← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΙΤΣΙΓΓΑΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΤΔ ν. L.G. LAND OF CYPRUS INVESTMENTS LTD, Αγωγή αρ. 1008/2020, 31/7/2023

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΙΤΣΙΓΓΑΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΤΔ ν. L.G. LAND OF CYPRUS INVESTMENTS LTD, Αγωγή αρ. 1008/2020, 31/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1008/2020 ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΙΤΣΙΓΓΑΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΤΔ Ενάγουσα ν. L.G. LAND OF CYPRUS INVESTMENTS LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Χ. Σιαηλής για Γ. Χ. Σιαηλής Για την Εναγόμενη: Κ. Μαργαρώνης για Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία που ασχολείται μεταξύ άλλων με τη μεταφορά εμπορευμάτων και τις φορτοεκφορτώσεις, αξιώνει ποσό €2.000,

  1. Ισχυρίζεται πως η Εναγόμενη, επίσης ημεδαπή εταιρεία, εξέδωσε προς όφελός της επιταγή, τα στοιχεία της οποία πληρέστερα αναφέρονται στην αγωγή, πληρωτέα την 11.08.2020, έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, που κατά την παρουσίασή της στην Τράπεζα για εξαργύρωση δεν τιμήθηκε, λόγω ανάκλησης από τον εκδότη της. Μέχρι σήμερα, η Εναγόμενη αρνείται να καταβάλει στην Ενάγουσα την αξία της επιταγής. Η Εναγόμενη δεν αρνείται ότι εξέδωσε την ένδικη επιταγή, ωστόσο αρνείται πως ήταν έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Η εκδοχή της ως προς τα γεγονότα είναι πως περί την 03.08.2020, συμφώνησε με την Ενάγουσα να εκτελέσει ανυψωτική εργασία με γερανό, ειδικότερα να κατεβάσει τρία κοντέινερ και το εμπόρευμα αυτών, την 04.08.2020, από την 08:00 μέχρι την ολοκλήρωση της εργασίας, έναντι ποσού €2.000,
  2. Η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο πριν από την εκτέλεση της εργασίας. Την ίδια ημέρα, η Εναγόμενη εξέδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή, πληρωτέα την 11.08.2020, την οποία παρέδωσε στην Ενάγουσα, επίσης πριν από την εκτέλεση της εργασίας. Η Ενάγουσα, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, ουδέποτε εκτέλεσε τη συμφωνηθείσα εργασία, εξ ου και η Εναγόμενη προέβη στην ανάκληση της επιταγής, που η Ενάγουσα αρνήθηκε να επιστρέψει. Η Εναγόμενη ανέθεσε τελικά σε άλλην εταιρεία να εκτελέσει την εργασία που χρειάζονταν. Ζητά την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα, με απαντητικό δικόγραφο, ισχυρίζεται πως ουδέποτε αρνήθηκε ή δήλωσε αδυναμία να εκτελέσει την εργασία που συμφωνήθηκε. Πήρε τον γερανό στον τόπο εκτέλεσης της εργασίας. Για να υπάρχει ετοιμότητα να κατεβάσει τα κοντέινερ την 04.08.2020 ώρα 08:00, ο γερανός μεταφέρθηκε στην περιοχή από την 03.08.
  3. Θα χρειάζονταν 4-5 ώρες για να εκτελεστεί πλήρως η εργασία. Την 04.08.2020, ώρα 06:00, η Ενάγουσα ήταν έτοιμη για την εκτέλεση της εργασίας, ωστόσο διαπιστώθηκε από την Εναγόμενη πως δεν μπορούσαν να κατέβουν με γερανό τα κοντέινερ, λόγω του εμπορεύματος που περιείχαν, που ήταν γυαλί, επομένως χρειάζονταν φορκλιφτ (forklift), για να κατεβεί το εμπόρευμα απευθείας, χωρίς να κατεβούν και τα κοντέινερ. Ο διευθυντής της Εναγόμενης ανέφερε στον διευθυντή της Ενάγουσας να μην κατεβάσει τα κοντέινερ, μέχρι να φέρει φορκλιφτ (forklift). Η Ενάγουσα, όπως θέτει, παρέμεινε στο σημείο μέχρι την 13:00, θεωρώντας ότι έτσι τήρησε τη μεταξύ τους συμφωνία, και πως δεν ευθύνεται η ίδια που δεν κατέβασε τα κοντέινερ. Ουδέποτε της ζητήθηκε η επιστροφή της επιταγής, όπως αναφέρει. Δεν αμφισβητείται η σύναψη συμφωνίας, οι ιδιότητες των μερών, και το περιεχόμενό της, περιλαμβανομένου του ύψους του συμφωνηθέντος τιμήματος. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι, για την πληρωμή του τιμήματος, εκδόθηκε από την Εναγόμενη και παραδόθηκε στην Ενάγουσα μεταχρονολογημένη επιταγή, πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας από την Ενάγουσα. Η επιταγή παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα, κάτοχο κατά τον προσήκοντα τρόπο, εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, και δεν τιμήθηκε, λόγω ανάκλησής της από την Εναγόμενη. Δεν αμφισβητείται πως η Εναγόμενη όντως ανακάλεσε την επιταγή. Επίδικο, εκ των δικογράφων, είναι εάν η Εναγόμενη έλαβε την αντιπαροχή για την οποία έδωσε την αξία των €2.000,00 στην επιταγή, δηλαδή εάν η Ενάγουσα εκτέλεσε τη συμφωνημένη εργασία, κατ' επέκταση εάν η ανάκληση της επιταγής ήταν για εύλογη αιτία, και κατά τρόπο που αίρει την υποχρέωση αποζημίωσης της Ενάγουσας. Νομικές πτυχές Η επιταγή είναι είδος συναλλαγματικής που διέπει ο περί Συναλλαγματικών Νόμος Κεφ. 262, όπου ο εκδότης (drawer) δίδει εντολή στον αποδέκτη (drawee), που είναι το τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα όπου τηρείται λογαριασμός στο όνομα του εκδότη, να πληρώσει το ποσό που ορίζεται στην επιταγή, στο πρόσωπο το όνομα του οποίου καταγράφεται σ' αυτήν (payee), με την παρουσίασή της, νοουμένου ότι η επιταγή παρουσιάζεται εντός εύλογου χρόνου από την έκδοσή της. Μια επιταγή δεν είναι άκυρη μόνον εκ του λόγου ότι είναι μεταχρονολογημένη. Εφόσον, όμως, είναι παραδεκτό γεγονός πως μεταχρονολογήθηκε, καταρρίπτεται το τεκμήριο ότι η παραγματική ημερομηνία έκδοσής της είναι η ημερομηνία που φέρει. Αντιπαροχή που έχει αξία για επιταγή μπορεί να συνίσταται από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή για να στηρίξει σύμβαση. Όταν δόθηκε σε οποιονδήποτε χρόνο αξία για την επιταγή, ο κάτοχος της επιταγής θεωρείται ως κάτοχος γι' αυτή την αξία, και ο εκδότης της η υπογραφή του οποίου εμφανίζεται στην επιταγή θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος για την καταγραφόμενη στην επιταγή αξία. Κάθε κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, εκτός εάν καταδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της επιταγής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο ή παρανομία, οπότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται· εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, εν συνεχεία του δόλου ή της παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στην επιταγή. Ο κάτοχος επιταγής μπορεί να εγείρει αγωγή στο όνομά του, όταν είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, κατέχει την επιταγή απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα, προκειμένου να επιβάλει την πληρωμή της. Όταν η επιταγή δεν τιμάται (is dishonored) εξαιτίας μη αποδοχής της ή μη πληρωμής της από τον αποδέκτη (λ.χ. γιατί δεν υπάρχουν επαρκή κεφάλαια στον λογαριασμό του εκδότη), ο κάτοχος μπορεί, μεταξύ άλλων, να προσφύγει για πληρωμή εναντίον του εκδότη της. Ειδοποίηση περί μη τίμησης δεν απαιτείται, όταν ο εκδότης έχει ανακαλέσει ο ίδιος την πληρωμή. Ο εκδότης επιταγής, με την έκδοση αυτής, εάν δεν τιμηθεί, αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον κάτοχο. Όταν επιταγή δεν τιμηθεί, ο κάτοχος δύναται να ανακτήσει από οποιοδήποτε μέρος που ευθύνεται στην επιταγή, το ποσό της επιταγής, αλλά και τόκο επί αυτού, από τον χρόνο της παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. Λόγω των νόμιμων τεκμηρίων υπέρ του κατόχου της επιταγής, η απόδειξη της έλλειψης αντιπαροχής βαραίνει το μέρος που την προβάλλει, εν προκειμένω την Εναγόμενη[1]. Όταν εκδίδεται επιταγή, κατά κανόνα, δεν επιτρέπεται η ανάκλησή της χωρίς εύλογη αιτία, και τέτοια συμπεριφορά είναι ποινικά επιλήψιμη[2]. Εξ αντιδιαστολής του κανόνα του μη ανακλητού της επιταγής, όταν υπάρχει εύλογη αιτία, ο εκδότης μπορεί να ανακαλέσει την εντολή που έδωσε στον αποδέκτη για πληρωμή της επιταγής που εξέδωσε. Η έλλειψη αντιπαροχής κατά την έκδοση της επιταγής δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με την εύλογη αιτία της ανάκλησής της, ακόμα κι αν ο λόγος ανάκλησης ανατρέχει στην εκτέλεση της (υφιστάμενης) αντιπαροχής, γιατί, λόγου χάριν, ήταν εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας των μερών στο πλαίσιο της οποίας είχε εκδοθεί η επιταγή ότι, σε περίπτωση μη εκτέλεσης της αντιπαροχής πριν από την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται πληρωτέα η επιταγή, θα υπάρχει δικαίωμα ανάκλησής της, ώστε να μην πραγματοποιηθεί η πληρωμή. Σε περίπτωση ανάκλησης της επιταγής από τον εκδότη της, η ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση, συνιστά επαρκή υπεράσπιση για την μη πληρωμή της επιταγής, κατ' επέκταση τη μη επιδίκαση σχετικής αποζημίωσης. Η εύλογη αιτία είναι εκείνη που μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τη λογική των πραγμάτων ή το δίκαιο[3], δεν ενέχει ανεντιμότητα ή ανειλικρίνεια, και βασικά δεν κρούει στην ανάγκη διασφάλισης της εμπορικής συναλλακτικής πίστης, που είναι η προστατευόμενη κοινωνική αξία που εξυπηρετεί η επιταγή ως ένα μέσο πληρωμής. Σύμφωνα με τον περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου. Αν ο οφειλέτης προσφέρθηκε να εκπληρώσει και ο δανειστής δεν αποδέχτηκε την προσφορά, ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για μη εκπλήρωση, ούτε χάνει τα δικαιώματά του από τη σύμβαση. Κάθε προσφορά προς εκπλήρωση πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις: να είναι χωρίς όρους· να γίνεται σε κατάλληλο χρόνο και τόπο και υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε να παρέχεται εύλογη δυνατότητα στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να διακριβώσει κατά πόσο αυτός που προσφέρεται να εκπληρώσει είναι ικανός και πρόθυμος κατά τον εν λόγω χρόνο και τόπο να εκπληρώσει κάθε τι το οποίο οφείλει δυνάμει της υπόσχεσης του· αν η προσφορά αφορά την παράδοση πράγματος στον δανειστή, πρέπει να παρέχεται σε αυτόν, εύλογη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσο το πράγμα που προσφέρθηκε είναι αυτό το οποίο ο οφειλέτης οφείλει να παραδώσει δυνάμει της υπόσχεσής του. Αν η σύμβαση συνίσταται από αμοιβαίες υποσχέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα, κανένας από τους οφειλέτες υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει, εκτός αν ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει. Σε περίπτωση που η σύμβαση ορίζει ρητά την τάξη κατά την οποία θα εκπληρωθούν οι αμοιβαίες υποσχέσεις, αυτές πρέπει να εκπληρώνονται κατά την οριζόμενη τάξη· ελλείψει τέτοιου όρου στη σύμβαση, οι υποσχέσεις πρέπει να εκπληρώνονται κατά την τάξη που επιβάλλει η φύση της συναλλαγής. Αν μια από τις αμοιβαίες υποσχέσεις από τις οποίες συνίσταται η σύμβαση δεν δύναται να εκπληρωθεί ή η εκπλήρωση της δεν δύναται να αξιωθεί πριν από την εκπλήρωση της άλλης, το πρόσωπο που βαρύνεται με την άλλη αυτή υπόσχεση, αν παραλείψει να την εκπληρώσει, δεν δύναται να αξιώσει εκπλήρωση της υπόσχεσης με την οποία βαρύνεται ο άλλος από τους συμβαλλόμενους, υποχρεούται όμως να τον αποζημιώσει για κάθε ζημιά την οποία ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. Αν ο δανειστής παραλείψει ή αρνηθεί να παράσχει στον οφειλέτη εύλογες διευκολύνσεις προς εκπλήρωση της υπόσχεσής του, ο οφειλέτης δεν έχει καμιά ευθύνη για τη μη εκπλήρωση η οποία οφείλεται στην εν λόγω παράλειψη ή άρνηση. Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από τον χρόνο αυτό, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν τον χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης. Αν ο συμβαλλόμενος κατ' εκλογή του οποίου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη υπαναχωρήσει από αυτήν, ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να εκπληρώσει οποιαδήποτε υπόσχεση που τον βαρύνει στη σύμβαση. Το πρόσωπο που υπαναχωρεί από ακυρώσιμη σύμβαση υποχρεούται, αν από αυτήν προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος από άλλον συμβαλλόμενο, να αποκαταστήσει το όφελος αυτό, στο μέτρο του εφικτού, στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνάπτονταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης. Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. Το πρόσωπο το οποίο υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση, δικαιούται αποζημίωση για κάθε ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. Διαδικασία Για την απόδειξη της απαίτησής της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τον διευθυντή της, κύριο Κυριάκο Μίτσιγγα (ΜΕ1). Η Εναγόμενη προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο Λούη Αναξαγόρα, σύζυγο της διευθύντριάς της, που ανέφερε πως γνωρίζει τα γεγονότα (ΜΥ1). Ακολουθήθηκε η διαδικασία ταχείας εκδίκασης που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). η μαρτυρία προσκομίστηκε δια έγγραφων ενόρκων δηλώσεων, και η ακρόαση έγινε στη βάση αυτών, χωρίς αντεξέταση. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων της Ενάγουσας και του Εναγόμενου αντίστοιχα. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Η μαρτυρία και εξέταση Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν[4]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[5], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών προσαρμόζεται ανάλογα, με προσεγγίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[6] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[7], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Ο ΜΕ1 ανέφερε ενόρκως όσα αναφέρονται και στην αγωγή της Ενάγουσας. Προσκόμισε, μεταξύ άλλων, αντίγραφο της επιταγής (Τεκμήριο 1)[8], αλλά και κείμενο που συνιστά τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήριο 2). Στο Τεκμήριο 2, αναφέρεται πως η Ενάγουσα ανέλαβε να κατεβάσει τρία κοντέινερ και το εμπόρευμα αυτών την 04.08.2020 από την 08:00 μέχρι την ολοκλήρωση της εργασίας, έναντι €1.750,00 πλέον 19% Φ.Π.Α., που στρογγυλοποιήθηκε στο €2.000,
  4. Προσκομίζει, επίσης, τιμολόγιο που εξέδωσε η Ενάγουσα (Τεκμήριο 3) πριν από την εκτέλεση της εργασίας, την 03.08.2020, για €1.680,67 πλέον 19% Φ.Π.Α., που δίδει €2.000,00, στο οποίο αναγράφεται «paid by cheque no [ ] (11.08.2020)», που είναι το Τεκμήριο
  5. Κατά τον ΜΕ1, η Ενάγουσα τήρησε το δικό της μέρος της συμφωνίας γιατί, όπως αναφέρει, μετέβη στον χώρο, έχοντας κάνει την ανάλογη προετοιμασία, αλλά όταν κατέφθασαν τα κοντέινερ, η Εναγόμενη διαπίστωσε ότι δεν μπορούσαν να κατέβουν με γερανό γιατί το εμπόρευμά τους ήταν εύθραυστο και ότι έπρεπε να κατέβει το εμπόρευμα με φόρκλιφτ απευθείας από τα κοντέινερ, χωρίς να κατέβουν τα κοντέινερ. Τότε, η Εναγόμενη του ανέφερε να μην κατεβάσει τα κοντέινερ. Η Ενάγουσα ανέμενε εκεί μέχρι την 13:00, όπου εκφορτώθηκε όλο το εμπόρευμα, και επέστρεψε στην Πάφο. Δεν φέρει ευθύνη, κατά τον ΜΕ1, που δεν ήθελε η Εναγόμενη να κατεβάσει τα κοντέινερ και το περιεχόμενό τους. Η Εναγόμενη, κατά τη θέση του, παράβαση τη συμφωνία, και έπειτα, ανακάλεσε και την επιταγή. Ο ΜΥ1 αναφέρει ενόρκως επίσης πως την επιταγή του Τεκμηρίου 1 την έδωσε την ίδια ημέρα που υπογράφθηκε το Τεκμήριο 2 και το Τεκμήριο 3, δηλαδή πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας. Η εκδοχή του, όμως, είναι πως την 04.08.2020, η Ενάγουσα παρέλειψε ή αρνήθηκε και αμέλησε να προβεί την εργασία που συμφωνήθηκε. Ανέφερε στην Εναγόμενη πως δεν μπορούσε να εκτελέσει την εργασία, κρατώντας όμως την επιταγή. Συγκεκριμένα, είχε επισκεφθεί, ο ΜΥ1, από την προηγούμενη ημέρα, τον χώρο με τον διευθυντή της Ενάγουσας, ώστε να ελέγξει εάν μπορεί η δουλειά να εκτελεστεί με τα μηχανήματά του, και είχε συμφωνήσει ότι η εργασία ανύψωσης των τριών κοντέινερ και των εμπορευμάτων μπορεί να εκτελεστεί. Ήταν επίσης συμφωνημένο ότι τα κοντέινερ θα έρχονταν ένα-ένα, με περίπου ένα δίωρο διαφορά το ένα από το άλλο, και η Ενάγουσα θα ανέμενε στον χώρο μέχρι να ολοκληρωθεί η εργασία. Ωστόσο, την επόμενη ημέρα, ο διευθυντής της Ενάγουσας ήρθε με άλλο ανυψωτικό μηχάνημα και μετά από διάφορες συνεννοήσεις με την εταιρεία που μετέφερε τα κοντέινερ σε τρέιλερ, είπε πως δεν μπορεί να τα κατεβάσει. Τότε, σε συνεννόηση με τον διευθυντή της Ενάγουσας, λέχθηκε στη μεταφορική εταιρεία, αναγκαστικά, να τα μεταφέρει σε άλλη τοποθεσία, 5 χιλιόμετρα μακριά, που υποτίθεται θα εξυπηρετούσε τον διευθυντή της Ενάγουσας για να μπορεί να γίνει ανύψωση. Και εκεί, όμως, ο διευθυντής της Ενάγουσας δεν μπορούσε να τα κατεβάσει και λόγω της ύπαρξης τοίχου αντιστήριξης στην τοποθεσία, πρότεινε να κάνει πίσω το τρέιλερ προς τον τοίχο και να επιχωματωθεί ο τοίχος ώστε να τα τραβάει με φόρκλιφτ. Αυτή η λύση εμπεριείχε κινδύνους και απαιτούσε πολύ χρόνο και περαιτέρω εργασίες που δεν ήταν δυνατόν να γίνουν, επομένως ο ΜΥ1 επέμενε ότι η Ενάγουσα έπρεπε να κάνει τη δουλειά που συμφώνησαν, δηλαδή να εκφορτώσει τα κοντέινερ και τα εμπορεύματα που περιείχαν. Τότε είπε πως δεν γίνεται και ότι δεν συμφώνησε να εκφορτώσει τα εμπορεύματα, και ότι «έφαγε» τις ώρες του, και ότι παίρνει το μηχάνημα και φεύγει και πάει να εξαργυρώσει την επιταγή. Του ζητήθηκε να επιστρέψει την επιταγή, εφόσον δεν έκανε την εργασία που συμφωνήθηκε. Δεν το έπραξε και άμεσα κλήθηκε η Τράπεζα και δόθηκε εντολή ανάκλησης της επιταγής, λόγω παράβασης της συμφωνίας από την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη πλήρωσε άλλην εταιρεία να εκτελέσει την εργασία. Ο ΜΥ1 προσκομίζει αντίγραφο τιμολογίου ημερομηνίας 04.08.2022 και απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 4). Στο Τεκμήριο 4, αναφέρεται ως εργασία το κατέβασμα 3 κοντέινερ με κόστος €560,00 πλέον 19% Φ.Π.Α. που δίδει €666,
  6. Εξοφλήθηκε με επιταγή την 10.08.2020, επομένως εκδόθηκε η εξοφλητική απόδειξη. Εκτός εάν συμφωνηθεί κάποια προκαταβολή, η φύση της συναλλαγής μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης (κατέβασμα τριών κοντέινερ με το εμπόρευμά τους, με χρήση ανυψωτικού μηχανήματος τύπου γερανού) επιβάλλει την εκτέλεση της εργασίας από την Ενάγουσα, και έπειτα την πληρωμή της από την Εναγόμενη. Στο Τεκμήριο 2, δεν προβλέπεται κάποια προκαταβολή. Η υποχρέωση για έκδοση τιμολογίου δημιουργείται κατά τον χρόνο της παροχής της υπηρεσίας ή της εκτέλεσης της εργασίας. Το γεγονός ότι το Τεκμήριο 3 εκδόθηκε πριν από την εκτέλεση της συμφωνηθείσας εργασίας, δεν το καθιστά πληρωτέο, εάν η εργασία τελικά δεν εκτελεστεί. Η υποχρέωση για πληρωμή της εργασίας δημιουργείται κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης της εργασίας, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά. Στο Τεκμήριο 2, δεν συμφωνείται διαφορετικά. Υπό τις περιστάσεις, η προέκδοση του τιμολογίου του Τεκμηρίου 3, σε συνάρτηση με τη μεταχρονολόγηση της επιταγής του Τεκμηρίου 1 και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 οδηγούν στο ότι, μέχρι την ημερομηνία που θα καθίστατο πληρωτέα η επιταγή και κατέχονταν από την Ενάγουσα μη πληρωτέα, λειτουργούσε ως εγγύηση της Ενάγουσας για την πληρωμή του τιμολογίου, με εξυπακουόμενο το δικαίωμα ανάκλησής της, εάν στο μεταξύ η εργασία δεν εκτελούνταν, ή και εάν το συμφωνημένο τίμημα πληρώνονταν σε μετρητά, ή άλλως πώς. Αντίστοιχα, σε περίπτωση μη εκτέλεσης της εργασίας από την Ενάγουσα, θα έπρεπε να επιστρέψει την επιταγή, και να μην την παρουσιάσει για πληρωμή. Το κείμενο της συμφωνίας ήταν σαφές ως προς την εργασία που αναλήφθηκε από την Ενάγουσα, που ήταν η εκφόρτωση τριών κοντέινερ «και το εμπόρευμα αυτών», με ανυψωτικό μηχάνημα τύπου γερανού. Δεν καθορίζεται ειδικότερα ο τύπος του γερανού. Συνάγεται ότι εναπόκειτο στην Ενάγουσα, επαγγελματία που ανέλαβε να εκτελέσει την εργασία, να καθορίσει και τον κατάλληλο γερανό, για την εκφόρτωση των τριών κοντέινερ και του εμπορεύματός τους, κατ' επέκταση και αναλόγως του εμπορεύματός τους, που όφειλε να διευκρινίσει (π.χ. εάν είναι εύθραυστο, εύφλεκτο, κ.λπ.). Δεν είναι πειστική η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι το περιεχόμενο των κοντέινερ ήταν θέμα που αναδύθηκε ξαφνικά κατά την εκτέλεση της εργασίας, προκαλώντας τότε διαπίστωση αδυναμίας εκτέλεσης της εργασίας με γερανό, και δη από την Εναγόμενη. Το εμπόρευμα που θα ήταν μέσα στα κοντέινερ ήταν μέρος της συμφωνίας, εφόσον αναγράφεται ρητά στο κείμενό της. Επ' αυτού, ήταν πιο συγκεκριμένη, αναλυτική και συμβατή με την έγγραφη μαρτυρία η εκδοχή του ΜΥ1 ότι είχαν ήδη συναντηθεί την προηγούμενη ημέρα με τον ΜΕ1 (εξ ου και οι ημερομηνίες υπογραφής των Τεκμηρίων 1, 2, 3) και η Ενάγουσα είδε τι εργασία έπρεπε να κάνει ακριβώς, και γνώριζε ή θα έπρεπε να γνωρίζει τι να πράξει για να την εκτελέσει, ενόψει και του ότι και ο χρόνος κατά τον οποίον θα έπρεπε να εκτελεστεί ήταν ουσιώδης, λόγω του συντονισμού που έπρεπε να υπάρξει με την άφιξη των κοντέινερ στον χώρο. Όμως, η Ενάγουσα εμφανίστηκε στον τόπο εκτέλεσης με ανυψωτικό όχημα με το οποίο δεν μπορούσε να εκτελέσει την εργασία που συμφωνήθηκε και όπως ακριβώς συμφωνήθηκε (εκφόρτωση κοντέινερ και το εμπόρευμα αυτών), παρόλες τις διευκολύνσεις που έγιναν για να βοηθηθεί. Απεναντίας, δημιούργησε αναστάτωση και περιπλοκή. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα έκανε κάποια δική της προετοιμασία για να μεταβεί και μετέβη στον τόπο εκτέλεσης της εργασίας, δεν συνιστά προσφορά για εκπλήρωση της συμφωνηθείσας εργασίας (attempted performance), που η Εναγόμενη να αρνήθηκε, ώστε η Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, να διατηρεί τα δικαιώματά της από τη σύμβαση (να απαιτήσει το τίμημα). Η προσφορά από την Ενάγουσα θα έπρεπε να αφορά σε ό,τι ακριβώς συμφωνήθηκε, στο σύνολο της υπόσχεσης, στην προκειμένη περίπτωση την εκφόρτωση των τριών κοντέινερ «και το εμπόρευμα αυτών», όποιο κι αν ήταν. Όχι σε οτιδήποτε άλλο. Με τον τρόπο που συμφωνήθηκε. Όχι με άλλον. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ1, δεν προσφέρθηκε τέτοια εργασία, γιατί το μηχάνημα της Ενάγουσας, παρόλο που η Ενάγουσα είδε τι εργασία θα γίνονταν από την προηγούμενη ημέρα (και δεν άλλαξε οποιοδήποτε δεδομένο από πλευράς της Εναγόμενης), δεν ήταν κατάλληλο για την εκτέλεση της εργασίας που συμφωνήθηκε, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε. Ο ΜΕ1 δεν ισχυρίζεται πως το μηχάνημα με το οποίο μετέβη στον τόπο εκτέλεσης, που δεν διευκρινίζει καν τι είδος γερανού ήταν, ήταν το κατάλληλο για την εκτέλεση της εργασίας που συμφωνήθηκε, όπως συμφωνήθηκε, δηλαδή την εκφόρτωση και των κοντέινερ και του εμπορεύματός τους. Δεν ήταν θέμα άρνησης από πλευράς της Εναγόμενης, δεόντως προσφερόμενης εργασίας. Το δέον της προσφοράς εκτέλεσης περιλαμβάνει την ασφαλή εκτέλεση, κατά τρόπο ώστε να μην προκληθεί ζημιά στο εμπόρευμα (εκτρέποντας τον σκοπό της συμφωνίας), συνθήκη που όφειλε να διασφαλίσει η Ενάγουσα. Απεναντίας, η Εναγόμενη, επειδή απλώς ήθελε να εκτελεστεί η εργασία που συμφωνήθηκε και τίποτε άλλο (να εκφορτωθούν τα τρία κοντέινερ και το εμπόρευμά τους, εννοείται, με ασφάλεια), ωθήθηκε, την ύσταστη στιγμή, να αναζητά άλλην εταιρεία για να εξυπηρετηθεί, ως έγινε (Τεκμήριο 4). Δεν φαίνεται να είχε λόγο η Εναγόμενη να αρνηθεί την εκτέλεση της εργασίας από την Ενάγουσα, εάν η Ενάγουσα μπορούσε να την εκτελέσει δεόντως, και να μπει στη διαδικασία να αναζητά, την ίδια ημέρα (εφόσον ο χρόνος ήταν σημαντικός, θα έφθαναν τα κοντέινερ), να συμφωνήσει την ίδια ακριβώς εργασία (εκφόρτωση τριών κοντέινερ με το εμπόρευμά τους) με τρίτο πρόσωπο, που τελικά εκτελέστηκε από το τρίτο πρόσωπο. Η μαρτυρία του ΜΕ1 πως το τρίτο πρόσωπο θα εκφόρτωνε μόνον το εμπόρευμα, χωρίς τα κοντέινερ, δεν υποστηρίζεται πάντως από το Τεκμήριο 4, που περιλαμβάνει το τιμολόγιο που εξέδωσε το τρίτο πρόσωπο, που αναφέρεται σε κοντέινερ, και όχι απλώς στο περιεχόμενό τους. Ο ΜΥ1, που συμφώνησε με το τρίτο πρόσωπο την εργασία και το Τεκμήριο 4, πιο πειστικά ανέφερε στο Δικαστήριο πως η όποια ανάγκη της Εναγόμενης εκπληρώθηκε με την εκτέλεση της ίδιας εργασίας από το τρίτο πρόσωπο. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε πως θα έπρεπε η Εναγόμενη να υποδείξει στην Ενάγουσα, εταιρεία που ασχολείται επαγγελματικά με φορτοεκφορτώσεις, πώς να εκφορτώσει τα τρία κοντέινερ με το εμπόρευμά τους, με τι ανυψωτικό μηχάνημα (γερανό ή φορκλιφτ ή άλλως πώς και πώς ακριβώς θα διενεργήσει την εκφτόρτωση από την πλατφόρμα μεταφοράς των κοντέινερ), ή ότι απέκρυψε σκόπιμα (ενώ της ζητήθηκε από την Ενάγουσα να αναφέρει ή να χαρακτηρίσει το εμπόρευμα ή να εξηγήσει από πού θα γίνει η εκφόρτωση) ή ότι παραπλάνησε ως προς το περιεχόμενο των κοντέινερ ή τη διαδικασία. Ο ΜΥ1, με δομημένο λόγο και λογικό ως προς το περιεχόμενό του, ανέφερε πως η συνάντηση την προηγούμενη ημέρα ήταν ακριβώς για να δει η Ενάγουσα εάν μπορεί να την εξυπηρετήσει με τα μηχανήματά της. Δεν προκύπτει, επίσης, πως είχε συμφωνηθεί εξ αρχής αδύνατη πράξη, πως κανένα είδος γερανού μπορει να εκφορτώσει τρία κοντέινερ με το εμπόρευμά τους, χωρίς να έχει προκληθεί ζημιά στο περιεχόμενο εμπόρευμα, εάν είναι εύθραυστο. Κατ' επέκταση, δεν τίθεται και θέμα ακυρότητας της συμφωνίας. Συναφώς αναφέρεται πως, με βάση το δίκαιο[9], συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ' εαυτής αδύνατης είναι άκυρη. Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, λόγω γεγονότος που ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη. Και τότε ακόμα, αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη και ο οφειλέτης (Ενάγουσα) γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο αυτής, ο δε δανειστής (Εναγόμενη) δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη, είναι ο οφειλέτης που υποχρεούται να αποζημιώσει τον δανειστή για κάθε ζημιά, την οποίαν αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Επαναλαμβάνεται, στο κείμενο της συμφωνίας, το κύρος της οποίας δεν αμφισβητείται, αναγράφεται ρητά και ξεκάθαρα ότι η Ενάγουσα ανέλαβε να κατεβάσει με γερανό τρία κοντέινερ «και το εμπόρευμα αυτών», κατά τρόπο που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί τυχόν προσδοκία της Ενάγουσας ότι τα κοντέινερ θα ήταν άδεια (χωρίς εμπόρευμα) ή εκ των υστέρων θέση πως, λόγω του εμπορεύματος, δεν ήταν δυνατή η χρήση γερανού. Άλλη η αδύνατη εκτέλεση, άλλη η προσφερόμενη εκτέλεση και άλλη η πραγματική εκτέλεση. Η αναφορά της Ενάγουσα σε πλήρη εκτέλεση αντιτίθεται στη θέση της ίδιας πως δεν υπήρξε μεν εκτέλεση γιατί ήταν αδύνατη, και παράλληλα στη θέση της ότι, επειδή υπήρξε προσφορά εκτέλεσης και άρνηση αποδοχής της από την Εναγόμενη, διατηρεί πλήρη συμβατικά δικαιώματα. Στο Τεκμήριο 2, δεν κοστολογείται κάποια προετοιμασία ή εσωτερική οργάνωση της Ενάγουσας να παράσχει τη συμφωνηθείσα εργασία. Θα μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε αυτή η προετοιμασία ή και να προβάλλεται οτιδήποτε από την Ενάγουσα ως προετοιμασία, χωρίς κατ' ανάγκη να αντανακλά σε ανάλογο κόστος στην Εναγόμενη. Η μετάβαση στον τόπο εκτέλεσης μπορεί να θεωρηθεί εκτέλεση μέρους της συμφωνηθείσας εργασίας (actual partial performance), εάν το δικαιολογεί η φύση της συμφωνηθείσας εργασίας και οι περιστάσεις. Σε κάποιες περπτώσεις, η μερική εκτέλεση μπορεί να επαρκεί και για να επιφέρει απαλλαγή του μέρους που ανέλαβε την σχετική υποχρέωση (discharge through performance). Στην προκειμένη περίπτωση, η ουσιώδης συμφωνηθείσα εργασία ήταν η εκφόρτωση των τριών κοντέινερ και του εμπορεύματός τους, και ο τρόπος (με γερανό ή φορκλιφτ) είχε δευτερεύουσα σημασία για την Εναγόμενη, αν και η Ενάγουσα επιχείρησε να ανάγει τη διαδικασία ή τον τρόπο ή τον χρόνο στην όλη ουσία, και να την υποκαταστήσει, χωρίς να εξυπηρετεί την Εναγόμενη, σκοπός για τον οποίον συνάφθηκε η συμφωνία. Η Ενάγουσα, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ1, μετέβη στον τόπο εκτέλεσης της εργασίας με ανυψωτικό όχημα που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας. Εάν τα μέρη ήθελαν να συμφωνήσουν ενοικίαση γερανού με χρονοχρέωση, μαζί με την υπηρεσία χειρισμού του και εκφόρτωσης, θα το έπρατταν, αλλά δεν είναι τέτοια η συμφωνία του Τεκμηρίου 2, ως καταρτίστηκε, αλλά και ως μαρτυρήθηκε. Υπό τις περιστάσεις, η μετάβαση της Ενάγουσας στον τόπο εκτέλεσης από μόνη της ή και η άσκοπη αναμονή της στον χώρο, χωρίς δυνατότητα να πράξει οτιδήποτε για να εξυπηρετήσει την Εναγόμενη, δεν θεωρείται ούτε μέρος εκτελεσθείσας εργασίας ή άλλως πώς εκτελεσθείσα εργασία. Εφόσον η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει την εργασία που συμφωνήθηκε με βάση το Τεκμήριο 2 (να κατεβάσει τρία κοντέινερ και το εμπόρευμά τους), για λόγους που αφορούν την ίδια (το ανυψωτικό μηχάνημα που επέλεξε για την εκτέλεση της εργασίας), και όχι για αντικειμενικούς λόγους, ο τρόπος εκτέλεσης αφέθηκε να καθοριστεί από την ίδια την Ενάγουσα, και η εργασία έπρεπε να εκτελεσεί στον καθορισμένο χρόνο, η υπαναχώρηση της Εναγόμενης ήταν δικαιωματική, αλλά και ένα λογικό επακόλουθο. Δεν ήταν υποχρεωμένη η Εναγόμενη να συνάψει νέα συμφωνία με την Ενάγουσα, ή να αποδεχθεί κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφωνήθηκε. Η μαρτυρία του ΜΕ1 πως η Εναγόμενη, δια του εκπροσώπου της πάντα, του είχε πει να περιμένει να έρθει φορκλιφτ δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ίδιου πως η Εναγόμενη ζήτησε να μην κατεβάσει τα κοντέινερ. Ούτε με τα γεγονότα πως η Εναγόμενη έσπευσε να βρει άμεσα άλλην εταιρεια, και ότι τελικά η Ενάγουσα δεν τα εκφόρτωσε, αλλά τα εκφόρτωσε επιτυχώς το τρίτο πρόσωπο. Πιο πειστική είναι η μαρτυρία του ΜΥ1 που περιγράφει με λεπτομέρεια, χρονική σειρά και συνοχή τι έλαβε χώρα, καθώς και την όλη συμπεριφορά που αντιμετώπισε. Εφόσον η Εναγόμενη υπαναχώρησε, και δη με ξεκάθαρο τρόπο, δεν υπήρχε λόγος η Ενάγουσα να εκπληρώσει οτιδήποτε με βάση τη σύμβαση, κατ' επέκταση να παραμείνει στον χώρο, να βλέπει να εκτελεί την εργασία τρίτο πρόσωπο (Τεκμήριο 4). Δεν εξηγήθηκε με κάποιον λογικό τρόπο γιατί η Ενάγουσα περίμενε στον χώρο, για ώρες ολόκληρες, ενώ ήταν σαφές ότι δεν θα κατέβαζε εκείνη τη κοντέινερ, που έδειξε ότι δεν μπορούσε να τα κατεβάσει μαζί με το εμπόρευμά τους, και εφόσον και ενόσω η εργασία αυτή εκτελείτο από τρίτο πρόσωπο. Η χωρίς λόγο αναμονή της Ενάγουσας στον τόπο εκτέλεσης, και δη μετά την εκφρασμένη υπαναχώρηση της Εναγόμενης, δεν μπορεί να φέρει την Ενάγουσα σε ίδια θέση ως θα ήταν εάν εκπλήρωνε πλήρως τη συμβατική της υποχρέωση. Έπειτα, ενώ δεν εκτελέστηκε η εργασία όπως συμφωνήθηκε, δεν αμφισβητείται πως η επιταγή που δόθηκε στην Ενάγουσα δεν επιστράφηκε. Η Εναγόμενη δεν παράβηκε κάποια συμβατική της υποχρέωση, εφόσον η πληρωμή θα έπονταν της πλήρους εκτέλεσης της εργασίας, και η εκτέλεση της εργασίας δεν έλαβε χώρα. Υπό τις περιστάσεις, οποιαδήποτε υποχρέωση της Εναγόμενης περιορίζεται σε τυχόν όφελος που αποκόμισε από τη συμβατική σχέση. Τέτοιο όφελος δεν αποδείχθηκε από την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα, μη έχοντας αποδείξει οποιοδήποτε όφελος της Εναγόμενης από την απλή μετάβασή της στον τόπο εκτέλεσης και την άσκοπη αναμονή της εκεί, δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση. Με πολύ απλά λόγια, δεν ευθύνεται η Εναγόμενη που η Ενάγουσα δεν μπόρεσε να εκτελέσει και δεν εκτέλεσε την εργασία που της ανατέθηκε (και που είχε την ευκαιρία να εκτελέσει και να επωφεληθεί του τιμήματος), και δεν οφείλει να πληρώσει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό. Η Εναγόμενη, έχοντας αποδείξει πως η αντιπαροχή για την οποία εξέδωσε την επιταγή του Τεκμηρίου 1 δίδοντάς της αξία, που ήταν η εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας, δεν εκπληρώθηκε, ενώ η εκπλήρωσή της προϋποτίθετο για να ενεργοποιηθεί η δική της υποχρέωση πληρωμής, απέδειξε πως είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής της επιταγής, και δεν ευθύνεται σε αποζημίωση της Ενάγουσας με βάση την αξία της επιταγής. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η αγωγή της Ενάγουσας δεν μπορεί να έχει επιτυχία και γι' αυτό απορρίπτεται. Κάθε δικαστική διαδικασία έχει έξοδα, που επωμίζεται η μία πλευρά ή η άλλη. Τα έξοδα συνήθως επιβαρύνεται ο διάδικος που δεν επιτυγχάνει στην υπόθεσή του. Οι διάδικοι, σε κάθε περίπτωση, μπορούν να συμφωνήσουν τα αναμεταξύ τους έξοδα, ασχέτως του πώς θα επιδικαστούν για τους σκοπούς της διαδικασίας. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμά της, εφόσον δεν συντρέχει λόγος για άλλον χειρισμό, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και Ρωμανός ν. Χρυσάνθου

(1991)1 ΑΑΔ 991, Vasos Charalambides Ltd v. Ψαρά
(2000)1 ΑΑΔ 849. [2] Άρθρο 305Α
(2)του περί Ποινικού Κώδικα Νόμος Κεφ. 154. [3] mutatis mutandis: N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 763. [4] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 ΑΑΔ 530. [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339. [6] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [7] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ
  1. [8] Η αρίθμηση είναι από το Δικαστήριο. [9] Άρθρο 56 Κεφ.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.