← Κύπρος

HPF HOLDINGS LTD ν. FA ISLAND BLUE (CYPRUS) LTD, Αρ. Αγωγής: 39/2023, 16/6/2023

HPF HOLDINGS LTD ν. FA ISLAND BLUE (CYPRUS) LTD, Αρ. Αγωγής: 39/2023, 16/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 39/2023 I-Justice Μεταξύ: HPF HOLDINGS LTD, HE xxx, χχχ, Πάφος Εναγόντων και FA ISLAND BLUE (CYPRUS) LTD, HE xxx, xxx, Πάφος Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 18.01.23 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος Ημερομηνία: 16.06.23 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Μ. Καραπατάκη για κ.κ. Karapatakis Pavlides LLC & για Dafni Vasileiou - Koutsavaki & Associates Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κα Χ. Φιλίππου για κ.κ. Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. & για κ.κ. Ζ. Καϊμακλιώτης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.01.23 δυνάμει γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Οι Ενάγοντες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός από τους ιδίους του συμφωνητικού εγγράφου ένεκα παράβασης ουσιώδους όρου είναι νόμιμος. Επίσης διεκδικούν την επιστροφή ποσού €357.000 που σύμφωνα με τους ιδίους πλήρωσαν στους Εναγομένους στα πλαίσια εκτέλεσης της μεταξύ τους σύμβασης αλλά οι τελευταίοι συνεχίζουν να κατακρατούν χωρίς αντιπαροχή και/ή λόγω αποτυχίας ανταλλάγματος. Διαζευκτικά απαιτούν το εν λόγω ποσό στη βάση αρχών αδικαιολόγητου πλουτισμού. Περαιτέρω οι Ενάγοντες επιδιώκουν την επιδίκαση ειδικών και γενικών αποζημιώσεων που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ένεκα επικαλούμενης παράβασης συμφωνιών εκχώρησης και ανέγερσης κτιρίου από τους Εναγομένους. Στις 31.01.23 καταχωρίστηκε η έκθεση απαίτησης. Έκθεση υπεράσπισης στην αγωγή δεν έχει καταχωριστεί μέχρι σήμερα. Την επομένη της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή στις 18.01.23, οι Ενάγοντες προώθησαν την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση. Με την δια κλήσεως αίτηση αυτή οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγομένους «να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν» το ακίνητο που περιγράφεται υπό το σημείο Α1 στο σώμα της εν λόγω αίτησης και είναι εγγεγραμμένο εις το όνομα τους, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 31 & 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4-7 & 9 του Κεφ.6, η Δ.48 Θ.1, 2, 3, 8 & 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 73-75 του Κεφ.149, οι εγγενείς και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Ενάγοντες δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Pui Fung Ho, διευθυντή των Εναγόντων, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγόντων στο σύνολο της. Με βάση την ένορκη δήλωση, οι Ενάγοντες περί τις 06.07.20 συμφώνησαν με τους Εναγομένους όπως αγοράσουν από αυτούς το ακίνητο που περιγράφεται στο σημείο Α1 του σώματος της αίτησης, το οποίο θα προέκυπτε από το διαχωρισμό τριών τεμαχίων. Τα στοιχεία του επίμαχου ακινήτου παραθέτονται στην ηλεκτρονική σελίδα του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 22) και από το χωρομετρικό σχέδιο που βρίσκεται στην εν λόγω ιστοσελίδα (Τεκμήριο 23). Επειδή οι Εναγόμενοι δεν ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου αλλά δικαιούχοι προς εγγραφή δυνάμει σχετικού πωλητηρίου εγγράφου, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η αγορά να γίνει με συμφωνία εκχώρησης, έγγραφο το οποίο υπογράφηκε στις 06.07.20 από τους διαδίκους ως συμβαλλόμενα μέρη (Τεκμήριο 1). Το συμφωνημένο τίμημα ήταν στα €357.000 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. και θα πληρωνόταν εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου

  1. Περαιτέρω δυνάμει γραπτής συμφωνίας ιδίας ημερομηνίας μ' αυτήν του συμφωνητικού εγγράφου εκχώρησης (06.07.20) που υπογράφηκε από τους διαδίκους, συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι κατασκευάσουν εντός του επίμαχου ακινήτου κτίριο πέντε διαμερισμάτων έναντι του ποσού των €1.315.
  2. Το εν λόγω ποσό θα πληρωνόταν σε διάφορα στάδια που καθορίζονται μέσα από τη σύμβαση (Τεκμήριο 2). Περί τις 22.07.22 οι Ενάγοντες πλήρωσαν το ποσό των €40.
  3. Σχετική απόδειξη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  4. Ακολούθως, σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τους Εναγομένους σε αλλεπάλληλες τροποποιήσεις των συμφωνιών, με τις οποίες παρατάθηκε σε διάφορες περιπτώσεις ο χρόνος πληρωμής του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Με βάση ηλεκτρονικά μηνύματα που επικαλείται, ο ομνύοντας δήλωσε ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να πληρωθεί πρώτα το τίμημα αγοράς του ακινήτου (Τεκμήρια 5-9, 11 & 12). Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια των διαφόρων παρατάσεων του χρόνου πληρωμής του τιμήματος αγοράς του ακινήτου, οι Ενάγοντες κατέβαλαν τα ποσά €69.079 στις 24.08.20 (Τεκμήριο 4), €50.000 στις 27.10.20 (Τεκμήριο 10), €50.000 στις 21.07.21 και €147.007 στις 20.08.21 (Τεκμήριο 13). Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, οι πιο πάνω πληρωμές συνιστούν εξόφληση του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Όπως ακόμη ισχυρίζεται, παρά την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του ακινήτου εντός του αναθεωρημένου συμφωνημένου χρονικού πλαισίου και παρά το ότι για την ανέγερση του κτιρίου είχε συμφωνηθεί να καταλήξουν σε νέα χρονοδιαγράμματα πληρωμής, οι Εναγόμενοι με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερ. 02.09.21 (Τεκμήριο 14), ισχυρίστηκαν παράβαση των Τεκμηρίων 1 και 2 από μέρους των Εναγόντων. Παράλληλα ισχυρίστηκαν ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 ήταν συνδεδεμένα μεταξύ τους και δεν μπορούσαν να εκτελεστούν ξεχωριστά και ότι το κόστος για την ανέγερση του κτιρίου είχε αυξηθεί κατά 30%. Στη συνέχεια υπήρξε νέα γραπτή αλληλογραφία των μερών μέσα από την οποίαν οι Εναγόμενοι ζήτησαν την καταβολή του επιπλέον ποσού των €119.000 και του ποσού των €83.300 ως έξοδα σχεδιασμού για να μεταβιβάσουν το ακίνητο στους Ενάγοντες (Τεκμήρια 15-18). Οι Ενάγοντες με επιστολή της δικηγόρου τους ημερ. 23.09.22 (Τεκμήριο 19) κάλεσαν τους Εναγομένους να προχωρήσουν με μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα τους αλλά οι Εναγόμενοι με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 24.10.22 (Τεκμήριο 20) ισχυρίστηκαν ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν και παραβιάζουν τα Τεκμήρια 1 και 2 και πως αν τα έγγραφα αυτά δεν είχαν τερματιστεί, με το Τεκμήριο 20 τερματίζονταν. Απορρίπτοντας τις θέσεις των Εναγομένων, οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 09.12.22 (Τεκμήριο 21), τερμάτισαν τα Τεκμήρια 1 και 2 εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων. Παράλληλα κάλεσαν τους Εναγομένους όπως εντός πέντε ημερών επιστρέψουν στους Ενάγοντες το τίμημα πώλησης που εισέπραξαν με νόμιμο τόκο αφού δεν είχαν πρόθεση να τους μεταβιβάσουν το ακίνητο. Στις 16.02.23 οι Εναγόμενοι αντέδρασαν με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 13 λόγους. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εδράζεται στα άρθρα 29, 31 & 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4-7 & 9 του Κεφ.6, στη Δ.48 Θ.1-4, Θ.6, Θ.7 & Θ.9 και στη Δ.39 Θ.1 & Θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23, 25, 33 & 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 37-39, 46-50 & 73-75 του Κεφ.149, στους κανόνες επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Θεοφάνη Θεοφάνους, ενός εκ των διευθυντών των Εναγομένων, στην οποίαν περιέχονται έγγραφα προς ενίσχυση της. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγομένων στην ολοκληρωμένη της μορφή. Στην ΕΔ του ο Θεοφάνους παραδέχεται ότι περί τις 06.07.20 οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τους Εναγομένους να αγοράσουν το επίμαχο υπό διαχωρισμό ακίνητο που θα προέκυπτε από το διαχωρισμό των τριών τεμαχίων που αναφέρει ο Ho στη δική του ΕΔ στη βάση συμφωνίας εκχώρησης που οι διάδικοι θα υπέγραφαν. Το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν ιδιοκτησίας δύο άλλων ατόμων, από τα οποία οι Εναγόμενοι το αγόρασαν δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 02.07.20 που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Το γεγονός ότι το επίμαχο ακίνητο δεν είχε μεταβιβαστεί στους Εναγομένους ήταν εις γνώση των Εναγόντων. Γι' αυτό υπήρξε μεταξύ τους συνεννόηση ότι η αγορά του από τους Ενάγοντες θα γινόταν με συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων που πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 02.07.
  5. Το τίμημα πώλησης που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ανέρχεται στα €357.000 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. και θα πληρωνόταν εντός ενός μηνός από την υπογραφή του εκχωρητηρίου εγγράφου. Εκτός από τη συμφωνία εκχώρησης, τα μέρη υπέγραψαν συμφωνία ανέγερσης κτιρίου ημερ. 06.07.20 με βάση την οποίαν οι Εναγόμενοι θα κατασκεύαζαν προς όφελος των Εναγόντων κτίριο από πέντε διαμερίσματα του ενός υπνοδωματίου και τρία διαμερίσματα των δύο υπνοδωματίων. Το τίμημα της κατασκευής συμφωνήθηκε στα €1.315.000 και θα πληρωνόταν σε διάφορα καθορισμένα από τη σύμβαση στάδια ανέγερσης. Είναι η θέση του ομνύοντα Θεοφάνους ότι ο Ho στη δική του ΕΔ έντεχνα αποφεύγει να αποκαλύψει ότι οι προαναφερόμενες δύο συμφωνίες ήταν αλληλένδετες και δεν μπορούσαν να εκτελεστούν ξεχωριστά. Προς υποστήριξη της θέσης του παρέπεμψε στη συμφωνία κατασκευής. Επίσης υποδεικνύει ότι οι Ενάγοντες δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια επειδή δεν αποκαλύπτουν τις συμφωνίες πώλησης των διαμερισμάτων που θα ανεγείρονταν στο ακίνητο σε τρίτα πρόσωπα. Σύμφωνα με τον Θεοφάνους οι Ενάγοντες πλήρωσαν το συνολικό ποσό των €356.086 ως πιο κάτω: (α) €40.000 στις 22.07.22, (β) €69.079 στις 24.08.20, (γ) €50.000 στις 27.10.20, (δ) €50.000 στις 21.07.21, (ε) €147.007 στις 20.08.
  6. Όπως ακόμη ο ενόρκως δηλών αναφέρει, η μη εκτέλεση των δύο συμφωνιών μαζί οδήγησε στην αύξηση του κατασκευαστικού κόστους κατά 30%. Η δε καθυστέρηση της πληρωμής ποσών που αφορούν τα τιμήματα στις συμβάσεις αγοράς ακινήτου και κατασκευής κτιρίου εντός αυτού από τους Ενάγοντες προκάλεσαν οικονομική ζημιές και έξοδα στους Εναγομένους. Ειδικότερα ανάγκασε τους Εναγομένους να μεταβιβάσουν το ακίνητο στο όνομα τους περί τις 12.08.21 κατόπιν απαίτησης των εγγεγραμμένων ιδιοκτητριών προκειμένου να εφαρμοστεί η μεταξύ τους συμφωνία με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν επιπλέον κόστος. Παράλληλα η συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων κατέστη άκυρη εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων επειδή πλέον δεν υφίστατο το αντικείμενο της. Ο ενόρκως δηλών προσδιορίζει την οικονομική απώλεια των Εναγομένων ως εξής: (α) έξοδα διαχείρισης - €10.000, (β) έξοδα που πληρώθηκαν από τους Εναγομένους σχετικά με το ακίνητο - €27.772,06, (γ) απώλεια κέρδους - €340.000, το οποίο, σύμφωνα με τον ομνύοντα, προκύπτει από την αφαίρεση του κόστους κατασκευής που εκτιμήθηκε σε €974.400 από το συμφωνημένο τίμημα €1.315.
  7. Προς ενίσχυση της πιο πάνω θέσης του επισυνάπτονται αποδείξεις πληρωμών στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι (Τεκμήριο Β) καθώς επίσης ανάλυση του κατασκευαστικού κόστους από επιμετρητή ποσοτήτων (Τεκμήριο Α). Σε ότι αφορά το οικονομικό καθεστώς των Εναγομένων, αναφέρεται ότι πρόκειται για φερέγγυα εταιρεία με ακίνητη περιουσία αξίας εκατομμυρίων ευρώ εγγεγραμμένη εις το όνομα της. Επιπροσθέτως δηλώνεται ότι οι Εναγόμενοι διαθέτουν καταθέσεις σε τράπεζα πέρα των €2.000.
  8. Προς υποστήριξη της θέση αυτής παρατίθεται ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα των Εναγομένων (Τεκμήριο Γ) καθώς και τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις των Εναγομένων που αφορούν το έτος 2020 (Τεκμήριο Δ). Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Ο 1ος λόγος ένστασης προωθεί τη θέση ότι η παρούσα αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους η εν λόγω τοποθέτηση τους συνιστά υποκειμενικό συμπέρασμα το οποίο δεν αφορά το Δικαστήριο. Η θέση αυτή δεν αποτελεί λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, αυτός ο λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα και γι' αυτό απορρίπτεται. Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ισχύουν ακριβώς για τον 3ο λόγο ένστασης όπου οι Εναγόμενοι υποδεικνύουν ότι η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε μη επαρκή γεγονότα και/ή σε γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παραπέμπει ουσιαστικά σε εκτίμηση της βαρύτητας της υπόθεσης από μέρους των Εναγομένων. Επομένως πρόκειται για υποκειμενικό συμπέρασμα που δεν αφορά το Δικαστήριο. Ουδεμία άλλη αναφορά χρειάζεται να γίνει Ομοίως ισχύουν και για τον 4ο λόγο ένστασης με τον οποίον οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα γεγονότα που οι Ενάγοντες επικαλούνται δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Με κάθε σεβασμό πρόκειται για προσωπική εκτίμηση των Εναγομένων που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Το Δικαστήριο θα αποφασίσει από μόνο του και θα καταλήξει σε δική του διαπίστωση αφού προσμετρήσουν στην κρίση του όλα τα σχετικά στοιχεία και δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του. Προχωρώ στον 9ο λόγο ένστασης που περιέχει δύο σκέλη και είναι πανομοιότυπος με τον 13ο λόγο ένστασης. Η πρώτη πτυχή παρουσιάζει τη θέση ότι η ΕΔ που συνοδεύει την παρούσα αίτηση είναι ελαττωματική και/ή αντικανονική. Εξετάζοντας τη θέση αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία εξήγηση δίδεται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και κανένας σχολιασμός γίνεται μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου των Εναγομένων προς στοιχειοθέτηση της τοποθέτησης πως η παρούσα αίτηση πάσχει νομικά ή έστω που αυτή υστερεί νομικά. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μία θέση που παρέμεινε στο επίπεδο του ισχυρισμού που τελικά δεν προωθήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αίτησης και συνεπώς στερείται θεμελίωσης. Εκλαμβάνω ότι οι Εναγόμενοι έχουν εγκαταλείψει τη θέση τους αυτή, η οποία, ως ατεκμηρίωτη που είναι, απορρίπτεται. Η δεύτερη πτυχή του λόγου αυτού προωθεί τη θέση ότι η ΕΔ της αίτησης είναι γενική και/ή παραπλανητική και/ή ότι περιέχει μη ικανοποιητικά στοιχεία και/ή αοριστίες και/ή ανακρίβειες και/ή αναληθείς ισχυρισμούς. Με κάθε σεβασμό πρόκειται για γενική, αόριστη και ασαφή τοποθέτηση χωρίς ουσία με συγκεκριμένο νόημα και περιεχόμενο. Παραμένοντας στη σφαίρα της θεωρίας και έχοντας ασαφές και αόριστο πλαίσιο, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι έκθετος σε απόρριψη. Κατ' επέκταση ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται στην ολότητα του στη βάση του σκεπτικού που εξηγήθηκε. Έπεται η εξέταση του 11ου λόγου ένστασης, ο οποίος κινείται σε τρεις άξονες. Η πρώτη πτυχή παρουσιάζει τη θέση ότι το περιεχόμενο της ΕΔ δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Παραπέμπω στο σχολιασμό που έγινε στον 4ο λόγο ένστασης χωρίς να χρειάζεται να αναφέρω οτιδήποτε άλλο. Το δεύτερο σκέλος προωθεί τον ισχυρισμό ότι η εν λόγω ΕΔ δεν συμμορφώνεται με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Με κάθε σεβασμό δεν διευκρινίζεται ποιον Θεσμό η ΕΔ παραβιάζει. Ούτε εξηγεί με ποιον τρόπο δεν συμμορφώνεται με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Ουδεμία σχετική αναφορά που να υποστηρίζει τον εν λόγω ισχυρισμό περιέχεται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στη νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου των Εναγομένων, η οποία στερείται τεκμηρίωσης. Σε σχέση με το τρίτο μέρος, σημειώνεται η θέση ότι η ΕΔ της παρούσας αίτησης περιέχει ψευδείς και/ή αναληθείς και/ή ανακριβείς και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς. Εδώ απλά θα παραπέμψω στο σχολιασμό που έγινε αναφορικά με τη δεύτερη πτυχή του 9ου λόγου ένστασης. Ισχύουν αυτά που έχουν λεχθεί χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Στη βάση αυτών ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Θα ασχοληθώ τώρα με τον 6ο λόγο ένστασης με τον οποίον οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωριστεί καθυστερημένα χωρίς να δικαιολογείται η επικαλούμενη καθυστέρηση. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση τους. Στη βάση των στοιχείων των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου και αποτελούν κοινό έδαφος των μερών, παρατηρώ ότι οι Ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 09.12.22 προχώρησαν σε κατ' ισχυρισμό τερματισμό των συμβάσεων αγοράς του ακινήτου και κατασκευής κτιρίου εντός αυτού που υπέγραψαν με τους Εναγομένους. Διευκρινίζεται ότι στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται κατά πόσο η ενέργεια αυτή των Εναγόντων συνιστά νόμιμο, έγκυρο και δικαιολογημένο τερματισμό των επίμαχων συμβάσεων. Ούτε στο παρόν στάδιο εξετάζεται ποιος τυχόν ευθύνεται για το ναυάγιο εκτέλεσης των εν λόγω συμβάσεων. Αυτά αποτελούν ουσιώδη νομικά ζητήματα που χρήζουν εξέτασης μέσα από προσκόμιση μαρτυρικού υλικού και σχολαστικής νομικής ανάλυσης - λεπτομερής νομικής επιχειρηματολογίας. Η εξέταση τους θα γίνει κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και όχι σ' αυτό το προκαταρκτικό στάδιο (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.

(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Ωστόσο για σκοπούς της διαδικασίας αυτής είναι αρκετό να υποδειχτούν, απλά ως γεγονότα, η πιο πάνω ενέργεια των Εναγόντων και να σημειωθεί ότι αυτή έγινε περί τις 09.12.
  1. Επαναλαμβάνω ότι αυτά τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Πέραν αυτού, από το ηλεκτρονικό αρχείο του Δικαστηρίου παρατηρώ ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.01.23 και η παρούσα αίτηση την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 18.01.
  2. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ολιγωρία στην προώθηση της παρούσας αίτησης, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός ένστασης να απορρίπτεται ως αβάσιμος. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση του 5ου λόγου ένστασης μαζί με τον 7ο λόγο ένστασης που άπτονται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως. Είναι βασικά η θέση των Εναγομένων ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Ενάγοντες θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα (εδώ αξίωσης της Αιτήτριας) και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής (εδώ κυρίως αίτησης). Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 (πιο πάνω)). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις σε συνάρτηση με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Με γνώμονα ότι εδώ δεν έχει μέχρι σήμερα καταχωριστεί έκθεση υπεράσπισης, σχετικά έγγραφα θεωρούνται το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η έκθεση απαίτησης και οι ένορκες δηλώσεις. Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην αγωγή αυτή παραπέμπει σε συμφωνίες. Το Κεφ. 149 πραγματεύεται το δίκαιο των συμβάσεων υπό το φως της σχετικής νομολογίας. Σε περίπτωση που κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν τιμήσει το περιεχόμενο της η εν λόγω νομοθεσία παρέχει θεραπείες στο αθώο μέρος. Ειδικότερα αν κάποιος ουσιώδης όρος παραβιαστεί εξ' υπαιτιότητας ενός συμβαλλόμενου μέρους, τότε το άλλο μέρος που δεν ευθύνεται, δύναται, αν επιθυμεί, δύναται δυνάμει του άρθρου 39 και σε συνδυασμό με τη νομολογία να προχωρήσει με τερματισμό της σύμβασης. Παράλληλα, το άρθρο 73
(1)της νομοθεσίας παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις, αλλιώς αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις (Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes (Αρ.1)
(2004)1Β Α.Α.Δ 824, Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867, Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679). Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή δεν περιορίζεται στη σφαίρα του δικαίου των συμβάσεων αλλά διαζευκτικά εντάσσει στο περιεχόμενο του το δίκαιο της επιείκειας αναζητώντας από τον νομικό τομέα αυτό θεραπεία σε επικαλούμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό δυνάμει των αρχών αποκατάστασης. Το νομικό πλαίσιο εφαρμογής τέτοιας θεραπείας τίθεται μέσα από τις πρόνοιες των άρθρων 70-72 του Κεφ.149. Η δε νομολογία καθιστά εφικτή την απόδοση τέτοιας θεραπείας (Κίτσης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1077, Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Από μια πρόχειρη μελέτη των σχετικών εγγράφων, παρατηρώ ότι αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι αμφότερα υπέγραψαν δύο συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο την αγορά του επίμαχου τεμαχίου και την κατασκευή κτιρίου από διαμερίσματα εντός του εν λόγω ακινήτου αντίστοιχα. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι αμφότερες συμφωνίες έχουν τερματιστεί. Εκείνο που αποτελεί σημείο διαφωνίας και συνιστά επίδικο θέμα που θα εκδικαστεί στο στάδιο ακρόασης της ουσίας της αγωγής είναι ο λόγος που οδήγησε στο τερματισμό των συμφωνιών. Οι Ενάγοντες έχουν πληρώσει διάφορα ποσά, τα οποία καταγράφουν αναλυτικά. Οι Εναγόμενοι δεν φαίνεται να αμφισβητούν την πληρωμή αυτών των ποσών. Οι Ενάγοντες θεωρούν ότι η πληρωμή των εν λόγω ποσών εξοφλεί το τίμημα πώλησης που σημειώνεται στη σύμβαση αγοράς του επίμαχου ακινήτου. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που τόσο δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης τους όσο περιέχεται στην ΕΔ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Ένεκα αυτών των πληρωμών που ως γεγονός δεν αμφισβητείται από τους Εναγομένους αλλά και της δικογραφημένης θέσης τους ότι αποτελούν εξόφληση του τιμήματος αγοράς, κάλεσαν γραπτώς τους Εναγομένους να προβούν σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου εις το όνομα τους, ισχυρισμό που επίσης δικογραφείται μέσα από την έκθεση απαίτησης και περιέχεται στην ΕΔ που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση. Περαιτέρω παρατηρώ ότι οι Ενάγοντες δικογραφούν και τους πιο κάτω ισχυρισμούς τους, τους οποίους επαναλαμβάνουν στην ΕΔ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση: (α) Όταν αντιλήφθηκαν ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν πρόθεση να τους μεταβιβάσουν τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίμαχου ακινήτου, για τους λόγους που τους είχαν γνωστοποιηθεί, οι Ενάγοντες προχώρησαν σε τερματισμό των συμβάσεων και παράλληλα απαίτησαν γραπτώς να τους επιστραφεί το ποσό που τους έχουν καταβάλει. (β) Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να επιστρέψουν τα ποσά που οι Ενάγοντες τους κατέβαλαν προβάλλοντας ισχυρισμούς που τους κοινοποίησαν. (γ) Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι δεν έχουν ανταποκριθεί στη γραπτή απαίτηση των Εναγόντων για επιστροφή των ποσών που τους έχουν πληρώσει. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Εναγόμενοι δεν φαίνεται να αμφισβητούν ότι δεν έχουν μεταβιβάσει τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίμαχου ακινήτου στους Ενάγοντες παρόλο ότι έχουν κληθεί γραπτώς για να το πράξουν, ούτε φαίνεται να αμφισβητούν ότι οι Ενάγοντες τους απέστειλαν επιστολή με την οποίαν αναφέρουν τερματισμό των εν λόγω συμβάσεων και ούτε φαίνεται να αμφισβητούν ότι δεν έχουν επιστρέψει τα χρήματα που εισέπραξαν σχετικά με το ακίνητο παρόλο ότι κλήθηκαν γραπτώς για να το πράξουν. Επιρρίπτοντας την ευθύνη του ναυαγίου της εκτέλεσης των συμβάσεων στους Εναγομένους, τους οποίους κατηγορούν για ουσιώδη παράβαση τους, οι Ενάγοντες, μέσα από την έκθεση απαίτησης τους αλλά και την ΕΔ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτησης, ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ζημιές και απώλειες από την συμπεριφορά που αποδίδουν στους Εναγομένους. Είναι γι' αυτό που οι Ενάγοντες αξιώνουν την επιδίκαση ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, ενώ διαζευκτικά επιδιώκουν επιστροφή του ποσού που έχουν καταβάλει ένεκα επικαλούμενου αδικαιολόγητου πλουτισμού εις βάρος τους στη βάση των αρχών του δικαίου επιείκειας / της αποκατάστασης. Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνω αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων απέναντι στους Εναγόμενους, το οποίο βεβαίως θα εξεταστεί μεταγενέστερα σε βάθος και με λεπτομέρεια. Υπάρχει μία σαφής και συγκεκριμένη νομική αξίωση που απαιτείται από πλευράς των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων, το πλαίσιο της οποίας προσδίδει στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι Εναγόμενοι προβάλλουν εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή. Μέσα από την ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση τους προβάλλουν κάθετα διαφορετικούς ισχυρισμούς. Οι θέσεις τους είναι καταγραμμένες. Για παράδειγμα επικαλούνται αλληλένδετη σχέση και αχώριστη εφαρμογή των δύο συμβάσεων, ουσιώδης παραβίαση τους από μέρους των Εναγόντων υπό την έννοια της καθυστέρησης στην πληρωμή ποσών παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις, ισχυρισμό ότι υπέστηκαν έξοδα και ζημιές ένεκα επιλήψιμης συμπεριφοράς που χρεώνουν στους Ενάγοντες που τους υποχρέωσε να προβούν αυτοί σε τερματισμό των συμβάσεων. Ωστόσο, όπως έχει ήδη λεχθεί, στο αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να ασχοληθεί με την αξιολόγηση πραγματικών ζητημάτων. Σαφώς το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα (Jonitexo Ltd v. Adidas (πιο πάνω), Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αυτό που τώρα πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Για σκοπούς του σταδίου αυτού κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια θέματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των δύο συμβάσεων υπό την έννοια το πότε δύναται να ολοκληρωθεί η εκτέλεση της μίας σε συνάρτηση με την άλλη, εάν υπάρχει παραβίαση οποιασδήποτε σύμβασης, σε περίπτωση που υπάρχει ποιος τυχόν ευθύνεται, εάν τέτοια παράβαση κρίνεται ουσιώδεις και εάν οι Ενάγοντες υπέστηκαν οποιεσδήποτε ζημιές και απώλειες. Καταλήγοντας το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται στην επιδίκαση οποιονδήποτε από τις αξιούμενες θεραπείες. Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τις Ενάγουσες να δείξουν ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι ότι οι Ενάγοντες έχουν προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποια από αυτές αληθεύει για σκοπούς είτε απαίτησης είτε ανταπαίτησης. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο δεν καταλήγει ούτε σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Ούτε θα ασχοληθεί με την επίλυση πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έκαστη πλευρά θίγει. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (πιο πάνω) τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Από μια πρόχειρη μελέτη του μαρτυρικού υλικού στην όψη του και μόνο, γίνεται αντιληπτό ότι οι διάδικοι επιχείρησαν να συνεργαστούν επαγγελματικά. Προς επίτευξη του στόχου αυτού δημιουργήθηκε μεταξύ τους συμβατική σχέση, η οποία φαίνεται να κινήθηκε σε δύο επίπεδα. Για την αγορά συγκεκριμένου τεμαχίου και για την ανάπτυξη του. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι την ίδια ημερομηνία υπογράφηκε σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων αγοράς του επίμαχου ακινήτου και σύμβαση κατασκευής κτιρίου με διαμερίσματα εντός του εν λόγω ακινήτου. Το συγκεκριμένο τεμάχιο ανήκε σε τρίτα πρόσωπα, από τα οποία φαίνεται να το αγόρασαν οι Εναγόμενοι, οι οποίοι με τη σειρά τους θα το μεταπωλούσαν στους Ενάγοντες. Γίνεται αντιληπτό ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου θα μεταβιβαζόταν από τα τρίτα πρόσωπα στους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι συμφώνησαν να πωλήσουν το ακίνητο στους Ενάγοντες, οι οποίοι συμφώνησαν να το αγοράσουν στο συμφωνημένο ποσό των €357.000 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Με βάση τους όρους της σύμβασης αγοράς ημερ. 06.07.20 (Τεκμήριο 1), το τίμημα πώλησης θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υπογραφής της. Η σύμβαση κατασκευής προνοεί ανάληψη κατασκευαστικών εργασιών από τους Εναγομένους προς όφελος των Εναγόντων με την οποίαν συμφωνήθηκε η ανέγερση κτιρίου με διαμερίσματα εντός του αγορασθέντος ακινήτου. Το τίμημα κατασκευής συμφωνήθηκε στα €1.350.000 και θα πληρωνόταν σε καθορισμένες δόσεις σε διάφορα στάδια που η σύμβαση προσδιορίζει. Για παράδειγμα ο όρος 6.1(
  1. i)αναφέρει πληρωμή €143.000 εντός 2 εβδομάδων από την υπογραφή της σύμβασης. Εκ πρώτης όψεως αμφότερες συμβάσεις φαίνεται να περιέχουν χρονοδιαγράμματα που προνοούν αυστηρή τήρηση τους. Ένεκα της υπογραφής αμφοτέρων συμβάσεων την ίδια ημέρα, υπάρχουν χρονοδιαγράμματα που απαιτούν την πληρωμή ποσών εντός της ίδιας χρονικής περιόδου τα οποία αφορούν και τα δύο συμφωνητικά έγγραφα. Έχω κάνει αναφορά προηγουμένως πότε αυτό προκύπτει μέσα από τις συμφωνίες, στην οποίαν και παραπέμπω. Επομένως, εκ των πραγμάτων, αντικειμενικά προσεγγίζοντας την κατάσταση μέσα από απλή ανάγνωση των συμφωνητικών εγγράφων, η εφαρμογή υποχρεώσεων της μία σύμβασης αναπόφευκτα εμπλέκεται με την εκτέλεση υποχρεώσεων της άλλης σύμβασης. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι τα χρονοδιαγράμματα πληρωμών των συμβάσεων δεν έχουν τηρηθεί. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δεν έχουν τηρηθεί τα χρονοδιαγράμματα πληρωμών καθώς επίσης τα πραγματικά αίτια που οδήγησαν στη μη συμμόρφωση θα διαφανούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής όταν θα προσκομιστεί μαρτυρία από αμφότερα μέρη. Ομοίως θα διαφανεί η στάση και η συμπεριφορά των διαδίκων καθ' όλη τη διάρκεια του ουσιώδη για την αγωγή χρόνου, όπως αυτές θα ερμηνευτούν υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που θα προσαχθεί στα πλαίσια στοιχειοθέτησης των εκδοχών των μερών. Για σκοπούς όμως της παρούσας διαδικασίας υπάρχει το συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου. Αυτό που εκ πρώτης όψεως αντιλαμβάνομαι, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να γίνεται αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού και δίχως να καταλήγω σε ευρήματα και/ή συμπεράσματα, είναι ότι δεν ήταν εθελούσια επιλογή των Εναγομένων η καθυστέρηση στην πληρωμή ποσών προς όφελος τους. Δεν έχω εντοπίσει την ύπαρξη οποιουδήποτε συμφωνητικού εγγράφου που να τροποποιεί συμβατικές υποχρεώσεις οποιασδήποτε σύμβασης. Την ίδια στιγμή αυτό που πρόχειρα εισπράττω μέσα από τη γραπτή αλληλογραφία των μερών είναι εκδήλωση υπομονής από μέρους των Εναγομένων μπροστά στις συνεχούς παρατάσεις που οι Ενάγοντες αιτούνταν, χωρίς βέβαια να κρίνω αν αυτές ή οποιαδήποτε από αυτές δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις. Ενδεικτικά, πάντοτε μόνο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, παραπέμπω στα ηλεκτρονικά μηνύματα των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες περί τον Σεπτέμβριο 2020 και ημερ. 23.06.21, η αποστολή των οποίων φαίνεται να προηγήθηκε των πληρωμών που έγιναν για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Απλή ανάγνωση τους καθιστά αντιληπτό ότι οι Εναγόμενοι αναφέρουν περί εκδήλωσης υπομονής από μέρους τους και ότι αισθάνονται απογοητευμένοι από τη στάση των Εναγόντων, τους οποίους κατηγορούν για παράβαση όρων των δύο συμβάσεων. Προέβηκα σε απλή και πρόχειρη ανάγνωση των συμφωνητικών εγγράφων. Δεν βλέπω πως, μέσα από αντικειμενική ανάγνωση τους, τα πιο πάνω εκ πρώτης όψεως συγκρούονται με το όλο πνεύμα των συμβάσεων. Συγκεκριμένα ο όρος 4 της σύμβασης αγοράς του τεμαχίου απαιτεί εξόφληση του τιμήματος αγοράς εντός ενός μηνός από την υπογραφή της. Ο δε όρος 5 του ιδίου συμφωνητικού εγγράφου παρέχει δικαίωμα να θεωρηθεί τη σύμβαση ακυρωμένη εάν ο όρος 4 δεν ικανοποιηθεί. Ενισχυτικό σ' αυτό είναι οι όροι 13 και 14 που σημειώνουν ότι όλοι οι όροι της σύμβασης είναι ουσιώδεις και παραβίαση οποιουδήποτε αυτού δίδει δικαίωμα στο συμβαλλόμενο μέρος που δεν ευθύνεται να τερματίσει την σύμβαση και/ή να απαιτήσει αποζημιώσεις. Περαιτέρω στη σύμβαση ανέγερσης κτιρίου εντός του αγορασθέντος ακινήτου που υπογράφτηκε την ίδια ημέρα που έχει υπογραφεί η σύμβαση αγοράς του τεμαχίου, ο όρος 6.1 προνοεί εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος κατασκευής σε καθορισμένα χρονικά στάδια. Όπως ήδη λέχθηκε, το εδάφιο (
  2. i)του όρου 6.1 προνοεί πληρωμή συγκεκριμένου ποσού εντός δύο εβδομάδων από την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης. Παράλληλα ο όρος 6.3 του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου τονίζει ρητά ότι οι Εναγόμενοι μπορούν να παρέχουν παράταση χρόνου στην πληρωμή ποσών, διατηρώντας ταυτόχρονα το δικαίωμα τους να τερματίσουν τη σύμβαση ένεκα παράβασης από τη μη συμμόρφωση με συμβατική υποχρέωση πληρωμής ποσού, εφόσον τέτοια παράβαση συνεχίζεται. Στο δε καταληκτικό μέρος του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου σημειώνεται, όπως και στη σύμβαση αγοράς, ότι όλοι οι όροι της σύμβασης είναι ουσιώδεις και παραβίαση οποιουδήποτε αυτού δίδει δικαίωμα στο συμβαλλόμενο μέρος που δεν ευθύνεται να τερματίσει την σύμβαση και/ή να απαιτήσει αποζημιώσεις. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, υπάρχουν παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την εκδοχή των Εναγόντων με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής τους. Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία και νοουμένου ότι ο εναγόμενος βρίσκεται στην οικονομική θέση που μπορεί να αποζημιώσει εάν και εφόσον χρειαστεί, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ (πιο πάνω), η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Αναφέρεται στις σελίδες 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525) ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1),
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του κ. Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» «Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη κατά τη γνώμη μας το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς." Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει να λεχθεί ότι η απόρριψη της δεύτερης προϋπόθεσης για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί στη βάση των γεγονότων και κάτω από τις συνθήκες που έχουν περιγραφεί, πάντοτε για σκοπούς και μόνο του παρόντος σταδίου, συμπαρασύρει σε αποτυχία και την τρίτη προϋπόθεση. Ανεξαρτήτως όμως, η παρούσα υπόθεση περιλαμβάνει ουσιαστικά και κύρια αξιώσεις που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεων, θεραπείες που από μόνες τους είναι χρηματικής φύσεως. Βέβαια οι Ενάγοντες θεωρούν ως δεδομένο ότι όλη η ακίνητη περιουσία που οι Εναγόμενοι κατέχουν θα αποξενωθεί λόγω της επαγγελματικής τους ιδιότητας. Με κάθε σεβασμό στους Ενάγοντες η θέση τους αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο επειδή αποκλείει εκ προοιμίου το ενδεχόμενο να διαθέτουν ακίνητη περιουσία για δικούς τους σκοπούς και όχι αποκλειστικά για τις επαγγελματικές δραστηριότητες τους. Ακόμη όμως και να λεχθεί ότι οι Εναγόμενοι κατέχουν ακίνητη περιουσία μόνο για επαγγελματικούς λόγους, αυτό σημαίνει ότι στα πλαίσια της επαγγελματικής τους ιδιότητας θα έχουν ανά πάσα στιγμή υπό την ιδιοκτησία τους ακίνητα που θα μεριμνούν να είναι ελεύθερα από εμπράγματα βάρη ώστε να μπορούν να διατεθούν για πώληση σε υποψήφιους πελάτες τους. Κάθε τέτοιο ακίνητο έχει συγκεκριμένη αξία που δύναται να εκτιμηθεί. Συνεπώς η όποια τυχόν ζημιά αποδειχτεί ότι έχουν υποστούν οι Ενάγοντες σε περίπτωση που επιτύχουν στην ακρόαση, μπορεί εύκολα να υπολογιστεί σε χρήμα. Είναι ανακτήσιμη με χρήματα. Υπό αυτήν έννοια δεν την καθιστά ανεπανόρθωτης φύσεως Επιπρόσθετα όμως δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε που έστω να τείνει να καταδείξει ότι οι Εναγόμενοι στερούνται κινητής περιουσίας ή ότι αντιμετωπίζουν συγκεκριμένο πρόβλημα ρευστότητας χρημάτων. Σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ουδεμία αναφορά υπάρχει από τους Ενάγοντες, οι οποίοι δεν ασχολούνται καθόλου μ' αυτό. Σε τελευταία ανάλυση δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι είναι οικονομικά αφερέγγυος οργανισμός. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να φανερώνει ότι οι Εναγόμενοι είναι ανίκανοι να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες σε περίπτωση που τους προκαλέσουν βλάβη υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Επομένως δεν τίθεται θέμα δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατά συνέπεια δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να σημειώσω ότι το επίμαχο ακίνητο δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής αυτής. Όπως διαπιστώνεται από την έκθεση απαίτησης αλλά και τις ένορκες δηλώσεις των μερών, ζητείται η δέσμευση του εν λόγω ακινήτου για χάριν εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων. Αυτό γίνεται κατ' επίκληση του άρθρου 5 του Κεφ.6, το οποίο περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής: «5.—
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδηποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στό όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι o ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. .» Ερμηνεία των πιο πάνω προνοιών καθιστά σαφές ότι το άρθρο αυτό παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο στα πλαίσια εκκρεμούσας αγωγής για χρέος ή αποζημίωση, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα για δέσμευση ακίνητης περιουσίας που ανήκει στον εναγόμενο, για διευκόλυνση της εκτέλεσης τυχόν απόφασης προς όφελος του ενάγοντα. Η δέσμευση μπορεί να αφορά όχι μόνο σε ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγομένου αλλά και σε ακίνητη περιουσία που σύμφωνα με το νόμο ο εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης (Μιχάλης Σιδεράς και άλλη v. Andros Tryfonos Constructions Co Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 463). Τα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με το άρθρο 32 του Ν.14/60 καλύπτουν απόλυτα και το ζήτημα αυτό. Το πνεύμα που διακατέχει το άρθρο 5 του Κεφ.6 είναι αντίστοιχο μ' αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Θεωρώ αχρείαστο να αναφέρω οτιδήποτε περαιτέρω. Παρόλο ότι δεν ικανοποιούνται σωρευτικά τα κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει, θεωρώ ότι η μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η έκδοση του επειδή εάν συμβεί κάτι τέτοιο θα παραβιαστούν συνταγματικά και συμβατικά δικαιώματα των Εναγομένων, όπως αυτά προκύπτουν από το άρθρο 23 του Συντάγματος και τις πρόνοιες των εν λόγω συμβάσεων. Εάν η απαίτηση των Εναγόντων επιτύχει, οι αξιώσεις της είναι ανακτήσιμες με χρήμα, τις οποίες οι Εναγόμενοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν αφού τίποτε περί του αντιθέτου έχει διαφανεί, σε αντίθεση με την στέρηση συνταγματικών και συμβατικών δικαιωμάτων των τελευταίων που θα οδηγήσει στην πρόκληση μεγαλύτερης ζημιάς σ' αυτούς αν αποδειχτεί ότι η απαίτηση δεν ευσταθεί, χωρίς να αποκλείεται η ζημιά τους να είναι ανεπανόρθωτης φύσεως. Έπεται ότι, υπό τις περιστάσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της συνέχισης της σημερινής κατάστασης πραγμάτων. Συνεπώς ο 5ος και ο 7ος λόγος ένστασης επιτυγχάνουν. Η μη σωρευτική ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης το γεγονός ότι το κριτήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος, σφραγίζουν μοιραία το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης. Η πιο πάνω εξέλιξη καθιστά αχρείαστη την εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.