← Κύπρος

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αγωγή αρ. 718/2016, 24/7/2023

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αγωγή αρ. 718/2016, 24/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 718/2016 ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγων ν. 1. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 24 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Λ. Γ. Λουκαΐδης Για τον Εναγόμενο 1: Ε. Κυριάκου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Εναγόμενο 2: Χρ. Τιμοθέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Την 09.08.2008, τριμελής ομάδα αστυνομικών, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 2, επισκέφθηκαν τη μπυραρία του Ενάγοντος, για να ελέγξουν τις άδειες. Ο έλεγχος κατέληξε σε επεισοδιακή σύλληψη του Ενάγοντος. Τα γεγονότα απασχόλησαν την Αντωνίου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αγωγή αρ. 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 30.07.2021, στην οποίαν επιδικάστηκαν αποζημιώσεις προς όφελος του Ενάγοντος. Είχαν προηγουμένως απασχολήσει και την Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τζιακούρης, ποινική υπόθεση αρ. 10341/2009 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 24.10.2012, στην οποίαν οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί είχαν αθωωθεί. Η παρούσα αγωγή αφορά τα γεγονότα που επακολούθησαν, ειδικότερα τρεις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν εναντίον του Ενάγοντος, τις οποίες ο Ενάγων θεωρεί κακόβουλες. Ειδικότερα, ο Ενάγων αξιώνει εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Εναγόμενου 1, και εναντίον του Εναγόμενου 2, αποζημιώσεις γιατί θεωρεί πως υπέστη κακόβουλη δίωξη. Πρώτα, καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση αρ. 3685/2009 Ε.Δ. Πάφου, η οποία, κατά τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντος, αποσύρθηκε από την κατηγορούσα αρχή, κατόπιν αιτήματος του Ενάγοντος, καθότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία. Με βάση τα ίδια γεγονότα, καταχωρίστηκε στη συνέχεια η ποινική υπόθεση αρ. 4287/2010 Ε.Δ. Πάφου. Με βάση τα ίδια γεγονότα, ήταν και η ποινική υπόθεση αρ. 11082/2010 Ε.Δ. Πάφου. Οι δύο τελευταίες ποινικές υποθέσεις ήταν ορισμένες για ακρόαση την ίδια ημερομηνία σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια. Διακόπηκε η ποινική υπόθεση αρ. 4287/2010 Ε.Δ. Πάφου και εξετάστηκε μόνον η ποινική υπόθεση αρ. 11082/2010, στην οποίαν ο Ενάγων αθωώθηκε, λόγω μη ύπαρξης αξιόπιστης μαρτυρίας. Ο βασικός μάρτυρας, που ήταν ο Εναγόμενος 2, κατά τη θέση του Ενάγοντος, κατασκεύασε μια ιστορία φανταστική, κακόβουλα, χωρίς λογική ή πιθανή αιτία, για λόγους εκδικητικούς εναντίον του Ενάγοντος, ο οποίος, όπως θέτει, υπέστη ταλαιπωρία και εξευτελισμό, σκάνδαλο για την πίστη και την υπόληψή του. Ο Εναγόμενος 1 αμφισβητεί το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος, όπως και ο Εναγόμενος 2. Ως προς τις ποινικές διώξεις, αναφέρουν, αμφότεροι, πως η ποινική υπόθεση αρ. 3685/2009 Ε.Δ. Πάφου διακόπηκε τον Απρίλιο του 2010 λόγω μη εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του Ενάγοντος, και όχι για άλλον λόγο. Γι' αυτό, καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση αρ. 4287/10 Ε.Δ. Πάφου. Εκ παραδρομής ή καλόπιστου λάθους, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, ήταν που καταχωρίστηκε μεταγενέστερα και η ποινική υπόθεση αρ. 11082/10 Ε.Δ. Πάφου για τα ίδια αδικήματα, η οποία διακόπηκε. Εκδικάστηκε μόνον η ποινική υπόθεση αρ. 4287/10 Ε.Δ. Πάφου, η οποία απορρίφθηκε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, οπότε ο Ενάγων αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως δεν αποφάσισε ούτε καταχώρισε ο ίδιος τις ποινικές υποθέσεις. Ο Εναγόμενος 1 λέει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ενήργησε κακόβουλα ή εκδικητικά, αλλά μετά από νόμιμη διερεύνηση της καταγγελίας για διάπραξη ποινικών αδικημάτων, με βάση τη μαρτυρία που είχε εξασφαλιστεί στο πλαίσιο της έρευνας, εύλογα, νόμιμα, και καλόπιστα, επειδή υπήρχαν επαρκή στοιχεία για στοιχειοθέτηση ποινικών αδικημάτων, και ασκήθηκε ποινική δίωξη, για να εκδικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο, έργο του οποίου είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας, όπως και έγινε. Ο Ενάγων μία φορά κατηγορήθηκε για τα συγκεκριμένα αδικήματα, στα οποία στη συνέχεια αθωώθηκε. Η διαδικασία διερεύνησης, σε όλα τα στάδια, ήταν η συνήθης. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται την αξίωση του Ενάγοντος και ζητά την απόρριψη της αγωγής του, όπως και ο Εναγόμενος 2. Με δεδομένο ότι δεν αμφισβητείται η καταχώριση τριών ποινικών υποθέσεων εναντίον του Ενάγοντος για τα ίδια ποινικά αδικήματα, και η απαλλαγή του Ενάγοντος στις δύο εκ των τριών, και η αθωωτική κατάληξη της υπόθεσης που τελικά εκδικάστηκε, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες καταχωρίστηκαν οι τρεις ποινικές υποθέσεις, χωρίς να υπεισέρχεται στη διάγνωση γεγονότων που εκδικάστηκαν ήδη· την αιτία της έναρξής τους, κατά πόσον υπήρξε εύλογη και πιθανή αιτία ή στοιχείο κακοβουλίας στην έναρξη της κάθε μίας και στη συνέχισή της ή και στο σύνολο της συμπεριφοράς καταχώρισης τριών ποινικών υποθέσεων. Έπειτα, κατά πόσον προκλήθηκε σκάvδαλo για τηv πίστη ή τηv υπόληψη τoυ Ενάγοντος· δηλαδή, κατά πόσον υπήρξε ζημιά του Ενάγοντος, που να συνδέεται αιτιωδώς με την κάθε μία δίωξη ή και με το σύνολο της συμπεριφοράς των Εναγόμενων, κατά τρόπο ώστε ο Ενάγων να δικαιούται σε αποζημιώσεις. Τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων θα αναφερθούν αναλυτικότερα στη συνέχεια. Η διαδικασία Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντος, κατέθεσε ο ίδιος ως μάρτυρας (ΜΕ1), και αντεξετάστηκε από τους συνήγορους των Εναγόμενων 1 και 2. Μαρτυρία προσκομίστηκε και από πλευράς του Εναγόμενου 1, από τον λοχία 2417 Αλέκο Χαραλάμπους (ΜΥ1), ο οποίος επίσης αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντος, ενώ δικαίωμα αντεξέτασης δόθηκε και στην πλευρά του Εναγόμενου 2. Το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της δίκης που τηρήθηκαν. Έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη από έντεκα έγγραφα που σημάνθηκαν ως τεκμήρια, με αρίθμηση από το 1 έως το 11, είναι επίσης στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε στα δικόγραφα, στη μαρτυρία, στην επιχειρηματολογία, σε πλήρη μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής μνεία. Η μαρτυρία Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη ή αμφισβητείται, την αξιολογεί, για να βρει εάν και ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποία να μπορεί να βασιστεί και να προβεί στα ευρήματά του, και βάσει αυτών, να αποφασίσει τη διαφορά. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπου χρειάζεται, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Για τους σκοπούς της υπόθεσης αυτής, θα παρατεθεί η μαρτυρία, η οποία θα αξιολογηθεί ταυτόχρονα με την εξέταση της υπόθεσης, αφού εκτεθεί η νομική πτυχή και διατυπωθούν αυτά που χρειάζεται το Δικαστήριο να αποδειχθούν για τις νομικές βάσεις της αγωγής. Ο Ενάγων, στο μέρος της κυρίως εξέτασής του, που περιλήφθηκε στη γραπτή του δήλωση Έγγραφο Α[3], αναφέρθηκε στο περιστατικό που έλαβε χώρα την 09.08.2008, αναφορικά με το οποίο καταχωρίστηκε από τον ίδιο η αγωγή 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου, στην οποία εκδόθηκε δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 1). Ενώ, κατά τη θέση του Ενάγοντος, δεν υπήρχε ίχνος στοιχείου εναντίον του, καταχωρίστηκαν συνολικά τρεις ποινικές υποθέσεις, με αριθμούς 3685/2009, 4287/2010 και 11082/2010, όλες στο Ε.Δ. Πάφου. Όπως αξιολογήθηκε και στην απόφαση του Τεκμηρίου 1, κατά τον Ενάγοντα, αντίθετοι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα, είναι ανυπόστατοι και ψευδείς. Ιδιαίτερα, αρνείται κατηγορηματικά τα περί εξύβρισης και εξαπόλυσης απειλών βιαιοπραγίας και πρόκλησης ανησυχίας, θεωρώντας τέτοιες κατηγορίες αποκύημα της φαντασίας των Εναγόμενων, οι οποίοι, κατά τη θέση του, ενήργησαν κακόβουλα και εκδικητικά. Συγκεκριμένα, ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου καταχώρισε, σε διαφορετικές ημερομηνίες, τρεις πανομοιότυπες ποινικές υποθέσεις, κατηγορώντας τον Ενάγοντα, μεταξύ άλλων, για δήθεν απειλές βιαιοπραγίας, επίθεση κατά των αστυνομικών, και πρόκληση ανησυχίας. Οι δύο από τις υποθέσεις αυτές, με αριθμούς 3685/2009 και 4287/2010, κατά τον Ενάγοντα, διακόπηκαν λόγω μη ύπαρξης μαρτυρίας και ο ίδιος απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες. Στο συμπέρασμα αυτό, όπως λέει, κατέληξε ο Γενικός Εισαγγελέας κατόπιν μελέτης της υπόθεσης, κατόπιν σχετικής υπόδειξης του Ενάγοντος. Προσκομίζει αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 3685/2009 μαζί με το πρακτικό ημερομηνίας 21.04.2010 (Τεκμήριο 2). Ο ΜΕ1 προσκομίζει και αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 11082/2010 μαζί με το πρακτικό ημερομηνίας 16.03.2011 (Τεκμήριο 3). Τόσο στο κατηγορητήριο του Τεκμηρίου 2 όσο και στο Τεκμήριο 3 υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες, με διαφοροποίηση ως προς τη σειρά τους, που είναι ίδιες. Περιλαμβάνεται κατηγορία για ανησυχία κατά παράβαση του άρθρου 95 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου Κεφ.154, στη βάση του οποίου ο Ενάγων κατηγορείται πως την 09.08.2008, στη Λεωφόρο Κόλπου Κοραλλίων στην Πέγεια, της Επαρχίας Πάφου, σε δημόσιο μέρος, ήτοι στη μπυραρία Coral Sunset, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Περιλαμβάνεται κατηγορία για απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) Κεφ.154, στη βάση του οποίου ο Ενάγων κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, απείλησε τον Αστ.4329 Γ. Σωκράτους του ΟΠΕ Πάφου (Εναγόμενο 2) ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του με τη φράση «μην μου τζιήζεις τζιαι εν να σε σκοτώσω». Περιλαμβάνεται κατηγορία για επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του κατά παράβαση του άρθρου 244(β) Κεφ.154, στη βάση της οποίας ο Ενάγων κατηγορείται πως κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης, δηλαδή του Αστ. 4329 Γ. Σωκράτους του ΟΠΕ Πάφου (Εναγόμενου 2) κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Περιλαμβάνεται και κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 Κεφ.154 στη βάση του οποίου ο Ενάγων κατηγορείται πως κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο παράνομα επιτέθηκε εναντίον του Αστ. 4329 Γ. Σωκράτους του ΟΠΕ Πάφου (Εναγόμενου 2). Μάρτυρες επί του κατηγορητηρίου ήταν μόνον ο Αστ. 4329 Γ. Σωρκάτους (Εναγόμενος 2) και ο Αστ. 2417 Α. Χαραλάμπους (ΜΥ1). Παρά την ύπαρξη των δύο προαναφερόμενων ποινικών υποθέσεων, κατά τον Ενάγοντα, καταχωρίστηκε και η ποινική υπόθεση 4287/2010 με τις ίδιες κατηγορίες, η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση. Παρουσιάστηκε η ματυρία του Εναγόμενου 2 εναντίον του Ενάγοντος, και το Δικαστήριο είπε πως κανένα λογικό δικαστήριο μπορούσε να στηριχθεί στη μαρτυρία του για να καταδικάσει τον Ενάγοντα, ο οποίος αθωώθηκε. Είναι η θέση του Ενάγοντος πως προκύπτει πως ο Εναγόμενος 2 κατασκεύασε μια φανταστική ιστορία, κακόβουλα, χωρίς πιθανή αιτία, για εκδικητικούς λόγους. Προσκομίζει τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας κατά την 27.05.2021, που περιλαμβάνουν την μαρτυρία του Εναγόμενου 2, καθώς και αντίγραφο του κατηγορητηρίου της υπόθεσης (Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα). Ο Ενάγων θεωρεί πως η καταχώριση των τριών ποινικών υποθέσεων εναντίον του ήταν χωρίς λόγο και ετσιθελικά. Ότι ήταν εκβιασμός, για να αποσύρει την υπόθεση εναντίον τους. Ο Εναγόμενος 2 ήταν με άλλους τέσσερις στο περιστατικό, δεν έκανε οποιοσδήποτε άλλος καταγγελία εναντίον του Ενάγοντος. Ο ίδιος, όπως θέτει, ήταν αναγκασμένος να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου σε τρεις διαδικασίες, σε διαφορετκές αίθουσες με κόσμο, και πολλές φορές. Στην ποινική υπόθεση αρ. 3685/2009, εμφανίστηκε, όπως είπε, τρεις με τέσσερις φορές και τους το είχε αναφέρει πως για το ίδιο κατηγορητήριο εμφανίζεται σε άλλη αίθουσα, και αναβλήθηκε, και του είπαν να κοιτάξουν, μετά εμφανίστηκε ξανά και την απέσυραν. Αποσύρθηκε στην τέταρτη ή πέμπτη φορά. Στην ποινική υπόθεση αρ. 11082/2010, επίσης, εμφανίστηκε, όπως είπε, μερικές φορές, τρεις με τέσσερις φορές. Όταν έφευγε από τις αίθουσες, τον ρωτούσαν γιατί τα έβαζε με την αστυνομία. Υπέστη ταλαιπωρία και εξευτελισμό, ως αποτέλεσμα των κακόβουλων διώξεων. Η σύλληψή του ήταν παράνομη και, δεν έφτανε αυτό, ταλαιπωρήθηκε πρόσθετα από ψεύτικες και κακόβουλες διώξεις, όπως αναφέρει, για αδικήματα που ουδέποτε διέπραξε. Επηρεάστηκε, όπως είπε, ψυχολογικά, ανάλωσε χρόνο, καύσιμα, και έξοδα σε δικηγόρους. Έπρεπε να εμφανίζεται στο Δικαστήριο ερχόμενος από την Πέγεια. Κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο της Εναγόμενης 1, ο ΜΕ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως έγιναν πολλές φορές έλεγχοι για τις άδειες στη μπυραρία, και δεν είχε παρουσιαστεί οποτεδήποτε πρόβλημα. Αναστατώνεται ψυχολογικά, όπως είπε, που τα θυμούται ξανά, ήταν άσχημη η συμπεριφορά των μελών της Αστυνομίας, και αυτό σχετίζεται και με τον τρόπο που κινήθηκαν οι ποινικές υποθέσεις. Η αγωγή του Ενάγοντος για το περιστατικό καταχωρίστηκε το 2012, το επεισόδιο έγινε το 2008, αλλά ο ίδιος είχε κάνει αναφορά, γραπρές επιστολές για το συμβάν, η Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας (ΑΑΔΙΠΑ) είχε απαντήσει πως θα διερευνούσε το θέμα. Δεν ήταν η αγωγή ο λόγος που ενήργησαν κατά τη θέση του εκδικητικά, αλλά οι προαναφερόμενες ενέργειες. Η μία ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε το 2009, η άλλη τον Μάιο του 2010 και η άλλη τον Οκτώβριο του 2010. Δεν ξέρει πώς λειτουργεί το σύστημα, όπως είπε, αλλά οι ίδιοι οι αστυνομικοί, η Αστυνομία, ήταν ο μοχλός, αυτά τα άτομα ήταν η αλυσίδα. Όταν του υποβλήθηκε πως προηγήθηκε παράπονο, νόμιμη έρευνα και διερεύνηση, και με βάση τη μαρτυρία που εξασφαλίστηκε κρίθηκε σκόπιμο να ασκηθεί ποινική δίωξη, το αμφισβήτησε, επικαλούμενος τα ευρήματα του Δικαστηρίου, και λέγοντας πως κρίθηκε εάν ήταν σωστό ή όχι, εάν ήταν ψευδείς οι αναφορές. Όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως η ποινική δίωξη ασκήθηκε επειδή υπήρχαν επαρκή στοιχεία, με βάση τη νομοθεσία και τις εξουσίες που παρέχονται στον Γενικό Εισαγγελέα, απάντησε «δεν γνωρίζω». Στη συνέχεια, ανέφερε πως θεωρεί πως δεν είχαν αιτία οι ποινικές υποθέσεις, αφού δεν είχε οτιδήποτε εναντίον του. Απάντησε σε σχετικές ερωτήσεις πως δεν υπήρχε προηγούμενη έχθρα ούτε έδωσε ο ίδιος κάποιο κίνητρο, γιατί, όπως ανέφερε, είναι ήσυχος πολίτης. Στη συνέχεια, ανέφερε πως, μετά το συμβάν, φαίνεται ότι η Αστυνομία είχε κάτι εναντίον του, όχι ο ίδιος. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως δεν υπήρχε ανάρμοστο κίνητρο και οι ποινικές διώξεις δεν καταχωρίστηκαν κακόβουλα ή εκδικητικά από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ο Ενάγων απάντησε ότι είναι σίγουρος πως υπήρχε, επικαλούμενος τον αριθμό των ποινικών υποθέσεων, λέγοντας πως μία μπορεί να ανοιχτεί, γιατί μπορεί να μην πιστέψει ούτε το Δικαστήριο, αλλά οι τρεις, όπως ανέφερε, παραπέμπουν σε εκδικητικότητα. Δεν πιστεύει, όπως είπε, πως μπορεί να ήταν καλόπιστο λάθος. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως η ποινική υπόθεση αρ. 11082/10 διακόπηκε όταν έγινε αντιληπτό ότι εκ παραδρομής καταχωρίστηκε ενόσω εκκρεμούσε η ποινική υπόθεση αρ. 4287/10 που αφορούσε τις ίδιες κατηγορίες. Ο μάρτυρας απάντησε πως είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, είπαν ότι θα το διερευνήσουν, και μετά ξαναπαρουσιάστηκε. Όσον αφορά την ποινική υπόθεση αρ. 3685/09, διακόπηκε, όπως δέχθηκε, όχι λόγω μη ύπαρξης μαρτυρίας (όπως είχε αναφέρει στην κυρίως εξέτασή του), αλλά είχε παρουσιαστεί ο ίδιος στο Δικαστήριο και είχε αναφέρει πως είχε το ίδιο κατηγορητήριο σε άλλη αίθουσα, γι' αυτό την είχε αποσύρει ο Γενικός Εισαγγελέας. Του υποβλήθηκε πως εκείνη η υπόθεση είχε ανασταλεί λόγω μη εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του, και διαφώνησε, λέγοντας πως δεν γίνεται γιατί ήταν να παρουσιαστεί πάλι εάν εκκρεμούσε ένταλμα εναντίον του, αλλά δεν ξέρει. Ερωτήθηκε ο μάρτυρας, υπήρχε ένα παράπονο, δεν θα έπρεπε να διερευνηθεί; Απάντησε «αφού τα φαντάστηκε, δεν υπήρχε κάτι εναντίον μου», αρνούμενος ότι, από τη στιγμή που υπάρχει καταγγελία, πρέπει να διερευνηθεί. Όταν του υποβλήθηκε πως, ανεξαρτήτως της αθωωτικής κατάληξης, οι ενέργειες της Αστυνομίας ήταν νόμιμες, εύλογες και καλόπιστες, απάντησε «μπορεί να υπάρχουν και σάπια μήλα». Κατά την αντεξέτασή του, δεν θυμόταν πόσες φορές εμφανίστηκε σε κάθε υπόθεση, και ερωτώμενος για την ταλαιπωρία που ισχυρίστηκε πως υπέστη, αναφέρθηκε γενικά σε διασυρμό, ότι έπρεπε να αφήνει τις δουλειές του, να κλείνει το μαγαζί του, να αναζητά υπερασπίσεις με δικηγόρους. Όπως είπε, όταν σε τρεις αίθουσες ακούγεται το κατηγορητήριο, δεχόταν τηλεφωνήματα από γνωστούς και φίλους ότι χτύπησε την Αστυνομία, και τούτο είναι σκανδαλώδες γιατί έχει μία αξιοπρέπεια, όταν είναι για μουσική, για άδεια, είναι για τη δουλειά, είναι διαφορετικό, να κατηγορείται όμως ότι χτυπά την Αστυνομία, ότι κάνει φασαρία μέσα στο ίδιο το μαγαζί του, ήταν προσβλητικό, γίνεται ευρεία δυσφήμιση να ακούγεται το όνομά του, επηρεάζεται η αξιοπρέπεια και το άτομο του, είναι και θέμα ηθικής. Του υποβλήθηκε πως η σοβαρότητα δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσε να άπτεται ζητημάτων τιμιότητας, για να τον επηρεάσει, και απάντησε πως όταν παρουσιάζεται στο Δικαστήριο και ακούει τις κατηγορίες, είναι θέμα ηθικής και αξιοπρέπειας, κάθε άνθρωπος έχει ηθική και αξιοπρέπεια, το να τον διασύρουν στα Δικαστήρια, σε τρεις αίθουσες, για ποινικά αδικήματα, δεν υπήρχε λόγος να εμφανιστεί, καθόλου. Του υποδείχθηκε άλλη υπόθεση που είχε στο Δικαστήριο. Εκεί, όπως δέχθηκε, μπήκε και φυλακή, αλλά, όπως είπε, αθωώθηκε καθότι υπήρχε ψευδομάρτυρας, δεν προχώρησε και εκεί με υπόθεση για κακόβουλη δίωξη. Ερωτήθηκε, τι αντιλαμβάνεται με τον όρο καλή φήμη. Ανέφερε πως είναι οικογενειάρχης, δεν πείραξε κανένα, έχει κάποιον κύκλο στην Πάφο, τον γνωρίζει ο κόσμος, δεν έχει πάρε-δώσε με άτομα, και επειδή είναι κλειστός ο κύκλος, ούτε θέλει να δημιουργήσει πρόβλημα, έχει τέσσερα παιδιά, πάντα τους συμβουλεύει, προσπαθεί να δώσει κάποιες αρχές. Όταν κάποιος πηγαίνει Δικαστήριο, είπε, επειδή δεν είναι μικρή αίθουσα, στο άκουσμα του κατηγορητηρίου, ακούγεται σαν να είναι εγκληματίας, απομακρυνθήκαν μερικά άτομα από κοντά του. Όταν ανοιχτούν υποθέσεις στο Δικαστήριο, όπως είπε, επειδή είχε και την εμπειρία από πριν, όλα μπορούν να γίνουν, δεν ξέρει πώς θα πάει η πορεία της δίκης, ήταν αθώος αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει τι θα λάμβανε χώρα. Ήδη, όπως είπε, πήγε μία φορά φυλακή «λόγω κακοδικίας». Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Εναγόμενου 2, ο ΜΕ1 ανέφερε, πρόσθετα, πως αθωώθηκαν μεν πρωτόδικα οι αστυνομικοί που μετείχαν στο περιστατικό στη μπυραρία, και ο ίδιος δεν έγινε πιστευτός από το Δικαστήριο, αλλά, όπως είπε, κατόπιν επιστολής του στον Γενικό Εισαγγελέα, η υπόθεση εφεσιβλήθηκε. Ερωτήθηκε, στη δική του περίπτωση, όταν δεν τον πίστεψε το Δικαστήριο, σημαίνει ότι η καταγγελία ήταν ψευδής ή φανταστική; Απάντησε «δεν ξέρω», έπειτα αρνήθηκε την εκδοχή αυτή, γιατί ο ίδιος είχε παράπονο.Του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 2 και 3 για να πει πού σε αυτά γίνεται αναφορά σε έλλειψη μαρτυρίας, και είπε «αναφέρονται εδώ». Υποδείχθηκε στον μάρτυρα πως στα δύο πρακτικά γίνεται αναφορά σε ένταλμα σύλληψης του, που ακυρώνεται, συνάγοντας ότι ήταν ψεύδος ό,τι ανέφερε, πως εμφανίζονταν στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ1 απάντησε πως εμφανίζονταν για κάποιο διάστημα, και μετά τους ανέφερε πως έχει ίδια υπόθεση. Δεν παραδέχθηκε ενοχή και μετά έρχονταν και άλλες υποθέσεις. Του υποβλήθηκε πως δεν ήταν τρεις αίθουσες, όπως είπε, αλλά δύο δικαστές. Απάντησε «δεν θυμάμαι, ήταν τρεις οι αίθουσες». Ενήγαγε τον Εναγόμενο 2 γιατί εκείνος τον συνέλαβε και έδωσε μαρτυρία για να ανοιχτεί υπόθεση. Από τα λεγόμενα του Δικαστηρίου στην υπόθεση που εκδικάστηκε, όπως είπε, ο Εναγόμενος 2 είχε τρεις ή τέσσερις εκδοχές ότι του επιτέθηκε, εάν κάνει υποθέσεις χωρίς λόγο, είναι φανταστική η ιστορία του. Υποβλήθηκε και από τον συνήγορο του Εναγόμενου 2 στον μάρτυρα πως η ποινική υπόθεση αρ. 3689/09 διακόπηκε γιατί δεν εκτελούνταν το ένταλμα σύλληψης, και ο ΜΕ1 απάντησε πως δεν θυμάται, επειδή έχει άσχημη εμπειρία με την Αστυνομία, δεν θέλει να σκέφτεται, θέλει ηρεμία. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως υπήρχε μαρτυρία για τα κατ' ισχυρισμό εναντίον του αδικήματα, γι΄αυτό και ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε να καταχωριστεί ποινική δίωξη. Μπορεί, όπως απάντησε, να υπήρχε η μαρτυρία του Εναγόμενου 2. Στη θέση ότι η ποινική υπόθεση ήταν εύλογη και καλόπιστη, απάντησε ξανά «μια φορά ναι, τρεις όχι». Εκ συμφώνου, κατατέθηκε η επιστολή ημερομηνίας 12.12.2022 (Τεκμήριο 6), με την οποία το Ποινικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ανέφερε πως οι φάκελοι των υποθέσεων 3685/2009, 4287/2010 και 11082/2010 έχουν καταστραφεί. Ξενίζει το γεγονός πως δεν ζητήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντος να μην τους καταστρέψει το Πρωτοκολλητείο, ή δεν είχε εξασφαλίσει έγκαιρα αντίγραφα, για τους σκοπούς της αγωγής του. Ο ΜΥ1, όπως ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του (Έγγραφο Β[4]), κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας, και ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης του παραπόνου που υπέβαλε ο Εναγόμενος 2 εναντίον του Ενάγοντος. Η δική του γνώση της υπόθεσης είναι από το χρονικό σημείο της μεταφοράς του Ενάγοντος, μετά τη σύλληψή του, στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Όπως ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο 2, τον Αστ. 3385 και τον Αστ. 3396, που ήταν παρόντες στο περιστατικό, ο Ενάγων άρχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται στους αστυνομικούς, με αποτέλεσμα να προκαλέσει ανησυχία, ενώ περαιτέρω αντιστάθηκε στη σύλληψή του και επιτέθηκε στον Εναγόμενο 2, στον οποίον, επίσης, εξαπόλυσε απειλή για βιαιοπραγία. Εν τέλει, συνελήφθη. Για τις πληροφορίες που έλαβε, ενημέρωσε σχετικά το ημερολόγιο ενέργειας και σύνταξε ενημερωτικό μήνυμα με αύξων αριθμό 09/0350/35249, ημερομηνίας 09.08.2008 (Τεκμήρια 7 και 8, αντίστοιχα). Μετά το επεισόδιο, ο Εναγόμενος 2 προέβη σε καταγγελία του Ενάγοντος. Γι' αυτό, ως ανακριτής της υπόθεσης, ο ΜΥ1, συμπλήρωσε έντυπο καταχώρισης στοιχείων για επιθέσεις πολιτών εναντίον μελών της Αστυνομίας, στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας (Τεκμήριο 9). Στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, ο Εναγόμενος 2 έδωσε επίσης γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 10). Στη βάση της γραπτής κατάθεσης του Ενάγοντος, ο ΜΥ1 κατηγόρησε γραπτώς τον Ενάγοντα για τα αδικήματα της ανησυχίας, της απειλής βιαιοπραγίας, της κοινής επίθεσης και της αντίστασης κατά τη σύλληψη. Αφού του ανέγνωσε τις εις βάρος του κατηγορίες, και αφού του επέστησε την προσοχή στον νόμο, ανέφερε ότι δεν παραδέχεται. Στη συνέχεια, ο Ενάγων αφέθηκε ελεύθερος, για να κλητευθεί αργότερα. Ο ΜΥ1 συνέταξε ενημερωτικό σημείωμα για τις ενέργειές του (Έντυπο Αστ.43) (Τεκμήριο 11). Στη βάση της καταγγελίας από τον Εναγόμενο 2, ακολουθήθηκε, όπως αναφέρει, η πάγια διαδικασία και συνήθης πρακτική, δηλαδή η καταγγελία διαβιβάστηκε στον σταθμάρχη του Κεντρικού Σταθμού Πάφου, διαβίβασε στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου με εισήγηση για ποινική δίωξη και, εφόσον κρίθηκε πως υπήρχε κατάλληλη μαρτυρία, η υπόθεση διαβιβάστηκε στην εισαγγελία Πάφου για σκοπούς ετοιμασίας και καταχώρισης των σχετικών κατηγοριών, κατ' επέκταση έναρξης της ποινικής δίωξης του Ενάγοντος. Καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση αρ. 3685/2009 Ε.Δ. Πάφου, η οποία διακόπηκε την 21.04.2010 λόγω μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης εναντίον του Ενάγοντος. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση αρ. 4287/2010 Ε.Δ. Πάφου, για τις ίδιες κατηγορίες. Εκ παραδρομής και καλόπιστου λάθους, καταχωρίστηκε και η ποινική υπόθεση αρ. 11082/2010 Ε.Δ. Πάφου για τις ίδιες κατηγορίες. Όταν διαπιστώθηκε το λάθος, διακόπηκε η ποινική υπόθεση αρ. 11082/2010 Ε.Δ. Πάφου και εκδικάστηκε η ποινική υπόθεση αρ. 4287/2010 Ε.Δ. Πάφου, στην οποία ο Ενάγων αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες. Ο ΜΥ1 εκφράζει τη διαφωνία του με τις θέσεις του Ενάγοντος, και επισημαίνει πως, κατά τη διερεύνηση, δεν εντόπισε κακοβουλία του Εναγόμενου 2 ή παρατυπία ή παρανομία από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ή άλλο πρόσωπο. Αυτή η διαδικασία ακολουθείται, όπως είπε, σε κάθε περίπτωση, και το κατά πόσον ο Ενάγων ήταν ένοχος ή όχι, ήταν έργο του Δικαστηρίου. Η Αστυνομία, όπως εκλαμβάνει, οφείλει να παρουσιάζει τις υποθέσεις στο Δικαστήριο, με τη μαρτυρία που έχει εξασφαλιστεί, η οποία να αξιολογείται από το Δικαστήριο. Κατά την σύντομη αντεξέτασή του από τον κύριο Λουκαΐδη, ο ΜΥ1 είπε, μεταξύ άλλων, πως για όσα ανέφερε, βασίστηκε στο ημερολόγιο του σταθμού και στα άλλα έγγραφα που κατέθεσε ως τεκμήρια, οι πηγές του προφανώς είναι έγγραφα της Αστυνομίας. Ο μάρτυρας ερωτάτο κατ' επανάληψη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή αρ. 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου, παρόλο που ανέφερε πως δεν γνωρίζει την υπόθεση εκείνη. Επανέλαβε πως είχε μαρτυρία ενώπιον του και, όπως όφειλε, την έφερε στο Δικαστήριο, εκείνη ήταν η εντολή του, για να αθωωθεί ή να καταδικαστεί ο Ενάγων από το Δικαστήριο. Ο Ενάγων, όταν του απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες, δεν του κατήγγειλε ή ανέφερε οτιδήποτε, ως αυτά γα τα οποία παραπονέθηκε. Δεν μπορούσε να γνωρίζει τότε ο ίδιος είτε για αγωγή είτε για δίκη είτε για απόφαση. Ο ίδιος, όπως ανέφερε, δεν ήρθε να καταθέσει για να βοηθήσει οποιονδήποτε, αλλά γιατί κλήθηκε από την εκπρόσωπο της νομικής υπηρεσίας, και δεν γνωρίζει καν τα μέλη της Αστυνομίας που είχαν εμπλοκή στο επεισόδιο, για το οποίο δεν ήρθε να καταθέσει, αλλά τον Ενάγοντα τον γνωρίζει καλύτερα από εκείνους. Ο Ενάγων, εκείνη την ημέρα, δεν του ανέφερε οτιδήποτε από εκείνα που του συνέβησαν, κάθονταν σε μια αίθουσα. Επειδή τον γνωρίζει, εκείνη την ημέρα που τον έφεραν οι αστυνομικοί, ήταν θυμωμένος. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 από τον συνήγορο του Εναγόμενου 2, ερωτώμενος ποιος είναι αυτός που αποφάσισε ότι πρέπει να καταχωριστεί ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντος, ανέφερε πως ο ίδιος ο ΜΥ1 ετοίμασε τον φάκελο με το μαρτυρικό υλικό, τον διαβίβασε στον σταθμάρχη, έπειτα στον βοηθό Αστυνομικό Διευθυντή, μελετήθηκε ο φάκελος, στάληκε στην εισαγγελία. Δεν είναι Εναγόμενος 2 προσωπικά που καταχώρισε την υπόθεση. Όπως καταχωρίζουν υποθέσεις κατόπιν καταγγελιών των πολιτών, όταν χρειαστεί, καταχωρίζουν και κατόπιν καταγγελιών των συναδέλφων τους, και δεν γίνεται κάποια διάκριση. Νομικές πτυχές Με βάση το άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, κακόβoυλη δίωξη (malicious prosecution) συvίσταται, μεταξύ άλλων, στηv πραγματική, κακόβoυλη και χωρίς εύλoγη και πιθαvή αιτία έvαρξη ή συvέχιση αvεπιτυχoύς πoιvικής διαδικασίας κατά άλλoυ πρoσώπoυ, αv η διαδικασία αυτή πρoκάλεσε σκάvδαλo για τηv πίστη ή τηv υπόληψη τoυ πρoσώπoυ αυτoύ ή πιθαvή απώλεια της ελευθερίας τoυ͘ και κατέληξε, αv στηv πραγματικότητα μπoρoύσε με τov τρόπo αυτό vα καταλήξει, υπέρ τoυ πρoσώπoυ αυτoύ. Καμιά αγωγή για κακόβoυλη δίωξη εγείρεται κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ για μόvo τoν λόγo ότι τo πρόσωπo αυτό παρείχε πληρoφoρίες σε κάπoια αρμόδια αρχή, η oπoία και άρχισε oπoιανδήπoτε διαδικασία. Προκύπτει, και από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 32 Κεφ.148, πως η κακόβουλη δίωξη αποτελεί ένα είδος κατάχρησης της διαδικασίας και κακής εφαρμογής του νόμου προκειμένου να διωχθεί ένα πρόσωπο. Για να είναι δυνατή η προσφυγή για την αδικοπραξία αυτή, θα πρέπει (
  2. i)η δίωξη να έχει γίνει χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, (
  3. ii)να έχει κινηθεί ή συνεχιστεί με κακόβουλο τρόπο, (iii) και να έχει περατωθεί υπέρ του ενάγοντος, ο οποίος (
  4. iv)να έχει υποστεί ζημιά (
  5. v)οφειλόμενη στην κακόβουλη δίωξη. Η ζημιά του Ενάγοντος μπορεί να συνιστά «σκάνδαλο στην πίστη ή στην υπόληψή του», δηλαδή στη φήμη του (reputation), μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο σύλληψης ή σε άλλον κίνδυνο, ή να υποστεί και οικονομική απώλεια (λ.χ. για την υπεράσπισή του σε τέτοια ποινική υπόθεση). Όλα αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να αποδεικνύει σωρευτικά ο Ενάγων. Η νομολογία που αναπτύχθηκε[5] σε σχέση με την κακόβουλη δίωξη είχε να κάνει, σε μεγάλο βαθμό, με τις ιδιωτικές ποινικές διώξεις (και πλέον επεκτάθηκε και σε ορισμένες αστικές διαδικασίες[6]), ώστε αδικοπραξίες για κακόβουλη ποινική δίωξη από τις αρμόδιες αρχές να μην (έπρεπε να) αναμένονται με συχνότητα· χωρίς από την άλλη να αποκλείονται. «Δίωξη», για τους σκοπούς του αστικού αδικήματος, μπορεί να υφίσταται και όταν καταχωρίζεται μια ποινική υπόθεση στο Δικαστήριο[7]. Για τους σκοπούς αυτού του αστικού αδικήματος, η δίωξη δεν ταυτίζεται εννοιολογικά ούτε συγχρονίζεται με την έναρξη της ποινικής δίκης. Δεν χρειάζεται ο ενάγων/κατηγορούμενος να απαντήσει στις κατηγορίες. Εάν αρχίσει και η ποινική δίκη, συνυπολογίζεται για σκοπούς αποζημιώσεων, όπως και η χρονική της διάρκεια, ή εάν η καταδίκη ακυρωθεί στο Εφετείο[8]. Κάθε πρόσωπο που διατυπώνει ή συμμετέχει ενεργά ("actively instrumental") στην άσκηση της ποινικής δίωξης θεωρείται ότι ασκεί την δίωξη[9]. Δεν έχει καθοριστική σημασία εάν δεν καταχωρίζει ο ίδιος κατηγορητήριο ή εάν δεν είναι επ' ονόματί του ή εάν η καταχώρισή του εμπίπτει στην αρμοδιότητα άλλου προσώπου του οποίου προϋποτίθεται η έγκριση. Ακόμα και ένα άτομο που υποβάλλει ενώπιον Δικαστή πληροφορία, έστω προφορικά, ότι βάσιμα υποπτεύεται άλλον, μπορεί να θεωρηθεί πως ασκεί δίωξη για τους σκοπούς του αστικού αδικήματος. Ο πληροφοριοδότης σε σύνθετες ποινικές υποθέσεις που χρήζουν διερεύνησης από την αρμόδια αρχή, συνήθως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μετέχει ενεργά στην άσκηση της ποινικής δίωξης[10]. Ομοίως, ο απλός μάρτυρας που δεν επιχειρεί να παραπλανήσει τις αρχές[11], ή αυτός που απλώς καταγγέλλει μια συμπεριφορά που θεωρεί αξιόποινη χωρίς κάτι παραπάνω, όπως το να διακατέχεται από πρόθεση ταλαιπωρίας του καταγγελλόμενου[12]. Η διάγνωση του βουλητικού στοιχείου, του κινήτρου, είναι προφανώς σημαντική, για να στοιχειοθετηθεί αυτό το αστικό αδίκημα. Και, ως σε όλα τα αδικήματα πρόθεσης, θα πρέπει να υπάρχει επαρκής δικογράφηση. Ό,τι εμπίπτει στην εκλαμβανόμενη ως ασυλία των αρμόδιων διωκτικών αρχών (qualified immunity) που μπορεί να τύχει συνάντησης στη ευρύτερη νομολογία, σκοπεί στο να μην καταστήσει το αστικό αδίκημα εύκολα διαθέσιμο για κάθε μία ποινική δίωξη, με επίκληση ότι ήταν εξ αρχής αβάσιμη και κακόβουλη, ώστε να δημιουργείται εν τέλει ένας φαύλος κύκλος δικαστικών διαδικασιών. Από την άλλη, η ύπαρξη και κατάφαση της δυνατότητας προσφυγής στη δικαιοσύνη για αδικοπραξία και εναντίον των αρμόδιων αρχών (ο μη αποκλεισμός της), όταν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα, επενεργεί αρκούντως αποτρεπτικά έναντι στην πιθανότητα άσκησης κακόβουλων ποινικών διώξεων. Η ευνοϊκή κατάληξη για τον ενάγοντα, για τους σκοπούς του αστικού αδικήματος, δεν σημαίνει μόνον την αθώωσή του ή την ακύρωση της καταδίκης του εφετειακά. Σημαίνει και τη διακοπή της ποινικής δίωξης, μετά την απολογία του, κατά τρόπο που οδηγεί σε αθώωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 91 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αν και όχι η καταχώριση αναστολής της ποινικής δίωξης με βάση το άρθρο 154 Κεφ.155. Η εύλογη και πιθανή αιτία (η απουσία της οποίας προϋποτίθεται) είναι η ειλικρινής πίστη στην ενοχή του κατηγορουμένου που βασίζεται σε πλήρη και εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη μιας κατάστασης που, αν υποτεθεί ότι είναι αληθής, θα οδηγούσε κατά λογική ακολουθία τον μέσο συνετό και προσεκτικό άνθρωπο, στη θέση του κατήγορου, στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι πιθανώς ένοχος για το έγκλημα που του καταλογίστηκε. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ένα από τα ακόλουθα, για να αποδείξει και ότι υπήρχε έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας: είτε ότι ο κατήγορος δεν πίστευε στην ενοχή του ενάγοντος, είτε ότι ένα άτομο συνηθισμένης σύνεσης και προσοχής δεν θα μπορούσε να συμπεράνει υπό το φως των γεγονότων ότι ο ενάγων ήταν πιθανώς ένοχος για το σχετικό αδίκημα. Το πρώτο στοιχείο περιλαμβάνει μιαν υποκειμενική αξιολόγηση της κατάστασης του μυαλού του κατήγορου κατά την στιγμή της δίωξης. Η απόδειξη ότι ο κατήγορος βασίστηκε σε στοιχεία που ήξερε πως ήταν κατασκευασμένα ή άλλως αναληθή αρκεί. Η έλλειψη ειλικρινούς πεποίθησης, όμως, δεν μπορεί να συναχθεί απλώς και μόνον από ένα κακόβουλο κίνητρο για την άσκηση της δίωξης. Το δεύτερο στοιχείο συνεπάγεται μιαν αντικειμενική εκτίμηση του κατά πόσον υπήρχε επαρκής βάση για τη δίωξη, με τις πληροφορίες που ήταν γνωστές τότε. Ένας συνήθως συνετός κατήγορος θα λάβει εύλογα μέτρα για να εξακριβώσει την πραγματική κατάσταση της υπόθεσης, θα εξετάσει το θέμα μόνον βάσει των αποδεκτών αποδεικτικών στοιχείων, και, σε κάθε περίπτωση, εκτός εάν η υπόθεση είναι απλή, μπορεί να χρειαστεί λάβει νομική συμβουλή σχετικά με το εάν η δίωξη είναι δικαιολογημένη ως και να ενεργήσει βάσει αυτής της συμβουλής[13]. Η δίωξη ασκείται κακόβουλα εάν το κύριο κίνητρο του κατήγορου είναι άλλο από την επιθυμία να προσαχθεί στη δικαιοσύνη ο ενάγων. Μπορεί να συναχθεί δόλος εάν αποδειχθεί ότι ο εισαγγελέας δεν πίστευε ειλικρινά στην κατηγορία που ασκήθηκε. Στην Keegan v Chief Constable of Merseyside [2003] 1 WLR 2187, όπου οι αστυνομικοί είχαν ζητήσει ένταλμα έρευνας βάσει αδύναμων αποδεικτικών στοιχείων, μη ελέγχονας ότι οι ύποπτοι είχαν μετακομίσει και στη δοθείσα διεύθυνση βρίσκονταν οι αθώοι ενάγοντες, οι ενάγοντες υποστήριξαν, κατ' αναλογία με τη νομολογία σχετικά με την αδικοπραξία της κατάχρησης της εξουσίας του δημοσίου (misfeasance in a public office), ότι η «κακοβουλία» είχε πλέον διευρυμένο νόημα και περιλάμβανε περιπτώσεις όπου οι αστυνομικοί ενήργησαν με απερίσκεπτη αδιαφορία για τη νομιμότητα της συμπεριφοράς τους. Το Εφετείο απέρριψε αυτό το επιχείρημα, επιβεβαιώνοντας εκ νέου ότι η κακοβουλία απαιτούσε απόδειξη ενός ακατάλληλου σκοπού. Εκεί οι αστυνομικοί υποστήριζαν πως δεν υπήρχαν στοιχεία κακοβουλίας, καθώς, ακόμη κι αν ήταν απρόσεκτοι, είχαν λάβει και εκτελέσει το ένταλμα έρευνας επειδή ειλικρινά προσπαθούσαν να ανακτήσουν κλεμμένα χρήματα, έναν απολύτως σωστό σκοπό. Αν και η υπόθεση εκείνη είχε αποτύχει στα αγγλικά Δικαστήρια, το ΕΔΔΑ, στην Keegan v The United Kingdom (αρ. 28867/03), 18.10.2006, διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, παράβαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) με το οποίο η βίαιη είσοδος των αστυνομικών στο σπίτι των προσφευγόντων αναμφίβολα συνυφαίνονταν, και όπου είχε παραμείνει να εξεταστεί κατά πόσον επρόκειτο για ενέργεια αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, προκειμένου να επιτευχθεί ο αδιαμφισβήτητα νόμιμος σκοπός των αστυνομικών. Εκεί το δεδομένο πως οι αστυνομικοί δεν ενήργησαν κακόβουλα δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας για τη Σύμβαση (σκέψη 34 επ.), που στοχεύει στην προστασία από κατάχρηση εξουσίας, ανεξάρτητα από το κίνητρο ή την αιτία. Το ΕΔΔΑ δεν συμφώνησε ότι πρέπει να περιορίζονται οι αγωγές για αποζημίωση σε περιπτώσεις δόλου προκειμένου να προστατευτεί η ζωτική λειτουργία της αστυνομίας για την αποτελεσματική διερεύνηση του εγκλήματος. Η άσκηση εξουσιών που συνυφαίνονται με την ιδιωτική ζωή, όπως επαναλήφθηκε, πρέπει να περιορίζεται εντός εύλογων ορίων, για να ελαχιστοποιηθεί ο αντίκτυπος τέτοιων μέτρων στην προσωπική σφαίρα του ατόμου που εγγυάται το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, η οποία σχετίζεται με την ασφάλεια και την ευημερία. Στα γεγονότα της Keegan (ανωτέρω), εφόσον τα βασικά βήματα για την επαλήθευση της σύνδεσης μεταξύ της διεύθυνσης και του υπό διερεύνηση αδικήματος δεν πραγματοποιήθηκαν αποτελεσματικά, η προκύπτουσα αστυνομική ενέργεια, η οποία προκάλεσε σημαντικό φόβο και ανησυχία στους προσφεύγοντες, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ανάλογη, χωρίς να σημαίνει πως οποιαδήποτε ανεπιτυχής έρευνα οδηγεί σε αποτυχία της απαιτούμενης αναλογίας. Θα επανέλθω αργότερα στη δυνατότητα επίκλησης του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Ο Ενάγων, στην αγωγή του, εγείρει το θέμα της πολλαπλότητας και ως διακριτή δυναμική κατάχρησης, που παραπέμπει και στη νομική βάση της κακής άσκησης ή κατάχρησης εξουσίας σε δημόσια θέση (misfeasance in a public office). Πρόκειται για αστικό αδίκημα του κοινοδικαίου που δεν περιλαμβάνεται στο Κεφ. 148. Η ιστορία αυτού του αστικού αδικήματος ανατρέχει στην Turner v Sterling

(1671)2 Vent 25, όπου η αγωγή στρέφονταν εναντίον του Δημάρχου του Λονδίνου για παρατυπία σε εκλογές για τη θέση του γεφυράρχη. Είχε κριθεί πως, όταν ένας αξιωματικός κάνει οτιδήποτε αντίθετο στο καθήκον του τόπου και του γραφείου του, και ως εκ τούτου προκύπτει ζημία στον ενάγοντα, υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα. Έπειτα, ήταν η Ashby v White
(1703)2 Ld Raym 938, όπου ο ενάγων είχε εμποδιστεί να ψηφίσει σε εκλογές. Εκεί, ο ενάγων δεν είχε πράγματι υποστεί ζημιά, και η αποζημίωση έκλινε προς μια μορφή ποινικής κύρωσης. Στην Davis v Bromley Corporation [1908] 1 KB 170, δεν έγινε αποδεκτή η ύπαρξη τέτοιου αστικού αδικήματος. Εκεί, λέχθηκε πως δεν μπορεί να καταχωριστεί αγωγή εναντίον μιας τοπικής αρχής για κακόβουλη άρνηση να εγκρίνει σχέδια δόμησης ή αποχέτευσης που έχουν κατατεθεί σε αυτήν· εάν η τοπική αρχή στην απόρριψη των σχεδίων έχει ενεργοποιηθεί από ακατάλληλα κίνητρα, και απλώς προσποιήθηκε ότι ασκεί την εξουσία της, χωρίς στην πραγματικότητα να εξετάσει το ζήτημα που έχει ενώπιον της, η επανόρθωση του ατόμου που θίγεται είναι με mandamus στην τοπική αρχή, για να ακούσει και να καθορίσει την αίτησή του. Αργότερα, στην Dunlop v Woollahra Municipal Council [1982] AC 158, παρουσιάστηκε ως καλά θεμελιωμένο αστικό αδίκημα (well-established). Στην Three Rivers District Council and Others v Governor and Company of the Bank of England (No 3) [2003] 2 AC 1, έγινε και μια προσέγγιση αναζήτησής του και επεξήγησής του στα νομολογιακά χρονικά. Εκεί, οι ενάγοντες σε ομαδική αγωγή ήταν καταθέτες με αποδέκτη καταθέσεων αδειοδοτημένο από την Bank of England, ο οποίος τέθηκε σε εκκαθάριση, με αποτέλεσμα την απώλεια κατατεθειμένων ποσών. Οι ενάγοντες άσκησαν αγωγή κατά της Bank of England, ισχυριζόμενοι ότι ήταν υπεύθυνη γι' αυτό το αστικό αδίκημα, κατά την εκτέλεση του δημόσιου καθήκοντός της να εποπτεύει τις τραπεζικές εργασίες στη χώρα, καθώς είτε είχε παραχωρήσει εσφαλμένα άδεια στον εν λόγω αποδέκτη καταθέσεων, είτε κακώς δεν είχε ήδη ανακαλέσει την άδεια του. Κατ' έφεση, όπου κατέληξε η διαφορά, λέχθηκε πως το αστικό αυτό αδίκημα δεν είχε καταστραφεί αν και είναι επιρρεπές σε δικαστική εξέλιξη, σύμφωνα με τη διαχρονική παράδοση του κοινού δικαίου, χωρίς υπερβολικές δεσμεύσεις όσον αφορά τον καθορισμό των συστατικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπάρχει σκόπιμη και ανέντιμη κατάχρηση εξουσίας από έναν υπάλληλο, που γνώριζε ότι ο ενάγων θα ζημιωνόταν αναπόφευκτα, ως αποτέλεσμα. Θέτοντας το ερώτημα, στα δεδομένα εκείνης της υπόθεσης, εάν θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι η Τράπεζα σε οποιοδήποτε στάδιο έλαβε μια παράνομη και ανέντιμη απόφαση γνωρίζοντας εκείνη τη στιγμή ότι θα προκαλούσε ζημία στους ενάγοντες, η απάντηση που δόθηκε ήταν αρνητική. Στην μεταγενέστερη Watkins v Secretary of State for the Home Department [2006] All ER (D) 418 (Mar), όπου απασχόλησε το παράπονο κρατούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης ότι το προσωπικό της φυλακής είχε παραβιάσει κανόνες που είχαν θεσπιστεί για την εμπιστευτικότητα της αλληλογραφίας, ανοίγοντας και διαβάζοντας αλληλογραφία, ενώ δεν είχε το δικαίωμα να το κάνει, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, πως η κατάχρηση σε δημόσιο αξίωμα δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αγώγιμη χωρίς απόδειξη ζημίας που περιλαμβάνει οικονομική απώλεια ή σωματική ή ψυχική βλάβη και ψυχιατρική ασθένεια, αλλά όχι απλή αγωνία, πληγωμένα συναισθήματα, αγανάκτηση ή ενόχληση. Συζητήθηκαν λόγοι ασφάλειας που επέβαλλαν να μην αλλάξει αυτός ο κανόνας. Για να απασχολεί αυτό το αστικό αδίκημα, συνηθέστερα, θα πρέπει η «παρανομία» του δημόσιου λειτουργού να είναι βαριά υπαίτια, σε ηθικό επίπεδο. Η παρανομία είναι ένα από τα κεντρικά στοιχεία της αδικοπραξίας αυτής, αλλά εκτείνεται πέρα από αυτό που θα ήταν παράνομο για τον σκοπούς του δικαστικού ελέγχου. Πρόκειται για αδικοπραξία για βλάβη που προκαλείται από πράξεις ή παραλείψεις που ανήλθαν σε (i) κατάχρηση δημόσιας εξουσίας (ακόμα κι αν δεν συνιστά παραβίαση δικαιώματος του ενάγοντος ή καθήκοντος του εναγόμενου) (ii) από δημόσιο υπάλληλο, (iii) που είτε γνώριζε ότι έκανε κατάχρηση της δημόσιας εξουσίας είτε υπήρξε απερίσκεπτη αδιαφορία ως προς τα όρια ή τους περιορισμούς της δημόσιας εξουσίας, και που (iv) ενήργησε ή παρέλειψε να ενεργήσει είτε με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα («στοχευμένη κακοβουλία»), είτε με γνώση της πιθανότητας να βλάψει τον ενάγοντα, είτε με μια συνειδητή και απερίσκεπτη αδιαφορία για την πιθανότητα να βλαφθεί ο ενάγων, (v) με αποτέλεσμα ο ενάγων να έχει υποστεί ζημιά ή απώλεια. Πρόκειται επίσης για αδίκημα πρόθεσης, όπου θα πρέπει να δικογραφείται επαρκώς και να αποδεικνύεται η κακή πίστη. Το γραφειοκρατικό λάθος ευκολότερα εμπίπτει σε γνήσιο λάθος, ακόμα και από ανικανότητα, παρά σε κακή πίστη. Στην Αυστραλιανή Northern Territory v Mengel
(1995)185 CLR 307, που καταπιάστηκε περισσότερο ή διαφορετικά με τα νοητικά στοιχεία του αστικού αδικήματος, είχε ανατραπεί η προηγούμενή της, Beaudesert Shire Council v Smith
(1966)120 CLR 145, που περιόριζε την εφαρμογή του αστικού αδικήματος μόνον σε περίπτωση παρανομίας, αλλά απέτρεψε και το να εκληφθεί πως θα μπορούσε οποιαδήποτε άκυρη πράξη των αρμοδίων αρχών να ανοίξει τον δρόμο για αυτό το αστικό αδίκημα. Αποδεχόμενη την ύπαρξη του αστικού αδικήματος (που φαίνεται να απασχόλησε κατά καιρούς δικαιοδοσίες), επέμεινε στο ότι (υπάρχει μεν, αλλά) το κρίσιμο συστατικό στοιχείο είναι η κακοβουλία, όχι με κάποιαν αποδυναμωμένη έννοια, αλλά η υποκειμενική κακοβουλία, η απουσία μιας ειλικρινούς προσπάθειας εκτέλεσης των λειτουργιών του γραφείου. Η συνειδητή κακοδιοίκηση, όπως λέχθηκε αργότερα. Η αλόγιστη περιφρόνηση θα μπορούσε κάλλιστα να ισοδυναμεί με κακοβουλία, αλλά μόνον εάν αυτό προκύπτει από την πραγματική ψυχική κατάσταση του εναγόμενου, παρά από την οπτική του μέσου λογικού ανθρώπου στη θέση του και υπό τις περιστάσεις. Το τεστ που περιλαμβάνει το τι έπρεπε να είναι γνωστό, μπορεί απλώς να αφήνεται στο δίκαιο της αμέλειας. Στην Garrett v Attorney General (NZ) [1997] 2 NZLR 332, λοχίας της αστυνομίας κατηγορήθηκε για συγκάλυψη βιασμού που διέπραξε ένας από τους αστυνομικούς του. Διέφυγε την ευθύνη, καθότι οι ένορκοι αποδέχθηκαν πως ούτε σκόπευε, ούτε γνώριζε, ούτε πίστευε, ούτε καν υποψιάζονταν ότι μια συγκάλυψη πιθανότατα θα έβλαπτε το θύμα. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε και εκεί στην απερίσκεπτη αδιαφορία, ως εναλλακτική λύση στην εκ προθέσεως βλάβη, αλλά είπε ότι θα μπορούσε να υπάρχει μόνον αν ο λοχίας είχε στρέψει το μυαλό του στις συνέπειες, και δεν είχε. Όπως καθίσταται κατανοητό, ορισμένες προσεγγίσεις, ενδεχομένως να καθιστούν την απόδειξη από πλευράς ενάγοντος εξαιρετικά δύσκολη, και δεν συζητήθηκε οποτεδήποτε κάποιο τεκμήριο που να λειτουργεί αποδεικτικά προς όφελος του ενάγοντος. Παρεμβάλλεται πως, σε περιπτώσεις όπου υπάρχει πολλαπλότητα ποινικών υποθέσεων, δυνατόν να απασχολεί και η αρχή της απαγόρευσης της διπλής διακινδύνευσης ή του διπλού αξιοποίνου (double jeopardy / non bis in idem / ου δις επ' αυτώ). Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του Πρωτοκόλλου 7 ΕΣΔΑ (Ν.18(ΙΙΙ)/2000), το άρθρο 14 § 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) και το άρθρο 12 § 2 Σ και το άρθρο 35 Κεφ.155, κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο, που είναι σε ισχύ. Η απαγόρευση της διπλής διακινδύνευσης ή του διπλού αξιοποίνου δεν προστατεύει μόνον από πολλαπλές ποινές για το ίδιο αδίκημα, αλλά και από την παρενόχληση πολλαπλών διώξεων ή δικών για το ίδιο αδίκημα. Έστω κι αν, όπως προκύπτει από τα κείμενα των διατάξεων και έχει ήδη επισκοπήσει και η νομολογία, και για το σκέλος της πολλαπλής δίωξης ή δίκης (nemo bis vexari pro una et eadem causa), για να ενεργοποιηθεί η αρχή non bis in idem, θα πρέπει να προκύψει αθώωση ή καταδίκη με τρόπο κατά τον οποίον εξαλείφεται το αξιόποινο (αμετάκλητη περάτωση)[14] (οπότε, τότε ισχύει και ανατρέχει και σε τυχόν δίκες που εκκρεμούν, εάν δεν σταματήσουν άμεσα[15]), δεν σημαίνει, εξ αντιδιαστολής, ότι όπου δεν υπάρχει προηγούμενη ή ακόμα οριστική αθώωση ή καταδίκη για το ίδιο αδίκημα, υπάρχει και η δυνατότητα (ως τέτοια, ή ως κανονική συνθήκη) άσκησης πολλαπλών ποινικών διώξεων ή διεξαγωγής πολλαπλών ποινικών διαδικασιών για τα ίδια αδικήματα. Δεν υπάρχει γνωστό στο δίκαιο δικαίωμα ή εξουσία των αρχών να διώκουν ποινικά ή να παραπέμπουν σε δίκη περισσότερες από μία φορά άτομα, για όμοια ποινικά αδικήματα. Επειδή η αρχή non bis in idem, ως επιμέρους έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου, συνυφαίνεται, μεταξύ άλλων, με τα δικαιώματα στην ελευθερία, τη δίκαιη δίκη, του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ως και με την αρχή της αναλογικότητας, είναι δυνατόν, ακόμα κι αν δεν ενεργοποιείται καθόλου και δεν μπορεί να παρέχει έννομη προστασία, τέτοια έννομη προστασία να παρέχεται δια άλλων νομικών πλαισίων, μέσα στο ολοκληρωμένο νομικό σύστημα της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Προϋπόθεση, και για την αρχή non bis in idem, κατ' επέκταση και για την αναζήτηση τυχόν αστικής ευθύνης στη βάση άλλων νομικών διατάξεων, είναι οι αρχές να γνωρίζουν την πολλαπλότητα, περισσότερο με την έννοια του να έχουν ενεργήσει αδικαιολόγητα εσφαλμένα[16], εκτός εάν πάλι ο προσφεύγων αποδείξει την ύπαρξη ζημιάς, κατά τρόπο που υπό τις περιστάσεις να υπερισχύει η ανάγκη αποζημίωσής του. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να τεθεί το παράπονο του Ενάγοντος στη βάση της παράβασης της αρχής non bis in idem, εφόσον στην πρώτη ποινική υπόθεση απαλλάχθηκε, χωρίς η απαλλαγή του να ισχύει ως αθώωση, και έπειτα μία μόνον υπόθεση εκδικάστηκε σχετικά με τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Η επίτευξη της ισορροπίας σε σχέση με ό,τι διασφαλίζει το άρθρο 8 ΕΣΔΑ ή αντίστοιχα το άρθρο 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (Σ) δεν είναι άσκηση μόνον όταν η παρέμβαση είναι με την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, όπως στην Keegan (ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο δικαιούται, μεταξύ άλλων, στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση αυτού του δικαιώματος, εκτός εάν η επέμβαση αύτη προβλέπεται από τον νόμο και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μία δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, τη δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων. Η ιδιωτική ζωή είναι ευρεία έννοια που δεν ορίζεται εξαντλητικά. Καλύπτει, μεταξύ άλλων, αξίες όπως η ψυχολογική ακεραιότητα ενός ατόμου, η αξιοπρέπειά του, η κοινωνική του ταυτότητα, η προσωπική του ανάπτυξη και γενικά η προσωπικότητά του, όπως και η προσωπική του αυτονομία. Περιλαμβάνει το δικαίωμα κάθε ατόμου να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίον καθορίζει τις σχέσεις του με τον έξω κόσμο, να ζει ιδιωτικά, μακρυά από ανεπιθύμητη προσοχή. Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 8 ΕΣΔΑ προϋποθέτει η παρέμβαση να περνά από ένα «τεστ» σοβαρότητας. Δεν αποτελεί κάθε πράξη ή μέτρο που επηρεάζει αρνητικά την ηθική ακεραιότητα ενός ατόμου παρέμβαση στο άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Ωστόσο, μόλις διαπιστωθεί ότι ένα μέτρο έχει επηρεάσει σοβαρά την ιδιωτική ζωή του ενάγοντος, μπορεί να ενεργοποιείται το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Για παράδειγμα, στην Vučina v. Croatia (αρ. 58955/13), 24.09.2019, όπου η φωτογραφία της προσφεύγουσας είχε δημοσιευθεί σε περιοδικό και λανθασμένα αναγνωρίστηκε ως σύζυγος του τότε Δημάρχου, η προσφυγή κρίθηκε ως απαράδεκτη ratione materiae, αν και μπορεί να είχε προκληθεί κάποια αγωνία στην προσφεύγουσα, γιατί το επίπεδο σοβαρότητας που σχετίζεται με την εσφαλμένη επισήμανση της φωτογραφίας της και την ταλαιπωρία που υπέστη δεν δημιούργησε πρόβλημα, είτε στο πλαίσιο της προστασίας της εικόνας της είτε της τιμής και της υπόληψής της. Ακόμα και μια ποινική καταδίκη, από μόνη της, δεν ισοδυναμεί με παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Παράδειγμα η Gillberg v. Sweden (αρ. 41723/06), 03.04.2012, που αφορούσε σε καταδίκη για επαγγελματικό παράπτωμα, που δεν είχε προφανή σχέση με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, αφορούσε επαγγελματικές πράξεις και παραλείψεις δημοσίων λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, και ο προσφεύγων δεν είχε επισημάνει συγκεκριμένες επιπτώσεις στην ιδιωτική του ζωή, που να είχαν άμεση και αιτιολογική σχέση με την καταδίκη του για το συγκεκριμένο αδίκημα. Από την άλλη, στην Jankauskas ν. Lithuania (no.2) (αρ. 50446/09), 27.06.2017, αστυνομικός ανακριτής που είχε κριθεί ένοχος για σοβαρή παραβίαση των επαγγελματικών του καθηκόντων, επειδή ζήτησε και έλαβε δωροδοκία σε αντάλλαγμα για την παύση της ποινικής διαδικασίας, και που ήθελε να δραστηριοποιηθεί ως ασκούμενος δικηγόρος μετά την έκτιση της ποινής του, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι περιορισμοί στην εγγραφή ως μέλους ορισμένων επαγγελμάτων, θα μπορούσαν, σε κάποιο βαθμό, να παρεμβαίνουν στην ανάπτυξη της σχέσης του ατόμου με τον εξωτερικό κόσμο. Στην Tănase ν. Romania [GC] (αρ. 41720/13), 25.06.2019, όπου ο προσφεύγων τραυματίστηκε σοβαρά ως αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος, ο τραυματισμός του δεν είχε εγείρει ζήτημα σχετικά με την ιδιωτική του ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, καθώς προήλθε από την εκούσια ενασχόλησή του με δραστηριότητα που λάμβανε χώρα δημόσια και ο κίνδυνος σοβαρής βλάβης ελαχιστοποιήθηκε από κυκλοφοριακές ρυθμίσεις που αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της οδικής ασφάλειας για όλους τους χρήστες του δρόμου. Επιπλέον, το ατύχημα δεν συνέβη ως αποτέλεσμα πράξης βίας που είχε σκοπό να βλάψει τη σωματική και ψυχολογική ακεραιότητά του, ούτε μπορούσε να εξομοιωθεί με οποιοδήποτε άλλο είδος καταστάσεων όπου το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει προηγουμένως τη θετική υποχρέωση του Κράτους να προστατεύει τη σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα. Συναφώς αναφέρεται πως δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ για προσωπική, κοινωνική, ψυχολογική και οικονομική ταλαιπωρία που είναι προβλέψιμη συνέπεια των πράξεων του ενάγοντος, όπως η διάπραξη ποινικού αδικήματος ή παρόμοιου παραπτώματος[17]. Όταν οι αρνητικές συνέπειες που επικαλείται ο ενάγων περιορίζονται στις συνέπειες παράνομης συμπεριφοράς που ήταν προβλέψιμες, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ ότι τέτοιες αρνητικές επιπτώσεις παραβιάζουν την ιδιωτική του ζωή. Αξιολόγηση και εξέταση Ότι η απόφαση στην αγωγή αρ. 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου δεν εφεσιβλήθηκε, δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος. Ο Ενάγων βασίζεται στον λόγο της απόφασης στην αγωγή αρ. 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου, για να αντλήσει επιχείρημα σχετικά με το ότι οι εναντίον του κατηγορίες ήταν κατασκευασμένες, κατ' επέκταση ότι δεν είχαν εύλογη και πιθανή αιτία, και ότι διώχθηκε ποινικά προκειμένου να ασκηθεί πίεση σε αυτόν, επειδή είχε καταγγείλει τη συμπεριφορά των αστυνομικών στην ΑΑΔΙΠΑ. Η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αγωγή 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου δεν αφορά στα γεγονότα που απασχολούν την υπό εξέταση υπόθεση, ούτε κάποια απαίτηση του Εναγόμενου
  1. Το γεγονός ότι στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστο τον Ενάγοντα σε σχέση με ό,τι διαδραματίστηκε κατά τη σύλληψή του, και όχι τον Εναγόμενο 2 (εκεί Εναγόμενο 3 ή ΜΥ2) ή άλλους μάρτυρες (Αστ. 3396 Μάριο Κλεοβούλου, εκεί ΜΥ1), δεν επιδρά στην αξιολόγηση των μαρτύρων σε αυτή την υπόθεση. Το Δικαστήριο στην αγωγή αρ. 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου δεν έκρινε ότι ήταν ψευδείς οι ισχυρισμοί περί επίθεσης στον Εναγόμενο 2, απλώς οι ισχυρισμοί περί επίθεσης έπονταν χρονικά της σύλληψης του Ενάγοντος, αφορμή της οποίας ήταν απλώς και μόνον η λεκτική συμπεριφορά του Ενάγοντος, που οι αστυνομικοί θεώρησαν (λανθασμένα) παρέμβαση στο έργο τους. Το Δικαστήριο έθιξε πως στο δικόγραφο της υπεράσπισης στην αγωγή εκείνη δεν είχε αναφερθεί οτιδήποτε περί σπρωξίματος ή κτυπήματος από τον Ενάγοντα, χαρακτηρίζοντας «όψιμα και ευκαιριακά» τα λεγόμενα αυτά, πρώτη φορά κατά την ακρόαση. Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, στο δικόγραφο είχε αναφερθεί απλώς μη συνεργασία του Ενάγοντος και φωνές (χωρίς να εξειδικεύεται πως η μη συνεργασία συνιστούσε σπρωξίματα ή κτυπήματα). Οι χαρακτηρισμοί του Δικαστηρίου της αγωγής αρ. 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου σε «όψιμα και ευκαιριακά» λεγόμενα, χωρίς να η επιδικία στο Δικαστήριο εκείνο να σχετίζετα με κάποια απαίτηση του Εναγόμενου 2, δεν συνιστά ασφαλή βάση για να εξαχθεί από το Δικαστήριο αυτό ότι ο Εναγόμενος 2 «φαντάστηκε» κάποια αδικήματα του Ενάγοντος. Εξάλλου, το αυτό δεν μαρτυρούν τα Τεκμήρια 7, 8, 9, 10 και 11, σύμφωνα με τα οποία ήταν από την πρώτη στιγμή που τέθηκε παράπονο εναντίον του Ενάγοντος, και στην κατάθεση του Εναγόμενου 2 γίνονταν αναφορά, μεταξύ άλλων, πως ο Ενάγων τον κτύπησε στο στήθος. Το εύρημα του Δικαστηρίου της αγωγής αρ. 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου ήταν ότι, κατά τη διενέργεια της σύλληψης του Ενάγοντος, δεν υπήρχε αδίκημα (για το οποίο να έπρεπε να συλληφθεί ο Ενάγων), και ότι, για τη διενέργεια της σύλληψης, ασκήθηκε δυσανάλογη βία. Επίσης, το Δικαστήριο στην αγωγή αρ. 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου είχε δεχθεί την εκδοχή του Ενάγοντος ότι, κατά τη διαδρομή προς τον αστυνομικό σταθμό, ο Ενάγων είχε δεχθεί και επίθεση, ενώ οι κινήσεις του ήταν ήδη περιορισμένες. Από την άλλη, ο Ενάγων, στην ποινική υπόθεση που είχε ασκηθεί εναντίον των αστυνομικών, βάσει του δικού του παραπόνου, είχε και ο ίδιος κριθεί αναξιόπιστος σε σχέση με τα γεγονότα του επεισοδίου, χωρίς, και πάλι, να σημαίνει πως ο Ενάγων επινόησε και εκείνος το επεισόδιο, ή ότι είχε εκδικητικά κίνητρα ή άλλως πώς κακοβουλία. Κάθε Δικαστήριο αξιολογεί την ενώπιον του μαρτυρία, αναλόγως με το πώς εκείνη παρουσιάζεται και λειτουργεί στο σύνολο της μαρτυρίας, και συνθέτει τα ευρήματά του, τα οποία, ως είναι η προσπάθεια, προσεγγίζουν όσο το δυνατόν καλύτερα την αλήθεια για το τι πράγματι και ακριβώς συνέβη, προκειμένου να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα. Τα παράπονα που υποβάλλονται στην Αστυνομία, ευλόγως, πρέπει να εξετάζονται, είτε προέρχονται από πολίτες, είτε από μέλη της Αστυνομίας, όπως ορθά ανέφερε και ο ΜΥ
  2. Μερικές φορές, μπορεί ο καταγγέλλων να παρερμηνεύει συμπεριφορές ή να εκλαμβάνει διαφορετικά ορισμένες εκφράσεις ή κινήσεις. Ορισμένες υποθέσεις, δυνατόν να κρίνονται ως ανεπαρκείς από το στάδιο της ανάκρισης, άλλες να καταλήγουν στο Δικαστήριο. Δεν αναμένεται από τις ανακριτικές αρχές να υποκαταστήσουν το Δικαστήριο στον ρόλο του, αλλά ούτε και να καταχωρίζονται έκδηλα αβάσιμες υποθέσεις. Χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη κάποιας κακής πρακτικής ή φαινομένου αστυνομικής άμυνας, όπου, όταν υποβάλλεται παράπονο από τον ύποπτο που έχει συλληφθεί για δυσανάλογη αστυνομική βία, να καταχωρίζεται και ποινική υπόθεση εναντίον του με πλούσιο περιεχόμενο, περιττό και αχρείαστο, ή η τάση της τεχνητής εγκληματικότητας, απλά γεγονότα να ανάγονται με ευκολία σε πολλαπλές νομικές βάσεις και να δημιουργείται υπερβολή, δεν σημαίνει πως οποτεδήποτε υπάρχουν υποθέσεις vice versa (που δυνατόν να υπάρχουν σε υποθέσεις διαπροσωπικής βίας) πρόκειται, μόνον από αυτό, για κινήσεις αντιπερισπασμού, ενδεικτικές κακοβουλίας ή εμποτισμένες με εκδικητικά κίνητρα και αλλότριους στόχους. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι ορατό πως, εάν ο Ενάγων δεν είχε καταγγείλει για παράνομη σύλληψη ή κακοποίησή του, δεν θα καταχωρίζονταν ποινική υπόθεση εναντίον του βάσει της μαρτυρίας του Εναγόμενου
  3. Όταν εκτρέπεται η διαδικασία σύλληψης ενός ατόμου, είτε γιατί συλλαμβάνεται χωρίς κατά τον ίδιο να είναι εύλογη η αιτία (ή πίσω από εκείνην να υπάρχει ενόχληση κυρίως από επίδειξη ασέβειας προς τον θεσμό της Αστυνομίας και τον ρόλο της) και συναφώς αμφισβητεί τη νομιμότητα της σύλληψής του, είτε γιατί η αντίδρασή του σε τέτοια μη νόμιμη σύλληψη είναι με φυσική αντίσταση που δίνει αφορμή στην χρήση βίας, είτε γιατί υπάρχει παράλληλα υπερβάλλοντας αστυνομικός ζήλος και η αστυνομική βία είναι τελικά δυσανάλογη, είτε παρεμβάλλουν ψυχολογικά κατάλοιπα στο πρόσωπο που συλλαμβάνεται από παλαιότερες δυσάρεστες ή οδυνηρές εμπειρίες, η περιπλοκή των γεγονότων και των εκατέρωθεν παραπόνων, σε κάθε περίπτωση, δικαιολογεί διερεύνηση προς όλες τις κατευθύνσεις, ασχέτως του αποτελέσματος. Έπρεπε να διερευνηθεί και το παράπονο του Ενάγοντος, όπως και έγινε, όπως και το παράπονο του Εναγόμενου 2, όπως και έγινε. Το Δικαστήριο, ελέγχοντας το εύλογο και πιθανό της αιτίας δίωξης, στη σύσταση της αδικοπραξίας, δεν υπεισέρχεται σε ρόλο δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των αποφάσεων της εισαγγελίας ή άλλων αρμοδίων, ούτε ασφαλώς εκδικάζει παρεμπιπτόντως τις κατηγορίες για τα ποινικά αδικήματα εναντίον οποιουδήποτε. Αναζητεί όμως τυχόν έκδηλη εκτροπή από τη νομιμότητα ή και τη λογική των πραγμάτων. Σε αυτή την περίπτωση, δεν ευσταθεί η εκδοχή του Ενάγοντος ότι δεν υπήρχε «ίχνος στοιχείου» εναντίον του. Έλαβε χώρα ένα επεισόδιο, υπήρχε η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 όσον αφορά το τι διαδραματίστηκε, που έκανε αναφορά σε συγκεκριμένη φράση που εκστόμισε ο Ενάγων, που περιλάμβανε την έκφραση «εν να σε σκοτώσω», και μεταξύ άλλων υπήρξαν αναφορές σε αντίσταση του Ενάγοντος (σε σύλληψη που τότε θεωρούνταν νόμιμη γιατί δεν είχε διαγνωστεί δικαστικά το αντίθετο) και σε κτύπημα στο στήθος του Ενάγοντος, μέλους της Αστυνομίας, κατά την άσκηση καθήκοντος. Ακόμα και παράνομη να είναι η σύλληψη του Ενάγοντος, οπότε να υπάρχει δικαίωμα αντίστασης σε αυτήν[18], κι εκείνο, δεν πρέπει να ασκείται δυσανάλογα ή υπέρμετρα[19], απολήγοντας σε επίθεση, άρα το εάν και πώς επιτέθηκε ο Ενάγων στον Εναγόμενο 2, ή όχι, δεν ήταν και απόλυτα σχετικό με το ενδεχόμενο η σύλληψη του Ενάγοντος να αποδεικνύονταν εκ των υστέρων παράνομη. Δεν έχει αποδειχθεί από τον Ενάγοντα πως, κατά τον χρόνο της δίωξής του, δεν υπήρχε ειλικρινής πίστη στην ενοχή του Ενάγοντος, βασισμένη σε πλήρη και εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη μιας κατάστασης που, αν υποτεθεί ότι είναι αληθής, θα οδηγούσε κατά λογική ακολουθία τον μέσο συνετό και προσεκτικό άνθρωπο, στη θέση του κατήγορου, στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγων είναι πιθανώς ένοχος για τα αδικήματα που του καταλογίστηκαν. Δεν έχει αποδειχθεί είτε ότι ο Εναγόμενος 2 ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας που ενήργησε για να διωχθεί ο Ενάγων δεν πίστευε στην ενοχή του Ενάγοντος, είτε ότι ένα άτομο συνηθισμένης σύνεσης και προσοχής δεν θα μπορούσε να συμπεράνει υπό το φως των γεγονότων ότι ο Ενάγων ήταν πιθανώς ένοχος για τα αδικήματα για τα οποία διώχθηκε. Ενδεχομένως να μην ήταν τόσο σοβαρή ή και καλή η υπόθεση, ή η προετοιμασία της (χρησιμοποίηση μόνον της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2 και της πιο τυπικής μαρτυρίας του ΜΥ1 και μη προσθήκη των καταθέσεων των άλλων μελών της Αστυνομίας ή και του υπόπτου), για να καταλήξει να απασχολεί το Δικαστήριο, και δη σε τόσο έντονο βαθμό· αυτό όμως λέγεται σήμερα. Μέσα από όσα έχουν διαφανεί σε ακροαματικές διαδικασίες, και που δεν υπάρχει ένδειξη πως ήταν όμοια γνωστά ή προφανή ή πειστικά κατά τον χρόνο της δίωξης του Ενάγοντος, επρόκειτο για περίπτωση όπου θα έπρεπε να επιδειχθεί μεγαλύτερη κατανόηση ή ανεκτικότητα από πλευράς των μελών της Αστυνομίας, σε τυχόν πιο έντονη συμπεριφορά του Ενάγοντος, ή και να μην αναχθεί το όλο περιστατικό σε έγκλημα (σοβαρότερο από το οποίο τα μέλη της Αστυνομίας πήγαν να πατάξουν στη μπυραρία). Μπορεί να εμφιλοχώρησε υπερβολική ευθιξία ή υπερβάλλοντας ζήλος του Εναγόμενου
  4. Η έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας, όμως, για σκοπούς καταλογισμού αδικοπραξίας, είναι σε διαφορετική διάσταση. Σε εκείνη τη διάσταση, δεν επαρκεί ότι κρίθηκε εκ των υστέρων παράνομη (μη σύμφωνη με τον νόμο) η σύλληψη του Ενάγοντος, για να εξαχθεί εξ αυτού του γεγονότος ή με αυτοματσμό πως, αντίστοιχα, ήταν και παράλογη η εντελώς αναίτια η δίωξη του Ενάγοντος, χωρίς οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Με τον ίδιο τρόπο, η αθώωση του Εναγόμενου 2 από το ποινικό Δικαστήριο, επίσης, δεν μπορεί να αναχθεί σε απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας όσον αφορά τη δίωξη του Εναγόμενου
  5. Κοινώς, δεν είναι οποιαδήποτε ποινική υπόθεση που δεν στοιχειοθετείται, για οποιονδήποτε λόγο, χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία. Ο ίδιος ο Ενάγων, στη μαρτυρία του, δέχθηκε πως η μία ποινική δίωξη εναντίον του θα ήταν κατανοητό πως μπορούσε να ασκηθεί, για να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο το παράπονο του Εναγόμενου 2, δείχνοντας πως η ενόχλησή του ήταν για το ότι κινήθηκαν τρεις ποινικές υποθέσεις, και ότι, για τη μία ποινική υπόθεση, δεν θα είχε πρόβλημα. Κατ' επέκταση, ο περαιτέρω συσχετισμός της ποινικής δίωξης με τα γεγονότα του επεισοδίου στη μπυραρία ή καθ' οδόν προς τον αστυνομικό σταθμό είναι με βάση τη μαρτυρία του Ενάγοντος που αδρανεί. Ούτε το πρακτικό της δίκης της ποινικής υπόθεσης αρ. 4287/2010 (Τεκμήριο 4) μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαπίστωση έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, το Δικαστήριο, ακούγοντας τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, έκρινε πως δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Ενάγοντος, ο οποίος είχε υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσής του και αντεξετάστηκε. Δεν υπάρχει αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου, και στην κρίση του αυτή κατέληξε κατόπιν διαλόγου με τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, μέσα από τον οποίον προέκυψε «συμφωνία». Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί ο διάλογος, που ακολούθησε, μετά την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου: «Δικαστήριο: Διαφωνείτε κύριε Νεοκλέους; κ. Νεοκλέους: Εντιμότατε, είναι θέμα αξιοπιστίας του μάρτυρα την οποία θα την κρίνει το Δικαστήριο. Δικαστήριο: Κύριε Νεοκλέους, με κάθε σεβασμό, δεν μπορώ να δεχθώ αυτή την εισήγηση. κ. Νεοκλέους: Σίγουρα συμφωνώ ότι δεν ήταν η καλύτερη μαρτυρία που θα μπορούσε να δοθεί από το μάρτυρα και δει από αστυνομικό. Δικαστήριο: Εσάς σας έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια; κ. Νεοκλέους: Περί τούτου δεν μπορώ. Δικαστήριο: Αυτά είναι υπεκφυγή, με κάθε σεβασμό. κ. Νεοκλέους: Εγώ θεωρώ ότι δεν μπόρεσε ο μάρτυρας να τοποθετήσει τα πράγματα όπως. Δικαστήριο: Ο μάρτυρας δεν ήθελε να απαντήσει και κάνετε και εσείς το ίδιο τώρα, επικροτείτε τη στάση του μάρτυρα σας. κ. Νεοκλέους: Όχι, δεν επικροτώ. Όπως έχω αναφέρει, δεν ήταν η καλύτερη μαρτυρία που θα μπορούσε να δοθεί. Η υπόθεση και η μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας είναι ότι επηρεάστηκε από την άλλη υπόθεση . .. Δικαστήριο: Δεν κλήθηκε επανειλημμένως να απαντήσει και να περιγράψει ποια είναι η ανάλογη βία που άσκησε στον κατηγορούμενο και αρνήθηκε να απαντήσει; Διαφωνείτε ότι έδωσε τέσσερις διαφορετικές εκδοχές αν επιχείρησε να τον κτυπήσει ο κατηγορούμενος ή τον κτύπησε; Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; κ. Νεοκλέους: Συμφωνώ Δικαστήριο: Ότι σε αυτή τη μαρτυρία δεν μπορεί να στηριχθεί κανένα λογικό Δικαστήριο και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο διαφωνείτε; Είναι θέμα αξιολόγησης. Δηλαδή αν εσείς ήσασταν στη θέση μου θα καταδικάζατε τον κατηγορούμενο; κ. Νεοκλέους: Όχι. Δικαστήριο: Σύμφωνώ και με τους δύο συνηγόρους και δεν έχω να προσθέσω τίποτα άλλο. Η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.» Η αντεξέταση του μάρτυρα κατηγορίας είχε εστιάσει στο γεγονός ότι ο ίδιος κατηγορήθηκε σε άλλην υπόθεση πως κακοποίησε βάναυσα και απάνθρωπα τον κατηγορούμενο, ότι τον μεταχειρίστηκε ταπεινωτικά και εξευτελιστικά. Είχε απαντήσει πως είχε χρησιμοποιηθεί η ανάλογη βία, λέγοντας σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του «όταν μας έδωσε οδηγίες ο 1777 να του περάσουμε χειροπέδες γιατί ήταν υπό σύλληψη, ο κατηγορούμενος έπεσε χαμέ στο έδαφος, φώναζε δυνατά όπως που να ήταν επιληπτικός. Προσπαθήσαμε τέσσερις αστυνομικοί να του περάσουμε χειροπέδες, μας κλωτσούσε, εμείς χρησιμοποιήσαμε την ανάλογη βία. Όπως τον ακινητοποιήσαμε, προσπαθήσαμε με την ανάλογη αυτή βία». Είπε πως η σύλληψη του Ενάγοντος ήταν γιατί παρεμπόδισε το καθήκον τους, και ερωτώμενος σχετικά, πώς το παρεμπόδισε, είχε πει «προσπαθούσε με κάποια επιχειρήματα από του να με αποτρέψει να καταγγείλω τον αδελφό του. .», διευκρινίζοντας στη συνέχεια, κατόπιν παρέμβασης του Δικαστηρίου, «όταν συνομιλούσα με τον αδελφό του, ο οποίος ήταν και ο ιδιοκτήτης της μπυραρίας, ο κατηγορούμενος ήταν δίπλα μου, γύρω στο ένα μέτρο, επέμβαινε συνέχεια, λέγοντάς μου ότι "δεν έχετε δουλειά να κάνετε και έρχεστε και καταγγέλλετε μας συνέχεια, εν να μας κάμετε να πουλούμε χασιήσια να βγάζουμε τα έξοδά μας" και επέμβαινε συνέχεια με αυτά τα λόγια στο έργο μας». Στη συνέχεια, ανέφερε «φώναζε μεγαλοφώνως στο μέρος και περιφέρετο συνέχεια γιατί ερχόμαστε και τον καταγγέλλουμε συνέχεια, να δώσουμε χαιρετίσματα στον αστυνόμο και μαστόρους και εμπόδιζε το έργο μας». Ο μάρτυρας συμφώνησε, ως ωθήθηκε μέσα από τη διαδικασία, πως δεν συνέλαβε τον κατηγορούμενο γιατί προκαλούσε ανησυχία. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, ανέφερε πως «τη μια γύριζε ανάσκελα τη μια μπρούμυτα μας κλωτσούσε ήταν όπως να έπαθε επιληψία, φώναζε», «προσπαθήσαμε να τον συλλάβουμε, μας κλωτσούσε με τα χέρια με τα πόδια», «στα πόδια περισσότερο, ήταν στα πόδια», ήταν μώλωπες περισσότερο, και δεν πήγε σε γιατρό, ούτε ανέφερε αλλού οτιδήποτε, γιατί δεν το θεώρησε σκόπιμο. Στην κατάθεσή του, φαίνεται πως είχε αναφέρει πως επιχείρησε να τους κτυπήσει ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας είπε «επιχείρησε να με κτυπήσει όταν ήμασταν στη μπυραρία, όταν του είπα ότι είναι υπό σύλληψη, το άλλο που έγινε κάτω το δεύτερο επεισόδιο, έγινε κάτω στην είσοδο της μπυραρίας, όπου με χτύπησε». Ο μάρτυρας δεν συμφώνησε με υποβολή ότι δεν έγινε οτιδήποτε από όσα αναφέρει στην κατάθεσή του, βάσει των οποίων ήταν οι κατηγορίες, και ότι επειδή τους κατήγγειλε για κακοποίηση προχώρησαν και οι ίδιοι στην καταγγελία εναντίον του. Κατατέθηκε στο Δικαστήριο και η κατάθεση του Αστ.2417 (ΜΥ1) από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής (όχι από τον ΜΥ1), χωρίς ένσταση στην κατάθεση, και η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεσή της. Τότε έγινε η εισήγηση και ο προαναφερόμενος διάλογος. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου της ποινικής υπόθεσης αρ. 4287/2010, όπως κι αν προήλθε, ότι κανένα λογικό Δικαστήριο θα καταδίκαζε τον Ενάγοντα, που αποτυπώνει τη φρασεολογία ή μία εκ των προϋποθέσεων που απαιτείται για την απόρριψη της υπόθεσης στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως[20], δεν ερμηνεύεται ως απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας για τους σκοπούς του αστικού αδικήματος. Ο Ενάγων βασίζεται εκεί, στον χειρισμό του Δικαστηρίου της ποινικής υπόθεσης αρ. 4287/
  6. Ταυτόχρονα, όμως, λέει και ο ίδιος πως δεν θα ήταν παράλογο να κινηθεί ποινική δίωξη, αλλά μόνον μία. Δεν θα έλεγα αντίφαση (το ότι από τη μια θεωρεί «εκβιασμό» την έγερση οποιασδήποτε ποινικής υπόθεσης εναντίον του, από την άλλη, η μία ποινική υπόθεση θα ήταν κατανοητό να υπάρχει), αλλά προφανή σύγχυση του Ενάγοντος, ως προς το τι ακριβώς τον ενόχλησε. Γιατί ο ίδιος κίνησε μια (δεύτερη) αγωγή για το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, εννοώντας κατά βάση το αστικό αδίκημα της κατάχρησης της εξουσίας όσον αφορά την καταχώριση ποινικών υποθέσεων στο Δικαστήριο, επειδή καταχωρίστηκαν περισσότερες από μία υποθέσεις. Η μη απόδειξη της απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας όσον αφορά τη δίωξη του Ενάγοντος σημαίνει μη στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Σημειώνοντας, όμως, κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με την κακοβουλία αναφορικά με την μία ποινική δίωξη του Ενάγοντος, να λεχθούν και τα εξής: Όπως φαίνεται από τη μαρτυρία του ΜΥ1, ακολουθήθηκε συνήθης διαδικασία για την καταγραφή και διερεύνηση της καταγγελίας εναντίον του Ενάγοντος. Υπάρχει ειδικό τυποποιημένο επτασέλιδο έντυπο, στο οποίο καταχωρίζονται στοιχεία για επιθέσεις πολιτών εναντίον μελών της Αστυνομία (έντυπο αστ. 125), με πολλαπλές προεπιλογές (Τεκμήριο 9), ένδειξη πως οι αναφορές τέτοιων περιστατικών ανάγονται σε ρουτίνα, οι δε περιπτώσεις που πολίτες επιτίθενται σε αστυνομικούς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή αντιστέκονται σε προσπάθεια σύλληψης συνήθεις, ένδειξη που δίδει και το άρθρο 58 του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/
  7. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε σε «πάγια» διαδικασία. Θεωρούμενη η αντίδραση του Εναγόμενου 2 εντός αυτού του φαινομένου, σε συνάρτηση με την προχειρότητα που έδειξε ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 στην προώθηση των κατηγοριών εναντίον του Ενάγοντος, δεν μπορεί να υπάρξει κατάληξη σε κακοβουλία. Ειδικότερα, δεν υπάρχουν γεγονότα που να μαρτυρούν πως ο Εναγόμενος 2 είχε προσωπικό λόγο να καταγγείλει ειδικά τον Ενάγοντα για επίθεση ή για απειλή βιαιοπραγίας ή για ανησυχία, και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 δεν φάνηκε να ασχολήθηκε με αφοσίωση σε προσπάθεια να στοιχειοθετήσει υπόθεση εναντίον του Ενάγοντος. Ήταν ο ΜΥ1 που έκρινε, βάσει της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2, που αποτελείται μόνον από μισή σελίδα, ότι πρέπει να καταχωριστεί υπόθεση, και έπειτα μεσολάβησαν άλλα πρόσωπα, που ο καθένας, από τη θέση του, θεώρησε πως η υπόθεση πρέπει να οδηγηθεί στο Δικαστήριο. Εάν ήταν λανθασμένη η κρίση τους ότι υπάρχει υπόθεση, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη κακοβουλία του Εναγόμενου 2 ή οποιουδήποτε εκ των μελών της Αστυνομίας. Εάν ήθελε οποιοσδήποτε από την Αστυνομία να δημιουργήσει πρόβλημα στον Ενάγοντα, η λογική λέει ότι θα μπορούσε. Αν μη τι άλλο, θα προστίθεντο οι καταθέσεις των υπολοίπων στην υπόθεση, και θα είχαν την απαραίτητη λεπτομέρεια. Όχι μόνον ήταν με προχειρότητα που υπέβαλε την καταγγελία ο Εναγόμενος 2, και την προώθησε ο ΜΥ1, και που γενικότερα προωθήθηκε, ως να έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο στο πλαίσιο διαδικασίας (να συμπληρώσει το έντυπο και να προχωρήσει), ως μέρος πρακτικής να διώκονται οι πολίτες που αντιστέκονται καθιστώντας τις συλλήψεις επεισοδιακές και καταγγέλλονται για επιθέσεις σε μέλη της Αστυνομίας, αλλά και ο τρόπος που κατέθεσε ο Εναγόμενος 2 στο Δικαστήριο της ποινικής υπόθεσης αρ. 4287/2010, ήταν, επίσης, χωρίς προφανή διάθεση να καταδικαστεί ο Ενάγων για κάποιο αδίκημα. Εξ ου και ο χειρισμός του Δικαστηρίου της ποινικής υπόθεσης αρ. 4287/
  8. Κατ' επέκταση των προαναφερόμενων, η γνώμη του Ενάγοντος ότι επρόκειτο για «εκβιασμό», προκειμένου να αποσύρει ο ίδιος την υπόθεση εναντίον των μελών της Αστυνομίας, δεν έχει οποιαδήποτε βάση, που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από το Δικαστήριο. Όπως προαναφέρθηκε, στο αστικό αδίκημα της κατάχρησης δημόσιας εξουσίας, ενδιαφέρει επίσης η στοχευμένη κακοβουλία. Τα μέλη της Αστυνομίας μπορούν να θεωρηθούν δημόσιοι λειτουργοί, εντός της εμβέλειας αυτού του αστικού αδικήματος[21]. Η καταχώριση περισσότερων από μία ποινικών υποθέσεων, εξ όψεως, μπορεί να θεωρηθεί μια καταχρηστική ενέργεα, αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Η κακοβουλία που βλέπει ο Ενάγων σχετίζεται περισσότερο με τον αριθμό των ποινικών υποθέσεων που καταχωρίστηκαν εναντίον του. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, δεν προκύπτει από οπουδήποτε πως μετείχε στην απόφαση για ποινική δίωξη του Ενάγοντος ή για καταχώριση οποιασδήποτε ποινικής υπόθεσης. Ο ΜΥ1, ανακριτής της υπόθεσης κατέθεσε στο Δικαστήριο ακριβώς το αντίθετο και δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήρο από τον Ενάγοντα και ο συνήγορός του υπερθεμάτσε επ' αυτού ότι επρόκειτο για μια πρωτόγνωρη υπόθεση κατάχρησης και εκδικητικότητας. Αυτή όμως η εκδοχή, με σεβασμό, δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία. Όπως (πρέπει να) είναι κατανοητό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει πράγματα. Στο πρακτικό που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 2, δεν αναγράφονται οι δηλώσεις προς το Δικαστήριο. Αναφέρεται η παρουσία του Αστ.1884, που δεν περιλαμβάνεται στους μάρτυρες της υπόθεσης, και αφήνεται να νοηθεί ότι ήταν ο υπεύθυνος για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του Ενάγοντος που ήταν απών. Αναφέρεται από το Δικαστήριο «Η ποινική δίωξη διακόπτεται για τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. Το ένταλμα σύλληψης του Κατηγορούμενου ακυρώνεται». Δεν φαίνεται από το Τεκμήριο 2 να είχε διακοπεί η ποινική υπόθεση λόγω μη ύπαρξης μαρτυρίας. Ούτε κάποια επιστολή του Ενάγοντος προσκομίστηκε δια της οποίας να υποδεικνύεται ανάγκη διακοπής της ποινικής δίωξης. Ούτε κάποια επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα προς τον Ενάγοντα, απαντητική κάποιας επιστολής του Ενάγοντος. Εάν υπήρχαν τέτοια αιτήματα ή επιστολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προσκομιστούν στο Δικαστήρο. Η μαρτυρία του Ενάγοντος ότι ο Γενικός Εισαγγελέας, κατόπιν μελέτης της υπόθεσης, κατόπιν σχετικής υπόδειξης του Ενάγοντος, ζήτησε τη διακοπή της ποινικής του δίωξης, δεν συνάδει με το Τεκμήριο 2 και δεν κρίνεται αληθής για τους σκοπούς της διαδικασίας. Η ποινική υπόθεση αρ. 3685/2009 διακόπηκε την 21.04.2010 (Τεκμήριο 2), όπως αφήνεται να νοηθεί από την παρουσία του Αστ. 1884 και την εκκρεμότητα εντάλματος σύλληψης που ακυρώθηκε και την απουσία του κατηγορούμενου, λόγω μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του Ενάγοντος. Αυτή είναι η μόνη ορατή στο Δικαστήριο πραγματικότητα. Η ποινική υπόθεση αρ. 4287/2010 (Τεκμήριο 5) καταχωρίστηκε την αμέσως επομένη ημέρα που διακόπηκε η ποινική υπόθεση 3685/2009, δηλαδή την 22.04.
  9. Αυτή η ημερομηνία αναγράφεται στο κατηγορητήριο, στην τελευταία σελίδα του. Μέχρι τότε, δεν υπήρχαν παράλληλες υποθέσεις. Η αναφορά του Ενάγοντος ότι είχε εμφανιστεί στην υπόθεση 3685/2009 και ανέφερε πως εκκρεμούσαν άλλες υποθέσεις όπως και η αναφορά του πως, παρά την ύπαρξη δύο ποινικών υποθέσεων, καταχωρίστηκε και η ποινική υπόθεση 4287/2010 με τις ίδιες κατηγορίες, δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία, και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δείχνει την έντονη σύγχυση του Ενάγοντος για το τι εκκρεμούσε ή πού εμφανίζονταν ή και για τη σειρά των υποθέσεων και το τι συνέβη ακριβώς. Το ότι επέμενε ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου στην προώθηση μιας τέτοιας ποινικής υπόθεσης, μετά τη διακοπή της ποινικής υπόθεσης αρ. 3685/2009, να την επανακαταχωρίσει, οπότε και η ποινική υπόθεση αρ. 4287/2010, ως να επρόκειτο για κάποια σοβαρή υπόθεση που αν δεν προωθηθεί σε δίκη θα πληγεί η δημόσια τάξη, δεν ερμηνεύεται από μόνο του ως εμμονή σε δίωξη του Ενάγοντος κακόβουλα ή στοχευμένα, αλλά περισσότερο παραπέμπει σε απουσία διαδικασίας ουσιαστικής επαναξιολόγησης ή σε μηχανιστική ενέργεια, στον ρυθμό της οποίας διακόπτεται μια υπόθεση και απλώς επανακαταχωρίζεται άμεσα άλλη, για να συνεχίσει απλώς η προώθησή της στο Δικαστήριο, μέχρι να αποφασίσει το Δικαστήριο. Δεν φαίνεται από κάπου να υποβλήθηκε στο Δικαστήριο της ποινικής υπόθεσης αρ. 4287/2010 ζήτημα κατάχρησης, λόγω της προηγούμενης διακοπής της ποινικής υπόθεσης αρ. 3685/
  10. Ενώ εκκρεμούσε μόνον η ποινική υπόθεση αρ. 4287/2010, καταχωρίστηκε και η ποινική υπόθεση αρ. 11082/2010, τον Σεπτέμβριο του 2010 (δεν είναι ευκρινής η ημερομηνία καταχώρισης στο Τεκμήριο 3), με ίδιο περιεχόμενο, η πρώτη εμφάνιση στην οποία ήταν την 13.10.
  11. Τότε ήταν που υπήρχαν παράλληλες υποθέσεις, για κάποιους μήνες, η 4287/2010 και η 11081/
  12. Η ποινική υπόθεση 11082/2010 διακόπηκε την 16.03.2011, στην παρουσία του Ενάγοντος, ενώ, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3, υπήρχε ένταλμα σύλληψης που ακυρώθηκε (δεν εκτελέστηκε), αφήνοντας να νοηθεί ότι την 13.10.2010 ή σε τυχόν μεταγενέστερη ημερομηνία, ο Ενάγων είχε παραλείψει να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Στο πρακτικό του Τεκμηρίου 3, φαίνεται εμφάνιση για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος είναι παρών. Δεν αναγράφονται οι δηλώσεις προς το Δικαστήριο. Αναφέρεται από το Δικαστήριο «Η ποινική δίωξη διακόπτεται για τον κατηγορούμενο για τις κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. Το ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου ακυρώνεται». Η ποινική υπόθεση αρ. 11082/2010 διακόπηκε πριν να αρχίσει η ακρόαση της ποινικής υπόθεσης αρ. 4287/
  13. Δεν προκύπτει από τα Τεκμήρια 3, 4 και 5, που προσκόμισε ο Ενάγων, ότι η παράλληλη καταχώριση της ποινικής υπόθεσης αρ. 11082/2010, ενώ εκκρεμούσε ήδη η ποινική υπόθεση αρ. 4287/2010, ήταν σκόπιμη, και ιδίως ότι πίσω από την ενέργεια αυτή υπάρχει συμπεριφορά του Εναγόμενου
  14. Ήταν προφανώς λανθασμένη η καταχώριση και της ποινικής υπόθεσης αρ. 11082/2010 ενώ εκκρεμούσε η ποινική υπόθεση αρ. 4287/
  15. Υπάρχει μάλιστα δυσκολία δικαιολόγησης του λάθους, που απορρέει από την προσδοκία έως απαίτηση οι εισαγγελικές ή αστυνομικές αρχές να λειτουργούν με περισσότερη τάξη και οργάνωση. Το λάθος αυτό, όμως, το αδικαιολόγητο, δεν επαρκεί, για να καταδείξει, από μόνο του, κακοβουλία ή εκδικητικότητα, που να μπορεί να συνθέσει αδικοπραξία. Απεναντίας, είναι τόσο προφανές λάθος, ένα λάθος που μπορεί να επιλυθεί και με ευκολία (απλώς να υποδειχθεί, αμέσως μετά την παραλαβή της δεύτερης υπόθεσης), ώστε να αποκλείει τη δολοπλοκία ή τα υποτιθέμενα σκοτεινά κίνητρα οποιουδήποτε πίσω από τα πράγματα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο Ενάγων είναι άνθρωπος με ηθικές αξίες και ευαισθησίες, και ότι ενδεχομένως να ταλαιπωρήθηκε. Κυρίως από το περιστατικό στην μπυραρία και τον τρόπο που αναπτύχθηκε (που επιτράπηκε από τα μέλη της Αστυνομίας) να αναπτυχθεί η επικοινωνία, καταλήγοντας σε επεισοδιακή σύλληψή του, και δη με χρήση χειροπέδων. Ήταν ενδεχομένως τραυματικό ό,τι βίωσε. Απασχόλησε δικαστικά ο τρόπος σύλληψής του, και επιδικάστηκαν αποζημιώσεις προς όφελός του. Δεν σημαίνει, κατ' ανάγκη, ότι εκείνο το επεισόδιο έχει απόηχο, και ότι συνεχίστηκε χωρίς λόγο μια εναντίον του πολεμική, από συγκεκριμένο μέλος της Αστυνομίας, τον Εναγόμενο
  16. Ο ίδιος ο Ενάγων φαίνεται να βίωσε ή και να βιώνει ακόμα (απέφυγε να απαντήσει σε ερωτήσεις, τόσα χρόνια μετά, γιατί αναστατώνεται, όπως είπε) όλο αυτό που του συνέβη σε υπερθετικό βαθμό (για τους δικούς του λόγους), συνθήκη που εξηγείται μεν (σε συνάρτηση με την ένταση του επεισοδίου ή και την εν γένει ψυχολογική του κατάσταση), αλλά διανθίζει και ό,τι επακολούθησε με την πολύ υποκειμενική του πεποίθηση ότι εξακολουθεί να διώκεται έως καταδιώκεται άδικα και κατ' επανάληψη μέσω των καταχωρίσεων παράλληλων ποινικών υποθέσεων, προκειμένου να ταλαιπωρηθεί. Δεν φαίνονται να είναι έτσι τα πράγματα. Απλώς, δεν στοιχειοθετήθηκε η εναντίον του ποινική υπόθεση με βάση τη μαρτυρία που είχε παρουσιάσει η κατηγορούσα αρχή στην ποινική υπόθεση αρ. 4287/
  17. Όσον αφορά το αδικαιολόγητο λάθος της καταχώρισης και της ποινικής υπόθεσης αρ. 11082/2010 ενώ εκκρεμούσε ήδη η ποινική υπόθεση αρ. 4287/2010, δεν επαρκεί το ότι έγινε τέτοιο λάθος, για να καταδειχθεί εξ αυτού και μόνον κακοβουλία οποιουδήποτε εκ των Εναγόμενων. Δεν έχει αποδειχθεί στοχευμένη κακοβουλία ή γνώση της πιθανότητας να βλαφθεί ο Ενάγων ή συνειδητή και απερίσκεπτη αδιαφορία για την πιθανότητα να βλαφθεί ο Ενάγων, και δεν υπάρχει το υπόστρωμα για να αποδειχθεί ούτε το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας σε δημόσια θέση. Προς συμπλήρωση, δεν ήταν πειστική η μαρτυρία του Ενάγοντος ότι παρουσιάζονταν στο Δικαστήριο κατ' επανάληψη σε παράλληλες ίδιες υποθέσεις, σε δικαστικές αίθουσες με κόσμο στα μάτια του οποίου μειώθηκε, ότι τον ρωτούσαν γιατί επιτέθηκε στην αστυνομία, ή ότι θίχθηκε η αξιοπρέπειά του ή ότι υπέστη έξοδα. Στη μαρτυρία του Ενάγοντος σχετικά με τη ζημιά του, υπήρχε έκδηλη υπερβολή, που, σε συνάρτηση με τη γενικότητα και αοριστία στα λεγόμενά του, και τον σταδιακό εμπλουτισμό τους, χωρίς ούτε επαρκή δικογραφική βάση, αυτή η μαρτυρία δεν λειτούργησε πειστικά, και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όσον αφορά την αναφορά του σε καύσιμα και σε δικηγορικά έξοδα, δεν δικογραφούνται ειδικά, ενώ, στο πρακτικό που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 2 φαίνεται εμφάνιση μόνον για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος είναι απών και χωρίς εκπροσώπηση. Έπειτα, δεν προσκομίστηκε το ιστορικό της υπόθεσης και δεν έχει αποδειχθεί από τον Ενάγοντα κάποια εμφάνιση, απάντηση σε κατηγορίες ή και ταλαιπωρία του λόγω της καταχώρισης της ποινικής υπόθεσης αρ. 3685/
  18. Ομοίως στο πρακτικό που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 3, δεν εκπροσωπείται ο Ενάγων, ενώ δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο εάν την 13.10.2010 εμφανίστηκε και απάντησε στις κατηγορίες ή εάν εμφανίστηκε οποτεδήποτε πριν από την 16.03.
  19. Εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, που δεν είναι γνωστό πότε εκδόθηκε, το οποίο ακυρώθηκε την 16.03.2011, όταν ο Ενάγων εμφανίστηκε. Το χρονικό διάστημα από την 13.10.2010, που ήταν η πρώτη εμφάνιση, μέχρι την 16.03.2011, δεν είναι μεγάλο, ενώ δεν προσκομίστηκε το ιστορικό της υπόθεσης, για να εξαχθεί εξ αυτού αριθμός εμφανίσεων του Ενάγοντος στο Δικαστήριο ή που να δικαιολογεί παράλληλες εμφανίσεις του Ενάγοντος σε Δικαστήρια της ποινικής υπόθεσης αρ. 11082/2010 και της ποινικής υπόθεσης αρ. 4287/
  20. Τα περί δυσφήμισης του Ενάγοντος ήταν επίσης πολύ γενικά και αόριστα, και φυσικά η αγωγή του δεν βασίζεται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Η ενόχληση του Ενάγοντος από την εναντίον του καταγγελία, κατ' επέκταση το περιεχόμενο και τη φύση των κατηγοριών, που όμως συναρτώνται με προφανή τρόπο με το περιστατικό στη μπυραρία που και ο ίδιος προώθησε δικαστικά (κατ' επέκταση με δεδομένη τη δημόσια ακρόαση και των θέσεων των αστυνομικών), ή την ταλαιπωρία του να μπει στη διαδικασία απλώς να υποδείξει το λάθος της διπλής καταχώρισης, ή ακόμα και ο κίνδυνος να συλληφθεί (που όμως δεν υλοποιήθηκε και) που απορρέει από δική του ενέργεια παράλειψης εμφάνισης στο Δικαστήριο ενώ δεν είχε ακυρωθεί η δικάσιμος, δεν έχει τη σοβαρότητα ή την ηθική διάσταση που υπό τις περιστάσεις να δικαιολογεί ενεργοποίηση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Δεν θα επαρκούσε η μαρτυρία του Ενάγοντος, που ήταν πραγματικά πολύ γενική και αόριστη, έως θεωρητική, όσον αφορά τη ζημιά του, ούτε για τη στοιχειοθέτηση ζημιάς για το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης ή για το αστικό αδικημα της κατάχρησης εξουσίας σε δημόσια θέση. Κατάληξη Έχοντας υπόψη τα γεγονότα, ως προκύπτουν μέσα από την αποδεκτή μαρτυρά ή συνομολογούνται, καθώς και πάντοτε υπόψη το νομικό πλαίσιο, κρίνεται πως η αγωγή του Ενάγοντος εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνεται υπόψη πως ο Ενάγων είναι ένας βιοπαλαιστής, οικογενειάρχης, με τέσσερα παιδιά. Λαμβάνεται όμως υπόψη και πως το παράπονο του Ενάγοντος σε σχέση με τις ποινικές διώξεις θα μπορούσε να περιληφθεί στην αγωγή 3517/2012 Ε.Δ. Πάφου. Η επιλογή του Ενάγοντος να κινήσει μια δεύτερη αγωγή, εναντίον και της Εναγόμενης 1, αλλά και του Εναγόμενου 2 προσωπικά (ακόμα και εναλλακτικά, όπως ανέφερε κατά την αγόρευσή του ο κύριος Λουκαΐδης), εστιάζοντας μόνον στο θέμα των ποινικών διώξεων, δημιούργησε έξοδα, που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Σημειώνεται πως η παρούσα υπόθεση είχε καταχωριστεί αρχικά στο Ε.Δ. Λευκωσιας (ενώ η αγωγή 3517/2012 είχε καταχωριστεί στο Ε.Δ. Πάφου), και κατόπιν ακροαματκής διαδικασίας ήταν που παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Ε.Δ. Πάφου. Έγιναν χειρισμοί από την πλευρά του Ενάγοντος που δημιούργησαν αχρείαστο κόστος ή και ταλαιπωρία, ιδίως στον Εναγόμενο
  21. Τα ιδιωτικά διωκτικά μέσα που έλαβε ο Ενάγων εναντίον του Εναγόμενου 2 συνολικά είναι περισσότερα από τη μεμονωμένη καταγγελία που έκανε ο Εναγόμενος 2 εναντίον του Ενάγοντος μετά το επεισόδιο στη μπυραρία (για την ουσιαστική υποστήριξη της οποίας δεν έδωσε και σημασία τελικά, και απλώς ακολούθησε υφιστάμενη διαδικασία). Ο τρόπος που ερμήνευσε ή ωθήθηκε να ερμηνεύσει τα δεδομένα ο Ενάγων δεν ήταν ο ορθός. Η αγωγή αυτή ήταν σε συγκεκριμένες βάσεις, εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, και δεν είχε επιτυχία. Υπήρξε η παρατήρηση περί αδύναμης υπόθεσης εναντίον του Ενάγοντος, μόνον με την κατάθεση του Εναγόμενου 2, που θα μπορούσε και να είχε αποφευχθεί, εάν δεν εξυπηρετούσε τη δημόσια τάξη ο Ενάγων να διωχθεί ποινικά. Όχι γιατί δεν υπήρχε εύλογη και πιθανή αιτία να στοιχειοθετηθεί υπόθεση εναντίον του Ενάγοντος, κατά τον χρόνο της δίωξης (υπήρχε) ασχέτως της απόδοσης του Εναγόμενου 2 κατά τη δίκη, αλλά με τη λογική ή και σύγχρονη ανάγκη του να μην καταχωρίζονται, πλέον, στα εγχώρια Δικαστήρια, υποθέσεις χωρίς κάποια βαθύτερη αξιολόγηση από τις ανακριτικές αρχές, ως προς τη δυνατότητά τους να στοιχειοθετήσουν τα αδικήματα, απλώς επειδή πρέπει και εφόσον υπάρχει κάποια μαρτυρία που καλύπτει εξ όψεως τα συστατικά στοιχεία των ποινικών αδικημάτων, ή για να εκπληρωθεί η υποχρέωση, και το βάρος να μετατεθεί στο Δικαστήριο και στη δική του αξιολόγηση, γιατί εκείνος είναι αποκλειστικά ρόλος του Δικαστηρίου. Υπήρξε και το εύρημα του αδικαιολόγητου λάθους όσον αφορά την καταχώριση δεύτερης ποινικής υπόθεσης ενώ εκκρεμούσε ήδη άλλη ποινική υπόθεση για τα ίδια αδικήματα. Αυτά δημιουργούν την ηθική πλευρά του ζητήματος των εξόδων, ο Ενάγων να μην επιβαρυνθεί και έξοδα προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας (να πληρώσει την Κυπριακή Δημοκρατία), εκ του αποτελέσματος της αγωγής του. Δεν θα ήταν δίκαιο υπό το σύνολο των περιστάσεων. Δεν θα υπάρξει διαταγή για έξοδα όσον αφορά τον Εναγόμενο
  22. Δεν δημιουργεί, όμως, όμοια ηθική διάσταση στην περίπτωση του Εναγόμενου
  23. Ο Ενάγων εξέλαβε και ενθάρρυνε μια προσωπική αντιπαράθεση με τον Εναγόμενο 2 λόγω του (λανθασμένου) λόγου και του τρόπου που διενήργησε τη σύλληψη κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του, συνεχίζοντας να τον εμπλέκει προσωπικά και στην ποινική δίωξη που ακολούθησε ή στις καταχωρίσεις των ποινικών υποθέσεων, ενώ ο ανακριτής της υπόθεσης ήταν άλλο πρόσωπο, ο ΜΥ1, και μεσολάβησαν και άλλα πρόσωπα, για να καταλήξει η υπόθεση στο Δικαστήριο. Ήταν γνωστό στον Ενάγοντα πως ο ανακριτής της υπόθεσης ήταν ο ΜΥ1, όπως φαίνεται και από την έγγραφη μαρτυρία. Δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο η επιμονή του Ενάγοντος να στρέφεται προσωπικά εναντίον του Εναγόμενου 2, που απλώς διενήργησε τη (μη νόμιμη) σύλληψή του, και αντίστοιχα παραπονέθηκε και ο ίδιος για αδικηματικές συμπεριφορές από μέρους του Εναγόμενου στο πλαίσιο του ιδίου επεισοδίου, ενώ ξεκάθαρα δεν ήταν στη δική του αρμοδιότητα ή καθήκοντα να αποφασίζε ποινικές διώξεις ή να καταχωρίζει υποθέσεις στα Δικαστήρια. Όσον αφορά την αγωγή του Ενάγοντος εναντίον του Εναγόμενου 2, δεν υπάρχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα όσον αφορά τα έξοδα, και αυτά, εκτός εάν φυσικά συμφωνηθούν μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 2 (δυνατότητα που πάντοτε υφίσταται, ασχέτως της επιδίκασης), θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 απορρίπτεται. Όσον αφορά την Εναγόμενη 1, καμία διαταγή για έξοδα. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 2 και εναντίον του Ενάγοντος, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
  1. [3] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ.
  2. [4] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  3. [5] Π.χ. Mohamed Amin v Jogendra Kumar Bannerjee [1947] AC 322, Martin v Watson [1996] AC 74, Gregory v Portsmouth City Council [2000] 1 AC 419, κ.λπ.. [6] Βλ. και Willers v Joyce [2016] UKSC
  4. [7] Rayson v South London Tramways Co [1893] 2 QB 304, CA, Sewell v National Telephone Co [1907] 1 KB 557 CA, Gregory v Portsmouth City Council [2000] 1 AC 419 σελ. 426-427 [8] Thompson & Hsu v Commissioner of Police of the Metropolis [1998] 1 QB 498 [9] Danby v Beardsley
(1880)43 LT 603. [10] Mahon v Rahn (No 2) [2000] 4 All ER 41 [11] Hunt v AB [2009] EWCA Civ 1092,
(2009)Times, 28 October. [12] Mosley v Associated Newspapers Ltd [2020] EWHC 3545 (QB). [13] Glinski v McIver [1962] AC 726, Abbott v Refuge Assurance Co [1962] 1 QB 432, Coudrat v Commissioners of HM Revenue and Customs [2005] EWCA Civ
  1. [14] Βλ. και ΕΔΔΑ: Lucky Dev v. Sweden (αρ. 7356/10), 27.11.
  2. [15] Βλ. και ΕΔΔΑ: Grande Stevens v. Italy (αρ. 18640/10), 04.03.
  3. [16] Βλ. και Zigarella v. Italy (αρ. 48154/99), 03.10.
  4. [17] Βλ. και ΕΔΔΑ: Denisov v. Ukraine (αρ. 76639/11), 25.09.
  5. [18] Christie v. Leachinsky [1947] AC
  6. [19] Wilson [1955] 1 W.L.R.
  7. Βλ. και Φωτίου ν. Αστυνομίας
(2015)2 ΑΑΔ 611. [20] Άρθρο 74 § 1 (β) περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, Azinas a.ο. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 , Πρακτική του 1962, κ.λπ.. [21] The Chief Constable of South Wales Police ν Daniels [2015] EWHC 228 (QB). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.