ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ & ΛΑΜΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή αρ. 198/2023, 7/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 198/2023 i-justice ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ & ΛΑΜΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 07.03.2023 για ενδιάμεση θεραπεία και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.03.2023 Ημερομηνία: 07 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Μ. Μιλτιάδου Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Σ. Χατζηνεοφύτου (κα) για G. Hadjineophytou & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, στο πλαίσιο της αγωγής της, με μονομερή αίτηση βάσει του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο και σε εντεταλμένα από αυτόν πρόσωπα να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στο κλειστό σκιάδιο του καταστήματος «Leonidas», στην οικοδομή Light House, στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, στην Κάτω Πάφο, τα στοιχεία του οποίου πληρέστερα αναφέρθηκαν στην αίτηση και στο διάταγμα. Η Ενάγουσα είχε εκθέσει στο Δικαστήριο, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση του διατάγματος, τα εξής: Ενοικιάζει τον χώρο επί του οποίου λειτουργεί το κατάστημα εδώ και πολλά χρόνια, ασκώντας επιχείρηση εστιατορίου. Το 2008, ο Εναγόμενος, που είναι και η αρμόδια πολεοδομική αρχή, στο πλαίσιο έργου ανάπλασης του παραλιακού μετώπου, για τη δημιουργία τάξης και ομοιομορφίας στην περιοχή, επέβαλε στους καταστηματάρχες την κατασκευή κλειστών σκιαδίων, σύμφωνα με συγκεκριμένα σχέδια και προδιαγραφές που ετοίμασε. Η επιλογή ήταν είτε τα σκιάδια να ανεγερθούν από τον εργολάβο του Εναγόμενου, με έξοδα των καταστηματαρχών, είτε αυτά να ανεγερθούν από εργολάβο της επιλογής των ιδίων, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές που τους δόθηκαν. Κυκλοφόρησαν και συγκεκριμένες οδηγίες για τον σκοπό αυτό. Η Ενάγουσα, συμμορφούμενη με αυτές, πλήρωσε το ποσό των €21.000,00, και ο Εναγόμενος, μέσω του δικού του εργολάβου, ανήγειρε το σκιάδιο, το οποίο έκτοτε κατέχεται ως μέρος του καταστήματος της Ενάγουσας. Το σκιάδιο ανεγέρθηκε σε χώρο που σύμφωνα με την Ενάγουσα δικαιούται να χρησιμοποιεί, αλλά και με τρόπο που δεν εμποδίζει οποιονδήποτε. Την 01.03.2023, έγινε συνάντηση των καταστηματαρχών με τον Δήμαρχο Πάφου, όπου, παρά τις διαμαρτυρίες, δηλώθηκε ρητά από αυτόν ότι την 03.03.2023 ο Εναγόμενος θα προχωρούσε με την κατεδάφιση των σκιαδίων. Κατά την 02.03.2023, ώρα 07:00, συνεργείο του Εναγόμενου μετέβη στον χώρο και άρχισε να αφαιρεί, κατά τη θέση της Ενάγουσας παράνομα και αυθαίρετα, πινακίδες των καταστημάτων και τις γυψοσανίδες και τα φώτα από την εξωτερική πλευρά των σκιαδίων. Την επόμενη ημέρα, ζητήθηκε από τους καταστηματάρχες να μετακινήσουν τα εμπορεύματά τους, τα έπιπλα, τις γυάλινες κατασκευές, και άλλα αντικείμενα, ώστε τις επόμενες ημέρες να προχωρήσουν με αφαίρεση ή κατεδάφιση των σκιαδίων. Η Ενάγουσα, που δεν θεωρεί νόμιμη την ενέργεια αυτή και δεν συγκατατίθεται σε αυτή, εξέθεσε πως, εάν συμβεί κάτι τέτοιο, θα υποστεί ζημιά, εφόσον θα μείνει εκτεθειμένη περιουσία της, αξίας πέραν των €80.000,00, και θα χρειαστούν πρόσθετες κατασκευές, κόστους τουλάχιστον €25.000,
- Οι εργασίες, όπως αναφέρει η Ενάγουσα, συνεχίστηκαν και την 03.03.
- Την 06.03.2023, συνεργείο του Εναγόμενου μετέβη και στο υποστατικό της Ενάγουσας, εντός της αυλής του, και, κατά την Ενάγουσα παράνομα, αφαίρεσε την πινακίδα του καταστήματος και τα φώτα από την εξωτερική πλευρά του σκιαδίου, προκαλώντας ζημιά, το κόστος αποκατάστασης της οποίας είναι τουλάχιστον €3.000,
- Προσκομίζονται φωτογραφίες. Η Ενάγουσα θέτει πως ο Εναγόμενος, υπό οποιαδήποτε ιδιότητά του, δεν έχει δικαίωμα να εισέλθει στον χώρο που κατέχει η Ενάγουσα και να προβεί σε οποιεσδήποτε αφαιρέσεις ή κατεδαφίσεις στο σκιάδιο. Ο Εναγόμενος ενίσταται στην εξακολούθηση της ισχύος του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, και ζητά την ακύρωσή του. Οι λόγοι ένστασης είναι πως δεν συνέτρεξε κατεπείγων λόγος για την έκδοσή του και η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι μέρος του σκιαδίου επεμβαίνει στον δημόσιο πεζόδρομο, και γενικότερα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η αληθής εικόνα των πραγμάτων· ενώ η Ενάγουσα γνωρίζει πως κατέχει και χρησιμοποιεί οικοδομή χωρίς άδειες, ζητά προστασία για τη διατήρηση της παρανομίας και του μη νόμιμου status quo· δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση διαταγμάτων του είδους, και δεν ήταν δίκαιο να εκδοθεί ούτε είναι δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, εφόσον, μεταξύ άλλων, εμποδίζει την εκτέλεση δημόσιου έργου, αλλά και την άσκηση νόμιμων καθηκόντων του Εναγόμενου, ενώ η Ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, εάν δεν υφίσταται· η έκδοση του προσωρινού διατάγματος, όπως αναφέρει ο Εναγόμενος, κατ' επέκταση και η μονιμοποίησή του, είναι καθ' υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου, εφόσον επιτρέπει στην Ενάγουσα να συνεχίσει να επεμβαίνει σε δημόσιο πεζόδρομο, για ιδίον όφελος· ο Εναγόμενος ουδέποτε εξέφρασε την πρόθεση κατεδάφισης του επίδικου σκιαδίου με παράνομη διαδικασία ή αυτοδικία, αλλά και οποιαδήποτε επέμβασή του επί του σκιαδίου ήταν με τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, κατόπιν πληροφόρησης από μέρους του Εναγόμενου ότι θα γίνονταν συντήρηση με δικά του έξοδα· δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις προληπτικών διαταγμάτων, καθότι δεν είναι υπάρχει βέβαιη και επικείμενη επαπειλούμενη βλάβη. Και η ένσταση του Εναγόμενου υποστηρίζεται από μαρτυρία, προερχόμενη από προσοντούχο τεχνικό μηχανικό στις υπηρεσίες του Εναγόμενου, ο οποίος εκθέτει τα γεγονότα από την οπτική του Εναγόμενου. Σύμφωνα με αυτήν, το 2006 είχε προκηρυχθεί δημόσιο έργο για την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου της Κάτω Πάφου, που περιλάμβανε και τη δημιουργία καλαισθησίας στην περιοχή. Μέχρι τότε, επικρατούσε ακαλαισθησία, εφόσον ο κάθε καταστηματάρχης διατηρούσε περίκλειστα ή ανοιχτά σκιάδια από ευτελή ή μόνιμα υλικά, χωροθετημένα σε αταξία, σε κοινόχρηστους ή δημόσιους χώρους. Σε συνεννόηση με τους καταστηματάρχες που επιθυμούσαν να έχουν σκιάδια, ο Εναγόμενος εισηγήθηκε την κατασκευή σκιαδίων που θα μπορούσαν να αδειοδοτηθούν σύμφωνα με το Τοπικό Σχέδιο Πάφου. Δεν επιβλήθηκε η κατασκευή τους. Ο Εναγόμενος προσπάθησε να αρθούν οι παρανομίες χωρίς να επηρεαστούν δυσμενώς οι καταστηματάρχες, που εκ των πραγμάτων είχαν επεκτείνει τα καταστήματά τους παράνομα, μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα. Και τότε υπήρχαν διαμαρτυρίες, στον βαθμό που θα μειώνονταν η έκταση των καταστημάτων τους, ακόμα κι αν οι επεκτάσεις ήταν σε κοινόχρηστους ή δημόσιους χώρους. Στο πλαίσιο της ανάπλασης, ο αρχιτέκτονας του έργου έφτιαξε σχέδια για κατασκευή σκιαδίων που θα μπορούσαν να αδειοδοτηθούν. Προσκομίζονται στοιχεία. Ήταν προτεινόμενα σχέδια τυπικής όψης, και όχι οδηγίες. Οι προσπάθειες του Εναγόμενου αντανακλώνται στην τροποποίηση του Τοπικού Σχεδίου Πάφου, όπου το 2006 προστέθηκε παράγραφος με βάση την οποία δίδονταν δυνατότητα στέγασης έμπροσθεν των καταστημάτων με ομοιογενή σκιάδια του χώρου μεταξύ των οικοδομών και των οδικών συνόρων σε αναπτύξεις κατά μήκος της Λεωφόρου Ποσειδώνος, που, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δεν θα προσμετρούν στον συντελεστή δόμησης και κάλυψης. Η πολεοδομική αρχή ήταν δυνατόν να χορηγήσει άδεια για τα σκιάδια που ανεγείρονταν σύμφωνα με το Τοπικό Σχέδιο Πάφου. Οι καταστηματάρχες, μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα, δεν είχαν ικανοποιηθεί με το προτεινόμενο σχέδιο, εφόσον δεν προέβλεπε κλειστό χώρο που θα εντάσσονταν και θα αποτελούσε προέκταση των καταστημάτων τους. Ο Εναγόμενος διαδραμάτισε τον ρόλο συντονιστή και ετοίμασε για τον κάθε ενδιαφερόμενο σχέδιο με προδιαγραφές και προτεινόμενο κόστος και όσοι καταστηματάρχες ενδιαφέρθηκαν ήρθαν σε απευθείας συνεννόηση με τον εργολάβο. Της κατασκευής δεν προηγήθηκε εξασφάλιση οικοδομικών αδειών, με αποτέλεσμα, όλες οι κατασκευές στο παραλιακό μέτωπο να είναι παράνομες. Είναι γι' αυτό τον λόγο που το 2011 αφαιρέθηκε από το Τοπικό Σχέδιο Πάφου η πρόνοια για τα σκιάδια. Ακόμα κι αν η διαδικασία που ακολουθήθηκε τότε για την κατασκευή των σκιαδίων δεν ήταν η δέουσα, γιατί δεν δόθηκε έμφαση στις επεμβάσεις που υπήρχαν σε κοινόχρηστους και δημόσιους χώρους, δεν ήταν διαδικασία επιβολής. Ο Εναγόμενος προσκομίζει στοιχεία, για να καταδείξει πως μέρος του σκιαδίου της Ενάγουσας είναι στην αυλή της οποίας έχει δικαίωμα χρήσης, αλλά μέρος του είναι και εντός του δημόσιου χώρου. Ειδικότερα, τόσο το κλειστό σκιάδιο όσο και ο πρόβολος επεμβαίνουν τον δημόσιο πεζόδρομο που αποτελεί μέρος του δημόσιου δρόμου. Επίσης, η Ενάγουσα είχε τοποθετήσει τραπεζοκαθίσματα σε όλο το μέρος έμπροσθεν του σκιαδίου, τα οποία βρίσκονται στον δημόσιο πεζόδρομο. Το 2022, ο Εναγόμενος προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συντήρηση και αποκατάσταση των προσόψεων των σκιαδίων, κατακυρώθηκε η προσφορά για ποσό €929.645,20 πλέον Φ.Π.Α., και υπογράφθηκε η δημόσια σύμβαση, υπό συνθήκες δημοσιότητας του γεγονότος, ώστε να καταστεί ευρύτερα γνωστό. Οι καταστηματάρχες ενημερώθηκαν προφορικά και από τον εργολάβο, αλλά και από υπαλλήλους του Εναγόμενου, για τις εργασίες που θα διεκπεραιώνονταν, που θα τους προκαλούσαν αναπόφευκτη ταλαιπωρία, για την οποία ζητήθηκε η επίδειξη υπομονής. Την 01.03.2022, όντως έγινε συνάντηση ενημέρωσης των καταστηματαρχών παρουσία του Δημάρχου Πάφου, όπου είχαν ενημερωθεί, μεταξύ άλλων, πως την 02.03.2022 θα άρχιζε η φάση υλοποίησης του έργου στο παραλιακό μέτωπο. Αναφέρθηκε πως ο Εναγόμενος θα συντηρήσει τους προβόλους έμπροσθεν των καταστημάτων τους, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν σκουριάσει, και τους ζητήθηκε, γι' αυτό, να αφαιρέσουν τις παράνομες κατασκευές, ή, εάν επιθυμούσαν, να προέβαινε ο Εναγόμενος σε αυτές. Ο ενόρκως δηλών, εκ μέρους της Ενάγουσας, ήταν παρών, και δεν διαφώνησε ούτε διαμαρτυρήθηκε. Εξάλλου, η συντήρηση δεν θα είχε κάποιο κόστος για τους καταστηματάρχες, εκ των οποίων ουδείς διαμαρτυρήθηκε. Και την 06.03.2023, ήταν με τη συγκατάθεση του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους της Ενάγουσας που αφαιρέθηκαν οι πινακίδες περιμετρικά του σκιαδίου καθώς και οι γυψοσανίδες με τις οποίες επενδύθηκαν οι προκατασκευασμένες περσίδες αλουμινίου, καθώς και οι τέντες σκίασης. Οι περισσότεροι από τους καταστηματάρχες είχαν αναγνωρίσει ότι ήταν παράνομες οι κατασκευές τους, και εκτός των προδιαγραφών που είχαν δοθεί. Τους αναφέρθηκε, επίσης, πως θα υπήρχε ενιαίος τρόπος διαφήμισης των επιχειρήσεων τους, αφού αδειοδοτηθούν. Μεγάλος αριθμός καταστηματαρχών συγκατατέθηκαν, όπως και η Ενάγουσα, η διαφημιστική πινακίδα της οποίας ουδέποτε είχε αδειοδοτηθεί. Από επιτόπια επίσκεψη που διενεργήθηκε στο υποστατικό της Ενάγουσας, διαπιστώθηκε και η ύπαρξη προσθηκομετατροπών, που καθιστούν την οικοδομή μη νόμιμη. Παρά ταύτα, ο Εναγόμενος ουδέποτε είχε πρόθεση να μην εφαρμόσει τον νόμο ή να αυτοδικήσει, και θεωρεί άδικη την αγωγή της Ενάγουσας. Εάν δεν υπήρχε συγκατάθεση, όπως λέει, δεν θα επενέβαινε, αλλά υπήρχε γιατί υπήρχε γνώση από πλευράς της Ενάγουσας ότι επρόκειτο για παράνομη κατασκευή. Οι δε ενέργειες του Εναγόμενου αποσκοπούν, όπως θέτει, απλώς στην υλοποίηση δημόσιου έργου κοινής ωφέλειας. Αναφέρει επίσης γεγονότα που σχετίζονται με σκάνδαλα προηγούμενων δημαρχιών. Επειδή το έργο βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως αναφέρει ο Εναγόμενος, τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος θα προκαλέσει καθυστέρηση, που επηρεάζει κι εκείνους που συγκατατέθηκαν, αλλά προκαλεί και ταλαιπωρία στους πολίτες της Πάφου. Το δημόσιο συμφέρον, όπως θέτει, υπερτερεί έναντι στο ιδιωτικό συμφέρον της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος δεν έχει πρόθεση να κατεδαφίσει οποιαδήποτε κατασκευή χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, αλλά έχει τη νόμιμη εξουσία να κινήσει ανάλογες διαδικασίες, και θεωρεί πως το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα τον εμποδίζει. Εάν είχε την πρόθεση να κατεδαφίσει, είχε την ευκαιρία να το πράξει, μέχρι να του επιδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Δεν δικαιολογείται ο «φόβος» της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν ζημιά, και σε οποιαδήποτε περίπτωση, τυχόν ζημιά τους, θα είναι μόνον οικονομική που θα μπορεί να αποζημιωθεί, αν και θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα του αντίστοιχου οφέλους που έλαβε η Ενάγουσα, τόσα χρόνια κατέχοντας και χρησιμοποιώντας παράνομα το σκιάδιο. Δεν μπορεί να διατηρηθεί, κατά τη θέση του Εναγόμενου, ένα status quo παρανομίας. Η ακρόαση έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου όλες οι αναφορές. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση της Ενάγουσας έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Η ενδιάμεση θεραπεία που ζητήθηκε από την Ενάγουσα σκοπεί στην παρεμπόδιση ήδη αρξάμενης και περαιτέρω επαπειλούμενης άμεσης επέμβασης σε δικαίωμα, που η Ενάγουσα θεωρεί μη σύμφωνη με τον νόμο γιατί δεν υπήρξε η συγκατάθεσή της, ούτε γραπτή ειδοποίηση με βάση τον νόμο που να εμπερικλείει την αιτιολογημένη απόφαση του Εναγόμενου. Δεν ήταν λογικά εφικτό να δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση στον Εναγόμενο, για να ακουστεί, στο μεταξύ έχοντας τη χρονική ευκαιρία να υλοποιήσει τον επαπειλούμενο κίνδυνο, που παρουσίασε η Ενάγουσα. Τέτοια προηγούμενη ειδοποίηση θα αδρανοποιούσε τον ρόλο και τη σημασία της ενδιάμεσης θεραπείας, που σκόπευσε σε προληπτική προστασία της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, κατ' εξαίρεση, να επιληφθεί της υπόθεσης χωρίς ειδοποίηση του Εναγόμενου. Αυτή η συνθήκη δεν διαφοροποιήθηκε μετά από την ακρόαση του Εναγόμενου, ο οποίος δεν αρνήθηκε πως επενέβη στο σκιάδιο (απλώς έχει διαφορετική από την Ενάγουσα εκδοχή ως προς τους λόγους ή τον τρόπο ή τη νομική δυνατότητα) και πως προτίθεται να εκτελέσει αυτά που ο ίδιος θεωρεί ότι έτυχαν συγκατάθεσης, ταυτόχρονα αποδεχόμενος πως επείγεται ως προς την εκτέλεση του δημόσιου έργου. Δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με το ότι αυτό εκδόθηκε μονομερώς. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας το προσωρινό διάταγμα μέσα και από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από την Ενάγουσα, που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Οι λεπτομέρειες της εκδοχής του Εναγόμενου, σε σχέση με τον τρόπο δημιουργίας των σκιαδίων στο παρελθόν και τους λόγους των εργασιών σήμερα, καθώς και ό,τι προβάλλει ως υπεράσπισή του στη γενόμενη ή σκοπούμενη επέμβαση για την αναφερόμενη ως συντήρηση του σκιαδίου της Ενάγουσας, δεν είναι ισχυρισμοί που αφενός θα αναμένονταν να εκτεθούν από την Ενάγουσα (ώστε η μη αναφορά τους να μπορεί να αναχθεί σε προσπάθεια παραπλάνησης δια εσκεμμένης σιωπής), αφετέρου, ακόμα κι αν εκτίθεντο από την Ενάγουσα, δεν θα επιδρούσαν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε, δια του οποίου απαγορεύεται παρέμβαση στο μέλλον. Τα περί παρανομίας ή νομιμότητας των υφιστάμενων κατασκευών, πέραν του ότι δεν θα διαγνωστούν σε αυτό το στάδιο, γιατί αφορούν την ουσία της διαφοράς και άλλη είναι η θέση της Ενάγουσας και άλλη του Εναγόμενου, δεν έχουν σημασία για την προστασία της Ενάγουσας από παρεμβάσεις στην περιουσία της, στις οποίες αναφέρει πως δεν συγκατατίθεται και για τις οποίες δεν υποδεικνύεται στο Δικαστήριο η εφαρμογή κάποιας διαφορετικής νόμιμης διαδικασίας. Ο Εναγόμενος δεν υπέδειξε βάση παρέμβασής του διαφορετική από εκείνην της συγκατάθεσης, που όμως, κατά την Ενάγουσα, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει (λόγος για τον οποίον ζητά και δικαστική προστασία). Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος για λόγους απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Παρεμβάλλεται πως δεν συντρέχει και οποιοσδήποτε άλλος λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με την εξουσία ή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, της οποίας ο Εναγόμενος ισχυρίζεται «υπέρβαση». Το γεγονός ότι μια θεραπεία ζητείται και με την αγωγή ή παρεμφερώς, δεν εμποδίζει κατ' ανάγκη την απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας. Το ζητούμενο είναι να μην εκδικάζεται πλήρως η αγωγή ή άλλως πώς να υποκαθίσταται πλήρως η ανάγκη εκδίκασης της διαφοράς δια της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος, κατά τρόπο που να δηλοί κατάχρηση της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος· δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται το προσωρινό διάταγμα ως αυτοσκοπός. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση. Η Ενάγουσα αναζήτησε μια συνήθη ενδιάμεση θεραπεία, στο πλαίσιο της ιδιωτικής διαφοράς της με τον Εναγόμενο για το επίδικο σκιάδιο, που δεν επιλύεται με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Η Ενάγουσα δεν στερείται τη δυνατότητα ενδιάμεσης θεραπείας απλώς επειδή ο Εναγόμενος είναι η δημοτική αρχή ή η πολεοδομική αρχή, που μπορεί, με εκείνη την ιδιότητα, να προβεί σε νόμιμες ενέργειες. Ουδέποτε το Δικαστήριο απαγόρευσε στον Εναγόμενο, ως αρμόδια αρχή με βάση κάποιον νόμο, να ακολουθήσει κάποια διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, εάν θεωρεί ότι οποιεσδήποτε κατασκευές που κατέχονται από την Ενάγουσα δεν είναι σύμφωνες με την πολεοδομική νομοθεσία. Προφανώς, η εξουσία του Δικαστηρίου αυτού ασκείται στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου που ενεργοποίησε η Ενάγουσα. Και η μαρτυρία ήταν, και είναι, ακριβώς, πως ο Εναγόμενος δεν ενήργησε ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, αποστέλλοντας κάποιαν ειδοποίηση στην Ενάγουσα με βάση τον νόμο, περίπτωση στην οποία η διαφορά με την Ενάγουσα θα ήταν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου (κι εκεί φυσικά υποκείμενη σε έλεγχο). Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13]. Υπό το άρθρο 32 Ν.14/1960 εξετάζεται και το άρθρο 4 Κεφ.6, όπου εφαρμόζεται. Επίσης, υπό το άρθρο 32 Ν. 14/1960, προσαρμοσμένα, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται συνήθως στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα, χωρίς να αποκλείεται η εξασφάλισή τους και σε περίπτωση που υπάρχει άλλη βάση αγωγής (λ.χ. παράβαση σύμβασης ή παράβαση νόμου που δημιουργεί αστική ευθύνη), και υπάρχει συναφής με τη βάση αγωγής επαπειλούμενη αδικοπραγία, περιλαμβανομένης της επέμβασης σε άτομο ή σε περιουσία χωρίς νομιμοποιητική βάση. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[14]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[15]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[16]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[17] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[18]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[19]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[20]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[21]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right). Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικοτολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[22]. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ομοιάζουν με τα γεγονότα που απασχόλησαν το Δικαστήριο στις Ομήρου ν. Δήμος Πάφου, αγωγή αρ. 187/2023 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 12.06.2023 και Χαραλάμπους ν. Δήμος Πάφου, αγωγή αρ. 189/2023 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 12.06.
- Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως υπήρξε ενός είδους συμφωνία με τον Εναγόμενο το 2008, για την κατασκευή του σκιαδίου της, που περιλαμβάνει γραπτά κείμενα και σχέδια, και η οποία εκτελείται στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου. Η κατασκευή έγινε με βάση τη συμφωνία, από εργολάβο και με επίβλεψη του Εναγόμενου και με έξοδα της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος, κατά παράβαση αυτής ή και αγνοώντας την και προκειμένου να εξαναγκάσει νέα συμφωνία, και χωρίς η ενέργειά του να ερείδεται σε νόμο, κατ' επέκταση χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση που να αναφέρεται σε σύμβαση ή σε νόμο, απαίτησε από την Ενάγουσα εργασίες στο σκιάδιο, που περιλαμβάνουν κυρίως αφαιρέσεις, και δη με τρόπο ασαφή. Δεν διαψεύδει, ο Εναγόμενος, πως ζήτησε αυτές οι εργασίες να γίνουν από την Ενάγουσα, εντός 1 ημέρας, και χωρίς δυνατότητα της Ενάγουσας να αμφισβητήσει την απόφαση ή κρίση του Εναγόμενου για την αναγκαιότητά τους. Ειδάλλως, θα επενέβαινε ο ίδιος ο Εναγόμενος, με άγνωστο στην Ενάγουσα τρόπο, χαρακτηρίζοντας το σκιάδιο «παράνομο», αλλά και με χρήση συγκεχυμένης ιδιότητας, αντισυμβαλλομένου, δημοτικής αρχής, και πολεοδομικής αρχής. Το σκιάδιο συνιστά χώρο που κατέχεται από την Ενάγουσα εδώ και πολλά χρόνια, και χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της επιχείρησής της, και οποιαδήποτε επέμβαση δεν είναι οικειοθελής, και δεν γίνεται με βάση νόμο αλλά με επιβολή, στο πλαίσιο δημόσιας εξουσίας (είτε από τη δημοτική αρχή είτε από την πολεοδομική αρχή), δυνατόν να συνυφαίνεται και με το δικαίωμα της Ενάγουσας στην επαγγελματική ζωή. Η Ενάγουσα εισάγει ένα δικάσιμο θέμα, σε γνωστές στο δίκαιο βάσεις, που για να αποφασιστεί θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη, ακούγοντας την απαίτηση της Ενάγουσας και την υπεράσπιση του Εναγόμενου. Ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Η θέση της Ενάγουσας, εξ όψεως, βασίζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία, που αν και δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο ως σε δίκη επί της ουσίας, ούτε και να απαντηθούν τα διάφορα πραγματικά ή νομικά ερωτήματα τώρα, είναι συνεκτική, με λεπτομέρεια, και δίδει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο τρόπος κατασκευής του σκιαδίου, που κατέχεται και χρησιμοποιείται από την Ενάγουσα. Μαρτυρία ότι το σκιάδιο κατασκευάστηκε από εργολάβο του Εναγόμενου και με την επίβλεψή του, ώστε να είναι σύμφωνο με τα σχέδια. Υφίστατο για χρόνια χωρίς αντίδραση του Εναγόμενου, που εισέπραττε τα έξοδα κατασκευής, με βάση τη συμφωνία, που δεν κηρύχθηκε άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο. Αντίστοιχα, δεν παρουσιάστηκε κάποια μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος ενήργησε, ως προς τις εργασίες που απαίτησε να γίνουν στο σκιάδιο, ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, με βάση συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου νόμου. Ο ίδιος ο Εναγόμενος δέχθηκε πως, ως η δημοτική αρχή, συνήψε δημόσια σύμβαση με τρίτο πρόσωπο για την εκτέλεση έργου κοινής ωφέλειας, που όμως προϋποθέτει επέμβαση στα σκιάδια των καταστημάτων στο παραλιακό μέτωπο που συνιστούν ιδιωτικές περιουσίες. Στο πλαίσιο εκτέλεσης του δημόσιου έργου, απαίτησε να γίνουν εργασίες και στο σκιάδιο της Ενάγουσας και ήδη επενέβη σε αυτό. Η θέση της Ενάγουσας είναι πως δεν συγκατατέθηκε και δεν συγκατατίθεται στη επέμβαση του Εναγόμενου, και δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε που να δείχνει χρησιμοποίηση άλλης διαδικασίας από την πολεοδομική αρχή. Εάν η σιωπή σε αιφνίδιες ενέργειες μπορεί να εκληφθεί ή να ερμηνευθεί ως συγκατάθεση ή εάν η ύπαρξη κατασκευαστικής παρανομίας καθιστά υποχρεωτική τη συγκατάθεση (η δεν δίδει καν λόγο), βάσεις που χρησιμοποιεί βασικά ο Εναγόμενος, θα αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής. Υπάρχουν πάντως επαρκείς πιθανότητες η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπείες με βάση την αγωγή της, που σχετίζονται με την εκτέλεση της συμφωνίας για το σκιάδιο, αλλά και τη διασφάλιση του δικαιώματός της για σεβασμό στην επαγγελματική ζωή, εάν ο Εναγόμενος ενεργεί στο πλαίσιο άσκησης κάποιου είδους δημόσιας εξουσίας έναντι στην Ενάγουσα, αλλά χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου. Στην τελευταία περίπτωση, δεν έχει σημασία εάν η Ενάγουσα κατέχει το σκιάδιο παράνομα ή νόμιμα ή εάν το σκιάδιο είναι παράνομη ή νόμιμη κατασκευή. Ο νόμος δεν φαίνεται να εξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο, υπό οποιαδήποτε ιδιότητά του, με οποιονδήποτε τρόπο, να επεμβαίνει σε περιουσία που κατέχεται από άλλο πρόσωπο, ιδιώτη, χωρίς νόμιμη διαδικασία, και να αφαιρεί κατασκευές που αποφασίζει (αρμοδίως ή μη) πως είναι παράνομες (χωρίς να δίδει περιθώριο αμφισβήτησης της απόφασής του περί παρανομίας), με μόνο το επιχείρημα πως είναι παράνομες ή για να προβεί σε συντήρηση που θεωρεί αναγκαία ή για άλλο λόγο, περιλαμβανομένης της εκτέλεσης δημοσίου έργου. Ούτε ένας πολίτης που δέχεται κάποια επέμβαση, πιθανόν μη νόμιμη με βάση τις θέσεις του, στερείται κάθε δικαστική προστασία, στη βάση της υποψίας ότι μπορεί η περιουσία που κατέχει επίσης να μην είναι νόμιμη (το τελευταίο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της όλης αξιολόγησης). Σε τέτοια περίπτωση, η δικαστική προστασία, που δυνατόν να παρέχεται για συγκεκριμένο σκοπό (για τη διασφάλιση της νομιμότητας, ακόμα και για σκοπούς πάταξης της παρανομίας), δεν μπορεί να μεταφράζεται ως προστασία του παρανόμου. Πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Η Ενάγουσα μετέφερε στο Δικαστήριο μια προσπάθεια του Εναγόμενου να δημιουργήσει, με κάπως μεθοδευμένο τρόπο, αγνοώντας τις θέσεις της Ενάγουσας, μια τετελεσμένη κατάσταση, σε σχέση με τις εργασίες στο σκιάδιο. Μπορεί να την προκαλέσει με ευκολία, εφόσον διαθέτει συνεργείο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβεί στον χώρο και να προβεί στις αφαιρέσεις. Με βάση τα λεγόμενα του Εναγόμενου, δεν αποκλείεται, εάν δεν υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, επειδή η Ενάγουσα δεν αφαίρεσε οικειοθελώς ό,τι ο Εναγόμενος θεωρεί παράνομο, να επέμβει στο πλαίσιο εκτέλεσης του δημόσιου έργου. Ο κίνδυνος που περιέγραψε η Ενάγουσα, ως τον έθεσε, με τη ροή των γεγονότων, περιλαμβανομένων των αφαιρέσεων που ήδη έγιναν στο υποστατικό και σε άλλα επικείμενα υποστατικά, και την ομολογούμενη ανάγκη του Εναγόμενου να περατώσει το δημόσιο έργο χωρίς καθυστέρηση, είναι ρεαλιστικός, υφιστάμενος, άμεσος. Δικαιολογημένα η Ενάγουσα αισθάνεται τον φόβο πως, εάν ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, θα υπάρξει επέμβαση του Εναγόμενου στο σκιάδιο, χωρίς να διασφαλίζεται η εφαρμογή του νόμου, αλλά και διατηρώντας ο Εναγόμενος τη συγκεχυμένη του ιδιότητα έναντι στην Ενάγουσα. Ο τρόπος με τον οποίον ο Εναγόμενος κάνει χρήση της ιδιότητας του, ως ο αντισυμβαλλόμενος της Ενάγουσας, ως η δημοτική αρχή που εκτελεί δημόσιο έργο, αλλά και ως η πολεοδομική αρχή, ή την εναλλάσσει, αναλόγως, ενισχύει την ανησυχία της Ενάγουσας για τον κίνδυνο εκτροπής από το νόμιμο πλαίσιο (προτάσσοντας συγκατάθεση ή συμφωνία που δεν υπάρχει ή εξαναγκάζοντάς την) και εν τέλει για αδικοπραγία. Επέμβαση σε περιουσία που κατέχει και χρησιμοποιεί άλλο πρόσωπο, που δεν έχει έρεισμα σε συμφωνία ή στον νόμο, μπορεί να συνιστά αδικοπραγία, οποιοσδήποτε κι αν την πράττει. Δεν έχει σημασία, στην προκειμένη περίπτωση, εάν οποιαδήποτε ζημιά της Ενάγουσας, σε περίπτωση παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου, μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Όλες οι παραβιάσεις δικαιωμάτων απολήγουν στο να παίρνουν τη μορφή χρηματικής απαίτησης, χωρίς να σημαίνει πως πρέπει να επιτρέπονται (με το να μην αποτρέπονται) επειδή μπορούν να αποζημιωθούν. Πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/1960, ως προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της προληπτικής φύσης του διατάγματος. Στο ισοζύγιο της ευχέρειας, είναι δίκαιο να υφίσταται αυτό το προσωρινό διάταγμα. Επαναλαμβάνεται, δεν επηρεάζεται ο Εναγόμενος, ως ταυτόχρονα η δημοτική αρχή ή η πολεοδομική αρχή, να εφαρμόσει κάποια νόμιμη διαδικασία. Εμποδίζεται, όμως, με οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν ενεργεί, να επικαλείται συμφωνία ή συγκατάθεση της Ενάγουσας, που η Ενάγουσα θέτει πως δεν υπάρχει, ως βάση για επέμβασή του στο σκιάδιο που κατέχει η Ενάγουσα (είτε νόμιμα είτε παράνομα). Κάθε δικαστικό διάταγμα απαγορευτικής φύσης προκαλεί ταλαιπωρία, όπως και κάθε αγωγή, στα πρόσωπα στα οποία αφορούν. Το αναπόφευκτο της ταλαιπωρίας από την εκκρεμοδικία δεν χρησιμοποιείται ως λόγος για να αποφευχθεί ενδιάμεση θεραπεία. Ο Εναγόμενος, ο οποίος ως δημοτική αρχή προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό και συνήψε δημόσια σύμβαση που περιλαμβάνει τα σκιάδια ή και επέμβαση σε ιδιωτικές περιουσίες, χωρίς να είναι και προφανής η δυνατότητα συναλλαγής επί του αντικειμένου αυτού και χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των επηρεαζόμενων ιδιωτών ‒ συγκατάθεση ενδεχομένως ως μέρος της διαδικασίας ή προϋπόθεση εκτέλεσης της δημόσιας σύμβασης ‒ δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση στην εκτέλεση της δημόσιας σύμβασης, που αναπόφευκτα υπάρχει εξαιτίας της ανάγκης διάγνωσης των ιδιωτικών δικαιωμάτων των επηρεαζόμενων προσώπων, ως ζημιά του, που προκαλεί αυτή η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ή και η αγωγή. Δεν μπορεί να επιρρίπτει την ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκτέλεση του δημόσιου έργου στην Ενάγουσα ή και στο Δικαστήριο. Εκκρεμούσης αυτής της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, η οποία υπάρχει και συντηρείται λόγω της δικής τους αδυναμίας να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση, δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την ισχύ της ενδιάμεσης θεραπείας, εάν προκύψει υποψία πως η Ενάγουσα επαναπαύεται σε αυτήν ή την χρησιμοποιεί για αλλότριους σκοπούς ή για βλάβη του δημοσίου συμφέροντος. Δεν υπάρχει προς το παρόν τέτοιο δεδομένο να τύχει διαχείρισης. Συνιστά βασική πτυχή του δημόσιου συμφέροντος, που δεν είναι μονόπλευρό, να μην παραβιάζονται βασικά δικαιώματα των πολιτών. Στην περίπτωση που υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, διατηρείται το status quo με σεβασμό στην απαίτηση και τα δικαιώματα της Ενάγουσας, μέχρι αυτά να διαγνωστούν, μη επηρεαζόμενων των εξουσιών του Εναγόμενου ως η αρμόδια αρχή με βάση οποιονδήποτε νόμο. Στην περίπτωση που ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, επιτρέπεται η εξέλιξη και η διαμόρφωση της πραγματικής κατάστασης από τον Εναγόμενο, ως δημοτική αρχή που θέλει να εκτελέσει επειγόντως το δημόσιο έργο, με τρόπο ενδεχομένως τετελεσμένο, χωρίς επαρκή ανταπόκριση του Δικαστηρίου στην απαίτηση της Ενάγουσας να διαγνωστούν τα δικαιώματά της σε σχέση με το σκιάδιο, εάν και στην έκταση που υπάρχουν. Δεν εξηγήθηκε γιατί είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί από τον Εναγόμενο η συγκατάθεση της Ενάγουσας για τη διαμόρφωση του σκιαδίου· γιατί είναι δύσκολο να κατευναστούν οι ανησυχίες της. Δεν προκύπτουν δεδομένα πως η Ενάγουσα, από ιδιοτροπία ή εκτροπή από τη λογική των πραγμάτων, επιδεικνύει άρνηση διαλόγου με αντικείμενο το να συγκατατεθεί σε εργασίες που δεν την επηρεάζουν ή που θα απολήξουν σε ένα κοινά ωφέλιμο ή ομορφότερο αποτέλεσμα. Κρίνεται πως, προς το παρόν, θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, ως έχει εκδοθεί. Η χρονική καθυστέρηση που μπορεί να προκληθεί από την εκκρεμοδικία δεν μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας σχετικά με το εάν θα δοθεί ή όχι μια ενδιάμεση θεραπεία· έχοντας υπόψη και τη δυνατότητα συνοπτικής εκδίκασης ζητημάτων για τα οποία δεν υπάρχει εκτενής πραγματική διαφορά. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων ένστασης που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο, που να μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και στην απόρριψη της αίτησης της Ενάγουσας. Καταληκτικά, έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που ισχύουν για την έκδοση και αναθεώρηση διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα γεγονότα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, θεωρώ πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν και πως είναι δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 07.03.2023, και πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων που προβλήθηκαν δια της ένστασης του Εναγόμενου, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, για να ακυρωθεί το διάταγμα αυτό ή να τροποποιηθεί με συγκεκριμένο τρόπο, έχοντας ήδη διευκρινίσει και ό,τι πιθανόν να χρειάζονταν. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.03.2023 καθίσταται απόλυτο, ως έχει εκδοθεί την 07.03.2023, και ισχύει οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Προστίθεται ρητά η διευκρίνιση πως: το παρόν διάταγμα δεν επηρεάζει οποιαδήποτε διαδικασία ήθελε κινήσει ο Εναγόμενος ως η αρμόδια αρχή με βάση οποιονδήποτε νόμο. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αλλά και τη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που δόθηκε, που είναι κυρίως προληπτική, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής της Ενάγουσας, αλλά να μην είναι σε καμία περίπτωση εναντίον της. Αυτό σημαίνει πως, εάν η Ενάγουσα επιτύχει στην αγωγή της, θα δικαιούται και τα έξοδα αυτής της διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο ή άλλως πώς καθοριστούν από το Δικαστήριο. Αντίθετα, δεν θα δικαιούται τέτοια έξοδα, εάν αποτύχει στην αγωγή της, αλλά δεν θα είναι και προς όφελός του Εναγόμενου που δεν είχε επιτυχία σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. [14] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [15] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [16] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [17] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [18] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [19] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [20] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [21] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [22] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο