ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. A.TH.SHIKKIS MOTORS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 687/2017, 5/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 687/2017 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- A.TH.SHIKKIS MOTORS LIMITED (H.E.ΧΧΧ), εκ Πάφου
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΗΚΚΗΣ (Δ.Τ.ΧΧΧ), εκ Γεροσκήπου-Πάφου
- ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΙΗΚΚΗ (Δ.Τ.ΧΧΧ), εκ Γεροσκήπου-Πάφου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 03.10.22 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος Ημερομηνία: 05.07.23 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κος Χ. Γαλανός για κ.κ. Χαράλαμπος Γαλανός Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1-Καθ' ης η αίτηση: κος Δ. Παυλίδης για κ.κ. Δημήτριου Α. Παυλίδη και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και κος Γ. Σιαηλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 28.06.17 δυνάμει ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων διάφορα ποσά που θεωρούν ότι είναι χρεωστικά υπόλοιπα από συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων που ισχυρίζονται ότι συνομολογήθηκαν. Επίσης οι Εναγόμενοι διεκδικούν εναντίον της Εναγομένης 1 διάφορα διατάγματα που σχετίζονται με υποθηκευμένο ακίνητο δικής της ιδιοκτησίας. Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές των κατ' ισχυρισμό συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 απέναντι στους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην οποίαν αρνιούνται την ύπαρξη συμφωνιών και την υπογραφής εγγράφων εξασφάλισης. Σε κάθε περίπτωση θεωρούν τέτοια έγγραφα παράνομα και κατ' επέκταση άκυρα ένεκα επιλήψιμης συμπεριφοράς που επιρρίπτουν στους Ενάγοντες και λόγω απουσίας ελεύθερης βούλησης από μέρους τους. Παράλληλα αμφισβητεί ότι ο τερματισμός των επικαλούμενων συμφωνητικών εγγράφων ήταν νομότυπος καθώς επίσης και τα κατ' ισχυρισμό χρεωστικά υπόλοιπα από αυτά. Ανταπαιτούν δε την έκδοση διαταγμάτων που να ακυρώνει τα αναφερόμενα έγγραφα καθώς επίσης διεκδικούν την έκδοση αποζημιώσεων εναντίον των Εναγόντων για έξοδα και ζημιές που υπέστηκαν από την συμπεριφορά των Εναγόντων αλλά και αποκατάσταση για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Με τη συμπλήρωση των δικογράφων και την εφαρμογή της νέας Δ.30, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση. Παρόλα αυτά η εκδίκαση της δεν έχει ξεκινήσει ακόμη. Στις 03.10.22 οι Ενάγοντες προώθησαν μονομερώς την παρούσα αίτηση με την οποίαν ζητείται η έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να αποξενώσει και/ή πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή επιβαρύνει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα τέσσερα ακίνητα που περιγράφονται υπό τα σημεία (Α) - (Δ) στο σώμα αυτής, στα οποία είναι η αποκλειστική ιδιοκτήτρια, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Νομική βάση της αίτησης είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 3, 4, 5 & 7 του Κεφ.6, η Δ.39, η Δ.48 Θ.1-9 και Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το δίκαιο της επιείκειας, οι αρχές της νομολογίας και του κοινοδικαίου, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Ενάγοντες δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων απαγορευτικής φύσεως, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Κώστα Βρυώνη, λειτουργού του Τμήματος Παρακολούθησης Ρυθμίσεων και Δικαστικών Υποθέσεων στην υπηρεσία των Εναγόντων, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Συνοψίζω το περιεχόμενο της, το οποίο ουσιαστικά επαναλαμβάνει ισχυρισμούς που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης, ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγόντων στο σύνολο της. Όπως αναφέρεται, κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν πελάτης της Emporikis Bank-Cyprus Ltd η οποία ασκούσε τραπεζικές εργασίες (στο εξής η «Emporiki»). Στα πλαίσια γραπτών συμφωνιών δανείου η Emporiki παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 για τα ποσά €115.000 και €160.000 αντίστοιχα (Τεκμήρια 2 και 3). Για την χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων ανοίχτηκαν σχετικοί λογαριασμοί δανείων. Για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από την παραχώρηση και/ή συνέχιση παραχώρησης σ' αυτούς πιστωτικών διευκολύνσεων από την Emporiki, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν σχετικό έγγραφο εγγυήσεως (Τεκμήριο 4). Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση, η Εναγόμενη 1 ενέγραψε προς όφελος της Emporikis την υποθήκη αρ. Υ936/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου για το ποσό των €130.000 πλέον κυμαινόμενο επιτόκιο πλέον έξοδα. Αφορά το ακίνητο που περιγράφεται στον Πίνακα Α της σελίδας 4 της ΕΔ Βρυώνη. Σχετική Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Στην πορεία στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 127/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Επίσημα Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 29.04.15 με το οποίο ολόκληρη η επιχείρηση και/ή ιδιοκτησία και/ή οι υποχρεώσεις της Emporikis μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν και/ή παραχωρήθηκαν στους Ενάγοντες. Ως αποτέλεσμα του πιο πάνω δικαστικού διατάγματος, η Emporiki διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση και συγχωνεύτηκε με τους Ενάγοντες σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης που περιέχεται στο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στην έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της Emporikis που πραγματοποιήθηκε στις 05.03.
- Ακολούθως επειδή αμφότεροι λογαριασμοί δανείων παρουσίαζαν κατά τις 11.03.16 καθυστερήσεις με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €87.415,80 και €245.827,42 πλέον τόκους αντίστοιχα, παρά τις προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 11.03.16 που οι Ενάγοντες πλέον απέστειλαν στην Εναγόμενη 1 με κοινοποίηση στους Εναγομένους 2 και 3 (Τεκμήρια 6 και 7), με επιστολή τους ημερ. 20.03.17 οι Ενάγοντες τερμάτισαν τις συμβάσεις δανείου και κατ' επέκταση τη λειτουργία των λογαριασμών δανείου απαιτώντας την πληρωμή ολόκληρων των χρεωστικών υπολοίπων (€268.655,11 και €364.190,10 κατά τις 20.03.17 πλέον τόκους) και του ενυπόθηκου χρέους (€130.000 πλέον τόκους). Σχετικά έγγραφα και καταστάσεις λογαριασμού επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 9, 10, 11 και 12 αντίστοιχα. Ένεκα της πιο πάνω εξέλιξης έγινε εκτίμηση του υποθηκευμένου ακινήτου. Μέσα από την έκθεση (Τεκμήριο 16) διαπιστώθηκε ότι τόσο η εκτιμημένη αγοραία αξία όσο και η υπολογιζόμενη περιορισμένη τιμή εκποίησης δεν εξασφαλίζουν τα ποσά των απαιτήσεων. Γι' αυτό οι Ενάγοντες πραγματοποίησαν έρευνα στο Κτηματολόγιο όπου εντόπισαν ότι τα ακίνητα που ζητείται η δέσμευση τους με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ανήκουν αποκλειστικά στην Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 13). Επίσης μέσα από την έρευνα (Τεκμήρια 14 και 15) οι Ενάγοντες παρατήρησαν ότι μετά την ημερομηνία τερματισμού τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και ο Εναγόμενος 2 προχώρησαν στην αποξένωση από ένα ακίνητο (30.05.22 και 05.04.17 αντίστοιχα). Είναι η θέση των Εναγόντων ότι δεν είναι εξασφαλισμένοι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση προς όφελος τους και σε συνδυασμό με το ότι υπήρξε αποξένωση ακινήτων ελλοχεύει ο κίνδυνος η δικαστική απόφαση να μην μπορεί να εκτελεστεί. Με οδηγίες του Δικαστηρίου η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε σε όλους τους Εναγομένους με αποτέλεσμα να καταστεί δια κλήσεως. Στις 25.11.22 η Εναγόμενη 1 αντέδρασε με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 16 λόγους. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων απαγορευτικής φύσεως. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εδράζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4-9 ου Κεφ.6, στη Δ.48 Θ.1-9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Πωλήσεων Αγαθών Νόμο (Ν.10(Ι)/94), στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, διευθυντή της Εναγομένης 1, στην οποίαν περιέχεται ένα έγγραφο προς ενίσχυση της. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή της Εναγομένης 1 στην ολοκληρωμένη της μορφή. Στην ΕΔ του ο Εναγόμενος 2, αφού επαναλαμβάνει τους λόγους επί τους οποίους προωθείται η ένσταση, αναφέρει ότι οι Ενάγοντες διασφαλίζονται από τις εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3, πράγμα που οι Ενάγοντες απέφυγαν να επισημάνουν. Περαιτέρω δηλώνει πως με δεδομένο ότι η εκτίμηση του υποθηκευμένου ακινήτου έγινε από τις 17.05.21, η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα και επομένως δεν συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Επίσης είναι η θέση του Εναγομένου 2 ότι θα έπρεπε να είχε παρουσιαστεί η έκθεση εκτίμηση του υποθηκευμένου ακινήτου κατά το χρόνο που συστάθηκε η υποθήκη ώστε να διαπιστωθεί αν αυτή η εμπράγματη εξασφάλιση εξασφάλιζε το δανεισμό και ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου μειώθηκε μεταγενέστερα και γι' αυτό δικαιολογημένα ζητείται η δέσμευση επιπλέον ακινήτων της Εναγομένης
- Παρουσιάζοντας εκτίμηση του υποθηκευμένου ακινήτου ημερ. 17.02.10 ως Τεκμήριο Α που δείχνει αγοραία αξία €70.000, ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι πριν την υπογραφή σύμβασης υποθήκης οι Ενάγοντες γνώριζαν την αξία του και ως εκ τούτου ψεύδονται όταν λένε πως στις 17.05.21 διαπίστωσαν ότι δεν εξασφαλιζόταν η απαίτηση τους. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον λόγο ένστασης Η, με τον οποίον η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται πως ο ενόρκως δηλών δεν ορκίζεται ότι λέει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων στην αγόρευση του δεν σχολιάζει τον ισχυρισμό αυτό των Εναγομένων. Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Ο ενόρκως δηλών Βρυώνη στην πρώτη παράγραφο της ΕΔ του αναφέρει ρητά ότι αυτά που σημειώνονται είναι κατόπιν όρκου του. Περαιτέρω στο κάτω μέρος της τελευταίας σελίδας της ΕΔ ο Πρωτοκολλητής πιστοποιεί με υπογραφή ότι ο ενόρκως δηλών Βρυώνη ορκίστηκε ενώπιον της σχετικά με το εν λόγω έγγραφο. Από τα πιο πάνω προκύπτει αβίαστα η διαπίστωση ότι ο ενόρκως δηλών Βρυώνη ορκίστηκε για το περιεχόμενο του εγγράφου. Είναι προφανές ότι ορκίστηκε ότι αυτά που αναφέρει στο έγγραφο που υπέγραψε είναι αληθή. Η εμμονή σε συγκεκριμένη διατύπωση, όπως αυτή θεωρεί η πλευρά των Εναγομένων ότι πρέπει να γίνει συνιστά μόνο ακραία μορφή τυπολατρίας. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ακολουθεί η εξέταση του λόγου ένστασης ΣΤ. Εδώ η Εναγόμενη 1 επικαλείται τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν προβάλλουν ικανοποιητικό λόγο που αποδεικνύει περιστάσεις τέτοιες ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ούτε η θέση αυτή σχολιάζεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων στην αγόρευση του. Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη 1 η εν λόγω τοποθέτηση της συνιστά υποκειμενικό συμπέρασμα το οποίο δεν αφορά το Δικαστήριο. Η θέση αυτή δεν αποτελεί λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Γι' αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως έχει. Το Δικαστήριο θα αποφασίσει από μόνο του και θα καταλήξει σε δική του διαπίστωση αφού προσμετρήσουν στην κρίση του όλα τα σχετικά στοιχεία και δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του. Ως εκ τούτου, αυτός ο λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα και είναι έκθετος σε απόρριψη. Προχωρώ ευθύς στους λόγους ένστασης Γ, Θ, Κ, Λ, Μ, Ν και Ο οι οποίοι θα εξεταστούν μαζί επειδή άπτονται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων απαγορευτικής φύσεως. Είναι βασικά η θέση της Εναγομένης 1 ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Ενάγοντες θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα (εδώ αξίωσης των Εναγόντων) και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής (εδώ κυρίως αίτησης). Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 (πιο πάνω)). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις σε συνάρτηση με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Σχετικά έγγραφα εδώ θεωρούνται η έκθεση απαίτησης, η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης και οι ένορκες δηλώσεις. Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην αγωγή αυτή παραπέμπει σε συμφωνίες. Το Κεφ. 149 πραγματεύεται το δίκαιο των συμβάσεων υπό το φως της σχετικής νομολογίας. Σε περίπτωση που κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν τιμήσει το περιεχόμενο της συμφωνίας, η εν λόγω νομοθεσία παρέχει θεραπείες στο αθώο μέρος. Ειδικότερα αν κάποιος ουσιώδης όρος παραβιαστεί εξ' υπαιτιότητας ενός συμβαλλόμενου μέρους, τότε το άλλο μέρος που δεν ευθύνεται, δύναται, αν επιθυμεί, δυνάμει του άρθρου 39 και σε συνδυασμό με τη νομολογία να προχωρήσει σε τερματισμό της σύμβασης. Παράλληλα, το άρθρο 73
(1)της νομοθεσίας παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις, αλλιώς αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις (Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes (Αρ.1)
(2004)1Β Α.Α.Δ 824, Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867, Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679). Από μια πρόχειρη μελέτη των σχετικών εγγράφων, παρατηρώ ότι ενώ οι Ενάγοντες επικαλούνται συνομολόγηση, υπογραφή και τήρηση από μέρους τους των όρων των συμφωνιών δανείων και εγγύησης που προβάλλουν, οι Εναγόμενοι αμφισβητούν την ύπαρξη, συνομολόγηση και υπογραφή τέτοιων συμφωνιών. Ανεξάρτητα πως το εκλαμβάνει κάποιος, οι Εναγόμενοι θεωρούν τα έγγραφα που παρουσιάζονται παράνομα και κατ' επέκταση άκυρα εξ' υπαρχής επειδή δεν δόθηκε ελεύθερα η βούληση τους για συνομολόγηση τους, συνεπεία επιλήψιμης συμπεριφοράς που χρεώνουν στους Ενάγοντες. Κατά συνέπεια η νομιμότητα και η εγκυρότητα των επικαλούμενων εγγράφων αποτελούν επίδικα θέματα που χρήζουν εξέτασης. Επίσης οι Ενάγοντες επιρρίπτουν ευθύνη στην Εναγόμενη 1 για ουσιώδη παράβαση συμβάσεων, πράγμα που οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται. Επομένως άλλα επίδικα θέματα που θα εξεταστούν είναι κατά πόσο υπήρξε παράβαση οποιουδήποτε εγγράφου, εάν τυχόν τέτοια παραβίαση είναι ουσιώδης και ποιος ενδεχομένως να ευθύνεται για κάτι τέτοιο. Παράλληλα χρεώνοντας ουσιώδη παράβαση εγγράφων στην Εναγομένη 1, οι Ενάγοντες δικογραφούν ισχυρισμό τερματισμού των συμβάσεων μέσω σχετικής επιστολής που επικαλούνται ότι απέστειλαν τόσο στην Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτης που θεωρούν ότι είναι όσο και στους Εναγομένους 2 και 3 ως εγγυητές που τους θεωρούν, μετά που κατ' ισχυρισμό γραπτές προειδοποιήσεις τους είχαν πέσει στο κενό. Την ίδια στιγμή από την άλλη, οι Εναγόμενοι αμφισβητούν ότι ο τερματισμός των συμφωνητικών εγγράφων ήταν δικαιολογημένος. Συνεπώς το κατά πόσο τυχόν τερματισμός των συμφωνητικών εγγράφων ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος είναι θέμα που υπόκειται σε εξέταση. Επιπλέον οι Ενάγοντες επικαλούνται την δημιουργία χρεωστικών υπολοίπων εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης 1 με συνυπευθυνότητα των Εναγομένων 2 και 3, πράγμα βεβαίως που οι Εναγόμενοι απορρίπτουν κατηγορηματικά. Κατά συνέπεια υπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου εάν οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς προκάλεσε οποιεσδήποτε ζημιές και/ή απώλειες στους Ενάγοντες ένεκα της πιο πάνω εξέλιξης των πραγμάτων. Είναι γι' αυτό που οι Ενάγοντες αξιώνουν την επιδίκαση αποζημιώσεων εις βάρος των Εναγομένων. Είναι το Δικαστήριο που θα αποφασίσει κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται στην επιδίκαση αποζημιώσεων αλλά γενικότερα σε οποιανδήποτε από τις αξιούμενες θεραπείες. Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνω αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων απέναντι στους Εναγόμενους, το οποίο βεβαίως θα εξεταστεί μεταγενέστερα σε βάθος και με λεπτομέρεια. Υπάρχει μία σαφής και συγκεκριμένη νομική αξίωση που απαιτείται από πλευράς των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων, το πλαίσιο της οποίας προσδίδει στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι Εναγόμενοι προβάλλουν εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή και παράλληλα προωθούν ανταπαίτηση. Μέσα δε από την ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση τους παρουσιάζουν κάθετα διαφορετικούς ισχυρισμούς. Οι θέσεις τους είναι καταγραμμένες. Έχω ήδη αναφερθεί προηγουμένως στις θέσεις τους αυτές καθώς επίσης έχω παραθέσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους που συνθέτουν όχι μόνο την υπεράσπιση τους αλλά και το πλαίσιο της ανταπαίτησης τους. Όπως έχει ήδη λεχθεί, στο αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να ασχοληθεί με την αξιολόγηση πραγματικών ζητημάτων. Σαφώς το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα (Jonitexo Ltd v. Adidas (πιο πάνω), Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αυτό που τώρα πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Για σκοπούς του σταδίου αυτού κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω ήδη αναφερθεί σε τέτοια θέματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τις Ενάγουσες να δείξουν ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι ότι οι Ενάγοντες έχουν προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποια από αυτές αληθεύει για σκοπούς είτε απαίτησης είτε ανταπαίτησης. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο δεν καταλήγει ούτε σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Ούτε θα ασχοληθεί με την επίλυση πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έκαστη πλευρά θίγει. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (πιο πάνω) τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι υπάρχουν σωρεία νομικά ζητήματα που χρήζουν εξέτασης. Όλα ενέχουν βαθμό δυσκολίας, για την επίλυση των οποίων απαιτείται νομική ανάλυση τους. Από μια πρόχειρη μελέτη του μαρτυρικού υλικού στην όψη του και μόνο, γίνεται αντιληπτό ότι οι Ενάγοντες επιχείρησαν να συνεργαστούν επαγγελματικά με την Εναγόμενη
- Προς επίτευξη του στόχου αυτού τέθηκαν ενώπιον μου δύο υπογραμμένα συμφωνητικά έγγραφα δανείου με συμβαλλόμενα μέρη τους Ενάγοντες και την Εναγόμενη
- Τα έγγραφα αυτά περιέχουν συγκεκριμένους όρους. Επίσης παρουσιάστηκε υπογραμμένο έγγραφο εγγύησης με τα ονόματα των Εναγομένων 2 και 3 όπου φαίνεται να υπήρξε εγγύηση όλων των παρουσών και μελλοντικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 είτε αυτές κατέστησαν απαιτητές είτε όχι για ποσό μέχρι Λ.Κ.£400.000 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) πλέον τόκους και έξοδα. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για υποθήκευση ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της απέναντι στους Ενάγοντες, σχετικά έγγραφα υποθήκης που αποτυπώνει την εγγραφή της υποθήκης Υ936/10 προς όφελος των Εναγόντων. Επιστολές που επισημαίνουν καθυστερήσεις σε πληρωμές και δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου φαίνεται να υπάρχουν. Επίσης φαίνεται να υπάρχει γραπτή αλληλογραφία για τον τερματισμό των δύο συμβάσεων με κοινοποίηση τουλάχιστον στον Εναγόμενο 2 ως εγγυητής που είναι. Μέσα από τις κατατεθειμένες επιστολές σημειώνονται τα καθυστερημένα ποσά καθώς επίσης τα χρεωστικά υπόλοιπα, το δηλωμένο ύψος των οποίων φαίνεται σε επισυνημμένες καταστάσεις λογαριασμών δανείου για την περίοδο από 20.03.17 (ημερομηνία κατ' ισχυρισμό τερματισμού) μέχρι 05.09.
- Η όχι μόνο απουσία από την ΕΔ του Εναγομένου 2 συγκεκριμένων και σαφών αναφορών που να παραπέμπουν σε πρόχειρη στήριξη των δικογραφημένων ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων αλλά η συμπερίληψη τοποθετήσεων μέσα από το περιεχόμενο της που εκθέτουν το πλαίσιο υπεράσπισης και ανταπαίτησης, σε συνδυασμό με το μαρτυρικό υλικό που οι Ενάγοντες παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου, στα οποία εμπλέκονται οι Εναγόμενοι χωρίς να λέγεται ότι αντιμετωπίζουν πρόβλημα αντίληψης και/ή μόρφωσης ή να τίθεται ζήτημα πλαστογραφίας υπογραφών που φαίνονται στα επισυνημμένα συμφωνητικά έγγραφα και σε συνάρτηση με την καταγραφή χρεωστικών υπολοίπων, χωρίς να υπάρξει για μεγάλο χρονικό διάστημα (πέραν των 12 ετών) οποιοδήποτε παράπονο ή αμφισβήτηση από κανένα Εναγόμενο, είναι δεδομένα που δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Είναι στοιχεία που εκ πρώτης όψεως ενισχύουν το πλαίσιο απαίτησης των Εναγόντων και ταυτόχρονα αποδυναμώνουν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που συνθέτουν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, θεωρώ ότι υπάρχουν παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή της απαίτησης με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της και/ή απόρριψη της ορθότητας και αξιοπιστίας της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Επομένως καταλήγω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία και νοουμένου ότι ο εναγόμενος βρίσκεται στην οικονομική θέση που μπορεί να αποζημιώσει εάν και εφόσον χρειαστεί, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Όπως γίνεται αντιληπτό η εν λόγω προϋπόθεση είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Ωστόσο η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Με βάση τη σχετική νομολογία, η οποία παρατίθεται πιο κάτω, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης (Hazlewood Investment & Finance Ltd v. xxx Manuel κ.ά Πολιτική Έφεση Αρ. Ε14/2017 & Ε.209/2017 ημερ. 16.07.19). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ (πιο πάνω), η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Αναφέρεται στις σελίδες 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525) ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1),
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Όπως αναφέρεται στην απόφαση του κ. Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» «Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη κατά τη γνώμη μας το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς." Οι κατ' εξοχήν βασικές αξιώσεις που στρέφονται εναντίον όλων των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση είναι χρηματικής φύσεως. Τα διατάγματα που επιδιώκονται και στρέφονται μόνο εναντίον της Εναγομένης 1 αφορούν την εκποίηση του υποθηκευμένου ακινήτου προς ικανοποίηση των κατ' ισχυρισμό χρεωστικών υπολοίπων. Το εν λόγω ακίνητο έχει συγκεκριμένη αξία. Εξ' ου και η αξία του αυτή έχει εκτιμηθεί από τους Ενάγοντες. Επομένως οι αξιώσεις της παρούσας αγωγής μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Παράλληλα θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των ακινήτων της Εναγομένης 1 είναι υπαρκτός, παρόλο που δεν υπάρχουν ενδείξεις για κάτι τέτοιο, δεν δημιουργούνται αυτόματα συνθήκες αδυναμίας ικανοποίησης δικαστικής απόφασης εάν και εφόσον εκδοθεί προς όφελος των Εναγόντων. Εκείνο που παρατηρώ είναι ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου στοιχεία που να τείνουν να καταδείξουν ότι η Εναγόμενη 1 αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας. Ο κίνδυνος αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας δεν προδιαγράφει αυτόματα ανυπαρξία κινητής περιουσίας του εν λόγω οργανισμού. Η όποια κινητή περιουσία της Εναγομένης 1 δεν έχει αποκαλυφθεί στο βαθμό και την έκταση που να συνηγορεί στην ύπαρξη οικονομικού προβλήματος από μέρους της. Κατ' ακρίβεια ουδεμία αναφορά γίνεται γι' αυτήν ή σε σχέση μ' αυτήν. Δεν αποκλείεται η κινητή περιουσία να είναι τέτοιας αξίας που να καλύπτει τη δικαστική απόφαση ακόμη και αν αποξενωθεί όλη η ακίνητη περιουσία της Εναγομένης
- Σε ότι αφορά δε τους Εναγομένους 2 και 3, ουδεμία αναφορά υπάρχει τόσο για την ακίνητη περιουσία τους όσο και για την κινητή περιουσία τους. Με βάση τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 και προς τούτο παρουσιάστηκε συμφωνητικό έγγραφο. Μέσα από την ΕΔ Βρυώνη δεν αναφέρεται και ούτε δίδεται η εντύπωση ότι η Emporiki παρέλειψε κατά τον ουσιώδη χρόνο παροχής εγγυήσεων να προβεί στη δέουσα έρευνα προκειμένου να ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να τιμήσουν τη συμφωνία εγγύησης τους Σε τελευταία ανάλυση δεν μπορεί να εκληφθεί ως δεδομένο ότι είτε όλοι μαζί είτε οποιοσδήποτε από τους Εναγομένους δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την δικαστική απόφαση, εάν και εφόσον εκδοθεί προς όφελος των Εναγόντων. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι είναι οικονομικά αφερέγγυα πρόσωπα. Κανένα συγκεκριμένο στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να φανερώνει ότι οι Εναγόμενοι είναι ανίκανοι να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες σε περίπτωση που τους προκαλέσουν βλάβη υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Όλες οι αναφορές των Εναγόντων δεν σχετίζονται με το συγκεκριμένο ζήτημα αλλά με το ότι η εκτιμημένη αξία του ενυπόθηκου ακινήτου δεν καλύπτει τα κατ' ισχυρισμό χρεωστικά υπόλοιπα. Μέσα από αυτές δεν αναδεικνύεται ζήτημα αφερεγγυότητας ή οικονομικής ανεπάρκειας/κινδύνου. Ούτε και έχει εξηγηθεί στην ΕΔ Βρυώνη πως η πλευρά των Εναγόντων θεωρεί ότι προκύπτει τέτοιο θέμα. Επομένως δεν τίθεται θέμα δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Υπό αυτήν έννοια οι όποιες τυχόν ζημιές αποδειχτούν δεν καθίστανται ανεπανόρθωτης φύσεως Κατά συνέπεια δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να σημειώσω ότι τα επίμαχα ακίνητα δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής αυτής. Όπως διαπιστώνεται από την έκθεση απαίτησης και την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης αλλά και τις ένορκες δηλώσεις των μερών, ζητείται η δέσμευση των εν λόγω ακινήτων για χάριν εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων. Αυτό γίνεται κατ' επίκληση του άρθρου 5 του Κεφ.6, το οποίο περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής: «5.—
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδηποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στό όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι o ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. .» Ερμηνεία των πιο πάνω προνοιών καθιστά σαφές ότι το άρθρο αυτό παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο στα πλαίσια εκκρεμούσας αγωγής για χρέος ή αποζημίωση, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα για δέσμευση ακίνητης περιουσίας που ανήκει στον εναγόμενο, για διευκόλυνση της εκτέλεσης τυχόν απόφασης προς όφελος του ενάγοντα. Η δέσμευση μπορεί να αφορά όχι μόνο σε ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγομένου αλλά και σε ακίνητη περιουσία που σύμφωνα με το νόμο ο εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης (Μιχάλης Σιδεράς και άλλη v. Andros Tryfonos Constructions Co Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 463). Τα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με το άρθρο 32 του Ν.14/60 καλύπτουν απόλυτα και το ζήτημα αυτό. Το πνεύμα που διακατέχει το άρθρο 5 του Κεφ.6 είναι αντίστοιχο μ' αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Θεωρώ αχρείαστο να αναφέρω οτιδήποτε περαιτέρω. Παρόλο ότι δεν ικανοποιούνται σωρευτικά τα κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει, θεωρώ ότι η μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η έκδοση τους επειδή εάν συμβεί κάτι τέτοιο θα παραβιαστούν συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων, όπως αυτά προκύπτουν από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Εάν η απαίτηση των Εναγόντων επιτύχει, οι αξιώσεις τους είναι ανακτήσιμες με χρήμα, για τις οποίες δεν μπορεί να λεχθεί, ελλείψει μαρτυρίας, ότι οι Εναγόμενοι ή εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη 1 δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν αφού τίποτε περί του αντιθέτου έχει αναφερθεί και ούτε διαφανεί, σε αντίθεση με την στέρηση συνταγματικών δικαιωμάτων των τελευταίων που θα οδηγήσει στην πρόκληση μεγαλύτερης ζημιάς σ' αυτούς αν αποδειχτεί ότι η απαίτηση δεν ευσταθεί, χωρίς να αποκλείεται η ζημιά τους να είναι ανεπανόρθωτης φύσεως. Έπεται ότι, υπό τις περιστάσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της συνέχισης της σημερινής κατάστασης πραγμάτων. Συνεπώς οι λόγοι ένστασης Γ, Θ, Κ, Λ, Μ, Ν και Ο επιτυγχάνουν. Η μη σωρευτική ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης το γεγονός ότι το κριτήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων, σφραγίζουν μοιραία το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης. Η πιο πάνω εξέλιξη καθιστά αχρείαστη την εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1 και εναντίον των Εναγόντων και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο