← Κύπρος

NAWAR ALNASERLLAH ν. HAIDAR AJAMI SAVVA, Αγωγή αρ. 1925/15, 24/4/2023

NAWAR ALNASERLLAH ν. HAIDAR AJAMI SAVVA, Αγωγή αρ. 1925/15, 24/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, προσ. Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1925/15 Μεταξύ: NAWAR ALNASERLLAH, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο Ενάγοντας και HAIDAR AJAMI SAVVA, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο Εναγόμενος Ημερομηνία: 24.04.23 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κκ. Α. Νεοφύτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Σάββας Ζανούππας ΑΠΟΦΑΣΗ Δικόγραφα Με την Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για την κατ' ισχυρισμό επίθεση που διαπράχθηκε εναντίον του από τον Εναγόμενο στις 14/10/15 στη Λεωφόρο Μεσόγης στην Πάφο όταν ο Εναγόμενος, ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, εντελώς απρόκλητα και με πρόθεση επιτέθηκε και κτύπησε τον Ενάγοντα σε διάφορα μέρη του σώματος του, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Η κατ' ισχυρισμό επίθεση έλαβε χώρα σε δημόσιο μέρος και στην παρουσία τρίτων προσώπων και είχε ως αποτέλεσμα, πέραν της σωματικής βλάβης, την προσβολή της προσωπικότητάς και τον εξευτελισμό του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας αξιώνει επίσης το ποσό των Ευρώ 660 ως ειδικές αποζημιώσεις για ιατρικά έξοδα και απώλεια ημερομισθίων, το οποίο κατά την έναρξη της ακρόασης περιορίστηκε στα Ευρώ 600, καθώς και παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 14/10/2015 και η ώρα 20:30 συνέβη αυτοκινητιστικό ατύχημα στη Λεωφόρο Μεσόγης όπου το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, λόγω αλόγιστης οδήγησης από τον ίδιο, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του γιου του Εναγόμενου. Αμέσως μετά το ατύχημα, ο γιος του Εναγόμενου επικοινώνησε με τον Εναγόμενο, ο οποίος έφθασε στη σκηνή και αναζήτησε τον Ενάγοντα αλλά δεν τον βρήκε καθότι αυτός είχε ήδη εγκαταλείψει τη σκηνή. Τότε ο Ενάγοντας ζήτησε να μάθει τα στοιχεία του προσώπου το οποίο οδηγούσε το όχημα που συγκρούστηκε με το όχημα του γιου του και έτσι έλαβε πληροφορίες αναφορικά με την ταυτότητα του Ενάγοντα και εξασφάλισε και τον αριθμό τηλεφώνου του. Επικοινώνησε μαζί του την επόμενη μέρα και τον κάλεσε στο σπίτι του. Κατά τη συνάντησή του ο Ενάγοντας του ζήτησε να δώσει ψευδή στοιχεία προς την Αστυνομία αναφορικά με το ατύχημα ώστε να λάβει αποζημιώσεις από την ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε το όχημα αλλά ο Εναγόμενος δεν αποδέχτηκε. Εντούτοις, ο Εναγόμενος προσέφερε στον Ενάγοντα ένα παλιό μεταχειρισμένο όχημα για να τον βοηθήσει «επειδή είναι και οι δύο Αραβόφωνοι» με σκοπό να του το επιστρέψει όταν θα επιδιορθωνόταν το δικό του. Ο Ενάγοντας επέτρεψε το όχημα 1,5 μήνα αργότερα, περί τα τέλη Δεκεμβρίου του

  1. Επίσης, ο Εναγόμενος διευθέτησε ώστε τόσο ο Ενάγοντας όσο και η σύζυγός του, η οποία επενέβαινε στο όχημα, να επισκεφθούν οφθαλμίατρο και γυναικολόγο αντίστοιχα. Περί τις 21-22 Οκτωβρίου του 2015, ο Ενάγοντας προέβη σε καταγγελία εναντίον του Εναγόμενου στην Αστυνομία. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι επιτέθηκε στον Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι μοναδικός σκοπός του Ενάγοντα είναι να αποκομίσει χρήματα από τον Εναγόμενο. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχώρησε ο Ενάγοντας, ο Ενάγοντας παραδέχεται ότι κατά τις 14/10/15 και περί την 20:30 ενεπλάκη σε ατύχημα με τον γιο του Εναγόμενου. Ισχυρίζεται ότι για το αυτοκινητιστικό ατύχημα οφείλεται ο γιος του Εναγόμενου και για αυτό το λόγο ο Ενάγοντας αποζημιώθηκε από την ασφάλεια του Εναγόμενου. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ουδέποτε εγκατέλειψε τη σκηνή του ατυχήματος και ότι αντιθέτως βρισκόταν εκεί όταν κατέφθασε ο Εναγόμενος και του επιτέθηκε. Αναφέρεται ότι ο λόγος για τον οποίο ο Εναγόμενος μετέφερε τον Ενάγοντα σε οφθαλμίατρο ήταν ακριβώς επειδή ο ίδιος προκάλεσε τη ζημιά στον οφθαλμό του Ενάγοντα μετά την επίθεση και όχι για να τον βοηθήσει. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία έδωσαν μαρτυρία 7 μάρτυρες. Προς υποστήριξη της πλευράς του Ενάγοντα κλήθηκαν να δώσουν μαρτυρία ο κ. Βρυώνης Χαραλάμπους, ο οποίος εργάζεται στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (ΜΕ1), ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ2), ο Mohamed Haj Hussin (ΜΕ3), η σύζυγος του Ενάγοντα, κα. Noor Abozeed (ΜΕ4), η Δρ. Μαρία Παπαδοπούλου (ΜΕ5) και ο κ. Μάριος Θεοδώρου (ΜΕ6). Προς υποστήριξη της υπεράσπισης, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Κατατέθηκαν 10 τεκμήρια. ΜΕ1 - κ. Βρυώνης Χαραλάμπους Ο ΜΕ1 είχε στην κατοχή του το φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 3719/17 στο πλαίσιο της οποίας ο εδώ Εναγόμενος κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης με θύμα τον εδώ Ενάγοντα. Η εν λόγω ποινική υπόθεση αφορούσε στα ίδια γεγονότα που αφορούν και την υπό εξέταση υπόθεση. Ο ΜΕ1 προσκόμισε στο Δικαστήριο αντίγραφο του κατηγορητηρίου (Τεκμήριο 1), της καταδικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 24/11/22 (Τεκμήριο 2) και της Απόφασης για την επιβολή ποινής (Τεκμήριο 3), τα οποία κατατέθηκαν χωρίς ένσταση. Επίσης, προσκόμισε αντίγραφα των καταθέσεων που δόθηκαν στην αστυνομία από τον Ενάγοντα στις 21/10/2015 (Τεκμήριο 4Α και 4Β) και τον Εναγόμενο στις 28/11/2016 (Τεκμήριο 5) και τα οποία κατατέθηκαν χωρίς ένσταση αλλά όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Κατατέθηκαν επίσης και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 6 και 7, αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού που ετοιμάστηκε από την οφθαλμίατρο, Δρ. Μαρία Παπαδοπούλου, ημερομηνίας 21/10/2015 και του ιατρικού πιστοποιητικού που ετοιμάστηκε από τον Δρ. Μάριο Θεοδώρου, ημερομηνίας 25/10/2015, αντίστοιχα. ΜΕ2 - Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, ο οποίος κατάγεται από τη Συρία και διαμένει στην Πάφο, κατέθεσε ότι στις 14/10/15 ενεπλάκη σε αυτοκινητιστικό ατύχημα όταν το όχημά που οδηγούσε κατά μήκος της λεωφόρου Μεσόγι συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε ο γιος του Εναγόμενου. Λόγω της σύγκρουσης, το όχημα που οδηγούσε ο Ενάγοντας έπεσε σε χαντάκι στην άκρη του δρόμου και ακινητοποιήθηκε. Πρώτο μέλημα του Ενάγοντα ήταν να βοηθήσει τη σύζυγό του που επέβαινε του οχήματος να εξέλθει από αυτό. Η προσπάθεια διήρκησε κάποια λεπτά. Το ατύχημα έλαβε χώρα έξω από κάποιο γυμναστήριο που βρισκόταν στην περιοχή και έτσι αρκετός κόσμος είχε μαζευτεί για να δει τι είχε συμβεί. Από τη σκηνή έτυχε να περάσει και κάποιος γνωστός του Ενάγοντα, ο ΜΕ3, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να τους μεταφέρει στο νοσοκομείο. Ο Ενάγοντας βοήθησε τη σύζυγό του να μπει στο αυτοκίνητο του ΜΕ3 και επέστρεψε στο δικό του όχημα για να πιάσει κάποια έγγραφα της ασφάλειας του οχήματός του. Καθώς ήταν σκυμμένος μέσα στο αυτοκίνητο ψάχνοντας τα έγγραφα, άκουσε κάποιον να φωνάζει στον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου, ο οποίος μόλις του ζήτησε συγγνώμη, «φταίουσιν και ζητάς του και συγγνώμη;» και ένιωσε μια-δυο δυνατές γροθιές ή κλοτσιές στην πλάτη του. Όταν γύρισε για να δει ποιος τον κτυπούσε, δέχθηκε ακόμη μια γροθιά στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το αριστερό του μάτι στη γωνιά της πόρτας του αυτοκινήτου. Αμέσως, δέχτηκε ακόμη μια γροθιά στη μύτη με αποτέλεσμα να αιμορραγήσει η μύτη του. Παράλληλα, το πρόσωπο αυτό τον έβριζε με «άσχημα λόγια». Δεν ήξερε ποιο ήταν το πρόσωπο που τον κτυπούσε αλλά ύστερα κατάλαβε ότι επρόκειτο για τον πατέρα του οδηγού του οχήματος που συγκρούστηκε μαζί με το δικό του, δηλαδή τον Εναγόμενο. Ο Ενάγοντας δεν γνώριζε τον Εναγόμενο, μέχρι τότε. Παρά τα κτυπήματα και τις βρισιές, ο Ενάγοντας δεν αντέδρασε εκείνη την ώρα γιατί ανησυχούσε για τη σύζυγό του, η οποία πίστευε τότε ότι ενδεχομένως να ήταν έγκυος, και βιαζόταν να την πάρει νοσοκομείο. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι φοβήθηκε από την επίθεση και ότι ένιωσε προσβολή γιατί αυτό έγινε μπροστά σε κόσμο, μπροστά στη γυναίκα του και μπροστά στους γνωστούς του. Όταν επέστρεψαν σπίτι από το νοσοκομείο και αφού διαγνώστηκε ότι η σύζυγος του Ενάγοντα δεν είχε κάποιο τραύμα από το ατύχημα, ο Ενάγοντας κλήθηκε από την αστυνομία για να δώσει κατάθεση αναφορικά με το περιστατικό. Εκείνο το βράδυ, ο αστυνομικός τον ενημέρωσε ότι «η άλλη πλευρά» ζητούσε το τηλέφωνο του Ενάγοντα και ο Ενάγοντας του είπε να μην του το δώσει. Ο Ενάγοντας δεν προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία εκείνο το βράδυ. Την επόμενη μέρα, ο Εναγόμενος τηλεφώνησε στον Ενάγοντα και του είπε ότι δεν χρειαζόταν να πάνε στην αστυνομία για αυτό το ζήτημα, ότι είναι και οι δύο «ίδιας φυλής», μιλούν την «ίδια γλώσσα» και ότι θα τα έβρισκαν μεταξύ του χωρίς να «μπλέξουν με τα Δικαστήρια». Έτσι, ο Ενάγοντας αποφάσισε αρχικά να μην καταγγείλει τον Εναγόμενο στην αστυνομία. Την ίδια μέρα, επισκέφθηκε τον Ενάγοντα η σύζυγος του Εναγόμενου, η οποία προθυμοποιήθηκε να πάρει τον Ενάγοντα σε οφθαλμίατρο για να εξετάσει το κτύπημα στο μάτι του. Ανέφερε ο Ενάγοντας ότι ο λόγος που τον επισκέφθηκε η σύζυγός του Εναγόμενου την επόμενη μέρα και διευθέτησε την επίσκεψή του στον οφθαλμίατρο ήταν ακριβώς για να μην προχωρήσει σε καταγγελία εναντίον του Εναγόμενου στην αστυνομία. Ο Ενάγοντας αποδέχτηκε να εξεταστεί από τον οφθαλμίατρο και η σύζυγος του Εναγόμενου πλήρωσε το κόμιστρο. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι έπαιρνε και ο ίδιος τηλέφωνο τον Εναγόμενο τις ημέρες μετά από το συμβάν για να του ζητήσει να του δανείσει κάποιο αυτοκίνητο για να πηγαίνει στην εργασία του αλλά ο Εναγόμενος δεν του απαντούσε. Τελικά, ο Εναγόμενος του δάνεισε κάποιο αυτοκίνητο το οποίο, όμως, δεν λειτουργούσε και το επέστρεψε σε 3 ώρες. Ο Εναγόμενος δεν επισκέφθηκε ποτέ τον Ενάγοντα ούτε για να του ζητήσει συγγνώμη, ούτε για να του προσφέρει κάποια άλλη βοήθεια, όπως να του δώσει κάποιο αυτοκίνητο για να πηγαίνει στην εργασία του. Έτσι, ύστερα από μια βδομάδα, και αφού ο Εναγόμενος δεν επικοινώνησε με τον Ενάγοντα, ο Ενάγοντας πήγε στην αστυνομία και κατέθεσε καταγγελία εναντίον του Εναγόμενου αναφορικά με την επίθεση. Εκείνη την περίοδο ο Ενάγοντας εργαζόταν ως σιδεράς και ο μισθός του ανερχόταν σε Ευρώ 75 τη μέρα (δηλαδή Ευρώ 1600 το μήνα ως ανέφερε). Έλειψε από την εργασία του συνολικά 9 μέρες διότι δεν είχε αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος του δάνεισε το αυτοκίνητο την «δεύτερη ή τρίτη ή τέταρτη μέρα» έπειτα από το συμβάν έτσι ώστε να μπορεί να πηγαίνει δουλειά. Δεν το ζήτησε ο ίδιος, ως ισχυρίστηκε, αλλά «εκείνοι του το έφεραν». Σε κάθε περίπτωση, το επέστρεψε σε τρεις ώρες από τότε που το έλαβε. Ερωτηθείς για το χρόνο που πέρασε από τη στιγμή της σύγκρουσης μέχρι την κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε από τον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι πέρασαν περίπου 5-10 λεπτά. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η πόρτα από την πλευρά της συζύγου του ήταν σφηνωμένη και δεν άνοιγε λόγω της σύγκρουσης και χρειάστηκε περίπου 5-10 λεπτά για να την ανοίξει, αφού η άλλη πλευρά του αυτοκινήτου βρισκόταν στο χαντάκι. Αν και δεν γνωρίζει ποιος ενημέρωσε τον Εναγόμενο για το ατύχημα, υποθέτει ότι του τηλεφώνησε ο γιος του. Ο Εναγόμενος έφθασε σε πολύ λίγα λεπτά στη σκηνή αφού το σπίτι του, ως ανέφερε, βρίσκεται 5 λεπτά από το σημείο του ατυχήματος, στη λεωφόρο Μεσόγη. Του υποδείχθηκε ότι στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 21/10/2015 είχε αναφέρει ότι το αυτοκίνητο το οδηγούσε κάποιος Γιούσεφ Ατζάμη (και όχι ο Δημήτρης Ατζάμη, γιος του Εναγόμενου). Ο Ενάγοντας απάντησε ότι την ημέρα που έδωσε την κατάθεση στην αστυνομία δεν ήξερε τα ονόματα των εμπλεκόμενων προσώπων και θεωρούσε ότι το όνομα του Δημήτρη Ατζάμη, δηλαδή του οδηγού του οχήματος, ήταν Γιούσεφ και σε αυτό οφείλεται η λανθασμένη περιγραφή στη γραπτή του κατάθεση. Σε υποβολή που έγινε από το συνήγορο του Εναγόμενου ότι ο πραγματικός λόγος που τον επισκέφθηκε η σύζυγος του Εναγόμενου την επόμενη μέρα του ατυχήματος και πλήρωσε τα ιατρικά έξοδα ήταν επειδή ο Εναγόμενος ήθελε να τον βοηθήσει επειδή ήταν και οι δύο αραβόφωνοι, ο Ενάγοντας διαφώνησε και επανέλαβε ότι η σύζυγος του Εναγόμενου τον επισκέφθηκε και πλήρωσε τα ιατρικά έξοδα για να τον αποτρέψει με αυτό τον τρόπο από το να προβεί σε καταγγελία εναντίον του συζύγου της και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. ΜΕ3 - κ. Mohamed Haj Hussin Ο ΜΕ3 κατέθεσε ότι την ημέρα του ατυχήματος, οδηγούσε το όχημά του στη λεωφόρο Μεσόγη και είδε στο χαντάκι ένα αυτοκίνητο στο οποίο επενέβαιναν πρόσωπα. Στο σημείο είχε μαζευτεί κόσμος «πάνω από 10 άτομα» αφού εκεί υπήρχε γυμναστήριο από το οποίο βγήκε κόσμος για να δει τι είχε συμβεί. Ο ΜΕ3 αναγνώρισε τον Ενάγοντα, αφού τον γνώριζε για μερικά χρόνια, τον ρώτησε εάν ήταν καλά και προθυμοποιήθηκε να τον μεταφέρει μαζί με τη σύζυγό του στο νοσοκομείο. Όταν μπήκε ο Ενάγοντας στο αυτοκίνητο του ΜΕ3 για να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, ο ΜΕ3 παρατήρησε ότι ο Ενάγοντας ήταν τραυματισμένος και ο Ενάγοντας του είπε ότι ο Εναγόμενος τον είχε «κτυπήσει με τα χέρια του». Ο ίδιος ο ΜΕ3 δεν είδε τον Εναγόμενο να κτυπά τον Ενάγοντα. Φεύγοντας από το νοσοκομείο, ο ΜΕ3 επέστρεψε στο σημείο του ατυχήματος και συνάντησε τον Εναγόμενο. Του ανέφερε ότι ο Ενάγοντας του είχε πει ότι τον είχε κτυπήσει και ρώτησε τον Εναγόμενο «γιατί έγινε η παρεξήγηση» μεταξύ τους. Ο Εναγόμενος δεν του έδωσε «κάποια ξεκάθαρη απάντηση» και ένιωσε ότι τον ειρωνευόταν. Ο ΜΕ3 του είπε ότι εάν τον καλούσαν στο Δικαστήριο θα ερχόταν για να μαρτυρήσει για όσα είδε και τότε ο Εναγόμενος του απάντησε «με ειρωνικό τρόπο» ότι σε τέτοια περίπτωση, εκείνος να μην πάει οπουδήποτε. Η αντεξέταση του ΜΕ3 επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι ο ΜΕ3 δεν είδε τον Εναγόμενο να κτυπά τον Ενάγοντα και ότι δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα με ποιο τρόπο τραυματίστηκε ο Ενάγοντας, παρά μόνο στηρίζεται σε αυτά που του είπε ο ίδιος ο Ενάγοντας. Ο ΜΕ3 συμφώνησε με αυτή τη θέση, η οποία εξάλλου προκύπτει και από τη μαρτυρία που έδωσε κατά την κυρίως εξέτασή του. ΜΕ4 - κα. Noor Abozeed (σύζυγος του Ενάγοντα) Η ΜΕ4, σύζυγος του Ενάγοντα, κατέθεσε ότι επενέβαινε στο όχημα το οποίο συγκρούστηκε και έπεσε στο χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Λόγω της σύγκρουσης, η ίδια φοβήθηκε και αναστατώθηκε πάρα πολύ ενώ ο σύζυγός της προσπαθούσε να τη βοηθήσει να εξέλθει του οχήματος. Στη σκηνή είχε μαζευτεί κόσμος, συμπεριλαμβανομένου ενός γνωστού του Ενάγοντα, ο οποίος ρώτησε τον Ενάγοντα εάν χρειαζόταν βοήθεια και προθυμοποιήθηκε να τους πάρει στο νοσοκομείο με το δικό του αυτοκίνητο. Μετέφεραν την ΜΕ4 στο αυτοκίνητο του ΜΕ3 και ο Ενάγοντας τους ζήτησε να περιμένουν μέχρι να πάει πίσω στο δικό του όχημα για να πάρει κάποια έγγραφα της ασφάλειας που βρίσκονταν εκεί για να τα παρουσιάσουν στο νοσοκομείο. Λίγο αργότερα άκουσε «λίγες φωνές» και όταν ο Ενάγοντας επέστρεψε στο αυτοκίνητο του ΜΕ3, αιμορραγούσε από την μύτη του. Τον ρώτησε τί έγινε και της απάντησε ότι καθώς έψαχνε τα χαρτιά από το αυτοκίνητο, κτυπήθηκε από κάποιον εκεί, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι ήταν ο πατέρας του οδηγού του άλλου οχήματος. Ο Ενάγοντας της ανέφερε, επίσης, ότι παρά το ότι ο Εναγόμενος εξύβρισε τον Ενάγοντα, ο ίδιος δεν του είπε τίποτα αφού αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να την πάρει στο νοσοκομείο, όσο το δυνατό νωρίτερα. Την επόμενη μέρα, τους επισκέφθηκε η σύζυγος του Εναγόμενου και τους ζήτησε να μην κάνουν οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του Εναγόμενου για την επίθεση. Η σύζυγος του Εναγόμενου ζήτησε να μεταφέρει τον Ενάγοντα στον οφθαλμίατρο αφού λόγω της επίθεσης, κτύπησε στο μάτι του. Λίγες μέρες αργότερα, ο Εναγόμενος έφερε στο σύζυγό της ένα αυτοκίνητο, το οποίο ο Ενάγοντας επέστρεψε στον Εναγόμενο. Αρχικά ο Ενάγοντας δεν προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία αλλά αφού διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος δεν φαινόταν μετανιωμένος για τις πράξεις του και επειδή δεν τους είχε ζητήσει συγγνώμη, ο Ενάγοντας αποφάσισε να προβεί σε καταγγελία εναντίον του. Κατά την αντεξέτασή της, είχε τεθεί από το συνήγορο του Εναγόμενου, ότι στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 25/10/23 είχε αναφέρει ότι η ίδια είχε δει κάποιον άντρα να κτυπά το σύζυγό της στο κεφάλι. Η ΜΕ4 ανέφερε ότι έπειτα από 7 χρόνια δεν θυμάται τί ακριβώς είπε στην αστυνομία. Επέμεινε ότι δεν έλεγε ψέματα και επανέλαβε ότι δεν είδε η ίδια τον Εναγόμενο να κτυπά το σύζυγό της και ότι αυτό της το περιέγραψε ο σύζυγός της όταν επέστρεψε στο αυτοκίνητο του ΜΕ3 για να πάνε στο νοσοκομείο. Σημειώνεται ότι, ως προκύπτει από το κείμενο της καταδικαστικής απόφασης στην ποινική διαδικασία (Τεκμήριο 2) και συγκεκριμένα στο σημείο όπου παρατίθεται η μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η ΜΕ4 είχε μαρτυρήσει και τότε ότι δεν είδε η ίδια τον Εναγόμενο να κτυπά τον Ενάγοντα και ότι αυτό της το είπε ο Ενάγοντας όταν μπήκε στο αυτοκίνητο του ΜΕ
  2. Υποβλήθηκε, επίσης, στην ΜΕ4 η θέση ότι εάν αληθεύει ο ισχυρισμός ότι η σύζυγός του Εναγόμενου τους είχε επισκεφθεί την επόμενη μέρα παρακαλώντας τους να μην προβούν σε καταγγελία εναντίον του Εναγόμενου, τότε αυτό θα το ανέφερε η ΜΕ4 στην κατάθεσή της στην αστυνομίας ημερομηνίας 25/10/23, κάτι που δεν έπραξε. Η ΜΕ4 απάντησε ότι δεν θυμόταν τί ακριβώς είχε πει στην αστυνομία τότε και διευκρίνισε ότι για εκείνη ήταν «πιο σημαντικό» να περιγράψει το συμβάν στην αστυνομία όπως το αντιλήφθηκε και όχι να περιγράψει την επίσκεψη της συζύγου του Εναγόμενου την επόμενη μέρα. Ερωτηθείσα για το λόγο που καθυστέρησαν να προβούν σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του Εναγόμενου, η ΜΕ4 ανέφερε ότι ο σύζυγός της της είπε να αναμένουν για να δουν εάν ο Εναγόμενος θα τους ζητούσε συγγνώμη «αλλά αυτός ούτε που επάτησεν». Η ΜΕ4 είπε ότι λόγω του ότι ο Εναγόμενος εξύβρισε και κτύπησε τον Ενάγοντα, οι ίδιοι ανέμεναν ότι ο Εναγόμενος θα μετάνιωνε για τις πράξεις του και θα τους ζητούσε συγγνώμη. Έτσι αποφάσισαν να προβούν σε καταγγελία εναντίον του. ΜΕ5 - Δρ. Μαρία Παπαδοπούλου Η ΜΕ5 είναι η οφθαλμίατρος την οποία επισκέφθηκε ο Ενάγοντας μαζί με την κυρία Μόνικα Ajami. Επιβεβαίωσε ότι η ίδια είχε εκδώσει το ιατρικό πιστοποιητικό που καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο
  3. Διευκρίνισε ότι ο Ενάγοντας επισκέφθηκε το ιατρείο της στις 15/10/23 και ότι της είχε αναφέρει ότι την προηγούμενη μέρα, δηλαδή στις 14/10/23 τραυματίστηκε «σε κάποιο διαπληκτισμό» στο φρύδι του αριστερού ματιού. Δεν της είχε δώσει πολλές λεπτομέρειες για την αιτία του τραυματισμού. Διαπίστωσε η ΜΕ5 ότι ο Ενάγοντας είχε τραύμα μώλωπα στο φρύδι του αριστερού ματιού και χορήγησε στον Ενάγοντα κάποια αλοιφή για τον μώλωπα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο τραυματισμός στο φρύδι του Ενάγοντα θα μπορούσε να είχε προκληθεί και από άλλες αιτίες και ότι δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει κατά πόσο ο τραυματισμός προκλήθηκε από διαπληκτισμό με άλλο πρόσωπο ή λόγω άλλης αιτίας. Διευκρίνισε, επίσης, ότι ο Ενάγοντας και η κυρία Ajami «μπήκαν μαζί» στο ιατρείο της για να εξεταστεί ο Ενάγοντας. ΜΕ6 - κ. Μάριος Θεοδώρου Ο ΜΕ6 είναι γιατρός, ο οποίος το 2015 εργαζόταν στο τμήμα πρώτων βοηθειών του νοσοκομείου Πάφου. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο
  4. Ο ΜΕ6 ανέφερε ότι, όπως κατέγραψε και στο τεκμήριο 7, στις 14/10/2015 η ώρα 20:35 επισκέφθηκε το τμήμα πρώτων βοηθειών ο Ενάγοντας και ανέφερε στον ΜΕ6 ότι τραυματίστηκε λόγω «ξυλοδαρμού». Διαπιστώθηκε ότι ο Ενάγοντας έφερε θλαστικό τραύμα στο αριστερό βλέφαρο και ρινός καθώς και κάκωση ρινός. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ6 ανέφερε ότι τα τραύματα που διαγνώστηκαν στον Ενάγοντα θα μπορούσα να είχαν προκληθεί και από άλλες αιτίες. ΜΥ1 - Εναγόμενος Προς υποστήριξη της Υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος/ΜΥ1, ο οποίος κατάγεται από το Λίβανο και διαμένει στην Πάφο εδώ και αρκετά χρόνια. Αρχικά για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής του, αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία και το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Παρά το ότι στην κατάθεσή του αναφέρεται ότι μιλά, γράφει και καταλαβαίνει την ελληνική γλώσσα, εντούτοις όταν του ζητήθηκε να την αναγνώσει στο Δικαστήριο είπε ότι δεν μπορούσε να την διαβάσει. Έτσι, ο συνήγορος του Εναγόμενου προχώρησε στην υποβολή ερωτήσεων για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του: Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι επιτέθηκε στον Ενάγοντα και ισχυρίστηκε ότι αυτά που του καταλογίζει είναι ψέματα. Την ημέρα που συνέβη το ατύχημα, ο γιος του τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι ενεπλάκη σε τροχαίο. Του απάντησε ότι αυτό που είχε σημασία είναι ότι δεν κτύπησε ο ίδιος και ότι τα υπόλοιπα «είναι σίδερα». Ο ΜΥ1 άργησε να φθάσει στη σκηνή για ήταν «λίγο μακριά». Όταν έφθασε εκεί, επιβεβαίωσε πρώτα ότι ο γιος του ήταν καλά και έπειτα αναζήτησε τον οδηγό του άλλου οχήματος. Πληροφορήθηκε ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος, δηλαδή ο Ενάγοντας, είχε ήδη πάει στο νοσοκομείο γιατί είχε κτυπήσει στο κεφάλι του. Θυμόταν ότι στην σκηνή είχε δύο αστυνομικούς. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είναι μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Ενάγοντα και ότι «αποκλείεται» να κτυπούσε κάποιον πιο μικρό του. Εξάλλου, ως ανέφερε, είναι μορφωμένος, έχει τις επιχειρήσεις του και ουδέποτε ενεπλάκη σε τέτοιου είδους καυγάδες στο παρελθόν. Τόνισε ότι δεν είχε κανένα λόγο να τον κτυπήσει και ότι επρόκειτο για ένα «ψευδο-accident». Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι ο ίδιος είπε στον γιο του «φταίουσιν και ζητάς του και συγγνώμη». Αντιθέτως, ως επισήμανε κατά την αντεξέτασή του στη συνήγορο του Ενάγοντα, βάσει του κώδικα συμπεριφοράς που επιβάλλεται από την κουλτούρας του, ένας μικρότερος ηλικιακά, ο οποίος δεν είναι παντρεμένος, είναι υποχρεωμένος να ζητήσει συγγνώμη σε κάποιο μεγαλύτερο, οικογενειάρχη, ανεξάρτητα εάν ευθυνόταν ή όχι. Συνεπώς, ο γιος του όφειλε να απολογηθεί στον Ενάγοντα. Κατέθεσε ότι γνώριζε καλά τον Ενάγοντα επειδή έμεναν στο ίδιο χωρίο, ότι ήταν «φίλος» του και ότι μάλιστα, ο Ενάγοντας δούλεψε για εκείνον στο παρελθόν για 1-2 μέρες σε κάποια οικοδομή. Έπειτα από το τροχαίο ατύχημα, τον ρώτησε εάν ήθελε κάποια βοήθεια και ο Ενάγοντας του είπε ότι χρειαζόταν αυτοκίνητο. Ο ΜΥ1, ο οποίος κατέχει πολλά αυτοκίνητα, του έδωσε ένα μέχρι να επιδιορθωθεί το αυτοκίνητό του. Μία ή δύο μέρες έπειτα από το συμβάν, ο Ενάγοντας και η σύζυγός του επισκέφθηκαν τον ΜΥ1 στο σπίτι του. Ο Ενάγοντας ανέφερε στη σύζυγο του ΜΥ1 ότι ένιωθε ζαλάδα και η σύζυγός του προθυμοποιήθηκε να τον πάρει στον οφθαλμίατρο. Ο οφθαλμίατρος, ως κατέθεσε ο ΜΥ1, διαπίστωσε ότι το πρόβλημα που είχε στο μάτι του ο Ενάγοντας υπήρχε από τότε που ήταν παιδί. Ομοίως, η σύζυγος του ΜΥ1, η οποία βοηθά γενικά και άλλα πρόσωπα της αραβόφωνης κοινότητας σε επισκέψεις τους σε γιατρούς, λόγω του ότι μπορεί να μεταφράζει από τα ελληνικά στα αραβικά, συνόδευσε και την σύζυγο του Ενάγοντα σε γυναικολόγο, η οποία διαπίστωσε ότι δεν είχε υποστεί οποιοδήποτε τραύμα και ότι δεν ήταν έγκυος, ως υποψιαζόταν. Μετά από 15-20 μέρες, τον κάλεσαν από την αστυνομία και τον ενημέρωσαν ότι ο Ενάγοντας τον είχε καταγγείλει για επίθεση και του ζήτησαν να δώσει κατάθεση. Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στο μάρτυρα προηγούμενη δήλωση που έκανε κατά την κατάθεσή του στην αστυνομία, δηλαδή το Τεκμήριο 5, το οποίο αναγνωρίστηκε από τον ίδιο. Στην κατάθεσή του τότε, ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι γνώριζε τον Ενάγοντα μόνο «εξ όψεως». Ο ΜΥ1 είπε ότι αποκλείεται να είπε στην αστυνομία κάτι τέτοιο. Αντεξεταζόμενος ως προς το πότε τον επισκέφθηκε ο Ενάγοντας έπειτα από το συμβάν, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο Ενάγοντας ήρθε μαζί με τη σύζυγό του έπειτα από 3 ή 5 μέρες. Η σύζυγός του Ενάγοντα ρώτησε τη σύζυγό του ΜΥ1 εάν θα μπορούσε να την συνοδεύσει σε γυναικολόγο για να κάνει εξετάσεις. Έτσι και έγινε. Δίπλα από το ιατρείο του/της γυναικολόγου, βρισκόταν και το ιατρείο της οφθαλμίατρου, Δρ. Παπαδοπούλου και έτσι ο Ενάγοντας επισκέφθηκε και την οφθαλμίατρο για να εξετάσει το τραύμα στο μάτι του. Ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει το λόγο για τον οποίο η σύζυγος του αποφάσισε να πληρώσει για τις ιατρικές εξετάσεις του Ενάγοντα και της συζύγου του αφού δεν ήταν εκεί. Υποθέτει, ως ανέφερε, ότι είτε δεν είχαν χρήματα, είτε ότι η σύζυγός του το έκανε χαριστικά χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Ισχυρίστηκε, επίσης, ο ΜΥ1 ότι δάνεισε στον Ενάγοντα ένα από τα αυτοκίνητά του για να το χρησιμοποιεί μέχρι να επιδιορθωθεί το δικό του. Ανέφερε ότι ο Ενάγοντας κρατούσε το αυτοκίνητο για περίπου ένα μήνα και δεν αποδέχτηκε τη θέση του Ενάγοντα ότι το είχε επιστρέψει την ίδια μέρα. Μάλιστα, ανέφερε ότι εάν ο Ενάγοντας ορκιζόταν, όχι μόνο ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά πάνω στη ζωή των παιδιών του, ότι επέστρεψε το αυτοκίνητο την ίδια μέρα, τότε ο ΜΥ1 θα διατεθειμένος να παραδεχτεί ότι διέπραξε την επίθεση. Όταν ρωτήθηκε από τη συνήγορο του Ενάγοντα εάν για αυτό το περιστατικό, δηλαδή για την κατ' ισχυρισμό επίθεση, δικάστηκε και από άλλο Δικαστήριο, ήταν εμφανές ότι ο ΜΥ1 ένιωσε αμήχανα και έστρεψε το βλέμμα προς το δικηγόρο του, ενδεχομένως για να λάβει κάποια ένδειξη ως προς το πώς να απαντήσει. Αρχικά ζήτησε διευκρινήσεις από τη συνήγορο του Ενάγοντα ως προς το κατά πόσο η ερώτηση αφορούσε στη δικαστική διαδικασία σε σχέση με το τροχαίο ή σε σχέση με την επίθεση και, όταν διευκρινίστηκε ότι η ερώτηση αφορούσε στα ίδια περιστατικά με την υπό εξέταση υπόθεση, δηλαδή την επίθεση, απάντησε «ναι ήρτα». Ρωτηθείς εάν γνωρίζει το αποτέλεσμα της απόφασης της ποινικής διαδικασίας, ο ΜΥ1 απάντησε αρχικά «ναι» ότι, δηλαδή το γνωρίζει και έπειτα είπε ότι δε θυμόταν και παρέπεμψε τη συνήγορο του Ενάγοντα στον δικηγόρο του για να της πει το αποτέλεσμα. Ρωτηθείς ξανά ως προς το κατά πόσο βρισκόταν στο Δικαστήριο όταν δόθηκε η απόφαση στην ποινική διαδικασία, ο ΜΥ1 είπε ότι βρισκόταν εκεί αλλά ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιο ήταν το αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας εναντίον του, δηλαδή εάν τελικά καταδικάστηκε ή όχι από το Δικαστήριο για το αδίκημα της επίθεσης. Αναφορικά με την καθυστέρηση που υπέδειξε ο Ενάγοντας στο να καταγγείλει τον Εναγόμενο στην αστυνομία για την επίθεση, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι θεωρεί ότι κάποιος πρέπει να τον παρότρυνε να προβεί σε καταγγελία λόγω του ότι ο ΜΥ1 έχει περιουσία και θα μπορούσε έτσι να τον πιέσει να του δώσει κάποιο αυτοκίνητο ή χρήματα· «επειδή οι Σύριοι έτσι είναι» όπως είπε χαρακτηριστικά. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 δεν θυμόταν να μίλησε με το ΜΕ3 την ημέρα που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα, ούτε θυμόταν εάν ήρθε οποιοδήποτε πρόσωπο να τον ρωτήσει κάτι. Ανέφερε ότι είχε πολλά πρόσωπα εκεί που μαζεύτηκαν να δουν τι είχε συμβεί. Όπως είπε «οι Σύριοι είναι χωρκάτες άμαν δουν ότι κάτι έγινε, βρουρούν ούλλοι να δουν τι έγινε». Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν για σκοπούς της ακρόασης της υπόθεσης. Έχω μελετήσει προσεκτικά την επιχειρηματολογία στην οποία έχουν προβεί οι δύο πλευρές μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων και την έχω λάβει υπόψη μου. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας

(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προβαίνει σε συγκεκριμένα ευρήματα αξιοπιστίας για το αν ο κάθε μάρτυρας, είπε ή όχι την αλήθεια (Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Κυριακίδης, ΠΕ 209/10, ημερ. 09/09/2015). Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης (Federal Bank of Lebanon (SAL) n Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016, ECLI:CY:AD:2016:B267). Η μαρτυρία συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων» χωρίς μικροσκοπική κρίση ή απομόνωση των ισχυρισμών των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που επισυνάπτονται. Αξιολογούνται, υπό το πρίσμα αυτό, το περιεχόμενο, η ποιότητα, η πειστικότητα, η σύγκριση κάποιας μαρτυρίας στην υπόθεση με την υπόλοιπη, η ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος κ.α. (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476.). Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο (Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία, Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας θα προσπαθήσω να περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγησή της και την εξαγωγή ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αυτό που καλείτε το Δικαστήριο να αποφασίσει, εν προκειμένω, είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος επιτέθηκε στον Ενάγοντα με γροθιές (ή κλοτσιές) στην πλάτη και στο πρόσωπο προκαλώντας του τα τραύματα στο μάτι και στη μύτη ως αυτά διαγνώστηκαν από τους ΜΕ5 και ΜΕ
  1. Εάν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική, τότε το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το ύψος των αποζημιώσεων που δύναται να αποδοθούν στον Ενάγοντα, υπό τις περιστάσεις, βάσει του μαρτυρικού υλικού που έχει προσκομιστεί. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στις 14/10/2015 έλαβε χώρα αυτοκινητιστικό ατύχημα μεταξύ του Ενάγοντα και του γιου του Εναγόμενου στη λεωφόρο Μεσόγης, καθώς και ότι, έπειτα από το συμβάν (αλλά όχι την ίδια μέρα), η γυναίκα του Εναγόμενου συνόδευσε τον Ενάγοντα σε οφθαλμίατρο, λόγω τραύματος που είχε στο αριστερό του μάτι καταβάλλοντας το σχετικό κόμιστρο. Δεν αμφισβητήθηκε η διάγνωση των ΜΕ5 και ΜΕ6 ως προς τα τραύματα που υπέστη ο Ενάγοντας, πλην όμως παραμένει επίδικο θέμα η αιτία πρόκλησης των τραυμάτων αυτών. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι την ώρα της σύγκρουσης και κατ' επέκταση της κατ' ισχυρισμό επίθεσης, είχε μαζευτεί κόσμος στο μέρος όπου έγινε το συμβάν, κυρίως από το γυμναστήριο έξω από το οποίο έγινε το ατύχημα, αν και δεν καθορίστηκε επακριβώς ο αριθμός των προσώπων που βρίσκονταν εκεί· ούτε έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Ενάγοντας έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Κατά την αντεξέταση του υπήρξε σταθερός στις θέσεις του, απαντούσε με απλό και καθαρό τρόπο, οι θέσεις του παρουσίαζαν λογική συνοχή και γενικά έδωσε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει όσα έζησε, χωρίς υπεκφυγές. Περιέγραψε με παραστατικό τρόπο την επίθεση που δέχθηκε από τον Εναγόμενο και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν διέκρινα κάποια ουσιώδη ασάφεια, ή αντίφαση ως προς την εκδοχή των γεγονότων που παρουσίασε. Για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα σε όλα τα ουσιώδη για τα επίδικα θέματα σημεία συνάδει και υποστηρίζεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην τη μαρτυρία του Εναγόμενου και για αυτό το λόγο κρίνεται αξιόπιστη. Η μόνη εκ πρώτης όψεως αντίφαση στη μαρτυρία του Ενάγοντα που έχω εντοπίσει είναι αναφορά του ότι ένιωσε προσβολή επειδή η επίθεση έλαβε χώρα μπροστά από πολύ κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της συζύγου του. Παρότι, δεν αμφισβητείται ότι εκείνη την ώρα είχε μαζευτεί κόσμος στο σημείο, η ίδια η ΜΕ4 ανέφερε ότι την ώρα της επίθεσης βρισκόταν στο αυτοκίνητο του ΜΕ3 και δεν είδε την επίθεση, παρά μόνο άκουσε κάποιες φωνές. Σημειώνεται ότι πέραν από αυτή την αναφορά ως προς τα αισθήματα που ένιωσε ο Ενάγοντας λόγω του ότι η επίθεση έγινε «μπροστά από κόσμο, μπροστά από τη γυναίκα» του, ο Ενάγοντας δεν κατέθεσε σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας του ότι η σύζυγός του είχε δει την επίθεση ώστε η μαρτυρία του να έρχεται σε άμεση αντίθεση με τη μαρτυρία που έδωσε μετέπειτα η ΜΕ
  2. Ούτε αντεξετάστηκε ο Ενάγοντας επί αυτού του σημείου ώστε να διασαφηνιστεί το νόημα της πιο πάνω φράσης. Είμαι της άποψης, έχοντας υπόψη και τα συμφραζόμενα της πιο πάνω αναφοράς, ότι αυτό που ήθελε να πει ο Ενάγοντας σε εκείνο το σημείο της μαρτυρίας του, ήταν ότι ένιωσε ότι προσβλήθηκε η αξιοπρέπεια του, επειδή κατά την ώρα της επίθεσης ήταν παρούσα στο σημείο και η σύζυγός και δεν ήταν ο σκοπός του να ισχυριστεί ότι η σύζυγός του είδε τον Εναγόμενο να του επιτίθεται και άρα να ενισχύσει την εκδοχή του ως προς αυτό το ζήτημα. Δεν θεωρώ, δηλαδή, ότι η συγκεκριμένη αναφορά αρκεί για να καταστήσει την όλη μαρτυρία του Ενάγοντα αναξιόπιστη καθότι η σύζυγός του όντως βρισκόταν εκεί και προφανώς η εντύπωση που δόθηκε στον Ενάγοντα ήταν ότι η επίθεση έλαβε χώρα στην παρουσία της, ακόμη και εάν η ίδια, ως μαρτύρησε μετέπειτα, είπε ότι λόγω του ότι υπήρχε σκοτάδι και βρισκόταν στον αυτοκίνητο του ΜΕ3 δεν είδε τον Εναγόμενο να επιτίθεται στον Ενάγοντα. Δεν διέκρινα προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ως προς αυτό το ζήτημα. Ως εκ τούτου, παρά το ότι δεν αποδέχομαι ότι η επίθεση έγινε μπροστά από τη σύζυγό του, υπό την έννοια ότι η ίδια είδε την επίθεση, εντούτοις, αποδέχομαι ότι ο Ενάγοντας ένιωθε προσβολή της αξιοπρέπειά τους επειδή η επίθεση έγινε μπροστά από κόσμο και επειδή γνώριζε ότι στο σημείο ήταν παρούσα και η σύζυγός του. Ως ανέφερε ο Ενάγοντας (αλλά και ο Εναγόμενος κατά τη δική του μαρτυρία) ο Εναγόμενος διαμένει στο χωριό Μεσόγη και άρα θα μπορούσε να είχε προσέλθει εντός λίγων λεπτών, αφότου ενημερώθηκε για το ατύχημα, στο συγκεκριμένο σημείο. Ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι ο Ενάγοντας να βοηθήσει τη σύζυγό του να εξέλθει του οχήματος (προσπάθεια η οποία διήρκησε τουλάχιστον 5 λεπτά), να διευθετήσει ώστε να μεταφερθεί στο αυτοκίνητο του ΜΕ3 και να επιστρέψει στο δικό του όχημα για να ψάξει να βρει τα έγγραφα της ασφάλειας του οχήματός του, συνάδει με την εκδοχή που παρουσίασε ο Ενάγοντας ως προς το χρονικό σημείο που έλαβε χώρα η επίθεση. Δεν προσκομίστηκε, εξάλλου, κάποια μαρτυρία η οποία να τείνει να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος βρισκόταν σε κάποιο άλλο μέρος εκείνο το χρονικό σημείο που θα καθιστούσε αδύνατη τη μετάβασή του στο σημείο του ατυχήματος εντός λίγων λεπτών από την σύγκρουση των οχημάτων. Η θέση του ότι το πρόσωπο που τον κτύπησε ήταν ο Εναγόμενος κρίνεται πειστική καθότι ο Ενάγοντας είχε την ευκαιρία να δει το πρόσωπο του Εναγόμενου και, μάλιστα, έπειτα από την επίθεση επικοινώνησε και μαζί του, οπότε δεν τίθεται ζήτημα εσφαλμένης αναγνώρισης ή ταυτοποίησης του προσώπου τον οποίο κατηγορεί για επίθεση. Εξάλλου, ο Εναγόμενος δεν ήταν κάποιο τυχαίο πρόσωπο, ασύνδετο με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της επίθεσης, αλλά, αντιθέτως, είναι ο πατέρας του οδηγού με το οποίο συγκρούστηκε το όχημα του Ενάγοντα, ιδιότητα που του αποδίδει ενδεχομένως και κάποιο κίνητρο στο να προβεί στην κατ' ισχυρισμό επίθεση. Ο Εναγόμενος, ως αναφέρεται και στην Υπεράσπιση, κατέφθασε «αμέσως» στη σκηνή μόλις ενημερώθηκε για το τροχαίο ατύχημα και θα ήταν λογικό (έως και αναμενόμενο), ως πατέρας ενός εκ των προσώπων που ενεπλάκη στη σύγκρουση να ήταν συναισθηματικά φορτισμένος και αναστατωμένος από τα νέα που μόλις είχε λάβει, συναισθήματα τα οποία θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να τον είχαν ωθήσει στο να προβεί στην κατ΄ ισχυρισμό επίθεση. Αυτό, βεβαίως, από μόνο του δεν αρκεί για την απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του Εναγόμενου αλλά αποτελεί στοιχείο που στο πλαίσιο της υπόλοιπης μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί, προσδίδει πειστικότητα στην εκδοχή που παρουσίασε ο Ενάγοντας. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν προχώρησε σε άμεση καταγγελία της επίθεσης που διαπράχθηκε εναντίον του στην αστυνομία ή ότι ανέμενε να λάβει κάποια οικονομική ή άλλη υποστήριξη από τον Εναγόμενο ως ένδειξη μεταμέλειας για την επίθεση που διαπράχθηκε εναντίον του, δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει στην απόρριψη της εκδοχής που προβάλλει. Κρίνω ότι ο Ενάγοντας παρείχε στο Δικαστήριο ικανοποιητικές εξηγήσεις για τους λόγους που δεν κατήγγειλε τον Εναγόμενο αμέσως μετά την επίθεση και αποδέχομαι ότι κύριο του μέλημα ήταν να λάβει κάποια απολογία από τον Εναγόμενο καθώς και οικονομική ή άλλη βοήθεια από αυτόν, κυρίως την παροχή κάποιου οχήματος από τον Εναγόμενο ώστε να μπορεί να μεταβαίνει στην εργασία του και να μην χάσει το εισόδημά του, μέχρις ότου να επιδιορθωθεί το δικό του όχημα, χωρίς να χρειάζεται η εμπλοκή της αστυνομίας ή του Δικαστηρίου. Αντιπαραβάλλοντας την εν λόγω καθυστέρηση με το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιας σημασίας ώστε να μπορεί να αποτελέσει λόγο απόρριψης της εκδοχής του Ενάγοντα ως αναξιόπιστης. Αναφορικά με την αξίωση του για ειδικές αποζημιώσεις, οι οποίες πρέπει να αποδεικνύονται, ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι λόγω του συμβάντος αναγκάστηκε να απουσιάζει από την εργασία του για περίπου 9 μέρες. Οι απολαβές του εκείνη την περίοδο ανέρχονταν στο ποσό των Ευρώ 75 την ημέρα. Στην έκθεση απαίτησης αξιώνεται το ποσό των Ευρώ 600 που αντιστοιχεί σε 8 ημερομίσθια. Από τη μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα, και κυρίως ως αναδείχθηκε κατά την αντεξέτασή του, προκύπτει ότι ο λόγος για τον οποίο ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να μεταβεί στην εργασία του εκείνη την περίοδο ήταν επειδή δεν είχε αυτοκίνητο, αφού το δικό του στάλθηκε για επιδιόρθωση έπειτα από το τροχαίο ατύχημα, και όχι λόγω των τραυμάτων που υπέστη από την επίθεση. Για αυτό το λόγο μάλιστα ζήτησε ή ανέμενε από τον Εναγόμενο να του παρέχει κάποιο όχημα για την περίοδο αμέσως μετά το περιστατικό ώστε να μπορεί να πηγαίνει στην εργασία του. Είναι προφανές ότι εάν ο Ενάγοντας εμποδίζετο από να εργαστεί λόγω των τραυμάτων που υπέστη από την επίθεση, δεν θα χρειαζόταν κάποιο όχημα από τον Εναγόμενο για αυτό το σκοπό. Εξάλλου, από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί ως προς τα τραύματα που υπέστη ο Ενάγοντας, δηλαδή θλαστικό τραύμα βλεφάρου (για το οποίο του χορηγήθηκε σχετική αλοιφή) και ρινός, δεν προκύπτει ότι αυτά ήταν τέτοιας σοβαρότητας ώστε να δικαιολογούν την απουσία από την εργασία του για 9 μέρες. Αναφορικά με το αξιούμενο ποσό των Ευρώ 60 που αντιστοιχεί σε ιατρικά έξοδα, αυτό έχει προκύπτει ότι έχει καταβληθεί από τη σύζυγο του Εναγόμενου και όχι από τον Ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε το πιο πάνω ποσό για ιατρικά έξοδα. Η εκδοχή του Ενάγοντα ως προς τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της επίθεσης από τον Εναγόμενο ενισχύεται και από τη μαρτυρία των ΜΕ
  3. Ο ΜΕ3 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας και, μάλιστα, ήταν εμφανές ότι απαντούσε με αντικειμενικό και σαφή τρόπο ενώ παράλληλα, δεν διαφάνηκε να είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον ως προς την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του συνεπώς, κρίνεται αξιόπιστη. Ο ΜΕ3 επιβεβαίωσε ότι προθυμοποιήθηκε να μεταφέρει τον Ενάγοντα και τη σύζυγό του στο νοσοκομείο και ότι αφού πρώτα ο Ενάγοντας μετέφερε τη σύζυγό του στο όχημα του ΜΕ3, επέστρεψε στο δικό του όχημα για να βρει κάποια έγγραφα που χρειαζόταν. Όταν επέστρεψε ο Ενάγοντας, ο ΜΕ3 παρατήρησε ότι η μύτη του Ενάγοντα αιμορραγούσε και τον ρώτησε τί είχε συμβεί. Το γεγονός ότι ο ΜΕ3 παρατήρησε την αιμορραγία στο πρόσωπο του Ενάγοντα, αφού ο Ενάγοντας επέστρεψε από το όχημά του (και όχι προηγουμένως όταν γίνονταν οι διευθετήσεις μεταξύ τους για να μεταφερθεί η σύζυγος του Ενάγοντα στο όχημα του ΜΕ3) ενισχύει την εκδοχή του Ενάγοντα ότι τα τραύματα προκλήθηκαν από επίθεση που έλαβε χώρα στο χρόνο που μεσολάβησε μέχρι ο Ενάγοντας να βρει τα σχετικά έγγραφα (και όχι ότι προκλήθηκαν από το τροχαίο ατύχημα). Πέραν τούτου, ο ΜΕ3 κατέθεσε ότι αφού ο Ενάγοντας και η σύζυγός του πήγαν στο νοσοκομείο, ο ίδιος επέστρεψε στο σημείο της επίθεσης και συνομίλησε με τον Εναγόμενο για να λάβει εξηγήσεις ως προς το λόγο για τον οποίο ο Εναγόμενος επιτέθηκε στον Ενάγοντα. Ο ΜΕ3 περιέγραψε την αντίδραση του Εναγόμενου, στο βαθμό που αυτή αποτυπώθηκε στη μνήμη του, δηλαδή ότι ο Εναγόμενος του συμπεριφέρθηκε με ειρωνικό τρόπο, ότι δεν φάνηκε να παραξενεύτηκε με αυτά που του έλεγε ο ΜΕ3 ή να αρνήθηκε τη διάπραξη της επίθεσης αλλά ούτε και να την αποδέχτηκε, καθώς και το ότι ο Εναγόμενος τον προέτρεψε να μην προσέλθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία αναφορικά με την επίθεση. Η αντίδραση αυτή του Εναγόμενου ενισχύει την εκδοχή που προβάλλει ο Ενάγοντας αφού σε αντίθετη περίπτωση, οποιοδήποτε λογικό πρόσωπο στη θέση του Εναγόμενου, το οποίο κατ' ισχυρισμό έφθασε στη σκηνή αφού είχε ήδη αποχωρήσει ο Ενάγοντας, θα διέψευδε αμέσως οποιονδήποτε ισχυρισμό του ΜΕ3 ότι ο ίδιος επιτέθηκε στον οδηγό του άλλου οχήματος (ενώ αυτός δεν ήταν καν εκεί) και ότι θα μαρτυρούσε μάλιστα στο Δικαστήριο εάν του ζητείτο κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι ο ΜΕ3 ήταν κάπως ασαφής ως προς τη συνομιλία που έλαβε χώρα μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου εκείνο το βράδυ, πέραν αυτών που ανέφερε στο Δικαστήριο, προσδίδουν στη μαρτυρία του πειστικότητα αφού επιβεβαιώνουν ότι ο ΜΕ3 προσήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια, ως αυτός τη θυμόταν, με αντικειμενικό τρόπο και χωρίς να επιχειρεί να υποστηρίξει επιτηδευμένα τη μία ή την άλλη εκδοχή. Σημασία έχει και το γεγονός ότι, ως μαρτύρησε ο ΜΕ3 (και επιβεβαιώθηκε και από τη ΜΕ4), μόλις επέστρεψε ο Ενάγοντας στο όχημα του ΜΕ3, ανέφερε στον ΜΕ3 και στην ΜΕ4 ότι μόλις είχε δεχθεί επίθεση από τον Εναγόμενο. Η συγκεκριμένη δήλωση του Ενάγοντα έγινε αμέσως μετά την κατ' ισχυρισμό επίθεση και σε χρονικό διάστημα που ο Ενάγοντας ακόμη ενεργούσε βιαστικά και υπό πίεση με σκοπό να μεταφέρει τη σύζυγό του, την οποία θεωρούσε έγκυο, το συντομότερο στο νοσοκομείο. Δεν θεωρώ ότι διέρρευσε ο απαραίτητος χρόνος που θα επέτρεπε στον Ενάγοντα να σκαρφιστεί ένα ψευδές σχέδιο εμπλοκής του Εναγόμενου σε επίθεση εναντίον του και να το θέσει, μάλιστα, σε τροχιά αμέσως κάνοντας την εν λόγω δήλωση στη σύζυγό του και στον ΜΕ
  4. Ούτε προκύπτει από τη μαρτυρία ότι κατά το χρόνο που έγινε η επίθεση, ο Ενάγοντας διακατέχετο από οποιοδήποτε κίνητρο «κακίας» προς τον Εναγόμενο. Συνεπώς, ο κίνδυνος η δήλωση αυτή να έχει «κατασκευαστεί» από τον Ενάγοντα είναι ελάχιστος. Επομένως, κρίνω ότι εφαρμόζεται στη προκειμένη περίπτωση το δόγμα «res gestae». Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα, «Το Δίκαιο της Απόδειξης» του Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, Β' Έκδοση σελίδα 691: «Κατά την αρχή res gestae, δηλώσεις που γίνονται από πρόσωπα που συμμετέχουν σε ένα συμβάν ή από παλιούς θεατές του, γίνονται αποδεκτές για να εξηγήσουν το συμβάν, αφού έχουν άμεση σχέση με τα γεγονότα που το συνθέτουν. Η δήλωση χρειάζεται να είναι αυθόρμητη και ταυτόχρονη ή σχεδόν ταυτόχρονη με το συμβάν και γενικότερα να έχει γίνει υπό συνθήκες που ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο κατασκευής της (The State of Western Australia v. Montani
(2006)WASC 190, R v. Callender
(1998)Crim LR 337).» Προηγούμενες δηλώσεις μάρτυρα που ικανοποιούν τις πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές με σκοπό την ενίσχυση της εκδοχής που καταθέτει μάρτυρας στο Δικαστήριο, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα απόδειξης ότι προηγούμενες συνεπείς ή αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις μάρτυρα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές προς υποστήριξη της μαρτυρίας του. Διευκρινίζεται ότι τέτοια μαρτυρία θα γινόταν αποδεκτή ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 με το οποίο επιτρέπεται η εξ ακοής μαρτυρία και άρα βάσει του άρθρου 24
(3)δεν έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες των άρθρων 26, 27 και 28 του Νόμου. Σχετική ως προς την εφαρμογή του δόγματος «res gestae» σε πολιτικές υποθέσεις είναι και η αγγλική απόφαση Thompson v. Trevanion
(1693)Skin 402, που αφορούσε σε αγωγή για αποζημιώσεις που καταχώρησε ένα ζεύγος εναντίον εναγόμενου για τραύματα που είχε υποστεί η σύζυγος από την παράνομη επίθεση του εναγόμενου. Εκεί, δηλώσεις της συζύγου στην απουσία του εναγομένου αμέσως μόλις τραυματίστηκε και προτού είχε την ευκαιρία να κατασκευάσει κάτι προς όφελός της έγιναν αποδεκτές ως μαρτυρία εναντίον του εναγόμενου. Ενόψει των πιο πάνω, αποδέχομαι το περιεχόμενο της δήλωσης του Ενάγοντα προς τον ΜΕ3 και προς τη ΜΕ4 ως αξιόπιστη μαρτυρία η οποία ενισχύει την εκδοχή που προβάλει ο Ενάγοντας εναντίον του Εναγόμενου. Η εκδοχή του Ενάγοντα ως προς τη διάπραξη της επίθεσης από τον Εναγόμενο υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία που προσέφερε η ΜΕ
  1. Η ΜΚ4 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, παρέθεσε τα γεγονότα ως αυτή τα αντιλήφθηκε με απλό και σαφή τρόπο και, με εξαίρεση ενός σημείου στο οποίο θα αναφερθώ ευθύς αμέσως, δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση, ούτε διαφάνηκε προσπάθεια από μέρους της να αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός από το Δικαστήριο. Αποδέχομαι, συνεπώς, τη πτυχή της μαρτυρίας της αναφορικά με τη συνάντηση που είχε με τη σύζυγο του Εναγόμενου, έπειτα από το επίδικο συμβάν, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι η σύζυγος του Εναγόμενου τους παρακάλεσε να μην προχωρήσουν σε καταγγελία εναντίον του. Είναι για αυτό το λόγο, ως ανέφερε, που τους συνόδευσε σε ιατρικές εξετάσεις και κατέβαλε και το κόστος των ιατρικών εξόδων. Αποδέχομαι, επίσης, τις εξηγήσεις που έδωσε, οι οποίες συνάδουν και με την εκδοχή του Ενάγοντα, ως προς τους λόγους καθυστέρησης από μέρους του Ενάγοντα στο να καταγγείλει τον Εναγόμενο στην αστυνομία για την επίθεση. Έχω προβληματιστεί, εντούτοις, ως προς το κατά πόσο θα αποδεχτώ ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΕ4 σε σχέση με την περιγραφή των γεγονότων που παρέθεσε αναφορικά με το πώς έλαβε γνώση για την επίδικη επίθεση εναντίον του Ενάγοντα. Ως διαφάνηκε κατά την αντεξέτασή της από το συνήγορο του Εναγόμενου, σε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία το 2015, η ΜΕ4 ανέφερε ότι είχε δει τον Εναγόμενο να επιτίθεται στον Ενάγοντα. Όμως, κατά την κατάθεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου, είπε ότι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο αυτοκίνητο του ΜΕ3, άκουσε φωνές και φασαρία αλλά δεν είδε οτιδήποτε αφού ήταν σκοτάδι. Πληροφορήθηκε για την επίθεση από τον ίδιο τον Ενάγοντα εκ των υστέρων και όταν αυτός επέστρεψε στο αυτοκίνητο του ΜΕ
  2. Για σκοπούς αξιολόγησης του σημείου αυτού της μαρτυρίας της ΜΕ4 συνυπολογίζω ότι (α) κατά την κατάθεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης που κινήθηκε εναντίον του Εναγόμενου, η ΜΕ4 ανέφερε και πάλι ότι δεν είχε δει τον Εναγόμενο να κτυπά τον Ενάγοντα, (β) ότι η μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος βρισκόταν μαζί με την ΜΕ4 στο αυτοκίνητό του, ταυτίζεται με την εκδοχή που παρέθεσε η ΜΕ4 στο Δικαστήριο, και (γ) ότι η μαρτυρία της ΜΕ4 είναι σαφώς λιγότερο ευνοϊκή για την υπόθεση του Ενάγοντα από ότι η εκδοχή που παρέθεσε στη γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω την εκδοχή της ΜΕ4 ως αυτή παρατέθηκε στο Δικαστήριο αξιόπιστη, παρά την αντίφαση που προκύπτει σε σχέση με τη γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία. Η σημασία του περιεχομένου της δήλωσης του Ενάγοντα προς τη ΜΕ4 (και τον ΜΕ3) ως ενισχυτική της εκδοχής που προώθησε στο Δικαστήριο έχει ήδη εξηγηθεί πιο πάνω. Επίσης, ο ισχυρισμός της ΜΕ4 ότι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η επίθεση και ενώ εκείνη βρισκόταν στο αυτοκίνητο του ΜΕ3, άκουσε δυνατές φωνές και φασαρία, συνάδει με την εκδοχή του Ενάγοντα, ήτοι ότι εκείνη τη χρονική στιγμή του επιτέθηκε ο Εναγόμενος, εξού και υπήρξε κάποια ταραχή και φωνές από τον κόσμο που βρισκόταν στη σκηνή την ώρα της επίθεσης, ως θα ήταν αναμενόμενο. Όσον αφορά τους ΜΕ5 και ΜΕ6, η μαρτυρία τους κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της, ως έχει, δηλαδή, διαμορφωθεί και έπειτα από την αντεξέταση που τους έγινε και η οποία περιγράφεται πιο πάνω. Ο Εναγόμενος δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Η εκδοχή που παρέθεσε, η οποία ήταν αντίθεση με τη μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ4, δεν είχε λογική συνοχή, ο ίδιος υπέπεσε σε αντιφάσεις ενώ σε κάποιο σημείο κατά την αντεξέτασή του, μου δόθηκε η εντύπωση ενός ανθρώπου ο οποίος ήταν διατεθειμένος να πει αναλήθειες στο Δικαστήριο με σκοπό να αποφύγει την ευθύνη των πράξεων του. Περαιτέρω, επικαλέστηκε αρκετές φορές, με κάποια υπερβολή θα έλεγε κανείς, τον πρότερο έντιμο βίο του, την καλή οικονομική του κατάσταση καθώς τις ηθικές του αξίες για να πείσει το Δικαστήριο ότι «αποκλείεται» να επιτίθετο στον Ενάγοντα· στοιχεία όμως που δεν σχετίζονται, ούτε μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση της υπό κρίση υπόθεσης. Συγκεκριμένα, κατέθεσε ότι ο Ενάγοντας ήταν φίλος του, ότι γνωρίζοντας και συναντήθηκαν αρκετές φορές στο παρελθόν και ότι πιθανόν, ο λόγος για τον οποίο ο Ενάγοντας τον κατηγόρησε για επίθεση εναντίον του ήταν επειδή τον ζήλευσε για την εύπορη οικονομική του κατάσταση. Εντούτοις, κατά τη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία ημερομηνίας 28/11/2016 (Τεκμήριο 5) ανέφερε ότι γνώριζε το μάρτυρα μόνο «εξ όψεως» και όχι, δηλαδή, ότι είχαν φιλικές σχέσεις. Επίσης, στην Υπεράσπισή του αναφέρεται ότι όταν έμαθε ότι ο οδηγός του οχήματος που συγκρούστηκε με αυτό του γιου του ήταν ο Ενάγοντας, τότε «εξασφάλισε και τον αριθμό τηλεφώνου του Ενάγοντα», θέση η οποία, σε συνδυασμό με την αναφορά του στο Τεκμήριο 5, δεν συνάδει με την εκδοχή που παρέθεσε στο Δικαστήριο. Ούτε στο Τεκμήριο 5 αλλά ούτε και στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Ενάγοντα. Παρατηρώ, επίσης, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί από τον ίδιο ούτε στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 3719/17 και άρα, προβλήθηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, χρόνια αργότερα από το συμβάν, προφανώς για να υποστηρίξει τη θέση του ότι ο Ενάγοντας τον κατήγγειλε ψευδός υποκινούμενος από φθόνο για την οικονομική του κατάσταση και για να του αποσπάσει χρήματα· θέση, η οποία, δύσκολα θα μπορούσε να γινόταν πιστευτή, εάν ο Ενάγοντας δεν γνώριζε τον Εναγόμενο προηγουμένως ώστε να γνωρίζει την οικονομική του κατάσταση. Περαιτέρω, όταν ο Εναγόμενος ρωτήθηκε για το αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης με αρ. 3719/17, η οποία κινήθηκε εναντίον του, απάντησε στο Δικαστήριο ότι, παρά το ότι ήταν παρών όταν απαγγέλθηκε η απόφαση στις 24/11/21, δεν θυμόταν εάν καταδικάστηκε ή όχι για τον αδίκημα της επίθεσης εναντίον του Ενάγοντα. Μάλιστα, ρωτήθηκε ξανά και η απάντησή του παρέμεινε η ίδια. Ήταν εμφανές από την αντίδρασή του στην ερώτηση της συνηγόρου του Ενάγοντα, την αμηχανία στο πρόσωπο του και το γεγονός ότι έστρεψε το βλέμμα προς το δικηγόρο του αναμένοντας, ενδεχομένως, κάποια υποδείξει για το πώς να απαντήσει, ότι η απάντησή του δεν ήταν ειλικρινής. Ανεξαρτήτως τούτου, αδυνατώ να πιστέψω ότι, στην απουσία κάποιας υποβόσκουσας ασθένειας, κάποιο πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει αναφορικά με το κατά πόσο διέπραξε ή όχι επίθεση εναντίον άλλου προσώπου, μπορεί να ξεχάσει εάν είχε καταδικαστεί περίπου 2 χρόνια προηγουμένως για το ίδιο αδίκημα εναντίον του ίδιου προσώπου από ποινικό Δικαστήριο. Είναι εμφανές ότι ο Εναγόμενος απέφυγε να παραδεχτεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχε καταδικαστεί για το ίδιο αδίκημα προηγουμένως, επειδή θεωρούσε ότι η εν λόγω καταδίκη θα λειτουργούσε εις βάρος του για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Αυτό, όμως, κατά την κρίση μου, αποκαλύπτει ότι ο Εναγόμενος ήταν διατεθειμένος και, μάλιστα τόλμησε, να παραποιήσει την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου, επειδή έκρινε ότι αυτή θα έβλαπτε την εκδοχή του ή τα συμφέροντά του. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, μάλιστα, ανέφερε ότι εάν ο Ενάγοντας ορκιζόταν ότι κράτησε το αυτοκίνητο που του δάνεισε ο Εναγόμενος μόνο για 3 ώρες και όχι για ένα μήνα, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, τότε θα παραδεχόταν ότι του επιτέθηκε. Όταν του υποδείχθηκε ότι ο Ενάγοντας είχε ήδη ορκιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου προηγουμένως για αυτό το πράγμα, απάντησε ότι δεν τον αρκούσε ο όρκος ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά θα έπρεπε ο Ενάγοντας να ορκιζόταν στα παιδιά του, εγείροντας, αυτομάτως, ερωτηματικά ως προς τη σημασία που αποδίδει ο ίδιος ο Εναγόμενος στον όρκο που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω, όμως, τα οποία κλονίζουν την αξιοπιστία του, η ίδια η εκδοχή του Εναγόμενου αποδοκιμάζεται και από την κοινή λογική: Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, έπειτα από τη σύγκρουση των οχημάτων, ο Ενάγοντας χωρίς καν να δει τον Εναγόμενο στη σκηνή και άρα χωρίς να γνωρίζει εάν ο Εναγόμενος ήταν καν στην περιοχή και εάν θα μπορούσε να τοποθετηθεί χρονικά στο μέρος εντός των λεπτών που πέρασαν μέχρι να πάει στο νοσοκομείο, σκαρφίστηκε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα μια ψευδή ιστορία που ενέπλεκε τον Εναγόμενο, την αφηγήθηκε αμέσως στους ΜΕ3 και ΜΕ4 καθώς και στο τμήμα πρώτων βοηθειών του νοσοκομείο (ως ανέφερε ο ΜΕ6), δεν απείλησε τον Εναγόμενο ότι θα προχωρούσε σε ψευδή καταγγελία εναντίον του εντός των ημερών που μεσολάβησαν μεταξύ του ατυχήματος και της καταγγελίας στην αστυνομία, δεν του ζήτησε ευθαρσώς την καταβολή χρημάτων ή άλλης βοήθειας υπό τέτοια απειλή (αναμένοντας ότι θα το έπραττε από μόνος του;) και αποφάσισε εν τέλει να καταγγείλει ψευδώς τον Εναγόμενο κάποιες μέρες αργότερα, στις 21/10/
  3. Είναι εμφανές ότι εάν η εκδοχή του Εναγόμενου ευσταθούσε, τότε ο Ενάγοντας θα απειλούσε τον Εναγόμενο για την πρόθεσή του να τον καταγγείλει στην αστυνομία για επίθεση, πριν προβεί στην καταγγελία του, ζητώντας του την καταβολή χρημάτων ή κάποιου άλλου πράγματος, αφού διαφορετικά δεν θα υπήρχε κάποιος λόγος ή όφελος για τον Ενάγοντα να προβεί σε ψευδή καταγγελία. Εάν υπήρχαν τέτοιες απειλές, ο Εναγόμενος σίγουρα θα τις ανέφερε στο Δικαστήριο ή στην αστυνομία και δεν θα παρουσίαζε μια εκδοχή, βάσει της οποίας, χωρίς να είχε αναφερθεί οτιδήποτε περί επίθεσης προηγουμένως, έλαβε γνώση για την καταγγελία εναντίον του όταν ενημερώθηκε από την αστυνομία. Επίσης, εάν ο Εναγόμενος δεν είχε επιτεθεί στον Ενάγοντα και άρα δεν υπήρχε ο φόβος ότι θα τον κατήγγελλε στην αστυνομία, διερωτάται κανείς για ποιο λόγο, την επόμενη μέρα, η σύζυγός του Εναγόμενου προθυμοποιήθηκε να συνοδεύσει τόσο τη σύζυγο του Ενάγοντα όσο και τον ίδιο τον Ενάγοντα σε ιατρούς και μάλιστα συμφώνησε να καταβάλει και το κόστος της ιατρικής εξέτασής τους. Για τους πιο πάνω λόγους, αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του Εναγόμενου με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και άρα η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη. Ευρήματα Λαμβάνοντας υπόψη το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου ως έχει αξιολογηθεί πιο πάνω, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα: - Στις 14/10/15, καθώς ο Ενάγοντας ήταν σκυμμένος στο αυτοκίνητό του ψάχνοντας κάποια έγγραφα, ο Εναγόμενος έδωσε μια ή δύο γροθιές ή κλοτσιές στην πλάτη του Ενάγοντα. Όταν ο Ενάγοντας γύρισε για να δει ποιος τον κτύπησε, δέχθηκε ακόμη μια γροθιά στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το αριστερό του μάτι στη γωνιά της πόρτας του αυτοκινήτου. Αμέσως, δέχτηκε ακόμη μια γροθιά στη μύτη με αποτέλεσμα να αιμορραγήσει η μύτη του. - Ο Ενάγοντας υπέστη θλαστικό τραύμα αριστερού βλεφάρου και ρινός καθώς και κάκωση ρινός. Του χορηγήθηκε από οφθαλμίατρο κάποια αλοιφή για το μώλωπα στο φρύδι του ματιού. - Λόγω του ότι η επίθεση διαπράχθηκε μπροστά από κόσμο που μαζεύτηκε στο σημείο, καθώς και του γεγονότος ότι η σύζυγός του Ενάγοντα βρισκόταν εκεί (παρότι δεν είδε η ίδια την επίθεση να διαδραματίζεται μπροστά της), ο Ενάγοντας ένιωσε φόβο και προσβολή της προσωπικότητά και της αξιοπρέπειας του. Στο φόβο και την προσβολή που ένιωσε ο Ενάγοντας συντέλεσε και το γεγονός ότι η επίθεση έγινε εντελώς απρόκλητα και σε χρόνο όπου ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να αντιδράσει καθότι βιαζόταν να μεταφέρει τη σύζυγό του, την οποία θεωρούσε έγκυο, στο νοσοκομείο. - Ο λόγος για τον οποίο ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να εργαστεί για 9 μέρες έπειτα από το συμβάν οφείλεται στο ότι, λόγω του τροχαίου, δεν είχε όχημα για να μεταβαίνει στην εργασία του και όχι λόγω των τραυμάτων που είχε υποστεί από την επίθεση. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), το αστικό αδίκημα της επίθεσης συνιστάται, μεταξύ άλλων, στην εκ προθέσεως χρήση βίας κατά άλλου προσώπου, είτε με κτύπημα, επαφή ή άλλως πως, χωρίς τη συναίνεση του προσώπου αυτού. Η βία μπορεί να ασκηθεί, είτε κατευθείαν από το σώμα του παραβάτη (π.χ. με γροθιά), είτε διά μέσου κάποιου οργάνου, το οποίο ελέγχεται από τις πράξεις του. Ένας διάδικος θεωρείται ότι είχε την «πρόθεση» χρήσης βίας, αν αυτό που απορρέει από την πράξη του είναι η αναγκαία ή φυσική συνέπεια αυτού που πράττει. Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον μου, καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί η διάπραξη του αστικού αδικήματος της επίθεσης που προνοείται στο άρθρου 26 του Κεφ. 148 από τον Εναγόμενο εναντίον του Ενάγοντα. Αποζημιώσεις Με την Έκθεση Απαίτησης του, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των Ευρώ 660 ως ειδικές αποζημιώσεις (ιατρικά έξοδα και απώλεια ημερομισθίων), γενικές αποζημιώσεις καθώς και παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κεφ. 148, οποιοδήποτε πρόσωπo, πoυ υφίσταται βλάβη ή ζημιά λόγω αστικoύ αδικήματoς δικαιoύται vα αvαζητήσει από τo πρόσωπo τo oπoίo διέπραξε ή ευθύvεται για τo αστικό αυτό αδίκημα τις θεραπείες τις oπoίες τo δικαστήριo έχει εξoυσία vα χoρηγήσει. Η αρχή που διέπει τον υπολογισμό αποζημιώσεων σε περιπτώσεις διάπραξης αστικών αδικημάτων είναι η αρχή της αποκατάστασης βάσει της οποίας, το θύμα θα πρέπει να τεθεί στη θέση που θα βρισκόταν εάν δεν διαπραττόταν το εν λόγω αστικό αδίκημα (βλ. Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65). Ζημιές που ήδη αποκρυσταλλώθηκαν και μπορούν να υπολογιστούν αριθμητικά επιδικάζονται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Ανδρέας Σπύρου v. Άριστου Χ"Χαραλάμπους
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 298.). Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη ο Ενάγοντας και οι οποίες αξιώνονται ως ειδικές αποζημιώσεις δεν έχουν αποδειχτεί και επομένως το Δικαστήριο δεν θα αποδώσει τη συγκεκριμένη θεραπεία. Μελλοντικές απώλειες και δαπάνες, καθώς και αποζημίωση για πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια προσωπικής άνεσης επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις (βλ. POLYCARPOU ν. ADAMOU
(1988)1 CLR 727). Οι επιδικαζόμενες αποζημιώσεις θα πρέπει να είναι εύλογες και δίκαιες λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Όταν τα τραύματα είναι ασήμαντα και αποθεραπεύτηκαν χωρίς να καταλείπουν οποιαδήποτε μόνιμη ανικανότητα, η αποζημίωση επιδικάζεται κυρίως μόνο για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη το θύμα, οπότε εκείνο που λαμβάνεται υπόψη είναι η ένταση του πόνου και η διάρκεια της ταλαιπωρίας, στο βαθμό που αυτά, βεβαίως, μπορούν να υπολογιστούν σε χρήμα. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων και έχει τονιστεί η ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη, τη συνεχή μείωση της αξίας του χρήματος. Από την άλλη, η ατέλεια του χρήματος ως μέσον για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (βλ. Χαριλάου Χάρης ν. Νίκου Νικολάου
(2003)1 ΑΑΔ 1460). Εκεί όπου υπάρχει πλήγμα στην αξιοπρέπεια, τα αισθήματα και την τιμή του θύματος, το Δικαστήριο δύναται να επιδικάσει, πέραν των γενικών αποζημιώσεων, και επαυξημένες αποζημιώσεις (aggravated damages). Διευκρινίζεται ότι οι επαυξημένες αποζημιώσεις διακρίνονται από τις παραδειγματικές (exemplary) αποζημιώσεις, οι οποίες δεν έχουν αντισταθμιστικό χαρακτήρα και οι οποίες επιδικάζονται για άδικη πράξη η οποία είναι αξιόμεπτη και χρίζει τιμωρίας από Δικαστήριο αστικής δικαιοδοσίας. Τέτοια είναι η πράξη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος (βλ. Adrian Holdings Ltd. v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1836, Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254). Εν προκειμένω, ο Ενάγοντας υπέστη θλαστικό τραύμα αριστερού βλεφάρου και ρινός καθώς και κάκωση ρινός. Τα εν λόγω τραύματα δεν θεωρήθηκαν σοβαρής μορφής, εξ' ου και δεν χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο έπειτα από το συμβάν ενώ την επόμενη μέρα του χορηγήθηκε κάποια αλοιφή από την οφθαλμίατρο για τον μώλωπα στο αριστερό βλέφαρο, χωρίς να χρειάζεται κάποια άλλη ειδική ιατρική περίθαλψη. Δεν δόθηκε κάποια μαρτυρία ως προς τυχόν απώλεια δέρματος ή μόλυνσης ή ανάγκη συρραφής του δέρματος ή οποιαδήποτε διαταραχή της λειτουργικότητας του βλεφάρου ή της μύτης ή άλλο κατάλοιπο. Εντούτοις, ως είναι φυσικό, ο Ενάγοντας υπέστη πόνο και ταλαιπωρία, τόσο από τα κτυπήματα καθαυτά όσο και από τα τραύματα τα οποία προκλήθηκαν. Παράλληλα, ο Ενάγοντας ένιωσε φόβο και προσβολή της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειάς του καθότι η επίθεση έλαβε χώρα μπροστά από αρκετό κόσμο, εντελώς απρόκλητα και σε χρόνο που ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιδράσει καθότι ανησυχούσε για την υγεία της συζύγου του, την οποία θεωρούσε έγκυο και βιαζόταν να τη μεταφέρει στο νοσοκομείο. Χρήσιμος οδηγός στον υπολογισμό του ποσού των αποζημιώσεων μπορεί να αποτελέσει η υφιστάμενη νομολογία, η οποία όμως δεν δεσμεύει το Δικαστήριο ως προς αυτό το σημείο. Στην Αντωνίου ν. Σαββίδου, Αγωγή αρ. 2119/2009, 04.03.2015, το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €2.000,00 υπέρ του εκεί ενάγοντα ο οποίος υπέστη θλάση αυχένα χωρίς οποιαδήποτε παθολογικά κατάλοιπα. Στην υπόθεση Δ. Μ. ν. Σ. Σ., Αγωγή αρ. 890/2016, 19/8/2022, το Δικαστήριο επιδίκασε ποσό ύψους €2.500,00 σε ενάγοντα ο οποίος διαγνώστηκε με κάκωση δεξιού ώμου και δεξιάς ποδοκνημικής και κεφαλής και υπέφερε από άλγος χωρίς οποιαδήποτε κατάλοιπα εις βάθος χρόνου και στον οποίο συνταγογραφήθηκαν παυσίπονα και ανάπαυση. Στην απόφαση ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΤΤΗ, Αγωγή Αρ. 3290/09, 7/3/2018, ο ενάγοντας κτυπήθηκε στο κεφάλι και έφερε ερυθρότητα στην αριστερή παρεία του προσώπου προκαλώντας του περιορισμένης διάρκειας ζαλάδα και αποπροσανατολισμό καθώς και αίσθημα προσβολής της αξιοπρέπειάς του. Το Δικαστήριο επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους €2.500,00. Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη τη σχετική επί του θέματος νομολογία, τη φύση και το βαθμό σοβαρότητας των τραυμάτων που υπέστη ο Ενάγοντας, καθώς και των αισθημάτων φόβου και προσβολής που ο ίδιος ένιωσε λόγω της επίθεσης, καταλήγω ότι για σκοπούς αποκατάστασης, το ποσό των €1.800 είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ενόψει του ότι στον Εναγόμενο επιβλήθηκε ήδη ποινή για τη διάπραξη του αδικήματος που εξετάζεται και στην παρούσα υπόθεση αλλά και λόγω του ότι δεν διαπιστώνω εν προκειμένω τα έντονα στοιχεία αλαζονείας ή πρόθεσης για ταπείνωση του θύματος που περιγράφονται στην σχετική επί του θέματος νομολογία, δεν κρίνω ορθό να επιδικάσω επιπρόσθετα παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον του Εναγόμενου. Αναφορικά με τον τόκο που επιδικάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων, ως αναφέρθηκε στην απόφαση Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475 υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση αλλά δεν το έκαμε. Λέχθηκε ότι ο χρόνος αυτός θα μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι η ημέρα αποστολής επιστολής πριν από την έγερση αγωγής ή το αργότερο η ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στον εναγόμενο. Ως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 09/11/2015 και επομένως κρίνω δίκαιο όπως το ποσό των αποζημιώσεων φέρει τόκο από αυτή την ημερομηνία. Κατάληξη Ενόψει των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.800, πλέον νόμιμο τόκο από 09/11/2015 μέχρι τελικής εξόφλησης, πλέον τα έξοδα της αγωγής ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...... Θ. Συμεωνίδης, προσ. Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.