Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων ν. AZ, Αγωγή αρ. 1205/2019, 25/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1205/2019 Μεταξύ: Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων, από τη Λευκωσία Εναγόντων Και AZ, από την Πάφο Εναγόμενου Ημερομηνία:25/04/23 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Αχιλλίνα Γ. Χατζηκυριάκου για Μάριος Χαρτσιώτης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ.κ. Κώστας Σατολιάς Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Έγγραφες προτάσεις Οι Ενάγοντες («Ταμείο Ασφαλιστών») είναι ασφαλιστική εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία βάσει σύμβασης που έχει συνομολογηθεί με τον Υπουργό Οικονομικών ημερομηνίας 29/10/2007, ως έχει τροποποιηθεί (η «Βασική Συμφωνία») και ως προνοείται στον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (96(I)/2000) (εφεξής ο «Νόμος») έχει αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλλει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αποζημιώσεις προς πρόσωπα που έχουν υποστεί βλάβη, συμπεριλαμβανομένης και σωματικής βλάβης, ως αποτέλεσμα ευθύνης οδηγών οχημάτων οι οποίοι δεν διαθέτουν την απαραίτητη ασφαλιστική κάλυψη. Με την παρούσα Αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον του Εναγόμενου, οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής Ε [•] για ποσό ύψους Ευρώ 2.769,65, το οποίο οι Ενάγοντες κατέβαλαν προς τον ιδιοκτήτη και την οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής Κ [•] αποζημιώνοντάς τους για ζημιές που προκλήθηκαν ένεκα τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο Εναγόμενος, ο οποίος κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα δεν διέθετε την εκ του νόμου απαραίτητη ασφαλιστική κάλυψη. Στην Έκθεση Απαίτησής τους οι Ενάγοντες περιγράφουν τον τρόπο που κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα μεταξύ της οδηγού του οχήματος με αρ. K [•] και του Εναγόμενου, αναφέρουν ότι βάσει των προνοιών του Νόμου είχε υποβληθεί σε αυτούς απαίτηση για καταβολή ποσού προς τον ιδιοκτήτη και την οδηγό του οχήματος καθότι ο Εναγόμενος δεν διέθετε ασφαλιστική κάλυψη, ότι οι ίδιοι επιχείρησαν επανειλημμένα να ενημερώσουν τον Εναγόμενο ως προς την πρόθεσή τους να καταβάλουν το ποσό των Ευρώ 2.769,65 προς τους ζημιωθέντες, ότι εν τέλει κατέβαλαν το πιο πάνω ποσό ως πλήρη και τελική εξόφληση κάθε απαίτησης που η οδηγός και ο ιδιοκτήτης του οχήματος θα είχαν εναντίον του Εναγόμενου και ότι οι πρώτοι εκχώρησαν οποιοδήποτε δικαίωμά τους εναντίον του Εναγόμενου για επανάκτηση του πιο πάνω ποσού προς όφελος των Εναγόντων. Συνεπώς, αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον του Εναγόμενου στο ύψος του ποσού που οι ίδιοι έχουν καταβάλει στον οδηγό και ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. K [•]. Με την Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα δεν διέθετε την απαιτούμενη ασφαλιστική κάλυψη καθότι δεν ανανέωσε την ασφάλειά του έγκαιρα. Ισχυρίζεται ότι για το ατύχημα δεν ευθύνεται ο ίδιος αλλά η οδηγός του οχήματος με αρ. K [•] η οποία οδηγούσε αμελώς και αναφέρει ότι αφού δεν ευθυνόταν ο ίδιος για τη σύγκρουση, έφυγε από το σημείο ώστε να παρευρεθεί στο χώρο εργασίας του. Αμφισβητεί, επίσης, τον ισχυρισμό ότι η οδηγός υπέστη σωματική βλάβη ένεκα του ατυχήματος. Αρνείται ότι οι Ενάγοντες του είχαν στείλει οποιεσδήποτε επιστολές για να τον ενημερώσουν για την πρόθεσή τους να καταβάλουν χρηματικό ποσό προς την οδηγό και ιδιοκτήτη του άλλου οχήματος αλλά παραδέχεται ότι δέχτηκε τηλεφώνημα από τους Ενάγοντες, λόγω όμως του ότι ο ίδιος δεν μιλά ελληνικά δεν αντιλήφθηκε για τί επρόκειτο. Θεωρεί ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν στην καταβολή του αξιούμενου ποσού χωρίς να προχωρήσουν στη δέουσα έρευνα και χωρίς προηγουμένως να λάβουν πληροφορίες και από τον ίδιο, ως εμπλεκόμενο μέρος στο τροχαίο και αρνείται ότι έχει υποχρέωση να καταβάλει σε αυτούς το αξιούμενο ποσό. Μαρτυρία Δυνάμει της Δ.30 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η ακρόαση της αγωγής έλαβε χώρα στη βάση έγγραφης μαρτυρίας που καταχώρησαν οι διάδικοι. Προς υποστήριξη της θέσης των Εναγόντων καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση από τον κ. Κυριάκου, διευθυντή του τμήματος απαιτήσεων των Εναγόντων ημερομηνίας 23/06/2022 ενώ προς υποστήριξη της πλευράς του Εναγόμενου καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον Εναγόμενο ημερομηνίας 17/03/2023 στην Αραβική γλώσσα συνοδευόμενη με ορκωτή μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα. Εκδοχή Εναγόντων Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Πέτρος Κυριάκου, διευθυντής του Τμήματος Απαιτήσεων των Εναγόντων, αναφέρει ότι την 21/12/2017 ενώ το όχημα με αρ. εγγραφής K [•], ιδιοκτησίας του Ρ.Μ., που κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από τη Γ.Μ. κινείτο επί της λεωφόρου Μεσόγης, στην Πάφο με κατεύθυνση προς την Τσάδα, σε κάποιο σημείο επιχείρησε να κινηθεί αριστερά της πορείας του με σκοπό να σταματήσει και να ακινητοποιηθεί επί του αριστερού παράπλευρου δρόμου της εν λόγω λεωφόρου. Παράλληλα, ο Εναγόμενος ο οποίος προηγουμένως είχε σταθμεύσει και ακινητοποιήσει το όχημά του με αρ. εγγραφής Ε [•] επί του εν λόγω παράπλευρου δρόμου, εντελώς απότομα και παράνομα και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει εάν ήταν ασφαλές να το πράξει, εκκίνησε το όχημά του προκειμένου να εισέλθει εντός του κύριου δρόμου με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οχήματος με αρ. εγγραφής K [•] και να συγκρουστεί με την αριστερή πλευρά του εν λόγω οχήματος. Ως αναφέρει ο ομνύον, τα πιο πάνω περιστατικά προκύπτουν από το Έντυπο Απαίτησης που συμπλήρωσε η οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής K [•], κα. Γ.Μ., και το οποίο υπέβαλε στο Ταμείο Ασφαλιστών για σκοπούς καταβολής αποζημίωσης. Παρά το ότι στο Τεκμήριο 2 η κα. Γ.Μ. αναφέρει ότι στο μέρος ήρθε η τροχαία Πάφου και ανέλαβε να διερευνήσει το τροχαίο, εντούτοις στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης ο ομνύον καταθέτει ότι στη σκηνή του ατυχήματος δεν παρουσιάστηκε η Αστυνομία. Ως Τεκμήριο 3 επισυνάπτεται έγγραφο με χειρόγραφες σημειώσεις κάποιου λειτουργού των Εναγόντων ο οποίος φαίνεται να αναπαράγει την περιγραφή του ατυχήματος, η οποία περιέχεται στο Τεκμήριο
- Δεν διευκρινίζεται ποιο πρόσωπο κατέγραψε την εν λόγω περιγραφή, ούτε ποια η πηγή γνώσης του. Ο ομνύον αναφέρει, επίσης, ότι λόγω του τροχαίου ατυχήματος, το όχημα με αρ. εγγραφής K [•] υπέστη υλικές ζημιές. Οι ζημιές του οχήματος επιθεωρήθηκαν από την εταιρεία εκτιμητών ζημιών και συμβούλων ασφαλιστικών απαιτήσεων G. HILARION CONSULTANT, οι οποίοι εκτίμησαν το κόστος επιδιόρθωσης του εν λόγω οχήματος στα Ευρώ 1.469,
- Ακολούθως, το όχημα επιδιορθώθηκε από την εταιρεία Σ.ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ σύμφωνα με το ποσό της εκτίμησης, δηλαδή το ποσό των Ευρώ 1.469,
- Ο ομνύον επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4 έκθεση εκτίμησης ζημιών ημερ. 14/02/2018 από την εταιρεία G. HILARION CONSULTANT στην οποία επισυνάπτεται και φωτογραφικό υλικό. Από της φωτογραφίες προκύπτει ότι το όχημα με αρ. εγγραφής K [•] φέρει βαθούλωμα στην αριστερή του πλευρά, στο σημείο όπου βρίσκεται η πόρτα του συνοδηγού και γδάρσιμο από το εν λόγω σημείο μέχρι τον αριστερό πίσω τροχό του αυτοκινήτου. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 τιμολόγιο ημερομηνίας 15/05/18 από την εταιρεία Σ.ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ αναφορικά με την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου για το ποσό των Ευρώ 1.469,
- Ο κ. Κυριάκου κατέθεσε, επίσης, ότι η κα. Γ.Μ. τραυματίστηκε από το τροχαίο. Παραπέμπει το Δικαστήριο στο Τεκμήριο 2 (έντυπο απαίτησης). Παρατηρώ ότι στο σημείο αρ. 6 του εντύπου απαίτησης όπου ο απαιτητής καλείται να περιγράψει τυχόν τραυματισμούς που υπέστη ένεκα του ατυχήματος, η κα. Γ.Μ. ανέφερε απλά ότι υπήρξαν τραυματισμοί χωρίς να περιγράφει τα τραύματα που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Επισυνάπτεται, επίσης, ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο ιατρικής γνωμάτευσης ημερ. 04/01/2018 του ιατρού Ορθοπεδικού- Τραυματολόγου Δρ. Χ.Φ.. Στη γνωμάτευσή του ο δρ. Φ. αναφέρει ότι εξέτασε και παρακολουθούσε την κα. Γ.Μ. από τις 21/12/2017 και ότι συνεπεία του ατυχήματος, υπέστη βαριά κάκωση οσφύος, παρουσίαζε δυσκαμψία και περιορισμό στις κινήσεις της, θυλακοσυνδεσμική κάκωση με έντονους μυϊκούς σπασμούς και τις δόθηκαν οδηγίες για αποθεραπεία. Τα ιατρικά έξοδα για την εξέταση ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ
- Κατά το χρόνο που συνέβη το ατύχημα, το όχημα του Εναγόμενου δεν καλυπτόταν από ασφαλιστήριο. Ακολουθώντας τις πρόνοιες του Νόμου και της Βασικής Συμφωνίας (που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7), οι Ενάγοντες προχώρησαν στην καταβολή προς τον ιδιοκτήτη και την οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής K [•] του συνολικού ποσού των Ευρώ 2.769,
- Αυτό αντιστοιχεί σε ποσό Ευρώ 1.469,65 για υλικές ζημιές που υπέστη το όχημα λόγω του ατυχήματος και του ποσού των Ευρώ 1.300 για σωματικές βλάβες που υπέστη η οδηγός. Ο ιδιοκτήτης και η οδηγός του οχήματος έλαβαν το πιο πάνω ως πλήρη εξόφληση κάθε απαίτησής τους σε σχέση με το ατύχημα και εκχώρησαν προς τους Ενάγοντες όλα τα δικαιώματά τους εναντίον οποιουδήποτε υπεύθυνου προσώπου (βλ. Τεκμήριο 10). Ο ομνύον καταθέτει, επίσης, ότι πριν την καταβολή της αποζημίωσης, οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο συστημένη επιστολή ημερομηνίας 09/03/23 στην αγγλική γλώσσα ενημερώνοντας τον ότι έχει υποβληθεί απαίτηση για καταβολή αποζημίωσης και τον καλούσαν όπως επικοινωνήσει με τους Ενάγοντες το συντομότερο δυνατό. Διευκρίνιζαν, επίσης, ότι η απάντησή του στην εν λόγω επιστολή δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τη θέση του με οποιοδήποτε τρόπο (Τεκμήριο 8). Περαιτέρω, οι Ενάγοντες απέστειλαν δεύτερη συστημένη επιστολή προς τον Εναγόμενο στις 30/05/2018 ενημερώνοντάς τον ότι προτίθενται να καταβάλουν το ποσό των Ευρώ 2.969,65 προς τους απαιτητές και ότι εάν αυτός δεν επικοινωνούσε μαζί τους, τότε θα προχωρούσαν στην καταχώρηση αγωγής εναντίον του για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού (Τεκμήριο 9). Λόγω του ότι δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση από τον Εναγόμενο, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην καταβολή της αποζημίωσης προς τους απαιτητές και στις 26/06/2018 με τρίτη επιστολή τον ενημέρωσαν ότι το ποσό καταβλήθηκε και τον καλούσαν εκ νέου να επικοινωνήσει μαζί τους για να εξεταστεί το ενδεχόμενο διευθέτησης, διαφορετικά θα προχωρούσαν σε δικαστικά μέτρα εναντίον του (Τεκμήριο 11). Ο Εναγόμενος δεν απάντησε ούτε σε αυτή την επιστολή και έτσι οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Εκδοχή Εναγόμενου Με την ένορκη του δήλωση, ως έχει μεταφραστεί από το αραβικά στα ελληνικά, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι κατά τις 21/12/2017 ενεπλάκη στο τροχαίο ατύχημα και ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το όχημα δεν ήταν σφαλισμένο (αφού τελούσε υπό τη λανθασμένη εντύπωση ότι το ασφαλιστήριο δεν είχε ακόμη λήξει) αλλά αρνείται ότι ευθύνεται για την πρόκλησή του τροχαίου. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το όχημά του βρισκόταν νόμιμα σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης περιπτέρου που βρίσκεται στη λεωφόρο Μεσόγη και ο ίδιος βρισκόταν μέσα αναμένοντας κάποιο συνάδελφό του να εξέλθει από το περίπτερο. Κατά τη στιγμή που ο συνάδελφός του, φεύγοντας από το περίπτερο, ερχόταν προς το όχημα του, η οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής K [•], η οποία οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα με σκοπό να στρίψει αριστερά για να σταθμεύσει στο σημείο, καθώς έστριβε, ήρθε σε ελαφριά σύγκρουση με το σταθμευμένο του όχημα. Αφού αντιλήφθηκε τόσο από τη συμπεριφορά της οδηγού, όσο και από τη φύση της σύγκρουσης ότι δεν προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές στο όχημα αλλά ούτε και στην οδηγό και αφού θεωρούσε ότι δεν είχε ευθύνη ο ίδιος για το εν λόγω συμβάν, ο Εναγόμενος έφυγε από το σημείο ώστε να παρευρεθεί έγκαιρα στην εργασία του. Αμέσως μετά το πέρας της εργασία τους, μετέβηκε ο ίδιος κατά τις 14:00 της ίδιας μέρας στην Τροχαία Πάφου και ανέφερε το εν λόγω τροχαίο ατύχημα περιγράφοντας το τί είχε συμβεί. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν παρέλαβε ποτέ τις επιστολές, οι οποίες κατ' ισχυρισμό στάλθηκαν σε αυτόν από τους Ενάγοντες και ανέφερε ότι δέχθηκε κάποιο τηλεφώνημα από τους Ενάγοντες αλλά, λόγω του ότι δεν μιλά ελληνικά, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις προθέσεις των Εναγόντων και να εξηγήσει τη θέση του ως προς τις συνθήκες του συμβάντος. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι φέρει ευθύνη για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, ισχυρίζεται ότι λόγω της ελαφρότητας της σύγκρουσης των οχημάτων η οδηγός του άλλου οχήματος δεν υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη και ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν στην καταβολή του ποσού της αποζημίωσης των απαιτητών χωρίς να προβούν στη δέουσα έρευνα. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, Αστυνομική Έκθεση με αρ. 648/20 αναφορικά με το τροχαίο, από την οποία, προκύπτει ως ισχυρίζεται ότι η οδηγός δεν υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την ημερομηνία της ακρόασης, οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν για σκοπούς της ακρόασης της υπόθεσης. Έχω μελετήσει προσεκτικά την επιχειρηματολογία στην οποία έχουν προβεί οι δύο πλευρές μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων και την έχω λάβει υπόψη μου. Αξιολόγηση Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προβαίνει σε συγκεκριμένα ευρήματα αξιοπιστίας για το αν ο κάθε μάρτυρας, είπε ή όχι την αλήθεια (Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Κυριακίδης, ΠΕ 209/10, ημερ. 09/09/2015). Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης (Federal Bank of Lebanon (SAL) n Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422). Παρά το ότι, κατά την εκδίκαση αγωγών που εμπίπτουν στην κατηγορία «ταχείας εκδίκασης», οι μάρτυρες δεν καταθέτουν δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και άρα δεν δύναται να αξιολογηθεί η συμπεριφορά τους, ο τρόπος που απαντούν και η φυσικότητα των αντιδράσεών τους, η αξιολόγηση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται προσεγγίζεται με αναλογική προσαρμογή των επί του θέματος καθιερωμένων νομολογιακών αρχών. Η έγγραφη μαρτυρία συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων» χωρίς μικροσκοπική κρίση ή απομόνωση των ισχυρισμών των ενόρκως δηλούντων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που επισυνάπτονται. Αξιολογούνται, υπό το πρίσμα αυτό, το περιεχόμενο, η ποιότητα, η πειστικότητα, η σύγκριση κάποιας μαρτυρίας στην υπόθεση με την υπόλοιπη, η ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος κ.α. (βλ. ενδεικτικά Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476.). Σε υποθέσεις αστικής φύσεως, όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης βρίσκεται κατά κανόνα στους ώμους του ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για την αξίωσή του, προσάγοντας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία (βλ. ενδεικτικά Παπακόκκινου Βερεγγάρια Π. και άλλη ν. Δημήτρη Κυριακίδη
(2010)1 Α.Α.Δ. 789). Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη» αλλά το κατά πόσο, ο διάδικος ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μαρσέλ Μπούλος και Άλλοι ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Από τις έγγραφες προτάσεις καθώς και από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, προκύπτουν τα ακόλουθα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα: - Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής [ ] ήταν ο Εναγόμενος ενώ του οχήματος με αριθμούς εγγραφής [ ] ήταν η κα. Γ.Μ.. Ιδιοκτήτης του οχήματος K [•] ήταν ο κ. Ρ.Μ.. - Στις 21/12/2017, το όχημα του Εναγόμενου ήταν σταθμευμένο επί του παράπλευρου δρόμου της λεωφόρου Μεσόγης στην Πάφο, μπροστά από ένα περίπτερο. Το όχημα με αριθμούς εγγραφής K [•] πορευόταν επί της λεωφόρου με κατεύθυνση προς την Τσάδα και επιχειρώντας να στρίψει αριστερά σύμφωνα με την πορεία της για να εισέλθει και να σταθμεύσει επί του παράπλευρου δρόμου, συγκρούστηκε με το όχημα του Εναγόμενου. Αμφισβητείται το κατά πόσο κατά το χρόνο της σύγκρουσης το όχημα του Ενάγοντα παρέμεινε σταθμευμένο ή είχε εκκινήσει. - Κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος, το όχημα του Εναγόμενου δεν είχε ασφαλιστήριο σε ισχύ δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. - Η οδηγός του οχήματος υπέβαλε αίτημα προς τους Ενάγοντες για καταβολή αποζημιώσεων για τις υλικές βλάβες που υπέστη το όχημα και για σωματικές βλάβες που υπέστη η ίδια. Οι Ενάγοντες κατέβαλαν προς την οδηγό και τον ιδιοκτήτη του οχήματος με αριθμούς εγγραφής K [•] το συνολικό ποσό των Ευρώ 2.969,
- Στις 13/06/2018 τα πρόσωπα αυτά υπέγραψαν έγγραφο απόδειξης και απαλλαγής με το οποίο δήλωναν ότι αποδέχονται το πιο πάνω ποσό προς πλήρη και τελική εξόφληση κάθε απαίτησής τους σε σχέση με το επίδικο ατύχημα και ότι εκχωρούσαν προς όφελος των Εναγόντων οποιαδήποτε δικαιώματά τους για ανάκτηση του ποσού (right of recovery) εναντίον οποιουδήποτε υπεύθυνου προσώπου. - Εάν και αμφισβητείται το κατά πόσο στάλθηκαν επιστολές από του Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο με τις οποίες τον καλούσαν να επικοινωνήσει μαζί τους με σκοπό τη διευθέτηση του ζητήματος πριν την καταβολή του πιο πάνω ποσού προς τους ζημιωθέντες, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν επικοινώνησε με τους Ενάγοντες, δεν τοποθετήθηκε επί αυτού του θέματος και, εν πάση περιπτώσει δεν συγκατατέθηκε στην πληρωμή του εν λόγω ποσού. Αναφορικά με τη βλάβη που υπέστη το όχημα με αρ. εγγραφής K [•], οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει εκτίμηση για το κόστος επιδιόρθωσης ζημιών (Τεκμήριο 4) καθώς και το τιμολόγιο του συνεργείου το οποίο επιδιόρθωσε τις ζημιές (Τεκμήριο 5). Από τα δύο αυτά έγγραφα προκύπτει ότι το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 1.469,65, ποσό το οποίο αποδέχομαι. Δεν έχει προσκομιστεί, εξάλλου, κάποια άλλη μαρτυρία που να τείνει να αμφισβητήσει την ορθότητα του ποσού αυτού. Αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που υπέστη η οδηγός του οχήματος, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι λόγω της ελαφρότητας της σύγκρουσης των οχημάτων, δεν θεωρεί ότι η οδηγός υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Υποστηρίζει ότι η θέση της οδηγού ότι υπέστη σωματικές βλάβες από το ατύχημα, η οποία προωθείται μέσω των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή αποτελεί ψευδής και κατασκευασμένη εκδοχή των γεγονότων. Στην Ε/Δ Κυριάκου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 ιατρική έκθεση του Δρ. Χ.Φ. ο οποίος αναφέρει ότι παρακολουθούσε την κα. Γ.Μ. από τις 21/12/2017, περιγράφει τις σωματικές βλάβες που διέγνωσε καθώς και τις οδηγίες αποθεραπείας. Η έκθεση αυτή αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, η οποία όμως μπορεί να γίνει αποδεκτή βάσει του άρθρου 24 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Αν και θα ήταν εφικτό να είχε κληθεί ο ίδιος ο ιατρός να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε η ποιότητα της μαρτυρίας του να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, εντούτοις, εφόσον προσκομίζεται αντίγραφο της χειρόγραφης έκθεσης του, δεν τίθεται ζήτημα παραποίησης του περιεχομένου της δήλωσής του, ούτε διαπιστώνω, υπό τις περιστάσεις, την ύπαρξη κάποιου κίνητρου εκ μέρους του να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα ή να παραθέσει ψευδή στοιχεία. Παράλληλα, δεν έχει προσκομιστεί κάποια μαρτυρία από μέρους του Εναγόμενου που να τείνει να αποδείξει το αντίθετο, ενώ ο Εναγόμενος, ο οποίος αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ιατρικής έκθεσής, δεν ζήτησε την αντεξέτασή του ιατρού βάσει του άρθρου 26 του Κεφ. 9 για να κλονίσει την αξιοπιστία του και κατά συνέπεια την αξιοπιστία της εξ ακοής μαρτυρίας που έχει προσαχθεί. Συνεπώς, δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ και άρα αποδέχομαι, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 της Ε/Δ Κυριάκου ως αξιόπιστη μαρτυρία. Δεν μου διαφεύγει ότι στο σημείο 6 του Τεκμηρίου 2 της Ε/Δ Κυριάκου (αίτηση για καταβολή αποζημίωσης που υποβλήθηκε στο Ταμείο Ασφαλιστών από την οδηγό του οχήματος) το οποίο δεν φέρει ημερομηνία αλλά προφανώς συμπληρώθηκε έπειτα από τις 21/12/2017, η κα. Γ.Μ. ανέφερε μεν ότι υπέστη σωματικές βλάβες από το ατύχημα αλλά δεν περιέγραψε τις σωματικές βλάβες που είχε υποστεί (ως καλείτο να πράξει), ούτε συμπλήρωσε το όνομα και τη διεύθυνση του ιατρού ο οποίος την παρακολουθούσε από τις 21/12/2017, δηλαδή από την ημερομηνία του ατυχήματος. Δεν έχει ζητηθεί, όμως, η αντεξέταση της οδηγού από την πλευρά του Εναγόμενου ώστε να διευκρινιστούν οι λόγοι της παράληψής της να συμπληρώσει πλήρως το εν λόγω έντυπο και να συμπεριλάβει τις σχετικές πληροφορίες αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που υπέστη και οι οποίες ήταν εις γνώση της κατά το χρόνο συμπλήρωσης του εντύπου. Υπάρχει το ενδεχόμενο η οδηγός να αρκέστηκε στο να επισυνάψει στο έντυπο υποβολής της αίτησής της το ιατρικό πιστοποιητικό που είχε στην κατοχή της ή να το προσκόμισε σε άλλη ημερομηνία και για αυτό το λόγο να μην έκρινε αναγκαίο να συμπληρώσει το εν λόγω έντυπο εκείνη τη στιγμή. Συνεπώς, η παράληψη της να συμπληρώσει το συγκεκριμένο σημείο του εντύπου, πέραν από το να αναφέρει ότι υπέστη σωματικές βλάβες από το ατύχημα, δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε συμπέρασμα ότι η οδηγός δεν υπέστη τραυματισμό. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, ο Εναγόμενος επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση, την έκθεση της αστυνομίας όπου στο σημείο 5, δηλαδή στο σημείο όπου θα έπρεπε να αναφερθούν τα τραύματα που είχε υποστεί η οδηγός, δεν αναγράφεται οτιδήποτε. Και αυτή η έκθεση αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και μάλιστα άγνωστου βαθμού, αφού δεν διευκρινίζεται τί έλαβε υπόψη του ο αστυνόμος για να συμπληρώσει τα στοιχεία αυτά στην έκθεσή του, δηλαδή εάν αποτελούν γεγονότα τα οποία ο ίδιος διαπίστωσε από την παρουσία του στο σημείο της σύγκρουσης ή εάν πρόκειται για αναπαραγωγή του τί κατέθεσαν τα εμπλεκόμενα μέρη. Δεν μπορεί να γνωρίζει το Δικαστήριο κατά πόσο η οδηγός ανέφερε στον αστυνόμο ότι είχε υποστεί σωματικές βλάβες αλλά ο ίδιος αμέλησε να το καταγράψει στην έκθεσή του ή εάν δεν το ανέφερε, επειδή εκείνη τη στιγμή δεν ρωτήθηκε ή επειδή, λόγω της φύσης των τραυμάτων, αυτά δεν ήταν αισθητά αμέσως μετά από το ατύχημα. Δεν θεωρώ, δηλαδή, ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 της Ε/Δ Εναγόμενου, ως αυτό είναι συνταγμένο, αρκεί για να καταρρίψει τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι η οδηγός του οχήματος υπέστη σωματική βλάβη λόγω του τροχαίου ενόψει και του Τεκμηρίου 6 που αναφέρεται πιο πάνω. Καταλήγω, συνεπώς, σε εύρημα ότι η οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής K [•] υπέστη τις σωματικές βλάβες που καταγράφονται στο Τεκμήριο 6 ως αυτές έχουν διαγνωσθεί από τον ιατρό που την εξέτασε την ημέρα του τροχαίου ατυχήματος. Στρέφομαι, τώρα, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος: Ο κ. Κυριάκου, προς υποστήριξη της εκδοχής των Εναγόντων, ισχυρίζεται ότι το όχημα του Εναγόμενου καθώς ήταν σταθμευμένο στον παράπλευρο δρόμο της λεωφόρου Μεσόγη, εκκίνησε απότομα, χωρίς προηγουμένως ο Εναγόμενος να ελέγξει αν ήταν ασφαλές να το πράξει, με σκοπό να εισέλθει στη λεωφόρο, τη στιγμή που το άλλο όχημα, το οποίο κινείτο στη λεωφόρο, επιχειρούσε να εισέλθει στον παράπλευρο δρόμο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτό. Βεβαίως, ο ίδιος ο ενόρκως δηλών δεν βρισκόταν εκείνο το χρόνο στο σημείο που έλαβε χώρα το τροχαίο και άρα δεν είναι σε θέση να μαρτυρήσει πρωτογενώς για το τί είχε συμβεί. Ο ίδιος, ως αναφέρει, έλαβε πληροφορίες από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης που διατηρούν οι Ενάγοντες. Παραπέμπει, μάλιστα στο Τεκμήριο 2 (έντυπο υποβολής αίτησης για καταβολή αποζημιώσεων από το Ταμείο Ασφαλιστών), το οποίο υπογράφεται από την κα. Γ.Μ. και στο οποίο η κα. Γ.Μ. καταγράφει τις συνθήκες του τροχαίου στο σημείο αρ. 9 υπό τον τίτλο «Περιγραφή του ατυχήματος». Η μαρτυρία του κ. Κυριάκου, λοιπόν, αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, η οποία φαίνεται να πηγάζει από την εν λόγω δήλωση της κα. Γ.Μ.. Για σκοπούς αξιολόγησης της εν λόγω μαρτυρίας (βλ. Άρθρο 27 του Κεφ. 6), λαμβάνω υπόψη ότι η ίδια η κα. Γ.Μ. δεν κλήθηκε να προσέλθει στο Δικαστήριο για να καταθέσει ενόρκως τα όσα ανέφερε στο Τεκμήριο 2 (μέσω ξεχωριστής ένορκης δήλωσης), παρά το ότι δεν έχει υποδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο δεν έπραξε κάτι τέτοιο, με όποιες συνέπειες θα είχε αυτό εάν διαφαίνετο ότι η περιγραφή της ήταν ψευδής. Επίσης, δεν μπορώ να αγνοήσω ότι η κα. Γ.Μ. έκανε αυτή τη δήλωση στο πλαίσιο αίτησής της προς το Ταμείο Ασφαλιστών για να της καταβληθούν αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη λόγω του τροχαίου και, προφανώς, είχε κάθε κίνητρο να ισχυριστεί ότι το τροχαίο επεσυνέβη όχι λόγω δικής της υπαιτιότητας αλλά λόγω της αμελούς οδήγησης του άλλου οδηγού, διαφορετικά, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα λάμβανε τις αιτούμενες αποζημιώσεις από το Ταμείο Ασφαλιστών. Για τους λόγους αυτούς, δεν μπορώ να αποδώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στη μαρτυρία που προσφέρεται από τον κ. Κυριάκου ως προς τις συνθήκες του τροχαίου. Καμία άλλη μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί από τους Ενάγοντες αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Από την πλευρά του ο Εναγόμενος, ο οποίος ήταν παρών στο ατύχημα, ορκίζεται με θετικό τρόπο στην ένορκη του δήλωση ότι το όχημά του παρέμεινε σταθμευμένο και δεν βρισκόταν σε εκκίνηση κατά το χρόνο της σύγκρουσης, δηλαδή ότι η οδηγός του άλλου οχήματος στην προσπάθειά της να εισέλθει στον παράπλευρο δρόμο συγκρούστηκε με το δικό του χωρίς ο ίδιος να πράξει κάτι. Δεν αντεξετάστηκε ο Εναγόμενος επί του ισχυρισμού του αυτό από τους Ενάγοντες και άρα δεν κλονίστηκε η μαρτυρία που έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι στην αστυνομική έκθεση που επισυνάπτει ο ίδιος ο Εναγόμενος ως Τεκμήριο 1 με σκοπό να υποστηρίξει τη θέση του ότι η κα. Γ.Μ. δεν υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη από το ατύχημα, καταγράφεται στο σημείο αρ. 9 ότι, κατά το χρόνο της σύγκρουσης, το όχημα του Εναγόμενου «ήταν αρχικά σταθμευμένο και έκανε εκκίνηση με βόρεια κατεύθυνση». Επισυνάπτεται, επίσης, και σχετικό σχέδιο που ετοιμάστηκε από τον Αστυφύλακα αρ. 1169 το οποίο δείχνει με σχετικό βέλος το όχημα του Εναγόμενου σε κίνηση. Παράλληλα, στην Ε/Δ Κυριάκου αναφέρεται ότι η αστυνομία δεν παρουσιάστηκε στη σκηνή του ατυχήματος, ενός στο Τεκμήριο 2 της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρεται, από την κα. Γ.Μ., ότι «στο μέρος ήρθεν η τροχαία Πάφου και ανέλαβε τις διερευνήσεις του δυστυχήματος». Ο Εναγόμενος, επίσης, κατέθεσε ότι μετά από τη σύγκρουση, δεν παρέμεινε στο σημείο και αποχώρησε με σκοπό να πάει στην εργασία του αλλά ότι μετέβηκε στην Τροχαία Πάφου αργότερα και περιέγραψε το τί είχε συμβεί. Ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι ο αστυνόμος έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις όλων των εμπλεκομένων πριν καταλήξει στο συμπέρασμά του, εντούτοις, δεν διευκρινίζεται στην εν λόγω έκθεση τι είδους έρευνα έκανε, και, εάν υπήρχαν αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, γιατί επέλεξε την εκδοχή που προβάλλει η κα. Γ.Μ.. Δεν παρατίθενται, δηλαδή, στοιχεία που έλαβε υπόψη του ο αστυνόμος για να προχωρήσει σε αυτή την περιγραφή. Περαιτέρω, ο αστυνόμος που ετοίμασε την έκθεση δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει ενόρκως και να δώσει τις απαραίτητες διευκρινήσεις στο Δικαστήριο, απαντώντας ενδεχομένως στα πιο πάνω ερωτήματα. Εφόσον τα πιο πάνω ερωτήματα παρέμειναν αναπάντητα και λόγω του ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος ο αστυνόμος να αναπαρήγαγε στην έκθεσή του την εκδοχή που παρουσίασε σε αυτόν η κα. Γ.Μ., η οποία, σε αντίθεση με τον Εναγόμενο, παρέμεινε στη σκηνή του ατυχήματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει κάποια βαρύτητα στα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του Εναγόμενου, τα οποία δεν αποτελούν πρωτογενή μαρτυρία, ούτε προσκομίστηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους ως προς αυτό το σημείο. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι ούτε το φωτογραφικό υλικό που παρουσιάζει τις ζημιές του οχήματος με αρ. εγγραφής K [•] είναι διαφωτιστικό ως προς το επίδικο ζήτημα της ευθύνης για τη σύγκρουση. Περαιτέρω, δεν μπορεί να δοθεί καμία αποδεικτική βαρύτητα στο Τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται στην Ε/Δ Κυριάκου καθότι δεν διευκρινίζεται ποιος ετοίμασε τη συγκεκριμένη χειρόγραφη σημείωση, ούτε ποια η πηγή της γνώσης του ή τι έλαβε υπόψη του το συγκεκριμένο πρόσωπο για να καταλήξει σε αυτή την περιγραφή. Λαμβάνοντας υπόψη όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, τη φύση της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί από την πλευρά των Εναγόντων ως αυτή έχει αξιολογηθεί πιο πάνω και αντιπαραβάλλοντάς την με την πρωτογενή μαρτυρία του Εναγόμενου (ο οποίος δεν αντεξετάστηκε επί αυτού του σημείου), κρίνω ότι η μαρτυρία δεν αρκεί για να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές εύρημα ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης ο Εναγόμενος εκκίνησε το όχημά του, χωρίς πρώτα να βεβαιωθεί κατά πόσο το όχημα που οδηγούσε η κα. Γ.Μ. βρισκόταν σε κίνηση, έτοιμο να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στον παράπλευρο δρόμο της λεωφόρου. Εφόσον, εγείρονται αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και δεν έχει ζητηθεί από τους Ενάγοντες (οι οποίο φέρουν το βάρος απόδειξης) η αντεξέταση του Εναγόμενου ως προς αυτό το σημείο, καταλήγω ότι η εκδοχή των Εναγόντων ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και άρα δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αναφορικά με το κατά πόσο οι Ενάγοντες επικοινώνησαν με τον Εναγόμενο πριν από την καταβολή του ποσού των Ευρώ 2.969,65 προς τον ιδιοκτήτη και την οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής K [•], ο κ. Κυριάκου αναφέρει στο Δικαστήριο ότι στάλθηκαν δύο επιστολές από τους Ενάγοντες στη διεύθυνση διαμονής του Εναγόμενου, οι οποίες μάλιστα συντάχθηκαν στην αγγλική γλώσσα. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι έλαβε τις επιστολές αυτές. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 8 και
- Από το γραμμικό κώδικα και τη σφραγίδα που έχει τοποθετηθεί στο Τεκμήριο 8 προκύπτει ότι η επιστολή αυτή στάλθηκε διπλοσυστημένα (όπως και η επιστολή που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11 που στάλθηκε έπειτα από την καταβολή των χρημάτων). Στην επιστολή που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9 ελλείπει η σχετική σφραγίδα και ο γραμμικός κώδικας. Εντούτοις, ο κ. Κυριάκου αναφέρει ότι και αυτή η επιστολή στάλθηκε μέσω ταχυδρομείου. Ενόψει του ότι, ως διαφαίνεται, οι Ενάγοντες επιθυμούσαν να επικοινωνήσουν με τον Εναγόμενο και απέστειλαν ταχυδρομικώς τις επιστολές που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8 και 11, αποδέχομαι ότι και η επιστολή που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9 στάλθηκε μέσω ταχυδρομείου, ενδεχομένως, όμως, όχι διπλοσυστημένα. Εφαρμόζεται, λοιπόν, ο κανόνας απόδειξης που προνοεί ότι επιστολή που έχει ταχυδρομηθεί χωρίς να επιστραφεί στον αποστολέα, τεκμαίρεται ότι έχει παραδοθεί στον παραλήπτη (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1(Γ) ΑΑΔ 479). Αποδέχομαι, συνεπώς, παρά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου περί του αντιθέτου, ότι τα Τεκμήρια 8, 9 και 11 παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία αποστολής. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν απάντησε σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω επιστολές. Αποδέχομαι, επίσης, τη θέση του Εναγόμενου, η οποία δεν αντικρούεται από τη μαρτυρία των Εναγόντων ότι οι Ενάγοντες επιχείρησαν σε απροσδιόριστο χρόνο (ενδεχομένως και έπειτα από την καταβολή του χρηματικού ποσού προς τους ζημιωθέντες) να επικοινωνήσουν και τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο, αλλά ότι δεν κατέστη εφικτό να καταλήξουν σε κάποια συνεννόηση ως προς το ζήτημα για το οποίο τον καλούσαν, λόγω του ότι ο Εναγόμενος δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι παρά τις προσπάθειες των Εναγόντων, ο Εναγόμενος δεν επικοινώνησε με τους Ενάγοντες για σκοπούς διευθέτησης της διαφοράς, δεν τους προσκόμισε οποιεσδήποτε πληροφορίες ως προς τον τρόπο που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα, ουδέποτε ανέλαβε την ευθύνη του τροχαίου ατυχήματος, ούτε συγκατατέθηκε στην καταβολή του ποσού των Ευρώ 2.969,65 προς τους απαιτητές ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τις βλάβες που είχαν υποστεί. Νομική πτυχή Α. Αγώγιμο δικαίωμα του Ταμείου Ασφαλιστών δυνάμει υποκατάστασης (subrogation) Από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων αμφότερων των πλευρών, αλλά και από το περιεχόμενο των δικογράφων, προκύπτει κάποια σύγχυση ή τουλάχιστον, απόκλιση ως προς τη φύση του αγώγιμου δικαιώματος που δύνανται να προωθηθούν οι Ενάγοντες εναντίον του Εναγόμενου στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής. Συμπλέκονται ζητήματα που αφορούν την κατ' ισχυρισμό αμέλεια του Εναγόμενου κατά την οδήγηση του οχήματός του, ζητήματα που αφορούν το κατά πόσο οι Ενάγοντες είχαν προβεί στη δέουσα έρευνα προτού καταλήξουν στο ποσό που αποφάσισαν να καταβάλουν στους απαιτητές ενώ παράλληλα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, εφόσον το ποσό αυτό έχει καταβληθεί στους απαιτητές από τους Ενάγοντες, οι ίδιοι δικαιούνται βάσει του Νόμου και/ή της Βασικής Συμφωνίας αλλά και βάσει της δήλωσης εκχώρησης δικαιωμάτων που υπέγραψαν οι απαιτητές προς όφελος των Εναγόντων να «ανακτήσουν» από τον Εναγόμενο, το συγκεκριμένο ποσό που αποφάσισαν να καταβάλουν προς τους απαιτητές, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η αστική ευθύνη του Εναγόμενου σε σχέση με το τροχαίο ατύχημα. Η πλευρά των Εναγόντων χαρακτηρίζει την παρούσα αγωγή ως «αγωγή ανάκτησης», χωρίς, όμως, να γίνεται κάποια παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Σε αντίθεση με τη θέση που φαίνεται να προωθεί η πλευρά του Εναγόμενου, οι Ενάγοντες θεωρούν ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να προχωρήσει σε εξέταση των συνθηκών πρόκλησης του ατυχήματος και σε τυχόν καταμερισμό της ευθύνης των εμπλεκόμενων μερών. Ως αναφέρουν στις σελίδες 9 και 10 της γραπτής τους αγόρευσης: «η ευθύνη του ατυχήματος δεν τελεί υπό εξέταση ούτε από το παρόν Δικαστήριο αλλά ούτε και σε αυτή τη διαδικασία. Άλλωστε ο Νόμος και η Βασική Συμφωνία [..] δίδουν το δικαίωμα στους Ενάγοντες προτού προχωρήσουν με την καταβολή όποιου ποσού προς τους απαιτητές να αξιολογήσουν οι ίδιοι οι Ενάγοντες όλα τα γεγονότα της υπόθεσης συμπεριλαμβανομένου της ευθύνης του ατυχήματος καθώς και των αξιώσεων των απαιτητών στους οποίους εντός σύντομου χρονικού διαστήματος η Νομοθεσία επιβάλλει να παραθέσουν συγκεκριμένη προσφορά. [.] Οι Ενάγοντες δυνάμει του άρθρου 30 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000) με την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης είτε κατόπιν απόφασης είτε όχι, υποκαθίστανται στα δικαιώματα του προσώπου προς το οποίο κατέβαλε τέτοια αποζημίωση. Επίσης, σύμφωνα με το Μέρος Α της Βασικής Συμφωνίας για την ευθύνη των ανασφάλιστων οδηγών στην παράγραφο Α4, σημείο (ζ) εκχωρούνται προς το Ταμείο οι όποιες αποφάσεις και τα δικαιώματα των Εναγόντων (νοείται και των απαιτητών των οποίων οι αξιώσεις έχουν διευθετηθεί χωρίς να προχωρήσουν με την καταχώρηση αγωγής) και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα ανάκτησης των ποσών που κατέβαλαν προς τους απαιτητές (νοείται φυσικά είτε αυτοί έχουν καταστεί απαιτητές συνεπεία δικαστικής απόφασης είτε όχι». Φαίνεται να ισχυρίζονται ότι εφόσον, βάσει του άρθρου 30 του Νόμου καθώς και της παραγράφου Α4, σημείο (ζ) της Βασικής Συμφωνίας, οι Ενάγοντες υποκαθίστανται στα δικαιώματα των ζημιωθέντων, οι Ενάγοντες αποκτούν αυτόματα το δικαίωμα ανάκτησης του ποσού που κατέβαλαν στους απαιτητές έναντι του Εναγόμενου, χωρίς να χρειάζεται, αφενός, να υπεισέρθει το Δικαστήριο σε εξέταση των συνθηκών που οδήγησαν στο τροχαίο ατύχημα και στις ζημιές που υπέστησαν οι απαιτητές αλλά ούτε και η προηγούμενη αποδοχή ευθύνης από τον ανασφάλιστο οδηγό και η συγκατάθεση του ως προς το ύψος του ποσού που θα καταβληθεί προς τους ζημιωθέντες. Η εισήγηση των Εναγόντων δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όσον αφορά το κατά πόσο οι πρόνοιες της Βασικής Συμφωνίας μπορούν να αποτελέσουν αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου, ως προνοεί το άρθρο 28 του Νόμου, το Ταμείο Ασφαλιστών «δεσμεύεται» από τη Βασική Συμφωνία έναντι του Υπουργού Οικονομικών. Είναι εμφανές ότι η Βασική Συμφωνία, παρά το ότι αναφέρεται στο Νόμο, δεν αποτελεί νομοθέτημα, ούτε δημιουργεί νόμιμα δικαιώματα ή υποχρεώσεις στον ανασφάλιστο οδηγό, παρά μόνο δημιουργεί συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ των αντισυμβαλλόμενων μερών, δηλαδή του Ταμείου Ασφαλιστών και του Υπουργού Οικονομικών. Παράλληλα, ως έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΦΑΝΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 354/11, 17/5/2016, ECLI:CY:AD:2016:A242 υπέχει θέση συνυποσχετικού μεταξύ του Ταμείου Ασφαλιστών και του κάθε απαιτητή, ως δικαιούχου της εν λόγω συμφωνίας. Είναι αποδεκτό ότι, ως αναφέρεται στο άρθρο 29 του Νόμου, οι περιπτώσεις καταβολής αποζημίωσης από το Ταμείο Ασφαλιστών προς τρίτα πρόσωπα, δυνάμει της Βασικής Συμφωνίας, περιλαμβάνουν και τις απαιτήσεις σε σχέση με ευθύνη προσώπων που δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ασφαλιστική κάλυψη (όπως ο Εναγόμενος). Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου, η διαδικασία που ακολουθείται για την καταβολή αποζημίωσης από το Ταμείο Ασφαλιστών καθορίζεται στη Βασική Συμφωνία. Σχετικό είναι και το άρθρο 33 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι σε περίπτωση διαφοράς που εγείρεται μεταξύ οποιουδήποτε ζημιωθέντος και του Ταμείου Ασφαλιστών σε σχέση με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Βασικής Συμφωνίας, η διαφορά θα παραπέμπεται στον Υπουργό, ο οποίος αποφασίζει τελεσίδικα. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι η διαδικασία που ακολουθείται από τους απαιτητές ως προς την υποβολή αιτήματος για καταβολή αποζημιώσεων από το Ταμείο Ασφαλιστών, οι όροι που θέτει η Βασική Συμφωνία ως προϋπόθεση για την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών, οι έρευνες στις οποίες προβαίνει το Ταμείο Ασφαλιστών για να αποφασίσει κατά πόσο θα εγκρίνει ή όχι το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης καθώς και η ίδια η απόφαση στην οποία θα καταλήξει, ζητήματα που διέπονται κυρίως από τη Βασική Συμφωνία, δεν αφορούν το ανασφάλιστο πρόσωπο το οποίο κατ' ισχυρισμό ευθύνεται για το τροχαίο ατύχημα, ούτε αυτό φαίνεται να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να παρέμβει στη διαδικασία ή να ακουστεί ή να αμφισβητήσει την απόφαση του Ταμείου Ασφαλιστών για την καταβολή αποζημιώσεων. Ως εκ των πιο πάνω, κατά την κρίση μου, η παραπομπή των συνηγόρων των Εναγόντων στην παράγραφο Α4, σημείο (ζ) της Βασικής Συμφωνίας και η θέση ότι αυτή αποτελεί πρόνοια η οποία δεσμεύει τον εκάστοτε ανασφάλιστο οδηγό με οποιοδήποτε τρόπο σε σχέση με το Ταμείο Ασφαλιστών ή από την οποία απορρέουν νόμιμες υποχρεώσεις εις βάρος του είναι εσφαλμένη. Εξάλλου, από απλή ανάγνωση της πρόνοιας αυτής προκύπτει ότι το Ταμείο Ασφαλιστών δικαιούται να αρνηθεί την εξέταση αιτήματος για καταβολή αποζημιώσεων σε απαιτητή, σε περίπτωση που αυτός, εάν του ζητηθεί, δεν εκχωρήσει τα δικαιώματα που πηγάζουν από τυχόν δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί υπέρ του και εναντίον του υπεύθυνου για το ατύχημα (συμπεριλαμβανομένων και δικαιωμάτων λήψης εκτελεστικών μέτρων) και γενικότερα σε περίπτωση που δεν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διευκόλυνση του Ταμείου να ανακτήσει από τον εξ αποφάσεως χρεώστη το ποσό που κατέβαλε στον ενάγοντα. Δεν προνοεί η παράγραφος Α4, σημείο (ζ) της Βασικής Συμφωνίας ότι από τη στιγμή που το Ταμείο Ασφαλιστών καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς κάποιο απαιτητή, τότε δικαιούται, δίχως άλλο, να εγείρει αγωγή και να «ανακτήσει» το ποσό αυτό από το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό ευθύνεται για το ατύχημα· δημιουργεί, δηλαδή, δικαιώματα και υποχρεώσεις προς όφελος του Ταμείου Ασφαλιστών έναντι του εκάστοτε απαιτητή και όχι προς το υπεύθυνο για το ατύχημα πρόσωπο (εν προκειμένω, τον Εναγόμενο). Η όποια αξίωση του Ταμείου Ασφαλιστών να κινηθεί εναντίον του υπεύθυνου για το ατύχημα, δεν πηγάζει συνεπώς από τις πρόνοιες της Βασικής Συμφωνίας (οι οποίες δεν δεσμεύουν και άρα δεν αφορούν το υπεύθυνο για το ατύχημα πρόσωπο), αλλά από το άρθρο 30 του Νόμου. Τα άρθρο 30 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης, είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης είτε όχι, το Ταμείον Ασφαλιστών υποκαθίσταται στα δικαιώματα του προσώπου προς το οποίο κατέβαλε τέτοια αποζημίωση.» (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου) Σε περιπτώσεις που δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του απαιτητή για το τροχαίο ατύχημα, όπως στην παρούσα, το «δικαίωμα» του ζημιωθέντα απαιτητή εναντίον του υπεύθυνου για το ατύχημα προσώπου, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 30, δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στο δικαίωμα του ζημιωθέντα να διεκδικήσει αποζημιώσεις για τη βλάβη που υπέστη, είτε αυτή είναι σωματική είτε είναι βλάβη στην περιουσία του, έναντι του υπεύθυνου για το αδίκημα προσώπου. Προϋπόθεση για την απόδοση τέτοιων αποζημιώσεων είναι η απόδειξη της αστικής ευθύνης του αδικοπραγήσαντα. Είναι στην άσκηση αυτού του δικαιώματος που «υποκαθίσταται» το Ταμείο Ασφαλιστών έναντι του υπεύθυνου προσώπου και όχι στο δικαίωμα «ανάκτησης» από τον ανασφάλιστο οδηγό του ποσού που το ίδιο αποφάσισε να καταβάλει προς τον απαιτητή προηγουμένως. Το άρθρο 30 του Νόμου προνοεί ρητά ότι σε περίπτωση που καταβληθεί ποσό από το Ταμείο Ασφαλιστών, το Ταμείο Ασφαλιστών «υποκαθίσταται» στα δικαιώματα του ζημιωθέντος (subrogation). Ο μηχανισμός λειτουργίας της αρχή της «υποκατάστασης» έχει εξεταστεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η φύση του δικαιώματος «υποκατάστασης» έχει τύχει εκτενούς ανάλυσης στην παλιότερη απόφαση DROUSHIOTIS ν. L'UNION DES ASSURANCES
(1983)1 CLR 19. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Subrogation is the right of an insured who has paid a loss to receive the benefit of all the rights and remedies of the insured against third parties, which, of satisfied will extinguish or diminish the ultimate loss sustained (Castellain v. Preston, [1883] 11 Q.B.D. 380, H. Cousins & Co. Ltd., v. D & C Carriers Ltd., [1971] 2 Q.B.D. 230; 1 All E.R. 55). The extent of the doctrine was described by Brett L.J. in Castellain v. Preston (supra) at p. 388, as follows: "....as between the underwriter and the assured the underwriter is entitled to the advantage of every right of the assured, whether such right consists in contract, fulfilled or unfulfilled, or in remedy for tort capable of being insisted on or already insisted on, or in any other right, whether by way of condition or otherwise, legal or equitable, which can be, or has been exercised or has accrued, and whether such a right could or could not be enforced by the insurer in the name of the assured by the exercise or acquiring of which right or condition the loss against which the assured is insured, can be, or has been diminished". (The above dictum was applied in H. Cousins & Co. Ltd. v. D & C Carriers Ltd. (supra)). The right to compensation remains in the insured and an insurer who is subrogated to the rights of the insured can bring his action only in the name of the insured. (See Edwards & Co. v. Motor Union Insurance Co. (supra) in which all previous authorities are reviewed.Also Oriental Fire and General Insurance Co. Ltd. v. American President Lines Ltd. [1968] 2 Lloyd's Rep. 372). In McGillivray &Parkington on Insurance Law, 6th Ed. at p. 786 under para. 1883, it reads: "When the insurer exercises rights of subrogation in the name of the insured, the law ignores the fact that the insureris the real plaintiff. Thus if an insured, in whose name an action is brought by a domestic insurance company resides abroad, an order may be made for security for costs (Gough v. Toronto and York Radial R. W. Co. [1918] 42 O.L.R. 415). And, further, at page 787, para. 1884: "If the insured refuses to allow the insurer to use his name as a plaintiff, the insurer may institute an action against the defendant in his own name, join the insured as a second defendant and ask the Court to order him to lend his name to the action as a plaintiff or, perhaps, ask for an order that the first defendant pay damages to the second defendant and for a declaration that the second defendant holds such damages on trust for the insurer"." Σχετική είναι και η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kelly ν. Νικολάου
(1992)1 ΑΑΔ 463 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση υπόθεση η πληρωμή στον εφεσείοντα από την ασφαλιστική εταιρεία της ζημιάς που υπέστη, έγινε σύμφωνα με το συμβόλαιο, που υπεγράφη μεταξύ τους, για την κάλυψη ζημιάς, και όχι ως αποζημίωση του αστικού αδικήματος για το οποίο υπαίτιος είναι ο εφεσίβλητος. Η διευθέτηση του εφεσείοντα με την ασφαλιστική του εταιρεία ήταν συμβατική και παντελώς άσχετη με την αξίωση του εναντίον του εφεσίβλητου με αιτία αγωγής την υπαιτιότητα του για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους και οποιαδήποτε αναφορά στα δικογραφήματα, και κατ' ακολουθία στη μαρτυρία, για τη σχέση αυτή θα ήταν ανεπίτρεπτη. Κατά τη συζήτηση της έφεσης έγινε αναφορά και στην αρχή της υποκατάστασης - subrogation: Εφόσο η ασφαλιστική εταιρεία του εφεσείοντος κάλυψε τις ζημιές που υπέστη στο τροχαίο δυστύχημα, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου, αυτός προωθεί την αγωγή για να αποζημιωθεί η ασφαλιστική του εταιρεία για την κάλυψη που έδωσε στον ίδιο. Η αρχή της υποκατάστασης θα ήταν αντικείμενο συζήτησης αν, θεωρητικά, ο εφεσείων αρνείτο, μολονότι ο ίδιος επληρώθη από την ασφαλιστική του εταιρεία, να καταχωρίσει αγωγή για να αποζημιωθεί η ασφαλιστική του εταιρεία για την κάλυψη που του παρέσχε. Τότε, και σύμφωνα με τους γνωστούς όρους τέτοιων συμβολαίων, η τελευταία θα μπορούσε να ζητήσει από το Δικαστήριο διάταγμα εξαναγκασμού του να συμμορφωθεί προς τον όρο αυτό, να δανείσει, ούτως ειπείν, το όνομα του ως ενάγων στην αγωγή.» Στην αγωγή ναυτοδικείου Chellaram and Sons (London) Ltd and another v. Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699, το Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία και συγγράμματα που αφορούν την αρχή της υποκατάστασης κατέληξε στα ακόλουθα: «So, irrespective of the express term in the letter of subrogation whereby the plaintiffs were bound to institute the present proceedings in their own names, once the claim has been paid by the insurers, it is well settled as a matter of equity notwithstanding the fact that the rights to recover against third persons passed from the assured to the insurer, that actions at law should be brought in the name of the plaintiffs and not the insurer, and in case of refusal by the plaintiffs to use their names in the proceedings, they can be compelled to give the use of their names by proceedings in equity, subject to a proper indemnity to them as to costs.» (βλ. επίσης Γαλάτης κ.α. ν. Του Πλοίου «GYPSY QUEEN» , Αγ. Ναυτ. 7/2016, 10/9/2018, ECLI:CY:AD:2018:D396 όπου έχει συζητηθεί ακριβώς το ίδιο ζήτημα) Ως προκύπτει από τα πιο πάνω, βάσει του δικαιώματος «υποκατάστασης», που εν προκειμένω πηγάζει από το άρθρο 30 του Νόμου και όχι από κάποια συμβατική πρόνοια ή από το δίκαιο της επιείκειας, το Ταμείο Ασφαλιστών έχει υποκαταστήσει τους απαιτητές στο δικαίωμά τους να αποταθούν στο Δικαστήριο και να εγείρουν αγωγή εναντίον του προσώπου που θεωρούν υπεύθυνο για τις ζημιές που έχουν υποστεί λόγω της διάπραξης του αστικού αδικήματος· δεν πρόκειται για δικαίωμα να ανακτήσουν το ποσό που οι ίδιοι κατέβαλαν στους ζημιωθέντες, χωρίς προηγουμένως να διαγνωστεί το ζήτημα της ευθύνης του ανασφάλιστου οδηγού από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση του με την κρίση του Ταμείου Ασφαλιστών ως προς το ποιος ευθύνεται για το τροχαίο ατύχημα και τις αποζημιώσεις που αυτός υποχρεούται να καταβάλει, ώστε να επιδικάσει το ποσό αυτό εναντίον του Εναγόμενου χωρίς προηγουμένως να εξετάσει το ζήτημα ευθύνης του τελευταίου, όταν αυτό αμφισβητείται. Διαφορετική προσέγγιση θα προσέκρουε στις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος αφού ουσιαστικά θα αποστερούσε από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να εμφανισθεί ενώπιον Δικαστηρίου και να προσάγει τη δική του μαρτυρία ως προς το κατά πόσο ευθύνεται για το επίδικο τροχαίο ατύχημα ή όχι, καθώς επίσης και να τοποθετηθεί ως προς το ύψος των αποζημιώσεων που καλείται να καταβάλει. Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που μια ασφαλιστική εταιρεία «υποκαθίσταται» στα δικαιώματα του ασφαλισμένου βάσει σύμβασης ή βάσει των αρχών της επιείκειας (βλ. πιο πάνω), στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι το Ταμείο Ασφαλιστών νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομά του. Αυτό γιατί το δικαίωμα της «υποκατάστασης» πηγάζει από τον ίδιο το Νόμο και άρα η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στην εξαίρεση του γενικού κανόνα που θέτει το άρθρο 16 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Συγκεκριμένα, το άρθρο 16 αναφέρει τα εξής: «Τo δικαίωμα oπoιασδήπoτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και oπoιαδήπoτε ευθύvη σε σχέση με αυτό δεv εκχωρoύvται διαφoρετικά παρά μόvo από vόμo.». Στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, «Αστικά Αδικήματα - Δίκαιο και Αποφάσεις», στη σελ. 55 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 16 του Κεφ. 148: «Η πρόνοια αυτή ενσωματώνει το γενικό κανόνα που απαγορεύει την εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος (bare right to litigate). Τέτοια εκχώρηση θα ήταν αντίθετη με τη δημόσια πολιτική (public policy) γιατί θα ενεθάρρυνε ανεπιθύμητη δραστηριότητα με σκοπό την κερδοσκοπία μέσω της δικαστικής διαδικασίας. Όπου όμως έχει εκδοθεί απόφαση για αποζημιώσεις, το εξ αποφάσεως χρέος μπορεί να εκχωρηθεί. Επίσης επιτρέπεται η εκχώρηση των καρπών της αγωγής pendente lite, γιατί δεν πρόκειται για εκχώρηση δικαιώματος αγωγής αλλά για εκχώρηση περιουσίας, δηλ. του προϊόντος της αγωγής, αν και όταν πραγματοποιηθεί. Νομοθετικές εξαιρέσεις στο γενικό κανόνα είναι δυνατές, και παραδείγματα είναι η μεταβίβαση δικαιώματος λόγω θανάτου καθώς και η αρχή της υποκατάστασης (subrogation) στο ασφαλιστικό δίκαιο.» (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου) Ομοίως, οποιαδήποτε ξεχωριστή συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων ήθελε υπογραφεί μεταξύ των απαιτητών και του Ταμείου Ασφαλιστών (βλ. Τεκμήριο 10) δεν μπορεί παρά να αφορά δικαιώματα που έχουν οι απαιτητές εναντίον του υπεύθυνου για το ατύχημα, δηλαδή το δικαίωμά τους να εγείρουν αγωγή εναντίον του, ζητώντας αποζημιώσεις για τις βλάβες που έχουν υποστεί ένεκα του ατυχήματος αφού αποδείξουν ότι το πρόσωπο αυτό όντως ευθύνεται για το ατύχημα (και στο βαθμό που αυτό ευθύνεται) ή, σε περίπτωση που έχουν εξασφαλίσει δικαστική απόφαση, το δικαίωμά τους να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον του εξ αποφάσεως χρεώστη. Είναι αυτό το δικαίωμα που έχουν οι απαιτητές εναντίον του Εναγόμενου και άρα είναι αυτά που δύνανται να εκχωρήσουν προς όφελος των Εναγόντων. Υπό το φως των πιο πάνω και σε συνάρτηση, πάντοτε, με την υπό εξέταση υποχρέωση του Εναγόμενου να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό είτε προς το Ταμείο Ασφαλιστών (βάσει «υποκατάστασης» ως προνοεί το άρθρο 30 ή συμφωνίας εκχώρησης), είτε προς τους απαιτητές (εάν η αγωγή εγειρόταν από εκείνους), δεν ενδιαφέρει το ύψος του ποσού που κατέβαλαν οι Ενάγοντες προς τους απαιτητές και ο τρόπος με τον οποίον αξιολόγησαν τα δεδομένα που είχαν ενώπιον τους και κατέληξαν στο ποσό αυτό. Αυτό που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο ο Εναγόμενος φέρει ευθύνη στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας για το τροχαίο ατύχημα που έχει συμβεί, ώστε να υποχρεούται να αποζημιώσει το Ταμείο Ασφαλιστών, το οποίο έχει πλέον «υποκαταστήσει» τον οδηγό και ιδιοκτήτη του άλλου οχήματος στο δικαίωμά τους να εγείρουν αγωγή και να αξιώνουν αποζημιώσεις για τις ζημιές που οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί. Β. Αμέλεια Σε αξίωση που βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας (Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148) , ο ενάγοντας φέρει το βάρος να αποδείξει, κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο εναγόμενος όφειλε καθήκον επιμέλειας προς το πρόσωπό του, ότι ο τρόπος που ενήργησε αποτελεί παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας καθώς και ότι ο ενάγοντας έχει υποστεί ζημιά λόγω των ενεργειών του εναγόμενου. Τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία θα πρέπει να εξεταστούν, εν προκειμένω, τηρουμένων των αναλογιών, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η αγωγή εγείρεται εκ μέρους τρίτου προσώπου και όχι από τα πρόσωπα που έχουν ζημιωθεί από την κατ' ισχυρισμό αμελή πράξη. Σε μια υπόθεση οδικής αμέλειας, το καθήκον επιμέλειας που οφείλει ένας οδηγός προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο είναι δεδομένο και έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία. Στην απόφαση Aργυρού Kυριάκος ν. Aστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με το καθήκον επιμέλειας που οφείλει ένας οδηγός: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Πέραν τούτου, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε ως συνετός οδηγός. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στην οδική σύγκρουση. Σχετική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: - η φύση του καθήκοντος και - όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο της αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια.» Τόσο στην Αγγλική Νομολογία όσο και στην Νομολογία του δικού μας Ανώτατου Δικαστηρίου, τονίσθηκε η αρχή ότι αν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι λογικά εμφανής, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός τις αναγκαίες προφυλάξεις συνιστά αμέλεια, αλλά αν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι μόνο μια απλή πιθανότητα που δεν θα περνούσε από το νου ενός λογικού ανθρώπου, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός πρόσθετες προφυλάξεις δεν αποτελεί αμέλεια. (Lang v. London Transport Executive
(1959)3 All E.R. 609, Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εναγόμενος, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν εντός του οχήματός του, όφειλε καθήκον επιμέλειας προς τους υπόλοιπους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν το δρόμο (συμπεριλαμβανομένης και της οδηγού του οχήματος με αριθμό εγγραφής K [•]). Όμως, ως αναφέρεται πιο πάνω, το μαρτυρικό υλικό που έχει προσκομιστεί δεν αρκεί για την απόδειξη της εκδοχής των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος, καθώς βρισκόταν σταθμευμένος στο όχημά του, εκκίνησε αιφνίδια το όχημά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε άλλο όχημα το οποίο επιχειρούσε εκείνη τη στιγμή να εισέρθει από τη λεωφόρο στον παράπλευρο δρόμο. Συνεπώς, οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν ότι ο Εναγόμενος ενήργησε με τρόπο που δεν θα ενεργούσε κάποιος μέσος συνετός οδηγός στη θέση του και άρα ότι έχει ενεργήσει κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που οφείλει. Για το λόγο αυτό, η Αγωγή των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Γ. Αξίωση στη βάση του δικαίου της αποκατάστασης (restitution) Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να πετύχουν στην αξίωσή τους για ανάκτηση του ποσού που έχουν καταβάλει προς τον ιδιοκτήτη και την οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής K [•], στη βάση των αρχών του δικαίου της «αποκατάστασης» (restitution). Διευκρινίζεται ότι αυτή η αξίωση για «ανάκτηση» του ποσού, δεν εξετάζεται υπό το πρίσμα της αρχής της «υποκατάστασης» ως έχει παρατεθεί πιο πάνω, αλλά αφορά σε δικαίωμα του Ταμείου Ασφαλιστών να ανακτήσει το ποσό που αντιστοιχεί στο «όφελος» που έλαβε ο Εναγόμενος, εις βάρος του Ταμείου Ασφαλιστών, από την απόφασή του Ταμείου να καταβάλει το ίδιο αποζημιώσεις προς τους ζημιωθέντες. Σχετικό είναι το άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο κωδικοποιεί με ευρύ τρόπο τις σχετικές επί του θέματος αρχές του κοινοδικαίου. Προνοεί τα εξής: «70. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.» Οι προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος που προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο έχουν τεθεί στην υπόθεση ISMINI KYRIAKOU HJI LOIZI AND OTHERS ν. IRINI IONA
(1963)2 CLR 1 ως ακολούθως: «On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
- a)the act must be done lawfully; (
- b)for another person; (
- c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
- d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfilment of the conditions is a question of fact in each case.» Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ήταν υποχρεωμένοι από τον Νόμο και τις πρόνοιες της Βασικής Συμφωνίας να καταβάλουν χρηματικό ποσό προς τους απαιτητές συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο Εναγόμενος. Φαίνεται να θεωρούν ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε από το Ταμείο εκ μέρους του Εναγόμενου ή ότι ο Εναγόμενος θα είχε την υποχρέωση να το καταβάλει ούτως ή άλλως και άρα ότι ο Εναγόμενος έχει ωφεληθεί από την ενέργειά τους αυτή. Συνεπώς, αξιώνουν από τον Εναγόμενο το συγκεκριμένο ποσό που έχουν καταβάλει στους απαιτητές. Διαφωτιστικό ως προς αυτό το σημείο είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα "The Principles of the Law of Restiution", Graham Virgo, 2nd Edition, σελ. 221,222, 227: "Where a creditor is owed money by the defendant and the claimant is lawfully compelled to discharge this liability, it is the defendant, rather than the third party, who can be considered to have been unjustly enriched at the expense of the claimant. This is because, where the claimant's payment discharges the defendant's liability to the third party, the defendant would have received a negative incontrovertible benefit, since the payment has saved the defendant money which he or she would otherwise inevitably have had to pay to the third party, and this benefit was received at the claimant's expense since he or she paid the money to discharge the liability. Where the claimant can successfully bring a restiutionary claim against the defendant in these circumstances will depend on whether the claimant can establish a ground of restitution, the most important of which is legal compulsion. The claimant's restiutionary claim against the defendant may take two forms: First, where the claimant is not ultimately liable to pay the creditor any money at all, the claimant will wish to recover from the defendant all of the money which he or she has paid to the creditor. This is called reimbursement or recoupment (see Owen v Tate [1976] QB 402, 409). Secondly, where the claimant and the defendant share a common liability, but the claimant has paid what he or she owed and some, or all, of what the defendant owed, the claimant will wish to recover the amount he or she paid on behalf of the defendant. This is called contribution. In both cases the remedy which is awarded is restitutionary, since the claimant recovers what has been paid for the benefit of the defendant. [.] If the claimant is to establish a restitutionary claim against the defendant where the claimant has paid money to the defendant's creditor purportedly to discharge a debt owed by the defendant to that creditor, it must first be shown that the defendant has been enriched. Although the discharge of an existing liability will usually constitute an enrichment since it generally amounts to an incontrovertible benefit, the difficult question concerns the determination of when the debt will be discharged. [.] Where the claimant has been compelled by law to discharge the defendant' s liability the general principle is that the defendant will be require to reimburse the claimant for his or her expenditure if the defendant bears the ultimate, or primary, liability for it (Re Downer Enterprises Ltd [1974] 1 WLR 1460, 1468)." (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου) Καθίσταται σαφές ότι για να επιτύχει η αξίωση των Εναγόντων στη βάση των αρχών του δικαίου της αποκατάστασης, θα πρέπει να διαφανεί ότι ο Εναγόμενος προσπορίστηκε κάποιο όφελος από την απόφαση των Εναγόντων να καταβάλουν χρηματική αποζημίωση προς τους απαιτητές. Ο Εναγόμενος θα επωφελείτο από την εν λόγω ενέργεια μόνο εάν είχε υποχρέωση να καταβάλει αποζημιώσεις προς τους απαιτητές για τις ζημιές που έχουν υποστεί λόγω του ατυχήματος και συνεπώς, εάν με την καταβολή του ποσού από τους Ενάγοντες προς τους απαιτητές, η υποχρέωση του Εναγόμενου προς αυτούς είχε μειωθεί ή εξοφληθεί. Βέβαια, το γεγονός ότι το Ταμείο Ασφαλιστών αποφάσισε, έπειτα από δική του έρευνα, ότι ο Εναγόμενος ευθύνεται για το τροχαίο ατύχημα και προχώρησε να καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό προς τους ζημιωθέντες δεν προσδίδει, αυτόματα, κάποιο όφελος προς τον Εναγόμενο. Κατά την κρίση μου, εφόσον ο Εναγόμενος δεν αποδέχτηκε ότι έφερε ευθύνη για το τροχαίο ατύχημα και τέτοια ευθύνη δεν διαγνώστηκε ούτε από το Δικαστήριο (για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω), ο Εναγόμενος δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς τους απαιτητές. Συνάγεται ότι ο Εναγόμενος δεν επωφελήθηκε από την απόφαση του Ταμείου Ασφαλιστών να καταβάλει το εν λόγω ποσό προς τους απαιτητές «εκ μέρους του». Συνακόλουθα, η Αγωγή των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου δεν μπορεί να επιτύχει ούτε σε αυτή τη βάση. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η Αγωγή των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου απορρίπτεται. Ακολουθώντας το γενικό κανόνα ως προς τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται προς όφελος του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Θ. Συμεωνίδης προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο