη. Παράλληλα περί τις 06.07.07 οι Ενάγοντες υπέγραψαν στο Ηνωμένο Βασίλειο πληρεξούσιο έγγραφο καθιστώντας τον δικηγόρο Ιωάννη Παπαζαχαρία πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους με όρο να μην προβεί σε οποιαδήποτε πράξη χωρίς να λάβει προηγουμένως τις οδηγίες και/ή τη συγκατάθεση τους. Δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου ο Παπαζαχαρίας υπέγραψε εκ μέρους των Εναγόντων τη σύμβαση δανείου ημερ. 19.11.
  3. Το δάνειο ήταν για ποσό CHF335.500 και θα αποπληρωνόταν σταδιακά σε 168 διαδοχικές μηνιαίες δόσεις με το ύψος της κάθε μίας να προνοείται στη σύμβαση. Το δάνειο είναι κυμαινόμενης ης μορφής και βαρύνεται με επιτόκιο 1 μηνός Libor προσαυξημένο κατά 1,75% ετησίως. Προς εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων τους, οι Ενάγοντες εκχώρησαν στα πλαίσια συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 02.11.07 τα δικαιώματα τους που απορρέουν από τη συμφωνία αγοράς της οικίας τους ημερ. 01.08.07 από την προαναφερόμενη εργοληπτική εταιρεία. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους ενέργησε αντίθετα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί και/ή καθ' υπέρβαση της εξουσιοδότησης και των όρων του πληρεξουσίου εγγράφου με αποτέλεσμα αυτό να καταστεί άκυρο και/ή ακυρώσιμο συμπαρασύροντας σε ακυρότητα όλες τις πράξεις που διενεργήθηκαν δυνάμει αυτού. Ανεξάρτητα της πιο πάνω θέσης, οι Ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη προέβηκε σε αμελείς πράξεις και παραλείψεις καθώς επίσης εκτέλεσε πλημμελώς συμβατικά και τα εκ του νόμου καθήκοντα της. Ακόμη οι Ενάγοντες επιρρίπτουν ευθύνης στην Εναγόμενη για παραβίαση συμβατικών και νομοθετικών υποχρεώσεων της και ευρωπαϊκών οδηγιών. Επιπλέον θεωρούν ότι η Εναγόμενη προέβηκε σε ψευδείς παραστάσεις, παραπλανητικές και ανακριβείς δηλώσεις. Μεταξύ άλλων, θεωρούν ότι η σύμβαση δανείου περιέχει καταχρηστικές ρήτρες κατά παράβαση της υφιστάμενης νομοθεσίας και του ευρωπαϊκού δικαίου. Επίσης επικαλούνται υπερχρεώσεις, παράνομες χρεώσεις τόκων, ανατοκισμό, κεφαλαιοποίησης, από τη μεταβολή της ισοτιμίας των νομισμάτων, από τη μετατροπή των μηνιαίων δόσεων που πληρώνονταν από στερλίνες σε ελβετικά φράγκα και από την πώληση/αγορά ξένου συναλλάγματος, τα οποία υπάρχουν στην οικονομική κατάσταση λογαριασμού δανείου, αμφισβητώντας έτσι την ορθότητα του υπολοίπου του δανείου. Σχετικές λεπτομέρειες δικογραφούνται στην §11 της έκθεσης απαίτησης. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι συνεπεία των πιο πάνω: (α) τα συμφωνητικά έγγραφα κατέστησαν άκυρα και/ή μη δεσμευτικά και/ή νομίμως τερματισμένα, (β) οι ίδιοι υπέστηκαν ζημιές, (γ) η Εναγόμενη πλούτισε παράνομα και αδικαιολόγητα εις βάρος τους από τη μεταβολή, (δ) το ποσό που καλούνται να καταβάλουν για την εξόφληση του δανείου έχει αδικαιολόγητα αυξηθεί κατά πολύ. Σε σχέση με τις επικαλούμενες ζημιές, είναι η θέση των Εναγόντων ότι από τη χορήγηση δανείου σε ελβετικά φράγκα και από τη μεταβολή της ισοτιμίας των δύο ειδών νομίσματος υπέστηκαν οικονομικές απώλειες ύψους €108.981 (GBP£94.313 ενώ από υπερχρεώσεις και παράνομες χρεώσεις τόκων και κεφαλαιοποίησης υπέστηκαν επιπρόσθετες οικονομικές απώλειες ύψους €41.691 (GBP£43.715). Στα πλαίσια των πιο πάνω δικογραφημένων βάσεων αγωγής ζητούνται οι αξιούμενες θεραπείες. Αντίθετα η Εναγόμενη επισημαίνει ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα υπόθεση επειδή: (α) στερούνται αγώγιμου δικαιώματος αφού δυνάμει εγγράφου ημερ. 02.11.07 της εκχώρησαν τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 01.08.07, (β) κωλύονται δια της συμπεριφοράς τους αφού με δική τους πρωτοβουλία και επιθυμία διόρισαν πληρεξούσιο αντιπρόσωπο δυνάμει έγκυρου, νόμιμα καταρτισμένου και δεσμευτικού εγγράφου ημερ. 06.07.07, ο οποίος υπέγραψε δεόντως, εκ μέρους και για λογαριασμό τους, την επίδικη σύμβαση δανείου και τα άλλα επίμαχα συμφωνητικά έγγραφα εκφράζοντας τη δική τους ελεύθερη βούληση, καθιστώντας έτσι την αγωγή ενοχλητική, σκανδαλώδης και χωρίς νομικό έρεισμα και αιτία. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω η Εναγόμενη απορρίπτει κατηγορηματικά όλες τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων και ισχυρίζεται ότι τόσο η σύμβαση δανείου όσο και τα υπόλοιπα συμφωνητικά έγγραφα είναι νόμιμα, έγκυρα και δεσμευτικά για τα συμβαλλόμενα μέρη. Παράλληλα αρνείται ότι παραβίασε οποιαδήποτε νομοθεσία και/ή ευρωπαϊκή οδηγία. Είναι η θέση της ότι οι Ενάγοντες ανέλαβαν τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο που περιείχε η επίδικη συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα Σύμφωνα δε με την ίδια όλες οι χρεώσεις που περιέχονται στην κατάσταση λογαριασμού δανείου είναι νόμιμες, ορθές και συνάδουν με τη σύμβαση δανείου, με την υφιστάμενη νομοθεσία και με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Επίσης η Εναγόμενη απορρίπτει τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι παράνομα προσπορίστηκε όφελος εις βάρος τους. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η Εναγόμενη ζητεί απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν τέσσερις μάρτυρες, ένας εκ των οποίων είναι ο Ενάγοντας
  4. Προς υπεράσπιση της η Εναγόμενη κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 35 τεκμήρια. Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου. Ο Ενάγοντας 1 ήταν ο πρώτος μάρτυρας της διαδικασίας. Η γραπτή του δήλωση (Ένδειξη 'Α') αποτελεί μέρος της κυρίως εξέταση του, η οποία συμπληρώθηκε και με δια ζώσης μαρτυρία. Ακολούθησε η αντεξέταση του. Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ο μάρτυρας διέμενε μαζί με τη σύζυγο του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο του εκδήλωσαν ενδιαφέρον να αγοράσουν διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στο συγκρότημα «Beau Views» στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου από την εταιρεία JH Views Limited. Η τιμή πώλησης του διαμερίσματος ήταν Λ.Κ.£143.
  5. Επειδή μέρος του τιμήματος αγοράς θα πληρωνόταν μέσω χρηματοδότησης από κυπριακή τράπεζα, οι Ενάγοντες τον Απρίλιο 2007 αποτάθηκαν στην Εναγόμενη για την εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Βασισμένοι σε παραστάσεις, δηλώσεις και παροτρύνσεις λειτουργών της Εναγομένης, οι Ενάγοντες πείστηκαν και αιτήθηκαν δάνειο σε ελβετικό φράγκο. Παράλληλα διόρισαν τον δικηγόρο Παπαζαχαρία ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 06.07.07 (Τεκμήρια 4Α & 4Β). Διευκρίνισε ότι δεν ήταν οικονομικός σύμβουλος αλλά μόνο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος. Ωστόσο δεν τους εξήγησαν πως λειτουργεί το επιτόκιο με διακύμανση, ούτε τους εξήγησαν τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους ενός δανείου τέτοιας φύσεως. Την 01.08.07 ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο του υπέγραψαν το συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του διαμερίσματος (Τεκμήριο 6). Στις 30.08.07 η αίτηση για δάνειο σε ελβετικό φράγκο εγκρίθηκε από την Εναγόμενη για το ποσό των Λ.Κ.£117.000 (ισότιμο σε CHF335.500). Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος υπέγραψε τη σύμβαση δανείου ημερ. 19.11.07 (Τεκμήριο 8). Οι Ενάγοντες έλαβαν ολόκληρο το ποσό του δανείου. Για την εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων τους, οι Ενάγοντες με έγγραφο ημερ. 02.11.07 που επίσης υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους εκχώρησαν προς όφελος της Εναγομένης τα δικαιώματα που απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία (Τεκμήριο 9). Όπως ο μάρτυρας είπε, τα Τεκμήριο 8 & 9 ετοιμάστηκαν από την Εναγόμενη και δεν αποστάληκαν είτε στον ίδιο και στη σύζυγο του είτε στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους πριν την υπογραφή τους. Στην πορεία όταν περί τις αρχές Φεβρουαρίου έλαβαν επιστολή από την Εναγόμενη ημερ. 19.01.10 με την οποίαν τους ενημέρωσε ότι θα υπήρχε μεταβολή της περιθωρίου επιτοκίου σε 3,8433% (Τεκμήριο 10), οι Ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 04.02.
  6. Ακολούθησε γραπτή αλληλογραφία του Ενάγοντα 1 με την Εναγόμενη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τεκμήρια 11-16). Όπως είπε, από το έτος 2008 επιθυμούσαν διαφοροποίηση του δανείου. Ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο του βρέθηκαν προ εκπλήξεως από τη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας και του επιτοκίου και τη δραματική αύξηση του ύψους της μηνιαίας δόσης που καλούνταν να πληρώσουν. Συνεπεία αυτής της εξέλιξης υπέστηκαν οικονομικές ζημιές ενώ η Εναγόμενη παράνομα και αδικαιολόγητα προσπορίστηκε όφελος εις βάρος τους. Για τον υπολογισμό των ζημιών αποτάθηκε σε οικονομικούς συμβούλους, οι οποίοι εξέτασαν την κατάσταση λογαριασμού δανείου ετοιμάζοντας σχετική έκθεση. Επιρρίπτει την ευθύνη για τις ζημιές και τον εις βάρος τους πλουτισμό στην Εναγόμενη θεωρώντας ότι ενέργησε αμελώς, κατά παράβαση των καθηκόντων της, κατά παράβαση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας αφού δεν ακολουθήθηκε καθόλου το περιεχόμενο σχετικής εγκυκλίου επιστολής της ημερ. 11.10.08 (Τεκμήριο 20), εφάρμοσε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ουδέποτε έλαβαν ανεξάρτητη συμβουλή από δικηγόρο ή οικονομικού συμβούλου αναφορικά με τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα, ετοίμασε τη σύμβαση δανείου που περιέχει καταχρηστικές ρήτρες όπως για παράδειγμα ο υπολογισμός τόκου με βάση διαιρέτη 360 ημερών. Επίσης ο Ενάγοντας 1 είπε ότι το δε δάνειο μπορεί να αφορούσε την αγορά κατοικίας αλλά ήταν επίσης επένδυση για το μέλλον. Για την λειτουργία του δανείου ανοίχτηκε ο λογαριασμός με αρ. 645-459-001655-2 που μετέπειτα άλλαξε σε αρ. 483-459-001655-
  7. Από την έναρξη του δανείου μέχρι σήμερα οι Ενάγοντες κατέβαλλαν και συνεχίζουν να καταβάλλουν ανελλιπώς τις μηνιαίες δόσεις χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε παράβαση όρου της σύμβασης δανείου από μέρους τους. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, οι καταστάσεις λογαριασμού παρουσιάζουν ότι σήμερα το υπόλοιπο ανέρχεται στα CHF154.264,41, πράγμα που είναι εντελώς παράλογο και άδικο. Όπως είπε, ενώ δανείστηκε BPS£140.000 μέχρι σήμερα έχει πληρώσει πέραν των BPS£250.
  8. ΜΕ2 ήταν ο δικηγόρος Ιωάννης Παπαζαχαρίας. Η γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως Ένδειξη 'Β' δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 αποτελεί βασικά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα. Ακολούθως υπεβλήθηκε σε αντεξέταση. Συνοπτική καταγραφή του συνόλου της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα περιέχει αναφορά του ότι ανέλαβε την εκπροσώπηση των Εναγόντων μέσω της αδελφής του Ενάγοντα 1 με την οποίαν συνεργαζόταν επαγγελματικά. Οι Ενάγοντες τον διόρισαν δικηγόρο τους για να ασχοληθεί με όλα διαδικαστικά για την αγορά του διαμερίσματος και την ετοιμασία της συμφωνίας πώλησης. Επίσης αφού έλαβε οδηγίες επικοινώνησε γραπτώς με την Εναγόμενη ζητώντας να αποστείλει στους Ενάγοντες μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την δανειοδότηση. Επίσης μερίμνησε για την υπογραφή και πιστοποίηση των πληρεξουσίων εγγράφων από τους πελάτες του, τα οποία και απέστειλε έπειτα στην Εναγόμενη. Στην πορεία ετοίμασε τη συμφωνία πώλησης που οι Ενάγοντες υπέγραψαν και κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο με αρ. ΠΩΕ 3606/
  9. Ακολούθως, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων επισκέφτηκε υποκατάστημα της Εναγομένης στην Πάφο όπου υπέγραψε τη σύμβαση δανείου και τη συμφωνία εκχώρησης. Τα έγγραφα αυτά δεν του είχαν αποσταλεί προηγουμένως για να τα προωθήσει στους Ενάγοντες. Ούτε έπειτα του έδωσαν αντίγραφα των εγγράφων που υπέγραψε. Σε σχέση με τη σύναψη δανείου, ο εν λόγω μάρτυρας ανέλυσε την πρακτική που ακολουθούσε σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, επεξηγώντας την εμπλοκή του στην συγκεκριμένη υπόθεση. Όπως είπε, δεν ενεργούσε ως δικηγόρος αλλά μόνο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Ο ίδιος ανέλαβε τυπικά την υπογραφή των εγγράφων δανείου και της συμφωνίας πώλησης και γι' αυτό ενημέρωσε τους Ενάγοντες να απευθυνθούν σε οικονομικό σύμβουλο σχετικά με τη δανειοδότηση τους επειδή το θέμα αυτό δεν ενέπιπτε στον επαγγελματικό τομέα εξειδίκευσης του. ουδέποτε έδωσε συμβουλή στους Ενάγοντες για τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ουδέποτε η Εναγόμενη τον ενημέρωσε για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο, ούτε του παρείχαν ξεχωριστά αριθμητικά παραδείγματα τα οποία να επεξηγούσαν πως θα επηρεαζόταν η δόση των πελατών του και ούτε του ζητήθηκε να υπογράψει εκ μέρους των Εναγόντων σχετική δήλωση όπως αυτή που επισυνάπτεται στην εγκύκλιο επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 11.10.08 (Τεκμήριο 20) στην οποίαν να αναφέρεται ότι επεξηγήθηκαν στους Ενάγοντες όλοι οι κίνδυνοι αλλά εντούτοις αποφάσισαν να προχωρήσουν ανεπηρέαστοι στη σύναψη του δανείου. Στις 21.01.13 ο εν λόγω μάρτυρας ενημερώθηκε γραπτώς για τη δυσαρέσκεια των Εναγόντων αναφορικά με το δάνειο τους. Ακολούθησαν και άλλες μεταξύ τους ηλεκτρονικές επικοινωνίες. ΜΕ3 ήταν ο Νέοφυτος Παρέας, απόφοιτος πανεπιστημίου στον κλάδο χρηματοοικονομικών και οικονομικών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Από το 2001 μέχρι το 2016 εργαζόταν στην υπηρεσία της Εναγομένης ως λειτουργός δανείων και από το έτος 2016 είναι διευθυντής στην εταιρεία Kyriakides & Pareas Ltd που ασχολείται αποκλειστικά με την μελέτη τραπεζικών λογαριασμών, υπολογισμό τυχόν υπερχρεώσεων σ' αυτούς, ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών και με την διαπραγμάτευση αναδιάρθρωσης δανείων με τραπεζικούς οργανισμούς. Μέρος της κυρίως εξέταση του είναι η γραπτή δήλωση του που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 'Γ' και μέρος της αποτελείται από ένορκες προφορικές αναφορές. Η κυρίως εξέταση του συμπληρώθηκε με την κατάθεση τεκμηρίων. Η παρουσία του στο Δικαστήριο ολοκληρώθηκε με την αντεξέταση του από την συνήγορο της Εναγομένης. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο μάρτυρας είπε ότι έλαβε οδηγίες από τους Ενάγοντες να ετοιμάσει μαρτυρικό υλικό σχετικά με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, την συναλλαγματική ισοτιμία, το επιτόκιο και τη χρέωση τόκων στο επίδικο δάνειο. Προς το σκοπό αυτό συμμετείχε στην ετοιμασία σχετικής έκθεσης (Τεκμήριο 27) αφού πρώτα μελέτησε και έλαβε υπόψη τα έγγραφα που κατονομάζει στην §3 της σελίδας 2 της γραπτής του δήλωσης. Αυτό που διαπίστωσε από τη μελέτη των εγγράφων είναι ότι ο δανεισμός των Εναγόντων ήταν για το ποσό των CHF335.500 (ισόποσο ποσό σε Λ.Κ.£117.000). Ο δανεισμός έφερε επιτόκιο 1 μηνός Libor πλέον πρόσθετο επιτόκιο/περιθώριο κέρδους 1,75%. Η χρέωση των τόκων θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου και ο τόκος υπερημερίας είχε καθοριστεί στο 5%. Κατά τον υπολογισμό των τόκων το οικονομικό έτος θα υπολογιζόταν στον σταθερό διαιρέτη των 360 ημερών. Ολόκληρο το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό δανείου αρχικά με αρ. 645-459-001655-2 και μετέπειτα που άλλαξε σε αρ. 483-459-001655-2 (Τεκμήριο 22). Κατά την ημερομηνία σύναψης του δανείου το επιτόκιο 1 μηνός Libor ήταν 2.1817%. Το δεδομένο αυτό αντλήθηκε από έγγραφο που εκτυπώθηκε από την ιστοσελίδα IBORate, το οποίο παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 27Α. Ωστόσο το Δεκέμβριο του 2021 το επιτόκιο 1 μηνός Libor μειώθηκε στο -0,75%. Σχολιάζοντας το δανεισμό σε ξένο νόμισμα ο μάρτυρας είπε ότι η πράξη αυτή εγκυμονεί επιτοκιακό και συναλλαγματικό κίνδυνο για τους δανειολήπτες επειδή σε περίπτωση που το επιτόκιο του ξένου νομίσματος αυξηθεί ή η συναλλαγματική ισοτιμία του ενισχυθεί έναντι του εγχώριου νομίσματος, η καταβαλλόμενη δόση θα αυξηθεί σημαντικά όπως και το συνολικό κόστος του δανεισμού του. Έπειτα ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας τον Οκτώβριο 2006 (Τεκμήριο 20) που ασχολείται με το θέμα αυτό, υποδεικνύοντας ότι η Εναγόμενη δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση της παρουσίασης δήλωσης η οποία να επιβεβαιώνει ενημέρωση των Εναγόντων για την ύπαρξη επιτοκιακού και συναλλαγματικού κινδύνου με συγκεκριμένα παραδείγματα. Στη συνέχεια έγινε αναφορά στο ύψος της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου (CHF) και ευρώ (EUR). Η αρχική ήταν EURO/CHF 1.
  10. Προσεγγίζοντας το ζήτημα της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ο μάρτυρας είπε ότι η Εναγόμενη αντίς στην κάθε πίστωση στο δανειακό λογαριασμό να χρησιμοποιεί τη συναλλαγματική ισοτιμία CHF/EURO ήταν CHF 1.6511 ανά EURO 1 που ίσχυε κατά τη σύναψη του δανείου, χρησιμοποιούσε αυτή της συγκεκριμένης ημέρας που έγινε η κάθε πίστωση. Ένεκα αυτής της προσέγγισης δημιουργήθηκε ζημιά από τη συναλλαγματική ισοτιμία πιστώσεων που υπολόγισε στα CHF135.135,
  11. Από τον Δεκέμβριο 2008 που το 1 μηνός Libor (London Interbank Ofered Rate) είχε μειωθεί σημαντικά, η Εναγόμενη ξεκίνησε να αυξάνει το περιθώριο κέρδους χωρίς οι δύο αυτές παράμετροι να σχετίζονται μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον ΜΕ3, το περιθώριο κέρδους (πρόσθετο επιτόκιο) εξαρτάται κυρίως από την επικινδυνότητα του δανειολήπτη. Είναι η άποψη του μάρτυρα ότι η Τράπεζα δεν απέδειξε κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση είπε η αύξηση του περιθωρίου κέρδους δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη αλλά εξαρτάται από μετρήσιμους παράγοντες που να δικαιολογούν την αύξηση. Όπως είπε, η αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου επέφερε ζημιά που υπολόγισε στα CHF88.974,
  12. Ένα άλλο ζήτημα που απασχόλησε τον μάρτυρα στην μαρτυρία του είναι η χρήση εμπορικού έτους σαν διαιρέτη. Παρόλο ότι αναγνωρίζει ότι στο Τεκμήριο 8 προνοείται η χρήση τέτοιου που αποτελείται από 360 ημέρες, εντούτοις ο μάρτυρας θεωρεί ότι τέτοια χρήση είναι άδικη επειδή δεν έτυχε διαπραγμάτευσης από τους Ενάγοντες και επέτρεψε στην Τράπεζα να χρεώσει περισσότερους τόκους από ότι δικαιούται. Ένεκα αυτού, προκλήθηκε ζημιά που υπολόγισε στα CHF901,
  13. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, από την κατάσταση λογαριασμού δανείου της Εναγομένης (Τεκμήρια 21 και 22) φαίνεται ότι το υπόλοιπο ανέρχεται σε CHF154.264,
  14. Παράλληλα εάν ισχύσουν οι πιο πάνω παρατηρήσεις του και με τη χρήση της αρχικής ισοτιμίας από τη σύναψη δανείου στις 09.11.07 μέχρι τις 07.01.22, οι δικοί του υπολογισμοί καταδεικνύουν πληρωμές συνολικού ύψους CHF464.480,
  15. Επίσης καταλήγει ότι το υπόλοιπο δανείου είναι μηδενικό. Την ίδια στιγμή διαπιστώνει μέχρι 07.01.22 υπερπληρωμές ύψους CHF75.516,40 (ισότιμο σε €45.736,75). Τελευταίος μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν ο Μιχάλης Κυριακίδης (ΜΕ4), επίσης πτυχιούχος στον χρηματοοικονομικό τομέα. Επίσης διαθέτει μεταπτυχιακό στον ίδιο κλάδο. Περαιτέρω στα πλαίσια του πτυχίου του στο Banking and Finance παρακολούθησε μαθήματα συναλλαγματικής ισοτιμίας. Όπως και ο ΜΕ3, έτσι και αυτός εργάστηκε σε τραπεζικό οργανισμό (Εναγόμενη) ως λειτουργός δανείων, στο τμήμα καθυστερήσεων και στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων, με τη διαφορά όμως ότι ήταν την περίοδο 2004-
  16. Από το έτος 2016 μέχρι σήμερα είναι διευθυντής στην ίδια εταιρεία με τον ΜΕ
  17. Όλη η μαρτυρία του στο Δικαστήριο δόθηκε δια ζώσης. Στα πλαίσια της ένορκης κατάθεσης του παρουσίασε έγγραφο από την ιστοσελίδα www.oanda.com που παρουσιάζει την συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου για την περίοδο 01.01.17-10.11.07 καθώς επίσης έγγραφο που είναι πίνακας τιμών CHF Libor για την περίοδο 02.11.07-31.12.21, τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 28 και 29 αντίστοιχα. Εξηγώντας τον όρο Libor είπε ότι είναι τα αρχικά των λέξεων London Interbank Offered Rate. Πρόκειται για διατραπεζικό επιτόκιο που εκδίδεται στο Λονδίνο από το British Banker's Association και είναι επιτόκιο που δανείζει η μία τράπεζα στην άλλη. Όπως και ο συνάδελφος του, έτσι και αυτός συμμετείχε στην ετοιμασία της έκθεσης τους (Τεκμήριο 27).Ο ίδιος ετοίμασε τις Α4 σελίδες του εγγράφου. Για την ετοιμασία των αναφορών του άντλησε πληροφόρηση από τα πιο πάνω Τεκμήρια 28 και
  18. Το μέρος που αυτός ετοίμασε είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το κομμάτι που ετοίμασε ο ΜΕ3 (Α3 σελίδες του Τεκμηρίου 27) με το ένα να συμπληρώνει το άλλο. Οι εξηγήσεις που έδωσε για τις αναφορές, παρατηρήσεις, διαπιστώσεις και υπολογισμούς του που περιέχονται στην έκθεση ουσιαστικά καλύπτονται από τη μαρτυρία του ΜΕ
  19. Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Ακολούθησε η προσκόμιση μαρτυρίας από την πλευρά της Εναγομένης. Όλοι οι μάρτυρες της που προσήλθαν στο Δικαστήριο είναι λειτουργοί της. Πρώτος μάρτυρας της ήταν ο Κώστας Βρυώνη (ΜΥ1). Κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών πελατών. Ένας από τους λογαριασμούς που η υπηρεσία του διαχειριζόταν ήταν και η λειτουργία του λογαριασμού δανείου των Εναγόντων. Εργάστηκε στη θέση αυτή για εννέα χρόνια, και συγκεκριμένα από το 2005 μέχρι τον Ιούλιο
  20. Βασικό μέρος της κυρίως εξέτασης του είναι η γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Ένδειξη 'Δ'. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας υπεβλήθηκε σε αντεξέταση. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του αναφέρει ότι το δάνειο των Εναγόντων είναι εξυπηρετούμενο αφού μέχρι σήμερα καταβάλλονται ανελλιπώς οι μηνιαίες δόσεις με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης δανείου. Επρόκειτο για δάνειο με την ονομασία Alpha Flexihome ποσού CHF335.500 που πληρώνεται σταδιακά μέσω 168 μηνιαίων δόσεων, οι οποίες δεν έχουν όλες το ίδιο ύψος. Προς τούτο υπογράφηκε σχετική σύμβαση δανείου που περιέχει όρους. Την περίοδο του ανοίγματος το δάνειο χρεωνόταν κατά την ημερομηνία της κάθε αναπροσαρμογής με τόκο που θα υπολογίζεται επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων με επιτόκιο 1 μηνός Libor που θα ισχύει κάθε φορά πλέον περιθώριο επιτοκίου 1,75% ετησίως στις αντίστοιχες ημερομηνίες αναπροσαρμογής οι οποίες αποφασίζονται από την Εναγόμενη. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε, το δάνειο έχει κυμαινόμενη μορφή. Προς διαφώτιση του Δικαστηρίου ετοίμασε σχετικό πίνακα με όλες τις διακυμάνσεις του επιτοκίου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  21. Τα δεδομένα που έχουν σημειωθεί στο τεκμήριο αυτό αντλήθηκαν από το πρακτορείο Reuters και Bloomberg. Αρμόδια υπηρεσία της Εναγομένης διατηρεί σε αρχείο αυτά τα δεδομένα, τα οποία εξασφάλισε χρησιμοποιώντας σχετική εφαρμογή που διαθέτει. Ο ίδιος δεν είχε ανάμιξη στη διαδικασία δανειοδότησης των Εναγόντων και ούτε ήταν παρών στη σύναψη του επιδίκου δανείου. Εξηγώντας την πρακτική της Εναγομένης να κλειδώνει την τιμή για την περίοδο του ενός μηνός, είπε ότι υπολογίζεται δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία που αναφέρεται ως αρχή της περιόδου. Προς εξασφάλιση του δανείου οι Ενάγοντες εκχώρησαν δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 02.11.07 τα δικαιώματα τους που απορρέουν από τη συμφωνία πώλησης ημερ. 01.08.07 του επίμαχου δύο υπνοδωματίων διαμερίσματος αρ. 11 στο έργο «Beau Views» με συμβαλλόμενα μέρη τους Ενάγοντες και της εταιρείας JH Views Ltd. Τόσο η σύμβαση δανείου όσο και η συμφωνία εκχώρησης υπεγράφησαν από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους δυνάμει υπογεγραμμένου πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 06.07.
  22. Πληρεξούσιος αντιπρόσωπος ήταν ο δικηγόρος Ιωάννης Παπαζαχαρίας (ΜΕ2). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ουδέποτε οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν αντιληφθεί το περιεχόμενο της σύμβασης δανείου και τους όρους αυτής. Σύμφωνα ακόμη με τον ΜΥ1, με το Τεκμήριο 10 (επιστολή ημερ. 19.01.10) οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν από την Εναγόμενη ότι το δάνειο τους με αρ. λογαριασμού 645-459-001655-2 θα χρεωνόταν με νέο επιτόκιο προς 1 μηνός Libor πλέον περιθώριο επιτοκίου 3,8433% ετησίως. Ανάλογη γραπτή ενημέρωση για προγενέστερη αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου προς 3,5% ετησίως έλαβαν οι Ενάγοντες προηγουμένως με επιστολή ημερ. 18.01.08 (Τεκμήριο 30). Ο μάρτυρας επίσης εξήγησε ότι η κατάσταση λογαριασμού δανείου με αρ. 645-459-001655-2 αποτελεί μέρος του τραπεζικού βιβλίου, το οποίο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις υπό τον έλεγχο της Εναγομένης. Πρόσβαση στο αρχείο του τραπεζικού βιβλίου έχουν οι τραπεζικοί λειτουργοί, ανάμεσα στους οποίους και ο ΜΥ
  23. Μετά από εντολή του συγκεκριμένου μάρτυρα παρήχθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού ο ίδιος τις σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Περαιτέρω ο μάρτυρας είπε ότι η Εναγόμενη αποστέλλει ανελλιπώς αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού του δανείου στη διεύθυνση που τους είναι γνωστή. Η αποστολή γίνεται με την απλή και συνηθισμένη οδό (όχι με συστημένη οδό). Σχετική κατάσταση λογαριασμού δανείου που αφορά την περίοδο 13.11.07-16.03.22 μαζί με επισυνημμένο πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9) κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  24. Σε ότι αφορά τις χρεώσεις και πιστώσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 31, ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, νόμιμες και ορθές. Επόμενος υπάλληλος της Εναγομένης που παρουσιάστηκε ως μάρτυρας ήταν ο Μάριος Στατιώτης (ΜΥ2). Κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε καθήκοντα λειτουργού χορηγήσεων στο τραπεζικό κατάστημα Ελευθέριος Βενιζέλος στην Πάφο. Βρισκόταν στο Τμήμα Στεγαστικών Δανείων της Πάφου. Η γραπτή δήλωση που κατατέθηκε ως Ένδειξη 'Ε' συνιστά την κυρίως εξέταση του. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα οι Ενάγοντες είχαν διορίσει τον δικηγόρο Ιωάννη Παπαζαχαρία (ΜΕ2) ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους για την υλοποίηση της δανειοδότησης τους. Ο ίδιος βέβαια δεν είχε προσωπική εμπλοκή στη διαδικασία χορήγησης δανείου στους Ενάγοντες. Ωστόσο αναγνώρισε την υπογραφή τους ως μάρτυρα στη σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 8) και στη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων (Τεκμήριο 9). Ήταν παρών στην υπογραφή των συγκεκριμένων εγγράφων που έγινε στο τραπεζικό κατάστημα της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή στην Πάφο. Ο Παπαζαχαρίας είχε υπογράψει τα εν λόγω έγγραφα στην παρουσία του ιδίου και της συναδέλφου του Δ. Ανδρέου. Όπως κατά λέξει είπε, σε τέτοιες περιπτώσεις «παραδίδουμε τα έγγραφα στους πελάτες ή στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους και τους πληροφορούμε ότι έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν ικανοποιητικό χρόνο για να συμβουλευθούν Δικηγόρο της δικής τους επιλογής και για να τα μελετήσουν και όταν είναι έτοιμοι τα υπογράφουν στην παρουσία υπαλλήλων της Τράπεζας.» Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, η ίδια πρακτική ακολουθήθηκε και εδώ. Δόθηκαν τα έγγραφα στον Παπαζαχαρία, ο οποίος αφού πρώτα τα μελέτησε τα υπέγραψε χωρίς να υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με το περιεχόμενο τους. Η συμπεριφορά του έδειξε ότι γνώριζε για τους όρους της επίμαχης σύμβασης δανείου σε ξένο νόμισμα χωρίς να εκδηλώσει διαφωνία ή να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα είτε στον μάρτυρα αυτό είτε σε συνάδελφο του σχετικά με το είδος του ξένου νομίσματος και την ισοτιμία. Από την επαγγελματική του σταδιοδρομία γνωρίζει ότι ο κύριος Παπαζαχαρίας είναι έμπειρος δικηγόρος και θυμάται που ερχόταν συχνά στα γραφεία της Εναγομένης εκπροσωπώντας πελάτες για να χειριστεί συμφωνίες δανείου ιδίου τύπου και φύσεως όπως την παρούσα αλλά και άλλων μορφών. Κατά τον μάρτυρα ο κύριος Παπαζαχαρίας ήταν γνώστης του περιεχομένου της επίδικης σύμβασης δανείου σε ξένο νόμισμα. Καταλήγοντας ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός στο ότι η Εναγόμενη δεν συμβουλεύει και δεν παροτρύνει τους πελάτες να επιλέξουν το είδος του νομίσματος που θα δανειοδοτηθούν. Σε ότι αφορά τους συναλλαγματικούς κινδύνους, ανάφερε ότι παρόλο που ο ίδιος δεν γνωρίζει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν εξηγηθεί εντούτοις πάγια τακτική της Εναγομένης είναι να εξηγούνται στο στάδιο που προσκομίζονται τα δικαιολογητικά για να αξιολογηθεί ο πελάτης προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσο δικαιούται ή όχι στη χορήγηση δανείου σε ξένο νόμισμα. Τελευταίος μάρτυρας στην υπόθεση ήταν η Μαρία Αριστοδήμου (ΜΥ3), ακόμη μία λειτουργός της Εναγομένης. Η κυρίως εξέταση της αποτελείται εξ' ολοκλήρου από γραπτή δήλωση της που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Ένδειξη 'ΣΤ'. Έπειτα αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των Εναγόντων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Στεγαστικών Δανείων της Εναγομένης. Επαναλαμβάνοντας τα λεγόμενα του ΜΥ2, η εν λόγω μάρτυρας είπε οι Ενάγοντες διόρισαν τον δικηγόρο Παπαζαχαρία ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους για την υλοποίηση της δανειοδότησης τους, ο οποίος και υπέγραψε τα συγκεκριμένα έγγραφα. Αναφερόμενος στον συγκεκριμένο δικηγόρο, η μάρτυρας επισήμανε ότι το άτομο αυτό υπέγραψε για πάρα πολλούς πελάτες με την ίδια ιδιότητα όπως εδώ. Επίσης η μάρτυρας υπέδειξε ότι στην πορεία λειτουργίας του δανείου και συγκεκριμένα στις 29.08.11 η Εναγόμενη αποδέχτηκε εισήγηση των Εναγόντων για τη μετατροπή του νομίσματος του δανείου από ελβετικό φράγκο σε στερλίνα, πλην όμως τελικά οι Ενάγοντες αποφάσισαν να μην προχωρήσουν σύμφωνα με την εισήγηση τους αλλά να παραμείνουν με το υφιστάμενο είδος ξένου νομίσματος δανειοδότησης τους. Προς ενίσχυση της αναφοράς της παρέπεμψε στο Τεκμήριο
  25. Περαιτέρω ανάφερε ότι είχε πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο της Εναγομένης, γεγονός που της επέτρεψε να διαπιστώσει ότι οι Ενάγοντες συμμορφώνονταν και συνεχίζουν να συμμορφώνονται μέχρι σήμερα με την απρόσκοπτη και έγκαιρη καταβολή των μηνιαίων δόσεων ως προνοούν οι όροι της επίδικης σύμβασης δανείου. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με αναφορά σε νομοθεσίες και παραπομπή σε κυπριακή και ευρωπαϊκή νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Παραδεκτά γεγονότα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς επίσης σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:

(1)Η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία, η οποία διενεργεί τραπεζικές εργασίες και ασχολείται με την παροχή δανείων και γενικότερα πιστωτικών διευκολύνσεων σε φυσικά και/ή νομικά πρόσωπα.
(2)Οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι βρετανοί υπήκοοι που κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμεναν και εξακολουθούν να διαμένουν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
(3)Περί το έτος 2007 οι Ενάγοντες ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στο κτιριακό συγκρότημα «Beau Views» στον Δήμο Πέγειας της επαρχίας Πάφου.
(4)Ιδιοκτήτρια του πιο πάνω κτιριακού συγκροτήματος είναι η εργοληπτική εταιρεία J.H. Views Ltd.
(5)Επειδή μέρος του τιμήματος αγοράς θα πληρωνόταν μέσω χρηματοδότησης από κυπριακή τράπεζα, τον Απρίλιο 2007 οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στην Εναγόμενη.
(6)Οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση για χορήγηση δανείου κυμαινόμενης μορφής σε ελβετικό φράγκο με την ονομασία Alpha Flexihome, η οποία εγκρίθηκε.
(7)Η χρηματοδότηση αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.£117.000 ισότιμο σε CHF335.500 με συναλλαγματική ισοτιμία (CHF/EURO) CHF 1.6511 ανά EURO 1 που ίσχυε κατά τη σύναψη του δανείου στις 09.11.07.
(8)Στο μεταξύ δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου πώλησης ημερ. 01.08.07, οι Ενάγοντες αγόρασαν από την J.H. Views Ltd το δύο υπνοδωματίων διαμέρισμα αρ.11 που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο του προαναφερομένου κτιριακού συγκροτήματος έναντι του συμφωνημένου ποσού των Λ.Κ.£143.000 (ισότιμο σε €244.330).
(9)Η συμφωνία υπογράφηκε στην Πάφο από τους Ενάγοντες 1 και 2 και από εκπρόσωπο της εργοληπτικής εταιρείας J.H. Views Ltd.
(10)Το τίμημα πώλησης θα πληρωνόταν σε δόσεις ως προνοείτο από τους όρους του συμβολαίου.
(11)Για την υλοποίηση του σκοπού της χρηματοδότησης και της εκπλήρωσης της αγοράς του ακινήτου οι Ενάγοντες διόρισαν τον δικηγόρο Ιωάννη Παπαζαχαρία πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 06.07.07 που υπέγραψαν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
(12)Στις 03.08.07 το συμφωνητικό έγγραφο πώλησης του διαμερίσματος συμφωνία πώλησης που οι Ενάγοντες υπέγραψαν κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους Παπαζαχαρία στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο με αρ. ΠΩΕ 3606/2007.
(13)Ως αποτέλεσμα της έγκρισης του δανείου, υπογράφηκε σύμβαση δανείου ημερ. 19.11.07 στην Πάφο στην παρουσία μαρτύρων με συμβαλλόμενα μέρη τους Ενάγοντες και την Εναγόμενη.
(16)Εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων υπέγραψε ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους Παπαζαχαρίας.
(17)Ανάμεσα σ' άλλα αποτελούσαν όροι της σύμβασης τα εξής: (α) το ποσό του δανείου επιβαρυνόταν με επιτόκιο 1 μηνός Libor πλέον πρόσθετο επιτόκιο/περιθώριο κέρδους 1,75%, (β) η αποπληρωμή του δανείου θα γίνεται σταδιακά μέσω 168 μηνιαίων δόσεων, οι οποίες δεν έχουν όλες το ίδιο ύψος, (γ) η χρέωση των τόκων θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου, (δ) ο τόκος υπερημερίας καθορίστηκε στο 5%, (ε) κατά τον υπολογισμό των τόκων το οικονομικό έτος θα υπολογιζόταν στον σταθερό διαιρέτη των 360 ημερών.
(18)Ολόκληρο το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό δανείου αρχικά με αρ. 645-459-001655-2 και μετέπειτα που άλλαξε σε αρ. 483-459-001655-2.
(19)Ως μέρος εξασφάλισης των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγόντων απέναντι στην Εναγόμενη, δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 02.11.07 που υπογράφηκε στην Πάφο ανάμεσα σε εκπρόσωπο της Εναγομένης, σε εκπρόσωπο της εργοληπτικής εταιρείας J.H. Views Ltd και των Εναγόντων δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους Παπαζαχαρία στην παρουσία μαρτύρων, εκχωρήθηκαν προς όφελος της Εναγομένης τα δικαιώματα των Εναγόντων που πηγάζουν από το συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του διαμερίσματος με συμβαλλόμενα μέρη τους Ενάγοντες και την πιο πάνω εταιρεία.
(20)Από την έναρξη του δανείου μέχρι σήμερα οι Ενάγοντες κατέβαλλαν και συνεχίζουν να καταβάλλουν ανελλιπώς και έγκαιρα τις μηνιαίες δόσεις χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε παράβαση όρου της σύμβασης δανείου από μέρους τους. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται στη δίκη αποτελεί σημαντικό καθήκον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πολυσύνθετο και λεπτό έργο μεγάλης σημασίας που πρέπει να εκτελείται με προσοχή και επιμέλεια. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν. Πρόκειται για τους άμεσα εμπλεκόμενους και πρωταγωνιστές της υπόθεσης αυτής. Ενόσω αυτοί κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης τους, το καλό ή κακό μνημονικό τους, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τους μάρτυρες συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του. Σε ότι αφορά την αξιολόγηση μαρτυρίας ατόμου που καταθέτει με την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει. Ποιος μπορεί να θεωρηθεί πραγματογνώμονας και να καταθέσει στο Δικαστήριο υπό αυτή την ιδιότητα εξηγείται μέσα από την υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 162/2014 ημερομηνίας 02.05.17, στην οποίαν και παραπέμπω. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι όντως εμπειρογνώμονας στον τομέα που κλήθηκε να καταθέσει, προχωρεί να να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά και αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Όπως ακόμη λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, το Δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη και το δικαστήριο να εξηγεί γιατί. Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς και τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Θα ξεκινήσω από τους μάρτυρες γεγονότων και έπειτα θα ασχοληθώ με άτομα που κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Η μαρτυρία του ΜΕ2 έχει δύο όψεις που είναι διαφορετικές μεταξύ τους και μπορούν να διαχωριστούν για σκοπούς αξιολόγησης τους. Η πρώτη πτυχή πραγματεύεται γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί και συνάμα υποστηρίζεται από έγγραφα. Δεν έχω λόγο να απορρίψω το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΕ2 και ως εκ τούτου το αποδέχομαι, το οποίο και αποτελεί μέρος των ευρημάτων μου. Ενδεικτικά επισημαίνω ότι στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας ανήκει, ανάμεσα σ' άλλα, η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι ο ίδιος διορίστηκε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων 1 και 2 δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 06.07.07, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το έγγραφο που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  1. Επίσης δέχομαι ότι ήταν αυτός που εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων 1 και 2: (α) ετοίμασε το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 01.08.07 αγοράς του επίδικου διαμερίσματος που υπέγραψαν οι Ενάγοντες και η εταιρεία JH Views Ltd ως συμβαλλόμενα μέρη (μέρος του Τεκμηρίου 6), (β) κατέθεσε στις 03.08.07 την πιο πάνω συμφωνία στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αρ. ΠΩΕ 3606/2007 (μέρος του Τεκμηρίου 6), (γ) υπέγραψε τη σύμβαση δανείου ημερ. 19.11.07, γεγονός που επαληθεύεται από το Τεκμήριο 8, (δ) υπέγραψε δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 02.11.07 εκχώρησης των δικαιωμάτων των Εναγόντων που απορρέουν από τη συμφωνία πώλησης ημερ. 01.08.07 του επίμαχου διαμερίσματος, γεγονός που επαληθεύεται από το Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω ο ΜΕ2: (α) ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1988 με μεγάλη εμπειρία και ικανότητα στη νομική επιστήμη, ασχολούμενος, μεταξύ άλλων, με τραπεζικό δίκαιο, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 26, (β) Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο εκπροσωπούσε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα - τραπεζικούς οργανισμούς, όχι όμως βέβαια την Εναγόμενη. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι αληθεύει όταν ερωτήθηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης του και δεν έχω λόγο να το αμφισβητήσω. Η δεύτερη πτυχή της μαρτυρίας του ΜΕ2 που αφορά το δικό του ρόλο που θεωρεί περιορισμένο και τυπικό στην υπόθεση σε σχέση με τα επίδικα θέματα, κάθε άλλο παρά πειστική ήταν. Ήταν προφανής η προσπάθεια του να προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση της Εναγομένης επιρρίπτοντας τους αποκλειστικά ευθύνες για την κατάληξη που είχε το επίμαχο δάνειο, χωρίς να παραθέτει ουσιαστικά επιχειρήματα. Γενικά η στάση που ο συγκεκριμένος μάρτυρας επέδειξε είναι εκτεθειμένη σε πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να μην την αποδεχτώ. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του ότι στο θέμα της δανειοδότησης δεν ενεργούσε ως δικηγόρος. Η εν λόγω δήλωση του, με κάθε σεβασμό, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο ΜΕ2 είχε προηγουμένως διοριστεί δικηγόρος των Εναγόντων και πάνω σ' αυτή τη βάση είχε ετοιμάσει το συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του επίμαχου διαμερίσματος, το οποίο και κατέθεσε στο Κτηματολόγιο. Για την ολοκλήρωση της αγοράς του ακινήτου που ήταν και ο σκοπός που είχε αναλάβει να παρέχει νομικές υπηρεσίες στους Ενάγοντες, απαιτείτο η εξασφάλιση δανείου που θα εξοφλούσε το περισσότερο ύψος του τιμήματος αγοράς. Είναι υπό την ιδιότητα του δικηγόρου που ο εν λόγω μάρτυρας εμπλάκηκε στο θέμα του δανείου. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 29.06.07 προς την Εναγόμενη που κατάθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 (Τεκμήριο 2), ο ΜΕ2 αναφέρει ρητά ότι ο ίδιος ενεργεί εκ μέρους των Εναγόντων. Να σημειωθεί ότι στο στάδιο εκείνο ο μάρτυρας ήδη ενεργούσε ως δικηγόρος των Εναγόντων και δεν είχε ακόμη διοριστεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους. Στο δε Τεκμήριο 2 αυτοπροσδιορίζεται ως δικηγόρος. Αυτά είναι δεδομένα που αφήνουν εκτεθειμένη την προβαλλόμενη θέση του. Σε τελευταία ανάλυση, ο ΜΕ2 έγινε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων, επιπρόσθετα και ανεξάρτητα της νομικής του ιδιότητας, προκειμένου οι Ενάγοντες που διέμεναν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο να μπορέσουν να υπογράψουν, μέσω του μάρτυρα, τα συμφωνητικά έγγραφα στα οποία είναι συμβαλλόμενα μέρη. Ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη δεν του έδωσε αντίγραφα των εγγράφων που θα υπέγραφε και ότι ούτε του αποστάληκαν πριν την υπογραφή τους ώστε να τα προωθήσει στους Ενάγοντες. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που με κάθε σεβασμό στερείται πειστικότητας και συνάμα λογικής. Εάν θεωρήσουμε ότι ευσταθεί, τίποτα και ουδείς εμπόδιζε τον μάρτυρα να ζητούσε τα συγκεκριμένα έγγραφα να του είχαν αποσταλεί όταν λειτουργός της Εναγομένης τον ειδοποίησε να έλθει για να τα υπογράψει. Ο μάρτυρας δεν ανάφερε ότι το ζήτησε και του το αρνήθηκαν. Εναλλακτικά μπορούσε όταν μετέβηκε στα γραφεία της Εναγομένης να ζητούσε να πάρει αντίγραφο τους και να ερχόταν σε μεταγενέστερη ημερομηνία αφού πρώτα τα μελετούσε και συζητούσε το περιεχόμενο τους με τους Ενάγοντες. Δεν είπε ότι το ζήτησε και του το αρνήθηκαν. Μπορούσε πάλι να ζητούσε τη στιγμή της επίσκεψης του χρόνο για να τα μελετήσει. Δεν είναι γνωστό αν ο μάρτυρας το έπραξε. Ο ίδιος απέφυγε να αναφέρει. Μπορούσε έπειτα να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων για να τα προωθήσει στους Ενάγοντες αλλά, εξ όσον γίνεται αντιληπτό, ούτε αυτό έπραξε. Ο μάρτυρας ακόμη απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση που του υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση του αν ο λειτουργός της Εναγομένης του είχε πει να πάρει όσο χρόνο επιθυμούσε για να μελετήσει τα έγγραφα που θα υπέγραφε και ότι αφού το έπραξε τα υπέγραψε. Απάντησε γενικά και αόριστα ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο ίδιος υπέγραφε έγγραφα που είχαν γίνει αποδεκτά από τους πελάτες και όχι τι έπραξε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εάν κάποιος θεωρήσει ότι ο μάρτυρας ακολούθησε την ίδια τακτική, τότε εύλογα κάποιος διερωτάται από που ο μάρτυρας γνώριζε ότι το περιεχόμενο της σύμβασης δανείου και της συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων είχε γίνει αποδεχτό από τους Ενάγοντες τη στιγμή που ο ίδιος δεν είχε τη δυνατότητα να προωθήσει, όπως λέει, τα έγγραφα στους Ενάγοντες για μελέτη τους (§9 Ένδειξη 'Β') και αυτοί ουδέποτε τα είχαν δει. Ο μάρτυρας δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποίαν να επιβεβαιώνεται η συμφωνία των Εναγόντων με την Εναγόμενη στο περιεχόμενο της σύμβασης δανείου και ότι απλά του δίδουν εντολή να τα υπογράψει. Μία από τις βασικές θέσεις του μάρτυρα είναι ότι ο ίδιος ανέλαβε τυπικά την υπογραφή των εγγράφων (σύμβαση δανείου και συμφωνία εκχώρησης). Προς ενίσχυση του ισχυρισμού του επικαλέστηκε παρότρυνση του στους Ενάγοντες να απευθυνθούν σε λογιστή, τραπεζίτη ή οικονομικό σύμβουλο αναφορικά με τη δανειοδότηση τους επειδή δεν ενέπιπταν στον επαγγελματικό τομέα εξειδίκευσης τους. Πιο κάτω εξηγώ γιατί η εν λόγω θέση του μάρτυρα είναι εκτεθειμένη. Θα πρέπει πρώτα να λεχθεί η παρότρυνση αυτή έγινε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 31.01.13 (Τεκμήριο 15). Πέραν του γεγονότος ότι τέτοια ενημέρωση στους Ενάγοντες έγινε 5,5 χρόνια μετά την ανάμιξη του ΜΕ2, η παρότρυνση προφανώς αφορούσε τα οικονομικά ζητήματα και όχι τα νομικής φύσεως θέματα που περιέχονταν στα επίμαχα έγγραφα. Ο ίδιος ήταν και είναι δικηγόρος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΜΕ2 ενεργούσε ήδη ως δικηγόρος των Εναγόντων. Η εμπειρία του στο τραπεζικό δίκαιο ήταν μεγάλη. Ο ίδιος είχε χειριστεί περιπτώσεις δανειοδότησης προσώπων σε ελβετικό φράγκο, όπως την παρούσα. Εκπροσωπούσε δε τραπεζικούς οργανισμούς - πιστωτικά ιδρύματα. Επίσης, όπως έχω ήδη αναφέρει, συμπεριφερόταν ότι ενεργούσε ως δικηγόρος των Εναγόντων. Κατείχε το αντικείμενο και μπορούσε να αντιληφθεί τη νομική σημασία των όρων των επίμαχων εγγράφων. Περαιτέρω είχα την ευκαιρία να μελετήσω το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 4) και αυτό που παρατηρώ ότι οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από το περιεχόμενο του, τις οποίες ο μάρτυρας ανέλαβε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων, κάθε άλλο παρά τυπικές φαίνονται. Ειδικότερα ο όρος 4 του πληρεξουσίου εγγράφου, ο οποίος καλύπτει συμβάσεις όπως αυτή του δανείου στην παρούσα περίπτωση, αναφέρει ρητά ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος θα αιτείται δάνειο, θα συμφωνεί τους όρους και θα υπογράφει τα συμφωνητικά έγγραφα για τη χορήγηση δανείου για οποιοδήποτε είδος νομίσματος. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσια το λεκτικό του όρου αυτού: «To apply for a loan, agree the terms and sign all the relevant agreements and documents that are necessary or auxiliary in order to obtain on my/our behalf or on behalf of any of us a loan/loans for any sum of money, in any currency and at any rate of interest, in my/our name .» [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. Στο ίδιο επίπεδο κυμαίνονται οι πρόνοιες του όρου 8 του Τεκμηρίου 4 που αφορούν και τριμερείς συμφωνίες, όπως είναι η συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων. Θα αναφέρω το κομμάτι που μας ενδιαφέρει: «Agree and sign all the agreements and documents required including, without limitation, a three party agreement between the Bank, the vendor of any immovable property and the Buyer .» [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη ουδέποτε τον ενημέρωσε για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο, ούτε του παρείχαν ξεχωριστά αριθμητικά παραδείγματα που θα του επεξηγούσαν πως θα επηρεαζόταν η δόση των Εναγόντων και ότι ουδέποτε του ζητήθηκε να υπογράψει σχετική δήλωση εκ μέρους των Εναγόντων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας είναι εκτεθειμένος από την ίδια του τη συμπεριφορά. Εφόσον γνώριζε για όλα αυτά γιατί δεν ζήτησε εξηγήσεις προτού υπογράψει; Γιατί προχώρησε και υπέγραψε τη σύμβαση δανείου μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση; Εύλογα ερωτήματα που παρέμεινα αναπάντητα. Θέτοντας την υπογραφή του στη σύμβαση δανείου, χωρίς να ερωτήσει οτιδήποτε, χωρίς να προβληματιστεί για οτιδήποτε, χωρίς να ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση, οι Ενάγοντες μέσω του ιδίου αποδέχτηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής που περιλαμβάνονται στους όρους 7 (τελευταία παράγραφος) και 18 του Τεκμηρίου 8, με το περιεχόμενο τους να ομιλεί από μόνο του: «The Debtor hereby agrees to indemnify the Bank against the full cost incurred by the Bank for such purchase. The Bank will not be liable to the Debtor for any loss resulting from any fluctuation in exchange rates before or after the exercise of the foregoing powers.» [όρος 7 - τελευταία παράγραφος]. «The Debtor states that he was given an explanation of, and understands perfectly, his right to consult a lawyer of his choice, regarding the terms of this agreement and that he had the opportunity to consult such a lawyer. Furthermore, the Debtor states that he studied and understood perfectly these terms and freely and willingly contracts and signs this agreement with knowledge of all its provisions.» [όρος 18]. Θα έλεγα ότι ο ΜΕ2 άσκησε τελικά έμπρακτα τον πολυεπίπεδο του ρόλο εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων 1 και
  3. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ2 περιλαμβανομένου της Ένδειξης 'Β' και του Τεκμηρίου 26 που αποτελούν μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω. Σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 23Α, 23Β, 24Α, 24Β, 25Α και 25Β που κατατέθηκαν στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του ΜΕ2, δεν τους αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι δεν προσθέτουν οποιαδήποτε αξία στην εκδίκαση των επιδίκων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Ο Ενάγοντας 1 (ΜΕ1) προσήλθε στο Δικαστήριο αισθανόμενος ότι η συμπεριφορά της Εναγομένης απέναντι του δεν ήταν η δέουσα. Δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για άτομο μορφωμένο, με υψηλό δείχτη νοημοσύνης και που αντιλαμβάνεται τη σημασία των υποχρεώσεων του. Εξ ου, παρά τις διαφορές και διαφωνίες που έχει με την Εναγόμενη, το δάνειο του ήταν και παραμένει εξυπηρετούμενο αφού από την αρχή και μέχρι σήμερα πληρώνονται ανελλιπώς και έγκαιρα οι δόσεις του. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας 1 είναι ευαίσθητος με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει φαίνεται ακόμη από τις σαφείς, ρητές και ανεπιφύλακτες δηλώσεις. Ειδικότερα έχω σημειώσει ότι ο ίδιος: (α) αναγνωρίζει ότι υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 4) επί του οποίου δεν αμφισβητείται ο σκοπός και η σημασία του (πρακτικά δικαστηρίου ημερ.20.01.22, σελίδα 23, γραμμές 27-30), (β) αναγνωρίζει τη συνομολόγηση, ύπαρξη και υπογραφή της σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 8) εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων με ελεύθερη βούληση τους και στην παρουσία δύο μαρτύρων (πρακτικά δικαστηρίου ημερ.20.01.22, σελίδα 25, γραμμές 10-13, πρακτικά δικαστηρίου ημερ.21.01.22, σελίδα 1, γραμμές 28-30). Από εκεί και πέρα η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κυμαίνεται σε τέσσερα επίπεδα. Η πρώτη πτυχή της μαρτυρίας του περιλαμβάνει αναφορές που παραπέμπουν σε γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Την ίδια στιγμή επιβεβαιώνονται και από πραγματική μαρτυρία. Χωρίς αμφιβολία τις αποδέχομαι. Ήδη αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά επισημαίνω ότι τέτοιες αναφορές είναι η επαγγελματική του σχέση με τον ΜΕ2, η αγορά του επιδίκου διαμερίσματος και η κατάθεση του συμφωνητικού εγγράφου αγοράς στο κτηματολόγιο, η έγκριση της αίτησης για χορήγηση δανείου σε ελβετικό φράγκο από την Εναγόμενη για σκοπούς πληρωμής μέρος του τιμήματος αγοράς του ακινήτου, η ετοιμασία πληρεξουσίου εγγράφου, η σύναψη της σύμβασης δανείου, η σύναψη συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων, η γνωστοποίηση διαμαρτυρίας και παραπόνων για τη διακύμανση του επιτοκίου στην Εναγόμενη μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και η ηλεκτρονική αλληλογραφία των διαδίκων στις προσπάθειες τους για επίλυση των διαφορών και διαφωνιών τους. Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 περιέχει προσωπικές γνώμες και υποκειμενικά συμπεράσματα και όχι γεγονότα όπως έπρεπε ως μάρτυρας γεγονότων που είναι. Το ότι η Εναγόμενη παράνομα προσπορίστηκε όφελος, ότι η Εναγόμενη έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος των Εναγόντων, ότι η σύμβαση δανείου περιέχει άδικους όρους, ασαφείς και παραπλανητικές ρήτρες, το ότι η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και ότι εφάρμοσε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές είναι μερικές τέτοιες υποκειμενικές τοποθετήσεις που δεν έχουν αξία. Ουδεμία βαρύτητα αποδίδω σ' αυτές. Ο τρίτος άξονας της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 ασχολείται με εξειδικευμένα ζητήματα που έκδηλα δεν εμπίπτουν στον τομέα γνώσης του. Ουσιαστικά επαναλαμβάνει οικονομικά ευρήματα και συμπεράσματα των εμπειρογνωμόνων στους οποίους έδωσε οδηγίες και ετοίμασαν σχετική έκθεση αλλά και ειδικών που τελικά η επιστημονική τους μαρτυρία δεν έχει προωθηθεί. Στην περίπτωση των εμπειρογνωμόνων που προσήλθαν στο Δικαστήριο, οι αναφορές του Ενάγοντας συνιστούν εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία μπορεί να μην αποκλείεται εκ προοιμίου ως τέτοια που είναι (άρθρο 24 Κεφ.9), αλλά με βάση τις παραμέτρους αξιολόγησης της (άρθρο 27 Κεφ.9) εφόσον παρέχεται η ευκαιρία στο Δικαστήριο να εκτιμήσει τις αρχικές δηλώσεις στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας των εν λόγω εμπειρογνωμόνων κάτω από την οποίαν εντάσσεται, οι εν λόγω αναφορές του Ενάγοντα 1 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ως εκ τούτου, ουδεμία βαρύτητα αποδίδεται στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα
  4. Για την περίπτωση των ειδικών που δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η μαρτυρία του στερείται επιστημονικού υποβάθρου. Εδώ ο μάρτυρας μετέφερε στη δικαστική αίθουσα αποσπάσματα εξειδικευμένης μαρτυρίας άλλου ατόμου, τα οποία εκλαμβάνει ως αληθή και αξιόπιστα, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να τα εξηγήσει στο Δικαστήριο. Με γνώμονα την περί του αντιθέτου εκδοχή της Εναγομένης, ο ειδικός μπορούσε να είχε κληθεί από την πλευρά των Εναγόντων για να δώσει ένορκη μαρτυρία και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης. Ωστόσο η πλευρά των Εναγόντων παρέλειψε να το πράξει χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Η μη προσαγωγή του πιο πάνω προσώπου ως μάρτυρα και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την πλευρά της Εναγομένης τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που οι Ενάγοντες προώθησαν μέσα από το περιεχόμενο της εξ' ακοής μαρτυρίας. Αν βέβαια ήθελε αποδειχτεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για την πλευρά των Εναγόντων να παρουσιάσει το πιο πάνω άτομο ως μάρτυρα υπεράσπισης εξίσου ανέφικτο και το ίδιο μη εύλογο θα ήταν για την πλευρά της Εναγομένης να τον κλητεύσει για αντεξέταση δυνάμει του δικαιώματος που παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κεφ.9 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Συνεπώς ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στη μαρτυρία αυτή. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το σχετιζόμενο με το πιο πάνω θέμα Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση καθώς και όποια μαρτυρία προέκυψε μέσα από ερωτήσεις επί του περιεχομένου του αγνοείται. Από τη στιγμή που το εν λόγω έγγραφο δεν μετατράπηκε σε κανονικό τεκμήριο για να αξιολογηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το περιεχόμενο του καθώς και όλη η μαρτυρία που δόθηκε επ' αυτού αγνοείται παντελώς από το Δικαστήριο καθότι η όποια μαρτυρία καταγράφηκε σε σχέση με αυτό παρέμεινε ανενεργή (Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ο τέρατος πυλώνας της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 παραπέμπει σε αναφορές που ο ίδιος επικαλείται ως γεγονότα. Με κάθε σεβασμό πρόκειται για τοποθετήσεις που με κάθε σεβασμό φέρουν στοιχεία ακρότητας και υπερβολής. Απέχουν από την πραγματικότητα και στερούνται λογικής. Είναι αναφορές που όχι μόνο παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας αλλά είναι εκτεθειμένες από μαρτυρικό που τέθηκε ενώπιον μου. Ο Ενάγοντας 1 τις προέβαλε με ευκολία επειδή ακριβώς βολεύει την προσπάθεια του να απαλλάξει τον εαυτό του από οποιαδήποτε ευθύνη για τη δύσκολη κατάσταση στην οποίαν ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο του περιήλθε. Αυτά είναι δεδομένα που εκμηδενίζουν την πειστική αξία των αναφορών αυτών του μάρτυρα με αποτέλεσμα να μην τους αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω ενδεικτικά αναφέρω τα εξής: Ο μάρτυρας ανάφερε ότι από το έτος 2008 παραπονέθηκε στην Εναγόμενη επιθυμώντας να γίνει διαφοροποίηση του δανείου. Δεν είναι ακριβής αυτή η τοποθέτηση του. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό παρατηρώ ότι η πρώτη φορά που οι Ενάγοντες φαίνεται να αποτάθηκαν στην Εναγόμενη για να εξερευνήσουν την δυνατότητα νέου σχεδίου δανειοδότησης είναι το έτος
  1. Παραπέμπω στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 04.02.10 του Ενάγοντα 1 στην Εναγόμενη, το περιεχόμενο του οποίου ομιλεί από μόνο του (μέρος δέσμης Τεκμηρίου 11). Αργότερα τα έτη 2011 και 2013 όταν ο Ενάγοντας 1 επανήλθε με εντονότερα παράπονα για τη διακύμανση του επιτοκίου, ο ίδιος υπέβαλε συγκεκριμένη εισήγηση διαφοροποίησης του δανείου. Παραπέμπω σε ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ Ενάγοντος 1 και Εναγομένης που συνθέτουν τα Τεκμήρια 13 και
  2. Επομένως από τις 13.12.07 που κατέστη οφειλόμενη η πρώτη δόση μέχρι τις αρχές του έτους 2010, οι Ενάγοντες πλήρωναν τις δόσεις χωρίς να έχουν οποιοδήποτε παράπονο ή να προβούν σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Περαιτέρω ο Ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη τον συμβούλευσε να εξασφαλίσει δάνειο σε ελβετικά φράγκα στη βάση δηλώσεων, διαβεβαιώσεων και παραστάσεων από μέρους της που επικαλείται στην §6 της γραπτής του δήλωσης, τα οποία επηρέασαν την κρίση του. Αν τις μελετήσει κάποιος εύκολα θα αντιληφθεί ότι πρόκειται για γενικές και αόριστες τοποθετήσεις που όπως είναι διατυπωμένες στερούνται λογικής. Η απουσία συγκεκριμένων και ουσιωδών λεπτομερειών δεν επιτρέπει την διεξαγωγή λογικής συζήτησης. Ακόμη όμως και αν γίνει αποδεκτό ότι ειπώθηκαν οι επικαλούμενες δηλώσεις, ο Ενάγοντας γιατί δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει τις διευκρινίσεις ή να τα θέσει ερωτήματα και τις παρατηρήσεις που έθεσε εκ των υστέρων ώστε μαζί με τη σύζυγο του να ήταν σε θέση να διαμορφώσουν μια ασφαλέστερη άποψη προτού καταλήξουν σε απόφαση. Είναι άξιο απορίας γιατί δεν ζήτησαν συμβουλή από το δικηγόρο τους που είχαν διορίσει, ο οποίος είχε εξειδίκευση στο τραπεζικό δίκαιο και μεγάλη επαγγελματική εμπειρία στην αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων με άλλους πελάτες. Ως μορφωμένος που είναι με υψηλό δείχτη νοημοσύνης, δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί δεν αποτάθηκε σε εμπειρογνώμονα για συμβουλή, όπως έπραξε εκ των υστέρων. Σε κάθε περίπτωση η έννοια και σημασία του όρου 18, το περιεχόμενο του οποίου ο μάρτυρας αποδέχτηκε με την υπογραφή του στη σύμβαση δανείου, καταρρίπτει την εν λόγω θέση του. Ο Ενάγοντας 1 ακόμη είπε ότι δεν είχε ενημερωθεί για τους κινδύνους που υπήρχαν από το δάνειο σε ξένο νόμισμα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι όροι 7 και 18 της σύμβασης δανείου αφήνουν εκτεθειμένο τον μάρτυρα. Λόγω των πιο πάνω όρων είναι επίσης εκτεθειμένος ο ισχυρισμός του Ενάγοντα 1 ότι η Εναγόμενη δεν του είχε εξηγήσει πως λειτουργούσε το επιτόκιο με τη διακύμανση. Πέραν αυτού όμως, διαπιστώνεται διαφοροποίηση της θέσης αυτής του Ενάγοντα 1 με την μετέπειτα αναφορά του ότι η Εναγόμενη τους είχε πει ότι το επιτόκιο θα μπορούσε να διακυμανθεί σε μικρό βαθμό. Επιπλέον ο Ενάγοντας 1 ισχυρίζεται ότι ο ΜΕ2 ενεργούσε μόνο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και όχι δικηγόρος των Εναγόντων. Η θέση αυτή βολεύει αλλά με κάθε σεβασμό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επί τους σημείου αυτού παραπέμπω στο σχολιασμό που έγινε κατά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
  3. Εν πάση περιπτώσει, είναι εντελώς αδιανόητο και εκτός της σφαίρας της λογικής να παρουσιάζεται η θέση ότι ο δικηγόρος των Εναγόντων, εν γνώσει του ότι κλήθηκε να υπογράψει έγγραφα που θα δέσμευαν τους πελάτες του, απλά τα υπέγραψε χωρίς να τα μελετήσει και χωρίς να συμβουλεύσει τους πελάτες του επειδή η Εναγόμενη ζήτησε να παρουσιαστεί ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Ομοίως καταρρίπτεται ως αβάσιμη η τοποθέτηση του Ενάγοντα 1 ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Παραπέμπω τα όσα έχω αναλύσει σε σχέση με τη συμπεριφορά που ο ΜΕ2 επέδειξε και το ρόλο που αυτός διαδραμάτισε. Συμπληρωματικά ο όρος 18 της σύμβασης δανείου με τον οποίον οι Ενάγοντες που έχουν αποδεχτεί δηλώνουν ρητά ότι είχαν την ευκαιρία να συμβουλευτούν δικηγόρο της δικής τους επιλογής καθιστά τη θέση αυτή έκδηλα αναληθή. Περαιτέρω ο Ενάγοντας 1 ανάφερε ότι η σύμβαση δανείου και η συμφωνία εκχώρησης ετοιμάστηκαν από την Εναγόμενη και δεν αποστάληκαν είτε στους Ενάγοντες είτε στο δικηγόρο τους πριν την υπογραφή τους. Δεν έχει έρεισμα ούτε η θέση αυτή. Ισχύουν τα όσα έχω σχολιάσει για το θέμα αυτό κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ2, στα οποία και παραπέμπω χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω. Αν θεωρηθεί ότι η θέση του μάρτυρα είναι ορθή, τότε εύλογα κάποιος διερωτάται γιατί στη συνάντηση που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι παροτρύνθηκε μαζί με τη σύζυγο του από την Εναγόμενη οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν να τους δοθεί για να διαβάσουν ένα πρότυπο / μια προγενέστερη σύμβαση δανείου ελβετικού φράγκου. Επιπροσθέτως ο Ενάγοντας 1 προέβαλε τη θέση ότι επιθυμεί η Εναγόμενη να αφαιρέσει τα υψηλά επιτόκια που ήταν υψηλότερα από αυτά που σημειώνονται στην επίμαχη σύμβαση δανείου (πρακτικά δικαστηρίου ημερ. 20.01.22, σελίδα 23, γραμμές 3-4). Με κάθε σεβασμό στον μάρτυρα αυτό είναι ένα δείγμα ακραίας θέσης με δόση υπερβολής. Είναι γνωστό στον μάρτυρα ότι το συγκεκριμένο είδος σχεδίου δανείου που του χορηγήθηκε προνοούσε επιτόκιο κυμαινόμενης μορφής. Παραπέμπω στον όρο 7 του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου. Αυτό σημαίνει ότι το ύψος του επιτοκίου που καταγράφεται στην επίδικη σύμβαση δανείου δεν παραμένει σταθερό καθ' όλη τη διάρκειας που ισχύει αλλά υπόκειται σε διακυμάνσεις. Συνοψίζοντας μπορεί να λεχθεί ότι αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα 1 (ΜΕ1) περιλαμβανομένου της Ένδειξης 'Α' που αποτελεί μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω (Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Για σκοπούς ολοκληρωμένης αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου από τον Ενάγοντα 1, αποδέχομαι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1-22 ως γεγονότα που έχουν συμβεί. Η νομική σημασία τους, εάν και εφόσον υπάρχει, αναλύεται και σχολιάζεται. Ο ΜΥ1 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Πρόκειται για έμπειρο λειτουργό της Εναγομένης που βρίσκεται στην υπηρεσία της από το έτος
  1. Η μεγάλη επαγγελματική του εμπειρία στην υπηρεσία της Εναγομένης, το ύψος της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί, του παρέχει την ευχέρεια να γνωρίζει την πρακτική που η Εναγόμενη εφαρμόζει σε περιπτώσεις, όπως την παρούσα υπόθεση. Η δυνατότητα του να έχει πρόσβαση σε υπηρεσιακούς φακέλους δανειοδότησης καθώς και στο ηλεκτρονικό αρχείο της Εναγομένης, του έδωσε την ευκαιρία να ενημερωθεί για τα περιστατικά που περιβάλλουν την δανειοδότηση των Εναγόντων. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο και εξιστόρησε μόνο αυτά που βρίσκονταν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Από την αρχή ξεκαθάρισε ότι δεν εμπλέκεται στη διαδικασία δανειοδότησης των Εναγόντων. Ούτε ήταν παρών κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης δανείου. Ούτε γνωρίζει τι λέχθηκε και τι δεν λέχθηκε στους Ενάγοντες σχετικά με τη δανειοδότηση τους σε ελβετικό φράγκο. Για όσα ανάφερε αποκάλυψε την πηγή γνώσης του χωρίς περιστροφές. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελείται από γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Ενδεικτικά τέτοιες αναφορές του είναι: (α) το δάνειο σε ελβετικό φράγκο παραχωρήθηκε δυνάμει σύμβασης ημερ. 02.11.07 που περιέχει συγκεκριμένους όρους (Τεκμήριο 8), (β) η επίδικη σύμβαση δανείου και η συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων υπογράφηκαν από τον δικηγόρο Ιωάννη Παπαζαχαρία που διορίστηκε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων δυνάμει υπογραμμένου πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 06.07.07, (γ) ο λογαριασμός δανείου των Εναγόντων δεν παρουσίαζε καθυστερήσεις ή προβλήματα αλλά από την αρχή της λειτουργίας του ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι εξυπηρετούμενο με τις μηνιαίες δόσεις να πληρώνονται έγκαιρα και ανελλιπώς από τους Ενάγοντες. Τεκμηριωμένες και ταυτόχρονα πειστικές κρίνονται οι εξηγήσεις που ο μάρτυρας έδωσε σχετικά με τις καταχωρήσεις και πράξεις που έγιναν και αφορούν τον επίμαχο λογαριασμό δανείου των Εναγόντων και ειδικότερα αν αποτελούν μέρος διεξαγωγής των τραπεζικών εργασιών της Εναγομένης αδιάλειπτα και συστηματικά ως τραπεζικός οργανισμός που είναι, πως αποθηκεύονταν στο αρχείο της, το αποτέλεσμα της σύγκρισης των καταχωρημένων πληροφοριών και πράξεων στο ηλεκτρονικό αρχείο με το περιεχόμενο του εκτυπωμένου επίδικου λογαριασμού αλλά και με το περιεχόμενο των καταστάσεων του εν λόγω λογαριασμού που αποστάληκαν στους Ενάγοντες. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για καταχωρίσεις τραπεζικού βιβλίου στην έννοια του άρθρου 22 του Κεφ.9, για τις οποίες τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 της ίδιας νομοθεσίας με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Εναγομένης χωρίς οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση του περιεχομένου τους, τα οποία από την αρχή μέχρι σήμερα βρίσκονται εντός των κτιριακών εγκαταστάσεων της Εναγομένης υπό τον έλεγχο αρμοδίων λειτουργών της δίχως οποιασδήποτε μορφής παρέμβασης. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι μέσα από την αντεξέταση του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα υπολογισμού αυτών των χρεώσεων, πιστώσεων, καταχωρήσεων και πράξεων που περιέχονται στις καταστάσεις λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού (Τεκμήρια 21, 22 και 31). Αυτό βέβαια που αμφισβητείται και εξετάζεται στη συνέχεια είναι η νομιμότητα χρεώσεων σε σχέση με τη συναλλαγματική ισοτιμία, με τη μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου και με τη χρήση διαιρέτη 360 ημέρες για τον υπολογισμό τόκου. Αποδεκτές είναι και οι αναφορές του εν λόγω μάρτυρα, οι οποίες επιβεβαιώνονται από πραγματική μαρτυρία αλλά και αυτές που προκύπτουν μέσα από την μακρόχρονη του επαγγελματική υπηρεσία στην Εναγόμενη. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η περιγραφή της πρακτικής και κατ' επέκτασης της διαδικασίας που η Εναγόμενη εφάρμοζε στις περιπτώσεις χορήγησης δανείου σε ξένο νόμισμα. Συγκεκριμένα δέχομαι ότι όταν ένας πελάτης ερχόταν να ενημερωθεί για τα σχέδια δανειοδότησης που είχε η Εναγόμενη απλά του τα απαριθμούσε χωρίς να εισηγείται ή να τον κατευθύνει ή να τον παροτρύνει. Ακολούθως του εξηγούσε του συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους. Υπήρξαν και περιπτώσεις όπου δόθηκαν παραδείγματα για να γίνουν αντιληπτοί. Εφόσον ο πελάτης επιθυμούσε να προχωρήσει και αποφάσιζε κάτι τέτοιο ανεπηρέαστα και από μόνος του, υπέβαλλε αίτηση η οποία τύγχανε αξιολόγησης. Εάν η αίτηση εγκρινόταν ετοιμάζονταν τα συμφωνητικά έγγραφα. Ο πελάτης ή ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του καλούνταν στα γραφεία της Εναγόμενης όπου τους δίδονταν τα έγγραφα. Ο πελάτης είχε χρόνο να μελετήσει το περιεχόμενο τους και την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο για να αντιληφθεί τους όρους. Το ότι αποδέχομαι την πρακτική της Εναγομένης δεν σημαίνει ότι αποδέχομαι ότι αυτή ακολουθήθηκε στην περίπτωση των Εναγόντων. Ο ΜΥ1 δεν αναμίχτηκε καθόλου προσωπικά στη διαδικασία δανειοδότησης των Εναγόντων. Ωστόσο εύστοχα παρέπεμψε στην §18 του Τεκμηρίου 8 (σύμβασης δανείου) όπου βάση του περιεχομένου της σημειώνεται ρητά ότι οι Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν και να κατανοήσουν του όρους και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους που υπέγραψε το Τεκμήριο 8 είναι δικηγόρος, φαίνεται ότι και εδώ η ίδια πρακτική τηρήθηκε. Είναι ακόμη ορθή η επισήμανση του μάρτυρα ότι οι Ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ή ζήτησαν διευκρινίσεις είτε πριν είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης δανείου παρόλο ότι είχαν δικηγόρο και παρόλο ότι τα έγγραφα ήταν συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα που αν δεν θεωρείται πλέον, λόγω της μακροχρόνιας διαμονής τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, η μητρική τους γλώσσα, την αντιλαμβάνονται πολύ καλά. Ούτε παραπονέθηκαν πριν ή κατά την εκταμίευση του ποσού του δανείου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε προς όφελος τους, Εύστοχη θεωρείται και η παρατήρηση του μάρτυρα ότι αν οι Ενάγοντες δεν παραλάμβαναν τις καταστάσεις λογαριασμού δανείου που τους αποστέλλονταν μέσω της απλής οδού του ταχυδρομείου, θα αποτελούσε αντικείμενο παραπόνου μέσα από την ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχαν με την Εναγόμενη. Πράγματι κάτι τέτοιο δεν εγείρεται μέσα από τα Τεκμήρια 11-
  2. Επομένως δεν έχω λόγο να μην αποδεχτώ την τοποθέτηση του εν λόγω μάρτυρα στο θέμα αυτό. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες πλήττουν την αξιοπιστία της, ως αποτέλεσμα των οποίων θα είχε μοιραίο αντίκτυπο στην πειστικότητα της. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1, περιλαμβανομένων της Ένδειξης 'Δ' και των Τεκμηρίων 30, 31 και 32 που αποτελούν μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί, ως αληθή και αξιόπιστη και ότι το περιεχόμενο της εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Ο ΜΥ2, ο οποίος κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν λειτουργός της Εναγομένης στο τμήμα στεγαστικών δανείων, δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός και ουσιαστικός. Οι δε αναφορές του σαφείς και απαντούσαν ευθέως στα ερωτήματα που του υποβάλλονταν. Τοποθετήθηκε μόνο για θέματα που ενέπιπταν στο πεδίο γνώσης και αντίληψης του. Δείγμα της ειλικρίνειας του μάρτυρα αποτελεί το γεγονός ότι εάν δεν γνώριζε για κάτι που ερωτάτο το έλεγε ευθαρσώς δίδοντας το λόγο που δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Απέφυγε να προβεί σε εικασίες ή σε θεωρητικές αναφορές. Ολόκληρη σχεδόν η μαρτυρία του παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση. Χωρίς να υπάρχουν ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος, αποδέχομαι τη μαρτυρία του, περιλαμβανομένου της Ένδειξης 'Ε' που αποτελεί μέρος της, ως αληθής και αξιόπιστη (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Η μαρτυρία του ΜΥ2 είναι μικρής έκτασης αφού η εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση περιορίζεται σε επικοινωνία που είχε με τον δικηγόρο Παπαζαχαρία, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόντων, όταν τον πληροφόρησε ότι τα συμφωνητικά έγγραφα (σύμβαση δανείου και συμφωνία εκχώρησης) ήταν έτοιμα για υπογραφή και στην παρουσία του κατά την υπογραφή τους από τα συμβαλλόμενα μέρη. Ένας από αυτούς που έθεσε την υπογραφή του στην παρουσία του ΜΥ2 ήταν ο Παπαζαχαρίας, εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων. Οι αναφορές αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Εναγόντων και πλέον ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα που είναι αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως λειτουργός χορηγήσεων στο τμήμα στεγαστικών δανείων της Εναγομένης για περίοδο 7 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, με καθήκοντα και αρμοδιότητες αυτά που ανάφερε, θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι κατάλληλος για να διατυπώσει με ασφάλεια την πρακτική της Εναγομένης στη διαδικασία χορήγησης δανείου σε ξένο νόμισμα, πράγμα που υπέδειξε με βεβαιότητα. Την αποδέχομαι ως την πρακτική που ακολουθείτο από μέρους της Εναγομένης σε περιπτώσεις χορήγησης δανείων, περιλαμβανομένων τύπων δανείων σε ξένο νόμισμα όπως την παρούσα. Μέσα από την περιγραφή της καθίσταται αντιληπτό ότι παρεχόταν η δυνατότητα εκπροσώπησης των πελατών από δικηγόρο και διδόταν χρόνος για μελέτη των εγγράφων που έχρηζαν υπογραφής. Επίσης καταστήθηκε σαφές ότι η Εναγόμενη δεν συμβουλεύει, ούτε παροτρύνει και ούτε κατευθύνει πελάτες της ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους τους για την επιλογή του είδους ξένου νομίσματος δανειοδότησης. Ο μάρτυρας προς πίστη του ξεκαθάρισε ότι επειδή δεν είχε προσωπική ανάμιξη στη διαδικασία χορήγησης δανείου στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι όντως η πιο πάνω τακτική της Εναγομένης είχε εφαρμοστεί και εδώ. Ωστόσο αυτό που στην παρούσα περίπτωση έχει λεχθεί από το μάρτυρα και όχι μόνο δεν αντικρούστηκε με άλλη μαρτυρία αλλά ούτε καν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων είναι η αναφορά του ότι όταν παραδόθηκαν τα συμφωνητικά έγγραφα στον Παπαζαχαρία του δόθηκε η ευκαιρία και ο χρόνος να τα μελετήσει προτού τα υπογράψει, πράγμα που φαίνεται ότι έπραξε. Από τη μαρτυρία του ΜΥ2 προκύπτει ότι ο Παπαζαχαρίας ήταν εξοικειωμένος με τους επίμαχους όρους του συγκεκριμένου είδους δανείου στη βάση των οποίων θα χορηγείτο στους Ενάγοντες. Είχε τη νομική αντίληψη της σημασίας τους ως δικηγόρος που ήταν και συνεχίζει να είναι με αρκετή επαγγελματική εμπειρία σε τέτοιους είδους περιπτώσεις όπως την παρούσα. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του μάρτυρα ότι ο Παπαζαχαρίας υπό την ιδιότητα του δικηγόρου συχνά και επανειλημμένως επισκέφτηκε τα γραφεία της Εναγομένης εκπροσωπώντας πελάτες όπου και υπέγραψε συμβάσεις δανείου με το ίδιο περιεχόμενο όπως την επίδικη. Εξίσου σημαντική είναι η αναφορά του μάρτυρα που επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Παπαζαχαρίας είχε την ευκαιρία να μελετήσει τα συμφωνητικά έγγραφα που ο μάρτυρας του είχε δώσει και αφού το έπραξε τα υπέγραψε. Προέβηκε στην υπογραφή τους χωρίς να διαμαρτυρηθεί, χωρίς να παραπονεθεί, δίχως να ερωτήσει οτιδήποτε και δίχως να ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση επί του περιεχομένου τους. Ούτε ζήτησε χρόνο να διαβουλευτεί ή να συζητήσει με τους Ενάγοντες, αλλά προχώρησε στην υπογραφή τους. Να σημειωθεί ότι ο Παπαζαχαρίας (ΜΕ2) στην μαρτυρία του αναφέρει ότι όταν ειδοποιήθηκε να προσέλθει στα γραφεία της Εναγομένης σχετικά με τα έγγραφα μετέβηκε και τα υπέγραψε χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια. Η μαρτυρία της ΜΥ3, μίας άλλης λειτουργού στο τμήμα στεγαστικών δανείων της Εναγομένης, δύναται να διαχωριστεί σε δύο ανεξάρτητα μέρη, τα οποία τυγχάνουν διαφορετικής προσέγγισης. Η πρώτη πτυχή της μαρτυρίας της συγκεκριμένης μάρτυρος παραπέμπει σε αναφορές οι οποίες συνιστούν γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων καθώς επίσης επιβεβαιώνονται από πραγματική μαρτυρία. Χωρίς αμφιβολία τις αποδέχομαι και ήδη αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου. Πρόκειται για τις πιο κάτω αναφορές: (α) Οι Ενάγοντες διόρισαν τον δικηγόρο Παπαζαχαρία για την υλοποίηση της δανειοδότησης τους δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 06.07.07. (β) Οι Ενάγοντες συμμορφώνονταν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να συμμορφώνονται ανελλιπώς με την καταβολή των μηνιαίων δόσεων τους σύμφωνα με τους όρους της επίδικης δανειακής σύμβασης. (γ) Η εν λόγω μάρτυρας έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο της Εναγομένης και συμμετείχε στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που υπήρξε με τους Ενάγοντες (Τεκμήρια 11-19). Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρος περιέχει υποθετικές τοποθετήσεις και προσωπικές σκέψεις που εμπίπτουν στη σφαίρα της θεωρίας. Πρόκειται για υποκειμενικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις που όχι δεν επαληθεύονται αλλά ούτε η ίδια η μάρτυρας είναι σίγουρη αν όντως έχουν συμβεί αλλά πιστεύει ότι ισχύουν στη βάση της λογικής. Συνεπώς αναφορές ότι η ίδια θεωρεί πως επειδή οι Ενάγοντες αποφάσισαν να προχωρήσουν με το συγκεκριμένο δάνειο σημαίνει ότι τους έχει επεξηγηθεί πως λειτουργεί χωρίς να γνωρίζει ποιος συγκεκριμένα τους το έχει επεξηγήσει, ότι θεωρεί πως λογικά πρέπει να έγινε ενημέρωση με βάση την εγκύκλιο επιστολής της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 20) και εφόσον μόνοι τους αποφάσισαν να αποδεχτούν χορήγηση δανείου σε ελβετικό φράγκο σίγουρα θα είχαν ενημερωθεί για τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ότι πρεσβεύουν κατάσταση πραγματικών γεγονότων. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΥ3, περιλαμβανομένου της Ένδειξης 'Στ' που αποτελεί μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω. Ολοκληρώνω με την αξιολόγηση των δύο μαρτύρων που κλήθηκαν από την πλευρά των Εναγόντων και αμφότεροι κατάθεσαν ενόρκως υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Ο ΜΕ3 ήταν ο πρώτος που προσήλθε στο Δικαστήριο και έδωσε μαρτυρία κάτω από τον μανδύα του εμπειρογνώμονα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη του εν λόγω μάρτυρα δεν αμφισβητείται. Εν πάση περιπτώσει, είναι πτυχιούχος στον χρηματοοικονομικό τομέα και διαθέτει επαγγελματική εμπειρία στα τραπεζικά θέματα 21 χρόνια εργαζόμενος τόσο σε τραπεζικό οργανισμό χειριζόμενος ζητήματα δανείων (ανάλυση δανείων, υπεύθυνος χορηγήσεων και λειτουργός καθυστερήσεων) όσο και σε ιδιωτική επιχείρηση που παρέχει συμβουλές σε αναδιαρθρώσεις δανείων, μελέτη και ετοιμασία αναδομημένων τραπεζικών λογαριασμών και υπολογισμό τυχόν υπερχρεώσεων που περιέχονται σ' αυτούς. Τα ακαδημαϊκά του προσόντα σε συνδυασμό με την πολυετή εμπειρία που διαθέτει στον χρηματοοικονομικό κλάδο και στα τραπεζικά θέματα του επιτρέπει να καταθέσει μαρτυρία για τα εξειδικευμένα ζητήματα που κλήθηκε να μαρτυρήσει υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα (Σιακόλα v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110), Yaacoub v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 72/13 ημερ. 19.03.14, Ακρίδας v. Eman (Buses) Ltd και άλλων
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 355). Τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα του εν λόγω μάρτυρα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί κατά την καταγραφή της προσαχθείσας μαρτυρίας και συνοπτικά επαναδιατυπώθηκαν αμέσως πιο πάνω είναι τέτοια που του επιτρέπουν να συμμετέχει στην ετοιμασία έκθεσης (Τεκμήριο 27) χρηματοοικονομικής φύσεως πραγματευόμενος με ζητήματα που αφορούσαν τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, την συναλλαγματική ισοτιμία, το επιτόκιο και τη χρέωση τόκων στο επίδικο δάνειο, ως ήταν οι οδηγίες που έλαβε από τους Ενάγοντες. Ο ίδιος δε εξήγησε ποια έγγραφα έλαβε υπόψη του για να προβεί στη δική του έρευνα και να ετοιμάσει την έκθεση που κατατέθηκε (§3 Ένδειξη 'Γ'). Η μαρτυρία της εμπειρογνωμοσύνης του ΜΕ3 επί των εξειδικευμένων θεμάτων με τα οποία του ζητήθηκε να ασχοληθεί εστιάζεται σε υπολογισμό ζημιών που κατά τη γνώμη του υπέστηκαν οι Ενάγοντες από την εσφαλμένη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, από την μονομερή μεταβολή του επιτοκίου και από τη χρησιμοποίηση διαιρέτη για τον υπολογισμό τόκου 360 ημερών. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τη συναλλαγματική ισοτιμία. Η θέση του μάρτυρα είναι ότι δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται η συναλλαγματική ισοτιμία της συγκεκριμένης ημέρας όπου έγινε η κάθε πίστωση αλλά να χρησιμοποιηθεί η αρχική συναλλαγματική ισοτιμία που ήταν 1,
  1. Με κάθε σεβασμό η τοποθέτηση του αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η συναλλαγματική ισοτιμία είναι παράμετρος που μεταβάλλεται καθημερινά, γεγονός που ασπάζεται και ο εν λόγω μάρτυρας. Η καθημερινή διακύμανση της συναλλαγματικής σχέσης μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου φαίνεται μέσα από το Τεκμήριο 28 που είναι απόσπασμα από την ιστοσελίδα της Oanda. Ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου που να θέτει υπό αμφιβολία το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Ως εκ τούτου, δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την ορθότητα των αποτυπωμένων πληροφοριών στο συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο και αποδέχομαι ως ορθό και αξιόπιστο. Με βάση την συγκεντρωτική κατάσταση κινήσεως του λογαριασμού δανείου για την περίοδο από 13.11.07 μέχρι 07.01.22 (Τεκμήριο 22), το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε ολόκληρο στις 09.11.
  2. Το ότι το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε ολόκληρο αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Από το Τεκμήριο 28 διαπιστώνεται ότι η συναλλαγματική ισοτιμία της μετατροπής ευρώ σε ελβετικό φράγκο στις 09.11.07 ήταν 1,
  3. Ωστόσο το επίμαχο δάνειο που χορηγήθηκε σε ελβετικά φράγκα ύψους CHF335.500 ήταν κατά το χρόνο ισότιμο σε Λ.Κ.£117.
  4. Το Τεκμήριο 28 δεν καταγράφει τη συναλλαγματική ισοτιμία Λιρών Κύπρου με ελβετικό φράγκο. Επομένως η συναλλαγματική ισοτιμία 1,6511 δεν σχετίζεται με τη μετατροπή από Λίρες Κύπρου σε ελβετικό φράγκο. Εν πάση περιπτώσει, είναι φυσικό ότι η πληρωμή των δόσεων σε διαφορετικές ημερομηνίες συνδέεται με διαφορετικές συναλλαγματικές ισοτιμίες ευρώ (στην πορεία το νέο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) με ελβετικό φράγκο που ίσχυαν κατά το χρόνο της εκάστοτε καταβολής. Οι πληρωμές των δόσεων του δανείου αλλά και οι πληρωμές των συμβατικών δόσεων του τιμήματος της αγοράς του διαμερίσματος (σύμφωνα με τον όρο 3 της σύμβασης αγοράς του διαμερίσματος - μέρος του Τεκμηρίου 6) προφανώς πραγματοποιούνταν σε νόμισμα του ευρώ με αποτέλεσμα κάθε φορά να χρειάζεται συναλλαγματική ισοτιμία για τη μετατροπή από ελβετικά φράγκα που ήταν το ποσό του δανείου σε ευρώ που ήταν η πληρωτέα δόση. Με βάση τη σύμβαση δανείου ο κίνδυνος που μπορούσε να προέκυπτε από τη μετατροπή της συναλλαγματικής ισοτιμίας κάθε φορά που απαιτείτο καθώς και τα έξοδα που θα δημιουργούνταν, βαραίνουν αποκλειστικά τους Ενάγοντες. Ο όρος 7 της σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 8) καθιστά σαφές ότι οποιαδήποτε οικονομική ζημιά προκύψει θα απορροφηθεί από τους Ενάγοντες, οι οποίοι παράλληλα αναλαμβάνουν να αποζημιώσουν την Εναγόμενη αν αυτή υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από τέτοιο ενδεχόμενο. Συνεπώς η ενέργεια της Εναγομένης να μην χρησιμοποιεί την αρχική συναλλαγματική ισοτιμία συνάδει με τους όρους του Τεκμηρίου
  5. Εφόσον σημειώνεται μεταβολή στη σχέση των ειδών νομίσματος είναι απόλυτα θεμιτό και νομικά επιτρεπτό να ασκηθεί το συμβατικό δικαίωμα της χρήσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση της εκάστοτε πληρωμής. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η αναφορά του μάρτυρα ότι επειδή δεν αποδείχτηκε ότι η Εναγόμενη είχε ενημερώσει τους Ενάγοντες για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο με βάση την εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 11.10.08 (Τεκμήριο 20), θα έπρεπε να χρησιμοποιείται σταθερά η αρχική συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ-ελβετικού φράγκου 1,6511 για όλες τις πιστώσεις που είχαν γίνει. Κατ' αρχάς ο μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά τη συνάντηση των Εναγόντων με λειτουργούς της Εναγομένης για να γνωρίζει αν όντως εξηγήθηκαν οι επικαλούμενοι κίνδυνοι. Σε σχέση με το θέμα αυτό, η θέση αυτή έχει προβληθεί και από τον Ενάγοντα
  6. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και δεν χρειάζεται να τους επαναλάβω, η θέση αυτή δεν έγινε αποδεκτή. Κατά συνέπεια, δεν αποδέχομαι τη θέση αυτή του μάρτυρα. Η δεύτερη κατηγορία περί ζημιών στην οποίαν κάνει αναφορά ο ΜΕ3 προέρχεται, κατά την άποψη του, από τη μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου, την οποίαν υπολόγισε σε CHF88.974,
  7. Υπενθυμίζω ότι το είδος του δανείου που χορηγήθηκε στους Ενάγοντες είναι κυμαινόμενης μορφής. Κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης το ποσό του δανείου επιβαρυνόταν με επιτόκιο 1 μηνός Libor πλέον πρόσθετο επιτόκιο/περιθώριο κέρδους 1,75%. Το libor είναι το επιτόκιο αναφοράς που χρησιμοποιούν οι τράπεζες παγκοσμίως όταν δανείζει η μία την άλλη για δάνεια (διατραπεζικό επιτόκιο). Είναι κοινό για την ίδια ημερομηνία σε όλες τις ιστοσελίδες που παρέχουν τέτοια πληροφόρηση. Το πρόσθετο επιτόκιο/περιθώριο κέρδους, όπως έχει λεχθεί από το μάρτυρα και δεν έχει αμφισβητηθεί από την Εναγόμενη, προκαθορίζεται από την κάθε τράπεζα ανά δανειολήπτη και συνήθως εξαρτάται από την εκτίμηση της τράπεζας ως προς την επικινδυνότητα του δανειολήπτη (δηλαδή την πιθανότητα να μην μπορέσει να αποπληρώσει το δάνειο) και το κόστος καταθέσεων και εργασιών. Όπως επίσης έχει λεχθεί από το μάρτυρα και δεν έχει αμφισβητηθεί από την Εναγόμενη, η μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου δεν σχετίζεται με τη διακύμανση του ενός μηνός libor. Από μια προσεκτική ανάγνωση των Τεκμηρίων 27Α & 29 επαληθεύεται η θέση του μάρτυρα ότι το επιτόκιο αναφοράς είναι το ίδιο για την ίδια ημερομηνία σε όλες τις ιστοσελίδες που παρέχουν τέτοια πληροφόρηση. Πρόκειται για την ιστοσελίδα IBORate και από την ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας της Αμερικής το υποκατάστημα Saint Louis. Έχει επεξηγηθεί από το μάρτυρα πως το ένα έγγραφο συμπληρώνει το άλλο και για ποιο λόγο. Χωρίς να έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να την καθιστά εκτεθειμένη, αποδέχομαι την εξήγηση του μάρτυρα ως λογική και ικανοποιητική. Κατ' επέκταση αποδέχομαι τα Τεκμήρια 27Α & 29 ως ορθά και αξιόπιστα. Μελετώντας με προσοχή τα εν λόγω έγγραφα και κυρίως το Τεκμήριο 29 παρατηρώ αλλεπάλληλες μειώσεις στο επιτόκιο αναφοράς με την πάροδο του χρόνου. Μάλιστα από 2.18167 που ήταν στις 09.11.07 στις 31.12.21 μειώθηκε σε -0.
  8. Ακολούθως μελετώντας το Τεκμήριο 32 που ετοιμάστηκε από τον ΜΥ1 παρατηρώ ότι σε αντίθεση με το επιτόκιο αναφοράς, το πρόσθετο επιτόκιο/περιθώριο κέρδους αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου. Έτσι από 1,75% που ήταν κατά τη σύναψη του δανείου, στις 13.12.21 αυξήθηκε σε 3,8433%. Σχετικές ειδοποιήσεις μεταβολής του ύψους του πρόσθετου επιτοκίου/περιθωρίου κέρδους αποστέλλονταν κατά καιρούς στους Ενάγοντες. Ενδεικτικά παραπέμπω στα Τεκμήρια 10 &
  9. Στα εν λόγω έγγραφα ημερ. 19.01.10 και 18.12.08 αντίστοιχα ως λόγοι αύξησης σε 3,8433% και 3,5% ετησίως αντίστοιχα, η Εναγόμενη επικαλείται τις επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που αυξάνουν τον πιστωτικό κίνδυνο και τις μεταβολές στις συνθήκες αγοράς και την παγκόσμια οικονομική κρίση που σύμφωνα με την ίδια επηρέασαν αρνητικά τη ρευστότητα του χρήματος διεθνώς. Είναι γεγονός ότι οι όροι της σύμβασης δανείου επιτρέπουν στην Εναγόμενη να προβαίνει σε αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου. Ωστόσο η άσκηση του εν λόγω συμβατικού δικαιώματος δεν είναι αυθαίρετη ή ανεξέλεγκτη αλλά πρέπει να δικαιολογείται από τις περιστάσεις που προνοούνται στη σύμβαση δανείου. Η άσκηση του εν λόγω συμβατικού δικαιώματος εξαρτάται από την έλευση οποιουδήποτε από τα συμβάντα που καθορίζονται ρητά στις πρόνοιες της τελευταίας παραγράφου του όρου 4 της σύμβασης δανείου, τα οποία δύναται να αυξήσουν την επικινδυνότητα του πελάτη. Όπως έχει ήδη λεχθεί και δεν αμφισβητήθηκε ως οικονομική αρχή, η μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου δεν σχετίζεται ευθέως με τη διακύμανση του ενός μηνός libor. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την επικινδυνότητα του δανειολήπτη (δηλαδή την πιθανότητα να μην μπορέσει να αποπληρώσει το δάνειο). Στην προκειμένη περίπτωση το επιτόκιο αναφοράς μειωνόταν συνεχώς δραματικά και παραμένει μέχρι σήμερα δραματικά μειωμένο χωρίς έτσι να σημειώνεται αύξηση του κόστους του χρήματος στην παγκόσμια οικονομία (του κόστους καταθέσεων και εργασιών). Σε ότι αφορά την επικινδυνότητα των Εναγόντων υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί, το γεγονός ότι από την αρχή μέχρι σήμερα δεν παρατηρήθηκαν και ούτε παρατηρούνται καθυστερήσεις σε πληρωμές με το δάνειο έτσι να συνεχίζει να είναι εξυπηρετούμενο και χωρίς να έχει δηλωθεί οποιαδήποτε διαφοροποίηση στην οικονομική και/ή επαγγελματική κατάσταση των Εναγόντων, δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει μεταβολή του βαθμού επικινδυνότητας και των δεδομένων αυτής ώστε να δικαιολογείται αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου. Συνεπώς αποδέχομαι τη θέση του μάρτυρα. Με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου, η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος, υπό τις περιστάσεις, δεν δικαιολογείται. Περαιτέρω εφόσον δεν έχει αποδειχτεί με αποδεκτή μαρτυρία οποιοδήποτε σφάλμα στον υπολογισμό των CHF88.974,27, δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για την ορθότητα του ύψους του. Η τρίτη κατηγορία περί ζημιών στην οποίαν αναφέρεται ο ΜΕ3 πηγάζει από την τοποθέτηση του ότι ο διαιρέτης που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του τόκου είναι 360 ημέρες αντίς 365 ημέρες για το εμπορικό έτος και 366 ημέρες για τα δίσεκτα έτη. Μάλιστα υπολογίζει τη ζημιά σε CHF901,
  10. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η σύμβαση δανείου συνάδει με την δήλωση του μάρτυρα για χρήση διαιρέτη 360 ημερών. Επ' αυτού παραπέμπω στην τρίτη παράγραφο του όρου 4(a) του Τεκμηρίου 8, το περιεχόμενο του οποίου ομιλεί από μόνο του. Ωστόσο η ρήτρα αυτή συγκρούεται τόσο με το Παράρτημα II που συνδέεται με το άρθρο 2 του περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγοράς) Νόμου του 2001 (Ν.39)Ι)/2001) μετά των συναφών τροποποιήσεων όσο και με το άρθρο 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996) μετά των συναφών τροποποιήσεων αλλά και με το άρθρο 50
(5)του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 (Ν.112(Ι)/2021) μετά των συναφών τροποποιήσεων Οι δύο πρώτες νομοθεσίες ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης δανείου ενώ η τελευταία παρόλο ότι θεσπίστηκε μεταγενέστερα πρόκειται για νομοθεσία, η οποία όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια έχει αναδρομική ισχύ που καλύπτει και την παρούσα περίπτωση. Όλες οι πιο πάνω νομοθεσίες υιοθετούν τη θέση του ΜΕ3, δηλαδή ότι ο διαιρέτης που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του τόκου είναι 365 ημέρες για το εμπορικό έτος και 366 ημέρες για τα δίσεκτα έτη και όχι σταθερά 360 ημέρες όπως το εφάρμοζε η Εναγόμενη με αντίστοιχες χρεώσεις δυνάμει σχετικού όρου στη σύμβαση δανείου. Μάλιστα οι δύο τελευταίες νομοθεσίες καθιστούν την ύπαρξη τέτοιας ρήτρα ως καταχρηστική. Μία καταχρηστική ρήτρα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε μία σύμβαση. Επομένως η θέση της Εναγομένης, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από την αντεξέταση του ΜΕ3, ότι η Εναγόμενη δικαιούται στην εφαρμογή του σχετικού όρου στο Τεκμήριο 8 δεν είναι ορθή. Κατά συνέπεια αποδέχομαι και τη θέση αυτή του μάρτυρα. Περαιτέρω εφόσον δεν έχει αποδειχτεί με αποδεκτή μαρτυρία οποιοδήποτε σφάλμα στον υπολογισμό των CHF901,68, δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για την ορθότητα του ύψους του. Ένα θέμα που αποτέλεσε αντικείμενο ερωτήσεων κατά την αντεξέταση του μάρτυρα είναι κατά πόσο η μαρτυρία του είναι γνήσια. Η πλευρά της Εναγομένης προώθησε τη θέση ότι η μαρτυρία του ΜΕ3 στερείται γνησιότητας λόγω σύγκρουσης συμφερόντων. Η πλευρά της Εναγομένης εντοπίζει σύγκρουση συμφερόντων επειδή ο εν λόγω μάρτυρας ήταν πρώην υπάλληλος της και παράλληλα πελάτης της. Με κάθε σεβασμό η θέση αυτή δεν έχει έρεισμα. Το προσωπικό δάνειο του ΜΕ3 στην Εναγόμενη δεν μπορεί να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την επαγγελματική του κρίση στα χρηματοοικονομικής φύσεως θέματα που περιλαμβάνονται στις εντολές που έλαβε από τους Ενάγοντες για να ερευνήσει. Απουσιάζει το κίνητρο αλλά και το όφελος για κάτι τέτοιο που θα επενεργούσαν εις βάρος των συμφερόντων της Εναγομένη
  1. Αξίζει να σημειωθεί ότι η θέση αυτή δεν τέθηκε στην κυρίως εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης ώστε να τοποθετηθούν από τη δική τους σκοπιά πως, ως λειτουργοί της Εναγομένης που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, έχουν βιώσει αυτόν τον ισχυρισμό, προκειμένου έτσι να διαπιστωθεί αν τα συμφέροντα της Εναγομένης έχουν πληγεί. Αν τέτοιο ζήτημα υπήρχε είμαι σίγουρος ότι ο ευπαίδευτος της Εναγομένης θα το έθετε στους μάρτυρες υπεράσπισης ή έστω οι ίδιοι θα το συμπεριλάμβαναν ως μέρος της μαρτυρίας τους. Ουδείς όμως ανάφερε οτιδήποτε σχετικό. Συνεπώς τίποτα το μεμπτό ή επιλήψιμο εντοπίζεται. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω δεδομένα, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ3, περιλαμβανομένου της Ένδειξης 'Γ' και του Τεκμηρίου 27 που αποτελούν μέρος της, ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι υπό το φως της πιο πάνω ανάλυσης η αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοιμάστηκε από τον ΜΕ3 και περιλαμβάνεται ως μέρος του Τεκμηρίου 27, με τον τρόπο που ετοιμάστηκε και όπως παρουσιάζεται, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση. Βαρύτητα αποδίδω μόνο στους υπολογισμούς που έχω ήση αναφέρει ότι αποδέχομαι. Ο ΜΕ4 ήταν ο δεύτερος μάρτυρας που κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, του οποίου η εμπειρογνωμοσύνη επίσης αμφισβητήθηκε. Ωστόσο ο εν λόγω μάρτυρας είναι πτυχιούχος στον χρηματοοικονομικό κλάδο. Επιπλέον δε διαθέτει μεταπτυχιακό στον ίδιο τομέα. Μάλιστα ορισμένα από τα μαθήματα που παρακολούθησε είχαν ειδικά ως αντικείμενο την συναλλαγματική ισοτιμία. Ακόμη είναι εγκεκριμένος σύμβουλος κεφαλαιαγοράς. Παράλληλα διαθέτει μεγάλη επαγγελματική εμπειρία στα τραπεζικά θέματα εργαζόμενος για 12 έτη σε τραπεζικό οργανισμό ασχολούμενος με στεγαστικά δάνεια, ετοιμασία συμφωνητικών εγγράφων δανείου, χειρισμό δανείων στα οποία παρατηρούνται καθυστερήσεις και περιπτώσεων δανείων που ενέπιπταν στο τμήμα οριστικών καθυστερήσεων και δικαστικών υποθέσεων. Επιπρόσθετα εργάστηκε για άλλα 6 χρόνια και συνεχίζει να εργάζεται στην ίδια ιδιωτική επιχείρηση όπου εργάζεται και ο ΜΕ3 μελετώντας και ετοιμάζοντας αναδομημένες καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών, εκθέσεις σχετικά με υπερχρεώσεις τραπεζικών δανείων, παρέχοντας συμβουλές σε αναδιαρθρώσεις δανείων και καταθέτοντας ως εμπειρογνώμονας τραπεζικών θεμάτων σε δικαστήριο. Όπως και με τον ΜΕ3 έτσι και με τον μάρτυρα αυτό τα ακαδημαϊκά του προσόντα σε συνδυασμό με την πολυετή εμπειρία που διαθέτει στον χρηματοοικονομικό κλάδο και στα τραπεζικά θέματα του επιτρέπουν να καταθέσει μαρτυρία για τα εξειδικευμένα ζητήματα που κλήθηκε να μαρτυρήσει ως εμπειρογνώμονας. Στη βάση των νομικών αρχών που διέπουν τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα παραπέμπω στις ίδιες υποθέσεις που έχω αναφέρει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ3 χωρίς να χρειάζεται να τις επαναλάβω. Η μόρφωση που απέκτησε μαζί με την εξειδικευμένη εκπαίδευση που έτυχε και σε συνδυασμό με την ποικιλόμορφη επαγγελματική εμπειρία του είναι δεδομένα που του επιτρέπουν να συμμετέχει στην ετοιμασία έκθεσης (Τεκμήριο 27) χρηματοοικονομικής φύσεως πραγματευόμενος με ζητήματα που αφορούσαν τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, την συναλλαγματική ισοτιμία, το επιτόκιο και τη χρέωση τόκων στο επίδικο δάνειο, ως ήταν οι οδηγίες που έλαβε η εταιρεία του. Το δε γεγονός ότι ο ίδιος έχει μέχρι σήμερα ετοιμάσει περισσότερες από 300 εκθέσεις, όπως το Τεκμήριο 27, ενισχύει τη θέση ότι έχει τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται επάξια σε επαγγελματικό επίπεδο στην παροχή τέτοιων επιστημονικών εγγράφων. Ο ΜΕ4 ήταν σαφής και ουσιαστικός. Οι επιστημονικές τοποθετήσεις του ήταν βοηθητικές και διαφώτισαν το Δικαστήριο. Ο ίδιος συμμετείχε στην ετοιμασία της έκθεσης ξεχωρίζοντας το δικό του ρόλο από το μέρος που έγινε από τον συνάδελφο του. Όπως είπε, ο ΜΕ3 ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση προβαίνοντας σε υπολογισμούς και βάση των αποτελεσμάτων της αυτός κατέγραψε τις επιστημονικές διαπιστώσεις του. Εξήγησε και ανέπτυξε τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του. Ανέλυσε το σκεπτικό που τον οδήγησε στα ευρήματα του. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε με εμπεριστατωμένο τρόπο δίδοντας τη δική του επιστημονική επεξήγηση. Εκείνο που προκύπτει από τη μαρτυρία του είναι ότι τα ευρήματα του αφορούν την περίοδο από 02.11.07 μέχρι 07.01.
  2. Βασικό στοιχείο στα ευρήματα του υπήρξε το libor αλλιώς ως βασικό επιτόκιο ή επιτόκιο αναφοράς. Με επίγνωση της υποχρέωσης που είχε απέναντι στο Δικαστήριο εξήγησε τη σημασία του και τη δυνατότητα χρήσης του. Οι αναφορές του ήταν λογικές και συνάμα πειστικές, τις οποίες και αποδέχομαι. Επιβεβαιώνοντας τον ΜΕ3, σημείωσε ότι το επιτόκιο αναφοράς εκδίδεται από συγκεκριμένη αρχή, την οποίαν και κατονόμασε (British Banker's Association). Με βεβαιότητα υπέδειξε ότι όλες οι επαγγελματικές ιστοσελίδες που ασχολούνται με τη συναλλαγματική ισοτιμία διαφόρων ειδών νομισμάτων αντλούν πληροφόρηση από την πιο πάνω αρχή με αποτέλεσμα να παρέχουν ουσιαστικά την ίδια ενημέρωση. Ο μάρτυρας ανάφερε ενδεικτικά τέτοιες ιστοσελίδες που είναι η www.Oanda.com και η www.iborate.com/chf-libor/ (Τεκμήρια 27Α, 28 & 29) αλλά και www.ecb.europa.eu που είναι η επίσημη ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (αναφέρεται στο Τεκμήριο 27). Η πιο πάνω εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας δικαιολογεί με πειστικότητα το λόγο που χρησιμοποιήθηκαν δύο ιστοσελίδων για τη συναλλαγματική ισοτιμία, η οποία επιβεβαιώνει την ίδια εξήγηση που έδωσε ο ΜΕ3 για το ίδιο θέμα. Ίδια προσέγγιση ισχύει και για το επιτόκιο αναφοράς. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η διαφορά που εντοπίστηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του ΜΕ4 και αφορούσε την ημερομηνία 31.12.07 όπου στο Τεκμήριο 27 το επιτόκιο αναφοράς ήταν 2,6733% ενώ στο Τεκμήριο 29 ήταν για την ίδια ημερομηνία 2,6533%. Όπως φαίνεται πρόκειται για πολύ μικρή έως ασήμαντη διαφορά. Να σημειωθεί ότι ουδεμία άλλη διαφορά εντοπίστηκε. Με γνώμονα αυτά τα δεδομένα η προαναφερόμενη πολύ μικρή διαφορά, στην απουσία άλλης διαφοράς ή ανακρίβειας, δεν έχει σημασία αφού δεν επιφέρει διαφοροποίηση αποτελεσμάτων, ευρημάτων και διαπιστώσεων που να αξίζουν σχολιασμού σε ότι αφορά τον υπολογισμό για τη διαφορά που προκύπτει από τις μειώσεις του επιτοκίου αναφοράς και ταυτόχρονα τις κατά καιρούς αυξήσεις του πρόσθετου επιτοκίου. Σε ότι αφορά τα είδη των ζημιών που έχουν υπολογιστεί και αναφέρονται στην έκθεση (Τεκμήριο 27), η μαρτυρία του ΜΕ4 ταυτίζεται απόλυτα με την μαρτυρία του ΜΕ
  3. Χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω, ισχύουν τα όσα έχω σχολιάσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
  4. Σε τελευταία ανάλυση δέχομαι για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί το σκεπτικό και τον υπολογισμό της ζημιάς που προκύπτει από τις κατά καιρούς αυξήσεις του πρόσθετου επιτοκίου καθώς επίσης της ζημιάς που προκύπτει από τον υπολογισμό τόκου με διαιρέτη τις 360 ημέρες και όχι για 365 ημέρες για κανονικό έτος και 366 ημέρες για δίσεκτο έτος. Αντίθετα για στη βάση του σκεπτικού που αναπτύχθηκε, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του που πραγματεύεται την επικαλούμενη ζημιά από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ με ελβετικό φράγκο. Η ίδια θέση των Εναγόντων που τέθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 και αφορούσε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων από μέρους του προσδίδοντας στοιχείο αμφιβολίας στη γνησιότητα της, προωθήθηκε μέσα από ερωτήσεις και υποβολές και κατά την αντεξέταση του ΜΕ
  5. Ισχύουν απόλυτα τα όσα έχω σχολιάσει στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ
  6. Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Στη βάση του προαναφερόμενου σκεπτικού, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ4, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 27 που αποτελεί μέρος της, ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω. Για σκοπούς ολοκληρωμένης αξιολόγησης όλου του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, αποδέχομαι την ορθότητα των πράξεων, καταχωρήσεων, χρεώσεων και πιστώσεων που περιλαμβάνονται στις καταστάσεις λογαριασμού δανείου που έχουν κατατεθεί (Τεκμήρια 21 & 22) με εξαίρεση όμως τα μέρη που αφορούν το βασικό επιτόκιο και το περιθώριο κέρδους και τον υπολογισμό επιτοκίου με βάση διαιρέτη 360 ημερών, όπως αυτά έχουν υπολογιστεί και ανέρχονται στα CHF88.974,27 και CHF901,68 αντίστοιχα, τα οποία και αφαιρούνται από τη συγκεντρωτική κατάσταση. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς επίσης τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα εκείνα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά. Περαιτέρω καταλήγω στα πιο κάτω επιπλέον ευρήματα: Η πρακτική που η Εναγόμενη ακολουθούσε στις περιπτώσεις χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων ήταν ότι όταν ένας πελάτης ερχόταν να ενημερωθεί για τα σχέδια δανειοδότησης που είχε, λειτουργός της απλά του τα απαριθμούσε χωρίς να εισηγείται ή να τον κατευθύνει ή να τον παροτρύνει. Ακολούθως του εξηγούσε του συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους. Υπήρξαν και περιπτώσεις όπου δόθηκαν παραδείγματα για να γίνουν αντιληπτοί. Εφόσον ο πελάτης επιθυμούσε να προχωρήσει και αποφάσιζε κάτι τέτοιο ανεπηρέαστα και από μόνος του, υπέβαλλε αίτηση η οποία τύγχανε αξιολόγησης. Εάν η αίτηση εγκρινόταν ετοιμάζονταν τα συμφωνητικά έγγραφα. Ο πελάτης ή ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του καλούνταν στα γραφεία της Εναγόμενης όπου τους δίδονταν τα έγγραφα. Ο πελάτης είχε χρόνο να μελετήσει το περιεχόμενο τους και την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο για να αντιληφθεί τους όρους. Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων κύριος Παπαζαχαρίας ενεργούσε καθ' όλη τη διάρκεια του ουσιώδη για την αγωγή χρόνο και ως δικηγόρος των Εναγόντων. Υπό την ιδιότητα του δικηγόρου ο Παπαζαχαρίας συχνά και επανειλημμένως επισκέφτηκε τα γραφεία της Εναγομένης εκπροσωπώντας πελάτες όπου και υπέγραψε συμβάσεις δανείου με το ίδιο περιεχόμενο όπως την επίδικη. Διαθέτει αρκετή επαγγελματική εμπειρία σε τέτοιους είδους περιπτώσεις όπως την παρούσα. Στην προκειμένη περίπτωση όταν ο Παπαζαχαρίας ειδοποιήθηκε να προσέλθει στα γραφεία της Εναγομένης, μετέβηκε και εκεί του δόθηκαν τα συμφωνητικά έγγραφα. Είχε την ευκαιρία να τα μελετήσει και αφού το έπραξε τα υπέγραψε, χωρίς να παραπονεθεί, δίχως να ερωτήσει οτιδήποτε και δίχως να ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση επί του περιεχομένου τους. Ούτε ζήτησε χρόνο να διαβουλευτεί ή να συζητήσει με τους Ενάγοντες το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, αλλά προχώρησε στην υπογραφή τους. Ο Παπαζαχαρίας ήταν εξοικειωμένος με τους επίμαχους όρους του συγκεκριμένου είδους δανείου στη βάση των οποίων θα χορηγείτο στους Ενάγοντες. Είχε τη νομική αντίληψη της σημασίας τους ως δικηγόρος που ήταν και συνεχίζει να είναι. Η εκταμίευση του ποσού του δανείου έγινε στις 09.11.
  7. Κατά καιρούς που υπήρχε αύξηση του περιθωρίου κέρδους/πρόσθετου επιτοκίου, η Εναγόμενη ειδοποιούσε γραπτώς του Ενάγοντες για το λόγο της αύξησης και για το ύψος της. Όταν περί τις αρχές Φεβρουαρίου έλαβαν επιστολή από την Εναγόμενη ημερ. 19.01.10 με την οποίαν τους ενημέρωσε ότι θα υπήρχε μεταβολή της περιθωρίου επιτοκίου σε 3,8433%, οι Ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 04.02.
  8. Ακολούθησε γραπτή αλληλογραφία του Ενάγοντα 1 με την Εναγόμενη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν διευκρινίσεις είτε πριν είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης δανείου παρόλο ότι είχαν δικηγόρο και παρόλο ότι τα έγγραφα ήταν συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα που αν δεν θεωρείται πλέον, λόγω της μακροχρόνιας διαμονής τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, η μητρική τους γλώσσα, την αντιλαμβάνονται πολύ καλά. Ούτε παραπονέθηκαν πριν ή κατά την εκταμίευση του ποσού του δανείου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε προς όφελος τους. Επίσης οι Ενάγοντες παραλάμβαναν τις καταστάσεις λογαριασμού δανείου που τους αποστέλλονταν μέσω της απλής οδού του ταχυδρομείου. Για τη λειτουργία του δανείου τηρείτο σχετικός λογαριασμός. Συγκεντρωτική κατάσταση του έχει εκτυπωθεί και αφορά την περίοδο από 13.11.07 μέχρι 07.01.
  9. Επειδή οι Ενάγοντες θεωρούσαν ότι υπήρχαν υπερχρεώσεις και παράνομες χρεώσεις στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού καθώς επίσης καταχρηστικές ρήτρες στη σύμβαση δανείου, αποτάθηκαν σε εμπειρογνώμονες δίδοντας τους οδηγίες να ετοιμάσουν μαρτυρικό υλικό σχετικά με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, την συναλλαγματική ισοτιμία, το επιτόκιο και τη χρέωση τόκων στο επίδικο δάνειο. Στα πλαίσια υλοποίησης των οδηγιών, οι εμπειρογνώμονες ετοίμασαν σχετική έκθεση. Μέσα από την έκθεση τους οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν την πληρωμή ποσών που δεν θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί. Συγκεκριμένα: (α) αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου που δεν δικαιολογείτο που αντιστοιχεί στο ποσό που έχει υπολογιστεί σε CHF88.974,27 και (β) για τον υπολογισμό επιτοκίου χρήση διαιρέτη 360 ημερών αντίς 365 ημερών για κανονικά έτη και 366 ημερών για δίσεκτα έτη που αντιστοιχεί στο ποσό που έχει υπολογιστεί σε CHF901,
  10. Σε ότι αφορά την κίνηση και τη λειτουργία του δανείου, για την περίοδο από 13.11.07 μέχρι 07.01.22 οι Ενάγοντες χρεώθηκαν συνολικά το ποσό των CHF483.781,52 ενώ πλήρωσαν συνολικά ποσό CHF483.781,52 με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού μέχρι 07.01.22 υπόλοιπο ύψους CHF154.264,
  11. Έχοντας εκθέσει τα ευρήματα, θα ασχοληθώ με την εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων της Εναγομένης. Πρώτη Προδικαστική Ένσταση της Εναγομένης: Είναι η θέση της Εναγομένης ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή επειδή υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο εκχώρησης ημερ. 02.11.07 με το οποίο τους εκχώρησαν τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο που υπεγράφη ανάμεσα στους Ενάγοντες και στην εταιρεία JH Views Limited. Με κάθε σεβασμό η πιο πάνω προβαλλόμενη θέση δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η ουσία των αμφισβητουμένων ζητημάτων εστιάζεται στην έγκυρη συνομολόγηση της σύμβασης δανείου και νομική ισχύ αυτής, στο περιεχόμενο της σύμβασης δανείου, στο επαγγελματικό καθήκον επιμέλειας της Εναγομένης απέναντι στους Ενάγοντες, σε συμβατικές υποχρεώσεις της, θέσμια καθήκοντα της, ευρωπαϊκές οδηγίες που αφορούν τη χορήγηση δανείων σε ελβετικά φράγκα, σε αδικαιολόγητο πλουτισμό από τη λειτουργία του επίμαχου δανείου και στην ορθότητα των χρεώσεων για την αποπληρωμή του δανείου. Συνεπώς η εν λόγω προδικαστική ένσταση της Εναγομένης δεν έχει κανένα έρεισμα και γι' αυτό απορρίπτεται. Δεύτερη Προδικαστική Ένσταση της Εναγομένης: Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης λόγω υπογραφής εγγράφων και συμπεριφοράς τους. Για το λόγο αυτό καλούν το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή ως ενοχλητική, σκανδαλώδης και χωρίς νομικό έρεισμα. Με κάθε σεβασμό η θέση αυτή της Εναγομένης στερείται λογικής. Η υπογραφή της σύμβασης δανείου και του πληρεξουσίου εγγράφου δεν απαγορεύουν την προώθηση ισχυρισμών που σχετίζονται με τα προαναφερόμενα επίδικα θέματα. Για παράδειγμα δεν αντιλαμβάνομαι πως δημιουργείται κώλυμα στην δικογράφηση θέσεων που αφορούν το καθήκον επιμέλειας της Εναγομένης ή συμβατικές υποχρεώσεις της, καταχρηστικές ρήτρες ή καθήκοντα της που απορρέουν από νομοθεσίες. Κατ' ανάλογο τρόπο το γεγονός ότι οι Ενάγοντες συνεχίζουν μέχρι σήμερα να πληρώνουν έγκαιρα και ανελλιπώς τις δόσεις δανείων χωρίς να δημιουργούν πρόβλημα, δεν αποτελεί κώλυμα γι' αυτούς στη διεκδίκηση των συγκεκριμένων αξιώσεων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ο Ενάγοντας 1 εξήγησε για ποιο λόγο συμμορφωνόταν. Έτσι και αλλιώς με τον τρόπο που λειτουργούσε το επίμαχο δάνειο ήταν αδύνατο για τους Ενάγοντες να ξεχωρίσουν ποια ποσά έπρεπε, κατά τη γνώμη τους, να πληρώσουν και ποια όχι, χωρίς οι ίδιοι να θεωρηθούν υπαίτιοι για παράβαση όρων της σύμβασης δανείου. Δεν σημαίνει ότι οι συμπεριφορές των συμβαλλομένων μερών δεν λαμβάνονται υπόψη και ότι σε περίπτωση που κριθούν επιλήψιμες δεν μπορούν να υπάρξουν συνέπειες. Οι Ενάγοντες παραπονέθηκαν για τον τρόπο λειτουργίας του δανείου. Συνέχισαν να διαμαρτύρονται. Υπάρχει ηλεκτρονική αλληλογραφία τόσο απευθείας από τους ιδίους όσο και μέσω των δικηγόρων τους που ζητούν από την Εναγόμενη διαφοροποίηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων. Με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η αντίδραση τους έλαβε επίσημη μορφή. Τα πιο πάνω καθιστούν την εν λόγω προδικαστική ένσταση έκθεση σε απόρριψη ως αβάσιμη. Εξέταση επιδίκων θεμάτων - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα. Συνομολόγηση Σύμβασης Δανείου: Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελεί η πάγια πρακτική της Εναγομένης στην περίπτωση χορήγησης δανείου σε ξένο νόμισμα, όπως ένα δάνειο σε ελβετικά φράγκα. Σε καμία περίπτωση παρότρυνε ή εισηγείτο σε πελάτες κάποιο από τα σχέδια δανείου που απλά τους παρουσίαζε και επεξηγούσε, κάποτε δε με παραδείγματα για να γίνει περισσότερο αντιληπτή η παρουσίαση της. Ακολούθως οι πελάτες αποφάσιζαν ανεπηρέαστοι και επέλεγαν το σχέδιο που επιθυμούσαν. Όταν τα έγγραφα ήταν έτοιμα, καλούνταν να τα παραλάβουν από τα γραφεία της Εναγομένης και αφού είχαν την ευκαιρία να τα μελετούσαν και να συμβουλευτούν δικηγόρο για να αντιληφθούν τους όρους, τα υπέγραφαν. Στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες συναντήθηκαν με λειτουργούς της Εναγομένης και συζήτησαν για την προοπτική χορήγησης δανείου. Ωστόσο εκείνο που διαπιστώνεται είναι ότι δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να ζητήσουν διευκρινίσεις ή να θέσουν ερωτήματα ή να υποβάλουν παρατηρήσεις. Ούτε ζήτησαν ένα πρότυπο σύμβασης δανείου στο είδος της πιστωτικής διευκόλυνσης που έκλιναν να αιτηθούν. Δεν ζήτησαν συμβουλή από το δικηγόρο τους που είχαν διορίσει, ο οποίος είχε εξειδίκευση στο τραπεζικό δίκαιο και μεγάλη επαγγελματική εμπειρία σε υποθέσεις χορήγησης δανείου σε ξένο νόμισμα. Ούτε αποτάθηκαν σε εμπειρογνώμονα για περισσότερη εξειδικευμένη πληροφόρηση. Είχαν το χρόνο και την ευκαιρία αλλά δεν το έπραξαν. Φαίνεται ότι είχαν διαμορφώσει ασφαλή άποψη προτού καταλήξουν σε απόφαση. Το γεγονός ότι κατέληξαν ανεπηρέαστοι σε δική ους κρίση αφού πρώτα είχαν αντίληψη του είδους του δανείου που θα αιτούνταν, των επιτοκιακών και συναλλαγματικών κινδύνων που το χαρακτήριζαν αλλά και γενικότερα των όρων της σύμβασης δανείου, αποδεικνύεται από την αποδοχή των όρων 7 και 18 της σύμβασης δανείου που υπέγραψαν μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους (ΜΕ2). Εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την την κρίση τους παροτρύνοντας τους να αιτηθούν τη χορήγηση δανείου σε ελβετικό φράγκο. Στη βάση αυτών καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια που να επηρεάσει την κρίση των Εναγόντων. Ο ΜΕ2 ενέργησε νόμιμα στη βάση νόμιμου, έγκυρου και δεσμευτικού σε ισχύ πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήρια 4Α & 4Β). Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο φέρει την υπογραφή των Εναγόντων 1 και 2 στην παρουσία πιστοποιών υπαλλήλου που το υπογράφει και καθιστά το εν λόγω έγγραφο δεόντως πιστοποιημένο. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που είτε να ανακαλεί το έγγραφο αυτό σε οποιονδήποτε στάδιο είτε να το ακυρώνει είτε να καταδεικνύει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν δόθηκε για την συγκεκριμένη επαγγελματική δοσοληψία. Την ίδια στιγμή οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Εναγόντων στερούνται ερείσματος. Εν πάση περιπτώσει, παρά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, η πλευρά των Εναγόντων διαφοροποίησε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τη θέση της για τη νομιμότητα και εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου, τη νομική ισχύ του οποίου πλέον δεν αμφισβητούν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τα πρακτικά του δικαστηρίου ημερ. 20.01.22 στη σελίδα 23, γραμμές 22-30 (αντεξέταση Ενάγοντα 1), στο οποίο και παραπέμπω: «Ε. Κύριε μάρτυς, παρακαλώ δείτε το Τεκμήριο 4Α. Α. Γνωρίζω το πληρεξούσιο. Αντιλαμβάνομαι, γνωρίζω τι είναι. Ε. Συμφωνείτε μαζί μου ότι αυτό αποτελεί το πληρεξούσιο έγγραφο; Α. Ναι. Ε. Που υπογράψατε εσείς και η γυναίκα σας, με το οποίο διορίσατε τον κύριο Ιωάννη Παπαζαχαρία πληρεξούσιο αντιπρόσωπο σας; Α. Ναι. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση και είναι γι' αυτόν τον λόγο που συνεχίζουμε να αποπληρώνουμε το δάνειο.» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ2 έχω εξηγήσει με πιο τρόπο το εν λόγω πρόσωπο έχει στην πράξη διαδραματίσει πολυεπίπεδο ρόλο εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων 1 και
  12. Όλες οι ενέργειες του καλύπτονται από το πληρεξούσιο έγγραφο. Στο πλαίσιο των ενεργειών που καλύπτονται από το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο εντάσσεται και η πράξη του να υπογράψει, εκτός από τη σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 8), τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων από το συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του επίμαχου διαμερίσματος (Τεκμήριο 9). Εδώ βρίσκουν εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 148
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149), τις οποίες αναφέρω αυτούσιες για καλύτερη αντίληψη του θέματος, χωρίς να χρειάζεται να σχολιάσω οτιδήποτε περισσότερο: «Η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου προς τέλεση πράξης περιέχει και πληρεξουσιότητα προς τέλεση κάθε νόμιμου πράγματος που είναι αναγκαίο για την τέλεση της πράξης αυτής.» Κάτω από αυτά τα δεδομένα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σχέση αντιπροσωπείας ανάμεσα στον ΜΥ1 και στους Εναγομένους 1 και 2 αφού ικανοποιούνται οι πρόνοιες των άρθρων 142-148 του Κεφ.
  1. Όλες οι ενέργειες και πράξεις που έγιναν από τον ΜΥ1 πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2, τους οποίους και δεσμεύουν. Κατά συνέπεια όλα τα έγγραφα που συνθέτουν τη σύμβαση δανείου έχουν δεσμευτική ισχύ και είναι εκτελεστά για τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή τους Ενάγοντες και τους Εναγομένους 1 &
  2. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 186 του Κεφ.149 και βρίσκει έρεισμα εδώ χωρίς πάλι να χρειάζεται οποιοσδήποτε άλλος σχολιασμός αφού πρόκειται για αναφορά που ομιλεί από μόνη της: «Οι συμβάσεις που συνάπτονται με αντιπρόσωπο και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από πράξεις του αντιπροσώπου είναι εκτελεστές κατά τον ίδιο τρόπο και επιφέρουν τις ίδιες έννομες συνέπειες, ωσάν να συνάπτοντο ή εκτελούντο από τον ίδιο τον αντιπροσωπευόμενο.» Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες 1 και 2, προσωπικά και δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους (ΜΕ2), υπέγραψαν τη σύμβαση δανείου και τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων από το συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του επίμαχου διαμερίσματος (Τεκμήρια 8 & 9). Τα εν λόγω συμφωνητικά έγγραφα υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών (Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238). Ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου, η οποία ανατρέπει το σκηνικό αυτό. Σε τελευταία ανάλυση καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πληρούνται όλα τα απαιτούμενα συστατικά στοιχεία, περιλαμβανομένων της ελεύθερης βούλησης των μερών, για τη νόμιμη και έγκυρη συνομολόγηση σύμβασης δανείου και συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων από το συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του επίμαχου διαμερίσματος, τα οποία είναι δεσμευτικά και εκτελεστά για τους Ενάγοντες 1 και 2 και της Εναγομένης, ως συμβαλλόμενα μέρη που είναι. Ανάμεσα στους Ενάγοντες και την Εναγομένη δημιουργήθηκε επαγγελματική σχέση. Πρόκειται για νομική σχέση δανειστή-χρεώστη με αντικείμενο το δανεισμό σε ξένο νόμισμα για την αγορά κατοικίας. Επομένως κατατάσσεται στις περιπτώσεις στεγαστικού / οικιστικού δανείου (Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 141/2010 ημερ. 13.11.15). Δεν είχε το χαρακτήρα επενδυτικού σχεδίου, όπως εσφαλμένα προσπάθησε να προωθήσει η πλευρά των Εναγόντων. Η εν λόγω νομική σχέση έχει τη μορφή της συμβατικής σχέσης. Το νομικό πλαίσιο αυτής της συμβατικής σχέσης καθορίζεται μέσα από τους όρους της σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 8). Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 δείχνει τη σαφή πρόθεση των διαδίκων να συμβληθούν και να δεσμεύονται από αυτό. Νομιμότητα και Εγκυρότητα Σύμβασης Δανείου: Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η σύμβαση δανείου κατέστη παράνομη και γι' αυτό είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή νόμιμα τερματισθείσα. Επικαλούνται διάφορους λόγους, οι οποίοι, κατά την άποψη τους, συμπαρασύρουν σε ακυρότητα τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων από το συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του επίμαχου διαμερίσματος. Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό από τη δικογραφία οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη: (α) παραβίασε το καθήκον επαγγελματικής επιμέλειας που είχε απέναντι τους, (β) παραβίασε συμβατικές υποχρεώσεις της, (γ) προέβηκε σε ψευδείς παραστάσεις/διαβεβαιώσεις/δηλώσεις, (δ) επέδειξε δόλια συμπεριφορά εις βάρος τους, (ε) υιοθέτησε αθέμιτες πρακτικές και (στ) εκτέλεσε πλημμελώς νομοθετικά καθήκοντα της και παρέλειψε να τηρήσει ευρωπαϊκές οδηγίες. Οι όποιες λεπτομέρειες παρέχονται σχετικά με τα πιο πάνω δικογραφούνται στην §11 της έκθεσης απαίτησης. (α) παραβίαση καθήκοντος επαγγελματικής επιμέλειας: Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη άνοιξε τον επίδικο λογαριασμό δανείου και προέβηκε σε χρεώσεις χωρίς να τους ενημερώσει εκ των προτέρων ότι ο ΜΕ2 παρουσιάστηκε ως αντιπρόσωπος τους και ότι θα υπέγραφε τη σύμβαση δανείου. Με κάθε σεβασμό δεν ήταν καθήκον της Εναγομένης να προβεί σε τέτοια πληροφόρηση στους Ενάγοντες. Από τη στιγμή που υπήρχε σε ισχύ ένα δεόντως πιστοποιημένο πληρεξούσιο έγγραφο που δεν είχε ανακληθεί και εφόσον ο ΜΕ2 που εμφανιζόταν ως ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος στο νόμιμο πληρεξούσιο έγγραφο όταν ειδοποιήθηκε ότι η σύμβαση δανείου είχε ετοιμαστεί, μετέβηκε στα γραφεία της Εναγομένης ως ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και υπέγραψε το συμφωνητικό έγγραφο εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων, ουδέν μεμπτό έχει σημειωθεί από μέρους της Εναγομένης. Επίσης οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη ενέκρινε τον αίτημα του ΜΕ2 για δανειοδότηση τους χωρίς να ελέγξουν τη χρεωπιστωτική ικανότητα και τα εισοδήματα των Εναγόντων. Ο εν λόγω ισχυρισμός στερείται ερείσματος. Ο ΜΕ2 υπέβαλε αίτημα εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους. Η Εναγόμενη έλεγξαν την οικονομική ικανότητα και τα εισοδήματα των Εναγόντων και απόδειξη ότι το έπραξαν είναι το γεγονός ότι από την αρχή μέχρι ουδεμία καθυστέρηση παρατηρήθηκε στην πληρωμή των δόσεων, οι οποίες καταβάλλονται απρόσκοπτα και έγκαιρα με το δάνειο να κατατάσσεται ως εξυπηρετούμενο. Περαιτέρω είναι η θέση των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη προχώρησε σε υπογραφή της σύμβασης δανείου βασιζόμενη μόνο σε ένα πληρεξούσιο έγγραφο χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι στο μεσοδιάστημα δεν είχε ανακληθεί και ότι οι ίδιοι αποδέχονταν να λάβουν το δάνειο σε ελβετικά φράγκα. Με κάθε σεβασμό και αυτή η θέση στερείται ερείσματος. Οι Ενάγοντες είναι αυτοί που έχουν καθήκον να ενημερώσουν την Εναγόμενη αν το πληρεξούσιο έγγραφο είχε ανακληθεί στο μεσοδιάστημα, όπως και κάθε άλλο στον οποίον το έγγραφο αυτό θα κατέληξε, προκειμένου να προστατέψουν τα συμφέροντα τους. Όχι αντίστροφα. Βέβαια η διαφοροποίηση της δικογραφημένης θέσης των Εναγόντων κατά την εκδίκαση της αγωγής, όπως αυτή διαφάνηκε μέσα από την ένορκη κατάθεση του Ενάγοντα 1, καθιστά αντιληπτό ότι οι Ενάγοντες αναγνωρίζουν και αποδέχονται ότι ο ΜΕ2 ήταν ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους δυνάμει νόμιμου και σε ισχύ πληρεξουσίου εγγράφου με αποτέλεσμα οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση επ' αυτού να είναι αχρείαστη. Σε ότι αφορά την πτυχή ότι η Εναγόμενη έπρεπε να είχε μεριμνήσει να διαπιστώσει αν οι Ενάγοντες αποδέχονταν να λάβουν το δάνειο σε ελβετικά φράγκα, αρκεί να αναφέρω ότι οι Ενάγοντες ήταν αυτοί που είχαν υποβάλει αίτηση μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους και επομένως αυτό που η Εναγόμενη όφειλε να πράξει και το έπραξε ήταν να εξετάσει την αίτηση των Εναγόντων. Είναι ακόμη η θέση των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να τους πληροφορήσει για τη λειτουργία δανείου σε ελβετικά φράγκα καθώς επίσης για τους επιτοκιακούς και συναλλαγματικούς κινδύνους που εγκυμονούσαν. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο όρος 18 της σύμβασης δανείου καθιστά έκθετη σε απόρριψη την πιο πάνω θέση, ε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.