Ο.Π. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΧΡΥΣΟΧΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. GR. V. NORTH FRUIT LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1293/2015, 31/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1293/2015 Μεταξύ: Ο.Π. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΧΡΥΣΟΧΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Πόλη Χρυσοχούς Ενάγουσας και
- GR. V. NORTH FRUIT LIMITED (υπό διαχείριση), από την Λευκωσία
- Χριστάκη Ιακωβίδη, από την Λευκωσία Εναγομένων και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Τριτοδιαδίκου Και βάσει Ειδοποιήσεως ημερομηνίας 20.05.20 (άρθρο 18 του Ν.169(Ι)/2015) Μεταξύ: Ο.Π. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΧΡΥΣΟΧΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ από την Πόλη Χρυσοχούς Ενάγουσας και
- GR. V. NORTH FRUIT LIMITED (υπό διαχείριση) από την Λευκωσία
- Χριστάκη Ιακωβίδη, από την Λευκωσία Εναγομένων και Gordian Holdings Limited Τριτοδιαδίκου Αίτηση ημερομηνίας 08.02.23 Εναγομένου 2 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 31.05.23 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 2-Αιτητή: κος Σ. Βασιλείου για Σ. Βασιλείου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και για Αλεξάνδρου & Παπαθεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Κων/δου για Ε.Μ. Κων/δου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν σχετικής άδειας που δόθηκε από το Δικαστήριο, όπως απαιτείται δυνάμει των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2022, καταχωρίστηκε η δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν ο Εναγόμενος 2 αιτείται τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης του με την προσθήκη δύο νέων παραγράφων ως 5Α και ως επιπρόσθετο κομμάτι της υφιστάμενης 17 (i). Επειδή αμφότερες είναι σύντομες, τις καταγράφω αυτούσιες για καλύτερη αντίληψη του περιεχομένου τους: Προτεινόμενη παράγραφος 5Α: «5A. Χωρίς επηρεασμό των όσων αναφέρονται ανωτέρω και/ή σε συνδυασμό με αυτά είναι η θέση του Εναγόμενου 2 πως η επίδικη σύμβαση αποτελεί συνέχεια της σύμβασης που υπήρχε μεταξύ των Εναγόντων με την υπό διαχείριση Εναγόμενη 1 εταιρεία, με τους ίδιους όρους και τον ίδιο τρόπο που ίσχυαν μεταξύ των μερών πριν τον διορισμό του Εναγομένου 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή και/ή είναι η θέση του Εναγόμενου 2 ότι ο ίδιος ουδέποτε έκανε οποιαδήποτε νέα σύμβαση με τους Ενάγοντες, μετά τον διορισμό του. Άνευ βλάβης της θέσης αυτής, ο εναγόμενος 2 απέκλεισε ρητά και/ή άμεσα και/ή εξυπακουόμενα την οποιαδήποτε προσωπική του ευθύνη έναντι των Εναγόντων». Προτεινόμενο επιπρόσθετο κομμάτι στην υφιστάμενη παράγραφο 17 (i): «Αντιθέτως, κατά την άτυπη συνέλευση πιστωτών ημερομηνίας κατά ή περί τις 21/11/11 και/ή άλλης ημερομηνίας, ο Εναγόμενος συστήθηκε σε όλους τους παρευρισκόμενους, συμπεριλαμβανομένης της Ενάγουσας, γνωστοποίησε την πρόθεση του να συνεχίσει τις εργασίες της Εναγόμενης 1, με την οικονομική στήριξη από την Τράπεζα Κύπρου, σε μια προσπάθεια πώλησης της επιχείρησης ως δρώσας οικονομικής μονάδας. Κατά την εν λόγω συνέλευση, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι για να συνεχίσει τη συνεργασία των προμηθευτώ, συμπεριλαμβανομένης της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να ήταν με τους ίδιους όρους, και εξ αυτού όσοι προμηθευτές επιθυμούσαν να συνεχίσουν θα ήταν υπό αυτόν τον όρο». Να σημειωθεί ότι η ακροαματική διαδικασία της αγωγής δεν έχει ξεκινήσει. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.10, στη Δ.25 Θ.1-5, στη Δ.48 Θ.1-9, στη Δ.63 Θ.1 & Θ.2 και στη Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30.3 του Συντάγματος, στη νομολογία, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Μάριου Παπαδόπουλου που εργάζεται στην εταιρεία Corporate Recovery & Insolvency Group Ltd, ένας εκ των διευθυντών της οποίας είναι ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είναι παραλήπτης/διαχειριστής της Εναγομένης 1 εταιρείας. Στην ένορκη δήλωση ο ομνύοντας αναφέρει τους λόγους που κατά τη γνώμη των Εναγομένων κατέστησαν αναγκαία την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και εξηγεί γιατί πρέπει να γίνουν αποδεκτές οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Η Ενάγουσα αντέδρασε στις 02.03.23 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 10 λόγους. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους λόγους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Έχοντας υπόψη μου ότι προβάλλεται η κοινή θέση πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων τροποποιήσεων, συνοψίζοντας τους μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για τους εξής:
(1)Μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα ο χαρακτήρας της υπεράσπισης και δημιουργείται πολλαπλότητα νομικών θεμάτων.
(2)Η αίτηση υποβάλλεται σε καθυστερημένο στάδιο αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά ή εύλογα θα μπορούσαν να είχαν περιέλθει εις γνώση του Εναγομένου πριν από την καταχώριση της υπεράσπισης και/ή της παρούσας αίτησης χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση.
(3)Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
(4)Δεν έχουν τεθεί επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητα των αιτουμένων τροποποιήσεων.
(5)Τυχόν έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς συνταγματικά δικαιώματα της Ενάγουσας. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στις Δ.25 Θ.1-9, Δ.39 Θ.1-21, Δ.48 Θ.1-12, Δ.59, Δ.63 και Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 29-31 του Ν.14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στη νομολογία, στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Λίζας Αθανασίου, λειτουργού της Ενάγουσας, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, οι οποίοι και επεξηγούνται. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως δεν εφαρμόζονται σε υποθέσεις με κλίμακα εξόδων πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.16. Εφόσον η παρούσα υπόθεση φέρει κλίμακα εξόδων €100.000 - €500.000 και καταχωρήθηκε στις 22.07.15, το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης είναι αυτό που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Προτού ασχοληθώ με την ουσία της αίτησης θα εξετάσω τη θέση της Ενάγουσας ότι σχετικά με την αιτούμενη τροποποίηση υπό το σημείο (Β) της υπό κρίση αίτησης δεν εξασφαλίστηκε εκ των προτέρων άδεια για να συμπεριληφθεί στο σώμα της εν λόγω αίτησης, ως απαιτείται από τους περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του
- Με τη θέση αυτή διαφωνεί ο Εναγόμενος
- Είναι γεγονός ότι με βάση τον Κανονισμό 2 των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί, οι οποίοι θεσπίστηκαν στις 25.11.22 και τροποποιήθηκαν στις 23.12.22 και αφορούν υποθέσεις των ετών 2014-2018, απαιτείται η εκ των ποτέρων εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο για την καταχώριση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης. Εφόσον η παρούσα υπόθεση είναι του έτους 2015 και κατά τη δημοσίευση των εν λόγω κανονισμών η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει, η καταχώρηση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης μεταγενέστερα την ημερομηνίας θέσπισης των κανονισμών υπόκειται στους εν λόγω διαδικαστικούς κανονισμούς. Όπως προκύπτει από τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων, αμφότερα διάδικοι συμφωνούν με την πιο άνω αναφορά του Δικαστηρίου. Πράγματι στις 30.01.23 ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 2 υπέβαλε αίτημα για να του δοθεί άδεια για να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης. Προς υποστήριξη του αιτήματος του, ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε πως επιθυμούσε να προβεί σε προσθήκη ισχυρισμού στην έκθεση υπεράσπισης φωτογραφίζοντας το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης υπό το σημείο (Α) τη υπό κρίση αίτησης. Υπήρξε ένσταση από μέρους της Ενάγουσας. Για τους λόγους που εξηγούνται στο πρακτικό δικαστηρίου ημερ. 30.01.23, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο σχετικός Κανονισμός 2 χορήγησε την αιτούμενη άδεια. Στη βάση αυτής της άδειας ο Εναγόμενος 2 προχώρησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, στην οποίαν συμπεριλαμβάνεται και το επίμαχο σημείο (Β). Συγκρίνοντας τις δύο αιτούμενες τροποποιήσεις που συνθέτουν την υπό κρίση αίτηση, όπως αυτές καταγράφονται στο σώμα της, παρατηρώ ότι το σημείο (Β) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και συνυφασμένο με το σημείο (Α) για το οποίο δόθηκε άδεια για καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η ουσία αμφοτέρων σημείων είναι η ίδια και βασικά παραπέμπουν στο ίδιο σκεπτικό με σκοπό τη δικογράφηση θέσεων που οδηγούν στην ίδια εκδοχή. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι η άδεια που δόθηκε αναφορικά με το σημείο (Α) καλύπτει και το σημείο (Β) επειδή ουσιαστικά εδράζονται πάνω την ίδια βάση. Προχωρώ με την εξέταση της ουσίας της παρούσας αίτησης. Για καλύτερη αντίληψη της κατάστασης θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ περιληπτικά στα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης που αποτελούν το αντικείμενο εκδίκασης της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης. Εφόσον ο Εναγόμενος 2 είναι ο μοναδικός διάδικος που έχει καταχωρήσει εδώ ένσταση, τα δικόγραφα που τίθενται υπό το μικροσκόπιο είναι η έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας και η έκθεση υπεράσπισης του Εναγομένου
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας της Εναγομένης 1 εταιρείας, ο οποίος διορίστηκε στις 03.11.2011 από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (§5 & §6). Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε γραπτές και προφορικές διαβεβαιώσεις για εξόφληση χρεών που δημιουργήθηκαν μετά τον διορισμό του αναφορικά με την πώληση προϊόντων επί πιστώσει στην Εναγόμενη 1 από τους Ενάγοντες (§7, §18, §19 & §20). Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 είναι προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε σύμβαση που έγινε από αυτόν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δυνάμει του άρθρου 337
(2)του Κεφ.113 (§24). Αποδίδει στον Εναγόμενο 2 προσωπική ευθύνη στην πληρωμή κατ' ισχυρισμό οφειλομένου ποσού αξιώνοντας εναντίον του την επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ενεργειών και/ή παραλείψεων του. Παρόλα αυτά όμως η Ενάγουσα θεωρεί ότι εφόσον η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ έχει διορίσει τον Εναγόμενο 2, ο τελευταίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της με ότι αυτό συνεπάγεται (§26). Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 2, παρόλο ότι παραδέχεται ότι είχε διοριστεί ως παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας της Εναγομένης 1, εντούτοις απορρίπτει τη θέση της Ενάγουσας ότι είχε συμβληθεί μαζί της και ότι προσωπικά της έδωσε διαβεβαιώσεις για εξόφληση χρέους ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε ο ίδιος είτε υπό την προσωπική του ιδιότητα είτε ως παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας της Εναγομένης 1 παράγγειλε ή έδωσε οδηγίες στην Ενάγουσα να προμηθεύσει την Εναγόμενη 1 με προϊόντα ή ότι υπέγραψε οποιοδήποτε δελτίο παραλαβής προϊόντων ή αποδέχτηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο και λογαριασμό που αφορούσε την εν λόγω υπό διαχείριση εταιρεία. Εάν όμως, όπως ισχυρίζεται, αποδειχτεί ότι η Ενάγουσα προμήθευσε οποιοδήποτε προϊόν στην Εναγόμενη 1 και το τίμημα αγοράς του οφείλεται μέχρι σήμερα, η οποιαδήποτε συμβατική σχέση που δημιουργήθηκε είναι μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 και όχι με τον ίδιο προσωπικά (Εναγόμενο 2). Ωστόσο μία από τις βασικές θέσεις του Εναγομένου 2 είναι ότι θεωρεί τον εαυτό του αντιπρόσωπο της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ και ισχυρίζεται ότι με το διορισμό του στη θέση του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της Εναγομένης 1, ο εν λόγω πιστωτικός οργανισμός ανέλαβε και/ή δεσμεύτηκε να καλύψει / αποζημιώσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό που ο ίδιος (Εναγόμενος 2) κληθεί να καταβάλει υπό αυτή του την ιδιότητα (§15). Στη βάση του σκεπτικού της πιο πάνω θέσης του, ο Εναγόμενος 2 ενεργοποίησε τη διαδικασία Τριτοδιαδίκου καταχωρώντας σχετική ειδοποίηση. Στο στάδιο αυτό δεν θα μας απασχολήσει ο Τριτοδιάδικος και το δικόγραφο του επειδή, όπως ήδη λέχθηκε, δεν συμμετέχει στη διαδικασία της υπό κρίση αίτησης. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω θέσεις που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις και γενικότερα το σύνολο της καταχωρημένης δικογραφίας, ανάγνωσα με προσοχή τις αιτούμενες τροποποιήσεις, τις οποίες έχω ήδη καταγράψει προηγουμένως. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί στην προκειμένη περίπτωση επιχειρείται τροποποίηση δικογράφου (έκθεση υπεράσπισης) πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Μία από αυτές είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). Το γεγονός ότι εδώ η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται πριν από την ακρόαση της υπόθεσης, χωρίς αμφιβολία, αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας της υπό κρίση αίτησης αφού αποφεύγεται ο ευθύς και άμεσος εκτροχιασμός της δίκης σε μία διαδικασία ακρόασης που θα βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και οι αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου θα ήταν περισσότερο ορατές. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω), Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11, στις οποίες και παραπέμπω. Από την καταχωρημένη δικογραφία προκύπτει ότι αποτελεί βασική δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας πως ο Εναγόμενος 2, ένεκα προφορικών διαβεβαιώσεων του, προσωπικών ενεργειών και/ή παραλείψεων του, ευθύνεται για την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού που ισχυρίζονται ότι τους οφείλεται και σχετίζεται με την πώληση προϊόντων στην υπό διαχείριση Εναγόμενη 1 εταιρεία σε διάφορα χρονικά διαστήματα, στην οποίαν ο Εναγόμενος 2 ασκούσε καθήκοντα παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της. Από την άλλη, ο Εναγόμενος 2, μέσα από την έκθεση υπεράσπισης του, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε διαβεβαίωση, ουδέποτε παράγγειλε προϊόντα υπό την προσωπική του ιδιότητα προς όφελος της Εναγομένης 1, ουδέποτε παρέλαβε προϊόντα της Ενάγουσας για λογαριασμό της Εναγομένης 1 και ουδέποτε αποδέχτηκε τιμολόγιο σχετικά με την πληρωμή τέτοιων προϊόντων. Την ίδια στιγμή ο Εναγόμενος 2 υποδεικνύει ότι επειδή είχε προηγηθεί επαγγελματική συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1, οποιαδήποτε συμβατική σχέση διαφανεί, ένεκα της ύπαρξης τυχόν οφειλομένου ποσού προς την Ενάγουσα σε σχέση με την αγορά προϊόντων της από την Εναγόμενη 1, αφορά τους εν λόγω διαδίκους και όχι τον Εναγόμενο 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η επίσης δικογραφημένη θέση του Εναγομένου 2 ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι ευθύνεται για τη δημιουργία οποιουδήποτε χρέους, αυτό θα πρέπει να πληρωθεί από την Τριτοδιάδικο, η οποία με το διορισμό του ως παραλήπτη/διαχειριστή, σύμφωνα πάντοτε με τον ισχυρισμό του, δεσμεύτηκε να το πράξει αν χρειαζόταν, χωρίς έτσι ο ίδιος να δέχεται ότι υπέχει προσωπική υποχρέωση. Η εν λόγω δικογραφημένη θέση δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το σκεπτικό των αιτουμένων τροποποιήσεων. Πρόκειται για διαζευκτικό ισχυρισμό που προβάλλεται σε περίπτωση που κριθεί ότι ο Εναγόμενος 2 εμπλέκεται προσωπικά σε συναλλαγές με την Ενάγουσα προς όφελος της Εναγομένης 1 μέσω δικών του απευθείας ενεργειών και παραστάσεων. Ο βασικός δικογραφημένος ισχυρισμός του που παραμένει είναι ότι ο ίδιος ουδεμία προσωπική ανάμιξη έχει με την Ενάγουσα και ουδεμία συμβατική σχέση συνομολογήθηκε μαζί της. Με την πρώτη αιτούμενη τροποποίηση ουσιαστικά ο Εναγόμενος 2 επιδιώκει να επισημάνει ότι η ύπαρξη συμφωνίας μόνο συνέχεια υφιστάμενης σύμβασης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 με τους ίδιους όρους και με βάση τον ίδιο τρόπο στα πλαίσια της μεταξύ τους επαγγελματικής συνεργασίας. Το περιεχόμενο της εν λόγω αιτούμε ης τροποποίησης καθιστά αντιληπτό ότι πρόκειται για διευκρίνιση της βασικής δικογραφημένης θέσης του Εναγομένου
- Έστω θα μπορούσε κάποιος να πει ότι πρόκειται για διεύρυνση της βασικής θέσης του Εναγομένου
- Διασαφήνιση του δικογραφημένου ρόλου του Εναγομένου 2 σε σχέση με την Ενάγουσα προκύπτει να είναι η ουσία της δεύτερης αιτούμενης τροποποίησης. Η εν λόγω τροποποίηση έρχεται να ενισχύσει το σκεπτικό του ρόλου του Εναγομένου 2 που ο ίδιος δικογραφεί. Τα συγκεκριμένα στοιχεία που συνθέτουν το περιεχόμενο της τον επεξηγούν και παρέχουν διαφώτιση σε σχέση με το θέμα αυτό. Σε αντίθεση με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό της Ενάγουσας, όπως αυτό περιέχεται στον πρώτο λόγο ένστασης της, η φύση των αιτουμένων τροποποιήσεων είναι τέτοια που δεν διαφοροποιούν την ουσία της βάσης της υπεράσπισης. Δεν αλλάζει ο πυρήνας της δικογραφημένης εκδοχής του Εναγομένου
- Δεν μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της έκθεσης υπεράσπισης. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι οι σκοπούμενες τροποποιήσεις οδηγούν στην προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης, αυτό δεν καθιστά αυτόματα την υπό κρίση αίτηση υποκείμενη σε απόρριψη. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης δεν καταδικάζει την αίτηση τροποποίησης σε αποτυχία αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (πιο πάνω) η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει να υφίσταται κάτι τέτοιο. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις διευρύνουν την δικογραφημένη εκδοχή του Εναγομένου 2, αν όχι ότι απλά τη διευκρινίζουν και τη διασαφηνίζουν. Συνάμα την ενισχύουν με επεξήγησης στη βάση λεπτομερειών. Η νομολογία που αφορά περιπτώσεις όπως την παρούσα επισημαίνει ότι η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Θα πρέπει να λεχθεί ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Μία παράμετρος που συνεκτιμάται είναι η δυνατότητα διεξοδικής επίλυσης όλων των επιδίκων θεμάτων μέσα από την ίδια νομική διαδικασία στη συνολική τους διάσταση με διασαφηνισμένη μορφή. Εδώ η κεντρική ουσία της υπεράσπισης, όπως αυτή δικογραφείται, παραμένει αναλλοίωτη. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις απλά εμπλουτίζουν το δικόγραφο της υπεράσπισης μέσω επεξηγηματικών αναφορών. Με τον τρόπο αυτό δίδεται μια ολοκληρωμένη εικόνα της εκδοχής του Εναγομένου 2, η ουσία της οποίας είναι ήδη δικογραφημένη. Συνεπώς οι αιτούμενες τροποποιήσεις, ως αναπόσπαστο μέρος που είναι της συνολικής μορφής της εκδοχής του Εναγομένου 2, είναι αναγκαίες για τον σαφή προσδιορισμό της ουσίας των διαφορών και κατ' επέκταση για τον ξεκάθαρο καθορισμό όλων των επιδίκων ζητημάτων, η εκδίκαση των οποίων θα διευκολυνθεί και θα οδηγήσει στην πλήρη απονομή της δικαιοσύνης. Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα, οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δημιουργούν πολλαπλά νομικά θέματα. Αντίθετα θα έλεγα ότι διευκρινίζουν και διασαφηνίζουν τα υφιστάμενα επίδικα ζητήματα διαφωτίζοντας το πλαίσιο τους ώστε να διευκολυνθεί η εκδίκαση τους. Αν ο Εναγόμενος 2 θέσει την δικογραφημένη εκδοχή του στη συνολική της διάσταση τότε, σε συνάρτηση με τις θέσεις των υπολοίπων διαδίκων, όλα τα επίδικα θέματα ξεκάθαρα θα προσδιοριστούν και με ευκολία θα παρουσιαστούν και επιλυθούν αποτελεσματικά μέσω της ίδιας δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς οι αιτούμενες τροποποιήσεις, ως αναπόσπαστο μέρος που είναι της συνολικής μορφής της εκδοχής του Εναγομένου 2, είναι αναγκαίες για τον σαφή προσδιορισμό της ουσίας των διαφορών και κατ' επέκταση για τον ξεκάθαρο καθορισμό όλων των επιδίκων ζητημάτων, η εκδίκαση των οποίων, όπως έχει λεχθεί, θα διευκολυνθεί και θα οδηγήσει στην πλήρη απονομή της δικαιοσύνης. Μια άλλη παράμετρος που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω), C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση. Βέβαια η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (πιο πάνω)). Η όποια καθυστέρηση δεν εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Να σημειωθεί ωστόσο ότι η καθυστέρηση δεν εξισώνεται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω)). Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα επιρρίπτει στον Εναγόμενο ευθύνη για υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης της η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν γνωστές ή λογικά θα έπρεπε να ήταν γνωστές στον Εναγόμενο 2 στο στάδιο καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης του, πλην όμως η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στο αργοπορημένο αυτό στάδιο χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση. Μελετώντας με προσοχή την Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση παρατηρώ ότι προβάλλονται διάφοροι λόγοι ένεκα των οποίων, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, προχώρησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η σύγχυση και ο όγκος εργασίας που δημιουργήθηκαν όταν η Εναγόμενη 1 τέθηκε υπό τον έλεγχο και τη διαχείριση του Εναγομένου 2, μη πρόσβαση στην πηγή όπου αποθηκεύονται σημαντικά έγγραφα, τεχνικές δυσκολίες και έλλειψη βοήθειας από άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις που θα βοηθούσαν τον Εναγόμενο 2 να αποκτήσει τέτοια πρόσβαση στα έγγραφα, εμπλοκή του Εναγομένου 2 σε σωρεία άλλων υποθέσεων με διάδικους την Εναγόμενη 1 και διάφορους παραγωγούς καθώς επίσης η αλλαγή δικηγορικού γραφείου είναι συνοπτικά οι λόγοι που σημειώνονται ότι οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στο στάδιο αυτό. Όπως διαπιστώνω μια σειρά από λόγους που φαίνεται να συνέβησαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα προκάλεσαν καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Όπως σημειώνεται, πρόσβαση στα έγγραφα έγινε κατορθωτή μόλις περί τα μέσα του έτους
- Ωστόσο έπειτα υπήρξε η εξέλιξη της διακοπής της συνεργασίας με το δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπούσε σε αρκετές υποθέσεις οπότε φαίνεται να δημιουργήθηκε αναστάτωση και περαιτέρω καθυστέρηση 6-7 μήνες όπως ο Εναγόμενος 2 εκτιμά. Συνεπώς παρέχονται λόγοι που εμπίπτουν στην επίμαχη περίοδο. Είναι γεγονός ότι μέσα από την αίτηση δεν δικαιολογείται με απόλυτη πειστικότητα ο χρόνος που παρήλθε αλλά ούτε και η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του υπό εξέταση δικονομικού διαβήματος. Ειδικότερα δεν αναφέρονται πληροφορίες που να καλύπτουν με επάρκεια την περίοδο που διέρρευσε από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης μέχρι την αντίληψη ότι υπάρχουν έγγραφα που δυνατό να επηρεάσουν τη γραμμή υπεράσπισης. Ούτε τι συγκεκριμένες προσπάθειες έγιναν και πότε μέχρι την πρόσβαση στα έγγραφα περί τα μέσα του
- Επίσης δεν δικαιολογείται ο χρόνος που παρήλθε από τις 22.09.21 που καταχωρίστηκε γραπτή ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου μέχρι τις 30.01.23 που τελικά ο Εναγόμενος 2 αποφάσισε, μέσω του δικηγόρου του, να υποβάλει αίτημα για να του δοθεί άδεια να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Παρόλα αυτά, έχοντας υπόψη μου την προαναφερόμενη νομολογία όπου η καθυστέρηση δεν εξετάζεται απομονωμένα και μεμονωμένα, η μερική αδυναμία στο να δικαιολογηθεί με απόλυτη πειστικότητα η ολιγωρία που παρατηρείται στην προώθηση του εν λόγω δικονομικού διαβήματος δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Δεν είναι από μόνος του ο αποφασιστικός παράγοντας. Παράλληλα δεν έχω διαπιστώσει η ολιγωρία στην προώθηση του εν λόγω δικονομικού διαβήματος να συνδέεται με στοιχείο κακοπιστίας. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να με οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας που το επικαλέστηκε με τον τρίτο λόγο ένστασης της. Η προβαλλόμενη θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 2 με τις αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπεί στην προώθηση ισχυρισμών που έχουν τεθεί σε άλλη αγωγή προκειμένου να επωφεληθεί, στερείται ερείσματος. Δεν αντιλαμβάνομαι πως ο Εναγόμενος 2 θα επωφεληθεί από κάτι τέτοιο που του αποδίδεται αφού τελικά το ποια εκδοχή αληθεύει θα διαπιστωθεί μέσα από την εκδίκαση της ουσίας της παρούσας αγωγής. Σε τελευταία ανάλυση η Ενάγουσα δεν έχει θέσει ενώπιον μου, ως όφειλε, οποιαδήποτε πειστικό στοιχείο που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από κακοπιστία. Περαιτέρω δεν έχω διαπιστώσει ότι η προαναφερόμενη καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα συνταγματικά δικαιώματα της Ενάγουσας. Όπως έχει λεχθεί, τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων δεν περιπλέκει την εκδίκαση των επιδίκων θεμάτων, ούτε τοποθετεί την εκδίκαση της υπόθεσης πάνω σε διαφορετική βάση αφού ο χαρακτήρας και ο πυρήνας της υπερασπιστικής γραμμής δεν διαφοροποιείται και ούτε εκτροχιάζεται ο χρονικός ορίζοντας της ακροαματικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση η όποια ζημιά προκαλείται στην Ενάγουσα από την καθυστέρηση που προκλήθηκε θεραπεύεται με την έκδοση κατάλληλης διαταγής εξόδων προς όφελος της. Δεν παραγνωρίζω την άποψη της Ενάγουσας ότι τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων θα εκτροχιάσει τη διαδικασία αφού ενδεχομένως η Ενάγουσα να πρέπει να αιτηθεί άδεια για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης προκαλώντας έτσι περαιτέρω καθυστέρηση στη διεξαγωγή της δίκης. Η θέση για επηρεασμό συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας εάν και εφόσον εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις προωθείται με τον πέμπτο λόγο ένστασης. Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα δεν συμμερίζομαι τη θέση της αυτή. Το επιχείρημα της αυτό δεν ευσταθεί επειδή η Ενάγουσα έτσι και αλλιώς θα έχει την ευκαιρία να απαντήσει στις αιτούμενες τροποποιήσεις, σε περίπτωση βέβαια που αυτές εγκριθούν, μέσα από την τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση που θα καταχωρίσει. Βέβαια αν κρίνει ότι χρήζει τροποποίησης η έκθεση απαίτησης, είναι δικαίωμα της να προχωρήσει με βάση τη δικονομική διαδικασία που προσφέρεται. Την ίδια στιγμή δεν εντοπίζω οποιοδήποτε στοιχείο που να καθιστά την προώθηση της παρούσας διαδικασίας καταχρηστική. Ο Εναγόμενος 2 ασκεί το δικονομικό δικαίωμα που του παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καταχωρώντας αίτηση απαλλαγμένη από το στοιχείο κακοπιστίας προκειμένου να εισαχθούν ισχυρισμοί που με τη δικογράφηση τους θα οδηγήσουν σε διεξοδική επίλυση των επιδίκων ζητημάτων σε συνολική και διασαφηνισμένη μορφή δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στο πραγματικό και νομικό τους πλαίσιο. Η δε αναγκαιότητα και συνάμα χρησιμότητα των αιτουμένων τροποποιήσεων έχουν εξηγηθεί προηγουμένως. Δεν σκοπεύω να επανέλθω στο θέμα αυτό. Παραπέμπω στον αναλυτικό σχολιασμό που έχω προβεί προηγουμένως ως εξέταση του τέταρτου λόγου ένστασης της Ενάγουσας. Συμπληρωματικά αναφέρω τη θέση της Ενάγουσας ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις που επιδιώκονται να εισαχθούν είναι αντιφατικοί υφιστάμενων δικογραφημένων ισχυρισμών. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, ενώ στην έκθεση υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως δεν γνωρίζει πως ενεργούσε η Εναγόμενη 1 πριν τον διορισμό του, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επικαλείται ότι η επίδικη σύμβαση αποτελεί συνέχεια της κατ' ισχυρισμό σύμβασης που υπήρχε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης
- Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση της Ενάγουσας. Αυτό που δικογραφείται είναι ότι ο Εναγόμενος 2 δεν γνώριζε το πως η Εναγόμενη 1 εταιρεία λειτουργούσε και ενεργούσε πριν να τεθεί υπό τον έλεγχο του. Αυτό που φαίνεται να επιδιώκεται με την τροποποίηση είναι η δικογράφηση της θέσης ότι μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Ενάγουσας υπήρχε συμβατική σχέση, χωρίς όμως να προβάλλεται ισχυρισμός περί γνώσης ως προς τον τρόπο που τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη αντιμετώπιζαν την επαγγελματική τους συνεργασία. Κατόπιν συνεκτίμησης όλων των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι το συμφέρον της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας μου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Όλοι οι λόγοι ένστασης έχουν εξεταστεί και κρίνονται ανεδαφικοί και αβάσιμοι. Ως εκ τούτου, η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της και η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης του Εναγομένου 2 ως τα σημεία (Α) και (Β) της παραγράφου 1 της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου 2 να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και τυχόν Απάντηση στην τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης από την Ενάγουσα να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεση Υπεράσπισης. Τα τροποποιημένα δικόγραφα να επιδοθούν και στο δικηγόρο του Τριτοδιαδίκου. Ένεκα του στοιχείου του επείγοντος που υπάρχει, το παρόν διάταγμα να συνταχθεί εντός 3 εργασίμων ημερών από σήμερα. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 2 και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 18.09.23 και ώρα 10:00 π.μ. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο