APHRODITE HILLS PROPERTY MANAGEMENT LIMITED ν. Aleksandr Gavrillov, Αγωγή αρ. 376/2022, 2/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, προσ. Ε.Δ. Αγωγή αρ. 376/2022 Μεταξύ: APHRODITE HILLS PROPERTY MANAGEMENT LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγοντες και Aleksandr Gavrillov, από τη Μόσχα Εναγόμενος Αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 27/12/22 Ημερομηνία: 02/05/23 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/ Εναγόμενο: κα. Μελίνα Τσαγγαρίδη για PHC TSANGARIDES LLC Για Καθ' ων η Αίτηση/ Ενάγοντες: κ.κ. Mantis & Athinodorou LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση Αίτηση δεν αμφισβητούνται. Στις 18/12/2019 ο εδώ Εναγόμενος (εφεξής "AG") καταχώρησε Αγωγή με αρ. 3018/2019 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία διεκδικεί από την εταιρεία Aphrodite Hills Resort Limited, η οποία ανέλαβε την ανέγερση της οικείας του πρώτου, το ποσό των Ευρώ 92.203 ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή απώλεια χρήσης και εκμετάλλευσης λόγω καθυστέρησης παράδοσης της οικείας του, δυνάμει των όρων συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 08/06/
- Περαιτέρω, με την εν λόγω αγωγή και έπειτα από σχετική τροποποίηση του δικογράφου του, ο AG διεκδικεί το ποσό των Ευρώ 6.000 από την Aphrodite Hills Resort Limited και από τους εδώ Ενάγοντες (εφεξής "AHPM") ως ποσό το οποίο καταβλήθηκε από τον ίδιο προς τους τελευταίους βάσει ξεχωριστής προσφοράς που οι εναγόμενοι του παρουσίασαν για τη δημιουργία του κήπου της οικείας του AG. O AG ισχυρίζεται ουσιαστικά στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 3018/19 ότι αποδέχτηκε έπειτα από πίεση ή εκβιαστικά να πληρώσει το ποσό των Ευρώ 6.000 προς τους εκεί εναγόμενους καθότι διαφορετικά οι AHPM και οι Aphoridite Hills Resort Ltd δεν θα ολοκλήρωναν όλες τις αναγκαίες εργασίες για την παράδοση της υπό ανέγερση οικείας στον AG. Με την Υπεράσπισή τους ημερομηνίας 16/04/21 στην Αγωγή με αρ. 3018/19, οι AHPM ισχυρίζονται ότι ο ίδιος ο AG συμφώνησε και υπέγραψε συμφωνία μαζί τους για το σχεδιασμό του κήπου της έπαυλης για το ποσό των Ευρώ 27.848,60 πλέον Φ.Π.Α.. Ο AG πλήρωσε το ποσό των Ευρώ 6.000 ως προκαταβολή και οι Aphrodite Hills Resort Limited συμφώνησε να καταβάλει έναντι της οφειλής του AG το ποσό των Ευρώ 15.000 πλέον Φ.Π.Α. Το υπόλοιπο θα παρέμενε οφειλόμενο από τον AG και αξιώνεται με την παρούσα Αγωγή. Οι AHPM δεν προώθησαν οποιαδήποτε ανταπαίτηση στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 3018/19 ώστε να διεκδικήσουν το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό από τον AG. Αντί αυτού, ένα χρόνο περίπου έπειτα από την καταχώρηση της υπεράσπισής τους στην Αγωγή με αρ. 3018/19, καταχώρησαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου την Αγωγή με αρ. 376/22 με την οποία διεκδικούν εναντίον του AG το ποσό των Ευρώ 9.289,72 ως υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους AHPM βάσει της συμφωνίας μεταξύ τους για το σχεδιασμό του κήπου της έπαυλης του AG. Στις 08/12/2022 ο AG καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στις 27/12/2022 καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για την απόρριψη και/ή αναστολή της Αγωγής εναντίον του. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, η ομνύουσα, κα. Σοφία Κουντριασόβα, δικηγόρος του Αιτητή, παραθέτει το ιστορικό της διαφοράς μεταξύ των μερών και ισχυρίζεται ότι η επιλογή του AG να καταχωρήσει την παρούσα Αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό γιατί στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 3018/2019 το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει εάν το ποσό των Ευρώ 6.000 ζητήθηκε και πληρώθηκε από τον AG προς την AHPM εκβιαστικά (εφόσον οι σχετικές εργασίες καλύπτονταν από τις πρόνοιες της Συμφωνίας Πώλησης ημερ. 08/06/2018 με τους Aphrodite Hills Resort Limited) και άρα θα πρέπει να επιστραφεί σε αυτόν ή εάν πληρώθηκε στο πλαίσιο έγκυρης συμφωνίας με τους AHPM και άρα η απαίτηση του AG εναντίον τους θα απορριφθεί. Με την παρούσα Αγωγή με αρ. 376/22, οι AHPM καλούν το Δικαστήριο να αποφασίσει το ίδιο ζήτημα, ήτοι κατά πόσο υπάρχει δεσμευτική συμφωνία μεταξύ του AG και των AHPM και εάν ο AG οφείλει να καταβάλει το υπόλοιπο της συμφωνίας και άρα θα έπρεπε να είχαν προωθήσει την απαίτησή τους δια ανταπαίτησης στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 3018/
- Η ομνύουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η συνέχιση της παρούσας αγωγής θα προκαλέσει «τρομερά διαδικαστικά προβλήματα» αφού ο AG θα αναγκαστεί να εγείρει στην Υπεράσπισή του, τα ίδια γεγονότα που εγείρει και στην Έκθεσή Απαίτησής του στην Αγωγή αρ. 3018/19 αναφορικά με αυτό το ζήτημα καθώς, επίσης, θα αναγκαστεί να καταχωρήσει και ανταπαίτηση για την αξίωση του ποσού των Ευρώ 6.000 που έχει καταβάλει ήδη στους AHPM, το οποίο, βέβαια, αξιώνει ήδη με την προγενέστερη αγωγή. Αναφέρει, επίσης, ότι οι δύο αγωγές «δεν μπορούν να συνενωθούν ώστε να θεραπευτεί ή να διορθωθεί η κατάχρηση των Εναγόντων» επειδή έχουν καταχωρηθεί ενώπιον Δικαστηρίων που βρίσκονται σε διαφορετικές επαρχίες και επειδή η Αγωγή με αρ. 3018/19 έχει οριστεί για ακρόαση ενώ η παρούσα βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο καθότι ακόμη δεν έχουν συμπληρωθεί τα δικόγραφα. Με την Ένστασή τους ημερομηνίας 07/02/23, οι AHPM/Καθ΄ων η Αίτηση εγείρουν συνολικά 8 λόγους ένστασης. Συνοπτικά, εισηγούνται ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και καταχρηστική· δεν υφίσταται πολλαπλότητα διαδικασιών αφού οι Καθ' ων η Αίτηση προωθούν μόνο την παρούσα διαδικασία· παρά το ότι εγείρονται πανομοιότυποι ισχυρισμοί γεγονότων, οι δύο αγωγές στηρίζονται σε διαφορετικές βάσεις αγωγής· το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η Αγωγή αρ. 3018/19 δεν έχει κατά τόπον δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και· οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν προτείνει τη συνένωση των δύο διαδικασιών ώστε αυτές να εκδικαστούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αλλά οι πλευρά των Αιτητών αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μιχάλη Κυριακίδη ο οποίος εργάζεται για τους AHPM και ο οποίος, μέσω της ένορκης του δήλωσης, επαναλαμβάνει απλώς τους λόγους ένστασης που έχουν συνοψιστεί πιο πάνω. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν για τους σκοπούς της ακρόασης. Έχω εξετάσει προσεκτικά την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των πλευρών και το έχω λάβει υπόψη μου. Νομική πτυχή Προκύπτει ξεκάθαρα από τη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του Αιτητή, ότι η υπό κρίση Αίτηση για παραμερισμό ή αναστολή της παρούσας Αγωγής βασίζεται στη σύμφυτη εξουσία τους Δικαστηρίου (inherent jurisdiction) προς αποτροπή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Συγκεκριμένα, η πλευρά του Αιτητή εισηγείται ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή έχει ο κανόνας που διατυπώθηκε στην Αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (και υιοθετήθηκε στην Κύπρο από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση THEORI AND ANOTHER ν. DJONI AND ANOTHER
(1984)1 CLR 296) και ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «the Court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of a matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case.» Ως προκύπτει από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Avgousta K. Theori v. Maroula A. Tzioni
(1984)1 CLR 296 ο κανόνα της Henderson μπορεί να τύχει εφαρμογής ακόμη και εάν τα επίδικα θέματα που εγείρονται σε δεύτερη αγωγή δεν είναι πανομοιότυπα με εκείνα που εγείρονται στην πρώτη. Σημασία έχει το κατά πόσο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα επίδικα θέματα της δεύτερης αγωγής «κανονικά ανήκαν» (properly belonged) στη πρώτη αγωγή ώστε οι διάδικοι να είχαν την υποχρέωση να τα συμπεριλάβουν εξ αρχής στην πρώτη αγωγή προς αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών. Στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Barrow v. Bankside Members Agency Limited,
(1996)1 All ER 981, ο Lord Bingham ανέφερε ότι ο κανόνας δεν στηρίζεται στο δόγμα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata), ούτε σε κάποια αυστηρή εφαρμογή του κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα ή αιτίας αγωγής (issue or cause of action estoppel). Αποτελεί κανόνα δημόσιας πολιτικής, ο οποίος στηρίζεται στην επιθυμία, για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος αλλά και προς το συμφέρον των ίδιων των διαδίκων, όπως μια αντιδικία να μην σύρεται επί μακρόν και όπως ο εκάστοτε εναγόμενος να μην καταπιέζεται από διαδοχικές αγωγές, όταν μια θα αρκούσε για να επιλυθεί η διαφορά των διαδίκων. Είναι προς καταστολή αυτού του είδους της κατάχρησης που αποσκοπεί ο κανόνας. Στην μεταγενέστερη απόφαση στην υπόθεση Johnson v. Gore Wood & Co.
(2002)2 AC, στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος του Αιτητή, το Αγγλικό Δικαστήριο ανέφερε ότι η έγερση αγωγής ή υπεράσπισης σε μεταγενέστερη διαδικασία μπορεί να αποτελεί κατάχρηση εάν διαφανεί ότι η εν λόγω απαίτηση ή υπεράσπιση θα μπορούσε να είχε εγερθεί στην πρώτη διαδικασία. Το Αγγλικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το βάρος απόδειξης της καταχρηστικής συμπεριφοράς βαραίνει το διάδικο ο οποίος εγείρει τον εν λόγω ισχυρισμό και μάλιστα, ότι θα πρέπει να διαφανεί στο Δικαστήριο ότι η έγερση της δεύτερης αγωγής απολήγει σε καταπιεστική συμπεριφορά προς κάποιο διάδικο ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της για λόγους κατάχρησης. Δεν πρέπει, βεβαίως, να λησμονείται ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για απόρριψη της απαίτησης ενός διαδίκου πρέπει να ασκείται φειδωλά και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Lawrence v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219 και Beogradska DD
(1996)1 A.A.Δ. 911). Υπεισερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι τα επίδικα θέματα που εγείρονται με την παρούσα Αγωγή, ήτοι κατά πόσο συνομολογήθηκε έγκυρη σύμβαση για το σχεδιασμό και την δημιουργία του κήπου της έπαυλης του AG με τους όρους που δικογραφούνται από τους AHPM και άρα κατά πόσο ο AG οφείλει να καταβάλει το αξιούμενο ποσό προς εκείνους, θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί από τους AHPM δια ανταπαιτήσεως στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 3018/19. Αυτό γιατί στην Αγωγή με αρ. 3018/19, ο AG αξιώνει το ποσό της προκαταβολής που πλήρωσε προς τους AHPM ισχυριζόμενος ότι κατέβαλε το ποσό αυτό προς τους AHPM λόγω πίεσης και/ή εκβιασμού από τους τελευταίους, ενώ οι ίδιοι ισχυρίζονται μέσω της εκεί υπεράσπισής τους ότι το ποσό καταβλήθηκε βάσει έγκυρης συμφωνίας μεταξύ τους. Παρά το ότι η αξίωση που προωθεί ο AG στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 3018/19 στηρίζεται σε διαφορετική βάση αγωγής από την αξίωση που προωθούν οι AHPM στην παρούσα διαδικασία, είναι εμφανές ότι το Δικαστήριο στην Αγωγή με αρ. 3018/19 θα κληθεί να εξετάσει πανομοιότυπους ισχυρισμούς με αυτούς που εγείρονται (ή λογικά θα εγερθούν όταν πλέον καταχωρηθεί υπεράσπιση από τον AG στην παρούσα διαδικασία) και στην παρούσα Αγωγή, σε βαθμό που να μπορεί να θεωρηθεί ότι η παρούσα αξίωση κανονικά άνηκε («properly belonged») στην πρώτη διαδικασία. Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι να εγείρουν ανταπαίτηση στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 3018/19 και ότι είχαν κάθε δικαίωμα να εγείρουν ξεχωριστή διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με σκοπό να προωθήσουν την αξίωσή τους. Ο ισχυρισμός αυτός βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό της Δ.19 Θ.3 των ΚΠΔ όπου αναφέρεται ότι «a defendant in an action may set up by way of counterclaim against the claims of the plaintiff any right of claim [.]". Η εν λόγω διάταξη δεν δημιουργεί στον εκάστοτε εναγόμενο δικονομική υποχρέωση καταχώρησης ανταπαίτησης (όταν αυτή υπάρχει), ούτε προκύπτει ότι η παράληψη καταχώρησης τέτοιας ανταπαίτησης δημιουργεί κώλυμα έγερσης ξεχωριστής αγωγής από τον ίδιο διάδικο στο μέλλον (νοουμένου ότι αυτή δεν θα έχει παραγραφεί). Για παράδειγμα, δυνάμει της Δ.30,Θ.1(δ) σε περιπτώσεις που εγείρεται ανταπαίτηση αλλά ο εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντας παραλείψει να προχωρήσει στην έκδοση κλήσης για οδηγίες εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών με αποτέλεσμα την απόρριψη της ανταπαίτησης του, του παρέχεται ρητά το δικαίωμα να εγείρει ξεχωριστή αγωγή με σκοπό την προώθηση της απορριφθείσας αξίωσής του. Συνεπώς, τέτοια δικονομική προσέγγιση, ήτοι η έγερση ξεχωριστής αγωγής σε περιπτώσεις όπου η αξίωση θα μπορούσε να είχε εγερθεί μέσω ανταπαίτησης σε υφιστάμενη αγωγή, αν και δεν είναι επιθυμητή αφού οδηγεί, μεταξύ άλλων, σε αχρείαστη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων, δεν είναι ανεπίτρεπτη βάσει των ΚΠΔ. Δεν θεωρώ, συνεπώς, ότι η άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος, ακόμη και εάν οι δύο διαδικασίες αφορούν στα ίδια επίδικα ζητήματα, απολήγει, δίχως άλλο, σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Έχω εξετάσει προσεκτικά την πλούσια νομολογία στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος του Αιτητή μέσω της γραπτής της αγόρευσης (συμπεριλαμβανομένων και των πρωτόδικων αποφάσεων που έχει εντοπίσει). Κατά την κρίση μου, αυτό που διαφοροποιεί την παρούσα από τα γεγονότα των υπόλοιπων υποθέσεων είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν εγείρει κάποια απαίτηση ή υπεράσπιση στην οποία, ηθελημένα ή όχι, δεν έχουν συμπεριλάβει όλες τους τις θέσεις ή τα επίδικα ζητήματα με σκοπό να τα εγείρουν σε δεύτερη ξεχωριστή διαδικασία (είτε ως απαίτηση ή υπεράσπιση αντίστοιχα), την οποία κατ' επέκταση, να προωθούν καταχρηστικά. Δεν καταχώρησαν, δηλαδή, οι Καθ' ων η Αίτηση, αχρείαστα πολλαπλές διαδικασίες εναντίον του Αιτητή ώστε να θεωρηθεί ότι ο τελευταίος καταπιέζεται από τις ενέργειές τους. Η παρούσα είναι η πρώτη και μόνη αξίωση που εγείρεται από τους Καθ' ων η Αίτηση εναντίον του Αιτητή. Αυτό που καταλογίζει ο Αιτητής στους Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι οι τελευταίοι θα μπορούσαν να είχαν εγείρει ανταπαίτηση στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 3018/19 και όχι να προωθούν την αξίωσή τους μέσω ξεχωριστής διαδικασίας. Σε αυτό, ως ζήτημα ορθής δικονομικής πρακτικής, ενδεχομένως να έχει δίκαιο. Όμως, ο κανόνας της υπόθεσης Henderson δεν φαίνεται να αποσκοπεί στο να περιορίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου από το να εγείρει αξίωση εναντίον του εκάστοτε ενάγοντα μέσω ξεχωριστής αγωγής (και όχι μέσω ανταπαίτησης), αλλά να παρεμποδίσει ένα διάδικο από το να εγείρει νέα επιμέρους ζητήματα και αξιώσεις μέσω ξεχωριστών διαδικασιών, παρασέρνοντας έτσι τον εκάστοτε εναγόμενο σε διαδοχικές διαδικασίες όταν όλα τα ζητήματα θα μπορούσαν να αποφασιστούν στην πρώτη. Παρεμβάλλεται ότι ακόμη και στην υπόθεση Samuel v. Samuel & Ors
(2018)EWHC 3513, απόσπασμα της οποίας περιέχεται στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, η δεύτερη αγωγή η οποία αφορούσε στα ίδια επίδικα ζητήματα, είχε εγερθεί από διαφορετικό ενάγοντα από εκείνο που ήγειρε την πρώτη, εναντίον όμως του ίδιου εναγόμενου. Αυτό που φαίνεται να ώθησε το Αγγλικό Δικαστήριο να παραμερίσει τη δεύτερη ως καταχρηστική ήταν το γεγονός ότι ο δεύτερος ενάγοντας γνώριζε για την ύπαρξη της πρώτης αγωγής και επιτηδευμένα δεν ενημέρωσε σχετικά το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να προωθούνται ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου δύο πανομοιότυπες αγωγές εναντίον του ίδιου εναγόμενου, από τη στιγμή που θα μπορούσαν να δοθούν οδηγίες ώστε όλα τα θέματα να επιλυθούν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας. Και αυτή η απόφαση, που εν πάση περιπτώσει δεν δεσμεύσει το παρόν Δικαστήριο, διαφοροποιείται από τα γεγονότα της παρούσας, αφού στην προκειμένη περίπτωση, οι δύο αγωγές εγείρονται εναντίον διαφορετικών εναγόμενων. Συνεπώς, το ερώτημα που απασχολεί το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η απόφαση των AHPM να μην εγείρουν ανταπαίτηση στην Αγωγή αρ. 3018/19 αλλά να εγείρουν ξεχωριστή διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου υποκινήθηκε από αλλότρια κίνητρα με σκοπό την πρόκληση κάποιου είδους αθέμιτης ταλαιπωρίας στον Αιτητή ώστε να απολήγει σε καταχρηστική συμπεριφορά, η οποία να δύναται να κατασταλεί από το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του κανόνα της Henderson (πιο πάνω). Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο λόγος που δεν ήγειραν την αξίωσή τους μέσω ανταπαίτησης στην Αγωγή αρ. 3018/19, δεν αποσκοπεί στο να τον σύρει σε διαδοχικές διαδικασίες ή να τον καταπιέσει με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά οφείλεται στο ότι οι ίδιοι θεώρησαν (ή τουλάχιστον δεν ήταν βέβαιοι) ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ενώπιον του οποίου καταχωρήθηκε η Αγωγή αρ. 3018/19 δεν είχε κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδικάσει την αξίωσή τους εναντίον του AG καθότι ο ίδιος διαμένει εντός της επαρχίας Πάφου και όχι στη Λεμεσό. Προς αποφυγή έγερσης ζητήματος έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας του εκεί εκδικάζοντος Δικαστηρίου, οι Καθ' ων η Αίτηση φαίνεται να προτίμησαν να εγείρουν ξεχωριστή αξίωση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, το οποίο με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(β) του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960 (14/1960) και σε συνάρτηση με τον τόπο διαμονής του AG, ήταν βέβαιοι ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την διαφορά. Στην αγόρευσή της, η συνήγορος του Αιτητή εισηγείται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα αξίωση δυνάμει του άρθρου 21
(1)(α) του Ν. 14/1960 εφόσον, ως αναφέρει, στην απουσία συμφωνίας που να προνοεί ρητά ότι το οφειλόμενο ποσό θα έπρεπε να πληρωθεί εντός της επαρχίας Πάφου, ενεργοποιείται η νομολογιακή αρχή ότι ο χρεώστης οφείλει να αναζητήσει τον πιστωτή του, που στην προκειμένη περίπτωση εδράζεται στην επαρχία Λεμεσού, και άρα η βάση της αγωγής μπορεί να θεωρηθεί ότι εγέρθηκε εντός της επαρχίας Λεμεσού (βλ. Πιττής Σωτήρης ν. Progress Electronics Co Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 50). Έχω λάβει υπόψη τις θέσεις των μερών ως προς αυτό το ζήτημα. Δεν θεωρώ σκόπιμο ή αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας να υπεισέρθω σε εξέταση του κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει ή όχι κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα διαφορά. Εξάλλου, στηριζόμενο μόνο στους διαζευκτικούς ισχυρισμούς που εγείρονται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων και στην απουσία μαρτυρίας ως προς τις πρόνοιες τις ισχυριζόμενης συμφωνίας μεταξύ του AG και των AHPM και συγκεκριμένα ως προς το εάν έχει ρητά συμφωνηθεί ο τρόπος καταβολής του οφειλόμενου ποσού ή όχι, το όποιο εύρημα του Δικαστηρίου επί τούτου θα ήταν, σε αυτό το στάδιο, επισφαλές. Αυτό, όμως, που ενδιαφέρει και, κατά την κρίση μου, προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν επιτύχει να καταδείξουν ένα εύλογο προβληματισμό και κατ' επέκταση λόγο, ο οποίος τους ώθησε να εγείρουν την παρούσα αξίωση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, και όχι μέσω ανταπαίτησης στην Αγωγή αρ. 3018/19. Δεν διαφαίνεται, δηλαδή, ότι η απόφασή τους να εγείρουν την παρούσα Αγωγή υποκινήθηκε από αλλότρια κίνητρα με σκοπό την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή την πρόκληση αχρείαστης ταλαιπωρίας προς τον Αιτητή. Παράλληλα, ο Αιτητής δεν έχει υποδείξει κάποιο αλλότριο κίνητρο το οποίο να υποκινεί τους Καθ' ων η Αίτηση ούτε θεωρώ ότι έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης καταδεικνύοντας ότι, πέραν του ότι θα ήταν σαφώς προτιμότερο η αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση να εκδικαστεί στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 3018/19, η παρούσα Αγωγή προωθείται από εκείνους καταχρηστικά. Δεν μου διαφεύγει, βεβαίως, ότι εάν αφεθούν οι δύο διαδικασίες να προχωρήσουν παράλληλα, πέραν από αχρείαστη σπατάλη δικαστικού χρόνου και εξόδων, ελλοχεύει και ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων επί των κοινών επίδικων θεμάτων που εγείρονται σε αυτές. Θεωρώ ότι εφόσον εγείρονται προς εκδίκαση κοινά πραγματικά ή νομικά ζητήματα, αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί με την ενδεχόμενη συνένωση των δύο αγωγών βάσει της Δ.14 των ΚΠΔ. Το γεγονός ότι οι δύο αγωγές εκκρεμούν ενώπιον διαφορετικών Επαρχιακών Δικαστηρίων ή ότι η μία αγωγή έχει ήδη οριστεί για ακρόαση ενώ στην παρούσα δεν έχουν ακόμη συμπληρωθεί τα δικόγραφα, δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην ενεργοποίηση αυτού του δικονομικού μηχανισμού, χωρίς να αποκλείεται οι εν λόγω παράγοντες να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο που ενδεχομένως να κληθεί να εξετάσει τέτοιο ζήτημα. Πέραν τούτου, αναφορικά με επίδικα θέματα τα οποία θα αποφασιστούν στο πλαίσιο της μίας εκ των δύο διαδικασιών μεταξύ των ίδιων διαδίκων και σε περίπτωση που αυτά εγερθούν προς εξέταση και στο πλαίσιο της δεύτερης αγωγής, εάν αυτά δεν γίνουν αποδεκτά από τους διαδίκους στη μεταγενέστερη διαδικασία, τότε σε εκείνο το στάδιο ενδέχεται να ενεργοποιηθεί και ο κανόνας του κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα («issue stoppel» - βλ. Mills v. Cooper
(1967)2 All ER 100), που αποσκοπεί ακριβώς στην αποφυγή κατάχρησης του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως της καταλληλόλητας των διαθέσιμων μηχανισμών για μείωση του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, στην απουσία κατάδειξης καταχρηστικής συμπεριφοράς από μέρους των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, κατά την κρίση μου, οι ανησυχίες ή οι κίνδυνοι που ενδεχομένως να δημιουργούνται λόγω της προώθησης των δύο διαδικασιών δεν αρκούν για να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απόρριψη ή την αναστολή της αξίωσής τους εναντίον του Εναγόμενου/Αιτητή. Κατάληξη Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω και δεδομένης της δραστικότητας του αιτούμενου προς έκδοση διατάγματος, εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται από το Δικαστήριο με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το γενικό κανόνα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Θ. Συμεωνίδης, προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο