← Κύπρος

G & R ABDOU BROTHERS LIMITED ν. ISAEV IURII κ.α., Αγωγή αρ. 1507/2020, 12/6/2023

G & R ABDOU BROTHERS LIMITED ν. ISAEV IURII κ.α., Αγωγή αρ. 1507/2020, 12/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1507/2020 G & R ABDOU BROTHERS LIMITED Ενάγουσα ν.

  1. ISAEV IURII
  2. ELENA ISAEVI Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 07.02.2023 για ενδιάμεσες θεραπείες και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 23.02.2023 Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Α. Αθανασίου για Μέρκουρης Τελώνης & Γιολάντα Ζυμπουλάκη Τελώνη ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: Μ. Πατσαλίδου (κα) για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία που ασχολείται με την εμπορία, μεταφορά και τοποθέτηση διακοσμητικής πέτρας και άλλες συναφείς εργασίες, ισχυρίζεται πως την 09.01.2016, συμφώνησε με τους Εναγόμενους την πώληση και τοποθέτηση πέτρας στο ακίνητο των Εναγόμενων, τα στοιχεία του οποίου περιγράφονται στην αγωγή, καθώς και την πώληση υλικών και την εκτέλεση περαιτέρω εργασιών στην οικία τους, που επίσης περιγράφονται στην αγωγή, έναντι του συνολικού τιμήματος των €200,039,00, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως οι Εναγόμενοι της οφείλουν υπόλοιπο €56.000,00, που αξιώνει εντόκως. Η αγωγή ασκήθηκε δια Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης την 12.12.
  3. Την 10.01.2023, η Ενάγουσα καταχώρισε την Έκθεση Απαίτησής της. Την 07.02.2023, η Ενάγουσα αιτήθηκε μονομερώς, με βάση μεταξύ άλλων τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει τη διάθεση του ακινήτου των Εναγόμενων, στο οποίο εκτέλεσε τις αναφερόμενες στην έκθεση απαίτησής της εργασίες, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Η αίτηση της υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας, στην οποία εκτίθενται με λεπτομέρεια τα γεγονότα, και οι λόγοι που οδήγησαν την Ενάγουσα στο να αιτηθεί την ενδιάμεση θεραπεία. Σε πιο συνοπτική διατύπωση, έχουν ως εξής: Την 09.01.2016, η Ενάγουσα και οι Εναγόμενοι αποφάσισαν γραπτώς την εκτέλεση εργασιών από την Ενάγουσα στην οικία των Εναγόμενων, που περιγράφεται, έναντι του συνολικού τιμήματος των €200.039,00 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Προσκομίζεται το έγγραφο της συμφωνίας, στο οποίο περιγράφονται οι εργασίες. Η συμφωνία περιλάμβανε τρία είδη εργασιών: την πώληση και προμήθεια λιβανέζικης πέτρας, την τοποθέτησή της στην οικία τους, και τις εργασίες στην πισίνα. Την 08.01.2016, η Ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε δύο τιμολόγια στους Εναγόμενους, ένα τιμολόγιο για το ποσό των €135.000,00, που αφορούσε στην πώληση, προμήθεια και τοποθέτησης της πέτρας, και ένα τιμολόγιο για τις εργασίες στην πισίνα και τα λοιπά υλικά, για €65.392,
  4. Όσον αφορά το τιμολόγιο για το ποσό των €135.000,00, οι €56.000,00 αφορούσαν το τίμημα αγοράς της πέτρας και οι €79.000,00 το κόστος τοποθέτησής της. Προσκομίζονται αντίγραφα των εγγράφων που φέρονται ως τα τιμολόγια, στα οποία περιγράφονται αναλυτικότερα οι εργασίες και τα υλικά. Η Ενάγουσα, από τον Ιανουάριο του 2016 και μέχρι τον Απρίλιο του 2016, όπως θέτει, εκτέλεσε πλήρως όλες τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, με επιμέλεια, και οι Εναγόμενοι τις αποδέχθηκαν γιατί ήταν της αρεσκείας τους. Οι Εναγόμενοι εξόφλησαν το τιμολόγιο αξίας €65.293,46, που αφορούσε τις εργασίες στην πισίνα, και από το τιμολόγιο αξίας €135.000,00, πλήρωσαν μόνον €75.000,00, και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €56.000,00, που αφορούσε την αγορά και προμήθεια της πέτρας. Παρά τις οχλήσεις, δεν καταβλήθηκε, και οφείλεται μέχρι σήμερα, εξ ου και αξιώνεται με την αγωγή, και η Ενάγουσα θέτει πως έχει συζητήσιμη υπόθεση και καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή της. Περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2023, ο διευθυντής της Ενάγουσας έλαβε πληροφορίες από κτηματομεσίτες και φιλικά πρόσωπα της Ενάγουσας ότι, ένεκα του γεγονότος πως οι Εναγόμενοι έχουν τραπεζικό χρέος που επιθυμούν να εξοφλήσουν, διαφημίζουν το ακίνητο τους, με σκοπό την πώλησή του. Σύμφωνα με έρευνα των δικηγόρων της Ενάγουσας στο Κτηματολόγιο, το ένδικο ακίνητο είναι και η μοναδική ακίνητη περιουσία των Εναγόμενων στην Κύπρο, που είναι υποθηκευμένη. Εκ των δεδομένων αυτών, η Ενάγουσα βλέπει κίνδυνο αποξένωσης του ακινήτου και μη ικανοποίησή της, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση προς όφελός της, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν γνωστούς δεσμούς με την Κύπρο και έδειξαν συμπεριφορά αφερεγγυότητας. Το Δικαστήριο, που επιλήφθηκε της αίτησης της Ενάγουσας, για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό ημερομηνίας 23.02.2023, εξέδωσε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους και σε οποιοδήποτε πρόσωπο εντέλλεται από τους Εναγόμενους να πωλήσουν, εκχωρήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν περαιτέρω με οποιονδήποτε τρόπο ή άλλως πώς διαθέσουν το ακίνητο, μέχρι την ακρόαση των Εναγόμενων στη διαδικασία αυτή ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, διευκρινίζοντας πως το διάταγμα αυτό δεν εμποδίζει τον εμπράγματο πιστωτή της υποθήκης Υ1336/2012 ΕΚΓ Πάφου να κάνει χρήση της εξασφάλισής του επί του ακινήτου. Σε περίπτωση εκποίησης του ακινήτου από αυτόν τον εμπράγματο πιστωτή ή διάθεσής του σε αυτόν τον εμπράγματο πιστωτή, απαγορεύεται στους Εναγόμενους ή σε οποιονδήποτε πρόσωπο εντέλλεται από τους Εναγόμενους ή τους εκπροσωπεί να διαθέσουν, να μεταφέρουν ή άλλως πώς να χρησιμοποιήσουν εναπομείνασα αξία του ακινήτου μέχρι το ποσό των €60.000,00, μέχρι την ακρόαση των Εναγόμενων στη διαδικασία αυτή ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι ενίστανται στην οριστικοποίηση και δια της ένστασής τους ζητούν την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται, εστιάζουν στο ότι, κατά τη γνώμη των Εναγόμενων, δεν συνέτρεξε το κατεπείγον και υπήρξε και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αλλά, εάν το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει την αίτηση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Η αγωγή είναι εκπρόθεσμη, η αίτηση είναι λανθασμένη όσον αφορά την Εναγόμενη 2, γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη, ενώ σε περίπτωση οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος, επειδή η αξία του ακινήτου που δεσμεύεται είναι πολλαπλάσια, θα δημιουργηθεί ζημιά στους Εναγόμενους, που είχαν λόγο που δεν πλήρωσαν το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα, αφού δεν είχε ολοκληρώσει τις συμφωνηθείσες εργασίες. Οι Εναγόμενοι θεωρούν την αίτηση της Ενάγουσας καταχρηστική. Με την ένορκη δήλωσή του, που συνοδεύει την ένσταση των Εναγόμενων, ο Εναγόμενος 1 αναφέρει πως οι δικηγόροι των Εναγόμενων τον συμβούλευσαν πως, επειδή το χρέος ήταν απαιτητό από τον Ιούλιο του 2016, και η αγωγή καταχωρίστηκε το 2020, είναι «εκπρόθεσμη» με βάση τον νόμο που ρυθμίζει την παραγραφή, και ειδικότερα το άρθρο 7 § 2 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/
  5. Πέραν αυτού, οι Εναγόμενοι θεωρούν το ποσό των €56.000,00 μικρό, συγκριτικά με το ποσό των €140.392,46 που εισέπραξε η Ενάγουσα, και ο λόγος που δεν πληρώθηκε ήταν γιατί η Ενάγουσα, αδικαιολόγητα και χωρίς εξήγηση, εγκατέλειψε τις εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει στην πισίνα. Εργασίες που συμφωνήθηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και του ιδίου, χωρίς εμπλοκή της Εναγόμενης 2, όπως φαίνεται και από τη γραπτή συμφωνία που προσκόμισε η Ενάγουσα, που δεν έχει εναντίον της Εναγόμενης 2 αγώγιμο δικαίωμα. Η συμφωνία καταρτίστηκε το 2016 και η Ενάγουσα ουδέποτε είχε ανησυχήσει ότι οι Εναγόμενοι θα εγκατέλειπαν την Κύπρο, όπως και ούτε το 2018 που απέστειλε επιστολή, ούτε το 2020 που είχε αποστείλει νέα επιστολή, στο μεταξύ αφήνοντας δύο χρόνια να περάσουν άπρακτα. Ούτε και μετά την καταχώριση της αγωγής είχε τέτοια ανησυχία. Ο κίνδυνος στον οποίο αναφέρεται η Ενάγουσα είναι φανταστικός. Το ακίνητο είναι υποθηκευμένο από το 2012 και δεν υπάρχει στον νόμο δυνατότητα «εκχώρησής» του στον δανειστή. Φανταστικό είναι, κατά τους Εναγόμενους, και το σενάριο σε σχέση με την εμπλοκή μεσιτών για την πώληση του ακινήτου, που δεν κατονομάζονται. Οι Εναγόμενοι, όπως αναφέρουν, διαμένουν στην Κύπρο από το 2005, και το 2018 έκαναν και αίτηση για πολιτογράφηση. Ο υιός τους φοιτά στην Κύπρο, ενώ το 2022 αιτήθηκε και ο ίδιος την πολιτογράφησή του ως Κύπριος πολίτης. Στην Κύπρο, διαθέτουν δύο εταιρείες, που ασχολούνται με το γενικό εμπόριο και λειτουργούν κανονικά, μέτοχος των οποίων είναι ο υιός τους. Ουδέποτε συνέτρεξε λόγος να εγκαταλείψουν την Κύπρο, απλώς ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, λόγω της εργασίας του, πρέπει να ταξιδεύει συχνά στη Ρωσία, κάποτε και με τη συνοδεία της συζύγου του, χωρίς αυτό να μεταφράζεται ως εγκατάλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού και τότε στην οικία τους στην Κύπρο διαμένει ο υιός τους, τα Σαββατοκύριακα ή τις αργίες, που δεν βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο. Πρόσθετα, για προστασία του σπιτιού, το σπίτι πάντοτε βρίσκεται με κάποιον τρόπο σε λειτουργία. Με βάση εκτίμηση της οικίας τους από εκτιμητή, την οποία προσκομίζουν, η αξία της είναι €1.080.000,
  6. Είναι πολλαπλάσια του ποσού που διεκδικεί η Ενάγουσα και που, εάν πρέπει να καταβληθεί ή όχι, με δεδομένους τους ισχυρισμούς πως εγκαταλείφθηκαν οι εργασίες, θα αποφασιστεί στην αγωγή. Η συναλλακτική συμπεριφορά των Εναγόμενων δεν ήταν τέτοια, όπως θέτει ο Εναγόμενος 1, που να μαρτυρεί αφερεγγυότητα ή και ακόμα να δίδει καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της Ενάγουσας. Κυρίως όμως, η συναλλακτική συμπεριφορά του Εναγόμενου 1, σε συνάρτηση με την οικονομική επιφάνειά του, δεν δικαιολογεί τον φόβο της Ενάγουσας πως, σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή της, δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί τέτοια αξίωση. Για τους λόγους αυτούς, οι Εναγόμενοι εισηγούνται πως το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Η ακρόαση της αίτησης και της ένστασης έγινε στη βάση των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας, προς υποστήριξη των θέσεων της Ενάγουσας και των Εναγόμενων αντίστοιχα. Η πλευρά της Ενάγουσας θέτει, δια της αγόρευσης των συνηγόρων της, πως, επειδή ο Εναγόμενος 1, που κατάγεται από τη Ρωσία, δεν αναφέρει πως κατανοεί την ελληνική γλώσσα, και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγόμενων είναι στην ελληνική γλώσσα, η ένσταση των Εναγόμενων δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Παραπέμπει σε νομολογία. Σε περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν κατανοεί τη γλώσσα στην οποία διεξάγεται η διαδικασία, που εδώ είναι η ελληνική γλώσσα, θα πρέπει να ορκίζεται ή να παρέχει τη διαβεβαίωσή του, αναλόγως, στη γλώσσα που κατανοεί, και έπειτα να διενεργείται μετάφραση των λεγομένων του στη γλώσσα της διαδικασίας, από προσοντούχο πρόσωπο που δηλώνει τα προσόντα του και ορκίζεται ή βεβαιώνει την πιστότητα της μετάφρασης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαγνώσει, από τα κείμενα που έχει ενώπιον του, το γεγονός εάν ο Εναγόμενος 1, ή και ο διευθυντής της Ενάγουσας που επίσης δεν αναφέρει στη δική του ένορκη δήλωση πως κατανοεί την ελληνική γλώσσα (ενώ και το δικό του επώνυμο ενέχει στοιχείο διεθνότητας), ως γεγονός, κατανοούν ή όχι την ελληνική γλώσσα. Ως ορθά επισημαίνεται στην αγόρευση του δικηγόρου της Ενάγουσας, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 διαμένει στην Κύπρο για πολλά χρόνια δεν σημαίνει πως γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Ισχύει όμως και το αντίθετο. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 κατάγεται από τη Ρωσία δεν σημαίνει από μόνο του πως δεν κατανοεί τη γλώσσα της διαδικασίας. Μπορεί να κατάγεται από οπουδήποτε και να μην έχει δυσκολία στη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τεκμήριο μη γνώσης της ελληνικής γλώσσας, εκ της δεδηλωμένης καταγωγής κάποιου προσώπου, ώστε ο καθένας το όνομα ή επώνυμο του οποίου παραπέμπει σε καταγωγή από άλλη χώρα ή δεν αμφισβητεί τέτοια καταγωγή, και ορκίζεται στην ελληνική γλώσσα, αν δεν δηλώνει πως γνωρίζει την ελληνική γλώσσα παρέχοντας σχετικές πληροφορίες ή εκθέτοντας το επίπεδο γνώσης του στην ελληνική γλώσσα, να παρέχει εξ αρχής μη αποδεκτή μαρτυρία. Ο Εναγόμενος 1 δεν κλήθηκε για να αντεξεταστεί, ώστε να διαφανεί κάποια αδυναμία του στην ελληνική γλώσσα. Επίσης, το θέμα δεν τέθηκε με δικονομικά αποδεκτό τρόπο, ενδεχομένως με αίτηση για παραμερισμό του εγγράφου αυτού λόγω αντικανονικότητας, για να δοθεί και η δυνατότητα στην πλευρά των Εναγόμενων να τοποθετηθεί επί του ισχυρισμού της Ενάγουσας. Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση δεν θα ήταν να μην ακουστούν οι Εναγόμενοι λόγω αντικανονικότητας (και εξ αυτής να επωφεληθεί η Ενάγουσα ενδιάμεσης θεραπείας), αλλά να ακουστούν, ενδεχομένως με ανάλογη θεραπεία, εάν τυχόν υφίστατο κάποια αντικανονικότητα. Η ακρόαση αφέθηκε να διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, της μίας και της άλλης πλευράς, και, εκ του περιεχομένου αυτών, δεν προκύπτει αντικανονικότητα. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση της Ενάγουσας έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι τέτοιες, ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Τα διατάγματα που δεσμεύουν περιουσία, ενόψει προβαλλόμενου κινδύνου αποξένωσης της, λόγω της φύσης τους, μπορούν να δίδονται μονομερώς, εάν η προηγούμενη ειδοποίηση προς τον εναγόμενο, προκύπτει λογικά ότι, θα μπορούσε να υποβοηθήσει ή να επισπεύσει την αποξένωση που ο ενάγων επιχειρεί να προλάβει και να αποτρέψει με το διάβημά του να δεσμεύσει την περιουσία του εναγόμενου. Εάν ευσταθεί ή όχι ο κίνδυνος που παρουσιάζει ο ενάγων, εξετάζεται ευχερέστερα στο πλαίσιο των ουσιαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για τη διατήρηση σε ισχύ τέτοιων διαταγμάτων, παρά δικαιοδοτικά. Δεν θα συμφωνήσω με τους Εναγόμενους πως δεν συνέτρεξε το «κατεπείγον», για την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος, ούτε φυσικά με την προσέγγιση του κατεπείγοντος χρονικά, από το 2016 ή το 2018 ή το
  7. Την στιγμή που η Ενάγουσα εξέλαβε πως υπάρχει ο κίνδυνος αποξένωσης, έσπευσε. Αυτό συνέβη, όπως ανέφερε στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης της, μετά που έλαβε πληροφορίες από κτηματομεσίτες και φιλικά πρόσωπα, ότι γίνονται προσπάθειες πώλησης του ακινήτου των Εναγόμενων, με σκοπό την εξόφληση ενυπόθηκου χρέους, γι' αυτό και διαφημίζονταν. Τότε η Ενάγουσα μπήκε και στη διαδικασία πρώτα να ερευνήσει στο Κτηματολόγιο, και να εντοπίσει τα στοιχεία της υποθήκης, παράλληλα διαπιστώνοντας πως το συγκεκριμένο ακίνητο είναι η μοναδική ακίνητη περιουσία των Εναγόμενων στην Κύπρο. Η επαλήθευση της ύπαρξης υποθήκης λειτούργησε επιβεβαιωτικά των πληροφοριών που ισχυρίζεται πως είχε λάβει από κτηματομεσίτες και φίλους, ότι γίνονται προσπάθειες πώλησης για εξόφληση τραπεζικού χρέους, και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι πρόκειται για τη μοναδική ακίνητη περιουσία των Εναγόμενων στην Κύπρο, θορυβήθηκε, και κινήθηκε προς εξασφάλιση ενδιάμεσης θεραπείας. Δεν ισχυρίστηκε πως ο κίνδυνος (πώληση ακινήτου ως του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου) μπορεί να υλοποιηθεί με χρονική αμεσότητα, εφόσον υπάρχει υποθήκη και σε κάθε περίπτωση εμπλοκή ενυπόθηκου πιστωτή, εξ ου και δεν καταχώρισε την αίτησή της άμεσα μετά την έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών από το Κτηματολόγιο, αλλά μετά την παρέλευση κάποιων ημερών, λιγότερων του ενός μηνός. Να ειδοποιούσε όμως τους Εναγόμενους, για να ακουστούν επί όσων η Ενάγουσα πληροφορήθηκε και εκλαμβάνει ως κίνδυνο, πριν από τη δέσμευση του ακινήτου, θα μπορούσε, λογικά (χωρίς γνώση της εκδοχής των Εναγόμενων), να θέσει εξ αρχής το διάβημα της Ενάγουσας χωρίς αντικείμενο. Το Δικαστήριο μπορούσε να επιληφθεί της αίτησης της Ενάγουσας μονομερώς, υπό τις περιστάσεις, και να εκδώσει το προσβαλλόμενο προσωρινό διάταγμα, που εν τέλει εξέδωσε, υπό το φως μεν όσων εξέθεσε η Ενάγουσα, αλλά με ισχύ μέχρι την ακρόαση των Εναγόμενων στη διαδικασία αυτή, και υπό την επιφύλαξη των όσων οι Εναγόμενοι θα αναφέρουν στο Δικαστήριο, αφού ειδοποιηθούν σχετικά. Και ακούγονται σε αυτή τη διαδικασία. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας τα προσωρινά διατάγματα μέσα και από τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά των Εναγόμενων, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από την Ενάγουσα. Προσκόμισε στο Δικαστήριο τη συμφωνία που συνήψαν, εξήγησε το αντικείμενο της αγωγής της. Εξήγησε, στην παράγραφο 3, πως στη συμφωνία φέρεται ως το άλλο συμβαλλόμενο μέρος ο Εναγόμενος 1 και ότι η Εναγόμενη 2 υπέγραψε αυτήν κατ' εξουσιοδότησή του, αλλά ανέφερε και πως, κατά τη θέση της, δεσμεύεται και η ίδια η Εναγόμενη 2 συμβατικά, ως συνάφθηκε η συμφωνία, αλλά και ως η συνιδιοκτήτρια του ακινήτου στο οποίο εκτελέστηκαν οι εργασίες, και επωφελούμενη από αυτές. Δεν απέκρυψε στο Δικαστήριο τους χρόνους είτε της συμφωνίας είτε της απαίτησης πληρωμής. Δεν προκύπτει ότι ήταν στο πεδίο γνώσης της Ενάγουσας οι λοιπές πληροφορίες που οι Εναγόμενοι εκθέτουν, σε σχέση με την υπερασπιστική εκδοχή των Εναγόμενων ή της προσωπική τους ζωή ή τις δραστηριότητές τους, και του υιού τους. Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13]. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν.14/1960 εξετάζονται και οι νομικές βάσεις των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.6, όπου εφαρμόζονται. Το ακίνητο των Εναγόμενων του οποίου ζητήθηκε η δέσμευση δεν συνιστά αντικείμενο της αγωγής (άρθρο 4 Κεφ.6), επειδή οι εργασίες των Εναγόντων εκτελέστηκαν εκεί. Η απαίτηση των Εναγόντων είναι για χρέος ή αποζημίωση, η δε προϋποθέσεις της ανάλογης έκτασης της δέσμευσης και της επάρκειας τίθενται και δια του άρθρου 5 Κεφ.
  8. Και με βάση το άρθρο 5 Κεφ.6, ο ενάγων θα πρέπει να αποδεικνύει πως έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν είναι ζήτημα τεχνικό, απλώς να πληρούνται ορισμένες προϋφιστάμενες προϋποθέσεις. Εν τέλει, ακόμα κι όταν πληρούνται όλες αυτές οι προϋποθέσεις, το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να αντέχει, πρόσθετα, στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice), δηλαδή να είναι δίκαιο να υφίσταται και να δεσμεύει, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ευχέρειας του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης να εκδίδει τέτοια προσωρινά διατάγματα. Η Ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, ενάγει τους Εναγόμενους βάσει σύμβασης προμήθειας υλικών και εκτέλεσης εργασιών, που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, δια της Εναγόμενης 2, και που ισχυρίζεται πως δεσμεύει και την Εναγόμενη 2, και πως, σε κάθε περίπτωση, εκτέλεσε τις εργασίες στο σύνολό τους, στην οικία που ανήκει κατ' ιδιοκτησία στους Εναγόμενους 1 και 2, και τις οποίες οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν προς ικανοποίησή τους, και επωφελήθηκαν της αξίας τους. Στο πλαίσιο της όλης δικαιοπραξίας, εκδόθηκε και το έγγραφο που φέρεται ως τιμολόγιο για ποσό που περιλαμβάνει και τις €56.000,00, που ήταν πληρωτέο δύο μήνες μετά την έκδοσή του, αλλά θα έφερε τόκο σε περίπτωση μη έγκαιρης πληρωμής του. Δεν τερματίστηκε η συμφωνία, λόγω μη έγκαιρης πληρωμής, και η απαίτηση για την πληρωμή, που όπως η Ενάγουσα ισχυρίζεται αφορά στην προμήθεια και πώληση της πέτρας, έγινε το
  9. Η Ενάγουσα θέτει ένα δικάσιμο θέμα, που για να αποφασιστεί, χρειάζεται η εκδίκασή του από το Δικαστήριο. Όπως εκτίθεται η απαίτησή της, δεν μπορεί να λεχθεί, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, πως είναι «εκπρόθεσμη» γιατί εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 7 § 2 Ν.66(Ι)/2012, και όχι στην περίπτωση του άρθρου 7 § 1 Ν.66(Ι)/2012· μπορεί και άλλως πώς να επιβιώνει ο αγώγιμος χαρακτήρας της αξίωσης της, ενώ, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει, όπως λέει, μια απαίτηση πληρωμής του χρέους το 2018 (ασχέτως της ημερομηνίας έκδοσης του τιμολογίου, που ήταν ίσως ήταν και πριν από την ολοκλήρωση της εκτέλεσης των εργασιών, τον Απρίλιο του 2016), και η αγωγή κινήθηκε το
  10. Θα πρέπει να ακουστεί σχετική μαρτυρία στο πλαίσιο της διαδικασίας της αγωγής, ή ακόμα και προδικαστικά εάν η βάση των γεγονότων είναι κοινή· αλλά να ακουστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας της αγωγής. Δεν μπορεί, επίσης, να λεχθεί πως η Ενάγουσα δεν έχει γενικότερα ουσιαστικό δικαίωμα εναντίον και της Εναγόμενης 2, αξιολογώντας τώρα την εμπλοκή της Εναγόμενης 2 στη γραπτή σύμβαση, πώς και τι και ως τι υπέγραψε, και κατά πόσο δεσμεύτηκε και η ίδια με οποιονδήποτε τρόπο στην όλη συμβατική σχέση των μερών (όπως είναι η θέση της Ενάγουσας), και παράλληλα γνωρίζοντας τη θέση της Ενάγουσας πως η πέτρα, το κόστος της οποίας διεκδικεί, τοποθετήθηκε στην οικία και της Εναγόμενης
  11. Πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/1960 και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καθιστά εκ προοιμίου την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον οποιουδήποτε εκ των Εναγόμενων 1 και 2 μη δικάσιμη, μη συζητήσιμη. Έπειτα, η Ενάγουσα έθεσε την απαίτησή της με συγκεκριμένες αναφορές σε συμφωνία, περιλαμβανομένης γραπτής συμφωνίας, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν και συγκεκριμένα έγγραφα που θεωρεί τιμολόγια, με επαρκή λεπτομέρεια και στοιχεία, για να καταδείξει πως έχει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας εναντίον των Εναγόμενων. Εξήγησε εξ αρχής πως τιμολόγησε ξεχωριστά και διεκδικεί το ποσό που τιμολογήθηκε ως το κόστος της πέτρας που προμήθευσε και πώλησε στους Εναγόμενους, και έλαβαν οι Εναγόμενοι. Η εκδοχή των Εναγόμενων ότι δεν εκτελέστηκαν κάποιες εργασίες στην πισίνα δεν δημιουργεί τέτοιες σκιές ώστε, σε αυτό το στάδιο, να είναι εφικτό να αποδομηθεί το πλαίσιο της απαίτησης της Ενάγουσας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι ορατό πως είναι πιθανόν να μην δικαιούται σε θεραπεία εναντίον των Εναγόμενων. Οι τελευταίοι, πάντως, παραδέχονται πως δεν πληρώθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο που φέρεται ως τιμολόγιο, για τους λόγους και οι ίδιοι έχουν να προβάλουν στο πλαίσιο της υπεράσπισής τους στην αγωγή, παράλληλα μη αναφέροντας κάποια δική τους έγκαιρη αντίδραση στην απαίτηση της Ενάγουσας να πληρωθεί ένα τιμολόγιο που εκδόθηκε το 2016, και που δεν αναφέρεται πως ακυρώθηκε με κάποιον τρόπο. Χωρίς φυσικά να αξιολογείται η μαρτυρία της κάθε πλευράς στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, οι πιθανότητες που δίνει η Ενάγουσα για επιτυχία της αγωγής της είναι επαρκείς, για να μπορεί να αποδοθεί ενδιάμεση θεραπεία, και πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
  12. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/1960, η Ενάγουσα έχει θέσει πως, επειδή αυτή είναι η μοναδική περιουσία των Εναγόμενων στην Κύπρο από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί το χρέος των €56.000,00, εάν εκδοθεί τελικά απόφαση για το ποσό αυτό, θα πρέπει να δεσμευθεί αυτό το ακίνητο, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής, κι ότι, εάν δεν δεσμευτεί, το χρέος θα μείνει ανικανοποίητο. Ότι δεν υπάρχει άλλη ακίνητη ή γενικότερα άλλη περιουσία των Εναγόμενων στην Κύπρο, δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους με συγκεκριμένο τρόπο. Οι τελευταίοι αντέδρασαν και εστίασαν τους ισχυρισμούς τους στους δεσμούς τους με την Κυπριακή Δημοκρατία, που, όπως φαίνεται από όσα εξέθεσαν, υπάρχουν. Όμως η Ενάγουσα δεν ενήργησε αποκλειστικά βάσει εκείνου του φόβου, ότι οι Εναγόμενοι θα εγκαταλείψουν την Κυπριακή Δημοκρατία, λόγω ανεπαρκών δεσμών. Τον φόβο της εκείνο απλώς το συμπεριέλαβε στους λόγους που, κατ' αυτήν, υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί μια προς όφελος της απόφαση, εάν πωληθεί το ακίνητο. Ούτε μεν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί πληροφοριών πώλησης του ακινήτου για να εξοφληθεί το χρέος ήταν όσο πιο συγκεκριμένοι θα μπορούσαν να είναι, με το να κατονομάσει τους πληροφοριοδότες ή τους μεσίτες, μα ούτε και διαψεύστηκαν από τους Εναγόμενους. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους, οι Εναγόμενοι, αρνούνται ξεκάθαρα πως γίνεται προσπάθεια πώλησης του ακινήτου, για να εξοφληθεί το χρέος στον εμπράγματο πιστωτή, που είναι πληρωτέο. Απλώς σχολιάζουν τη μαρτυρία της Ενάγουσας πως, επειδή δεν κατονομάζει τους μεσίτες, δεν προκύπτει πως είναι αληθής η πληροφορία. Όπως προαναφέρθηκε, η Ενάγουσα δεν υποχρεούται να αποδείξει πραγματικές προσπάθειες αποξένωσης. Αναμφίβολα, υφίσταται η υποθήκη επί του ακινήτου προς όφελος του ενυπόθηκου πιστωτή. Εκείνη περιήλθε και σε γνώση της Ενάγουσας πρόσφατα, όταν θορυβήθηκε από πληροφορίες που έλαβε πως γίνονται προσπάθειες πώλησης και ερεύνησε. Εάν η Ενάγουσα χρησιμοποίησε τη λέξη «εκχωρήσουν», για να περιγράψει τον κίνδυνο, και όχι άλλην, δεν αλλοιώνεται ό,τι παρουσιάζεται ως η πραγματικότητα από την Ενάγουσα: πως εάν το ενυπόθηκο χρέος είναι απαιτητό και πρέπει να εξοφληθεί (γεγονός που δεν μαρτυρείται διαφορετικά από τους Εναγόμενους), όπως πληροφορήθηκε από πρόσωπα που δεν χρειάζεται να κατονομάσει (για να αποδείξει τις προσπάθειες των Εναγόμενων να εκποιήσουν), το ακίνητο είτε θα εκποιηθεί από τον ενυπόθηκο πιστωτή είτε από τους Εναγόμενους σε συνεννόηση με τον ενυπόθηκο πιστωτή είτε θα διατεθεί άλλως πώς στον ενυπόθηκο πιστωτή στον οποίον παραχωρήθηκε, για να εξοφληθεί το χρέος. Οι Εναγόμενοι, απλώς σχολιάζοντας τη μαρτυρία της Ενάγουσας, και ισχυριζόμενοι εξ αυτής πως δεν προκύπτει αλήθεια, δεν καθησυχάζουν τις ανησυχίες της Ενάγουσας, πως, σε περίπτωση εκποίησης του ακινήτου, μπορεί να μείνει ανικανοποίητο το χρέος που ισχυρίζεται η Ενάγουσα και για το οποίο εξέδωσε έγγραφο που θεωρεί τιμολόγιο. Οι δεσμοί των Εναγόμενων με την Κυπριακή Δημοκρατία, από ενέργειές τους για πολιτογράφηση, δεν είναι κριτήριο, και δεν επαρκούν και για το ζητούμενο. Ούτε το γεγονός πως στο συγκεκριμένο ακίνητο κάποτε διαμένει ο υιός τους, όταν δεν έχει μάθημα στο Πανεπιστήμιο, σε κλάδο σπουδών που, εάν δεν ολοκλήρωσε, ολοκληρώνει σύντομα, με βάση ό,τι προσκόμισαν οι Εναγόμενοι, μπορεί να αναιρέσει τον κίνδυνο που ευλόγως έθεσε η Ενάγουσα. Οι ίδιοι οι Εναγόμενοι συχνά απουσιάζουν λόγω εργασιών του Εναγόμενου 1 στη Ρωσία, όπως αναφέρουν. Η μοναδική ακίνητη περιουσία τους στην Κύπρο είναι υποθηκευμένη για χρέος που δεν αμφισβήτησαν πως πρέπει να πληρωθεί, και δεν παρέχουν στοιχεία για το ύψος του. Το γεγονός ότι ο υιός των Εναγόμενων είναι μέτοχος σε δύο εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο που ασχολούνται με το εμπόριο, δεν διασφαλίζει την ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας, ούτε το ότι οι Εναγόμενοι θεωρούν το χρέος «μικρό», συγκριτικά με το ποσό που ήδη πλήρωσαν, με γενικούς ισχυρισμούς περί της οικονομικής τους επιφάνειας. Δεν είναι φανερή η οικονομική επιφάνεια που ισχυρίζονται στο Δικαστήριο, και στην Ενάγουσα. Για την Ενάγουσα, το ποσό που διεκδικεί δεν είναι μικρό, και δεν γνωρίζει προσβάσιμα περιουσιακά στοιχεία των Εναγόμενων στην Κύπρο, για να ικανοποιήσουν τέτοιο χρέος. Ο κίνδυνος, σε περίπτωση εκποίησης του ακινήτου (τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην αίτηση και στον προσωρινό διάταγμα), να μην ικανοποιηθεί το χρέος των Εναγόντων προς την Ενάγουσα, εάν αποδειχθεί πως υπάρχει, είναι ορατός, ώστε να πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
  13. Όσον αφορά την έκταση της δέσμευσης, η εκτίμηση που προσκόμισαν οι Εναγόμενοι (που έγινε την 05.04.2023 κατόπιν επιθεώρησης την 04.04.2023) δίδει μόνον αγοραία αξία €1.080.000,00, και όχι αξία καταναγκαστικής πώλησης. Με τα στοιχεία που προσκόμισε η Ενάγουσα, αναφέρεται εκτιμημένη αξία, για σκοπούς Κτηματολογίου, €537.600,00, με τιμές του 2021, και ποσό εγγραφής της υποθήκης του 2012 σε €330.000,00, υποκείμενο σε τόκο με κυμαινόμενο επιτόκιο. Η υποθήκη φέρει ίδιο χρόνο εγγραφής με το ακίνητο, αφήνοντας να νοηθεί πως πρόκειται για ακίνητο που αποκτήθηκε με δάνειο και υποθηκεύτηκε για την εξασφάλισή του. Δεν είναι γνωστό το ύψος του ενυπόθηκου ή εξασφαλιζόμενου χρέους σήμερα, κι αν από την αξία του ακινήτου μένει καθόλου αξία για την ικανοποίηση οποιουδήποτε άλλου (μη εμπράγματου) πιστωτή των Εναγόμενων. Η ενδιάμεση θεραπεία που δόθηκε ήταν συναρτώμενη με το δεδομένο πως υπάρχει ένα εμπράγματο χρέος που πιθανόν να εξαντλεί την αξία του ακινήτου· πιθανότητα που δεν ανατράπηκε μετά την ακρόαση των Εναγόμενων, κατά τρόπο που να δηλώνει, αντίστοιχα, πως η δέσμευση του όλου ακινήτου με την προσωπική απαγόρευση του προσωρινού διατάγματος, χωρίς παράλληλη παρεμπόδιση του ενυπόθηκου πιστωτή, δημιουργεί δυσαναλογία που κρούει στον νόμο και στην προϋπόθεση της ανάλογης έκτασης της δέσμευσης ή της επάρκειας. Δεν δεσμεύτηκε «πολλαπλάσιας αξίας» περιουσία των Εναγόμενων, όπως εκθέτουν οι Εναγόμενοι, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος της αξίας της, εάν όχι όλο, σύμφωνα με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, διατέθηκε στον ενυπόθηκο πιστωτή. Είναι μόνον τυχόν υπόλοιπο που δεσμεύει το προσωρινό διάταγμα, απευθυνόμενο στα πρόσωπα των Εναγόμενων, και διατυπωμένο ώστε να καθίσταται σαφής η λειτουργία αυτή. Στο ισοζύγιο της ευχέρειας ή της δικαιοσύνης, είναι σαφής ο κίνδυνος, σε περίπτωση εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και εναπομείνασας αξίας, η απουσία δέσμευσης, με το υφιστάμενο προσωρινό διάταγμα, να ευνοήσει τους Εναγόμενους, που αρνούνται την οφειλή και γι' αυτό δεν πλήρωσαν· αντίστοιχα, να είναι ζημιογόνα για την Ενάγουσα. Από την άλλη, δεν προκύπτει πως σε περίπτωση διατήρησης σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος ζημιώνονται καθόλου οι Εναγόμενοι. Οι ίδιοι αρνούνται προσπάθεια πώλησης του ακινήτου προς εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους (απλώς ισχυρίζονται αναλήθεια επειδή δεν κατονομάζονται οι μεσίτες από την Ενάγουσα). Το ακίνητο είναι υποθηκευμένο και ήδη η νόμιμη λειτουργία της υποθήκευσης συνιστά απαγόρευση πώλησης ή μεταβίβασης του ακινήτου. Ποια είναι η ζημιά των Εναγόμενων, στη βάση της αξίας του ακινήτου (που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι «πολλαπλάσια» με βάση εκτίμηση που δεν αναφέρεται σε αξία καταναγκαστικής πώλησης, αλλά με τα δεδομένα της υποθήκευσης δεν είναι «πολλαπλάσια»), παρέμεινε ζήτημα ασαφές, ώστε να οδηγεί και στο ότι είναι εν τέλει δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 23.02.2023, και ως ακριβώς έχει εκδοθεί, χωρίς τροποποίηση. Με τη διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος, διατηρείται κατά βάση το status quo σε σχέση με το ακίνητο και την αξία του ακινήτου, ταυτόχρονα χωρίς να εμποδίζεται ο επί του παρόντος εμπράγματος πιστωτής. Συνθήκη που δεν μπορεί να εκληφθεί ως περιουσιακή ζημιά των Εναγόμενων, εάν δεν επιχειρούν, ως αναφέρουν, αλλαγή αυτού του status quo και εάν δεν ανατρέπεται μια δρομολογημένη κατάσταση. Η ηθική διάσταση, το γιατί να δεσμευτεί περιουσία τους, εφόσον οι ίδιοι θεωρούν πως δεν οφείλουν στην Ενάγουσα οποιοδήποτε άλλο ποσό στο πλαίσιο της συμφωνίας μαζί της, δεν εμπλέκεται στο ισοζύγιο αυτό. Αναθεωρώντας το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 23.02.2023, στη βάση όσων εκτέθηκαν από τους Εναγόμενους, επειδή η Ενάγουσα έχει αποδείξει σωρευτικά τη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων που θα πρέπει να συντρέχουν, και επειδή στο ισοζύγιο της ευχέρειας το προσωρινό διάταγμα είναι δίκαιο να υφίσταται και να διασφαλίζει την ικανοποίηση τυχόν απόφασης που ήθελε εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας: Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 23.02.2023 καθίσταται απόλυτο ως έχει εκδοθεί, και ισχύει οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής αυτής ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας ακρόασης του προσωρινού διατάγματος, λόγω της φύσης του προσωρινού διατάγματος, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής της Ενάγουσας εναντίον των Εναγόμενων, αλλά να μην είναι εναντίον της Ενάγουσας, η οποία έχει επιτύχει στην ενδιάμεση διαδικασία. Η διαταγή για τα έξοδα έχει τη λειτουργία πως, σε περίπτωση που η Ενάγουσα επιτύχει στην αγωγή της, θα δικαιούται και τα έξοδα της διαδικασίας αυτής, ως αυτά θα έχουν υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο ή άλλως θα έχουν καθοριστεί από το Δικαστήριο. Σε περίπτωση που η Ενάγουσα αποτύχει στην αγωγή της, δεν θα δικαιούται τα έξοδα της διαδικασίας αυτής, αλλά δεν θα τα δικαιούνται ούτε οι Εναγόμενοι, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ

(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.