B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, Αγωγή αρ. 2218/2015, 27/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2218/2015 B2KAPITAL CYPRUS LTD Ενάγουσα ν. ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Θ. Αρέστη - Τρύφωνος (κα) Για τον Εναγόμενο: Α. Γεωργιάδης για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η αγωγή κινήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (προηγούμενα Τράπεζα Κύπρου Λτδ), ημεδαπή εταιρεία που ασκεί τραπεζικές εργασίες, και που απέκτησε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (προηγούμενα Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και Marfin Popular Bank Public Co Ltd), που επίσης διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες. Με ειδοποίηση ημερομηνίας 19.06.2020, με βάση τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο 169(Ι)/2015, η αγωγή συνεχίστηκε από την Ενάγουσα, εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, η οποία απέκτησε τα δικαιώματα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Όπου εδώ γίνεται αναφορά στην «Τράπεζα», θα εννοείται η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ή η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με οποιεσδήποτε προηγούμενες ονομασίες τους. Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ποσό €45.866,11, πλέον τόκο, βάσει συμφωνίας εγγύησης που συμβλήθηκε ο Εναγόμενος με την Τράπεζα, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων τρίτου προσώπου που απορρέουν από συμφωνία ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό. Ο Εναγόμενος είναι ο Εναγόμενος 3 στην αγωγή, στην οποία συνενώθηκαν οι απαιτήσεις της Ενάγουσας εναντίον του πρωτοφειλέτη και άλλου προσώπου. Για τους σκοπούς της απόφασης, ο Εναγόμενος 3 αναφέρεται ως «ο Εναγόμενος». Ειδικότερα, η Τράπεζα, με βάση συμφωνία ορίου ημερομηνίας 10.03.2004, συνέχισε να χορηγεί στον πρωτοφειλέτη όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό αυξημένο, ύψους Λ.Κ.25.000,00 (προηγούμενα Λ.Κ.15.000,00), υπό τους όρους που περιλήφθηκαν στο κείμενο της συμφωνίας, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων όρους σχετικά με τον τοκισμό της διευκόλυνσης, και που συμπληρώνεται με όσα περιλαμβάνονται στον Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων που παραδόθηκε στον πρωτοφειλέτη και στους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς. Αναφορά θα γίνει όπου χρειάζεται. Την 09.03.2004, είχε σταλεί επιστολή στον Εναγόμενο, την οποία ο Εναγόμενος παρέλαβε και υπέγραψε, δηλώνοντας πως δεν επιθυμεί να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για την εγγύηση που προτίθεται να παραχωρήσει. Την 10.03.2004, εγγυήθηκε προσωπικά και αλληλέγγυα όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, μέχρι το ποσό κεφαλαίου των Λ.Κ.30.000,00 (€51.258,04), αναλαμβάνοντας την υποχρέωση πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού, με την απαίτηση πληρωμής του. Οι όροι της συμφωνίας εγγύησης περιλαμβάνονται στο κείμενό της, και αναφορά θα γίνει όπου χρειάζεται. Επειδή ο πρωτοφειλέτης δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας ορίου ως προς την χρήση του ορίου, που παρουσίασε υπερβάσεις και καθυστερήσεις, η Τράπεζα, κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης ημερομηνίας 22.10.2013, στην οποία δεν υπήρξε ανταπόκριση, την 14.01.2014, προέβη στην απαίτηση της πληρωμής του συνόλου του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, που τότε ανέρχονταν σε €37.760,46 πλέον τόκο. Επιστολή απαίτησης πληρωμής ημερομηνίας 14.01.2014 είχε σταλεί και στον Εναγόμενο. Ο πρωτοφειλέτης χρησιμοποίησε και τον τρεχούμενο λογαριασμό την 27.10.2015 και κατά την Ενάγουσα οφείλει το ποσό που αξιώνει με την αγωγή της και εναντίον του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως δεν ήταν έγκυρη η συμφωνία εγγύησης ως συνάφθηκε. Στο δικόγραφό του, αναφέρεται σε σύγκρουση με τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001 (άρθρα 8, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 25, 27, 30, 32, 33, 34, 35, 36, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 53 & 54), τον περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμο του 2008 (άρθρο 6), τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (άρθρο 3) και στον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (άρθρο 5), και θέτει ζήτημα καταχρηστικών ρητρών ή και παράλογων και άδικων συναλλαγών. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά στους όρους που σχετίζονται με μονομερή τερματισμό, ζητήματα που αποφασίζονται κατά την απόλυτη ή μονομερή κρίση του πιστωτή, όπως η αύξηση του επιτοκίου, των τραπεζικών δικαιωμάτων, των προμηθειών, η επιβολή τόκου υπερημερίας, η ένωση λογαριασμών, η απαίτηση πρόωρης πληρωμής, η παραίτηση από προειδοποιήσεις, ενημερώσεις και άλλα δικαιώματα των εγγυητών, και η μονομερής τροποποίηση όρων της πιστωτικής συμφωνίας χωρίς ενημέρωση του εγγυητή. Σε κάθε περίπτωση, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως απαλλάχθηκε από οποιαδήποτε υποχρέωσή του, λόγω της συμπεριφοράς της Τράπεζας, ήτοι μεταβολών στις συναλλαγές ή τους όρους τους, πράξεων ή παραλείψεων που είχαν ως συνέπεια την απαλλαγή του πρωτοφειλέτη ή λόγω συμβιβασμού μεταξύ τους ή παραστάσεων πως δεν θα λαμβάνονταν μέτρα ή και λόγω ανάκλησης της εγγύησης του Εναγόμενου, προφορικά και με επιστολές ημερομηνίας 05.07.2011 και 14.01.
- Πρόσθετα, και χωρίς βλάβη των λοιπών υπερασπίσεών του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως υπάρχουν υπερχρεώσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό που προκύπτουν γιατί χρεώθηκαν ποσά υπό μορφή εξόδων και τόκων που δεν προνοούνταν ή που απορρέουν από νομικά ελαττωματικές ρήτρες. Πρόσθετα, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως ουδέποτε οχλήθηκε ή ειδοποιήθηκε με τον δέοντα τρόπο, πριν από την έγερση αγωγής, και αυτή η παράλειψη συνιστά κώλυμα διεκδίκησης οποιουδήποτε ποσού εναντίον του. Ο τερματισμός της διευκόλυνσης δεν ήταν έγκυρος, αλλά και η αγωγή δεν ήταν λογικά αναγκαία εναντίον του για την εξόφληση τυχόν χρέους του πρωτοφειλέτη. Όσον αφορά τις επιστολές που δικογραφεί η Ενάγουσα, επειδή φέρουν τη φράση «άνευ βλάβης» δεν έχουν νομική σημασία, ενώ και οι ημερομηνίες τους είναι λανθασμένες. Η αξίωση της Ενάγουσας, όπως αναφέρει, δεν στηρίζεται στα γεγονότα, ούτε στον περί Συμβάσεων Νόμο, και γενικότερα τη νομοθεσία, και είναι αόριστη, πρόωρη ή αυτοαναιρούμενη. Ζητά την απόρριψη της αγωγής αυτής. Εκ των δικογράφων, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφασίσει εάν ο Εναγόμενος, που αδιαμφισβήτητα υπέγραψε έγγραφο εγγύησης, κατέστη έγκυρα εγγυητής των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη έναντι στην Τράπεζα, ή όχι. Εάν ναι, κατά πόσον συνέτρεξε, στην πορεία της συμβατικής σχέσης, λόγος απαλλαγής του, ή η εάν Τράπεζα προέβη σε δέουσα απαίτηση πληρωμής, που ενεργοποίησε την εγγυητική ευθύνη του Εναγόμενου. Σε περίπτωση που ενεργοποιήθηκε η εγγυητική ευθύνη και ο Εναγόμενος οφείλει να πληρώσει το χρέος του πρωτοφειλέτη, ζητούμενο να αποφασιστεί είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού, κι αν η Ενάγουσα νομιμοποιείται να αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό αυτό. Διαδικασία Για την απόδειξη της απαίτησής της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο Άντη Κωνσταντίνου (ΜΕ1) (Έγγραφο Α), ο οποίος αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου. Κατατέθηκε έγγραφη μαρτυρία, που αποτελείται από τα Τεκμήρια 1 έως 25 που αναφέρονται στον Πίνακα Α (Έγγραφο Β) και από το Τεκμήριο 26, που κατατέθηκε εκ συμφώνου. Δεν προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενου. Για την προφορική μαρτυρία, τηρήθηκαν πρακτικά δίκης, που βρίσκονται στον φάκελο της διαδικασίας. Η έγγραφη μαρτυρία, επίσης, βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων του. Οι αγορεύσεις τους περιλήφθηκαν σε κείμενα, που υιοθετήθηκαν, χωρίς προσθήκες, και επίσης βρίσκονται στον φάκελο της διαδικασίας. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι γενικότερα αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη, την αξιολογεί, να βρει ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί και να προβεί στα ευρήματά του, και βάσει αυτών, να αποφασίσει τη διαφορά. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπου χρειάζεται, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Για ορισμένα ζητήματα, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται να χρειάζεται μαρτυρία ειδικής γνώμης, εάν αυτά βρίσκονται έξω από το πεδίο της κοινής γνώσης και εμπειρίας, και εμπειρογνώμονας, που διαθέτει κατάλληλα προσόντα, μπορεί να εκφέρει γνώμη γι' αυτά, ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο ως προς την κρίση του. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[3]. Ο ΜΕ1, από το 2018 μέχρι και σήμερα, είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας και γνωρίζει τα γεγονότα από τη θέση του και τα έγγραφα που κατέχει και το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αρχείου της Ενάγουσας, από την οποία δήλωσε εξουσιοδοτημένος να δώσει μαρτυρία, εκ μέρους της. Δεν αμφισβητήθηκε η σχέση του με την Ενάγουσα και η εξουσιοδότησή του να δώσει μαρτυρία, ούτε το γεγονός ότι αντλεί τη γνώση του για όσα ανέφερε και κατέθεσε στο Δικαστήριο εκ της θέσης του στην Ενάγουσα και από τα έγγραφα και τα αρχεία στα οποία έχει πρόσβαση. Τα γεγονότα που ανέφερε ο ΜΕ1 σχετικά με τις Τράπεζες, τις μετονομασίες, τις άδειες άσκησης τραπεζικών εργασιών και την εξαγορά της πίστωσης από την Ενάγουσα (Τεκμήρια 1 έως 10), επίσης, δεν αμφισβητήθηκαν. Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου βάσει της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 10.03.2004 του Τεκμηρίου 19, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία ορίου και ειδικότερα τα Τεκμήρια 11, 12,
- Ο Εναγόμενος υπέγραψε τη δήλωση του Τεκμηρίου 17 την 09.03.
- Ότι υπογράφθηκαν τα έγγραφα αυτά και το περιεχόμενό τους, επίσης, δεν αμφισβητείται. Το κύρος της συμφωνίας εγγύησης Ως προς το κύρος της συμφωνίας εγγύησης, στην αγόρευσή του, ο συνήγορος του Εναγόμενου, εστιάζει την επιχειρηματολογία του στη θέση ότι η πιστωτική συμφωνία (Τεκμήριο 11) ήταν αόριστη ή ασαφής ή αβέβαιη, κατ' επέκταση και η συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 19). Αναφέρεται, επίσης, στο επίπεδο ενημέρωσης του Εναγόμενου ως εγγυητή, μέσω της επιστολής του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, συμφωνίες το νόημα των οποίων είναι ασαφές (not certain) ή δεν δύναται να καταστεί σαφές (capable of being made certain) είναι άκυρες (void). Ο βαθμός σαφήνειας (certainty) που χρειάζεται για να έχει κύρος μια συμφωνία εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ενώ η αποτυχία περιγραφής ενός όρου που θα μπορούσε σε ορισμένες συμφωνίες να θεωρείται ουσιώδης (π.χ. τιμή, ενοίκιο, ποιότητα, ποσότητα, χρονική περίοδος, κ.λπ.) δυνατόν να επιδρά στο κύρος της σύμβασης, κατ' επέκταση στη δυνατότητα εκτέλεσής της, δεν συμβαίνει πάντοτε αυτό, εάν η σύμβαση μπορεί να τεκμηριωθεί με μελλοντικές πράξεις, και να καταστεί σαφές το περιεχόμενό της και βέβαιος ο τρόπος με τον οποίον δεσμεύει τα μέρη. Η ασάφεια μπορεί να είναι υπό τύπον αοριστίας ή αφηρημένου νοήματος (vagueness) ή ελλείψεων (incompleteness). Εάν μια συμφωνία είναι τόσο ασαφής και αφηρημένη ώστε να μην μπορεί να αποδοθεί σε αυτήν συγκεκριμένο νόημα, χωρίς να τροποποιηθούν οι αρχικοί της όροι, το Δικαστήριο δεν θα υποκαταστήσει τη βούληση των μερών με δική του ενέργεια, και θα αποφύγει να επιβάλει μια τέτοια συμφωνία. Υπάρχουν, ωστόσο, μέθοδοι άρσης της ασάφειας, όπου υπάρχει, όπως, για παράδειγμα, η χρήση επιχειρηματικών εθίμων και εμπορικών συνηθειών, ή η λογικότητα, ή το δόγμα του διαχωρισμού του ελαττωματικού περιεχομένου, ή η ύπαρξη μηχανισμού διασαφήνισης εγγενώς στη σύμβαση. Αν και μια συμφωνία δεν χρειάζεται να περιλαμβάνει κάθε λεπτομέρεια, χρειάζεται να περιλαμβάνει τους ουσιώδεις όρους, για να θεωρείται πλήρης και όχι ελλιπής (π.χ. η συμφωνία της τιμής σε μια συμφωνία πώλησης είθισται να είναι ουσιώδης όρος). Σε μια συμφωνία λόγου χάριν δανείου, μια ρήτρα που δίδει τη δυνατότητα στον πιστωτή να διαφοροποιεί τον τόκο από καιρό σε καιρό, αναλόγως κάποιων παραγόντων, περιλαμβανομένης της κατάστασης του δανείου ή των εξωτερικών συνθηκών της οικονομίας, δεν είναι κατ' ανάγκη ασαφής ή αόριστη ή ελλιπής. Απλώς μια τέτοια εξουσία του πιστωτή, να ασκεί διακριτική ευχέρεια στη μεταβολή του επιτοκίου, δεν είναι απεριόριστη, εφόσον συνοδεύεται από τον εξυπακουόμενο όρο ότι η διακριτική του ευχέρεια δεν θα ασκηθεί ανέντιμα, αθέμιτα, με ιδιοτροπία ή αποχή από τη λογική, αλλά θα αντανακλά το επίπεδο με το οποίο ο κάθε λογικός πιστωτής υπό τις περιστάσεις θα ενεργούσε[4]. Ακόμα και σε συμφωνίες όπου υπάρχει ελλιπές νόημα, τα μέρη, από μόνα τους, μπορούν να το συμπληρώσουν, χωρίς κατ' ανάγκη η εξέλιξη να είναι η επίδραση στο κύρος της μεταξύ τους συμφωνίας. Όσον αφορά το Τεκμήριο 11, που συνιστά συμφωνία για μια συνήθη συναλλαγή με Τράπεζα, δεν διακρίνεται οποιαδήποτε ασάφεια, αοριστία ή έλλειψη. Τα μέρη δεν θέλησαν να προκαθορίσουν ή να περιορίσουν (προκαθορίζοντας) το είδος των διευκολύνσεων που θα χορηγούσε η Τράπεζα στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη, που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε διευκόλυνση. Εάν η διευκόλυνση θα ήταν η χορήγηση ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό (δυνατότητα ανάληψης χρημάτων που δεν είναι ήδη πιστωμένα στον λογαριασμό, μέχρι ένα όριο, και αντίστοιχη χρέωσή τους στον τρεχούμενο λογαριασμό), το ύψος του ορίου κάθε φορά, μπορούσε να καθοριστεί και καθορίστηκε εκ των υστέρων μεταξύ των μερών, όπως είναι τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η χρήση του ορίου θα μπορούσε να γίνεται με τρόπους που αναγνωρίζει και εγκρίνει η Τράπεζα (αναλήψεις μετρητών, σύνδεση τρεχούμενου λογαριασμού με βιβλιάριο επιταγών και εξαργύρωση επιταγών, μεταφορές χρημάτων, κ.λπ.), κατ' επιλογή του πρωτοφειλέτη, ο οποίος θα όφειλε να κινεί το όριο μέχρι το εγκεκριμένο ύψος. Τα ίδια τα μέρη στη σύμβαση δεν αμφισβήτησαν το κύρος της, και η σύμβαση λειτούργησε για αρκετά χρόνια στην πράξη, με χρήση του ορίου από τον πρωτοφειλέτη. Όσον αφορά τον τοκισμό, προβλέπεται σαφώς και ο τρόπος τοκισμού της διευκόλυνσης, με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το εκάστοτε καθοριζόμενο βασικό επιτόκιο της Τράπεζας (ΒΕΤ), που ευλόγως καθορίζει η ίδια η Τράπεζα, που κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας ανέρχονταν σε 5,5000%, πλέον περιθώριο 3,80000%, που έδιδαν σύνολο χρεωστικού τόκου 9,30000%. Στη συμφωνία, αναφέρεται και ο τρόπος υπολογισμού του τόκου και το δικαίωμα μεταβολής. Το γεγονός ότι δεν προκαθορίστηκε προμήθεια ή τραπεζικά δικαιώματα σε συγκεκριμένο ποσοστό % δεν σημαίνει απουσία δυνατότητας χρέωσης τραπεζικών δικαιωμάτων ή προμήθειας γενικά, αλλά ούτε και θα ήταν ευλόγως εφικτό να προκαθοριστούν στο κείμενο της συμφωνίας όλων των ειδών τα έξοδα που θα προκύψουν σε αόριστης χρονικής διάρκειας συμβατική σχέση. Εξ ου και γίνεται χρήση Καταλόγου Επιτοκίων και Χρεώσεων (Τεκμήριο 12), που δυνατόν να αναθεωρείται κατά τη χρονική διάρκεια της σύμβασης. Όσον αφορά την εγγύηση του Τεκμηρίου 19, δόθηκε σε αντάλλαγμα της συνέχισης χορήγησης προς τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε διευκόλυνσης. Η ευρύτητα της εγγύησης (να ισχύει για κάθε διευκόλυνση προς τον πρωτοφειλέτη) και η χρονικά αόριστη διάρκειά της (continuing guarantee), δεν σημαίνει ασαφές περιεχόμενο που επιδρά στο κύρος της συμφωνίας εγγύησης. Η συνεχής εγγύηση προβλέπεται και στο άρθρο 87 του Κεφ. 149, ως η εγγύηση που εκτείνεται σε σειρά συναλλαγών. Η εγγύηση θα ίσχυε για το τελικό υπόλοιπο που θα καθίστατο πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, μέχρι του ποσού κεφαλαίου των Λ.Κ.30.000,00, πλέον τόκοι και έξοδα, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίον ο πρωτοφειλέτης θα δημιουργούσε το χρέος αυτό (του τρόπου με τον οποίο θα κινούσε το όριο). Η επιστολή του Τεκμηρίου 17 δεν είναι επιστολή προσυμβατικής ενημέρωσης προς τον εγγυητή. Είναι επιστολή δια της οποίας συστήνεται στον Εναγόμενο, για τη δική του προστασία, για τα έγγραφα εξασφαλίσεων που τυχόν θα υπογράψει, επειδή μετά την υπογραφή τους θα είναι δεσμευτικά, να αναζητήσει τυχόν αναγκαία νομική συμβουλή. Ο Εναγόμενος, την 09.03.2004, πριν από την υπογραφή του Τεκμηρίου 11, δήλωσε πως δεν επιθυμούσε ανεξάρτητη νομική συμβουλή για τη χορήγηση εγγύησης ύψους Λ.Κ.30.000,00 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Η πλευρά του Εναγόμενου παραπέμπει στον περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197(Ι)/
- Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευσή του, την 31.12.
- Όπως προκύπτει από την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2, η αναφορά σε «δάνειο» περιλαμβάνει και οποιαδήποτε χρηματοπιστωτική διευκόλυνση. Συνάγεται πως η χορήγηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό συνιστά «δάνειο» με την έννοια του νόμου αυτού και η συμφωνία δανείου περιλαμβάνει και τη συμφωνία για τη χορήγηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό. Με τον τροποποιητικό Νόμο 8(Ι)/2004, ο οποίος δημοσιεύθηκε την 06.02.2004, και συνιστά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 15, η ισχύς, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5, που προέβλεψε για την προηγούμενη ενημέρωση του προτιθέμενου εγγυητή για τις διευκολύνσεις στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, είχε ανασταλεί μέχρι την 30.04.
- Τα Τεκμήρια 17 και 19 υπογράφθηκαν την 09.03.2004 και 10.03.2004 αντίστοιχα. Δεν προκύπτει παράλειψη προσυμβατικής ενημέρωσης του εγγυητή με βάση τον Νόμο 197(Ι)/
- Κατά τον χρόνο σύναψης των επίδικων συμφωνιών, ήταν σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(Ι)/1999, στον οποίο επίσης παραπέμπει η πλευρά του Εναγόμενου. Το άρθρο 3, ως είχε πριν από την τροποποίησή του, το οποίο θεσπίζει την υποχρέωση για διαφάνεια στις χρεώσεις, ορίζει πως όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν πιστωτική διευκόλυνση, εν προκειμένω τον πρωτοφειλέτη, για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται, τον τρόπο που θα υπολογίζεται και τον χρόνο που θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στον λογαριασμό του. Επίσης, λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις εξόδων που σχετίζονται με την πιστωτική διευκόλυνση. Περαιτέρω, υποχρέωση να ενημερώνουν για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στον χρόνο καταβολής του είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση. Τέλος, να μην ανατοκίζουν περισσότερες από δύο φορές ετησίως. Το Τεκμήριο 11 ενημερώνει επαρκώς τον πρωτοφειλέτη στον οποίο χορηγήθηκε η διευκόλυνση για τα ζητήματα που προβλέπει ο νόμος αυτός, όπως και τα Τεκμήρια 12 και 13 από τα οποία συνοδεύεται. Δεν τίθεται θέμα εξ υπαρχής ακυρότητας της συμφωνίας ορίου για οποιονδήποτε λόγο σχετίζεται με τον Νόμο 160(Ι)/
- Ούτε της συμφωνίας εγγύησης, η οποία, εφόσον είναι συνεχής, δεν θα ήταν αναμενόμενο να αναγράφει στο δικό της κείμενο τον τρόπο τοκισμού συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης. Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων που προβάλλει ο Εναγόμενος, είτε στο δικόγραφό του είτε στην τελική επιχειρηματολογία του, που να μπορεί να απολήξει σε πρόβλημα κύρους στη συμφωνία εγγύησης του Τεκμηρίου
- Εξάλλου, η θέση αυτή της πλευράς του Εναγόμενου έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του ιδίου πως με την επιστολή του ημερομηνίας 05.07.2011 τερμάτισε τη συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 26). Επιμέρους ρήτρες που εντοπίζονται στην πιστωτική συμφωνία ή στην συμφωνία εγγύησης, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν νομικά ανίσχυρες ή μη εφαρμόσιμες, δεν επηρεάζουν το σύνολο ή την ουσία των συμβάσεων και τη λειτουργία τους. Ενδεχομένως να σχετίζονται με τον υπολογισμό τυχόν χρεωστικού υπολοίπου. Όσον αφορά τη σύμβαση εγγύησης, ο Εναγόμενος εγγυάται τις υποχρεώσεις του συγκεκριμένου πρωτοφειλέτη στην Τράπεζα, με συνεχή εγγύηση, μέχρι συγκεκριμένο ποσό, και αναλαμβάνει να πληρώσει, με την απαίτηση πληρωμής, το οφειλόμενο ποσό. Η πορεία της συμφωνίας εγγύησης Σύμφωνα με το Τεκμήριο 26, που είναι παραδεκτό γεγονός πως εστάλη από τον Εναγόμενο στην Τράπεζα και παραλήφθηκε από την Τράπεζα την 05.07.2011, ο Εναγόμενος ενημέρωσε την Τράπεζα πως αποσύρει κάθε εγγύησή του αναφορικά με τον πρωτοφειλέτη για όλες τις υποχρεώσεις του που προκύπτουν μεταγενέστερα της χρονικής στιγμής που αποστέλλεται η επιστολή. Ο Εναγόμενος θέτει πως, με αυτή την επιστολή του, τερμάτισε τη συμφωνία εγγύησή του, πριν από την απαίτηση πληρωμής του χρέους, που έγινε αρχικά την 22.10.2013 (Τεκμήριο 22) και στη συνέχεια την 14.01.2014 (Τεκμήριο 23). Σύμφωνα με την παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 19, η εγγύηση ήταν συνεχής και δεν θα τερματίζονταν παρά μόνον αφού παρέλθουν 7 ημέρες από την ημέρα που θα ληφθεί ειδοποίηση του εγγυητή από την Τράπεζα, με διπλοσυστημένη επιστολή, για τον τερματισμό της. Σε περίπτωση τερματισμού, θα υπάρχει ευθύνη για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη που αναλήφθηκαν ως την ημέρα του τερματισμού της εγγύησης, με την πάροδο των επτά ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποίησης. Τη δυνατότητα ανάκλησης συνεχούς εγγύησης, δηλαδή εγγύησης που εκτείνεται σε σειρά συναλλαγών, οποτεδήποτε, με ειδοποίηση προς τον πιστωτή, αναφορικά με μελλοντικές συναλλαγές, δίδει και το άρθρο 88 του Κεφ.
- Η πλευρά του Εναγόμενου παραπέμπει στην Αυστραλιανή JPA Finance Pty Ltd v Gordon Nominees Pty Ltd [2019] VSCA 159, του Supreme Court of Victoria, για να εισηγηθεί πως, παρότι η ειδοποίηση αυτή σχετικά με την εγγύηση εστάλη με τηλεομοιοτυπικό μηχάνημα (fax) και όχι με διπλοσυστημένη επιστολή, εφόσον παραλήφθηκε, και επιτεύχθηκε ο σκοπός της συμβατικής πρόνοιας να αποστέλλεται με διπλοσυστημένη επιστολή, που είναι να παραληφθεί και να υπάρχει βεβαίωση παραλαβής από την Τράπεζα, έχοντας υπόψη τον τρόπο ερμηνευτικής προσέγγισης των εμπορικών συμφωνιών, θα πρέπει να έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Στην προαναφερόμενη απόφαση, η συμφωνία προαίρεσης αγοράς προέβλεπε τερματισμό της με ειδοποίηση απευθυνόμενη προς τον αντισυμβαλλόμενο φροντίδι του δικηγόρου του, ωστόσο απευθύνθηκε προς τον δικηγόρο του. Στη συμφωνία προαίρεσης, αναγράφονταν τα στοιχεία του δικηγόρου στη φροντίδα του οποίου θα αποστέλλονταν η ειδοποίηση (απευθυνόμενη προς τον αντισυμβαλλόμενο) και η ειδοποίηση τερματισμού που εστάλη περιείχε τα στοιχεία που αναγράφονταν στη συμφωνία, ώστε το πού απευθύνονταν, ως τέτοια τεχνική λεπτομέρεια, σε εκείνη την περίπτωση, να ήταν επουσιώδες ζήτημα, που δεν σήμαινε, υπό τις περιστάσεις, μη εφαρμογή της συμφωνίας ως προς τη διαδικασία τερματισμού. Το Εφετείο κατά τα λοιπά δεν απείχε από την προσέγγιση πως τέτοιου είδους ρυθμίσεις στις συμβάσεις εμπορικής φύσης θα πρέπει να ερμηνεύονται και κατ' επέκταση να εφαρμόζονται με αυστηρότητα, εφόσον επηρεάζουν ουσιωδώς την εξέλιξη της συμβατικής σχέσης. Κατ' ακρίβεια, επανέλαβε πως «there is no room for saying that near enough is good enough». Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα είναι ερμηνευτικό, με βάση τόσο το κείμενο και το όλο περιεχόμενο της υπό εξέταση σύμβασης, όσο και της υπό εξέταση ειδοποίησης. Το απόσπασμα του Chitty on Contracts (London: 23rd ed., Sweet & Maxwell, par. 2-064/066), στο οποίο παρέπεμψε η πλευρά του Εναγόμενου, δεν σχετίζεται ακριβώς με την ερμηνεία του περιεχομένου της σύμβασης σε σχέση με τον προβλεπόμενο τρόπο τερματισμού της. Το Δικαστήριο παραπέμπεται επίσης στην Αυστραλιανή Torbey Investments Corporated Pty v. Ferrara [2017] NWSCA
- Στην υπόθεση εκείνη, σε διαφορά μεταξύ ιδιοκτητών ακινήτου (εργοδοτών) και κατασκευαστή (εργολάβου), οι ιδιοκτήτες είχαν εκδώσει ειδοποίηση παράβασης με βάση συγκεκριμένη ρήτρα του συμβολαίου. Το συμβόλαιο προέβλεπε την έκδοση τέτοιας ειδοποίησης παράβασης, με χρόνο 10 εργάσιμων ημερών για την επανόρθωση, και την αποστολή της με συστημένο ταχυδρομείο ή την προσωπική επίδοσή της. Η ειδοποίηση που εκδόθηκε δεν είχε αναφέρει πως ήταν η προβλεπόμενη στη σύμβαση ειδοποίηση παράβασης των 10 ημερών, για επανόρθωση της παράβασης, και δεν στάλθηκε με τον προβλεπόμενο τρόπο. Ωστόσο, ο εργολάβος απάντησε σε αυτήν, αναφερόμενος στο περιεχόμενό της, και είχε παρέλθει ο χρόνος των 10 ημερών. Στη συνέχεια, οι εργοδότες τερμάτισαν τη σύμβαση, και πάλι, μη ακολουθώντας προβλεπόμενο τρόπο τερματισμού. Παραλήφθηκε από τον εργοδότη και η ειδοποίηση τερματισμού. Το Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις, ακολούθησε ευέλικτο τρόπο ερμηνείας της σύμβασης, συναρτώμενο με τη φύση της, τη λειτουργία της, και τις περιστάσεις της υπόθεσης, για να μπορέσει να αποδώσει το δίκαιο στην υπόθεση εκείνη. Στη βάση του ότι, όταν βεβαιώνεται δεόντως η παραλαβή και η κατανόηση μιας ειδοποίησης, θα ήταν παράλογο να υποστηριχθεί ότι η ειδοποίηση είναι άκυρη επειδή δεν στάλθηκε σύμφωνα με τη μέθοδο που καθορίζεται στη σύμβαση. Οι απαντήσεις του εργολάβου στην ειδοποίηση αθέτησης υποχρεώσεων των εργοδοτών και η επακόλουθη ειδοποίηση καταγγελίας έδειχναν ότι ζητούνταν η καταγγελία της σύμβασης από τους εργοδότες. Ελλείψει ρητής διατύπωσης στη σύμβαση ή παρόμοιων αποδεικτικών στοιχείων της πρόθεσης των μερών, θα ήταν παράλογο να ερμηνευθεί μια διάταξη για την επίδοση μέσω συστημένου ταχυδρομείου ως αποκλείουσα την παροχή ειδοποίησης με εξίσου άλλα ταχεία μέσα που ως γεγονός απολήγουν στην πραγματική παραλαβή της ειδοποίησης από το άλλο μέρος. Εκτός εάν μια συγκεκριμένη μορφή ειδοποίησης ή τρόπος παράδοσης αποκλείεται ρητά στη σύμβαση ή δεν επιτρέπεται άλλως από τον νόμο, είναι δυνατή η επίδοση έγκυρης ειδοποίησης με συμβατικά απροσδιόριστο μέσο, εφόσον εκπληρώνει τον σκοπό της και είναι σαφές στον παραλήπτη ότι δίνεται ως συμβατική ειδοποίηση. Επισημάνθηκε η σημασία της υιοθέτησης μιας ευέλικτης ερμηνείας στη σύμβαση προκειμένου να υλοποιηθεί ο εμπορικός σκοπός των διατάξεων της, λέγοντας πως, σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι οι σχετικές πληροφορίες είχαν πράγματι ληφθεί και ότι ο σκοπός της υποχρεωτικής γλώσσας είχε επιτευχθεί, οποιαδήποτε μη συμμόρφωση δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι καθιστά την ειδοποίηση ανενεργή βάσει της σύμβασης. Εξάλλου, είναι γνωστό πως, εάν τα μέρη επιλέξουν να ακολουθήσουν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά κατά την επίδοση ειδοποιήσεων, ενδέχεται να μην μπορούν να ισχυριστούν αργότερα ότι αυτή η συγκεκριμένη μέθοδος επίδοσης της ειδοποίησης ήταν νομικά αναποτελεσματική, ακόμη και αν η μέθοδος δεν περιλαμβάνεται ρητά στην σύμβαση. Στην υπόθεση Jawaby Property Investment Ltd v The Interiors Group [2016] EWHC 557 (TCC), το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής ενός εργολάβου είχε επιδοθεί έγκυρα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, παρόλο που η σύμβαση απαιτούσε ρητά την επίδοση αυτών των αιτήσεων δια χειρός, με φαξ ή ταχυδρομείο. Καταλήγοντας σε αυτό το συμπέρασμα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να ισχυρίζεται ότι η ειδοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι άκυρη, λόγω της συμπεριφοράς των μερών, η οποία εκτείνεται σε μήνες και σε σημαντικό αριθμό αποτιμήσεων. Στο κοινοδίκαιο, γενικότερα, είναι κανόνας πως εάν μια σύμβαση περιέχει ρητό ή σιωπηρό όρο ότι ένα από τα μέρη της μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση με προειδοποίηση, η ειδοποίηση αυτή πρέπει να δοθεί (και είναι ζήτημα ερμηνείας εάν θεωρείται πως δίδεται με την αποστολή ή με την παραλαβή) σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης[5]. Πρέπει, επίσης, να υπάρχει ακριβής συμμόρφωση με τις απαιτήσεις οποιασδήποτε ειδοποίησης[6], είτε ως προς την ικανοποίηση οποιωνδήποτε προϋποθέσεων για την επίδοση της ειδοποίησης, είτε ως προς τον επιτρεπόμενο χρόνο, εκτός εάν υπήρξε παραίτηση από τέτοιες απαιτήσεις. Παραίτηση μπορεί να θεωρηθεί πως υπάρχει, επίσης, σε σχέση με τα ελαττώματα της ειδοποίησης[7]. Αναγνωρίζεται ότι μια ειδοποίηση μπορεί να είναι αποτελεσματική υπό τον όρο ότι επιτυγχάνει τον εμπορικό της σκοπό (commercial purpose)[8]. Η έγκυρη ειδοποίηση καταγγελίας, αφού υποβληθεί, δεν μπορεί στη συνέχεια να αποσυρθεί χωρίς συμφωνία. Στην προκειμένη περίπτωση, η παράγραφος 7 του Τεκμηρίου 19 προβλέπει τη δυνατότητα αποστολής ειδοποίησης τερματισμού της συνεχούς εγγύησης με διπλοσυστημένη επιστολή, και την πάροδο 7 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της από την Τράπεζα, για να έχει νομική επίδραση η ειδοποίηση τερματισμού. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στην παράγραφο 7 συναρτάται με τη φύση της εγγύησης ως συνεχής, κατ' επέκταση το καταρχάς αμετάκλητό της, εκτός εάν παρέλθουν 7 ημέρες από την ημέρα παραλαβής της ειδοποίησης τερματισμού της με διπλοσυστημένη επιστολή. Συναρτάται επίσης με την πρόνοια ότι τέτοιος τερματισμός ισχύει για το μέλλον. Δυνατότητα ανάκλησης της συνεχούς εγγύησης με ειδοποίηση προς τον πιστωτή προβλέπει και το άρθρο 88 του Κεφ.149, χωρίς το τελευταίο να θέτει οποιαδήποτε πρόσθετη προϋπόθεση σχετική με την αποστολή της ειδοποίησης ανάκλησης, και χωρίς να εμποδίζει τη συμφωνία των μερών να τεθούν επιμέρους προϋποθέσεις. Η ειδοποίηση ανάκλησης ή τερματισμού της συνεχούς εγγύησης δεν χρειάζεται να γίνει αποδεκτή από τον πιστωτή και ο τελευταίος να συμφωνήσει με το περιεχόμενό της, για να ισχύει, αλλά αρκεί να επιδοθεί κατάλληλα στον πιστωτή με το ορθό περιεχόμενο. Στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 19, δεν εξειδικεύεται η αποστολή της ειδοποίησης τερματισμού ή ανάκλησης της συνεχούς εγγύησης (με διπλοσυστημένη επιστολή), σε συγκεκριμένη ταχυδρομική διεύθυνση. Δεν δίδονται στοιχεία όπου ο εγγυητής μπορεί να ασκήσει αυτό το δικαίωμά του. Ο πιστωτής είναι τραπεζικό ίδρυμα, νομικό πρόσωπο, που διαθέτει διάφορες διευθύνσεις καταστημάτων, όπως προκύπτει και από τα έγγραφα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Το ίδιο το Τεκμήριο 19 απευθύνεται στην «Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Κατάστημα Κανάρη & Βότση
(060)» και η παραλαβή του εγγράφου της συμφωνίας βεβαιώνεται από δύο μάρτυρες στο ίδιο κατάστημα. Όπως είναι κατανοητό, η «Κανάρη & Βότση» είναι συμβολή οδών στην Πάφο, όπου κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν το κατάστημα του πιστωτή, που χειρίζονταν τη συγκεκριμένη συμβατική σχέση της Τράπεζας με τον Εναγόμενο. Συνάγεται πως ο Εναγόμενος, εάν ήθελε να ασκήσει το δικαίωμα ανάκλησης που υπάρχει, θα είχε καταρχάς προβληματισμό ως προς το πού θα πρέπει να αποστείλει τη διπλοσυστημένη επιστολή, για να είναι ισχυρή, στη διεύθυνση του καταστήματος που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Κανάρη & Βότση στην Πάφο, που δηλώνεται στη συμφωνία (τότε ερευνώντας ο ίδιος για την πλήρη ταχυδρομική διεύθυνση, περιλαμβανομένου του ταχυδρομικού κώδικα), ή στην ταχυδρομική διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας του πιστωτή (επίσης ερευνώντας ο ίδιος για τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας του πιστωτή), ή σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση περιέρχεται σε γνώση του από κάποια επικοινωνία του με τον πιστωτή στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης ή άλλως πώς. Η συγκεκριμένη ασάφεια, δεν μπορεί, από την άλλη, να προσεγγίζεται ως εκ προοιμίου υφιστάμενη δυνατότητα του εγγυητή να κάνει χρήση οποιασδήποτε διεύθυνσης ή οποιωνδήποτε στοιχείων επικοινωνίας του πιστωτή επιλέγει ο ίδιος, αδιάφορα από το ζητούμενο, της παροχής ειδοποίησης προς τον πιστωτή στο πλαίσιο της πρακτικής λειτουργίας της σύμβασης. Ο Εναγόμενος δεν μαρτύρησε κάποια πρακτική δυσκολία του να αποστείλει διπλοσυστημένη επιστολή για να τερματίσει την εγγύησή του, επομένως η ασάφεια, ως τέτοια, στο κείμενο της σύμβασης, χρησιμοποιείται ανάλογα, μέσα στο σύνολο των δεδομένων που μπορούν να συνθέτουν τον συλλογισμό, και να καταλήξουν στο αποτέλεσμα. Η διπλοσυστημένη επιστολή, που προβλέπεται στο Τεκμήριο 19, συνιστά τρόπο επίδοσης όπου, μεταξύ άλλων, η παραλαβή της ειδοποίησης βεβαιώνεται από τον παραλήπτη, που υπογράφει την παραλαβή (εάν είναι νομικό πρόσωπο, από το πρόσωπο που καθορίζει για τον σκοπό αυτό), δια μέσου του δημόσιου ταχυδρομείου. Η σημασία της βεβαίωσης παραλαβής από τον πιστωτή της ειδοποίησης τερματισμού της εγγύησης συναρτάται με την έναρξη της προθεσμίας των 7 ημερών, μετά από την πάροδο της οποίας παύει να ισχύει η εγγύηση για το μέλλον, κατ' επέκταση διαμορφώνεται ανάλογα το επίπεδο εξασφάλισης του κινδύνου που υπάρχει σχετικά με τις μελλοντικές συναλλαγές με τον πρωτοφειλέτη. Τη λειτουργία της διπλοσυστημένης επιστολής μέσω δημόσιου ταχυδρομείου μπορεί ενδεχομένως να επιτελέσει και η ιδιωτική επίδοση μέσω ιδιωτικού ταχυδρομείου ή ιδιωτικού επιδότη, καθώς η παρεμβολή των δημόσιων ταχυδρομικών υπηρεσιών δεν φαίνεται να έχει εξέχουσα θέση στη σύμβαση, συναρτώμενη με τη φύση της υπηρεσίας παράδοσης, ως δημόσια, ως διαδικασία διασφάλισης κάποιας λειτουργίας της σύμβασης. Βεβαίωση παράδοσης δυνατόν να προκύπτει με αυτοματισμό, όταν η αποστολή γίνεται με τηλεομοιοτυπικό μηχάνημα ή με άλλο ηλεκτρονικό μέσο. Το συμβατικό ζητούμενο της μεθόδου της διπλοσυστημένης επιστολής, για την επίτευξη του σκοπού (προσμέτρηση της προθεσμίας των 7 ημερών), είναι η βεβαίωση της παραλαβής να προέρχεται από τον πιστωτή. Εάν προέρχεται τέτοια βεβαίωση από τον πιστωτή ή όχι, σε κάθε περίπτωση, είναι ζήτημα πραγματικό. Τα δεδομένα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα εξής: Δεν μαρτυρείται κάποια συνήθεια στη χρήση τηλεομοιοτυπικού μηχανήματος στην επικοινωνία μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγόμενου, στο πλαίσιο της επίδικης συμβατικής σχέσης, ή έστω κάποιο προηγούμενο, που να αναδεικνύει την αποστολή του Τεκμηρίου 26 με τηλεομοιοτυπικό μηχάνημα σε αναμενόμενη ή αποδεκτή ενέργεια στο πλαίσιο της σύμβασης. Δεν μαρτυρείται, επίσης, πως ο πιστωτής αναγνώρισε θετικά τη λήψη του Τεκμηρίου 26 κατά τον ουσιώδη χρόνο, με δική του συμπεριφορά, με κάποια απάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία, ή με άλλον τρόπο. Είναι, όμως, παραδεκτό πως παραλήφθηκε το Τεκμήριο 26 γιατί αναμφίβολα η τηλεομοιοτυπική διεύθυνση στην οποία παραδόθηκε ανήκει στον πιστωτή. Υπάρχει μεν πραγματική ασάφεια ως προς τα γεγονότα που επακολούθησαν μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 26, αλλά μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 26, ο πιστωτής δεν απάντησε στον Εναγόμενο, ούτε για να αρνηθεί την αποδοχή της ειδοποίησης, που του επιδόθηκε με τον προαναφερόμενο (αντισυμβατικό) τρόπο. Έχοντας υπόψη το είδος της σύμβασης, που ενέχει εμπορικό χαρακτήρα, και τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν μπορεί μεν να λεχθεί πως, με την αποστολή του Τεκμηρίου 26 από τον Εναγόμενο σε κάποια τηλεομοιοτυπική διεύθυνση στην Πάφο, που είναι παραδεκτό πως ανήκει στις υπηρεσίες του πιστωτή, μέσω τηλεομοιοτυπικού μηχανήματος που εξέδωσε άμεσα αυτόματη απόδειξη παράδοσης, κατ' επέκταση που παραλήφθηκε με εκτύπωση από το τηλεομοιοτυπικό μηχάνημα σε εγκαταστάσεις του πιστωτή, υπήρξε δέουσα ειδοποίηση ανάκλησης της εγγύησης στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης των μερών, που επέφερε έννομα αποτελέσματα 7 ημέρες μετά από την 05.07.
- Αυτό γιατί απουσιάζει το στοιχείο της αμφίδρομης επικοινωνίας που αναδύεται από την ανάγκη της παροχής ειδοποίησης από τον εγγυητή στον πιστωτή και της βεβαίωσης της παραλαβής από τον πιστωτή σε συγκεκριμένο χρόνο, για να μπορεί το Δικαστήριο να δεχθεί απόκλιση από το κείμενο της σύμβασης, στη βάση του ότι εξυπηρετείται άλλως πώς και εξίσου αποτελεσματικά το σύνολο του σκοπού, περιλαμβανομένης της θέσης του χρονικού σημείου έναρξης του χρόνου αποδέσμευσης. Η απόκλιση ως προς τον τρόπο αποστολής της ειδοποίησης του Τεκμηρίου 26 είναι τέτοια που δεν μπορεί να θεωρηθεί όμοια επουσιώδης ως στην JPA Finance Pty Ltd v Gordon Nominees Pty Ltd (ανωτέρω), στην οποία παραπέμπεται το Δικαστήριο, αλλά ούτε και μπορεί καλυφθεί από το σκεπτικό που συνδέεται με τις περιστάσεις της Torbey Investments Corporated Pty v. Ferrara (ανωτέρω), όπου επίσης έγινε παραπομπή. Εκεί δεν εξυπηρετείτο οποιοσδήποτε εμπορικός σκοπός να κριθεί ως ουσιώδης η απόκλιση. Υπάρχει η ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας των συναλλαγών με πιστωτικά ή τραπεζικά ιδρύματα. Να μην είναι εφικτό, οποιοσδήποτε εγγυητής θέλει να ανακαλέσει την εγγύησή του, απλώς να εκφράζει τη βούλησή του αυτή, με οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μέσο, σε οποιαδήποτε ηλεκτρονική διεύθυνση γνωρίζει (με άγνωστο τρόπο) πως ανήκει στον πιστωτή, και να αρκείται στην ενημέρωση που λαμβάνει από το ηλεκτρονικό μέσο ότι έγινε επιτυχώς η παράδοση, για να θεωρήσει ότι αποδεσμεύεται, χωρίς να βεβαιώνεται από τον ίδιο τον πιστωτή η παραλαβή, με δική του ενέργεια, για να έχει το προβλεπόμενο χρονικό περιθώριο να εξασφαλίζει την πίστωση. Κατά τα λοιπά, ενώ η ειδοποίηση του Τεκμηρίου 26 εστάλη με τρόπο που αποκλίνει ουσιωδώς από τη σύμβαση, και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξομοιώσει τον προβλεπόμενο στη σύμβαση τρόπο ανάκλησης με αυτόν που ακολουθήθηκε ως προς το αποτέλεσμα, και υπάρχει η ανάγκη διασφάλισης της διαδικασίας ανάκλησης συνεχούς εγγύησης, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 26, προκύπτει πως αυτό συνιστά πάντως σαφή έκφραση της βούλησης του Εναγόμενου να παύσει να εγγυάται τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη που σχετίζονται με τον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό, στο μέλλον. Ο Εναγόμενος εξέφρασε τη βούλησή του να ανακληθεί η εγγύηση, απευθυνόμενος με άλλον τρόπο στον πιστωτή, και έκτοτε, μέχρι την φερόμενη ως απαίτηση πληρωμής προς αυτόν, παρήλθε χρόνος, εντός του οποίου ο πιστωτής, ευλόγως, εάν δεν μεσολάβησε αιτία για το αντίθετο (που δεν μαρτυρείται), τεκμαίρεται πως έλαβε γνώση της ειδοποίησης που αφέθηκε από το τηλεομοιοτυπικό μηχάνημα σε δική του τηλεομοιοτυπική διεύθυνση. Είναι παραδεκτό γεγονός πως η τηλεομοιοτυπική διεύθυνση στην οποία στάλθηκε το Τεκμήριο 26 την 05.07.2011 ανήκε στον πιστωτή, και ότι παραλήφθηκε. Η Τράπεζα, παρόλο που παρέλαβε την ειδοποίηση ανάκλησης, δεν απάντησε στον Εναγόμενο πως δεν την αποδέχεται ως τερματισμό της σύμβασης εγγύησης γιατί δεν συνάδει με τη συμφωνία. Η σιωπή του πιστωτή θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως αδιαμαρτύρητη αποδοχή της ειδοποίησης ανάκλησης, που δεν απέτρεψε το αποτέλεσμά της. Με παράλληλο το δεδομένο πως δικαίωμα ανάκλησης συνεχούς εγγύησης, όπως λέχθηκε προηγουμένως, παρέχεται και με βάση και το άρθρο 88 Κεφ. 149, και συνιστά, εκτός από συμβατικό, και νόμιμο δικαίωμα. Προσθέτοντας σε αυτόν τον συλλογισμό και το γεγονός πως το συμβατικό δικαίωμα ενείχε την προαναφερόμενη ασάφεια ως προς τον τρόπο άσκησής του (λ.χ. πλήρης αναφορά της διεύθυνσης στην οποία ο Εναγόμενος θα μπορούσε να αποστείλει διπλοσυστημένη επιστολή), διευρύνοντας αναγκαστικά τις επιλογές του εγγυητή. Ακόμα, πως, στην άσκηση του συμβατικού δικαιώματος που δίδει νομική επίδραση στην ειδοποίηση ανάκλησης ή τερματισμού της συνεχούς εγγύησης από την βεβαιωμένη παραλαβή διπλοσυστημένης επιστολής από τον πιστωτή, υπάρχει κατά κάποιον τρόπο εξάρτηση του αποτελέσματος από τη βούληση του πιστωτή να πάει να παραλάβει την επιστολή αυτή. Οπότε, με αυστηρή προσήλωση στο γράμμα της συμφωνίας, θα μπορούσε να προκληθεί εγκλωβισμός του εγγυητή σε μια συμφωνία που ο ίδιος εξέφρασε ρητά και ξεκάθαρα πως δεν επιθυμεί πλέον, απευθύνοντας αυτή τη βούλησή του στον πιστωτή, που την παρέλαβε, απλώς με άλλον τρόπο. Υπό το σύνολο όλων των δεδομένων, κρίνεται πως ο Εναγόμενος, ακόμα κι αν δεν άσκησε το δικαίωμα ανάκλησης με τρόπο που προνοεί η σύμβαση ως προς τον τρόπο αποστολής, το άσκησε κατά τρόπο που δεν είναι δυνατόν να ευθύνεται βάσει της συμφωνίας εγγύησής του για τις μελλοντικές συναλλαγές μεταξύ της Τράπεζας και του πρωτοφειλέτη. Ποιες είναι όμως οι μελλοντικές «συναλλαγές» ως προς τις οποίες παύει η ευθύνη του εγγυητή με την παραλαβή του Τεκμηρίου 26, είναι εκείνο το ζητούμενο. Γιατί η διευκόλυνση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό με βάση τη συμφωνία του Τεκμηρίου 11, ήταν υφιστάμενη διευκόλυνση κατά τον χρόνο εγγύησής του, και δεν θεωρείται μελλοντική συναλλαγή μεταξύ της Τράπεζας και του πρωτοφειλέτη. Στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 19, διατηρείται πλήρως η ευθύνη του Εναγόμενου για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη που αναλήφθηκαν ήδη, μέχρι την ημέρα τερματισμού της συνεχούς εγγύησής του, η οποία δεν ισχύει μόνον για το επίδικο όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το κείμενό της, ισχύει για οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη έναντι στην Τράπεζα, ακόμα και για υποχρεώσεις του που απορρέουν από γραμμάτια ή εγγυητικές επιστολές ή εγγυήσεις[9]. Τη λειτουργία της ανάκλησης για το μέλλον προβλέπει και το άρθρο 88 Κεφ.149, αλλά και το Τεκμήριο 26 αναφέρεται σε μελλοντικές συναλλαγές. Ο τερματισμός της εγγύησης ή η ανάκλησή της, που λειτουργούν στο μέλλον, δεν ταυτίζονται με την ακύρωση της υφιστάμενης εγγύησης και την αντικατάστασή της. Η ροή του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν συνεχής, με πολλαπλές συναλλαγές σε κάθε μία ημερομηνία, που κινούν το όριο. Ο προσδιορισμός του (μελλοντικού) χρόνου κατά τον οποίον παύει η εγγύηση του Εναγόμενου, αφενός, δεν γίνεται με αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις κίνησης του ορίου από τον πρωτοφειλέτη ή σε συναλλαγές του πρωτοφειλέτη με τρίτα πρόσωπα προς κίνηση του ορίου. Αφετέρου, δεν χρειάζεται να γίνει γενικά, γιατί, σε κάθε περίπτωση, δεν απασχολούν το Δικαστήριο αυτό άλλες συναλλαγές μεταξύ της Τράπεζας και του πρωτοφειλέτη, ως προς τις οποίες έγινε επίκληση και χρήση από τον πιστωτή της εγγύησης του Τεκμηρίου
- Υπό το εύρος της συμφωνίας εγγύησης, η παροχή διευκολύνσεων στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό ήταν μία από τις συναλλαγές της Τράπεζας με τον πρωτοφειλέτη, ως προς την οποίαν οι υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη ήδη εξασφαλίστηκαν με την εγγύηση του Εναγόμενου (Τεκμήριο 19), εξ ου και χορηγήθηκε η διευκόλυνση στον πρωτοφειλέτη, κατά τρόπο που ο Εναγόμενος δεν μπορεί να απαλλαγεί και από τις υποχρεώσεις αυτές, βάσει του Τεκμηρίου
- Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως, σε κάθε περίπτωση, επήλθε απαλλαγή του, λόγω της συμπεριφοράς της Τράπεζας. Επικαλείται το άρθρο 97 Κεφ.149, σύμφωνα με το οποίο, αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται. Η απαλλαγή που προβλέπει το άρθρο 97 Κεφ.149 προϋποθέτει τη βλάβη της τελικής ικανοποίησης του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Ο Εναγόμενος θέτει υπό μορφή επιχειρηματολογίας πως, λόγω μη εφαρμογής του άρθρου 12 Ν.197(Ι)/2003, υπέστη τέτοια βλάβη. Ο Ν.197(Ι)/2003, όπως προαναφέρθηκε, αφορά και σε συμφωνία ορίου, και το άρθρο 12 Ν.197(Ι)/2003, η ισχύς του οποίου είχε ανακληθεί προσωρινά με τον τροποποιητικό Ν.8(Ι)/2004, τέθηκε σε ουσιαστική ισχύ την 30.04.2004, και ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο και αναφορικά με την επίδικη εγγύηση (έχοντας υπόψη και το άρθρο 13 § 1 Ν.197(Ι)/2003). Προνοεί πως σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου. Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή. Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 Κεφ.149, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα. Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης από αυτές, θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 Κεφ.149, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του Κεφ.149 σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. Ο ΜΕ1 δεν αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην πορεία της συμβατικής σχέσης με τον Εναγόμενο. Οι μόνες αναφορές του για ενημέρωση ή όχληση του Εναγόμενου ήταν αναφορικά με τα Τεκμήρια 22 και 23, δηλαδή τις επιστολές προτερματισμού και τερματισμού, που όπως εξήγησε ταχυδρομήθηκαν στις τελευταίες γνωστές διευθύνσεις των οφειλετών, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου. Δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ1 κάποια θέση πως δεν παραλήφθηκαν οι επιστολές προτερματισμού και τερματισμού, και δεν μαρτυρήθηκε από τον Εναγόμενο γεγονός που να καθιστά αναγκαία την προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας από την Ενάγουσα σε σχέση με τη διαδικασία ταχυδρόμησης των επιστολών αυτών. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 24, που προσκόμισε ο ΜΕ1, από την 10.09.2012 και μετέπειτα, δεν έγινε οποιαδήποτε χρήση του ορίου από τον πρωτοφειλέτη, και τότε αφέθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με χρεωστικό υπόλοιπο €32.139,66, να λειτουργεί, με χρέωση τόκων και εξόδων, μέχρι και την 22.10.2013, που στάλθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, η επιστολή του Τεκμηρίου
- Ο χρόνος, έστω από το τέλος του 2012, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2013, θα μπορούσε να θεωρηθεί καθυστέρηση, ως προς την ενημέρωση του Εναγόμενου, και το γεγονός πως, μέχρι την 22.10.2013, το χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε στις €36.767,17, η διαφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί ζημιά του Εναγόμενου, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο Εναγόμενος δεν αξιώνει αποζημίωσή του, λόγω παράβασης από την Τράπεζα συγκεκριμένης νόμιμης υποχρέωσής της. Για την απαλλαγή του, με βάση τα άρθρα 12 Ν.197(Ι)/2003 και 97 Κεφ.149, χρειάζεται να καταδειχθεί πως, εξαιτίας της καθυστέρησης στην ενημέρωση του εγγυητή, παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Το Δικαστήριο όχι μόνον δεν έχει μαρτυρία του Εναγόμενου πως παραβλάφτηκε η τελική ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη, αλλά, όπως φαίνεται από τον φάκελο της διαδικασίας, την 29.05.2017, στο πλαίσιο ειδοποίησης συνεναγομένων μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του Εναγόμενου, εκδόθηκε δηλωτική απόφαση ότι ο πρωτοφειλέτης έχει υποχρέωση να πληρώσει στον Εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον του. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει τρόπο με τον οποίο ο Εναγόμενος βλάφθηκε ως προς την τελική ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Κατ' επέκταση, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο Εναγόμενος απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του να πληρώσει τον εγγυητή εξαιτίας της καθυστέρησης προειδοποίησης και όχλησής του. Δεν μαρτυρήθηκε πως υπήρξε μεταβολή των όρων της σύμβασης, ούτε απαλλαγή του πρωτοφειλέτη ή άλλος συμβιβασμός και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος απαλλαγής του Εναγόμενου από την υποχρέωση που ανέλαβε έναντι στην Τράπεζα, να πληρώσει το χρέος του πρωτοφειλέτη. Το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου Όσον αφορά το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού, ο ΜΕ1 προσκόμισε αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 24), στις οποίες αποτυπώνεται η πορεία της συμβατικής σχέσης, από την αρχή της λειτουργίας του λογαριασμού, μέχρι και τον τερματισμό της διευκόλυνσης. Βάσει του Τεκμηρίου 24, ο ΜΕ1, όπως ανέφερε, ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 25), από την οποία αφαίρεσε όλα τα έξοδα, προμήθειες και τόκους υπερημερίας, περιορίζοντας την απαίτηση της Ενάγουσας στο ποσό που φαίνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Είναι η θέση του Εναγόμενου πως οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 25) δεν αναδομήθηκαν πριν από τον τερματισμό και δεν αφαιρέθηκαν «υπερχρεώσεις». Τη θέση αυτή δεν αρνήθηκε ο ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του. Όντως, το Τεκμήριο 25 συνιστά «αναδόμηση» που δεν ζήτησε το Δικαστήριο με βάση συγκεκριμένα δεδομένα, αρχίζει από την 28.10.2015 και με ποσό €45.866,11 και δεν χρειάζεται το Δικαστήριο το Τεκμήριο 25, εφόσον η ενώπιον του απαίτηση είναι για το ποσό των €45.866,11 και όχι για κάποιο μετέπειτα υπόλοιπο. Διατηρείται βεβαίως η θέση της Ενάγουσας, μέσα από το Τεκμήριο 25, ότι περιορίζει τον τόκο που ζητά από το 11,05% ετησίως στο 8,00% ετησίως, εγκαταλείποντας την αξίωσή της για τόκο υπερημερίας μέχρι εξόφλησης. Προφανώς θα ήταν δύσκολο να αναδομηθεί μια πολυσέλιδη κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 24, πόσω μάλλον όταν δεν είναι γνωστές οι συγκεκριμένες χρεώσεις που αμφισβητούνται (γιατί δεν ζητήθηκαν λεπτομέρειες κατά την προδικασία, για να διαμορφωθεί η λογιστική διαφορά και να εστιαστεί η δίκη στο πεδίο της αμφισβήτησης), και δεν τίθενται με συγκεκριμένο τρόπο τα δεδομένα για τα οποία ενδεχομένως να χρειάζεται κάποια αναδόμηση, ώστε να διαφανεί λογιστική διαφορά. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον άλλες λογιστικές καταστάσεις, που να δείχνουν με διαφορετικό τρόπο τη λειτουργία της σχέσης. Δεν αμφισβητήθηκαν οι δηλώσεις γεγονότων που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμηρίου 24, ότι δηλαδή έγιναν οι συγκεκριμένες πράξεις που δείχνουν οι χρεωπιστώσεις, ως καταχωρίστηκαν από την Τράπεζα στις συγκεκριμένες αναλυτικές καταστάσεις. Ο ΜΕ1 ουδέποτε αποδέχθηκε, κατά τη μαρτυρία του, πως οποιεσδήποτε χρεώσεις περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 24 συνιστούν «υπερχρεώσεις» ή χρεώσεις που δεν δικαιούται η Τράπεζα να χρεώνει. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του συγκεκριμένους ισχυρισμούς, για συγκεκριμένες χρεώσεις, για να εστιάσει και να εξετάσει εάν η Τράπεζα δικαιούνταν να χρεώνει ή όχι συγκεκριμένα ποσά. Η χρέωση τόκων ή εξόδων ή τόκων υπερημερίας σε τρεχούμενο λογαριασμό δεν κρούει από μόνη της σε νόμο ή στη σύμβαση των μερών, ούτε υπάρχει προσέγγιση ως να τεκμαίρεται εκ προοιμίου τέτοια σύγκρουση. Ο ΜΕ1 ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, πως υπήρχαν και χρεώσεις τόκου υπερημερίας περί το 3,5%, χωρίς επεξήγηση, σε ποια σημεία, και γιατί. Έπειτα, στα Τεκμήρια 22 και 23 προαναγγέλλεται η χρέωση τόκου, σε ποσοστό 14%, που δεν εξηγείται εάν χρεώθηκε ή εάν δεν χρεώθηκε. Συμμερίζομαι τη θέση της πλευράς του Εναγόμενου πως, μη γνωρίζοντας εάν υπάρχει χρεωμένος τόκος υπερημερίας στη σύνθεση του ποσού των €45.866,11, σε τι ποσοστό ακριβώς και πότε, τους λόγους για τους οποίους χρεώθηκε και εάν δίδουν βάση σε κάποια ζημιά της Τράπεζας, ή πώς υπολογίστηκε ο τόκος που χρεώθηκε, σε τι ποσοστό, πού αναφέρονται τα έξοδα στην όλη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού, το Δικαστήριο δεν έχει στέρεη βάση για να επιδικάσει κάποιο ποσό ως το ορθό οφειλόμενο υπόλοιπο με το Τεκμήριο
- Από την άλλη, ο ίδιος ο πρωτοφειλέτης, αποδέχθηκε δικαστική απόφαση για το ποσό των €72.207,84, πλέον τόκο προς 8% ετησίως, από την 10.12.2021 μέχρι εξόφλησης. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωτοφειλέτης δέχθηκε απόφαση για συγκεκριμένο ποσό, ως το οφειλόμενο υπόλοιπο, δεν αφαιρεί από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να αμφισβητήσει το ύψος που χρεωστικού υπολοίπου, δηλαδή δεν παράγει δεδικασμένο[10], αλλά, όπως λέχθηκε και στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη, Πολιτική Έφεση 149/2013, ημερομηνίας 14.04.2020, ECLI:CY:AD:2020:A123, αποτελεί ένδειξη οφειλής και έναντι των εγγυητών. Μέσα από το Τεκμήριο 24, φαίνεται να υπάρχει κίνηση από τον πρωτοφειλέτη μέχρι την 10.09.2012, όπου τότε υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο €32.139,66, και η κίνηση του ορίου από τον πρωτοφειλέτη, σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα που έχουν αναφερθεί, παραπέμπει στο ότι το χρεωστικό υπόλοιπο των €32.139,66 που δημιουργήθηκε την 10.09.2012, θα μπορούσε να συνιστά μια επιπλέον βάση για να επιδικαστεί το ποσό αυτό, που έκτοτε δεν συνάντησε κάποια πίστωση. Το ποσό αυτό συνάδει και με την εισήγηση της πλευράς του Εναγόμενου, εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί πως υπάρχει οφειλή του Εναγόμενου, που θα πρέπει να πληρωθεί. Ωστόσο, κι αυτή, δεν φαίνεται να είναι ορθή βάση για το Δικαστήριο ή ορθότερη από αυτήν που δίδει το γεγονός ότι ο πρωτοφειλέτης δέχθηκε πως η οφειλή με βάση τη συμφωνία ορίου είναι €72.207,84, πλέον τόκος προς 8% ετησίως, από την 10.12.2021 μέχρι εξόφλησης. Όταν η ευθύνη του εγγυητή περιορίζεται σε ένα σταθερό ποσό, εξαρτάται από τη διατύπωση της εγγύησης εάν ο εγγυητής εγγυάται ολόκληρο το χρέος, με την επιφύλαξη του καθορισμένου περιορισμού της συνολικής ευθύνης του ή εάν η εγγύησή του ισχύει μόνο για ένα μέρος της οφειλής, μέχρι το ποσό της εγγύησης. Υπάρχει η αρχή[11] πως όταν ένας εγγυητής δίνει μια συνεχή εγγύηση, περιορισμένου ποσού, για να εξασφαλίσει ένα κυμαινόμενο υπόλοιπο που μπορεί από καιρό σε καιρό να οφείλεται από τον πρωτοφειλέτη στον πιστωτή, η εγγύηση πρέπει να ερμηνεύεται, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, ότι ισχύει για μέρος μόνο της οφειλής μέχρι το ποσό της εγγύησης του[12]. Από την άλλη, μια εγγύηση περιορισμένου ποσού για οφειλή που έχει ήδη βεβαιωθεί και υπερβαίνει αυτό το όριο δεν πρέπει, εκ πρώτης όψεως, να ερμηνευθεί ως εγγύηση μόνο για μέρος της οφειλής, και εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει, σε τέτοιες περιπτώσεις, αν η πρόθεση ήταν ο εγγυητής να εγγυηθεί το σύνολο του χρέους, με περιορισμό της ευθύνης του εγγυητή, ή να εγγυηθεί μόνο μέρος του χρέους. Μερικές φορές η γλώσσα μιας περιορισμένης εγγύησης που δίνεται για την εξασφάλιση ενός κυμαινόμενου υπολοίπου δείχνει ξεκάθαρα την πρόθεση να εφαρμοστεί σε ολόκληρο το χρέος[13]. Στην προκειμένη περίπτωση, η εγγύηση του Εναγόμενου είναι συνεχής και διατυπώνεται, στο Τεκμήριο 19, ως εγγύηση για ολόκληρο το χρέος ή κάθε τελικό οφειλόμενο από τον πρωτοφειλέτη ποσό, περιορισμένη ως προς την ευθύνη του εγγυητή μέχρι το ποσό των Λ.Κ.30.000,00, που αντιστοιχεί σε €51.258,00, πλέον τόκους και έξοδα. Οι πρόσθετοι τόκοι και τα έξοδα προβλέπονται, στο Τεκμήριο 19, να είναι «όπως καθορίζονται στις συμφωνίες διευκολύνσεων» μεταξύ του πρωτοφειλέτη και Τράπεζας. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη ο τοκισμός της υπό εκτέλεση πιστωτικής συμφωνίας, ως προς την οποία ζητείται και η εκτέλεση της συμφωνίας εγγύησης, εν προκειμένω του Τεκμηρίου
- Κατά τον χρόνο της απαίτησης πληρωμής προς τον Εναγόμενο, με βάση το Τεκμήριο 24, το χρέος ήταν €37.628,
- Καλύπτεται από την εγγύησή του. Το Δικαστήριο δεν έχει δεδομένα για τον συμβατικό τόκο κατά την 14.01.2014, ασχέτως εάν ο ΜΕ1 ανέφερε πως περιορίζεται η αξίωση της Τράπεζας σε τόκο προς 8,00%. Δεν μαρτυρήθηκε πως αυτός ήταν ο συμβατικός τόκος που ίσχυε κατά την 14.01.
- Εναντίον του Εναγόμενου θα επιδικαστεί το ποσό η πληρωμή του οποίου απαιτήθηκε βάσει της συμφωνίας εγγύησής του, πλέον ο νόμιμος τόκος, από την καταχώριση της αγωγής. Είναι μια δίκαιη θεραπεία προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου. Κατάληξη Συνοψίζοντας, επειδή η Ενάγουσα νομιμοποιείται να ενάγει για οποιοδήποτε οφειλόμενο βάσει των επίδικων συμφωνιών· και επειδή δεν συντρέχει λόγος ακυρότητας ή ακύρωσης της συμφωνίας εγγύησης του Εναγόμενου· και επειδή δεν συντρέχει λόγος απαλλαγής του Εναγόμενου από την υποχρέωση πληρωμής του χρέους του πρωτοφειλέτη που απορρέει από την επίδικη συμφωνία ορίου, και η ανάκληση της εγγύησής του ισχύει για τυχόν συναλλαγές του πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα μετά από τη ενεργοποίησή της, που δεν απασχολούν την επιδικία αυτή· και επειδή ο Εναγόμενος οφείλει, με βάση τη συμφωνία εγγύησής του, να πληρώσει το χρέος του πρωτοφειλέτη με βάση την επίδικη συμφωνία ορίου· και επειδή η εγγύηση του Εναγόμενου ήταν συνεχής και η ευθύνη του ήταν για ολόκληρο το χρέος, περιορισμένη μέχρι ένα ποσό, πλέον τόκους και έξοδα ως καθορίζονται στις συμφωνίες διευκολύνσεων του πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα· και επειδή απαιτήθηκε από τον Εναγόμενο η πληρωμή του χρέους ως είχε την 14.01.2014, που κατ' εκείνο τον χρόνο ανέρχονταν, με βάση το Τεκμήριο 24, στο ποσό των €37.628,03 πλέον τόκους και έξοδα από την 14.01.2014· και επειδή το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τους τόκους και τα έξοδα κατά την 14.01.2014 και με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1 δεν μπορεί να επιδικάσει συμβατικό τόκο ή τόκο υπερημερίας από την 14.01.2014· και επειδή δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να απορριφθεί η αγωγή της Ενάγουσας και έχει αποδειχθεί η απαίτησή της εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό που απαίτησε από αυτόν, θα εκδοθεί απόφαση για το ποσό των €37.628,03 πλέον νόμιμος τόκος. Νοείται πως, ο Εναγόμενος θα ευθύνεται για το ποσό αυτό έναντι στην Ενάγουσα αλληλέγγυα και ξεχωριστά με τον πρωτοφειλέτη και την άλλη εγγυήτρια, εναντίον της οποίας επίσης υπάρχει εκ συμφώνου εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, εκ του αποτελέσματός της, εφόσον ήταν επιτυχής εναντίον του Εναγόμενου, ακολουθώντας αυτό το αποτέλεσμα, τα έξοδα θα είναι υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους 1 και 2, για το ποσό των €37.628,03, πλέον νόμιμος τόκος μέχρι εξόφλησης, πλέον για τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Για τα έξοδα που είναι κοινά με του Εναγόμενους 2 και 3, ένα σετ εξόδων να πληρωθεί. (Υπ. ) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ
- [4] Βλ. και Paragon Finance v Nash [2001] EWCA Civ
- [5] Legg d Scot v Benion
(1738)Willes 43, Re Viola's Indenture of Lease, Humphrey v Stenbury [1909] 1 Ch 244, William Jacks & Co v Palmer's Shipbuilding and Iron Co
(1928)98 LJKB 366, CA, Re Berker Sportcraft Ltd's Agreements, Hartnell v Berker Sportcraft Ltd
(1947)177 LT 420, Reliance Car Facilities Ltd v Roding Motors [1952] 1 All ER 1355, CA. [6] Maredelanto Cia Naviera SA v Bergbau-Handel GmbH, The Mihalis Angelos [1971] 1 QB 164, cf Cheikh Boutros Selim El-Khoury v Ceylon Shipping Lines Ltd, The Madeleine [1967] 2 Lloyd's Rep 224 at 243; Afovos Shipping Co SA v Pagnan, The Afovos [1983] 1 All ER 449, sub nom Afovos Shipping Co SA v Romano Pagnan and Pietro Pagnan (t/a R Pagnan & Figli) [1983] 1 WLR 195, HL, Schelde Delta Shipping BV v Astarte Shipping Ltd, The Pamela [1995] 2 Lloyd's Rep 249. Βλ. και Simons v Associated Furnishers Ltd [1931] 1 Ch 379, Tradax Export SA v Dorada Cia Naviera SA, The Lutetian [1982] 2 Lloyd's Rep 140, Telfair Shipping Corpn v Athos Shipping Co SA, The Athos [1983] 1 Lloyd's Rep 127, CA, Curtis v Lockheed Martin UK Holdings Ltd [2008] EWHC 2691 (Comm). [7] Alfred C Toepfer v Peter Cremer [1975] 2 Lloyd's Rep 118, CA, Bremer Handelsgesellschaft mbH v Vanden Avenne-Izegem PVBA [1978] 2 Lloyd's Rep 109, HL, Bremer Handelsgesellschaft mbH v C Mackprang Jr [1979] 1 Lloyd's Rep 221, CA, Bunge GmbH v Alfred C Toepfer [1979] 1 Lloyd's Rep 554, CA. [8] Ellis Tylin Ltd v Co-operative Retail Services Ltd
(1999)68 ConLR 137, cf ED & F Man Commodity Advisers Ltd v Fluxo-Cane Overseas Ltd [2010] EWHC 212 (Comm) παρ. [58], [2010] All ER (D) 174 (Feb), Sucden Financial Ltd v Fluxo-Cane Overseas Ltd [2010] EWHC 2133 (Comm) παρ. [45]. [9] Βλ. και Αναστασία Γεωργίου ν. Τράπεζα Κύπρου
(2009)1 ΑΑΔ 862. [10] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 234. [11] Ellis v Emmanuel
(1876)1 ExD 157, CA, Huggard v Representative Church Body [1916] 1 IR
- [12] Βλ. όμως και Ulster Bank Ltd v Lambe [1966] NI
- [13] Re Sass, ex p National Provincial Bank of England [1896] 2 QB 12, Re Rees, ex p National Provincial Bank of England
(1881)17 ChD 98, CA, Midland Banking Co v Chambers
(1869)4 Ch App 398. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο