← Κύπρος

ΟΜΗΡΟΣ ΟΜΗΡΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή αρ. 187/2023, 12/6/2023

ΟΜΗΡΟΣ ΟΜΗΡΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή αρ. 187/2023, 12/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 187/2023 i-justice

  1. ΟΜΗΡΟΣ ΟΜΗΡΟΥ
  2. ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΟΜΗΡΟΥ
  3. HOMER MICHAEL DIAMOND SALOON CO LIMITED Ενάγοντες v. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 06.03.2023 για ενδιάμεση θεραπεία και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 06.03.2023 Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Επ. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: Σ. Χατζηνεοφύτου (κα) για G. Hadjineophytou & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση αναφέρθηκαν και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.05.
  4. Οι Ενάγοντες κατέχουν κατάστημα στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, στην Κάτω Πάφο, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται λεπτομερώς στην αγωγή τους. Είναι η θέση των Εναγόντων πως το 2008, στο πλαίσιο της ανάπλασης του παραλιακού μετώπου στην Κάτω Πάφο, ο Εναγόμενος, ως η αρμόδια αρχή, επέβαλε στους Ενάγοντες την κατασκευή σκιαδίου, σύμφωνα με σχέδια και προδιαγραφές που ετοίμασε ο ίδιος, απαιτώντας και την πληρωμή ποσού €26.689,69 για την κατασκευή του. Οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν και το σκιάδιο κατασκευάστηκε και κατέχεται ως μέρος του καταστήματός τους. Η κατασκευή σκιαδίων επιβλήθηκε, όπως αναφέρουν, και σε άλλους κατόχους καταστημάτων στο ίδιο παραλιακό μέτωπο. Την 01.03.2023, σε συνάντηση των καταστηματαρχών με τον Δήμαρχο Πάφου, ενημερώθηκαν προφορικά ότι την 03.03.2023 θα προχωρήσει με την κατεδάφιση των σκιαδίων. Ήδη, από την 02.03.2023, περί ώρα 07:00, συνεργείο του Εναγόμενου μετέβη στον χώρο και άρχισε να αφαιρεί τις πινακίδες των καταστημάτων, τις γυψοσανίδες και τα φώτα στην εξωτερική πλευρά του σκιαδίου, προκαλώντας στους Ενάγοντες, όπως θέτουν, ζημιά. Ο Εναγόμενος συνέχισε αυτού του είδους τις εργασίες και την 03.03.2023, οπότε και ζήτησε από τους καταστηματάρχες να αδειάσουν τα εμπορεύματά τους, ώστε τις επόμενες ώρες να προχωρήσουν με την αφαίρεση ή κατεδάφιση των σκιαδίων. Είναι η θέση των Εναγόντων πως, εάν αφαιρεθεί ή κατεδαφιστεί το σκιάδιο του καταστήματός τους, όπως σπεύδει να πράξει ο Εναγόμενος, τα εμπορεύματα των Εναγόντων θα μείνουν εκτεθειμένα και θα προκληθούν πρόσθετα έξοδα για κατασκευές, ενώ θεωρούν πως η ενέργεια αυτή του Εναγόμενου να επέμβει στο σκιάδιο είναι παράνομη και αυθαίρετη και βαίνει εναντίον συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Εναγόντων. Αξιώνουν δηλωτική απόφαση ότι ο Εναγόμενος δεν έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει στο κλειστό σκιάδιο του καταστήματος των Εναγόντων, απαγορευτικό διάταγμα, και αποζημιώσεις. Στο πλαίσιο της αγωγής τους, οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερώς αίτηση, με χρήση μεταξύ άλλων του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται οποιαδήποτε επέμβαση του Εναγόμενου ή εντεταλμένων από τον Εναγόμενο στο σκιάδιο τους, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής αυτής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Ο Ενάγων 1 ανέφερε ενόρκως τα πιο πάνω γεγονότα, προσκομίζοντας περαιτέρω στοιχεία. Πρόσθετα, ανέφερε πως η προηγούμενη απόφαση για τα σκιάδια ή τις προεκτάσεις των καταστημάτων στο παραλιακό μέτωπο είχε ληφθεί για ευπρεπισμό, καθότι υπήρχε εικόνα αταξίας και ανομοιομορφίας. Οδήγησε μάλιστα, όσον αφορά τους Ενάγοντες, και σε αντιδικία με τη διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος εντός του οποίου βρίσκεται το κατάστημα. Ο Ενάγων 1 προσκομίζει φωτογραφικό υλικό πριν και μετά από την επέμβαση του Εναγόμενου. Θίγουν, οι Ενάγοντες, το παράνομο και αυθαίρετο της επέμβασης, εφόσον, όπως αναφέρει ο Ενάγων 1, δεν λήφθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση για κάποια κατεδάφιση από τον Εναγόμενο ως αρμόδια πολεοδομική αρχή. Δεν πρόκειται, όπως αναφέρεται, για παράνομη κατασκευή, εφόσον κατασκευάστηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο, δηλαδή καθ' υπόδειξη ή υποχρέωση και με τον τρόπο που επέβαλε ο Εναγόμενος, και οι Ενάγοντες υπέστησαν το κόστος της κατασκευής του. Το εμπόρευμα των Εναγόντων που προστατεύεται από το σκιάδιο, όπως υποστηρίζουν, υπερβαίνει τις €800.000,00, ενώ νέες κατασκευές για την προστασία του θα στοιχίσουν τουλάχιστον €25.000,
  5. Στο μεταξύ, θα υπήρχε υποχρέωση να μην λειτουργεί το κατάστημα για κάποιο χρονικό διάστημα, μέχρι την περάτωση των οικοδομικών εργασιών. Επιχειρηματολόγησαν, οι Ενάγοντες, υπέρ της έκδοσης του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Το Δικαστήριο, που επιλήφθηκε της αίτησης των Εναγόντων την 06.03.2023, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν στη μαρτυρία των Εναγόντων, εξέδωσε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, υπό την επιφύλαξη ακρόασης και του Εναγόμενου μετά την έκδοσή του, ως προς την ύπαρξη τυχόν λόγου ακύρωσης ή τροποποίησής του. Ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στην εξακολούθηση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος, δια της οποίας ζήτησε την ακύρωσή του, προβάλλοντας πως δεν συνέτρεξε το κατεπείγον για να εκδοθεί, ενώ υπήρξε και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων που λειτούργησε παραπλανητικά για το Δικαστήριο, λόγοι που επιδρούν δικαιοδοτικά. Σε αντίθεση με την εκδοχή των Εναγόντων, πρόκειται, όπως θέτει, για παράνομη κατασκευή, για την οποία δεν υπάρχει πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής. Πρόσθετα, εκτείνεται σε κοινόχρηστο χώρο και δημόσιο πεζοδρόμιο. Κατά τη θέση του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων και δεν θα ήταν δίκαιο να υφίσταται ένα προσωρινό διάταγμα που αφενός παρεμποδίζει την ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου κοινής ωφέλειας, αφετέρου παρακωλύει την αρμόδια πολεοδομική αρχή ως προς την άσκηση των εξουσιών της. Οι Ενάγοντες, όπως θέτει ο Εναγόμενος, δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Η ύπαρξη του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος συνιστά, όπως υποβάλλουν, υπέρβαση των εξουσιών του Δικαστηρίου, πέραν του ότι ισοδυναμεί, κατά τη θέση τους, με τελική θεραπεία. Ο Εναγόμενος, από την άλλη, όπως υποστηρίζει, δεν έπραξε οτιδήποτε δεν προνοεί η νομοθεσία, προς αυτοδικία, και ενήργησε με τη συγκατάθεση των Εναγόντων, για τη συντήρηση των σκιαδίων, με έξοδα του Δήμου. Επιχειρηματολογεί και ο Εναγόμενος προς την κατεύθυνση της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος και την απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων. Και η ένσταση του Εναγόμενου υποστηρίζεται από μαρτυρία, του τεχνικού μηχανικού στις υπηρεσίες του, ο οποίος εξηγεί τις περιστάσεις υπό τις οποίες είχε προκηρυχθεί το έργο της ανάπλασης του παραλιακού μετώπου, από το 2006, και κατασκευάστηκαν και τα σκιάδια. Εκθέτει τη διαφωνία με τη θέση των Εναγόντων ότι επιβλήθηκε στους Ενάγοντες τότε η κατασκευή σκιαδίου, και η πραγματικότητα, κατ' αυτόν, είναι πως ο Εναγόμενος προσπάθησε, στο πλαίσιο της ανάπλασης, να αρθούν οι παρανομίες και να επικρατήσει η τάξη και η ομοιομορφία. Και τότε, όπως λέει, υπήρχαν αντιδράσεις. Ο Εναγόμενος είχε, όπως αναφέρει, τον ρόλο του συντονιστή, μεταξύ του εργολάβου και των καταστηματαρχών. Της κατασκευής του σκιαδίου δεν προηγήθηκε αίτηση για έκδοση των απαιτούμενων αδειών, με αποτέλεσμα οι κατασκευές στο παραλιακό μέτωπο, από το 2008, να είναι παράνομες. Εξ ου και από το τοπικό σχέδιο του 2011 αφαιρέθηκε η παράγραφος που αφορούσε τα σκιάδια, γιατί κατασκευάστηκαν σκιάδια εκτός των προδιαγραφών του, ορισμένα εκ των οποίων κλειστές επεκτάσεις καταστημάτων ή προεκτάσεις εντός και του δημόσιου δρόμου. Σε σχέση με τους Ενάγοντες, το κλειστό σκιάδιο τους θα έπρεπε να συμφωνεί με το τελικό σχέδιο και ο εξωτερικός πρόβολος θα έπρεπε να ήταν ανοιχτές προκατασκευασμένες περσίδες αλουμινίου για το στέγαστρο των πεζών. Μεγάλο μέρος του σκιαδίου, στο οποίο οι Ενάγοντες ισχυρίζονται επέμβαση, εκτείνεται στον δημόσιο δρόμο, σύμφωνα με σχέδιο που προσκομίζει. Το ποσό που κατέβαλαν οι Ενάγοντες, όπως αναφέρει ο Εναγόμενος, ήταν πολύ μικρότερο από εκείνο που ισχυρίζονται οι ίδιοι. Υπάρχει όντως δικαστική διαφορά που ήγειρε η διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος στο οποίο βρίσκεται το κατάστημα των Εναγόντων. Τον Ιούνιο του 2022, προκηρύχθηκε νέος διαγωνισμός για αναβάθμιση του αστικού εξοπλισμού και των υποδομών στην περιοχή που περιβάλλει την ευρύτερη λιμενολεκάνη στο λιμανάκι Πάφου, που συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας (ΕΤΘΑ) 2014-2020 κατά 75% και από εθνικούς πόρους κατά 25%. Το έργο περιλαμβάνει την προμήθεια και τοποθέτηση νέου αστικού εξοπλισμού κατά μήκος της παραλίας, την επισκευή των υποδομών στην περιοχή του Κάστρου και στο λιμανάκι, και τη συντήρηση του «Καφενείου των Ψαράδων», τη συντήρηση και αποκατάσταση προσόψεων σκιαδίων, τη φύτευση και τοπιοτέχνηση στην περιοχή. Το έργο είχε καταστεί δημόσια γνωστό από τον Νοέμβριο του
  6. Οι καταστηματάρχες είχαν ενημερωθεί προφορικά και από τον εργολάβο και από τους υπαλλήλους του Δήμου για τις εργασίες, για το κλείσιμο των δρόμων και για τη δημιουργία εργοταξίου στο παραλιακό μέτωπο, και είχαν αντιληφθεί πως, για κάποιο χρόνο, θα επηρεάζονταν η λειτουργία των καταστημάτων τους. Η ενημέρωση και η αναζήτηση της υπομονής τους επαναλήφθηκε την 01.03.2023, όταν επίσης τους λέχθηκε ότι θα προχωρούσαν με τη συντήρηση των προβόλων τους, που είχαν σκουριάσει, και τους ζητήθηκε να αφαιρέσουν τις παράνομες προσθήκες γυψοσανίδων, ταμπελών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων επί των προβόλων, ή, εάν επιθυμούσαν, να προέβαινε ο Εναγόμενος στην αφαίρεση. Η συντήρηση θα ήταν με έξοδα του Εναγόμενου. Δεν διαμαρτυρήθηκε οποιοσδήποτε, ούτε ο Ενάγων 1, που ήταν παρών. Υπήρξε συγκατάθεση στην αφαίρεση των παράνομων προσθηκών, με σκοπό τη συντήρηση των προβόλων από τον Εναγόμενο. Ειδάλλως, όπως αναφέρει ο Εναγόμενος, ο ίδιος δεν είχε πρόθεση να επέμβει σε περιουσία που κατέχουν οι Ενάγοντες και δεν κατανοεί την αντίδραση των Εναγόντων, να εγείρουν αγωγή. Εάν δεν υπήρχε συγκατάθεση, δεν θα γίνονταν οποιαδήποτε εργασία, έγιναν όμως όντως οι παρεμβάσεις, γιατί, κατά τον Εναγόμενο, υπήρχε η συγκατάθεση των Εναγόντων, δια του Ενάγοντος 1, που συγκατατέθηκε στην αφαίρεση γιατί γνώριζε πως ήταν παράνομες οι κατασκευές. Ο Εναγόμενος αναφέρει πως το παραλιακό μέτωπο αποτέλεσε στο παρελθόν αντικείμενο ερευνών από την Αστυνομία και αναφέρει διάφορα γεγονότα που αφορούν στην προηγούμενη δημαρχεία. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, επιχειρηματολογώντας και ο ίδιος ως προς την ανάγκη ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος. Η ακρόαση της αίτησης και της ένστασης, κατ' επέκταση η αναθεώρηση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, που όλα είναι υπόψη του Δικαστηρίου στην πλήρη μορφή τους, έγινε στη βάση των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένταση. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας η μία πλευρά υπέρ της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος και η άλλη υπέρ της ακύρωσής του. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση των Εναγόντων έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Η φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, που σκοπεί στην παρεμπόδιση άμεσα επικείμενης επέμβασης σε δικαίωμα, που οι Ενάγοντες θεωρούν μη σύμφωνη με τον νόμο γιατί δεν υπήρξε συγκατάθεσή τους ούτε γραπτή ειδοποίηση με βάση τον νόμο που να εμπερικλείει απόφαση του Εναγόμενου που να μπορούν να προσβάλουν, δεν καθιστούσε λογικά εφικτό να δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση στον Εναγόμενο, για να ακουστεί, στο μεταξύ έχοντας τη χρονική ευκαιρία να υλοποιήσει τον επαπειλούμενο κίνδυνο, που παρουσίασαν οι Ενάγοντες. Τέτοια προηγούμενη ειδοποίηση θα αδρανοποιούσε τον ρόλο και τη σημασία της ενδιάμεσης θεραπείας, που σκόπευσε σε προληπτική προστασία των Εναγόντων. Το Δικαστήριο μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, κατ' εξαίρεση, να επιληφθεί της υπόθεσης χωρίς ειδοποίηση του Εναγόμενου. Αυτή η συνθήκη δεν διαφοροποιήθηκε μετά από την ακρόαση του Εναγόμενου, ο οποίος δεν αρνήθηκε πως προτίθεται να εκτελέσει αυτά που ο ίδιος θεωρεί συμφωνηθέντα, ταυτόχρονα αποδεχόμενος πως επείγεται ως προς την εκτέλεση του δημόσιου έργου. Εξ ου και ενήργησε σχετικά άμεσα, την επομένη της συνάντησης με τους καταστηματάρχες. Δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με το ότι αυτό εκδόθηκε μονομερώς. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας τα προσωρινά διατάγματα μέσα και από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από τους Ενάγοντες, που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Οι λεπτομέρειες της εκδοχής του Εναγόμενου, σε σχέση με τον τρόπο δημιουργίας των σκιαδίων στο παρελθόν και τους λόγους των εργασιών σήμερα, καθώς και ό,τι προβάλλει ως υπεράσπισή του στη γενόμενη ή σκοπούμενη επέμβαση για την αναφερόμενη ως συντήρηση του σκιαδίου των Εναγόντων, δεν είναι ισχυρισμοί που αφενός θα αναμένονταν να εκτεθούν από τους Ενάγοντες (ώστε η μη αναφορά τους να μπορεί να αναχθεί σε προσπάθεια παραπλάνησης δια εσκεμμένης σιωπής), αφετέρου, ακόμα κι αν εκτίθεντο από τους Ενάγοντες, δεν θα επιδρούσαν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε, δια του οποίου απαγορεύεται παρέμβαση στο μέλλον. Τα περί παρανομίας ή νομιμότητας των υφιστάμενων κατασκευών, πέραν του ότι δεν θα διαγνωστούν σε αυτό το στάδιο, γιατί αφορούν την ουσία της διαφοράς και άλλη είναι η θέση των Εναγόντων και άλλη του Εναγόμενου, δεν έχουν σημασία για την προστασία των Εναγόντων από παρεμβάσεις στην περιουσία τους, στις οποίες αναφέρουν πως δεν συγκατατίθενται και για τις οποίες δεν υποδεικνύεται στο Δικαστήριο η ακολούθηση κάποιας διαφορετικής νόμιμης διαδικασίας. Ο Εναγόμενος δεν υπέδειξε βάση παρέμβασής του διαφορετική από εκείνην της συγκατάθεσης, που όμως, κατά τους Ενάγοντες, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει (λόγος για τον οποίον ζητούν και δικαστική προστασία). Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος για λόγους απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Παρεμβάλλεται πως δεν συντρέχει και οποιοσδήποτε άλλος λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με την εξουσία ή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, της οποίας ο Εναγόμενος ισχυρίζεται «υπέρβαση». Το γεγονός ότι μια θεραπεία ζητείται και με την αγωγή υπό μορφή διηνεκούς απαγορευτικού διατάγματος ή παρεμφερώς, δεν εμποδίζει κατ' ανάγκη την απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας. Το ζητούμενο είναι να μην εκδικάζεται πλήρως η αγωγή ή άλλως πώς να υποκαθίσταται πλήρως η ανάγκη εκδίκασης της διαφοράς, δια της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος, κατά τρόπο που να δηλοί κατάχρηση της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος· δεν θα πρέπει το προσωρινό διάταγμα να χρησιμοποιείται ως αυτοσκοπός. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση. Οι Ενάγοντες αναζήτησαν μια συνήθη ενδιάμεση θεραπεία, στο πλαίσιο της ιδιωτικής διαφοράς τους με τον Εναγόμενο για το επίδικο σκιάδιο, που δεν επιλύεται με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι Ενάγοντες δεν στερούνται τη δυνατότητα ενδιάμεσης θεραπείας απλώς επειδή ο Εναγόμενος είναι η δημοτική αρχή και ταυτόχρονα η πολεοδομική αρχή, που μπορεί, με εκείνη την ιδιότητα, να προβεί σε νόμιμες ενέργειες. Ουδέποτε το Δικαστήριο απαγόρευσε στον Εναγόμενο, ως αρμόδια αρχή με βάση κάποιον νόμο, να ακολουθήσει κάποια διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, εάν θεωρεί ότι οποιεσδήποτε κατασκευές που κατέχονται από τους Ενάγοντες δεν είναι σύμφωνες με την πολεοδομική νομοθεσία. Προφανώς, η εξουσία του Δικαστηρίου αυτού ασκείται στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου που ενεργοποίησαν οι Ενάγοντες. Και η μαρτυρία ήταν, και είναι, ακριβώς, πως ο Εναγόμενος δεν ενήργησε ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, αποστέλλοντας κάποιαν ειδοποίηση στους Ενάγοντες με βάση τον νόμο, περίπτωση στην οποία η διαφορά με τους Ενάγοντες θα ήταν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου (κι εκεί φυσικά υποκείμενη σε έλεγχο). Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13]. Υπό το άρθρο 32 Ν.14/1960 εξετάζεται και το άρθρο 4 Κεφ.6, όπου εφαρμόζεται. Επίσης, υπό το άρθρο 32 Ν. 14/1960, προσαρμοσμένα, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται συνήθως στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα, χωρίς να αποκλείεται η εξασφάλισή τους και σε περίπτωση που υπάρχει άλλη βάση αγωγής (λ.χ. παράβαση σύμβασης ή παράβαση νόμιμου δικαιώματος), και υπάρχει συναφής με τη βάση αγωγής επαπειλούμενη αδικοπραγία, περιλαμβανομένης της επέμβασης σε άτομο ή σε περιουσία χωρίς νομιμοποιητική βάση. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[14]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[15]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[16]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[17] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[18]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[19]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[20]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[21]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right). Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικοτολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[22]. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως επιβλήθηκε από τον Εναγόμενο η κατασκευή του σκιαδίου τους. Η κατασκευή δεν ήταν επιλογή των Εναγόντων, έγινε με βάση σχέδια, από εργολάβο και με επίβλεψη του Εναγόμενου, και με έξοδα των Εναγόντων, που συμφωνήθηκε να εξοφλήσουν οι Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος, κατά παράβαση της συμφωνίας (κατασκευή σκιαδίου έναντι εξόδων) ή και αγνοώντας την και προκειμένου να εξαναγκάσει συμφωνία, και χωρίς η ενέργειά του να ερείδεται σε νόμο, κατ' επέκταση χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση που να αναφέρεται σε σύμβαση ή σε νόμο, απαίτησε από τους Ενάγοντες νέες εργασίες στο σκιάδιο, που περιλαμβάνουν κυρίως αφαιρέσεις, και δη με τρόπο ασαφή. Δεν διαψεύδει, ο Εναγόμενος, πως ζήτησε αυτές οι εργασίες να γίνουν από τους Ενάγοντες, άμεσα, και χωρίς δυνατότητα των Εναγόντων να αμφισβητήσουν την απόφαση ή κρίση του Εναγόμενου για την αναγκαιότητά τους. Ειδάλλως, θα επενέβαινε ο ίδιος ο Εναγόμενος, με άγνωστο στους Ενάγοντες τρόπο, χαρακτηρίζοντας το σκιάδιο «παράνομο», αλλά και με χρήση συγκεχυμένης ιδιότητας, αντισυμβαλλομένου, δημοτικής αρχής, πολεοδομικής αρχής. Το σκιάδιο συνιστά χώρο που κατέχεται από τους Ενάγοντες εδώ και πολλά χρόνια, και χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της επιχείρησής τους, και οποιαδήποτε επέμβαση δεν είναι οικειοθελής, και δεν γίνεται με βάση νόμο αλλά με επιβολή, στο πλαίσιο ή με χρήση δημόσιας εξουσίας (είτε από τη δημοτική αρχή είτε από την πολεοδομική αρχή), δυνατόν να συνυφαίνεται και με το δικαίωμα των Εναγόντων στην επαγγελματική τους ζωή. Οι Ενάγοντες εισάγουν ένα δικάσιμο θέμα, σε γνωστές στο δίκαιο βάσεις, που για να αποφασιστεί θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη, ακούγοντας την απαίτηση των Εναγόντων και την υπεράσπιση του Εναγόμενου. Ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
  7. Η θέση των Εναγόντων, εξ όψεως, βασίζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία, που αν και δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο ως σε δίκη επί της ουσίας, ούτε και να απαντηθούν τα διάφορα πραγματικά ή νομικά ερωτήματα, είναι συνεκτική, φέρει λεπτομέρεια, και δίδει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο τρόπος με τον οποίο προέκυψε η κατασκευή του σκιαδίου, σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόντων. Μαρτυρία ότι το σκιάδιο, που χρησιμοποιείται από τους Ενάγοντες, κατασκευάστηκε από εργολάβο του Εναγόμενου και με την επίβλεψή του, ώστε να είναι σύμφωνο με τα σχέδια. Υφίστατο για χρόνια χωρίς αντίδραση του Εναγόμενου, που εισέπραξε έξοδα κατασκευής. Δεν παρουσιάστηκε κάποια μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος ενήργησε, ως προς τις εργασίες που απαίτησε να γίνουν στο σκιάδιο, ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, με βάση συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου νόμου. Ο ίδιος ο Εναγόμενος δέχθηκε πως, ως η δημοτική αρχή, συνήψε δημόσια σύμβαση με τρίτο πρόσωπο για την εκτέλεση έργου κοινής ωφέλειας, που όμως προϋποθέτει επέμβαση στα σκιάδια των καταστημάτων στο παραλιακό μέτωπο που συνιστούν ιδιωτικές περιουσίες (ασχέτως εάν μπορεί να επεμβαίνουν σε δημόσιο δρόμο ή να τίθενται ζητήματα γειτονικού δικαίου). Στο πλαίσιο εκτέλεσης του δημόσιου έργου, απαίτησε να γίνουν εργασίες και στο σκιάδιο των Εναγόντων. Η θέση των Εναγόντων είναι πως δεν συγκατατέθηκαν και δεν συγκατατίθενται στη επέμβαση του Εναγόμενου, και δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε που να δείχνει χρησιμοποίηση άλλης διαδικασίας από την πολεοδομική αρχή. Υπάρχουν επαρκείς πιθανότητες οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπείες, είτε στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων, είτε στο πλαίσιο των αστικών αδικημάτων και που σχετίζονται με τη διασφάλιση του δικαιώματός τους για σεβασμό στην επαγγελματική τους ζωή, εάν ο Εναγόμενος ενεργεί στο πλαίσιο άσκησης κάποιου είδους δημόσιας εξουσίας έναντι στους Ενάγοντες, αλλά χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου. Στην τελευταία περίπτωση, δεν έχει σημασία εάν οι Ενάγοντες κατέχουν το σκιάδιο παράνομα ή νόμιμα ή εάν το σκιάδιο είναι παράνομη ή νόμιμη κατασκευή. Ο νόμος δεν φαίνεται να εξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο, υπό οποιαδήποτε ιδιότητά του, με οποιονδήποτε τρόπο, να επεμβαίνει σε περιουσία που κατέχεται και χρησιμοποιείται από άλλο πρόσωπο, ιδιώτη, χωρίς νόμιμη διαδικασία, και να αφαιρεί κατασκευές που αποφασίζει (αρμοδίως ή μη) πως είναι παράνομες, με μόνο το επιχείρημα πως είναι παράνομες ή για να προβεί σε συντήρηση που θεωρεί αναγκαία ή για άλλον λόγο, περιλαμβανομένης της εκτέλεσης δημοσίου έργου. Ούτε ένας πολίτης που δέχεται κάποιαν επέμβαση, πιθανόν μη νόμιμη με βάση τις θέσεις του, στερείται γενικότερα τη δικαστική προστασία, στη βάση της υποψίας ότι μπορεί η περιουσία που κατέχει επίσης να μην είναι νόμιμη. Σε τέτοια περίπτωση, η δικαστική προστασία, που δυνατόν να παρέχεται για συγκεκριμένο σκοπό (τη διασφάλιση της νομιμότητας ακόμα και για σκοπούς πάταξης της παρανομίας), δεν μπορεί να μεταφράζεται ως προστασία του παρανόμου, με την προσέγγιση που επιχειρεί να εκθέσει ο Εναγόμενος. Πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
  8. Οι Ενάγοντες μετέφεραν στο Δικαστήριο μια προσπάθεια του Εναγόμενου να δημιουργήσει, με μεθοδευμένο τρόπο, αγνοώντας τις θέσεις των Εναγόντων, μια τετελεσμένη κατάσταση, σε σχέση με τις εργασίες στο σκιάδιο. Μπορεί να την προκαλέσει με ευκολία, εφόσον διαθέτει συνεργείο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβεί στον χώρο και να προβεί στις αφαιρέσεις. Ο Εναγόμενος δεν αρνείται πως, εάν δεν υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, επειδή οι Ενάγοντες δεν αφαίρεσαν οικειοθελώς ό,τι ο Εναγόμενος θεωρεί παράνομο ή ότι χρήζει συντήρησης, θα επέμβει προς υλοποίηση αυτών που θεωρεί πως συμφωνήθηκαν με τους καταστηματάρχες, τα οποία, όμως, δεν υφίστανται, κατά τους Ενάγοντες. Οι ίδιοι δεν συμφώνησαν με τον Εναγόμενο κάποια επέμβασή του. Τα περί συμφωνίας με καταστηματάρχες τέθηκαν πολύ γενικά και αόριστα, χωρίς να μπαίνει σε ρεαλιστικό πλαίσιο ότι οι καταστηματάρχες, εκπροσωπούμενοι από κάποιο φορέα ή όργανο ή πρόσωπο, συνήψαν συμφωνία με τον Εναγόμενο που δεσμεύει όλους τους εκπροσωπούμενους καταστηματάρχες, και τίθεται θέμα εκτέλεσής της, στην οποίαν αντιδρούν μεμονωμένα, παράλογα διαφωνούντες, οι Ενάγοντες. Ο κίνδυνος που περιέγραψαν οι Ενάγοντες, ως τον έθεσαν, με τη ροή των γεγονότων, περιλαμβανομένων των αφαιρέσεων που ήδη έγιναν, και την ομολογούμενη ανάγκη του Εναγόμενου να περατώσει το δημόσιο έργο χωρίς καθυστέρηση, είναι ρεαλιστικός, άμεσος, υφιστάμενος. Δικαιολογημένα αισθάνονται τον φόβο οι Ενάγοντες, πως, εάν ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, θα υπάρξει επέμβαση του Εναγόμενου στο σκιάδιο, χωρίς να διασφαλίζεται η εφαρμογή του νόμου, αλλά και διατηρώντας ο Εναγόμενος τη συγκεχυμένη του ιδιότητα έναντι στους Ενάγοντες. Η αναφορά του Εναγόμενου σε υλοποίηση των συμφωνηθέντων, και η γενίκευση κάποιας συμφωνίας με καταστηματάρχες, ενισχύει τον φόβο των Εναγόντων, παρά τον καθησυχάζει, όπως και ο τρόπος με τον οποίον ο Εναγόμενος κάνει χρήση της ιδιότητας του, ως ο αντισυμβαλλόμενος των Εναγόντων, ως η δημοτική αρχή που εκτελεί δημόσιο έργο, αλλά και ως η πολεοδομική αρχή, ή την εναλλάσσει αναλόγως, αντίστοιχα επιχειρώντας να υπερισχύει ή να δημιουργήσει και εκτροπή από το νόμιμο πλαίσιο (προτάσσοντας συγκατάθεση ή συμφωνία που δεν υπάρχει ή εξαναγκάζοντάς την), επαπειλώντας εν τέλει αδικοπραγία. Επέμβαση σε περιουσία που κατέχεται και χρησιμοποιείται από άλλο πρόσωπο και δεν έχει έρεισμα σε συμφωνία ή σε νόμο είναι αδικοπραγία, οποιοσδήποτε κι αν την πράττει, χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση εάν τη διαπράττει ο Εναγόμενος, που είναι και η πολεοδομική αρχή. Δεν έχει σημασία, στην προκειμένη περίπτωση, εάν οποιαδήποτε ζημιά των Εναγόντων, σε περίπτωση παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου, μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Όλες οι παραβιάσεις δικαιωμάτων απολήγουν στο να παίρνουν τη μορφή χρηματικής απαίτησης, χωρίς να σημαίνει πως πρέπει να επιτρέπονται (με το να μην αποτρέπονται) επειδή μπορούν να αποζημιωθούν. Πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/1960, ως προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της προληπτικής φύσης του διατάγματος. Στο ισοζύγιο της ευχέρειας, είναι δίκαιο να υφίσταται αυτό το προσωρινό διάταγμα. Επαναλαμβάνεται, δεν επηρεάζεται ο Εναγόμενος, ως ταυτόχρονα η δημοτική αρχή ή η πολεοδομική αρχή, να εφαρμόσει κάποια νόμιμη διαδικασία. Εμποδίζεται, όμως, με οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν ενεργεί, να επικαλείται συμφωνία ή συγκατάθεση των Εναγόντων, που οι Ενάγοντες θέτουν πως δεν υπάρχει, ως βάση για επέμβασή του στο σκιάδιο που κατέχουν οι Ενάγοντες (είτε νόμιμα είτε παράνομα). Κάθε δικαστικό διάταγμα απαγορευτικής φύσης προκαλεί ταλαιπωρία, όπως και κάθε αγωγή, στα πρόσωπα στα οποία αφορούν. Το αναπόφευκτο της ταλαιπωρίας από την εκκρεμοδικία δεν χρησιμοποιείται ως λόγος για να αποφευχθεί ενδιάμεση θεραπεία. Ο Εναγόμενος, ο οποίος ως δημοτική αρχή προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό και συνήψε δημόσια σύμβαση που περιλαμβάνει τα σκιάδια ή και επέμβαση σε ιδιωτικές περιουσίες, χωρίς προφανή δυνατότητα συναλλαγής επί του αντικειμένου αυτού και χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των επηρεαζόμενων ιδιωτών ‒ συγκατάθεση ενδεχομένως ως μέρος της διαδικασίας ή προϋπόθεση εκτέλεσης της δημόσιας σύμβασης ‒ φρονώ πως δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση στην εκτέλεση της δημόσιας σύμβασης, που αναπόφευκτα υπάρχει εξαιτίας της ανάγκης διάγνωσης των ιδιωτικών δικαιωμάτων των επηρεαζόμενων προσώπων, ως ζημιά του, που προκαλεί αυτή η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ή και η αγωγή. Εκκρεμούσης αυτής της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, η οποία υπάρχει και συντηρείται λόγω της δικής τους αδυναμίας να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση, δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την ισχύ της ενδιάμεσης θεραπείας, εάν προκύψει υποψία πως οι Ενάγοντες επαναπαύονται σε αυτήν ή την χρησιμοποιούν για αλλότριους σκοπούς ή για βλάβη του δημοσίου συμφέροντος. Δεν υπάρχει προς το παρόν τέτοιο δεδομένο να τύχει διαχείρισης. Συνιστά βασική πτυχή του δημόσιου συμφέροντος, που δεν είναι μονόπλευρό, ενδεχομένως βασικότερη από τη δημιουργία νέων ωφέλιμων βελτιωτικών ή και αναπτυξιακών έργων για την πόλη, να μην παραβιάζονται βασικά δικαιώματα των πολιτών, η ύπαρξη και η λειτουργία των οποίων συνθέτουν ό,τι συνιστά τον σύγχρονο νομικό πολιτισμό. Στην περίπτωση που υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, διατηρείται το status quo με σεβασμό στην απαίτηση και τα δικαιώματα των Εναγόντων, μέχρι να διαγνωστούν ουσιαστικά με την εκδίκαση της αγωγής, μη επηρεαζόμενων των εξουσιών του Εναγόμενου ως αρμόδιας αρχής με βάση οποιονδήποτε νόμο. Στην περίπτωση που ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, επιτρέπεται η εξέλιξη και η διαμόρφωση της πραγματικής κατάστασης από τον Εναγόμενο, ως η δημοτική αρχή που θέλει να εκτελέσει επειγόντως το δημόσιο έργο, με τρόπο ενδεχομένως τετελεσμένο, χωρίς επαρκή ανταπόκριση του Δικαστηρίου στην απαίτηση των Εναγόντων. Δεν εξηγήθηκε γιατί είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί από τον Εναγόμενο η συγκατάθεση των Εναγόντων για τη διαμόρφωση του σκιαδίου· γιατί είναι δύσκολο να κατευναστούν οι ανησυχίες τους. Δεν προκύπτουν δεδομένα πως οι Ενάγοντες, από ιδιοτροπία ή εκτροπή από τη λογική των πραγμάτων, επιδεικνύουν άρνηση διαλόγου με αντικείμενο το να συγκατατεθούν σε εργασίες που δεν τους επηρεάζουν, και που αντίθετα μπορεί να ωφελούν την επιχείρησή τους, μαζί με τη βελτίωση της όλης εικόνας. Κρίνεται πως, προς το παρόν, θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, ως έχει εκδοθεί. Η χρονική καθυστέρηση που μπορεί να προκληθεί από την εκκρεμοδικία δεν μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας σχετικά με το εάν θα δοθεί ή όχι μια ενδιάμεση θεραπεία· έχοντας υπόψη και τη δυνατότητα συνοπτικής εκδίκασης ζητημάτων για τα οποία δεν υπάρχει εκτενής πραγματική διαφορά. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων ένστασης που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο, που να μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και στην απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων. Καταληκτικά, έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που ισχύουν για την έκδοση και αναθεώρηση διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα γεγονότα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, θεωρώ πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν και πως είναι δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 06.03.2023, και πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων που προβλήθηκαν δια της ένστασης του Εναγόμενου, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, για να ακυρωθεί το διάταγμα αυτό ή να τροποποιηθεί με συγκεκριμένο τρόπο, έχοντας ήδη διευκρινίσει και ό,τι πιθανόν να χρειάζονταν. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 06.03.2023 καθίσταται απόλυτο, ως έχει εκδοθεί την 06.03.2023, και ισχύει οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Προστίθεται ρητά στο κείμενο του διατάγματος η διευκρίνιση πως: το παρόν διάταγμα δεν επηρεάζει οποιαδήποτε διαδικασία ήθελε κινήσει ο Εναγόμενος ως η αρμόδια αρχή με βάση οποιονδήποτε νόμο. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αλλά και τη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που δόθηκε, που είναι κυρίως προληπτική, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής των Εναγόντων, αλλά να μην είναι σε καμία περίπτωση εναντίον των ιδίων. Αυτό σημαίνει πως, εάν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους, θα δικαιούνται και τα έξοδα αυτής της διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, ή άλλως πώς καθοριστούν από το Δικαστήριο. Αντίθετα, δεν θα δικαιούται τέτοια έξοδα, εάν αποτύχουν στην αγωγή τους, αλλά δεν θα είναι και προς όφελός του Εναγόμενου που δεν είχε επιτυχία σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ

(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. [14] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [15] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [16] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [17] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [18] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [19] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [20] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [21] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [22] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.