← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 1488/2015, 30/6/2023

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 1488/2015, 30/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1488/2015 ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσα ν.

  1. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  2. ΑΡΗΣ ΛΕΑΝΔΡΟΥ
  3. ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Α. Πολυδώρου Για τους Εναγόμενους: Κ. Μανώλης Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία που διεξάγει τραπεζικές εργασίες, ισχυρίζεται πως την 14.08.2002 η Ενάγουσα συμφώνησε να χορηγήσει στον Εναγόμενο 1 διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο Λ.Κ.2.000,00 (€3.417,29), υπό τους όρους που περιλήφθηκαν στο κείμενο της συμφωνίας, που αφορούν, μεταξύ άλλων, τον τοκισμό της διευκόλυνσης. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, σε αντάλλαγμα της χορήγησης στον Εναγόμενο 1 οποιωνδήποτε διευκολύνσεων, την 25.07.2002, είχαν υπογράψει συμφωνία, με την οποία εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς την Ενάγουσα και ανέλαβαν να πληρώσουν κάθε οφειλή του Εναγόμενου 1 προς την Ενάγουσα, απεριόριστα. Την 14.02.2008, η Ενάγουσα συμφώνησε να χορηγήσει στον Εναγόμενο 1 έντοκο δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €5.000,00, πληρωτέο με 36 μηνιαίες δόσεις €159,79 η κάθε μία, από την 13.03.2008 και ακολούθως κάθε 13η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης, υπό τους όρους που αναφέρονται στο κείμενο της συμφωνίας δανείου. Η Εναγόμενη 3, με γραπτή συμφωνία εγγύησης ίδιας ημερομηνίας, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 έναντι στην Ενάγουσα για το δάνειο, και ανέλαβε να πληρώσει την οφειλή του που απορρέει από τη συμφωνία δανείου. Την 14.01.2008, η Ενάγουσα, επίσης, αποδέχθηκε και χορήγησε στον Εναγόμενο 1 δικαίωμα χρήσης πιστωτικής κάρτας, με πιστωτικό όριο €1.500,00, και η Εναγόμενη 3, με συμφωνία εγγύησης, εγγυήθηκε και τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 που απορρέουν από τον λογαριασμό κάρτας, αναλαμβάνοντας να πληρώσει την οφειλή του που απορρέει από τη συμφωνία κάρτας. Ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 προς την Ενάγουσα, την 14.02.2008, δεσμεύτηκε ένα όχημα μάρκας Mercedes, τα πλήρη στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην αγωγή, υπό τους όρους της συμφωνίας που υπογράφθηκε. Στην πορεία του χρόνου, ο λογαριασμός ορίου παρουσίασε υπερβάσεις, ο λογαριασμός δανείου καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, και ο λογαριασμός κάρτας καθυστερήσεις. Η Ενάγουσα, με επιστολές της ημερομηνίας 17.02.2015, ενημέρωσε τους Εναγόμενους για τα προβλήματα στη λειτουργία των λογαριασμών, και για τη χρέωση τόκου υπερημερίας. Επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση των Εναγόμενων για να ομαλοποιηθεί η λειτουργία των τριών λογαριασμών, η Ενάγουσα, με επιστολές της ημερομηνίας 12.03.2015, προειδοποίησε ότι θα προχωρούσε με τον τερματισμό των διευκολύνσεων, κάτι το οποίο τελικά έπραξε δια των επιστολών της ημερομηνίας 18.05.2015, δια των οποίων η Ενάγουσα απαίτησε και την πληρωμή του συνόλου των οφειλόμενων ποσών. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως μέχρι σήμερα, παραμένουν οφειλόμενα ποσά: Για τον τρεχούμενο λογαριασμό, ποσό €6.440,03, πλέον συσσωρευμένους τόκους €226,85, από την 01.01.2015 μέχρι την 18.05.2015, και τόκο προς 8,295% ετησίως από την 18.05.2015 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως. Για το δάνειο, ποσό €3.008,70, πλέον συσσωρευμένους τόκους προς €119,63, από την 01.01.2015 μέχρι την 18.05.2015, και τόκο προς 10,45% ετησίως από την 18.05.2015 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως. Για τον λογαριασμό κάρτας, €5.338,68, πλέον συσσωρευμένους τόκους €255,03, από την 01.01.2015 μέχρι την 17.05.2015, και τόκο προς 14,30% ετησίως από την 18.05.2015 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως. Αξιώνει τα ποσά αυτά, πλέον θεραπείες σχετικές με το δεσμευμένο όχημα. Οι Εναγόμενοι, με κοινό δικόγραφο, δέχονται πως ο Εναγόμενος 1, πριν από πολλά χρόνια, είχε κάποιες συναλλαγές με την «Alpha Bank», χωρίς ενημέρωσή τους για οποιεσδήποτε αλλαγές στο πρόσωπο της Τράπεζας, αλλά αρνούνται το σύνολο των ένδικων ισχυρισμών και της απαίτησης της Ενάγουσας. Θέτουν πως η υπογραφή της συμφωνίας ορίου, της συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας κάρτας, έγινε αντικανονικά ή μέρος της αντιπαροχής τους ή ο σκοπός τους είναι παράνομος, και γι' αυτό είναι άκυρες. Η πιστωτική κάρτα είχε ακυρωθεί προ ετών. Σε σχέση με τις συμφωνίες εγγύησης του ορίου, του δανείου, και της κάρτας, ισχυρίζονται πως κρούουν στον νόμο και επιφέρουν απαλλαγή των εγγυητών, καθότι, όπως επισημαίνουν, η συμφωνία εγγύησης του ορίου υπογράφθηκε πριν από τη σύναψη της συμφωνίας ορίου, οι συμφωνίες εγγύησης περιλαμβάνουν μελλοντικές εγγυήσεις για τον Εναγόμενο 1 και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα, άγνωστα, αόριστα, οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν έλαβαν νομική συμβουλή και δεν τους επεξηγήθηκε τι υπέγραφαν, και δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία για την ενημέρωση των εγγυητών σε θέματα που άπτονται της εγγύησης σε κάθε περίπτωση. Επίσης, η Ενάγουσα ουδέποτε είχε ενημερώσει τους εγγυητές για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό, στο δάνειο ή στην κάρτα του Εναγόμενου 1, ως όφειλε με βάση τον νόμο, αλλά το έπραξε με πολυετή καθυστέρηση. Όσον αφορά το όχημα που η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως δεσμεύθηκε, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως ο ίδιος είχε την απόλυτη και πλήρη κυριότητά του, ουδέποτε έφερε βάρη, γι' αυτό και το μεταβίβασε το 2011 και σήμερα δεν είναι είτε ιδιοκτήτης είτε κάτοχός του. Οι Εναγόμενοι έλαβαν κάποιες επιστολές από την Ενάγουσα, ενδεχομένως αυτές που δικογραφεί, αλλά, όπως αναφέρουν, δεν θυμούνται το περιεχόμενό τους. Αρνούνται οποιαδήποτε οφειλή. Ανταπαίτηση που είχαν εγείρει οι Εναγόμενοι εναντίον της Ενάγουσας αποσύρθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής. Η Ενάγουσα, με απαντητικό δικόγραφο, αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων περί αντικανονικότητας ή παρανομίας και ακυρότητας και παραλείψεων σε σχέση με την ενημέρωση των εγγυητών, θέτει πως υπάρχει κώλυμα απορρέον από τα έγγραφα και τη συμπεριφορά των Εναγόμενων να προβάλλουν τέτοιες υπερασπίσεις, και πως η ίδια ενήργησε σε κάθε χρόνο επιμελώς. Με βάση τη συμφωνία δέσμευσης του οχήματος, δεν επιτρέπονταν στον Εναγόμενο 1 να μεταβιβάσει το όχημα, εάν το έπραξε, κάτι που δεν γνωρίζει η Ενάγουσα, το έπραξε δολίως ή κατά παράβαση της συμφωνίας δέσμευσης του οχήματος. Επαναλαμβάνει, η Ενάγουσα, τη δική της εκδοχή ως προς τα γεγονότα και εμμένει στην απαίτησή της για τις οφειλές. Με βάση τα δικόγραφα, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφασίσει εάν οι επίδικες συμφωνίες συνάφθηκαν καθόλου, νόμιμα και έγκυρα, και εάν, βάσει αυτών, οι Εναγόμενοι οφείλουν τα ποσά που αξιώνει η Ενάγουσα ή οποιαδήποτε ποσά, ή εάν απαλλάχθηκαν από τις υποχρεώσεις τους, για οποιονδήποτε λόγο σχετίζεται με την ενημέρωσή τους. Όσον αφορά το όχημα, απασχολεί πρόσθετα το γεγονός εάν ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε το όχημα ή όχι. Διαδικασία Για την απόδειξη της υπόθεσής της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τους κύριους Θόη Αγαθοκλέους (ΜΕ1) και Ανδρέα Αριστοδήμου (ΜΕ2), οι οποίοι αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο των Εναγόμενων. Μαρτυρία προσκομίστηκε και από τον Εναγόμενο 2 (ΜΥ1), ο οποίος, επίσης, αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας. Το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο σε πρακτικά, που τηρήθηκαν. Κατατέθηκε έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη από 16 έγγραφα, που σημάνθηκαν ως τεκμήρια, και φυλάγονται στον φάκελο της υπόθεσης. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου τα δικόγραφα, όλη η μαρτυρία, η επιχειρηματολογία των δικηγόρων, στην πλήρη τους μορφή, ακόμα κι αν εδώ δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη, την αξιολογεί, να βρει ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί και να προβεί στα ευρήματά του, και βάσει αυτών, να αποφασίσει τη διαφορά. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπου χρειάζεται, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Σχετική με τη σύναψη των συμφωνιών, ήταν η μαρτυρία του ΜΕ1, υπαλλήλου της Ενάγουσας από το 2015 μέχρι και σήμερα. Όσον αφορά τη συμφωνία εγγύησης του Εναγόμενου 2, σχετική ήταν και η μαρτυρία του ΜΕ2, υπαλλήλου της Ενάγουσας, από το 1996 μέχρι και σήμερα, και του ίδιου του Εναγόμενου 2 (ΜΥ1). Ο ΜΕ1, από το 2015 μέχρι το 2021, ήταν τοποθετημένος στο τμήμα οριστικών καθυστερήσεων (recoveries) της Ενάγουσας, όπου ήλεγχε τους λογαριασμούς που τηρούνται στο τμήμα αυτό, όπως οι επίδικοι, και όπου φυλάγονται τα έγγραφα που σχετίζονται με αυτούς. Τα καθήκοντά του αυτά, όπως είπε, τα διατήρησε και όταν τον Φεβρουάριο του 2021 τοποθετήθηκε σε άλλο τμήμα της Ενάγουσας. Αντλεί τη γνώση του για τα γεγονότα από τη θέση του στην Ενάγουσα, που τον εξουσιοδότησε να μαρτυρήσει εκ μέρους της, και από το αρχείο και τα έγγραφα της Ενάγουσας, που κατέχει και χειρίζεται. Ο ΜΕ2, ξεκίνησε από το ταμείο της τράπεζας, και σήμερα είναι διευθυντής καταστήματος. Δεν αμφισβητήθηκε η σχέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 με την Ενάγουσα και η εξουσιοδότησή τους από την Ενάγουσα να μαρτυρήσουν εκ μέρους της. Ο ΜΕ1 ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα που σχετίζονται με την μετονομασία της Τράπεζας από Alpha Bank Ltd σε Alpha Bank Cyprus Ltd, και την ιδιότητά της, προσκομίζοντας σχετικά έγγραφα (Τεκμήριο 1). Δεν αμφισβητήθηκαν τα γεγονότα αυτά. Ο ΜΕ1 δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, όπως ο ίδιος ανέφερε. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε αφορμή, για να του υποβληθεί από τον συνήγορο των Εναγόμενων πως δεν μπορεί να γνωρίζει τα επίδικα θέματα, εφόσον οι Εναγόμενοι αμφισβητούν τη σύναψη των συμφωνιών. Ο ΜΕ1 απάντησε με φυσικότητα πως, από τα έγγραφα που κατέχει, φαίνεται να συνάφθηκαν οι συμφωνίες, εφόσον φέρουν υπογραφές από τις δύο πλευρές, δηλαδή και τα στοιχεία και τις υπογραφές των Εναγόμενων. Ανέφερε, μέσα από τα έγγραφα που κατέχει, πως προκύπτει το γεγονός πως ο Εναγόμενος 1 είχε αιτηθεί ο ίδιος την παροχή δανείου και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων, και η Ενάγουσα, την 19.07.2002, με επιστολή της, αποδέχθηκε την αίτηση του Εναγόμενου 1, και συμφώνησε να του παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις με συγκεκριμένους όρους, προϋποθέσεις και εγγυήσεις, που στη συνέχεια Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε την 14.08.
  4. Προσκόμισε την επιστολή ημερομηνίας 19.07.2002 (Τεκμήριο 2). Στο Τεκμήριο 2, που απευθύνεται προς τον Εναγόμενο 1, με αναφορά σε συγκεκριμένη διεύθυνση, αναφέρεται αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 16.07.2002, και δια του εγγράφου αυτού πληροφορείται ο Εναγόμενος 1 πως έχει εγκριθεί η χορήγηση σε αυτόν ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.2.000,00 (Λίρες Κύπρου), με τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόμενων 2 και 3, τα ονοματεπώνυμα και οι αριθμοί ταυτότητας των οποίων αναγράφονται. Στο ίδιο έγγραφο, αναφέρεται το επιτόκιο και τα άλλα δικαιώματα/έξοδα και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις και όροι. Όπως επισημαίνεται στο τέλος της επιστολής, η ίδια δεν δημιουργεί υποχρέωση στην Τράπεζα και οι σχέσεις θα διέπονται από τους όρους συμβάσεων που υπογράφθηκαν ή θα υπογράφονταν, οπότε και το περιεχόμενο της επιστολής θα αποτελούσε μέρος τους. Θα έπρεπε, εάν ο Εναγόμενος 1 αποδέχεται την έγκριση αυτή, εντός 30 ημερών, να την επιστρέψει υπογεγραμμένη, ούτως ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία χορήγησης της διευκόλυνσης. Μετά την πάροδο των 30 ημερών, δεν θα ίσχυε η έγκριση. Στο Τεκμήριο 2, υπάρχει ενυπόγραφη δήλωση αποδοχής από μέρους του Εναγόμενου 1, με ημερομηνία 14.08.
  5. Δεν αμφισβητήθηκαν οι δηλώσεις γεγονότων που περιέχονται στο Τεκμήριο
  6. Την 27.07.2002, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης, ως απαιτούσε το Τεκμήριο 2 (Τεκμήριο 4), οπότε την 14.08.2002, ημερομηνία εντός των 30 ημερών ισχύος του Τεκμηρίου 2, φέρεται να υπογράφθηκε και η συμφωνία ορίου, που επίσης προσκόμισε ο ΜΕ1 (Τεκμήριο 3). Ειδικότερα, τα Τεκμήρια 3 και 4 είναι χαρτοσημασμένα με χαρτόσημα έκδοσης του 2001, φέρουν τα στοιχεία και τις υπογραφές των Εναγόμενων 1, 2 και 3 αντίστοιχα. Ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις, αριθμούς ταυτότητας. Απασχόλησε ιδιαίτερα τη διαδικασία η υπογραφή του Τεκμηρίου 4 από τον Εναγόμενο
  7. Βασικά, ήταν και το θέμα που απασχόλησε σχεδόν αποκλειστικά τη δικαστική διαδικασία. Το Τεκμήριο 4 είναι κανονικά υπογεγραμμένο, ωστόσο ο Εναγόμενος 2 αμφισβήτησε την υπογραφή του, χωρίς, από την άλλη, να εγείρεται στο δικόγραφό του θέμα πλαστογραφίας της υπογραφής του, που υπάρχει στα έγγραφα. Ο ΜΕ2, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν προϊστάμενος στο τμήμα δανείων της Τράπεζας, και μαρτύρησε την υπογραφή του Εναγόμενου 2 στο Τεκμήριο 4, την μαρτύρησε και στο Δικαστήριο, όπου επίσης αναγνώρισε τον ίδιο τον Εναγόμενο 2 στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Δεν υπήρχε περίπτωση, όπως είπε, να είχε υπογράψει ο ίδιος μαρτυρία, χωρίς να μαρτυρεί πράγματι την υπογραφή του πελάτη ή του εγγυητή, αναλόγως. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2 ανέφερε το συγκεκριμένο κατάστημα όπου υπογράφθηκε η συμφωνία, και εξήγησε πως τον Εναγόμενο 2 τον γνώριζαν ως «Άρη» και το γεγονός ότι στην ταυτότητά του αναγράφεται ως «Αριστόδημος» δεν δηλώνει διάσταση στο πρόσωπο, εφόσον είναι ο ίδιος ο αριθμός ταυτότητας. Αρνήθηκε την εκδοχή που του υποβλήθηκε από τον κύριο Μανώλη ότι είχε υπογραφεί στην απουσία του το Τεκμήριο 4, πιθανόν από άλλο πρόσωπο, επειδή ήταν χαλαρές τότε οι διαδικασίες. Ο ΜΕ2 ήταν κατηγορηματικός ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την υπογραφή του Τεκμηρίου 4 από τον Εναγόμενο
  8. Από την άλλη πλευρά, ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1), κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε, προσπαθώντας να δώσει έμφαση, πως το όνομά του, ως αναγράφεται στην ταυτότητά του (Τεκμήριο 16), είναι «Αριστόδημος» και όχι «Άρης», και δεν αναγνώρισε την υπογραφή του στο έγγραφο του Τεκμηρίου
  9. Όλες οι υπογραφές του, όπως είπε, είναι «Αριστόδημος». Όταν, όμως, ερωτήθηκε εάν πήγε ποτέ στην Τράπεζα να υπογράψει, απάντησε πως δεν θυμάται, εφόσον πέρασαν πολλά χρόνια, μιλώντας για τη γνωριμία που είχε με τον Εναγόμενο 1, πρωτοφειλέτη, όπως και με τον ΜΕ
  10. Ανέφερε, επίσης, πως και από τη δική του εμπειρία, έτυχε φορές που υπογραφές τίθεντο και εκτός της Τράπεζας, και προχωρούσαν οι διαδικασίες. Σε αντίθεση με το κενό μνήμης που εκδήλωσε σε σχέση με το εάν πήγε ή όχι στην Τράπεζα να υπογράψει το Τεκμήριο 4, αφήνοντας (ανυποστήρικτες αιχμές) πως ο Εναγόμενος 1 και ο ΜΕ2 τον επέλεξαν εν αγνοία του για να τον βάλουν ως εγγυητή, χρησιμοποιώντας οι ίδιοι το όνομα «Άρης» αντί «Αριστόδημος», θυμόταν και ήταν βέβαιος πως με την Εναγόμενη 3 δεν έχουν βρεθεί μαζί ποτέ σε Τράπεζα για υπογραφή, μόνο με τον Εναγόμενο 1 είχε επαφή. Και να μην υπέγραψαν παράλληλα με την Εναγόμενη 3, όμως, δεν προσθέτει οτιδήποτε στο επιχείρημά του, ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 4, που, πάντως, φέρει υπογραφή που αποδίδεται στον ίδιο και μαρτυρείται κατάλληλα από τον ΜΕ
  11. Εξάλλου, ανέφερε, ο Εναγόμενος 2, πως, πριν από 7 με 8 χρόνια, έλαβε έντυπο της Τράπεζα, και ο Εναγόμενος 1 του είπε πως «θα τα κανονίσει». Στην ίδια πρότασή του, στην οποία ανέφερε πως έλαβε έντυπο της Τράπεζας και ο Εναγόμενος 1 του είπε ότι «θα τα κανονίσει», ανέφερε πως «όταν έρχονταν χαρτιά από την Τράπεζα, είχα αλλάξει διεύθυνση εδώ και αρκετά χρόνια, δεν γνώριζα ότι έπρεπε να ενημερώσω, γι' αυτό δεν έπαιρνα και ενημερώσεις». Όταν ερωτήθηκε εάν επικοινώνησε ποτέ μαζί του ο Εναγόμενος 1, για να ζητήσει βοήθεια για το δάνειο, απάντησε «δεν θυμάμαι, μπορεί και να με πήρε, αλλά δεν θυμάμαι». Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε πως στην καθημερινή του ζωή χρησιμοποιεί το «Αριστόδημος», κατά την αντεξέτασή του, λίγα μόλις λεπτά μετά, δέχθηκε πως οι φίλοι του τον φωνάζουν «Άρη» και γενικότερα είναι γνωστός και ως «Άρης» δηλαδή, και πως τότε ήταν φίλοι με τον Εναγόμενο 1, τον οποίον είχε εγγυηθεί και σε άλλες περιπτώσεις, στον συνεργατισμό. Από εκεί υποθέτει πως γνώριζε τα στοιχεία του ο Εναγόμενος 1 και για την εγγύηση στην Ενάγουσα. Στο Τεκμήριο 4, δέχθηκε πως γραφεί τον δικό του αριθμό ταυτότητας, και τη διεύθυνση στην οποία διέμενε όταν γνώρισε τον Εναγόμενο
  12. Μπορεί, όπως είπε, και να του ανέφερε ο Εναγόμενος 1 για δάνεια στην Ενάγουσα, και να του ζήτησε να τον εγγυηθεί. Μιλούσαν εκείνη την περίοδο. Όταν πήρε την αγωγή, απλώς ο Εναγόμενος 1 είπε «θα τα κανονίσει», και δεν ξαναμίλησαν. Ο ίδιος δεν έκανε κάποια καταγγελία. Όταν ερωτήθηκε από τον κύριο Πολυδώρου «του δικηγόρου υπόγραψες του;», απάντησε «δεν θυμάμαι τι έφαγα χθες», ως «τρόπος του λέγειν». Μέσα στα χρόνια που πέρασαν, δεν ρώτησε και δεν τον ενόχλησε οποιοσδήποτε και νόμιζε πως «κανονίστηκε». Δεν είχε καν το τηλέφωνό του δικηγόρου του, γιατί, όπως λέει, εκπροσωπούσε πρώτα τον πρωτοφειλέτη και μετά τον ίδιο, αλλά εάν γνώριζε πως υπήρχαν προβλήματα, θα ενεργούσε. Όταν μίλησαν με τον δικηγόρο του, στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, του είπε, όταν του έδειξε τα έγγραφα, πως δεν είναι δική του η υπογραφή, και πως το όνομα είναι λάθος, γιατί σε όλα τα έντυπα αναγράφεται πάντα με το βαφτιστικό του όνομα. Το 2015, δεν έδωσε σημασία γιατί του είπαν να μην ανησυχεί, δεν έβαλε «δικό του» δικηγόρο να ελέγξει την υπόθεση, να δει το έγγραφο. Όταν του υποβλήθηκε πως πήγε στην Τράπεζα και υπέγραψε το Τεκμήριο 4, αρνήθηκε, και η βάση της άρνησής του ήταν διότι ο ΜΕ2 ανέφερε πως πήγαν με την Εναγόμενη 3, την οποίαν ο ίδιος είδε μία φορά μόνο, στο σπίτι του Εναγόμενου
  13. Μέσα από τη μαρτυρία του, ο Εναγόμενος 2, δεν έπεισε το Δικαστήριο πως είπε την αλήθεια για το γεγονός πως δεν υπέγραψε το Τεκμήριο
  14. Η επίκληση έλλειψης μνήμης για την υπογραφή και το ότι βάσισε τον ισχυρισμό του σε συνήθεια της χρήσης του βαφτιστικού ονόματός του «Αριστόδημος» αντί «Άρης», με το οποίο όμως τον καλούν οι φίλοι του, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι είχαν σχέση με τον Εναγόμενο 1, μπορεί και να του είχε ζητήσει να τον εγγυηθεί, τον είχε εγγυηθεί και σε άλλη περίπτωση, έλαβε και έντυπο από την Τράπεζα, δεν ήξερε πως έπρεπε να ενημερώσει την Τράπεζα για την αλλαγή της διεύθυνσής του, δίδουν ως πιθανότερη την εκδοχή ο Εναγόμενος 2 να υπέγραψε το Τεκμήριο 4 και εν πάση περιπτώσει να δέχθηκε να εγγυηθεί τον τότε φίλο του, Εναγόμενο 1, χωρίς απλώς να είχε δώσει σημασία στην πιθανότητα να κληθεί να αντιμετωπίσει και τις συνέπειες τέτοιας εγγύησης. Σε αντίθεση με την ασταθή εκδοχή του Εναγόμενου 2, με τα πολλά κενά, ο ΜΕ2, που μαρτύρησε την υπογραφή του Εναγόμενου 2 στο Τεκμήριο 4, είχε σαφή και συγκροτημένο λόγο, δίδοντας τη λογική διάσταση των πραγμάτων, πως δεν υπήρχε λόγος να μπει τυχαία ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής του πρωτοφειλέτη, στην απουσία του, εν αγνοία του, ή και χωρίς τη βούλησή του. Ήταν αρκετά χρόνια μετά, το 2008, που φέρεται να υπογράφθηκε η συμφωνία δανείου, σύμφωνα με τον ΜΕ1, που προσκόμισε το σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 5). Στο Τεκμήριο 5, επίσης, αναφέρονται τα στοιχεία και υπάρχει η υπογραφή του Εναγόμενου
  15. Χρησιμοποιείται διαφορετική διεύθυνση του Εναγόμενου 1, στην ίδια κοινότητα. Η συμφωνία φέρει σφραγίδα χαρτοσήμανσης με ημερομηνία 18.02.
  16. Δεν αμφισβητήθηκε το Τεκμήριο
  17. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και τη συμφωνία εγγύησης που υπογράφθηκε για το δάνειο (Τεκμήριο 6), η οποία αφορά μόνον στην Εναγόμενη 3, και φέρει όλα τα στοιχεία και την υπογραφή της. Δεν αμφισβητήθηκε το Τεκμήριο
  18. Όσον αφορά την υπογραφή του Τεκμηρίου 5, στο κείμενο της συμφωνίας, στο πεδίο του προοιμίου της, αναφέρεται ολογράφως η 14η του Φεβρουαρίου του 2008, και η πρώτη μηνιαία δόση θα ήταν πληρωτέα από την 13.03.
  19. Απλώς στο πεδίο της ενυπόγραφης αποδοχής, αναγράφθηκε η ημερομηνία «14.01.2008», που ήταν η ημερομηνία κατά την οποία ο Εναγόμενος έθεσε την υπογραφή του επί του εγγράφου, αλλά η σύναψη της συμφωνίας φαίνεται να ολοκληρώθηκε την 14.02.
  20. Η χαρτοσήμανση επίσης είναι την 18.02.
  21. Οι υπόλοιπες βεβαιώσεις που συνοδεύουν τη συμφωνία φέρουν επίσης ημερομηνία 14.02.
  22. Το δάνειο, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 12β), πιστώθηκε την 18.02.
  23. Ο ΜΕ1 ανέφερε, στη μαρτυρία του, επίσης, πως ήταν 14.02.2008 που συνάφθηκε η συμφωνία δανείου. Την 14.01.2008, φαίνεται να έθεσε την υπογραφή της και η Εναγόμενη 3 στο Τεκμήριο 6, που συνάφθηκε, σύμφωνα και με την μαρτυρία του ΜΕ1, που συνάδει με τις υπόλοιπες δηλώσεις στα έγγραφα, την 14.02.
  24. Δεν αμφισβητήθηκαν τα Τεκμήρια 5 και
  25. Η 14.01.2008, που ήταν η ημερομηνία που οι Εναγόμενοι 1 και 3 έθεσαν τις υπογραφές τους στα Τεκμήρια 5 και 6, ήταν η ίδια ημερομηνία που έθεσαν τις υπογραφές τους και επί της συμφωνίας κάρτας (Τεκμήριο 7) και της συμφωνίας εγγύησης του λογαριασμού κάρτας (Τεκμήριο 8). Οι λειτουργοί της Τράπεζας υπέγραψαν τη συμφωνία κάρτας (Τεκμήριο 7) την 15.01.2008, αλλά ήταν την 14.02.2008 που ο Εναγόμενος 1 έλαβε τη συμφωνία κάρτας, όπως είναι η ημερομηνία στη σχετική βεβαίωση, ενώ και η αποδοχή της συμφωνίας εγγύησης από την Τράπεζα όσον αφορά την κάρτα (Τεκμήριο 8), ήταν την 14.02.
  26. Αμφότερες οι συμφωνίες, επίσης, χαρτοσημάνθηκαν την 18.02.2008, ενώ σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού κάρτας (Τεκμήριο 12γ), η χρήση κάρτας άρχισε από την 16.02.
  27. Δεν αμφισβητήθηκαν τα Τεκμήρια 7 και
  28. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς τα Τεκμήρια 2, 3, 5, 6, 7 και 8 δεν αμφισβητήθηκε, ενώ έγινε αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 σε σχέση με την υπογραφή του Τεκμηρίου 4 από τον Εναγόμενο
  29. Ο συνήγορος των Εναγόμενων, στην αγόρευσή του, εισηγείται ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι ανεπαρκής γιατί ήταν «τυπική», για να προσκομίσει έγγραφα, και ο ίδιος δεν είχε ουσιαστική γνώση, γι' αυτό δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Παραπέμπει στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Σαλούμη

(2006)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση εκείνη, η μάρτυρας της Τράπεζας κρίθηκε αξιόπιστη, αλλά το πρωτόδικο δικαστήριο είχε κρίνει πως ήταν ανεπαρκής η μαρτυρία της, καθότι δεν είχε στοιχειοθετήσει γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, η ακρόαση της οποίας διεξήχθη με τρόπο που έδειχνε ότι υπό τις περιστάσεις θα έπρεπε η Τράπεζα να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία, για να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε. Στηριζόμενη στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Σαλούμη (ανωτέρω), και στο γεγονός πως ο ΜΕ1 εργοδοτήθηκε στην Ενάγουσα από το 2015 και δεν ήταν ο ίδιος παρών κατά τη σύναψη των συμφωνιών, η πλευρά των Εναγόμενων δεν προχώρησε στην αμφισβήτηση άλλων θεμάτων, από όσα μαρτύρησε ο ΜΕ
  2. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Σαλούμη (ανωτέρω) ήταν στη βάση των δικών της περιστατικών[3]. Ο λόγος της (ratio decidendi) δεν ερμηνεύεται πως είναι πάντοτε ανεπαρκής η μαρτυρία που δίδεται από εκπρόσωπο νομικού προσώπου, εάν ο ίδιος δεν έχει προσωπική εμπλοκή και γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση του νομικού προσώπου. Ο ΜΕ1 ανέφερε στο Δικαστήριο πως εργάζεται στην Ενάγουσα, που είναι νομικό πρόσωπο, και ότι μαρτυρεί εκ μέρους της. Δεν ανέφερε πως δίδει μαρτυρία βασιζόμενη σε δικό του βίωμα. Ήταν ο βασικός μάρτυρας της Ενάγουσας. Εξήγησε από πού αντλεί τη γνώση του για τα γεγονότα της υπόθεσης. Από ιδία πρόσβαση στα αρχεία της Ενάγουσας, που έχει λόγω των σχετικών καθηκόντων του στην Ενάγουσα. Δεν απαιτείται να έχει προσωπική εμπλοκή και στη σύναψη των συμφωνιών, σε όλες τις χρονικές στιγμές που εκείνες συνάφθηκαν ή λειτούργησαν, για να αποδειχθεί ότι αυτές όντως συνάφθηκαν και λειτούργησαν. Ούτε η προσκόμιση μαρτυρίας (άμεσης ή εξ ακοής) από όλα τα φυσικά πρόσωπα που μετείχαν στην σύναψη και λειτουργία των συμφωνιών είναι αποκλειστικό προαπαιτούμενο απόδειξης του γεγονότος ότι οι συμφωνίες συνάφθηκαν με το νομικό πρόσωπο, και λειτούργησαν. Αναλόγως του είδους και της έκτασης της αμφισβήτησης μπορεί, όπως διαμορφώνεται το βάρος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, σε ορισμένες περιπτώσεις, να χρειάζεται περαιτέρω μαρτυρία, για να ενισχύσει μια πραγματική εκδοχή. Δεν χρειάστηκε στην προκειμένη περίπτωση. Ο ΜΕ1 κατέχει και παρουσίασε έγγραφη μαρτυρία, που αναμφίβολα προέρχεται από το αρχείο της Ενάγουσας, στο οποίο έχει ιδία πρόσβαση και δια του οποίου αντλεί ιδία γνώση για τα θέματα της Ενάγουσας, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κι αν έλαβαν χώρα, και η μαρτυρία αυτή που προσκόμισε δείχνει ξεκάθαρα, μεταξύ άλλων, τη σύναψη των έγγραφων συμφωνιών. Μέσα από τη σύντομη αντεξέταση του ΜΕ1, δεν διαφάνηκε αδυναμία του να εξηγήσει τα γεγονότα της υπόθεσης, για να τίθεται θέμα ανεπάρκειάς της. Δεν αναδείχθηκε απλά «τυπικός» ρόλος του, προσαγωγής εγγράφων στο Δικαστήριο από αυτόν, αφήνοντας μετέωρη την ανάγκη απόδειξης των γεγονότων και χωρίς δυνατότητα του ιδίου να αναλύσει την ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης. Εκπροσωπώντας την Ενάγουσα στο Δικαστήριο, έδωσε με πληρότητα τη μαρτυρία της Ενάγουσας. Η μαρτυρία του ΜΕ1 παρέμεινε επαρκής και μετά την αντεξέτασή του. Η απλή γενική άρνηση στο δικόγραφο, η οποία μάλιστα συγχέεται και με ισχυρισμούς που την αναιρούν (π.χ. παραδοχή ύπαρξης συναλλαγών του Εναγόμενου 1 με την Ενάγουσα, ισχυρισμοί περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών λόγω του τρόπου σύναψής τους, κ.λπ.), με σεβασμό, δεν επαυξάνει το βάρος που έχει η Ενάγουσα, ώστε, για να αποδείξει τη σύναψη συμφωνίας που απλώς τυγχάνει άρνησης, να πρέπει να προσκομίσει προφορική βεβαιωτική μαρτυρία από όλα τα φυσικά πρόσωπα που ενεπλάκησαν στη σύναψή της. Ιδίως εάν η αμφισβήτηση, και στο δικόγραφο και στη ζωντανή ακροαματική διαδικασία, δεν είναι τέτοια που να δίδει μια πιθανή πραγματική εκδοχή, αλλά, συναρτώμενη με τα λοιπά δεδομένα της υπόθεσης, σημαίνει μόνον (και περιορίζεται σε αυτό) την πρόκληση από πλευράς των Εναγόμενων να προσκομιστούν οι έγγραφες συμφωνίες που η Ενάγουσα δικογραφεί πως συνάφθηκαν, για να καταδειχθεί εξ αυτών πως είναι υπογεγραμμένες, κατά τρόπο που να προκύπτει συμφωνία του περιεχομένου τους. Οποιαδήποτε άλλη διάσταση πραγμάτων (π.χ. απάτη, πλαστογραφία, κ.λπ.), θα πρέπει να δικογραφείται, για να μπορεί να εστιάσει και η δίκη στο ανάλογο ζητούμενο. Η μαρτυρία της Ενάγουσας, δια του ΜΕ1, είναι αποδεκτή στο σύνολό της, ως αληθής σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, και επαρκής για την απόδειξη του γενικά αμφισβητούμενου γεγονότος ότι έχουν συναφθεί οι επίδικες συμφωνίες, με το περιεχόμενο το οποίο φέρουν. Όπως εκτίθεται και στο Τεκμήριο 3, η συμφωνία ορίου διέπεται από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο 39(Ι)/2001, που ήταν σε ισχύ κατά την υπογραφή της. Ο Ν.39(Ι)/2001, ως ίσχυε, ρύθμιζε και τη συμφωνία δανείου του Τεκμηρίου 5 και τη συμφωνία κάρτας του Τεκμηρίου
  3. Το περιεχόμενο όλων των επίδικων συμφωνιών, περιλαμβανομένων των βεβαιώσεων που τις συνοδεύουν, συνάδει με τις απαιτήσεις του εν λόγω νόμου, και δεν υποδεικνύεται οποιαδήποτε απόκλιση. Όσον αφορά την εγγύηση του ορίου (Τεκμήριο 4), προϋποτίθετο, με βάση το Τεκμήριο 2, για να μπορέσει η Τράπεζα να χορηγήσει στον Εναγόμενο 1 την εγκριθείσα διευκόλυνση ορίου με βάση το Τεκμήριο
  4. Το γεγονός πως υπογράφθηκε την 27.07.2002, δηλαδή μετά την έγκριση ημερομηνίας 19.07.2002 και πριν από την συμφωνία χορήγησης του ορίου την 14.08.2002, δηλοί την εκπλήρωση της προϋπόθεσης της παροχής αυτής της εξασφάλισης, και δεν αποκόπτει την εγγύηση από τη διευκόλυνση, που φαίνεται να είναι στο ίδιο γεγονοτικό πλαίσιο. Η εγγύηση του Τεκμηρίου 4 ήταν συνεχής και απεριόριστη, ωστόσο, με βάση όσα αναγράφονται και στα Τεκμήρια 3, 5, και 7, και λαμβάνοντας υπόψη πως για τις συμφωνίες δανείου και κάρτας και η Εναγόμενη 3 υπέγραψε άλλες εγγυήσεις, το Τεκμήριο 4 φαίνεται να δόθηκε την 25.07.2002 μόνον για την εξασφάλιση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό. Εξάλλου, δεν προσκομίστηκε κάποια ενημέρωση προς τον Εναγόμενο 2 για την χορήγηση προς τον Εναγόμενο 1 οποιασδήποτε περαιτέρω διευκόλυνσης. Από την ίδια τη δικογράφηση της Ενάγουσας, και από τη μαρτυρία του ΜΕ1 (παράγραφοι 13 και 15 της γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Α), επίσης, εκλαμβάνεται ότι ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε μόνον το όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό, και η Εναγόμενη 3 εγγυήθηκε όλες τις επίδικες διευκολύνσεις, αν και η Ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή της εναντίον του Εναγόμενου 2 όλα τα οφειλόμενα ποσά. Λόγω της εστίασης της πλευράς των Εναγόμενων στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, ιδίως από πλευράς του Εναγόμενου 2, δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ1 οποιαδήποτε θέση πως παραλείφθηκε οποιαδήποτε διαδικασία οφείλονταν με βάση οποιονδήποτε νόμο. Δεν υποδείχθηκε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απαλλαγή των Εναγόμενων από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, ο τρεχούμενος λογαριασμός, που εξακολουθούσε να έχει όριο €3.417,20 (Λ.Κ.2.000,00), την 17.02.2015, παρουσίασε υπέρβαση. Ειδικότερα, παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο €6.416,03, που ήταν κατά €2.998,83 σε υπέρβαση. Ο λογαριασμός δανείου, επίσης, παρουσίαζε καθυστερήσεις ύψους €2.984,70, και ο λογαριασμός κάρτας παρουσίαζε καθυστερήσεις ύψους €5.326,
  5. Επομένως, την 17.02.2015, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολές ημερομηνίας 17.02.2015, προς όλους τους Εναγόμενους, που είναι οι επιστολές του Τεκμηρίου 9, καλώντας τους, μεταξύ άλλων, να ομαλοποιήσουν τη λειτουργία των λογαριασμών και να άρουν τις παραβάσεις. Στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο. Προσκομίστηκαν οι σχετικές αποδείξεις συστημένης αποστολής (Τεκμήριο 9ιγ). Δεν αμφισβητήθηκε η παραλαβή των επιστολών του Τεκμηρίου
  6. Με τις ίδιες επιστολές, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν και για τον τοκισμό των διευκολύνσεων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, που επίσης δεν αμφισβητήθηκε, επειδή οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 17.02.2015, και εξακολουθούσαν να υπάρχουν υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό και καθυστερήσεις στον λογαριασμό δανείου και στον λογαριασμό κάρτας, στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο και οι επιστολές του Τεκμηρίου 10, ημερομηνίας 12.03.2015, σε όλους τους Εναγόμενους. Δεν αμφισβητήθηκε η παραλαβή των επιστολών του Τεκμηρίου
  7. Με τις ίδιες επιστολές, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν και για τον τοκισμό των διευκολύνσεων. Επίσης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, δεν υπήρξε ανταπόκριση στις επιστολές ημερομηνίας 12.03.
  8. Κατά την 18.05.2015, το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν €6.440,03, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ήταν €3.008,70 και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κάρτας ήταν €5.338,
  9. Τότε η Ενάγουσα απέστειλε προς όλους τους Εναγόμενους, με συστημένο ταχυδρομείο, ειδοποιήσεις τερματισμού δια των οποίων προέβη σε απαίτηση πληρωμής των οφειλόμενων ποσών (Τεκμήριο 11). Δεν αμφισβητήθηκε η παραλαβή των επιστολών του Τεκμηρίου
  10. Με τις ίδιες επιστολές, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν εκ νέου και για τον τοκισμό των διευκολύνσεων. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του, που δεν αμφισβητήθηκε, όλες οι επιστολές που ανέφερε στάλθηκαν στους Εναγόμενους με συστημένο ταχυδρομείο στις διευθύνσεις που δήλωσαν στις επίδικες συμφωνίες και δεν φαίνονται να έχουν επιστραφεί. Επισημαίνει επίσης πως οι Εναγόμενοι ουδέποτε είχαν αμφισβητήσει είτε τις συμφωνίες είτε τις χρεώσεις που γίνονταν στους επίδικους λογαριασμούς. Δεν αμφισβητήθηκαν αυτοί οι ισχυρισμοί του ΜΕ
  11. Ο ΜΕ1 προσκόμισε αναλυτικές καταστάσεις όλων των επίδικων λογαριασμών (Τεκμήριο 12), εξηγώντας πως αποτελούν αντίγραφα των καταχωρίσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας, που είναι μηχανογραφημένο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ήταν, όπως είπε, από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας, όλες οι καταχωρίσεις έγιναν κατά τη συνήθη λειτουργία της, βρίσκονται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της Ενάγουσας στις εγκαταστάσεις της, όπου έχουν πρόσβαση μόνον οι λειτουργοί της Ενάγουσας. Προσκόμισε, επίσης, αναδομημένες καταστάσεις όλων των λογαριασμών, από τις οποίες αφαιρέθηκαν οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα, που η Ενάγουσα δεν αξιώνει (Τεκμήριο 13), τη λειτουργία των οποίων εξήγησε. Δεν αμφισβητήθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμών της Ενάγουσας κατά τη διαδικασία. Ο ΜΕ1 εξήγησε, επίσης, στη μαρτυρία του, τους λόγους για τους οποίους η Ενάγουσα χρέωσε τόκο υπερημερίας. Ανέφερε αναλυτικά τον χρεωστικό τόκο με τον οποίον χρεώνονταν κάθε ένας από τους επίδικους λογαριασμούς, καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του, προσκομίζοντας, επίσης, δέσμη με σχετικές δημοσιεύσεις που έγιναν στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 14). Δεν αμφισβητήθηκαν τα γεγονότα που ανέφερε. Με βάση το Τεκμήριο 13, το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού που αξιώνει η Ενάγουσα είναι €5.716,19, πλέον τόκος προς 8,295% ετησίως από την 05.10.2022 μέχρι εξόφλησης. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου είναι €3.649,90 πλέον τόκος προς 10,45% ετησίως από την 05.10.2022 μέχρι εξόφλησης. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κάρτας είναι €10.697,32 πλέον τόκος προς 14,3% ετησίως από την 05.10.2022 μέχρι εξόφλησης. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία αυτή του ΜΕ1, ούτε το Τεκμήριο
  12. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η μαρτυρία του ΜΕ1 πως, με βάση τις επίδικες συμφωνίες, η Ενάγουσα μπορεί να κεφαλαιοποιεί τον τόκο δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Δεν προσκομίστηκε από τον ΜΕ1 οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με το επίδικο όχημα, και δεν προωθήθηκε η σχετική αξίωση της Ενάγουσας. Η μαρτυρία του ΜΕ1 επαρκεί για την απόδειξη της απαίτησης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 για τα χρεωστικά υπόλοιπα όλων των επίδικων λογαριασμών που φαίνονται στο Τεκμήριο 13, και η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 επαρκεί για την απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 2 για το χρεωστικό υπόλοιπο στον τρεχούμενο λογαριασμό. Τα έξοδα της αγωγής, ακολουθώντας το αποτέλεσμά της, είναι δικαιότερο να επιδικαστούν προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων, ασχέτως της μη προώθησης και των αξιώσεων της Ενάγουσας που σχετίζονται με το όχημα. Η αγωγή καταχωρίστηκε στην κλίμακα €10.000,00 - €50.000,00, ωστόσο το αποτέλεσμα, όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, είναι σε κλίμακα €2.000,00 - €10.000,
  13. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση:
  14. Οι Εναγόμενοι 1, 2, και 3, να πληρώσουν στην Ενάγουσα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €5.716,19, πλέον τόκος προς 8,295% ετησίως, από την 05.10.2022 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.
  15. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 να πληρώσουν στην Ενάγουσα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €3.649,90, πλέον τόκος προς 10,45% ετησίως, από την 05.10.2022 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.
  16. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 να πληρώσουν στην Ενάγουσα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €10.697,32, πλέον τόκος προς 14,3% ετησίως, από την 05.10.2022 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.
  17. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 να πληρώσουν στην Ενάγουσα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, τα έξοδα της αγωγής, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο σε κλίμακα €10.000,00 - €50.000,
  18. Ο Εναγόμενος 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους 1 και 3, να πληρώσει την Ενάγουσα τα έξοδα της αγωγής, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο σε κλίμακα €2.000,00 - €10.000,
  19. Οι αξιώσεις της Ενάγουσας υπό την παράγραφο 25Β του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησής της απορρίπτονται, λόγω μη προώθησης. (Υπ.) ......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
  1. [3] Βλ. και Ρώσσου ν. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 448/2012, ημερομηνίας 17.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.