← Κύπρος

ΜΑΡΙΝΟΣ ΚΩΣΤΑ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΣΑΔΑΣ, Αγωγή αρ. 898/2022, 21/6/2023

ΜΑΡΙΝΟΣ ΚΩΣΤΑ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΣΑΔΑΣ, Αγωγή αρ. 898/2022, 21/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 898/2022 i-justice ΜΑΡΙΝΟΣ ΚΩΣΤΑ Εναγόμενος ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΣΑΔΑΣ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 30.01.2023 για παραμερισμό δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 21 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές: Σ. Σάββα και Γ. Γεωργίου Για Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: Γ. Μαυρέσης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Εναγόμενοι είναι οι μισθωτές, δυνάμει σύμβασης ημερομηνίας 21.03.2011, κρατικού τεμαχίου στη Τσάδα, που χρησιμοποιείται ως κοινοτικό πάρκο. Περί την 06.02.2020, προκήρυξαν προσφορά για τη χορήγηση άδειας χρήσης ενός υποστατικού που βρίσκεται στο κοινοτικό πάρκο. Το υποστατικό θα χρησιμοποιούνταν ως περίπτερο, καφενείο, καφετέρια, σνακ μπαρ, αναλόγως της χρήσης που θα επέλεγε ο επιτυχών προσφοροδότης, που θα είχε την υποχρέωση να εξασφαλίσει τις άδειες για τη λειτουργία του με δικά του έξοδα, καθώς και τον αναγκαίο εξοπλισμό. Οι Εναγόμενοι, σε συνεδρία που έγινε την 07.07.2020, κατακύρωσαν την προσφορά στον Ενάγοντα, και με επιστολή ημερομηνίας 21.07.2020, κάλεσαν τον Ενάγοντα να προβάλει τις εισηγήσεις του ως προς τον τρόπο χρήσης του υποστατικού. Με επιστολή ημερομηνίας 16.10.2020, οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τον Ενάγοντα πως η επίσημη ημερομηνία παραλαβής του έργου είχε οριστεί την 14.10.2020, αφήνοντας να νοηθεί πως, μετά από την ημερομηνία αυτή, θα υπογράφονταν και η συμφωνία. Οι Εναγόμενοι δεν κάλεσαν τον Ενάγοντα να υπογράψει τη συμφωνία, και ο Ενάγων το απέδωσε αρχικά στα υγειονομικά διατάγματα που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο εκείνο. Προφορικά, όμως, συνέχισε να λαμβάνει διαβεβαιώσεις από νόμιμο εκπρόσωπο των Εναγόμενων, ότι θα υπογράφονταν η συμφωνία, και ότι οι Εναγόμενοι θα υπέβαλλαν και αίτηση για χορήγηση πολεοδομικής άδειας για τις προσθηκομετατροπές στο υποστατικό, για να συνάδει με τις εισηγήσεις του Ενάγοντος. Ενόψει των ενημερώσεων, που συνέχιζαν, πως πλέον επίκειται η υπογραφή της συμφωνίας, σε συνάρτηση με το γεγονός πως είχαν παραδοθεί και τα κλειδιά του υποστατικού στον Ενάγοντα, ο Ενάγων, που είναι πολύτεκνος βιοπαλαιστής, προχώρησε στην αγορά αναγκαίου εξοπλισμού και αντικειμένων για τη λειτουργία του υποστατικού, δαπανώντας ποσό ύψους €14.000,

  1. Παρά ταύτα, η υπογραφή της συμφωνίας καθυστερούσε ακόμα περισσότερο, επομένως ο Ενάγων άρχισε να οχλεί με επιστολές του τους Εναγόμενους, για να προχωρήσουν με την υπογραφή της συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι, αντί να απαντήσουν στον Ενάγοντα, χωρίς να ακυρώσουν την κατακύρωση της προσφοράς, αλλά και χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωσή του, την 04.01.2022, προχώρησαν στην προκήρυξη νέου διαγωνισμού, για το ίδιο αντικείμενο, που κατακυρώθηκε σε τρίτο πρόσωπο. Μετά από τη δημοσίευση της προκήρυξης, είχε επιδοθεί στον Ενάγοντα επιστολή ημερομηνίας 11.01.2022, με την οποία ενημερώνονταν πως έπρεπε να ακυρωθεί η κατακύρωση και να προχωρήσει σε νέα προκήρυξη με νέους όρους, καλώντας τον να παραδώσει τα κλειδιά και να απομακρύνει τα αντικείμενά του. Ο Ενάγων παρέδωσε το υποστατικό και ελεύθερη την κατοχή του, αλλά ισχυρίζεται ζημιά του, καθότι δεν σκόπευε για άλλον λόγο να μπει σε διαδικασία εξόδων και δαπανών ύψους €14.000,
  2. Προσπάθησε να πωλήσει τον εξοπλισμό, η καλύτερη προσφορά που είχε βρει ήταν εκείνη των €6.500,00, περιορίζοντας έτσι τη ζημιά του. Εκ των υστέρων, πληροφορήθηκε, ο Ενάγων, πως ο λόγος ακύρωσης της κατακύρωσης ήταν η διαπίστωση πως δεν υπήρχε δικαίωμα υπεκμίσθωσης στη σύμβαση μίσθωσης που είχαν οι Εναγόμενοι. Ο Ενάγων αξίωσε εναντίον των Εναγόμενων ποσό €7.500,
  3. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στους Εναγόμενους την 21.11.2022 και παραλήφθηκε από τον Πρόεδρο των Εναγόμενων. Στο κλητήριο ένταλμα, καλούνταν οι Εναγόμενοι να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης εντός δέκα ημερών από την επίδοση σε αυτούς του κλητηρίου εντάλματος. Την 13.12.2022, ο Ενάγων αιτήθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγόμενων, βάσει της Δ.17 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), λόγω παράλειψης εμφάνισής τους στη διαδικασία. Η αίτησή του συνοδεύονταν από ένορκη δήλωση, προς απόδειξη της απαίτησής του. Δι' αυτής, ανέφερε ενόρκως τα πιο πάνω γεγονότα, και προσκόμισε και έγγραφη μαρτυρία, δια της οποίας μαρτυρούνταν τα ίδια. Ενόψει του ότι παρουσιάστηκε μαρτυρία στο Δικαστήριο που είχε παραμείνει αναντίλεκτη, και επαρκούσε για την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγόμενων, και η αίτηση δεν είχε διακοπεί με κάποιον τρόπο και προωθούνταν, το Δικαστήριο, που επιλήφθηκε της αίτησης του Ενάγοντος την 16.01.2023, προχώρησε στην έκδοση απόφασης υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων για το ποσό των €7.500,
  4. Την 20.01.2023, παρά την έκδοση απόφασης, που είχε συνταχθεί την 18.01.2023 και είχε αναρτηθεί στον ηλεκτρονικό φάκελο, καταχωρίστηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο και σημείωμα εμφάνισης των Εναγόμενων. Την 23.01.2023, το Δικαστήριο, που ενημερώθηκε ότι είχε καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή αυτή λίγες ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης, αποτάθηκε στους δικηγόρους των δύο πλευρών, ερωτώντας τους, εάν οι ίδιοι αποδέχονται τον παραμερισμό ή την τροποποίηση της απόφασης, για να ακουστεί η πλευρά των Εναγόμενων, που καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης μετά την έκδοση της απόφασης. Δεν υπήρξε, όμως, τέτοια συμφωνία αναμεταξύ των δύο πλευρών. Την 30.01.2023, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητούν να διαταχθεί ο παραμερισμός της απόφασης αυτής, βάσει της Δ.17,κ.10 ΚΠΔ. Στην ένορκη δήλωση του προέδρου των Εναγόμενων, που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρεται πως ο λόγος που δεν καταχωρίστηκε έγκαιρα εμφάνιση ήταν γιατί γίνονταν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης, και υπήρχαν διαβεβαιώσεις από τον δικηγόρο του Ενάγοντος πως δεν θα προχωρήσει η υπόθεση, ωστόσο, την 16.01.2023, είχε αποφασιστεί τελικά η υπόθεση να προχωρήσει στο Δικαστήριο και την 18.01.2023 δόθηκαν τηλεφωνικώς οδηγίες στον δικηγόρο των Εναγόμενων να καταχωρίσει εμφάνιση. Όταν έγινε η επίσκεψη στο γραφείο του δικηγόρου των Εναγόμενων, και ο ίδιος επικοινώνησε με τον δικηγόρο του Ενάγοντος, είχε λάβει και την ενημέρωση πως την 16.01.2023 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγόμενων. Ο δικηγόρος του Ενάγοντος, στη συνέχεια, απέστειλε επιστολή, ζητώντας την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης καταχωρίστηκε άμεσα, γιατί, κατά τη θέση των Εναγόμενων, ουδέποτε υπήρξε διαβεβαίωση του Ενάγοντος ότι η προσφορά του ήταν επιτυχής ή θα είχε επιτυχία. Τον τελικό λόγο είχε η Έπαρχος. Όταν η Έπαρχος ακύρωσε την προσφορά, λόγω της αλλαγής του τρόπου και της άδειας λειτουργίας του υποστατικού, ο Ενάγων, αντί να υποβάλει νέα προσφορά, όπως υπήρξε και προτροπή, είχε αναφερθεί πως θα κινηθεί νομικά. Δεν δικαιολογείται, κατά τους Εναγόμενους, η δαπάνη €14.000,00 για μεταχειρισμένο εξοπλισμό, χωρίς να υπογραφθεί κάποια σύμβαση, και χωρίς την έγκριση της Έπαρχου. Προσκομίζουν και οι Εναγόμενοι έγγραφη μαρτυρία. Ο Ενάγων ενίσταται στον παραμερισμό της προς όφελός του εκδοθείσας απόφασης, προβάλλοντας πως δεν πληρούνται σωρευτικά οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για τον παραμερισμό της, οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση και επέδειξαν ασύγγνωστη περιφρόνηση της διαδικασίας, ενώ και η αίτηση υποβλήθηκε χωρίς νομική ή ουσιαστική βάση, με καθυστέρηση, κακόπιστα, χωρίς να ωφελεί σε οτιδήποτε το επανάνοιγμα της διαδικασίας. Με την ένορκη δήλωσή του, που συνοδεύει την αίτηση, ο Ενάγων ισχυρίζεται πως ουδέποτε έγινε κάποια διαπραγμάτευση για την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Απλώς γνώριζε τον δικηγόρο των Εναγόμενων και τον ρώτησε εάν του έδωσαν την αγωγή, για να μπορέσουν να συζητήσουν για εξώδικη διευθέτηση. Η απάντηση του δικηγόρου ήταν πάντοτε αρνητική. Ουδέποτε ωθήθηκαν οι Εναγόμενοι ή ο δικηγόρος τους να μην καταχωρίσουν εμφάνιση στην αγωγή, με ενέργειες της πλευράς του Ενάγοντος, κάτι τέτοιο θα ήταν προσβλητικό για τους ίδιους τους Εναγόμενους και τον δικηγόρο τους. Ο Ενάγων αμφισβητεί και τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων πως παρακάθισαν σε συνεδρία και αποφάσισαν την 16.01.2023 να καταχωρίσουν εμφάνιση στην αγωγή. Μάλιστα, υπήρξε και μεταγενέστερη λανθασμένη ενημέρωση των μελών των Εναγόμενων πως το Δικαστήριο δέχθηκε τον παραμερισμό και όρισε την αγωγή σε άλλη ημερομηνία. Υπήρξε τέτοια ενημέρωση επειδή τα μέλη των Εναγόμενων αντέδρασαν έντονα στην αμέλεια του Προέδρου να φροντίσει να καταχωριστεί εμφάνιση στην αγωγή. Ο Ενάγων υποστηρίζει και πως οι Εναγόμενοι δεν έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, καθότι η Έπαρχος δεν έχει σχέση με την αιτία αγωγής του, απλώς ελέγχει τη νομιμότητα των αποφάσεων των Εναγόμενων, που όφειλαν να διασφαλίσουν πως είχαν δικαίωμα να προκηρύξουν τον διαγωνισμό και να συμβληθούν. Αναφέρει εκ νέου όσα στην αγωγή και στην αίτηση για απόφαση. Αναφέρει συγκεκριμένα τον εξοπλισμό που αγόρασε. Θεωρεί ότι η αίτηση των Εναγόμενων θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αντίστοιχα. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους, και είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε. Σύμφωνα με τη Δ.17,κ.10 ΚΠΔ, που περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης των Εναγόμενων και επιτρέπει την εξέτασή της, όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με οποιουδήποτε από τους προηγούμενους Κανόνες της Δ.17 ΚΠΔ, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο, σε μια κατάλληλη περίπτωση, να την παραμερίσει ή να την τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους όπως ήθελε φανεί δίκαιο. Η νομολογία[1] είναι καλά θεμελιωμένη σε σχέση με το ζήτημα του παραμερισμού μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε νομότυπα αλλά ερήμην. Συνοψίζεται και σε αρκετές πιο πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων η Wakeham v. Bhatti, Πολιτική Έφεση 49/2011, ημερομηνίας 25.05.2016, ECLI:CY:AD:2016:A255, η Χρυσόδοντας ν. Ακουολογικό Κέντρο Λάρνακας Γιώργος Παναγιώτου Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε10/2013, ημερομηνίας 06.06.2018, και η Jurgen κ.α. ν. Σταυρινού, Πολιτική Έφεση 80/2014, ημερομηνίας 01.06.
  5. Το Δικαστήριο ελέγχει εάν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, σωρευτικά: (α) εάν έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, με τη ουσιαστική μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό, χωρίς να απαιτείται υπάρχει εκτεταμένη αναφορά· αυτή είναι και η ουσιωδέστερη προϋπόθεση[2], και (β) εάν έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση τόσο στην καταχώριση εμφάνισης όσο και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό[3]· Για την παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης, θα πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως για παράδειγμα ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση του αιτούντος, δίδοντας γι' αυτό συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις[4]. Η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό, εάν προκύπτει από αυτήν αδιαφορία και περιφρόνηση, σε τέτοιο βαθμό που να επισκιάζει ξεκάθαρα τη σημαντικότητα της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, ώστε εάν επιτραπεί η ακρόαση της υπεράσπισης, παρά την επιλήψιμη δικονομική διαγωγή, να πλήττεται σοβαρότερα το θεμέλιο της δικαιοσύνης, απ' ότι εάν δεν επιτραπεί η ακρόαση της υπεράσπισης[5]. Προφανώς, η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων ελέγχεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο ζυγίζει, από τη μια, την αρχή ότι είναι προς το συμφέρον του συνόλου της κοινωνίας να τερματίζονται οι αντιδικίες το συντομότερο δυνατόν (interest repuplicae ut sit finis litium), από την άλλη, την αρχή ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να ακούγεται· δικαίωμα που δεν πρέπει να του αφαιρείται με μεγάλη ευκολία ή με ζήλο[6]. Όπως επισημαίνεται και στη Jurgen (ανωτέρω), δεν υπάρχουν στεγανά στην εξέταση μιας τέτοιας αίτησης, αλλά κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της τυχόν διαφορετικών γεγονότων. Στη Jurgen (ανωτέρω), για παράδειγμα, ο αιτών ήταν πρόσωπο που γνώριζε τι έπρεπε να πράξει και δεν είχε άγνοια των διαδικασιών, όπως και των συνεπειών μη καταχώρισης εμφάνισης σε μία αγωγή, ωστόσο επικαλέστηκε το γεγονός ότι γίνονταν διαπραγματεύσεις και ότι η εντύπωση ήταν πως δεν θα προωθείτο η αγωγή. Δεν ενέχει, όπως λέχθηκε, σημασία η "εντύπωση" με την οποία αφέθηκαν οι εφεσείοντες, κατά το δικό τους ισχυρισμό, ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν ή ότι δεν θα λαμβάνονταν περαιτέρω μέτρα. Από την άλλη, στην Κοστανιάν ν. Βασιλείου, Πολιτική Έφεση 168/2013, ημερομηνίας 25.2.2020, ECLI:CY:AD:2020:A73, λέχθηκε ότι τυχόν επιπόλαιοι χειρισμοί ενός εναγόμενου, που οδηγούν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, δεν θεωρούνται, χωρίς άλλο, από τη νομολογία ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οποιασδήποτε μορφής. Στην Κοστανιάν (ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι θα έπρεπε να παραμεριστεί η ερήμην απόφαση, η εφεσείουσα, όταν παρέλαβε κλητήριο που αφορούσε διαφορά επί διαμερισμάτων για την οποία δεν γνώριζε πληροφορίες, παρέδωσε το κλητήριο στο συνεναγόμενο της, ο οποίος την προέτρεψε να του το δώσει για να ενεργήσει όπως και ο ίδιος, παραδίδοντας το στον δικηγόρο του για διευθέτηση. Όμως ο συνεναγόμενος δεν ενήργησε όπως αντιλήφθηκε η εφεσείουσα και εκδόθηκε απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Από τη συγγνωστή επιπολαιότητα έως την ασύγγνωστη αδιαφορία υπάρχει μια απόσταση, πραγματική. Η Jurgen (ανωτέρω), για παράδειγμα, διαφοροποιήθηκε από την Κοστανιάν (ανωτέρω) στη βάση του ότι οι εφεσείοντες ήταν οργανισμός με εμπειρία σε δικαστικές διαδικασίες που γνώριζε περί των διαδικασιών και η ιδιότητα τους ενείχε τη δική της σημασία. Με διαφορετικό τρόπο εμπλοκή της ιδιότητας των αιτούντων και της πρακτικής δυνατότητας να καταχωρίσουν εμφάνιση υπήρχε στη Sokollow S.A. Oddzial Zaklady Miesne W Kole v. Lope Enterprises Ltd

(2014)1 Α.Α.Δ. 2555, στην οποία δεν κρίθηκε ως δικαιολογημένη η παράλειψη των εφεσειόντων, δια των αλλοδαπών δικηγόρων στους οποίους είχαν αποταθεί, να ακολουθήσουν τη δέουσα διαδικασία εμφάνισης, ενδεχομένως κατόπιν συμβουλής από Κύπριους δικηγόρους, αλλά να πράξουν κατά το δοκούν, αποστέλλοντας έγγραφα υπεράσπισης στο Πρωτοκολλητείο. Το απαύγασμα αυτής της νομολογιακής σειράς είναι πως οι υποθέσεις, οι εντυπώσεις και άλλες υποκειμενικές καταστάσεις δεν προσδίδουν βαρύτητα στους λόγους μη εμφάνισης. Σημασία έχουν τα αντικειμενικά δεδομένα. Στην Wakeham (ανωτέρω) δεν τίθετο υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, ενώ ο εφεσείων παρείχε αρκούντως καλό λόγο μη εμφάνισης και καθυστέρησης υποβολής της αίτησης (περίπου τρείς μήνες), που δεν αμφισβητήθηκε: εξέτιε ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, από όπου δύσκολα μπορούσε να επικοινωνεί, ενώ αντιμετώπιζε και προβλήματα υγείας. Ως σύνολο, οι περιστάσεις του, σε συνάρτηση με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό. Εξ ου και λέχθηκε πως όπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Όσον αφορά την καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν εξετάζει τη μαρτυρία για να την αξιολογήσει όπως σε κανονική δίκη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την κοιτάζει ώστε να διακριβώσει κατά πόσο παρατίθεται με έναν τρόπο συνεκτικό και κυρίως πειστικό· ότι δεν είναι «απογυμνωμένη νομιμοποιητικού ερείσματος», όπως ήταν η έκφραση στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1 ΑΑΔ
  1. Η υπεράσπιση πρέπει να είναι «συζητήσιμη», άρα «λογικοφανής», όπως αναφέρθηκε στη NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.2015, ECLI:CY:AD:2015:A
  2. Έχοντας υπόψη το πλαίσιο αρχών και τα παραδείγματα που δίδει η νομολογία, δεν θεωρώ πως δικαιολογείται η παράλειψη εμφάνισης των Εναγόμενων στη διαδικασία της αγωγής. Καταρχάς, οι ισχυρισμοί των Εναγόμενων περί διαπραγματεύσεων ή διαβεβαιώσεων μη προώθησης, εκτός από το ότι ήταν αρκετά γενικοί και αόριστοι, αντικρούστηκαν σθεναρά και πειστικά μέσα από τη μαρτυρία του Ενάγοντος. Δεν αντεξετάστηκε. Δεν ανταποκρίνεται ούτε στη λογική των πραγμάτων ο Ενάγων να προέβη σε διαβεβαιώσεις μη προώθησης της αγωγής του, ενώ ο διαγωνισμός κατακυρώθηκε, όπως αναφέρει, σε άλλο πρόσωπο, και χωρίς να έχει ικανοποιηθεί έστω μερικώς η απαίτηση για την οποία ενήγαγε τους Εναγόμενους, που οι τελευταίοι αρνούνται, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία τους, την ευθύνη πληρωμής οποιουδήποτε ποσού στον Ενάγοντα. Εξώδικη διευθέτηση με ποιο τρόπο; Έπειτα, ακόμα και να γίνονταν τέτοιες προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης, με άγνωστο περιεχόμενο, ή να υπήρχε διαβεβαίωση από αντίδικο πως δεν θα προχωρήσει με την αγωγή, και πάλι, δεν δικαιολογείται η πίστη και η παράλειψη εμφάνισης στη διαδικασία της αγωγής, την καταχώριση της οποίας αναμφίβολα γνώριζαν οι Εναγόμενοι μέσω της διενεργηθείσας επίδοσης. Όφειλαν, εάν ήθελαν να διασφαλίσουν ότι δεν θα εκδοθεί απόφαση εναντίον τους οι Εναγόμενοι, να καταχωρίσουν εμφάνιση στην αγωγή, η οποία ουδέποτε διακόπηκε. Παρά την αδικαιολόγητη αμέλεια των Εναγόμενων ως προς την εμφάνισή τους στη διαδικασία της αγωγής, δεν διακρίνεται πρόθεσή τους να περιφρονήσουν τη δικαστική διαδικασία, όπως θέτει ο Ενάγων. Καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης τέσσερις ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης, χωρίς να γνωρίζουν ότι εκδόθηκε απόφαση. Η ενέργεια αυτή ασφαλώς από μόνη της δεν μπορεί να καταδείξει κάτι, αλλά συναρτώμενη με τα υπόλοιπα δεδομένα, δείχνει πως απλώς οι Εναγόμενοι, ως ένα συλλογικό όργανο που δεν κινείται ούτε αποφασίζει με ευκολία, καθυστέρησαν να κινητοποιήσουν τις διαδικασίες, ακόμα και για την εμφάνισή τους στην αγωγή, που έπρεπε να προτεραιοποιήσουν ως επείγον ζήτημα. Η καθυστέρησή τους αυτή δεν φαίνεται να συνδέεται με κάποια προσπάθειά τους να αποφύγουν κάποια υποχρέωσή τους έναντι στον Ενάγοντα. Έπειτα, οι Εναγόμενοι δεν καθυστέρησαν στην υποβολή της αίτησής τους για παραμερισμό της απόφασης, μετά την πληροφόρησή τους ότι εκδόθηκε απόφαση. Δεν προκύπτει ότι η αίτησή τους σκοπεί σε οτιδήποτε άλλο από το να προβάλουν την υπεράσπισή τους στην αγωγή. Εάν οι Εναγόμενοι διαθέτουν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, που επιβάλλει την ακρόασή τους για να αποδοθεί η δικαιοσύνη, το Δικαστήριο δεν θα εστιάσει με ζήλο στο αδικαιολόγητο της παράλειψης εμφάνισής τους, για να τους αποστερήσει το δικαίωμα ακρόασης, διασφαλίζοντας την τελεσιδικία ενός αποτελέσματος που πιθανόν να μην είναι το δίκαιο. Η φύση της υπόθεσης του Ενάγοντος είναι τέτοια, αφορά σε προσυμβατικές διαπραγματεύσεις για δημόσια σύμβαση, που τελικά δεν συνάφθηκε για λόγους που ίσως να άπτονται της εφαρμογής νόμιμων διαδικασιών, που εάν δημιουργούν ή όχι και αστική ευθύνη των Εναγόμενων, υπό τις περιστάσεις, είναι θέμα που ενέχει, από μόνο του, περιπλοκή, ώστε να μην αποκλείεται το ενδεχόμενο, μετά από την ακρόαση των Εναγόμενων και την δικαστική προσέγγιση όλων των θεμάτων που θα καταστούν επίδικα, να είναι άλλη η τροπή. Οι Εναγόμενοι θέτουν κατάλληλα μια διαφορετική διάσταση ως προς τα πράγματα, πως ουδέποτε δόθηκε διαβεβαίωση στον Ενάγοντα ότι πέτυχε ή θα επιτύχει η προσφορά του, ή ότι θα συναφθεί η δημόσια σύμβαση. Δεν μπορεί να αξιολογηθεί η μαρτυρία σε αυτό το στάδιο, αλλά είναι μια εκδοχή που μπορεί να σταθεί ενάντια στην αντίθετη του Ενάγοντος, που είχε προχωρήσει μονομερώς, ιδίως υπό το φως της θέσης των Εναγόμενων ότι δεν θα μπορούσε επίσης να υπάρξει νόμιμα προσυμβατική δέσμευσή τους για δημόσια σύμβαση, ή προφορική ή γραπτή συμφωνία που να ωφελεί τον Ενάγοντα πριν από τη σύναψη κάποιας δημόσιας σύμβασης μαζί του, με βάση την οποία ο Ενάγων να μπορεί να αντλήσει δικαιώματα, με αντίστοιχες υποχρεώσεις των Εναγόμενων. Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση των Εναγόμενων και πως το ποσό που αναφέρει πως ξόδεψε ο Ενάγων είναι υπερβολικό και αμφισβητούμενο, για μεταχειρισμένο εξοπλισμό, και χωρίς να διαφαίνεται πως δαπανήθηκε όντως για τους σκοπούς του υποστατικού, αλλά και πώς μειώθηκε η αξία, κατά τη μεταπώληση του ιδίου. Και αυτή η θέση, δείχνει περαιτέρω στο Δικαστήριο τον δρόμο, έχοντας υπόψη και το επίπεδο απόδειξης στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης του Ενάγοντος, για δίκη κατόπιν ακρόασης και των Εναγόμενων στη διαδικασία της αγωγής. Τα χρήματα που διατάχθηκαν να πληρώσουν οι Εναγόμενοι, ερημοδικούντες, είναι δημόσιο χρήμα. Το τελευταίο, από μόνο του, δεν δικαιολογεί διαφορετική αντιμετώπιση της παράλειψης εμφάνισης των Εναγόμενων στη διαδικασία, αλλά θεωρούμενο μέσα στο όλο πραγματικό πλαίσιο, ωθεί στην κατάληξη ότι θα ήταν προς το καλύτερο συμφέρον της δικαιοσύνης να παραμεριστεί η απόφαση που εκδόθηκε την 16.01.2023, για να δοθεί η ευκαιρία στους Εναγόμενους να ακουστούν στη δικαστική διαδικασία, παρά να διασφαλιστεί η τελεσιδικία του αποτελέσματος της απόφασης ημερομηνίας 16.01.2023, το οποίο οι Εναγόμενοι έθεσαν επιτυχώς υπό αμφισβήτηση. Εξάλλου, το αδικαιολόγητο της παράλειψης των Εναγόμενων να εμφανιστούν στη διαδικασία της αγωγής πριν από την έκδοση της απόφασης μπορεί να αντιμετωπιστεί με οικονομική συνέπεια γι' αυτούς, αντί με αποστέρηση του δικαιώματός τους να ακουστούν, που φαίνεται στο Δικαστήριο να είναι ουσιαστικό δικαίωμα. Γιατί ο Ενάγων, εξαιτίας της παράλειψης των Εναγόμενων να εμφανιστούν στη διαδικασία της αγωγής, υπέστη διαδικαστικά έξοδα. Υπέβαλε αίτηση για έκδοση απόφασης, εκδόθηκε η απόφαση, και υπέστη διαδικασία παραμερισμού της. Ασχέτως του αποτελέσματός της τελευταίας, ο Ενάγων είχε δικαίωμα να υπερασπιστεί την απόφαση ημερομηνίας 16.01.2023, εξαιτίας του αδικαιολόγητου της εμφάνισης των Εναγόμενων. Είναι δίκαιο ο παραμερισμός της απόφασης ημερομηνίας 16.01.2023 να ακολουθείται από σχετική επιβάρυνση των Εναγόμενων ως προς τα έξοδα. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 16.01.2023 παραμερίζεται και το σημείωμα εμφάνισης των Εναγόμενων ημερομηνίας 20.01.2023 θεωρείται κανονική εμφάνιση των Εναγόμενων στην αγωγή. Τα έξοδα της αίτησης για απόφαση ημερομηνίας 13.12.2022 και της έκδοσης της απόφασης ημερομηνίας 16.01.2023, καθώς και τα έξοδα της διαδικασίας παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 16.01.2023 επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι άμεσα πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε ενδεικτικά και Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, Τρύφωνος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080. [2] Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co. Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774. [3] Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86. [4] Iason Travel & Tours Ltd ν. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.
  1. [5] NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.2015, ECLI:CY:AD:2015:A
  2. [6] Δέστε και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.