ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή αρ. 189/2023, 12/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 189/2023 i-justice
- ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- STAZO TRADING LTD Ενάγοντες v. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 06.03.2023 για ενδιάμεση θεραπεία και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 06.03.2023 Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Σ. Φλωράκη (κα) για Χλωρακιώτης & Φλωράκη ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Σ. Χ'Νεοφύτου (κα) για G. Hadjineophytou & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες, με την αγωγή τους, ζητούν αναγνωριστική απόφαση ότι είναι οι νόμιμοι κάτοχοι του σκιαδίου που τοποθετήθηκε μπροστά από τα καταστήματα 2 και 3 στο συγκρότημα Athina Court E, στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, στην Κάτω Πάφο («το σκιάδιο»), ως κατασκευάστηκε από την «Πολυτία Αρμός» δυνάμει αρχιτεκτονικών σχεδίων και προδιαγραφών που ετοίμασε και ενέκρινε ο Εναγόμενος, και ότι ο Εναγόμενος ή οι λειτουργοί ή αντιπρόσωποί του και έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν στο σκιάδιο αυτό, προκειμένου να το αφαιρέσουν, να το μετακινήσουν ή να το τροποποιήσουν, χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγόντων. Αξιώνουν και αποζημιώσεις για ζημιά που προκλήθηκε στο σκιάδιο αυτό κατόπιν παράνομης επέμβασης. Διαζευκτικά, αξιώνουν €60.000,00, που ήταν το κόστος κατασκευής του, καθώς και το κόστος επαναφοράς των καταστημάτων πριν από την κατασκευή του, πλέον την απώλεια απολαβών. Η αξία του σκιαδίου σήμερα ανέρχεται σε €50.000,
- Στο πλαίσιο της αγωγής τους, οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερώς αίτηση, με νομική βάση, μεταξύ άλλων, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, για την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο ή σε λειτουργούς, αξιωματούχους, υπαλλήλους, αντιπροσώπους και πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του Εναγόμενου, να εισέλθουν, να επέμβουν, να κατεδαφίσουν, να αφαιρέσουν, να αποσυνδέσουν ή να μετακινήσουν το σκιάδιο ή οποιοδήποτε μέρος του. Τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η αίτηση των Εναγόντων είναι τα εξής: Οι Ενάγοντες κατέχουν νόμιμα, βάσει ενοικίασης, εδώ και πολλά χρόνια, τα δύο προαναφερόμενα καταστήματα, εντός των οποίων η Ενάγουσα 2 διαχρονικά ασκούσε επιχείρηση, που σήμερα είναι επιχείρηση πώλησης ειδών ένδυσης και συναφών ειδών. Τον Μάρτιο του 2007, στο πλαίσιο άσκησης της πολεοδομικής του πολιτικής, ο Εναγόμενος είχε ανακοινώσει σε όλους τους καταστηματάρχες που βρίσκονται στο παραλιακό μέτωπο, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, ότι θα προέβαινε στην κατασκευή ομοιόμορφων σκιαδίων μπροστά από όλα τα καταστήματα στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, με σκοπό τη βελτίωση, την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό του παραλιακού μετώπου. Για τον σκοπό αυτό, ο Εναγόμενος είχε προκηρύξει προσφορά για τον σχεδιασμό, μελέτη, κατασκευή, επίβλεψη και επιμέτρηση σκιαδίων, με επιτυχόντα προσφοροδότη την «Πολυτία Αρμός». Με επιστολή της ημερομηνίας 09.04.2008, προς τον Δήμαρχο Πάφου, η «Πολυτία Αρμός» είχε επεξηγήσει τη διαδικασία ανέγερσης των σκιαδίων. Η ίδια εταιρεία επέδειξε στους Ενάγοντες αρχιτεκτονικά προσχέδια που είχε εκπονήσει και αφορούσαν την ανέγερση στεγάστρου (προβόλου άνωθεν του δημόσιου πεζοδρομίου), με αλουμίνια και υαλοστάσια στις πλάγιες όψεις περιμετρικά, ψευδοροφές από γυψοσανίδα και αναδιπλούμενη θύρα στην πρόσοψη, μπροστά από τα καταστήματα, που είναι ενοποιημένα, και που θα συνιστούσαν το σκιάδιο. Μαζί με τα σχέδια, είχε σταλεί έντυπο επιλογών προδιαγραφών σκιαδίων. Είχε σταλεί, επίσης, και έντυπο με το οποίο ζητείτο από τους Ενάγοντες η ενυπόγραφη αποδοχή της κατασκευής του σκιαδίου, υπό τους όρους που έθεσε ο Εναγόμενος και η «Πολυτία Αρμός». Η κατασκευή του σκιαδίων σύμφωνα με σχέδια που υποδείχθηκαν ήταν υποχρεωτική για όλους τους καταστηματάρχες της Λεωφόρου Ποσειδώνος, για να υπάρχει ομοιομορφία στους χώρους τοποθέτησης και επίδειξης προϊόντων, με την έννοια ότι, εάν οποιοσδήποτε δεν αποδέχονταν την κατασκευή αυτή, δεν θα του επιτρέπονταν πλέον να τοποθετεί μετακινούμενα ράφια επίδειξης προϊόντων σε οποιοδήποτε σημείο εκτός του καταστήματος που κατείχε. Με βάση αυτά, υπογράφθηκε συμφωνία την 09.05.2008, με την οποία ο Εναγόμενος ανέλαβε να κατασκευάσει το σκιάδιο και ο Ενάγων 1 (οι Ενάγοντες) να εξοφλήσει το κόστος του. Την 12.05.2008, ο Εναγόμενος απέστειλε και οδηγίες σχετικά με τα σκιάδια του παραλιακού μετώπου. Προσκομίζονται τα σχετικά έγγραφα. Τα σκιάδια κατασκευάστηκαν, με την παρουσία στον χώρο και υπαλλήλων του Εναγόμενου, περί τον Ιούνιο του
- Την 20.10.2008, στάλθηκε στους Ενάγοντες η ανάλυση του κόστους κατασκευής, που είχε ανέλθει σε €43.972,
- Αρχικά, οι Ενάγοντες αμφισβήτησαν το ποσό αυτό, υπήρξε επιστολογραφία, αλλά στη συνέχεια έγινε αποδεκτό. Προσκομίζονται τα σχετικά στοιχεία. Καταβλήθηκαν αρχικά δύο δόσεις €15.000,00 και €10.000,00 την 22.12.2008 και την 13.03.
- Την 13.06.2010, οι Ενάγοντες παρέλαβαν επιστολή από τον Εναγόμενο που μείωσε το ποσό της ανάλυσης κόστους, αλλά πρόσθεσε τον Φ.Π.Α. (€44.584,48), και αξίωσε το εναπομείναν υπόλοιπο €19.584,
- Την 30.04.2014, ελήφθη επιστολή υπενθύμισης για την εξόφληση του ποσού, στην οποία αναγράφονταν ότι με την εξόφληση, ο Εναγόμενος θα χορηγούσε «βεβαίωση» νομότυπης κατασκευής του σκιαδίου, που θα αποκλείει τη λήψη δικαστικών μέτρων, εκτός εάν προχωρούσαν σε προσθηκομετατροπές πέραν του εγκριθέντος προτύπου σκιαδίου. Οι Ενάγοντες κατέβαλαν στον Εναγόμενο ακόμα κάποια ποσά στην πορεία, και όπως είναι κατανοητό, προσπαθούσαν σταδιακά να εξοφλήσουν το χρέος αυτό. Τον Ιανουάριο του 2015, εκλέχθηκαν νέος Δήμαρχος και μέλη Δημοτικού Συμβουλίου. Την περίοδο που ακολούθησε, αποκαλύφθηκαν διάφορα σκάνδαλα σχετικά με τις προηγούμενες δημαρχίες, που περιλάμβαναν και τα σκιάδια στο παραλιακό μέτωπο και αφέθηκε να νοηθεί πως η νέα δημαρχία αμφισβητούσε τη νομιμότητά τους. Ωστόσο, την 21.10.2015, είχε ληφθεί επιστολή, με την οποία ζητείτο η πληρωμή του υπολοίπου για το κόστος των σκιαδίων €9.958,
- Στα σχετικά πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου, φαίνεται πως είχε αποφασιστεί να απαιτηθεί το υπόλοιπο οφειλόμενο του κόστους ανέγερσης των σκιαδίων, με προσθήκη τόκου, με διαφοροποίηση ως προς τη βεβαίωση που θα χορηγούνταν, ότι δι' αυτής θα αναγνωρίζονταν η ύπαρξη των σκιαδίων και τα πρόσωπα που κατέβαλαν το κόστος. Οι Ενάγοντες, μετά τον καθησυχασμό που επέφερε η προαναφερόμενη επιστολή, ως προς τη συνέχιση της διαδικασίας αυτής, κατέβαλαν ακόμα €5.000,00 την 06.06.2016, και περί τα τέλη του 2016 ήταν έτοιμοι να εξοφλήσουν όλο το ποσό, εάν θα λάμβαναν την αναφερόμενη βεβαίωση. Επειδή δεν θα χορηγούνταν τέτοια βεβαίωση, και αντίθετα λέχθηκε πως θεωρούσαν τα σκιάδια «παράνομα», κατακράτησαν το εναπομείναν ποσό. Η συμφωνία σχετικά με τα σκιάδια δεν τερματίστηκε και εξακολουθεί να ισχύει. Οι Ενάγοντες, όπως εξηγούν, έχοντας συνάψει συμφωνία με τον Εναγόμενο, που είναι η πολεοδομική αρχή, θεώρησαν πως η κατασκευή των σκιαδίων από τον Εναγόμενο ήταν νόμιμη. Βάσει των γεγονότων αυτών, οι Ενάγοντες θεωρούν τους εαυτούς τους νόμιμους κάτοχους του σκιαδίου, που συνιστά νόμιμη κατασκευή. Δεν έχουν προβεί σε προσθηκομετροπές ή διαφοροποιήσεις του σκιαδίου. Περί τις αρχές Φεβρουαρίου του 2023, άρχισε νέο έργο ανάπλασης του παραλιακού μετώπου, στη Λεωφόρο Ποσειδώνος. Σχετικά δημοσιεύματα αναφέρονταν σε έργο που περιλαμβάνει και την αποκατάσταση των προσόψεων των σκιαδίων. Οι καταστηματάρχες δεν ειδοποιήθηκαν διαφορετικά για τέτοιο έργο ή για αλλαγές στα σκιάδιά τους. Την Τρίτη, 28.02.2023, τροχονόμος του Δήμου Πάφου ενημέρωσε προφορικά τους καταστηματάρχες ότι ο Δήμαρχος θα τους ενημέρωνε για τα έργα στην περιοχή σε συνάντηση που θα γίνονταν την Τετάρτη 01.03.2023 ώρα 09:00 στο καφεστιατόριο "Vakhos". Στη συνάντηση εκείνη, στην οποία παρέστησαν και οι Ενάγοντες, ο Δήμαρχος Πάφου τους ενημέρωσε προφορικά πως τα σκιάδιά τους είναι παράνομα και ότι εντός των επόμενων ημερών συνεργείο του Εναγόμενου θα αφαιρέσει τις πινακίδες ή συσκευές κλιματισμού ή γυψοσανίδες ή άλλο εξοπλισμό επί του προβόλου άνωθεν του πεζοδρομίου, που κατά τη θέση του είναι παράνομος, και ότι σε δεύτερο στάδιο θα αφαιρεθούν οι υαλοπίνακες και οι υάλινες θύρες με τα αλουμίνια περιμετρικά των σκιαδίων ώστε να μείνει μόνο ο πρόβολος και «να δύναται ο κόσμος να περπατά ανάμεσα στα καταστήματα». Οι παρευρισκόμενοι στη συνάντηση αντέδρασαν, εφόσον είχαν επωμιστεί το κόστος της κατασκευής τους, που έγινε με τον προαναφερόμενο τρόπο, που θα ήταν αδιανόητο να θεωρηθεί «παράνομη», εφόσον ήταν με σχεδιασμό και επίβλεψη του Εναγόμενου. Σε ερώτηση εάν θα ληφθεί κάποια έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ακριβώς αυτή η διαδικασία, η απάντηση ήταν ότι την επομένη το πρωί θα άρχιζαν οι εργασίες μετακίνησης των σκιαδίων. Την επομένη ημέρα, 02.03.2023, νωρίς το πρωί, συνεργείο του Εναγόμενου μετέβη σε συγκρότημα στην ίδια Λεωφόρο, αρχίζοντας εργασίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είχαν αφαιρεθεί και υαλοπίνακες. Σε ερώτηση των άλλων καταστηματαρχών εάν έλαβαν ειδοποίηση, απάντησαν αρνητικά. Προσκομίζονται φωτογραφίες. Ειπώθηκε από τους υπαλλήλους του Εναγόμενου πως οι αφαιρέσεις ήταν μόνον των κατασκευών που δεν ήταν σύμφωνες με τα σχέδια, ωστόσο οι καταστηματάρχες αμφισβητούσαν ότι οι αφαιρέσεις περιορίζονταν σε «παράνομες» κατασκευές. Οι Ενάγοντες, αισθανόμενοι απροστάτευτοι, και ότι έπεται κατά βέβαιο τρόπο η σειρά τους, αιτήθηκαν τη δικαστική προστασία τους. Οι Ενάγοντες επιχειρηματολογούν υπέρ της αναγκαιότητας της δικαστικής τους προστασίας, για να διατηρηθεί το status quo μέχρι τη διάγνωση των δικαιωμάτων τους, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, πως σε περίπτωση που υλοποιηθεί ο κίνδυνος και ο Εναγόμενος προέλθει απροειδοποίητα να αρχίσει να αφαιρεί από το σκιάδιο, θα υποστούν ζημιά, εφόσον το εμπόρευμα, που αποτελείται από είδη ένδυσης και υπόδησης αξίας, θα μείνει εκτεθειμένο. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης την 06.03.2023 και, κρίνοντας πως η φύση της υπόθεσης είναι τέτοια που επιτρέπει κατ' εξαίρεση την εξέτασή της χωρίς την προηγούμενη ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, προχώρησε και εξέτασε την αίτηση. Υπό την επιφύλαξη όσων τυχόν θα εξέθετε στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος κατά την ακρόασή του, επειδή, μέσα από τη μαρτυρία των Εναγόντων, διαπιστώθηκε η σωρευτική συνδρομή των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, και ότι θα ήταν δίκαιο αυτό θα εκδοθεί, το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, ως ζητείτο, δίδοντας μετέπειτα τη δυνατότητα στον Εναγόμενο να ακουστεί. Ο Εναγόμενος ενίσταται στην οριστικοποίηση και ζητά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Οι λόγοι ένστασής του είναι πως: δεν συνέτρεξε το κατεπείγον και οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο στοιχεία και δεν έθεσαν ορθά τα πράγματα, για να παραπλανήσουν το Δικαστήριο· δεν υπάρχει πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής για την κατασκευή και είναι παράνομη, επεκτείνεται σε κοινόχρηστο χώρο και σε δημόσιο πεζοδρόμιο, και το Δικαστήριο, με το να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα, υπερέβη την εξουσία του· δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων και η διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 06.03.2023, που φέρει το έννομο αποτέλεσμα τελικής θεραπείας, θα εμποδίσει τη συμπλήρωση του έργου κοινής ωφέλειας «αναβάθμιση του αστικού εξοπλισμού και των υποδομών στην περιοχή που περιβάλλει την ευρύτερη λιμενολεκάνη στο λιμανάκι Πάφου» πολλαπλάσιου κόστους, παράλληλα εμποδίζοντας τον Εναγόμενο, ως πολεοδομική αρχή, που δεν εξέφρασε πρόθεση κατεδάφισης με παράνομη διαδικασία ούτε διέπραξε αυτοδικία, να ασκήσει τα νόμιμα καθήκοντά του, ενώ οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά δεν μπορεί να αποζημιωθεί ή ανεπανόρθωτη ζημιά, ούτε επίκειται βέβαιη βλάβη. Ο δημοτικός πολιτικός μηχανικός κύριος Σωτήρης Σκάρος, με ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την ένσταση του Εναγόμενου, εκθέτει τα εξής γεγονότα: Ο Εναγόμενος, το 2006, προκήρυξε έργο με σκοπό την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου της Κάτω Πάφου, που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την καλαισθησία στην περιοχή. Ο κάθε καταστηματάρχης, μέχρι τότε, διατηρούσε περίκλειστα ή ανοιχτά σκιάδια από ευτελή ή μόνιμα υλικά, χωροθετημένα σε πλήρη αταξία, σε κοινόχρηστους ή δημόσιους χώρους. Σε συνεννόηση με τους καταστηματάρχες που επιθυμούσαν την κατασκευή σκιαδίων, ο Εναγόμενος εισηγήθηκε την κατασκευή σκιαδίων μπροστά από τα καταστήματά τους, με τρόπο που θα μπορούσαν να αδειοδοτηθούν σύμφωνα με το τοπικό σχέδιο Πάφου. Δεν ανακοίνωσε ο Εναγόμενος την κατασκευή σκιαδίων. Προσπάθησε να αρθούν παράνομες επεκτάσεις χωρίς να επηρεαστούν δυσμενώς οι καταστηματάρχες, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, που ισχυρίζονταν ότι θα υποστούν ζημιά εάν μειώνονταν τα τετραγωνικά μέτρα που χρησιμοποιούσαν. Ο αρχιτέκτονας ετοίμασε σχέδια για κατασκευή σκιαδίων που θα μπορούσαν να αδειοδοτηθούν. Το τοπικό σχέδιο Πάφου, όπως είχε δημοσιευθεί το 2003, δεν περιλάμβανε την κατασκευή σκιαδίων στο παραλιακό μέτωπο. Λόγω των προσπαθειών του Εναγόμενου, το 2006, όταν δημοσιεύθηκε το τροποποιημένο τοπικό σχέδιο Πάφου, εντάχθηκε σε αυτό παράγραφος σύμφωνα με την οποία μπορούσε να γίνει στέγαση έμπροσθεν των καταστημάτων με ομοιογενή σκιάδια του χώρου μεταξύ των οικοδομών και των οδικών συνόρων σε αναπτύξεις εμπορικές, αναψυχής και ψυχαγωγίας κατά μήκος της Λεωφόρου Ποσειδώνος, που υπό ορισμένες προϋποθέσεις δεν θα μετρούν στον συντελεστή δόμησης και κάλυψης. Η πολεοδομική αρχή θα μπορούσε να χορηγήσει άδεια για σκιάδια υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο τοπικό σχέδιο. Προσκομίζεται το σχετικό απόσπασμα του τοπικού σχεδίου Πάφου. Οι καταστηματάρχες δεν είχαν ικανοποιηθεί με το προτεινόμενο σχέδιο, κυρίως λόγω του ότι δεν προέβλεπε κλειστό χώρο που θα εντάσσονταν ουσιαστικά και θα αποτελούσε επέκταση των καταστημάτων τους και υπήρξαν σωρεία αντιδράσεις, με κύριο επιχείρημα πως θα καταστραφούν οι επιχειρήσεις. Ο Εναγόμενος, που ουσιαστικά διαδραμάτισε ρόλο συντονιστή στη σχέση μεταξύ εργολάβου και καταστηματαρχών, ετοίμασε για κάθε έναν ενδιαφερόμενο σχέδιο με κόστος κατασκευής, και όσοι καταστηματάρχες ενδιαφέρθηκαν, ήρθαν σε συνεννόηση απευθείας με τον εργολάβο για την κατασκευή του σκιαδίου. Των κατασκευών δεν προηγήθηκαν αιτήσεις από τους ιδιοκτήτες για εξασφάλιση αδειών, με αποτέλεσμα όλα τα σκιάδια του παραλιακού μετώπου να είναι παράνομα. Είναι γι' αυτό τον λόγο που με τη δημοσίευση του τοπικού σχεδίου Πάφου το 2011 αφαιρέθηκε η πρόνοια που αφορούσε τα σκιάδια, επειδή κατά παράβαση των προνοιών του, κατασκευάστηκαν σκιάδια, όπως έγινε και με τους Ενάγοντες. Όσον αφορά τους Ενάγοντες, επειδή κατείχαν τρία καταστήματα, θα κατασκευάζονταν τρία σκιάδια σύμφωνα με τα σχέδια που ετοιμάστηκαν, που προσκομίζονται. Η προϋπάρχουσα κατάσταση στα καταστήματά τους περιλάμβανε παράνομες κατασκευές, όπως κατασκευή υπερυψωμένου δαπέδου και κλείσιμο χώρων με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείτο η εικόνα κλειστού καταστήματος. Ούτε η ενοποίηση των δύο από τα καταστήματα φαίνεται να ήταν νόμιμη. Η κατασκευή των σκιαδίων δεν ήταν υποχρεωτική, όπως αναφέρουν οι Ενάγοντες. Είτε θα κατεδάφιζαν τις παράνομες κατασκευές και θα επανέρχονταν τα τετραγωνικά μέτρα σε αυτά που δικαιούνταν να κατέχουν, είτε θα ακολουθούνταν η ενιαία πολιτική του Δήμου Πάφου, νοουμένου ότι θα αδειοδοτούνταν η κατασκευή. Ουδείς ήταν διατεθειμένος να επαναφέρει το κατάστημά του στα αρχικά και νόμιμα τετραγωνικά μέτρα. Και οι επεκτάσεις στα καταστήματα των Εναγόντων εισέρχονται σε κοινόχρηστο χώρο και δημόσιο πεζοδρόμιο. Τόσο το κλειστό σκιάδιο όσο και ο πρόβολος επεμβαίνουν στον κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής και στον δημόσιο δρόμο. Αυτό δείχνει και νεότερη τοπογραφική αποτύπωση, σύμφωνα με στοιχεία που προσκομίζονται. Τον Ιούνιο του 2022, ο Εναγόμενος προκήρυξε διαγωνισμό για την αναβάθμιση του αστικού εξοπλισμού και των υποδομών στην περιοχή που περιβάλλει την ευρύτερη λιμενολεκάνη στο λιμανάκι Πάφου, έργο που συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας (ΕΤΘΑ) 2014-2020 κατά 75% και από εθνικούς πόρους κατά 25%, και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συντήρηση και αποκατάσταση των προσόψεων των σκιαδίων, και κατακυρώθηκε στο ποσό των €929.645,20 πλέον Φ.Π.Α.. Κατά την υπογραφή της σύμβασης για το έργο, έγινε αναφορά στα οφέλη του με ευρεία δημοσιότητα, περιλαμβανομένης της παρουσίας των καταστηματαρχών, οι οποίοι ενημερώθηκαν και προφορικά από τον εργολάβο και από υπαλλήλους του Εναγόμενου για τη δημιουργία του εργοταξίου και τις ανάγκες του, αντιλαμβανόμενοι πως θα επηρεαστεί η λειτουργία τους για κάποιο καιρό. Την 01.03.2023, ενώ εκτελούνταν ήδη εργασίες για το έργο, διευθετήθηκε συνάντηση των καταστηματαρχών με τον Δήμαρχου Πάφου, για να ενημερωθούν ότι την 02.03.2023 θα ξεκινούσε η φάση του έργου που θα τους επηρέαζε, ζητώντας, προς αυτό, την υπομονή τους, να τελειώσουν οι εργασίες. Αναφέρθηκε πως ο Εναγόμενος θα συντηρήσει τους προβόλους μπροστά από τα καταστήματα, που οι πλείστοι είχαν σκουριάσει, και τους ζητήθηκε να αφαιρέσουν τις παράνομες προσθήκες γυψοσανίδων, ταμπελών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων επί των προβόλων ή, εάν επιθυμούσαν, να επενέβαινε ο Εναγόμενος για τον σκοπό αυτό. Η συντήρηση δεν είχε κόστος για οποιονδήποτε καταστηματάρχη. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία, ούτε και των Εναγόντων. Πλείστοι εξ αυτών αναγνώρισαν πως τα σχέδια που τους είχαν δοθεί το 2008 έκαναν λόγο για «προκατασκευασμένες περσίδες αλουμινίου για το στέγαστρο των πεζών» και όχι σε επένδυσή τους με γυψοσανίδα, ταμπέλες και επέκταση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων τους. Τους αναφέρθηκε επίσης ότι θα τους υποδειχθεί ενιαίος τρόπος τοποθέτησης διαφήμισης της επιχείρησης τους, αφού υποβάλουν σχετική αίτηση για αδειοδότηση της διαφημιστικής τους πινακίδας. Μεγάλος αριθμός καταστηματαρχών συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του Εναγόμενου και συγκατατέθηκε στην αφαίρεση των παράνομων προσθηκών με σκοπό τη συντήρηση των προβόλων από τον Εναγόμενο. Σε καμία περίπτωση, ο Εναγόμενος, είχε πρόθεση να επέμβει σε περιουσία που κατέχεται από τους Ενάγοντες, που αδικαιολόγητα προσέφυγαν στο Δικαστήριο. Πρόθεση του Εναγόμενους ήταν και είναι να υλοποιήσει τα όσα είχαν συμφωνηθεί με τους καταστηματάρχες για υλοποίηση της ανάπλασης του παραλιακού μετώπου. Ουδέποτε ο Δήμαρχος Πάφου είχε πει ότι θα προχωρούσαν με κατεδάφιση. Γνωρίζει ο καθένας πως χρειάζεται νόμιμη διαδικασία ή συγκατάθεση. Την 02.03.2023, ενώ τεχνικός στις υπηρεσίες του Εναγόμενου εκτελούσε εργασίες αφαίρεσης γυψοσανίδων, ταμπελών και φώτων από τα σκιάδια με τη σύμφωνη γνώμη των καταστηματαρχών, όταν ζητήθηκε από τον Ενάγοντα 1 να επιτρέψει στον Εναγόμενο να προβεί στις αφαιρέσεις, ο Ενάγων 1 ενημέρωσε πως θα το πράξει με δικό του συνεργείο, εντός της επόμενης ημέρας. Αντ' αυτού, αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εξασφάλιση διατάγματος, χωρίς να αποκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα. Λέει πως ρώτησε τους καταστηματάρχες εάν έλαβαν ειδοποίηση, χωρίς να αναφέρει πως υπήρξε δια ζώσης επικοινωνία με τον Εναγόμενο και τον εργολάβο. Εάν πληροφορούνταν το Δικαστήριο πως ο Ενάγων 1 είπε ψέματα πως θα προέβαινε σε εργασίες με δικό του συνεργείο, κατά τη θέση του Εναγόμενου, δεν θα εξέδιδε το διάταγμα. Ο φόβος των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος θα προχωρήσει παράνομα σε επέμβαση δεν δικαιολογείται υπό το σύνολο των περιστάσεων. Εάν δεν υπήρχε συγκατάθεση των καταστηματαρχών, ο Εναγόμενος δεν θα αφαιρούσε οτιδήποτε. Ψευδώς αναφέρουν οι Ενάγοντες πως δεν προέβησαν σε προσθηκομετατροπές και προσκομίζονται στοιχεία, που δείχνουν το αντίθετο. Επικαλούνται συμφωνία που δεν τήρησαν οι ίδιοι, εφόσον προσκόμισαν εγγυητική επιστολή, ούτε πλήρωσαν το ποσό που προβλέπεται στον χρόνο που προβλέπεται. Ούτε εξασφαλίστηκε έγκριση του Συμβουλίου για την τοποθέτηση της πινακίδας. Η συμφωνία, σε κάθε περίπτωση, είναι άκυρη, και εκ λάθους υπογράφθηκε, εφόσον προβλέπει κατασκευή και κατοχή οικοδομών χωρίς άδεια και παραγνωρίζει πως τα σκιάδια δεν ήταν αδειοδοτημένα, κατά παράβαση νομοθεσίας. Ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να χορηγήσει βεβαίωση στην οποία αναφέρονται οι Εναγόμενοι ούτε τέτοια βεβαίωση θα μπορούσε να έχει νόμιμη υπόσταση. Ασχέτως του ιστορικού των σκιαδίων, δεν μπορεί να προκύψει ότι δεν είναι παράνομα. Γίνεται αναφορά σε χειρισμούς και σκάνδαλα από προηγούμενες δημαρχίες. Ο Εναγόμενος επιχειρηματολογεί υπέρ της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος, λέγοντας, μεταξύ άλλων, πως το έργο είναι σε εξέλιξη και δεν μπορεί να προχωρήσει, εφόσον η φάση που αφορά στη συντήρηση των προβόλων δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, ακόμα και για εργασίες για τις οποίες υπάρχει συγκατάθεση, λόγω της ύπαρξης του διατάγματος, το οποίο επίσης εμποδίζει τον Εναγόμενο να ασκήσει τυχόν καθήκοντα που έχει ως πολεοδομική αρχή. Οι Ενάγοντες, όπως θέτει, επωφελήθηκαν από την παράνομη χρήση του χώρου για τόσα χρόνια, και δεν θα υποστούν ζημιά από την επάνοδο στη νομιμότητα, ούτε αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ζημιά. Δεν μπορεί να συνιστά αίτημα η διατήρηση του status quo όταν αυτό συνιστά παρανομία. Εάν πρόθεση του Εναγόμενου ήταν να προβούν σε αφαιρέσεις, μπορούσε να το πράξει πριν την έκδοση του διατάγματος, και δεν δικαιολογείται ο φόβος των Εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε ζημιά των Εναγόντων είναι χρηματική, και ασύγκριτη με το πάγωμα του δημόσιου έργου, το κόστος που θα επιφέρει και την ταλαιπωρία των πολιτών, ιδίως εάν καθυστερήσει η εκδίκαση της αγωγής. Η ακρόαση της αίτησης και του προσωρινού διατάγματος έγινε με βάση τις αρχικές ένορκες δηλώσεις της αίτησης και της ένστασης. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων των Εναγόντων και του Εναγόμενου αντίστοιχα. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση των Εναγόντων έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Η φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, που σκοπεί στην παρεμπόδιση άμεσα επικείμενης επέμβασης σε δικαίωμα, που οι Ενάγοντες θεωρούν μη σύμφωνη με τον νόμο γιατί δεν υπήρξε συγκατάθεσή τους ούτε γραπτή ειδοποίηση με βάση τον νόμο που να εμπερικλείει απόφαση του Εναγόμενου που να μπορούν να προσβάλουν, δεν καθιστούσε λογικά εφικτό να δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση στον Εναγόμενο, για να ακουστεί, στο μεταξύ έχοντας τη χρονική ευκαιρία να υλοποιήσει τον επαπειλούμενο κίνδυνο, που παρουσίασαν οι Ενάγοντες. Τέτοια προηγούμενη ειδοποίηση θα αδρανοποιούσε τον ρόλο και τη σημασία της ενδιάμεσης θεραπείας, που σκόπευσε σε προληπτική προστασία των Εναγόντων. Το Δικαστήριο μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, κατ' εξαίρεση, να επιληφθεί της υπόθεσης χωρίς ειδοποίηση του Εναγόμενου. Αυτή η συνθήκη δεν διαφοροποιήθηκε μετά από την ακρόαση του Εναγόμενου, ο οποίος δεν αρνήθηκε πως προτίθεται να εκτελέσει αυτά που ο ίδιος θεωρεί συμφωνηθέντα, ταυτόχρονα αποδεχόμενος πως επείγεται ως προς την εκτέλεση του δημόσιου έργου. Εξ ου και ενήργησε σχετικά άμεσα, την επομένη της συνάντησης με τους καταστηματάρχες. Δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με το ότι αυτό εκδόθηκε μονομερώς. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας το προσωρινό διάταγμα μέσα και από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από τους Ενάγοντες, που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Οι λεπτομέρειες της εκδοχής του Εναγόμενου, σε σχέση με τον τρόπο δημιουργίας των σκιαδίων στο παρελθόν και τους λόγους των εργασιών σήμερα, καθώς και ό,τι προβάλλει ως υπεράσπισή του στη σκοπούμενη επέμβαση για την αναφερόμενη ως συντήρηση του σκιαδίου των Εναγόντων, δεν είναι ισχυρισμοί που αφενός θα αναμένονταν να εκτεθούν από τους Ενάγοντες (ώστε η μη αναφορά τους να μπορεί να αναχθεί σε προσπάθεια παραπλάνησης δια εσκεμμένης σιωπής), αφετέρου, ακόμα κι αν εκτίθεντο από τους Ενάγοντες, δεν θα επιδρούσαν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε, δια του οποίου απαγορεύεται παρέμβαση στο μέλλον. Τα περί παρανομίας ή νομιμότητας των υφιστάμενων κατασκευών, πέραν του ότι δεν θα διαγνωστούν σε αυτό το στάδιο, γιατί αφορούν την ουσία της διαφοράς και άλλη είναι η θέση των Εναγόντων και άλλη του Εναγόμενου, δεν έχουν σημασία για την προστασία των Εναγόντων από παρεμβάσεις στην περιουσία τους, στις οποίες αναφέρουν πως δεν συγκατατίθενται και για τις οποίες δεν υποδεικνύεται στο Δικαστήριο η ακολούθηση κάποιας διαφορετικής νόμιμης διαδικασίας. Ο Εναγόμενος δεν υπέδειξε βάση παρέμβασής του διαφορετική από εκείνην της συγκατάθεσης, που όμως, κατά τους Ενάγοντες, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει (λόγος για τον οποίον ζητούν και δικαστική προστασία). Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος για λόγους απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Παρεμβάλλεται πως δεν συντρέχει και οποιοσδήποτε άλλος λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με την εξουσία ή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, της οποίας ο Εναγόμενος ισχυρίζεται «υπέρβαση». Το γεγονός ότι μια θεραπεία ζητείται και με την αγωγή υπό μορφή διηνεκούς απαγορευτικού διατάγματος ή παρεμφερώς, δεν εμποδίζει κατ' ανάγκη την απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας. Το ζητούμενο είναι να μην εκδικάζεται πλήρως η αγωγή ή άλλως πώς να υποκαθίσταται πλήρως η ανάγκη εκδίκασης της διαφοράς, δια της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος, κατά τρόπο που να δηλοί κατάχρηση της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος· δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται το προσωρινό διάταγμα ως αυτοσκοπός. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση. Οι Ενάγοντες αναζήτησαν μια συνήθη ενδιάμεση θεραπεία, στο πλαίσιο της ιδιωτικής διαφοράς τους με τον Εναγόμενο για το επίδικο σκιάδιο, που δεν επιλύεται με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι Ενάγοντες δεν στερούνται τη δυνατότητα ενδιάμεσης θεραπείας απλώς επειδή ο Εναγόμενος, εκτός από αντισυμβαλλόμενός τους, είναι και η δημοτική αρχή και ταυτόχρονα η πολεοδομική αρχή, που μπορεί, με εκείνη την ιδιότητα, να προβεί σε νόμιμες ενέργειες. Ουδέποτε το Δικαστήριο απαγόρευσε στον Εναγόμενο, ως αρμόδια αρχή με βάση κάποιον νόμο, να ακολουθήσει κάποια διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, εάν θεωρεί ότι οποιεσδήποτε κατασκευές που κατέχονται από τους Ενάγοντες δεν είναι σύμφωνες με την πολεοδομική νομοθεσία. Προφανώς, η εξουσία του Δικαστηρίου αυτού ασκείται στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου που ενεργοποίησαν οι Ενάγοντες. Και η μαρτυρία ήταν, και είναι, ακριβώς, πως ο Εναγόμενος δεν ενήργησε ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, αποστέλλοντας κάποιαν ειδοποίηση στους Ενάγοντες με βάση τον νόμο, περίπτωση στην οποία η διαφορά με τους Ενάγοντες θα ήταν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου (κι εκεί φυσικά υποκείμενη σε έλεγχο). Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13]. Υπό το άρθρο 32 Ν.14/1960 εξετάζεται και το άρθρο 4 Κεφ.6, όπου εφαρμόζεται. Επίσης, υπό το άρθρο 32 Ν. 14/1960, προσαρμοσμένα, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται συνήθως στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα, χωρίς να αποκλείεται η εξασφάλισή τους και σε περίπτωση που υπάρχει άλλη βάση αγωγής (λ.χ. παράβαση σύμβασης ή παράβαση νόμου που δημιουργεί αστική ευθύνη), και υπάρχει συναφής με τη βάση αγωγής επαπειλούμενη αδικοπραγία, περιλαμβανομένης της επέμβασης σε άτομο ή σε περιουσία χωρίς νομιμοποιητική βάση. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[14]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[15]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[16]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[17] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[18]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[19]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[20]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[21]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right). Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικοτολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[22]. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως υπήρξε συμφωνία με τον Εναγόμενο για την κατασκευή του σκιαδίου τους, που περιλαμβάνει γραπτά κείμενα και σχέδια, και η οποία εκτελείται στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου. Η κατασκευή έγινε με βάση τη συμφωνία, από εργολάβο και με επίβλεψη του Εναγόμενου και με έξοδα των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος, κατά παράβαση αυτής ή και αγνοώντας την και προκειμένου να εξαναγκάσει νέα συμφωνία, και χωρίς η ενέργειά του να ερείδεται σε νόμο, κατ' επέκταση χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση που να αναφέρεται σε σύμβαση ή σε νόμο, απαίτησε από τους Ενάγοντες εργασίες στο σκιάδιο, που περιλαμβάνουν κυρίως αφαιρέσεις, και δη με τρόπο ασαφή. Δεν διαψεύδει, ο Εναγόμενος, πως ζήτησε αυτές οι εργασίες να γίνουν από τους Ενάγοντες, εντός 1 ημέρας, και χωρίς δυνατότητα των Εναγόντων να αμφισβητήσουν την απόφαση ή κρίση του Εναγόμενου για την αναγκαιότητά τους. Ειδάλλως, θα επενέβαινε ο ίδιος ο Εναγόμενος, με άγνωστο στους Ενάγοντες τρόπο, χαρακτηρίζοντας το σκιάδιο «παράνομο», τη μεταξύ τους συμφωνία «άκυρη», αλλά και με χρήση συγκεχυμένης ιδιότητας, αντισυμβαλλομένου, δημοτικής αρχής, και πολεοδομικής αρχής. Το σκιάδιο συνιστά χώρο που κατέχεται από τους Ενάγοντες εδώ και πολλά χρόνια, και χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της επιχείρησής τους, και οποιαδήποτε επέμβαση δεν είναι οικειοθελής, και δεν γίνεται με βάση νόμο αλλά με επιβολή, στο πλαίσιο δημόσιας εξουσίας (είτε από τη δημοτική αρχή είτε από την πολεοδομική αρχή), δυνατόν να συνυφαίνεται και με το δικαίωμα των Εναγόντων στην επαγγελματική τους ζωή. Οι Ενάγοντες εισάγουν ένα δικάσιμο θέμα, σε γνωστές στο δίκαιο βάσεις, που για να αποφασιστεί θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη, ακούγοντας την απαίτηση των Εναγόντων και την υπεράσπιση του Εναγόμενου. Ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Η θέση των Εναγόντων, εξ όψεως, βασίζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία, που αν και δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο ως σε δίκη επί της ουσίας, ούτε και να απαντηθούν τα διάφορα πραγματικά ή νομικά ερωτήματα, είναι συνεκτική, με λεπτομέρεια, και δίδει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο γραπτή συμφωνία με τον Εναγόμενο που ρυθμίζει την κατασκευή του σκιαδίου, που κατέχεται και χρησιμοποιείται από τους Ενάγοντες. Μαρτυρία ότι το σκιάδιο κατασκευάστηκε από εργολάβο του Εναγόμενου και με την επίβλεψή του, ώστε να είναι σύμφωνο με τα σχέδια. Υφίστατο για χρόνια χωρίς αντίδραση του Εναγόμενου, που εισέπραττε τα έξοδα κατασκευής, με βάση τη συμφωνία, ακόμα και χωρίς τήρηση του χρονοδιαγράμματός της. Η συμφωνία δεν τερματίστηκε, ούτε κηρύχθηκε άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο. Αντίστοιχα, δεν παρουσιάστηκε κάποια μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος ενήργησε, ως προς τις εργασίες που απαίτησε να γίνουν στο σκιάδιο, ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, με βάση συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου νόμου. Ο ίδιος ο Εναγόμενος δέχθηκε πως, ως η δημοτική αρχή, συνήψε δημόσια σύμβαση με τρίτο πρόσωπο για την εκτέλεση έργου κοινής ωφέλειας, που όμως προϋποθέτει επέμβαση στα σκιάδια των καταστημάτων στο παραλιακό μέτωπο που συνιστούν ιδιωτικές περιουσίες. Στο πλαίσιο εκτέλεσης του δημόσιου έργου, απαίτησε να γίνουν εργασίες και στο σκιάδιο των Εναγόντων. Η θέση των Εναγόντων είναι πως δεν συγκατατέθηκαν και δεν συγκατατίθενται στη επέμβαση του Εναγόμενου, και δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε που να δείχνει χρησιμοποίηση άλλης διαδικασίας από την πολεοδομική αρχή. Υπάρχουν επαρκείς πιθανότητες οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπείες με βάση την αγωγή τους, που σχετίζονται με την εκτέλεση της συμφωνίας για το σκιάδιο, αλλά και τη διασφάλιση του δικαιώματός τους για σεβασμό στην επαγγελματική τους ζωή, εάν ο Εναγόμενος ενεργεί στο πλαίσιο άσκησης κάποιου είδους δημόσιας εξουσίας έναντι στους Ενάγοντες, αλλά χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου. Στην τελευταία περίπτωση, δεν έχει σημασία εάν οι Ενάγοντες κατέχουν το σκιάδιο παράνομα ή νόμιμα ή εάν το σκιάδιο είναι παράνομη ή νόμιμη κατασκευή. Ο νόμος δεν φαίνεται να εξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο, υπό οποιαδήποτε ιδιότητά του, με οποιονδήποτε τρόπο, να επεμβαίνει σε περιουσία που κατέχεται από άλλο πρόσωπο, ιδιώτη, χωρίς νόμιμη διαδικασία, και να αφαιρεί κατασκευές που αποφασίζει (αρμοδίως ή μη) πως είναι παράνομες, με μόνο το επιχείρημα πως είναι παράνομες ή για να προβεί σε συντήρηση που θεωρεί αναγκαία ή για άλλο λόγο, περιλαμβανομένης της εκτέλεσης δημοσίου έργου. Ούτε ένας πολίτης που δέχεται κάποια επέμβαση, πιθανόν μη νόμιμη με βάση τις θέσεις του, στερείται κάθε δικαστική προστασία, στη βάση της υποψίας ότι μπορεί η περιουσία που κατέχει επίσης να μην είναι νόμιμη. Σε τέτοια περίπτωση, η δικαστική προστασία, που δυνατόν να παρέχεται για συγκεκριμένο σκοπό (τη διασφάλιση της νομιμότητας ακόμα και για σκοπούς πάταξης της παρανομίας), δεν μπορεί να μεταφράζεται ως προστασία του παρανόμου, με την προσέγγιση που επιχειρεί να εκθέσει ο Εναγόμενος. Πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Οι Ενάγοντες μετέφεραν στο Δικαστήριο μια προσπάθεια του Εναγόμενου να δημιουργήσει, με μεθοδευμένο τρόπο, αγνοώντας τις θέσεις των Εναγόντων, μια τετελεσμένη κατάσταση, σε σχέση με τις εργασίες στο σκιάδιο. Μπορεί να την προκαλέσει με ευκολία, εφόσον διαθέτει συνεργείο και μπορεί ανά πάσα στιγμή, όπως ο ίδιος δέχθηκε, να μεταβεί στον χώρο και να προβεί στις αφαιρέσεις. Ο Εναγόμενος δεν αρνείται πως, εάν δεν υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, επειδή οι Ενάγοντες δεν αφαίρεσαν οικειοθελώς ό,τι ο Εναγόμενος θεωρεί παράνομο, εντός της 1 ημέρας, θα επέμβει «προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων με τους καταστηματάρχες», τα οποία, όμως, δεν υφίστανται, όπως αναφέρουν οι Ενάγοντες. Οι ίδιοι δεν συμφώνησαν με τον Εναγόμενο κάποια επέμβασή του, αλλά έχουν στα χέρια τους τη συμφωνία που συνήψαν με τον Εναγόμενο για το σκιάδιό τους. Τα περί συμφωνίας με καταστηματάρχες τέθηκαν πολύ γενικά και αόριστα, χωρίς να μπαίνει σε ρεαλιστικό πλαίσιο ότι οι καταστηματάρχες, εκπροσωπούμενοι από κάποιο φορέα ή όργανο ή πρόσωπο, συνήψαν συμφωνία με τον Εναγόμενο που δεσμεύει όλους τους εκπροσωπούμενους καταστηματάρχες, και τίθεται θέμα εκτέλεσής της, στην οποίαν αντιδρούν μεμονωμένα, παράλογα διαφωνούντες, οι Ενάγοντες. Ο κίνδυνος που περιέγραψαν οι Ενάγοντες, ως τον έθεσαν, με τη ροή των γεγονότων, περιλαμβανομένων των αφαιρέσεων σε άλλα επικείμενα υποστατικά και την ομολογούμενη ανάγκη του Εναγόμενου να περατώσει το δημόσιο έργο χωρίς καθυστέρηση, είναι ρεαλιστικός, υφιστάμενος, άμεσος. Δικαιολογημένα αισθάνονται τον φόβο οι Ενάγοντες, πως, εάν ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, θα υπάρξει επέμβαση του Εναγόμενου στο σκιάδιο, χωρίς να διασφαλίζεται η εφαρμογή του νόμου, αλλά και διατηρώντας ο Εναγόμενος τη συγκεχυμένη του ιδιότητα έναντι στους Ενάγοντες. Η αναφορά του Εναγόμενου σε «υλοποίηση των συμφωνηθέντων», και η γενίκευση κάποιας «συμφωνίας με καταστηματάρχες», ενισχύει τον φόβο των Εναγόντων, παρά τον καθησυχάζει, όπως και ο τρόπος με τον οποίον ο Εναγόμενος κάνει χρήση της ιδιότητας του, ως ο αντισυμβαλλόμενος των Εναγόντων, ως η δημοτική αρχή που εκτελεί δημόσιο έργο, αλλά και ως η πολεοδομική αρχή, ή την εναλλάσσει αναλόγως, αντίστοιχα επιχειρώντας να υπερισχύει και στη συμφωνία, ή να δημιουργήσει και εκτροπή από το νόμιμο πλαίσιο (προτάσσοντας συγκατάθεση ή συμφωνία που δεν υπάρχει ή εξαναγκάζοντάς την), επαπειλώντας εν τέλει αδικοπραγία. Επέμβαση σε περιουσία που κατέχει και χρησιμοποιεί άλλο πρόσωπο, που δεν έχει έρεισμα σε συμφωνία ή στον νόμο, μπορεί να συνιστά αδικοπραγία, οποιοσδήποτε κι αν την πράττει. Δεν έχει σημασία, στην προκειμένη περίπτωση, εάν οποιαδήποτε ζημιά των Εναγόντων, σε περίπτωση παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου, μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Όλες οι παραβιάσεις δικαιωμάτων απολήγουν στο να παίρνουν τη μορφή χρηματικής απαίτησης, χωρίς να σημαίνει πως πρέπει να επιτρέπονται (με το να μην αποτρέπονται) επειδή μπορούν να αποζημιωθούν. Πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/1960, ως προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της προληπτικής φύσης του διατάγματος. Στο ισοζύγιο της ευχέρειας, είναι δίκαιο να υφίσταται αυτό το προσωρινό διάταγμα. Επαναλαμβάνεται, δεν επηρεάζεται ο Εναγόμενος, ως ταυτόχρονα η δημοτική αρχή ή η πολεοδομική αρχή, να εφαρμόσει κάποια νόμιμη διαδικασία. Εμποδίζεται, όμως, με οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν ενεργεί, να επικαλείται συμφωνία ή συγκατάθεση των Εναγόντων, που οι Ενάγοντες θέτουν πως δεν υπάρχει, ως βάση για επέμβασή του στο σκιάδιο που κατέχουν οι Ενάγοντες (είτε νόμιμα είτε παράνομα). Κάθε δικαστικό διάταγμα απαγορευτικής φύσης προκαλεί ταλαιπωρία, όπως και κάθε αγωγή, στα πρόσωπα στα οποία αφορούν. Το αναπόφευκτο της ταλαιπωρίας από την εκκρεμοδικία δεν χρησιμοποιείται ως λόγος για να αποφευχθεί ενδιάμεση θεραπεία. Ο Εναγόμενος, ο οποίος ως δημοτική αρχή προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό και συνήψε δημόσια σύμβαση που περιλαμβάνει τα σκιάδια ή και επέμβαση σε ιδιωτικές περιουσίες, χωρίς προφανή δυνατότητα συναλλαγής επί του αντικειμένου αυτού και χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των επηρεαζόμενων ιδιωτών ‒ συγκατάθεση ενδεχομένως ως μέρος της διαδικασίας ή προϋπόθεση εκτέλεσης της δημόσιας σύμβασης ‒ φρονώ πως δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση στην εκτέλεση της δημόσιας σύμβασης, που αναπόφευκτα υπάρχει εξαιτίας της ανάγκης διάγνωσης των ιδιωτικών δικαιωμάτων των επηρεαζόμενων προσώπων, ως ζημιά του, που προκαλεί αυτή η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ή και η αγωγή. Εκκρεμούσης αυτής της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, η οποία υπάρχει και συντηρείται λόγω της δικής τους αδυναμίας να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση, δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την ισχύ της ενδιάμεσης θεραπείας, εάν προκύψει υποψία πως οι Ενάγοντες επαναπαύονται σε αυτήν ή την χρησιμοποιούν για αλλότριους σκοπούς ή για βλάβη του δημοσίου συμφέροντος. Δεν υπάρχει προς το παρόν τέτοιο δεδομένο να τύχει διαχείρισης. Συνιστά βασική πτυχή του δημόσιου συμφέροντος, που δεν είναι μονόπλευρό, ενδεχομένως βασικότερη από τη δημιουργία νέων ωφέλιμων βελτιωτικών ή και αναπτυξιακών έργων για την πόλη, να μην παραβιάζονται βασικά δικαιώματα των πολιτών. Στην περίπτωση που υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, διατηρείται το status quo με σεβασμό στην απαίτηση και τα δικαιώματα των Εναγόντων, μέχρι αυτά να διαγνωστούν, μη επηρεαζόμενων των εξουσιών του Εναγόμενου ως η αρμόδια αρχή με βάση οποιονδήποτε νόμο. Στην περίπτωση που ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, επιτρέπεται η εξέλιξη και η διαμόρφωση της πραγματικής κατάστασης από τον Εναγόμενο, ως δημοτική αρχή που θέλει να εκτελέσει επειγόντως το δημόσιο έργο, με τρόπο ενδεχομένως τετελεσμένο, χωρίς επαρκή ανταπόκριση του Δικαστηρίου στην απαίτηση των Εναγόντων. Δεν εξηγήθηκε γιατί είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί από τον Εναγόμενο η συγκατάθεση των Εναγόντων για τη διαμόρφωση του σκιαδίου· γιατί είναι δύσκολο να κατευναστούν οι ανησυχίες τους. Δεν προκύπτουν δεδομένα πως οι Ενάγοντες, από ιδιοτροπία ή εκτροπή από τη λογική των πραγμάτων, επιδεικνύουν άρνηση διαλόγου με αντικείμενο το να συγκατατεθούν σε εργασίες που δεν τους επηρεάζουν. Κρίνεται πως, προς το παρόν, θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, ως έχει εκδοθεί. Η χρονική καθυστέρηση που μπορεί να προκληθεί από την εκκρεμοδικία δεν μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας σχετικά με το εάν θα δοθεί ή όχι μια ενδιάμεση θεραπεία· έχοντας υπόψη και τη δυνατότητα συνοπτικής εκδίκασης ζητημάτων για τα οποία δεν υπάρχει εκτενής πραγματική διαφορά. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων ένστασης που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο, που να μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και στην απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων. Καταληκτικά, έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που ισχύουν για την έκδοση και αναθεώρηση διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα γεγονότα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, θεωρώ πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν και πως είναι δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 06.03.2023, και πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων που προβλήθηκαν δια της ένστασης του Εναγόμενου, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, για να ακυρωθεί το διάταγμα αυτό ή να τροποποιηθεί με συγκεκριμένο τρόπο, έχοντας ήδη διευκρινίσει και ό,τι πιθανόν να χρειάζονταν. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 06.03.2023 καθίσταται απόλυτο, ως έχει εκδοθεί την 06.03.2023, και ισχύει οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Προστίθεται ρητά η διευκρίνιση πως: το παρόν διάταγμα δεν επηρεάζει οποιαδήποτε διαδικασία ήθελε κινήσει ο Εναγόμενος ως η αρμόδια αρχή με βάση οποιονδήποτε νόμο. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αλλά και τη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που δόθηκε, που είναι κυρίως προληπτική, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής των Εναγόντων, αλλά να μην είναι σε καμία περίπτωση εναντίον των ιδίων. Αυτό σημαίνει πως, εάν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους, θα δικαιούνται και τα έξοδα αυτής της διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο ή άλλως πώς καθοριστούν από το Δικαστήριο. Αντίθετα, δεν θα δικαιούται τέτοια έξοδα, εάν αποτύχουν στην αγωγή τους, αλλά δεν θα είναι και προς όφελός του Εναγόμενου που δεν είχε επιτυχία σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. [14] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [15] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [16] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [17] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [18] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [19] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [20] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [21] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [22] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο