Commercial Value AEE ν. Advantage Capital Holdings plc, Αρ. Αγωγής: 8046/13, 25/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8046/13 Μεταξύ: Commercial Value AEE, υπό εκκαθάριση διά του εκκαθαριστή της, από Ελλάδα Ενάγουσας και Advantage Capital Holdings plc, υπό εκκαθάριση διά του εκκαθαριστή της, από Λευκωσία Εναγομένης Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Ενάγουσα: κ. Δ. Βάκης, για Pyrgou Vakis LLC Για Εναγόμενη: κ. Κ. Δημοσθένους, για Αργυρού και Δημοσθένους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει ποσόν €22.272.555,96 συν τόκους δυνάμει συμφωνίας και ή λόγω τερματισμού της και ή ακύρωσης της και ή ως αποζημιώσεις για παράβαση της και ή λόγω απουσίας ανταλλάγματος και ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η Ενάγουσα προβάλλει στο δικόγραφο της ότι στις 7.7.08 είχε συμφωνήσει να αγοράσει μετοχές της σουηδικής ασφαλιστικής εταιρείας Aspis Liv ForsaKrings AB (εφεξής "Aspis Liv"), στις οποίες η Εναγόμενη ήταν δικαιούχος, έναντι ποσού €24.000.000 και ότι μέχρι τις 30.9.08 κατέβαλε το πιο πάνω αξιούμενο με την αγωγή ποσό πλην όμως η αρμόδια ελληνική εποπτική αρχή, Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (εφεξής ″ΕΠ.Ε.Ι.Α.″), δεν ενέκρινε την αγορά με αποτέλεσμα η επίδικη συμφωνία να έχει ακυρωθεί αυτομάτως βάσει του σχετικού όρου 9 και οι μετοχές ουδέποτε έχουν μεταβιβαστεί. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της αναφέρεται: § Στην απόφαση που έλαβε και το ιστορικό εξαγοράς του 95% της σουηδικής ασφαλιστικής εταιρείας Aspis Liv. § Στο ότι η αρμόδια σουηδική εποπτική αρχή (εφεξής «FSA») απέρριψε το αίτημα για «ειδική συμμετοχή» στο κεφάλαιο της Aspis Liv αλλά η αδυναμία εγγραφής των μετοχών επ' ονόματι της Εναγομένης δεν ακύρωνε την αγορά ούτε απαγόρευε τη μετέπειτα πώληση των μετοχών σε άλλη εταιρεία. § Στο ότι η υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 7.7.08 μεταξύ των διαδίκων έγινε αφού λήφθηκε υπόψιν πως η Ενάγουσα ήταν μια μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία και πως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος τόσο της Ενάγουσας όσο και της Aspis Liv ήταν το ίδιο πρόσωπο (ήτοι ο Μ.Υ.3). § Στο ότι η Ενάγουσα προέβη σε τρεις πληρωμές έναντι του τιμήματος αγοράς, ήτοι στις 29.9.08, στις 30.9.08 και στις 31.12.08, οπότε το οφειλόμενο υπόλοιπο ανήρχετο σε €1.727.809,
- § Στο ότι η μεταγενέστερη απόρριψη από την αρμόδια ελληνική εποπτική αρχή ΕΠ.Ε.Ι.Α. δεν σήμαινε την αυτοδίκαιη ακυρότητα της συναλλαγής μεταξύ των διαδίκων, αφού η Ενάγουσα μπορούσε να γίνει μέτοχος στο κεφάλαιο της Aspis Liv χωρίς η συμμετοχή της να ήταν εγκεκριμένη από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. § Στο ότι η Ενάγουσα έλαβε το αντάλλαγμα βάσει της συμφωνίας, καθότι παρέλαβε την Aspis Liv ως περιουσιακό της στοιχείο και καθ' όλο το διάστημα από 7.7.08 κατείχε επί της ουσίας τον διοικητικό έλεγχο της εν λόγω εταιρείας Aspis Liv, την οποίαν κατείχε και εκμεταλλεύετο (όπως αποδεικνύει π.χ. η μεταφορά €30.000.000 προς την Hestium). Αποτελεί καταληκτική θέση της Εναγομένης πως η επίδικη συμφωνία ουδέποτε ακυρώθηκε και για αυτό η Ενάγουσα οφείλει να καταβάλει το υπόλοιπο των €1.727.809,04, το οποίο και η Εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικώς. Άλλες διαζευκτικές αξιώσεις έχουν αποσυρθεί μετά την έναρξη της ακρόασης. Με την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα κατ' αρχάς ήγειρε προδικαστική ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων να εκδικάσουν την Ανταπαίτηση, παραδέχθηκε μέρος του ιστορικού, το οποίο είχε προβάλει η Εναγόμενη (ήτοι τις §5.1 και §5.2) και αρνήθηκε τους υπόλοιπους ισχυρισμούς, εμμένοντας στις αρχικές της θέσεις και καταλήγοντας ότι ουδέποτε έλαβε διοικητικό έλεγχο της Aspis Liv ή απέκτησε τις επίδικες μετοχές. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε ένα μάρτυρα και η Εναγόμενη προς υπεράσπιση και στήριξη της ανταπαίτησης της κάλεσε τρεις μάρτυρες. Συνολικά κατατέθηκαν τα παραδεκτά και τρεις δηλώσεις ως Έγγραφα Α έως Δ και διάφορα άλλα έγγραφα ως Τεκμήρια 1 έως
- Το Έγγραφο Α συνιστά το κείμενο παραδεκτών γεγονότων βάσει του οποίου κατατέθηκαν από κοινού τα πρώτα 14 τεκμήρια. Ο Μ.Ε. (Β.Μ.) υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Β, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ως λογιστής-φοροτέχνης, βάσει συμφωνίας με τον εκκαθαριστή της Ενάγουσας, από το 2018 ενεργεί ως προϊστάμενος των λογιστηρίων του ομίλου ΑΣΠΙΣ (στον οποίον ανήκαν οι διάδικοι) υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, καθώς και της Ενάγουσας, η οποία επίσης τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση. Υπό αυτή την ιδιότητα έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα της Ενάγουσας. Στη βάση αυτή παραθέτει το ιστορικό της Ενάγουσας μέχρι τις 25.2.10 που η αρμόδια ΕΠ.Ε.Ι.Α. ανακάλεσε οριστικά την άδεια λειτουργίας της, ορίζοντας επόπτη ασφαλιστικής εκκαθάρισης και αναφέρεται στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ημερ. 7.7.08, καθώς και στα όσα ακολούθησαν με τις πληρωμές, την άρνηση της ελληνικής εποπτικής επιτροπής ημερ. 14.10.08 (Τεκμήριο 5) να εγκρίνει την αγορά εκ μέρους της Ενάγουσας, καταλήγοντας ότι η τελευταία ποτέ δεν απέκτησε τις μετοχές και ποτέ δεν έλαβε έλεγχο της Aspis Liv. Στηριζόμενος σε γνωμάτευση δικηγόρου του εκκαθαριστή (Τεκμήριο 15) υποστηρίζει περαιτέρω ότι λόγω της προαναφερθείσας μη έγκρισης της αγοράς θα ήταν παράνομο να αποκτήσει τις μετοχές η Ενάγουσα είτε άμεσα είτε έμμεσα ενώ ούτε και η Εναγόμενη τις απέκτησε λόγω της απόρριψης από την FSA. Εν τέλει παραπέμπει στον όρο 9 της συμφωνίας εισηγούμενος ότι βάσει αυτού αν δεν γινόταν μεταβίβαση μέχρι τις 31.3.09 τότε η Εναγόμενη ώφειλε να επιστρέψει το ποσόν των €15.000.000 συν τόκους, καθώς και οποιοδήποτε άλλο ποσό είχε προπληρωθεί. Σε σχέση με την ανταπαίτηση ο Μ.Ε. στηριζόμενος και πάλι στην ίδια νομική γνωμάτευση υποστήριξε ότι επειδή η Ενάγουσα ευρίσκεται υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της δύναται να προωθηθεί μόνο μέσω διαδικασίας επαληθεύσεως και όχι σε δικαστική διαδικασία. Ο Μ.Ε. αναφέρεται, περαιτέρω, αφενός στην καταβολή ποσού €90.000.000 από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας, ως φαίνεται και στον ελεγμένο ισολογισμό για το 2008 (Τεκμήριο 16) και αφετέρου στη σχετική συμφωνία ημερ. 24.9.08 (Τεκμήριο 17) στην οποία, πέραν των ζητημάτων αύξησης κεφαλαίου, υπήρχε πρόνοια και για την καταβολή των €15.000.000, οφειλόμενου στα πλαίσια της επίδικης αγοράς μετοχών μέχρι τις 30.9.
- Αντεξεταζόμενος είπε πως δεν μπορούν (τώρα) να γνωρίζουν για ποιο λόγο η Ενάγουσα κατέβαλε (τότε) το πέραν των €15.000.000 ποσό, (δηλαδή το ποσόν των €7.272.555,96), πριν την ημερομηνία που αναφερόταν στη συμφωνία, αφού οι ίδιοι απλώς κατέγραψαν ό,τι βρήκαν στα βιβλία. Εξάλλου, προσέθεσε, όλες αυτές οι ιστορίες που έχει κάνει η Ενάγουσα κατά τα έτη 2008-2009 μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου, ήταν ο λόγος που κατά το 2010 η αρμόδια αρχή, τής αφαίρεσε την άδεια λειτουργίας. Οι ίδιοι επεμβαίνουν από την ημέρα αφαίρεσης της άδειας και ό,τι στοιχείο έφυγε κατά τα έτη 2008-2009 δεν μπορούν να το ελέγξουν αλλά το καταγράφουν όμως, δηλαδή καταγράφουν ό,τι υπάρχει στα βιβλία της Ενάγουσας. Ήταν η θέση του ότι δεν ωφελήθηκε οτιδήποτε η Ενάγουσα και ότι έβαλε τα χρήματα αλλά δεν πήρε μετοχές. Αντιθέτως, ακόμα και μέχρι σήμερα, ως βασικοί μέτοχοι στα βιβλία της Aspis Liv αναφέρονται άλλοι. Δεν είχε κάποια εξήγηση για το ότι το αξιούμενο ποσό φερόταν ως απαίτηση κατά το τέλος του 2008 στα βιβλία της Ενάγουσας ενώ λίγες μέρες μετά (στις 7.1.09) υπεγράφη τροποποιητική συμφωνία, Τεκμήριο 8, περί του ότι η Ενάγουσα θα πλήρωνε το υπόλοιπο του τιμήματος κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης, δηλαδή στις 31.03.
- Δέχθηκε ότι η Ενάγουσα δεν τερμάτισε οποτεδήποτε την επίδικη συμφωνία. Τα δε διοικητικά συμβούλια της Ενάγουσας είναι στα δικαστήρια για πολλά πράγματα που έχουν κάμει, εξ ου και δεν μπορούσαν να εμφανιστούν στην παρούσα διαδικασία. Ο Μ.Υ.1 (Γ.Κ.), εκτελεστικός σύμβουλος της Εναγομένης κατά τα έτη 2008 έως 2010, υιοθέτησε επίσης τη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Γ, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται στην εξαγγελία της εξαγοράς του 95% της Aspis Liv περί τις 4.4.07, στην υποβολή σχετικού αιτήματος για έγκριση αυτής της ειδικής συμμετοχής προς τη σουηδική εποπτική Αρχή (FSA) και στην απόρριψη του, στην εξαιτίας της απόρριψης απόφαση της Εναγομένης για μεταπώληση των μετοχών προς την Ενάγουσα, στην υπογραφή της επίδικης αρχικής συμφωνίας με την Ενάγουσα, στις πληρωμές που έγιναν και στην απόρριψη στις 14.10.08 από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. του αιτήματος της Ενάγουσας για εξαγορά της Aspis Liv. Συμφωνώντας με τη γνωμάτευση που προσκόμισε, εξέφρασε την άποψη πως η απόρριψη αυτή δεν σήμαινε την «αυτοδίκαιη ακυρότητα της συναλλαγής» και ότι η Ενάγουσα μπορούσε να γίνει μέτοχος στην Aspis Liv με τη διαφορά ότι η επένδυση της αυτή δεν θα θεωρείτο εγκεκριμένη επένδυση ή κατάλληλη για σκοπούς κάλυψης του περιθωρίου φερεγγυότητας ή αποθεμάτων για μια ελληνική ασφαλιστική εταιρεία. Υποστήριξε πως η Ενάγουσα έλαβε το αντάλλαγμα αφού παρέλαβε άμεσα την Aspis Liv ως περιουσιακό στοιχείο και συνεπώς η επίδικη συμφωνία ουδέποτε ακυρώθηκε είτε αυτομάτως είτε άλλως πως. Ο Μ.Υ.1 προσέθεσε πως ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας ήταν παράλληλα και Πρόεδρος στην Aspis Liv και ως εκ τούτου η Ενάγουσα από τη σύναψη της επίδικης αρχικής συμφωνίας (στις 7.7.08) κατείχε επί της ουσίας τον διοικητικό έλεγχο της εν λόγω σουηδικής ασφαλιστικής εταιρείας. Απόδειξη για τον ίδιο είναι το ότι από 1.10.08 η Aspis Liv έπαυσε να ενοποιείται στους λογαριασμούς της Εναγομένης ως φαίνεται από σχετική ανακοίνωσή της, καθώς και από την ετήσια έκθεση, Τεκμήριο 9 (σελ.23). Μάλιστα, είπε, η Ενάγουσα προέβαινε και σε πράξεις μέσω της Aspis Liv όπως π.χ. η μεταφορά κεφαλαίων ύψους €30.000.000 προς την Hestium, πράγμα που στις 26.11.09 οδήγησε και στη πτώχευση της Aspis Liv, ως φαίνεται από το Τεκμήριο
- Περαιτέρω απόδειξη για τον ίδιο είναι το ότι η Ενάγουσα κατέβαλε την τρίτη πληρωμή ύψους €6.749.290,96 στις 31.12.08, δηλαδή μετά την απόρριψη από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. και πολύ πριν την ημερομηνία ολοκλήρωσης που ήταν στις 31.3.09, ενώ στις 7.1.09 οι διάδικοι είχαν υπογράψει και την τροποποιητική συμφωνία με την οποία συμφώνησαν ως προς το υπόλοιπο των €1.727.809,04 και ότι η Ενάγουσα θα το πλήρωνε στις 31.3.
- Προσθέτει δε πως οι διοικήσεις των δύο διαδίκων εταιρειών είχαν συνεννοηθεί όπως η επίδικη συμφωνία ολοκληρωθεί και μεταβιβαστούν οι μετοχές ανεξαρτήτως της απόρριψης του αιτήματος της Ενάγουσας από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. Αναφέρεται δε σε συνεχή επικοινωνία την οποία ο ίδιος είχε με τον πρόεδρο των δύο εταιρειών, ήτοι της Ενάγουσας και της Aspis Liv, δηλαδή (τον κ. Βιδάλη, Μ.Υ.3). Εξ ου και ποτέ η Ενάγουσα δεν τερμάτισε τη συμφωνία αλλά αντιθέτως είχε τη διοίκηση της Aspis Liv. Προφορικά εξήγησε ότι μια ασφαλιστική εταιρεία δύναται να έχει περιουσιακά στοιχεία στα αποθεματικά της, τα οποία διέπονται από τον ασφαλιστικό νόμο και αφετέρου περιουσιακά στοιχεία στα εγγυητικά της κεφάλαια. Η άδεια που είχε ζητηθεί ήταν για να τοποθετηθεί η επένδυση στα αποθεματικά, αλλά αυτό δεν της στερούσε το δικαίωμα να τοποθετήσει την επένδυση στα κεφάλαια (των μετόχων). Η Ενάγουσα προτιμούσε όμως να κατατεθεί ως αποθεματικό και με δική της προτροπή η συμφωνία συνέχισε να υφίσταται στην προσπάθειά της να λύσει τα θέματα που είχε με την ΕΠ.Ε.Ι.Α. Ο ίδιος τα γνωρίζει εκ της ιδιότητάς του και της καθημερινής επαφής που είχε με τον Πρόεδρο της Ενάγουσας και της Aspis (τον Μ.Υ.3). Εξήγησε δε πως μετά την αύξηση κεφαλαίου εντός Σεπτεμβρίου του 2008 η Ενάγουσα κατέστη θυγατρική εταιρεία πλέον της Εναγόμενης, η οποία και την υποστήριζε στο να πετύχει εκείνο που επιθυμούσε, δηλαδή να εγγράψει την επένδυση ως εγκεκριμένη από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. Ως προς το ότι υπήρχε και η δυνατότητα μεταβίβασης των μετοχών επ' ονόματι της Ενάγουσας χωρίς να υπάρχει η έγκριση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. είπε πως έλαβαν περί τούτου και γνωμάτευση από τον έγκριτο νομικό κ. Μιχόπουλο (τον Μ.Υ.2), την οποία και παρουσίασε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος είπε πως πριν την αύξηση κεφαλαίου η σχέση της Εναγόμενης με την Ενάγουσα ήταν απλά ότι ανήκαν στον ίδιο όμιλο εταιρειών, δηλαδή χαλαρή σχέση, χωρίς εκατέρωθεν υποχρεώσεις. Η Ενάγουσα κατείχε και τότε ένα μικρό ποσοστό (8-10%) στην Εναγόμενη και για αυτό ο Μ.Υ.3 ήταν και διοικητικός σύμβουλος στην Εναγόμενη. Σε σχέση με το αίτημα της Εναγόμενης προς την FSA Σουηδίας είπε πως ήταν όχι απλώς να καταστεί ο μεγαλομέτοχος (με 95%) αλλά να ασκεί διοίκηση και το απέρριψε, χωρίς αυτό να ήταν εμπόδιο για την αγορά των μετοχών. Τις οποίες μπορούσε να κατέχει χωρίς ανάμειξη στη διοίκηση της Aspis Liv. Για αυτό ονομάζεται «ειδική συμμετοχή» είπε. Δέχτηκε πως οι μετοχές εκείνες ποτέ δεν είχαν εγγραφεί επ' ονόματι της Εναγομένης, διότι δεν είχαν επιδιώξει να τις εγγράψουν, παρόλο που είχαν εξοφλήσει πλήρως το τίμημα. Όταν η FSA απέρριψε την Εναγόμενη, η τελευταία αποφάσισε να πωλήσει τις μετοχές στην Ενάγουσα, που ήταν μεγάλη εταιρεία και να έχει η Ενάγουσα την «ειδική συμμετοχή». Για αυτό υπεγράφη η συμφωνία στις 7.7.08 αλλά μετά προέκυψε η ανάγκη για αύξηση κεφαλαίου και άλλαξαν τα πράγματα. Όμως από τις σουηδικές αρχές η Ενάγουσα δεν είχε πρόβλημα. Εξ ου και πρόεδρος στην Ενάγουσα και στην Aspis Liv ήταν το ίδιο πρόσωπο, ήτοι ο Μ.Υ. 3, ο οποίος ήταν και διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης. Σε σχέση με την Ετήσια Έκθεση του 2008, Τεκμήριο 9, υπέδειξε (σ.23 και 75) ότι η Εναγόμενη αφαίρεσε από το ενεργητικό την επένδυση στις μετοχές της Aspis Liv μεταφέροντας τη στις επενδύσεις προς πώληση και ανακοίνωσε τα χρήματα που εισέπραξε για την πώληση, δίδοντας και διοίκηση πλέον στην Ενάγουσα. Οι δε πρώην ιδιοκτήτριες των μετοχών, οι εταιρείας Aspis Capital A.E και Ασπίς Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α είχαν λάβει εντολές όπως μεταφέρουν τις μετοχές προς όφελος της Ενάγουσας μόλις διευθετείτο το θέμα αδειοδότησης. Είπε πως εφόσον η Εναγόμενη εισέπραξε χρήματα δεν ήταν πλέον περιουσιακό της στοιχείο. Στη συνέχεια και με αναφορά πάλι στην ίδια έκθεση, Τεκμήριο 9 (σ. 32), δέχθηκε ότι οι επίδικες μετοχές, που κατηγοριοποιήθηκαν ως επένδυση προς πώληση, αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης. Σε σχέση με την επένδυση στην Hestium είπε πως η Εναγόμενη δεν είχε εμπλοκή και ότι αυτό ήταν απόφαση της Ενάγουσας με την Aspis Liv, παραπέμποντας στον Μ.Υ.
- Δέχθηκε επίσης πως εν τέλει δεν μεταβιβάστηκαν οι μετοχές διότι, αν και μπορούσε η Ενάγουσα να τις αποκτήσει ως κεφάλαιο, εντούτοις δεν ήταν η πρώτη της επιλογή ή επιθυμία της. Για το ότι στην πορεία η Ενάγουσα έγινε θυγατρική της Εναγομένης, είπε πως «διοικείς σε επίπεδο Συμβουλίου, αν θέλεις, αλλά, την καθημερινή διοίκηση και την ευθύνη της έχουν οι διευθυντές (της θυγατρικής)». Ο Μ.Υ.2 (Μ.Μ.) είναι ο νομικός που συνέταξε τη γνωμοδότηση ημερ. 19.10.21 και η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Προφορικά, υιοθέτησε το περιεχόμενό της σε σχέση με τα δύο ερωτήματα, τα οποία του έθεσαν οι εκκαθαριστές της Εναγόμενης. Ως προς το πρώτο ερώτημα, δηλαδή το κατά πόσον η Ενάγουσα μπορούσε να αποκτήσει μετοχές αλλοδαπής ασφαλιστικής, χωρίς την προηγούμενη έγκριση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., κατέληξε ότι, εκτός από τον ασφαλιστικό σκοπό, που έχει μία ασφαλιστική εταιρεία, δεν παύει να είναι και (συνήθης) εταιρεία και ότι στα πλαίσια αυτά δύναται να αποκτήσει νομίμως οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Το κατά πόσον η εποπτεύουσα αρχή θα δεχθεί το νέο περιουσιακό στοιχείο, ως στοιχείο του ενεργητικού για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας ή των πάσης φύσεως αποθεμάτων, είναι διαφορετικό θέμα από την παραβίαση ή όχι της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα, προέβη σε διάκριση των εννοιών «κοινή εκκαθάριση» και «ασφαλιστική εκκαθάριση», βάσει του ελληνικού Ν. 4364/16 (κυρωτικού της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ), και κατέληξε ότι η προβλεπόμενη στον νόμο αναστολή διαδικασιών αφορά τις απαιτήσεις από ασφάλιση και όχι αγωγές του εταιρικού δικαίου, όπως είναι οι αξιώσεις των διαδίκων στην παρούσα αγωγή. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση του ότι οι αξιώσεις στην παρούσα είναι του εταιρικού δικαίου και όχι του ασφαλιστικού, όπως ήταν οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες του υπεδείχθησαν, ήτοι τα Τεκμήρια 19, 20, οι οποίες αφορούσαν απαιτήσεις πιστωτών κατά ασφαλιστικής. Ερωτώμενος για τη σχέση του με τους διαδίκους, είπε πως είχε υπερασπιστεί δύο-τρεις κατηγορούμενους του ομίλου Ψωμιάδη και μεταξύ αυτών τον Μ.Υ.3, που ήταν διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας, της Aspis Liv και του ομίλου Ασπίς, δηλαδή των τριών ασφαλιστικών εταιρειών του Ψωμιάδη. Ο Μ.Υ.3 (Δ.Β) υιοθέτησε επίσης τη γραπτή δήλωσή του, Έγγραφο Δ. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, διετέλεσε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας, πρόεδρος του Δ.Σ. της Aspis Liv, καθώς και μέλος του Δ.Σ. της Εναγομένης, ότι στις 7.7.08 υπεγράφη η επίδικη συμφωνία, ότι υπήρξαν τρεις πληρωμές, ότι ήταν υποχρέωση της Ενάγουσας να εξασφαλίσει από τη σουηδική Αρχή (F.S.A) την άδεια ειδικής συμμετοχής όπως και έγινε, από δε την ελληνική επιτροπή έπρεπε να λάβει την άδεια να χρησιμοποιηθεί η επένδυση ως ασφαλιστική τοποθέτηση, ότι η ΕΠ.Ε.Ι.Α. απέρριψε μεν το αίτημα εξαγοράς της Aspis Liv αλλά η Ενάγουσα δικαιούτο να μεταβιβάσει τις μετοχές της Aspis Liv επ' ονόματί της, ότι ταυτόχρονα με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ημερ. 7.7.08 η Ενάγουσα παρέλαβε άμεσα τη διαχείριση της Aspis Liv και των περιουσιακών της στοιχείων και ότι η συμφωνία ουδέποτε ακυρώθηκε, διότι, βάσει της συνεννόησης των συμβαλλομένων, αυτή θα ολοκληρώνετο, ασχέτως της λήψης ή όχι έγκρισης από την ΕΠ.Ε.Ι.Α.. Εξ ου και αφενός υπήρξε πληρωμή ύψους €6.749.290,96 στις 31.12.08, ήτοι μετά την απόρριψη από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. και αφετέρου η Ενάγουσα είχε πλήρη έλεγχο της Aspis Liv, διαχειριζόμενη τα κεφάλαια-περιουσία της, χωρίς γνώση της Εναγόμενης, η οποία δεν είχε οποιονδήποτε έλεγχο στην Aspis Liv μετά τις 7.7.08, ενώ στις 7.1.09 υπεγράφη και η τροποποιητική συμφωνία περί της μελλοντικής καταβολής του παραμένοντος υπολοίπου των €1.727.809,04 στις 31.3.
- Αντεξεταζόμενος είπε πως η απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α ημερ. 30.7.08 για αύξηση κεφαλαίου και για απαγόρευση διάθεσης περιουσίας ανακλήθηκε με την αύξηση κεφαλαίου που έγινε στις 30.9.08, ότι μέχρι την επανάληψη της δέσμευσης εντός Οκτωβρίου του 2008 η Ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να ξοδεύει χρήματα, ότι το Τεκμήριο 13 είναι κατασκευασμένο και ότι σε σχέση με τις μετοχές, δεν είχε τεθεί θέμα μεταβίβασης των (μετοχών) αλλά ανάληψης της διοίκησης της Aspis Liv. Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και εξέτασα κατά τον ίδιο τρόπο κάθε στοιχείο μαρτυρίας ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση και η εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων ή συμπερασμάτων προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Είναι γεγονός πως, ως δηλώνει αγορεύοντας και η Ενάγουσα, πέραν των παραδεκτών γεγονότων, στα πλείστα σημεία υπάρχει ομογνωμία μεταξύ των διαδίκων για τα γεγονότα ενώ είναι σαφές επίσης πως κάποια άλλα γεγονότα παραμένουν αναντίλεκτα. Συνεπώς ελάχιστα γεγονότα αμφισβητούνται. Τόσο τα παραδεκτά όσο και τα αναντίλεκτα γεγονότα, στην έκταση που αυτά είναι αναγκαία για την επίλυση της επίδικης διαφοράς θα διαφανούν κατωτέρω, αφού κρίνεται ότι η ενιαία παράθεση και αξιολόγηση διευκολύνει την όλη δικαστική διεργασία. Σχετικά με τον Μ.Ε. πρέπει να σημειωθεί εξαρχής πως αυτός εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση και δεν είχε οποιαδήποτε άμεση προσωπική γνώση για τα διαδραματισθέντα κατά την επίδικη περίοδο των ετών 2008-
- Είναι προφανές πως υπό την ιδιότητα του λογιστή-φοροτέχνη και ένεκα της σχετικής συμφωνίας τους, από το 2018 και εντεύθεν παρέχει υπηρεσίες στον εκκαθαριστή της Ενάγουσας, ως προϊστάμενος λογιστηρίων όλου του ομίλου Ασπίς. Είναι δε εντός αυτού του πλαισίου που απέκτησε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και μέσω αυτών γνώση για τα διαδραματισθέντα γεγονότα παλαιοτέρων ετών. Είναι συνεπώς αναπόφευκτο ότι το πλείστο μέρος της μαρτυρίας του καλύπτεται είτε από έγγραφα τα οποία εν τέλει έχουν κατατεθεί είτε από γεγονότα τα οποία έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά. Δεν θεωρώ ότι διαφοροποίησε ή απέδωσε εσφαλμένα όσα τέτοια γεγονότα πληροφορήθηκε ο Μ.Ε. από τα διάφορα έγγραφα. Εννοείται βέβαια ότι προτιμητέα είναι η πρωτογενής πηγή, δηλαδή τα ίδια τα έγγραφα για την εξαγωγή σχετικών ευρημάτων και συμπερασμάτων χωρίς αυτό να αναιρεί την καλή εικόνα που έχω σχηματίσει για τον Μ.Ε. Άλλωστε η εντιμότητα και ειλικρίνεια του επιβεβαιώνεται ακριβώς από το ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις ήταν ο ίδιος ο οποίος παρέπεμπε στην περιορισμένη γνώση του όσον αφορά τα πρωτογενή γεγονότα (π.χ. ως προς το γιατί πλήρωσε η Ενάγουσα στις 31.12.08 ή ως προς το γιατί αφαιρέθηκε η άδεια λειτουργίας της). Βέβαια, σε αντίθεση με άλλα ζητήματα, συνιστά άμεση και προσωπική του γνώση το γεγονός ότι στα εταιρικά βιβλία, τα οποία είδε, αφενός δεν υπάρχει οποιαδήποτε καταγραφή για απόκτηση των μετοχών της Aspis Liv και αφετέρου ότι το ποσόν των €22.272.555,96 καταγράφετο στο τέλος του 2008 ως απαίτηση της Ενάγουσας και όχι ως ενεργητικό ή συμμετοχή της σε άλλη εταιρεία. Άλλωστε, όπως πειστικά εξήγησε, οι ίδιοι ως εκκαθαριστές απλά βρήκαν αυτό το ποσό στα βιβλία ως εκκρεμές και το διεκδικούν, κάτι το οποίο δεν είχαν πράξει οι ιθύνοντες της Ενάγουσας (πριν την ανάκληση της άδειας κατά το 2010). Δέχθηκε εξάλλου εντίμως ότι πράγματι δεν εντόπισαν τερματισμό της συμφωνίας ημερ. 7.7.08 και ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει για ποιο λόγο υπεγράφη η μεταγενέστερη συμφωνία ημερ. 7.1.09 (Τεκμήριο 8). Τέλος, ο Μ.Ε. παρουσίασε υπό τη μορφή «Γνωμοδότησης» από τον δικηγόρο κ. Γουβέτα, μαρτυρία αφενός για το ισχύον ελληνικό δίκαιο σε δύο ζητήματα και αφετέρου τη γνώμη του ίδιου δικηγόρου για τα δύο αυτά ζητήματα (Τεκμήριο 15). Δεν έχει όντως αντεξεταστεί για τα θέματα αυτά και ούτε έχει από πλευράς Εναγομένης ζητηθεί η κλήτευση του κ. Γουβέτα για σκοπούς αντεξέτασης του στη βάση των προνοιών του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Όσον αφορά τα αναφερόμενα στη γνωμοδότηση περί των ισχυουσών προνοιών του ελληνικού δικαίου θα πρέπει να σημειωθεί πως με εξαίρεση την αρίθμηση μιας διάταξης, ταυτίζονται με τα αναφερόμενα από τον Μ.Υ.2 και τη δική του γνωμοδότηση (Τεκμήριο 18). Ως εκ τούτου γίνονται δεκτά τα όσα αναφέρουν οι δύο αυτοί νομικοί για τις ισχύουσες κατά τον επίδικο χρόνο πρόνοιες του ελληνικού δικαίου. Τα υπόλοιπα μέρη των δύο γνωμοδοτήσεων αφορούν ασφαλώς τη γνώμη του καθενός εξ αυτών, οι οποίες γνώμες και θα αξιολογηθούν σε καταλληλότερο σημείο στη βάση των σχετικών αρχών αξιολόγησης εμπειρογνωμόνων και αφού ληφθούν υπόψιν οι παράγοντες του άρθρου 27 του Κεφ.9, όπως επιτάσσει η νομολογία και στην περίπτωση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα (βλ. Μόνος ν. S. Xenides Trading Co Ltd
(2010)1(B) Α.Α.Δ.1002). Επί του παρόντος, προστίθεται μόνον πως εν σχέσει με το δικονομικό θέμα, δηλαδή κατά πόσον δύναται η Εναγόμενη να προβάλει αξίωση δικαστικώς και δη ανταπαιτητικώς, φαίνεται να διέλαθε την προσοχή του Μ.Ε. (και άλλων) ότι στην περίπτωση που ευσταθεί η αξίωση της Ενάγουσας (για επιστροφή των καταβληθέντων) έπεται πως δεν τίθεται ζήτημα ανταπαίτησης της Εναγομένης για το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς. Ως εκ τούτου και επειδή τα δικαστήρια δεν εξετάζουν ζητήματα επί ματαίω ή ακαδημαϊκά, το θέμα αυτό θα εξεταστεί μόνον στην περίπτωση που τούτο κριθεί αναγκαιο στα πλαίσια της ανταπαίτησης. Αντιθέτως, οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 ήταν και οι δύο πρόσωπα τα οποία είχαν προσωπική ανάμειξη και κατά συνέπεια γνώση αρκετών σχετικών γεγονότων της υπόθεσης, ήτοι ο μεν Μ.Υ.1 ως εκτελεστικός σύμβουλος της Εναγόμενης, ο δε Μ.Υ.3 ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας, (κατά την επίδικη περίοδο των ετών 2008 ως 2010 και οι δύο). Μάλιστα υπό τις ιδιότητες αυτές είχαν και συνεργασία μεταξύ τους αφενός λόγω των σχέσεων των δύο εταιρειών, ως μελών του ιδίου ομίλου και αφετέρου σε σχέση με την επίδικη αγορά μετοχών. Γενικά σχημάτισα και για τους δυο καλή εντύπωση και με εξαίρεση κάποια επιμέρους σημεία αποδέχομαι τα όσα περί γεγονότων ανέφεραν. Βέβαια θα πρέπει και για αυτούς να σημειωθεί αφενός ότι το πλείστο μέρος της μαρτυρίας τους έχει καλυφθεί επίσης από τα δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα και αφετέρου ότι δεν δεσμεύουν οι διάφορες απόψεις που τυχόν εξέφρασαν για νομικά ζητήματα. Εξετάζοντας ειδικότερα τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 θα πρέπει να σημειωθεί κατ' αρχάς πως η θέση τους ότι ο Μ.Υ.3 υπήρξε αξιωματούχος τόσο στην Ενάγουσα όσο και στην Εναγόμενη αλλά και στην Aspis Liv δεν έχει αμφισβητηθεί. Ειδικά σημειώνεται η θέση του Μ.Υ.3 πως ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο διετέλεσε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος τόσο της Ενάγουσας όσο και της Aspis Liv. Οι επόμενες αναντίλεκτες θέσεις του Μ.Υ.3 είναι αφενός πως ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας ημερο. 7.7.08 (Τεκμήριο 4) η Ενάγουσα παρέλαβε άμεσα τη διαχείριση της Aspis Liv και αφετέρου πως η ίδια η Ενάγουσα εξασφάλισε όντως από τη σουηδική αρχή FSA την άδεια ειδικής συμμετοχής στο κεφάλαιο της Aspis Liv, σε αντίθεση με την Εναγόμενη. Παρόμοια ήταν και η μαρτυρία του Μ.Υ.1 και για τα δύο αυτά θέματα, χωρίς μάλιστα να αμφισβητηθεί στη θέση του ότι η Ενάγουσα δεν είχε πρόβλημα με τη σουηδική αρχή, εξ ου και ως έχει προαναφερθεί πρόεδρος και πρώτος εκτελεστικός τόσο στην Ενάγουσα όσο και στην Aspis Liv ήταν το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή ο Μ.Υ.
- Η κυριότερη συνεισφορά, όμως, των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 στην παρούσα είναι ότι παρείχαν επαρκή και πειστική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίον ούτε η Ενάγουσα ούτε η Εναγόμενη είχαν (μετά τις 14.10.08 που η ΕΠ.Ε.Ι.Α. απέρριψε το αίτημα εξαγοράς της Aspis Liv), τερματίσει οποτεδήποτε την επίδικη συμφωνία ημερ. 7.7.
- Μάλιστα όχι μόνον δεν είχαν τερματίσει αλλά συμμετείχαν σε πληρωμή τρίτης δόσης στις 31.12.08, καθώς και σε τροποποιητική συμφωνία στις 7.1.09 (Τεκμήριο 8), με την οποία ρυθμίζουν τα υπόλοιπα σχετικά με τη συμφωνία. Ειδικότερα και άσχετα από τις απόψεις που εξέφρασαν, ότι δηλαδή η Ενάγουσα μπορούσε να έχει τις μετοχές ως περιουσιακά στοιχεία στα ενεργητικά της κεφάλαια, ο Μ.Υ.1 εξήγησε ότι οι ιθύνοντες της Ενάγουσας «.προτιμούσαν όμως να κατατεθεί ως αποθεματικό η συγκεκριμένη επένδυση και με δική τους προτροπή η συμφωνία συνέχισε να υφίσταται στην προσπάθεια τους να λύσουν τα θέματα που είχαν με την ΕΠ.Ε.Ι.Α.». Την ίδια ακριβώς θέση, με διαφορετικό λεκτικό, εξέφρασε και ο Μ.Υ.3, λέγοντας στη γραπτή δήλωση του (§17), ότι «.αναφορικά με τη μεταβίβαση των μετοχών, η οποία ήταν επιθυμία μας να συντελεστεί οπωσδήποτε σε κατοπινό στάδιο καθόσον προσπαθούσαμε με ενέργειες μας προς την ΕΠ.Ε.Ι.Α. να εξασφαλίσουμε την έγκριση εγγραφής των συγκεκριμένων μετοχών ως εγκεκριμένη επένδυση και ή για σκοπούς κάλυψης των πάσης φύσεως αποθεμάτων της Ενάγουσας.». Είναι λοιπόν σαφές πως σε κανένα στάδιο οι δύο εμπλεκόμενες εταιρείες, Ενάγουσα και Εναγόμενη, δεν διαφοροποίησαν τη στάση τους απέναντι στη συμφωνία, μετά τις 14.10.
- Όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, συνέχισαν να τη μεταχειρίζονται ως ισχύουσα, ελπίζοντας μάλιστα ότι θα έπειθαν την ΕΠ.Ε.Ι.Α. να μεταβάλει την απόφασή της και να εγκρίνει την απόκτηση της Aspis Liv για σκοπούς κάλυψης πάσης φύσεως αποθεματικών. Βέβαια, τόσο ο Μ.Υ.1 όσο και ο Μ.Υ.3 προέβαλαν και την άποψη πως, δεδομένου ότι η Ενάγουσα είχε εγκριθεί από την FSA, δικαιούτο να μεταβιβάσει επ' ονόματι της τις μετοχές έστω και αν δεν είχε την έγκριση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., δηλαδή ως απλό περιουσιακό στοιχείο. Ο δε Μ.Υ.3 προέβαλε και αυτή τη θέση λέγοντας στο Έγγραφο Δ (§16) ότι οι δύο εταιρείες είχαν συνεννοηθεί όπως η συμφωνία ολοκληρωθεί και όπως μεταβιβαστούν οι μετοχές επ' ονόματι της Ενάγουσας ανεξαρτήτως της απόρριψης του αιτήματος της από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. Ασφαλώς πέραν του ότι η γνώμη αυτή διαφέρει από τις προαναφερθείσες τοποθετήσεις τους, αυτή η θέση των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 δεν ήταν καθόλου πειστική και τούτο διότι, παρά τη θέση που εξέφρασαν, κανένας τους δεν έδωσε κάποιον λόγο ή κάποια εξήγηση ως προς το γιατί εν τέλει δεν έγινε η εγγραφή των μετοχών επ' ονόματι της Ενάγουσας. Με άλλα λόγια, εάν δεν υπήρχε πρόβλημα και δεδομένου μάλιστα ότι η Ενάγουσα είχε αναλάβει τη διοίκηση της Aspis Liv, για ποιον λόγο μέχρι τις 31.3.09 δεν προχώρησαν στη μεταβίβαση των μετοχών, έστω και ως απλό περιουσιακό στοιχείο, αλλά, αντιθέτως, άφησαν τη συγκεκριμένη ημερομηνία να παρέλθει άπρακτη. Το θέμα βέβαια αυτό συνδέεται γενικότερα με τις δύο γνωμοδοτήσεις των νομικών. Άπτεται δε της ουσίας της υπόθεσης και ως τέτοιο εξετάζεται, ως έχει λεχθεί, κατωτέρω. Δεν θεωρώ ότι η προσπάθεια τους αυτή, δηλαδή να ταυτιστούν με τη γνωμοδότηση του κ. Μιχόπουλου, επηρεάζει τη βασιμότητα των όσων υπό μορφή γεγονότων ανέφεραν. Ειδικότερα τώρα ως προς τα διαδραματισθέντα σημειώνεται ότι τα πρώτα δύο παραδεκτά γεγονότα από το Έγγραφο Α έχουν ως εξής: «1.Η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ελλάδα. Κατά την επίδικη περίοδο 2008 - 2009 διεξήγαγε ασφαλιστικές εργασίες και τελούσε υπό την εποπτεία της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης του Υπουργείου Οικονομικών της Ελλάδος. Το 2010 η Ενάγουσα τέθηκε υπό ασφαλιστική εκκαθάριση. 2.Η Εναγόμενη, Advantage Capital Holdings Plc, είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και τελεί από το 2013 υπό εκκαθάριση δυνάμει δικαστικού διατάγματος στην εταιρική αίτηση 973/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο Επίσημος Παραλήπτης έχει διοριστεί ως προσωρινός εκκαθαριστής της. Η Εναγόμενη είχε εγγραφεί στις 5.5.1997 με το όνομα C.L.J. Personal Financial Services Ltd, την 17.3.2000 άλλαξε το όνομά της σε Marketrends Financial Services Ltd, την 9.5.2005 άλλαξε το όνομά της σε MFS Holdings Public Ltd, την 5.2.2007 άλλαξε το όνομά της σε Aspis Holdings Public Company Ltd και την 23.12.2009 άλλαξε το όνομά της σε Advantage Capital Holdings Plc.» Τα επόμενα δύο παραδεκτά γεγονότα προκύπτουν από τη δικογραφική παραδοχή της Ενάγουσας σε σχέση με το τι προηγήθηκε της απόφασης της Εναγομένης να εξαγοράσει την Aspis Liv. Οι παραδεκτές παράγραφοι από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση έχουν ως εξής: «(5.1.) Στις 04/04/2007 οι Εναγόμενοι εξήγγειλαν με σχετική ανακοίνωση τους εις την Κύπρο την εξαγορά του 95% της σουηδικής εταιρείας Aspis Liv Forsakrings AB (από τούδε και στο εξής «η Aspis Liv») από τις εταιρείες Aspis Capital A.E., η οποία κατείχε ποσοστό 85,5% επί της Aspis Liv και της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α. Ε. Γ. Α., η οποία κατείχε ποσοστό 9,5% επί της Aspis Liv, έναντι της έκδοσης και παραχώρησης
- 000 νέων μετοχών της εταιρείας των Εναγομένων, προς έκαστη αξία μετοχής €2.00 και συνολικής αξίας €16.150.000,00σ. (5.2.) Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία η οποία διέπει τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων αποτελεί μέλος η Κύπρος, η Σουηδία και η Ελλάδα, για να αποκτήσει μία εταιρεία ποσοστό μεγαλύτερο του 10% σε ασφαλιστική εταιρεία χρειάζεται πρώτα την έγκριση της αρμόδιας κρατικής εποπτικής αρχής των ασφαλιστικών εταιρειών. Προς τούτο, οι Εναγόμενοι υπέβαλαν σχετική αίτηση εις τις εποπτικές αρχές (από τούδε και στο εξής «η FSA») της Σουηδίας προς τον σκοπό Ειδικής Συμμετοχής εις το κεφάλαιο της Aspis Liv.» Καθίσταται σαφές από τις πιο πάνω παραδεκτές παραγράφους ότι το αναφερόμενο πιο πάνω αίτημα της Εναγόμενης αποσκοπούσε στην εξασφάλιση έγκρισης για ειδική συμμετοχή σε ποσοστό 95%. Η εξέλιξη εν σχέσει με το συγκεκριμένο αίτημα καταγράφεται στο δικόγραφο της Εναγόμενης (§5.4) αλλά συνιστά επίσης και μέρος των παραδεκτών γεγονότων (§7, Έγγραφο Α). Η ουσία είναι πως το αίτημα αυτό είχε απορριφθεί από την αρμόδια FSA και είναι λόγω αυτής της απόρριψης που η Εναγόμενη στράφηκε προς την Ενάγουσα. Όπως αναφέρει ο Μ.Υ.1 στο Έγγραφο Γ (§8) η Εναγόμενη έλαβε την απόφαση της αυτή καθότι η Ενάγουσα ήταν μια μεγάλη ασφαλιστική στην Ε.Ε και είχε τα απαραίτητα εχέγγυα, οπότε το Δ.Σ της Εναγόμενης εκτίμησε ότι «η μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών επί του ποσοστού 95% της Aspis Liv θα εγκρινόταν μετά βεβαιότητας από την FSA Σουηδίας» προς την Ενάγουσα. Τα βασικά γεγονότα από όσα ακολούθησαν καλύπτονται κατ' ουσίαν από το υπόλοιπο μέρος των παραδεκτών γεγονότων του Εγγράφου Α τα οποία έχουν ως εξής: «
- Κατά ή περί την 7.7.2008 η Ενάγουσα συνήψε συμφωνία με την Εναγόμενη με την οποία συμφωνήθηκε η πώληση από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα 285.000 συνήθων μετοχών (″οι Μετοχές″) στο κεφάλαιο της Aspis LIV Forsakrings AB, από Σουηδία, έναντι ποσού €24.000.000 (είκοσι τέσσερα εκατομμύρια Ευρώ) («η Συμφωνία Πώλησης»).
- Σε σχέση με την Συμφωνία Πώλησης η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη το συνολικό ποσά €22.272.555,96 ως ακολούθως: (α) την 29.9.2008 το ποσό των €6.300.365, (β) την 30.9.2008 το ποσό των €9.222.900, και (γ) την 31.12.2008 το ποσό των €6.749.290,
- H Ενάγουσα, εκτός των €22.272.555,96, δεν κατέβαλε στην Εναγόμενη άλλο ποσά σε σχέση με την Συμφωνία Πώλησης.
- Την 14.10.2008 η Επιτροπή Εποτπείας Ιδιωτικής Ασφάλισης του Υπουργείου Οικονομικών της Ελλάδας, αρνήθηκε να εγκρίνει και δεν έγκρινε την αγορά των Μετοχών από την Ενάγουσα.
- Οι εποπτικές αρχές της Σουηδίας, που επόπτευαν την αναφερόμενη Aspis Liv Forsakrings ΑΒ, δεν επέτρεψαν την απόκτηση των μετοχών από την Εναγόμενη.
- Οι Μετοχές δεν μεταβιβάστηκαν και δεν εγγράφηκαν στο άνομα της Ενάγουσας.
- H Εναγόμενη δεν επέστρεψε ή κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσά των €22.272.555,96 ή οποιοδήποτε μέρος του.
- Με συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, η οποία καταγράφεται σε επιστολή ημερ. 24.9.2008, συμφωνήθηκε όπως η Εναγόμενη συμμετέχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας καταβάλλοντας €90.000.000 υπό όρους που καταγράφονται στην εν λόγω επιστολή.
- H Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη στις 29.9.2008 το ποσό των €12.500.129 που αναφέρεται ως προϋπόθεση
(1)στην προαναφερόμενη επιστολή ημερ. 24.9.
- Μέχρι την 30.9.2008 η Ενάγουσα επίσης κατέβαλε στην Εναγόμενη το ποσό των €15.000.000 που αναφέρεται στην παράγραφο 4(α) της Συμφωνίας Πώλησης, συμμόρφωση με την οποία αναφέρεται ως προϋπόθεση
(2)στην προαναφερόμενη επιστολή ημερ. 24.9.
- Επιπρόσθετα δε η ενάγουσα στις 31/12/2008 κατέβαλε προς εναγομένη το ποσό των €6.749.290,96σ.»
- Η Εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των €90.000.000 στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα έκδωσε στην Εναγόμενη αντίστοιχες μετοχές στο κεφάλαιο της. Ασφαλώς κατά την ακροαματική διαδικασία, ως έχει ήδη διαφανεί, συζητήθηκαν μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας και κάποια άλλα επιμέρους ζητήματα και γεγονότα επί των οποίων απαιτείται αξιολογική κρίση προς ολοκλήρωση της όλης εικόνας για τα διαδραματισθέντα. Τονίζεται κατ' αρχάς ότι εκ μέρους της Ενάγουσας τη συμφωνία, Τεκμήριο 4, είχε υπογράψει ο τότε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της, ο κ. Βιδάλης, ο οποίος κατά την ακρόαση κατέθεσε υπέρ της Εναγόμενης ως Μ.Υ.3, εν σχέσει με την οποία τότε ήταν μέλος του Δ.Σ της (εκπροσωπώντας τότε το ποσοστό της Ενάγουσας στην Εναγόμενη). Από το Τεκμήριο 11 συνάγεται πως η ΕΠ.Ε.Ι.Α στις 29.7.08 συνεδρίασε για διάφορα θέματα και μεταξύ αυτών και εν σχέσει με τον χρηματοοικονομικό έλεγχο που είχε γίνει στην Ενάγουσα. Διαπιστώνεται πως έλαβε υπόψη υποβληθείσες συνοπτικές οικονομικές καταστάσεις εταιρειών του ομίλου Aspis, μεταξύ των οποίων ήταν η Ενάγουσα, η Εναγόμενη και η Aspis Liv, την ετήσια έκθεση φερεγγυότητας της Ενάγουσας και την έκθεση χρηματοοικονομικού ελέγχου της ΕΠ.Ε.Ι.Α. Είχε διαπιστωθεί πως υπήρχε αρνητικό διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας (κατά €‑77.591.140). Συνεπεία των πιο πάνω η ΕΠ.Ε.Ι.Α: · Απαγόρευσε την ελεύθερη διάθεση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων (των διατεθειμένων σε ασφαλιστική τοποθέτηση και μη) των τριών ασφαλιστικών εταιρειών του Ομίλου, ήτοι της Ενάγουσας, της Ασπίς Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α και της Ασπίς Πρόνοια Α.Ε.Α.Ζ. · Κάλεσε την Ενάγουσα να υποβάλει σχέδιο βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης για ποσό €88.662.054 τουλάχιστον και σχέδιο οικονομικής ανασυγκρότησης για €22.141.829 τουλάχιστον, μέχρι τις 15.9.
- · Διέταξε όπως οι τρεις πιο πάνω ασφαλιστικές μη διενεργούν ασφαλίσεις σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. Η πιο πάνω γενική απαγόρευση διάθεσης περιουσίας είναι αυτή στην οποία είχε αναφερθεί και ο Μ.Υ.3 κατά την προφορική του μαρτυρία, παρότι αναφερόταν σε ημερομηνία 30.7.
- Είναι προφανές πως μέσω της προαναφερθείσας (στα παραδεκτά γεγονότα) συμμετοχής της στην αύξηση κεφαλαίου με €90.000.000 η Εναγόμενη εκπλήρωσε τον όρο της βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης της Ενάγουσας. Προς τούτο η Εναγόμενη είχε λάβει την έγκριση της ΕΠ.Ε.Ι.Α ημερ.23.9.08, Τεκμήριο
- Την επόμενη ημέρα η Ενάγουσα με την Εναγόμενη υπέγραψαν και την αναφερθείσα στα παραδεκτά επιστολή, Τεκμήριο 6, με τους σχετικούς όρους, τους οποίους είχε θέσει η Εναγόμενη και απεδέχθη η Ενάγουσα, ως εξής: 1) Η Ενάγουσα θα εξοφλούσε ποσό €12.500.129 το οποίο χρωστούσε στην Εναγόμενη (Κατεβλήθη στις 29.9.08-Παραδεκτά §11). 2) Η Ενάγουσα θα εφήρμοζε τον όρο 4 (α) της συμφωνίας ημερ. 7.7.08, (ο οποίος προνοούσε την καταβολή του ποσού των €15.000.000 για τις μετοχές της Aspis Liv, μέχρι τις 30.9.08). Ας σημειωθεί όμως πως παράλληλα με την έγκριση συμμετοχής της Εναγόμενης, στην αύξηση κεφαλαίου η ΕΠ.Ε.Ι.Α έθεσε στην Ενάγουσα και περιορισμό ενδοομιλικής συμμετοχής. Όπως η ίδια η Επιτροπή καταγράφει στο Τεκμήριο 5 την εν λόγω απόφαση της (σ.2): «
- Την υπ' αρ. 2/129/23-9-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α. με την οποία έγινε αποδεκτό αίτημα της Κυπριακής εισηγμένης εταιρείας ASPIS HOLDING PUBLIC COMPANY LTD προκειμένου να αποκτήσει ειδική συμμετοχή στην Εταιρεία, επιβλήθηκε δε στην Εταιρεία περιορισμός, ποσοστού 3% κατ' ανώτατο όριο, για όλες τις άμεσες και έμμεσες συμμετοχές της σε εταιρείες του ομίλου της.» Στην κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας Σεπτεμβρίου του 2008, Τεκμήριο 17, εντοπίζονται την ίδια μέρα, ήτοι στις 29.9.08 αφενός μια πίστωση ύψους €12.550.000 ως μεταφορά από την Εναγόμενη για την αύξηση κεφαλαίου και αφετέρου μια χρέωση ύψους €12.500.694 ως πληρωμή στην Εναγόμενη, η οποία λογικά αφορά την εξόφληση της προαναφερθείσας στο Τεκμήριο 6 οφειλής (των €12.500.129) ως προκύπτει και από παραδεκτό γεγονός. Περαιτέρω, βάσει του Εγγράφου Α, είναι παραδεκτό ότι επίσης στις 29.9.08 η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €6.300.365 για την αγορά των επίδικων μετοχών ενώ την επόμενη, 30.9.08, κατέβαλε ακόμα €9.222.900 για τον ίδιο σκοπό υπερκαλύπτοντας έτσι το ποσό των €15.000.000 που έπρεπε να καταβληθεί μέχρι τις 30.9.
- Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 30.9.08, η ΕΠ.Ε.Ι.Α απαγόρευσε την ελεύθερη διάθεση του συνολικού ποσού της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι δέσμευσε το ποσό των €90.012.500, ως προκύπτει από το Δελτίο Τύπου, Τεκμήριο
- Όπως είναι επίσης παραδεκτό ήταν η Εναγόμενη που κατέβαλε το ποσό των € 90.000.000 για την αύξηση κεφαλαίου και έλαβε τις αντίστοιχες μετοχές. Το ουσιώδες είναι πως από αυτή τη στιγμή η Εναγόμενη κατέστη η μεγαλομέτοχος της Ενάγουσας, δηλαδή ήταν η ίδια πλέον η μητρική εταιρεία. Από το Τεκμήριο 5 προκύπτει πως η ΕΠ.Ε.Ι.Α ασχολήθηκε ξανά με το ζήτημα της Ενάγουσας σε συνεδρίαση της ημερομηνίας 14.10.
- Τα προς συζήτηση θέματα ήταν η αναθεώρηση των συμπερασμάτων μετά από παρατηρήσεις και ενστάσεις της Ενάγουσας, το αίτημα της για αποδέσμευση κάποιου ποσού (€2.511.541), καθώς και η ενημέρωση για την πορεία της αύξησης κεφαλαίου και το αίτημα για μεταφορά κάποιου άλλου ποσού από την Κύπρο στην Ελλάδα ( €55.000.000). Η ΕΠ.Ε.Ι.Α έλαβε υπόψιν της όλες τις παλαιότερες αποφάσεις της, τις σχετικές εκθέσεις, τις επιστολές τραπεζών και τις επιστολές της Ενάγουσας. Μεταξύ των όσων έλαβε υπόψιν ήταν και το ότι βάσει της παλαιότερης απόφασης της ημερ. 23.9.08 είχε επιβάλει στην Ενάγουσα περιορισμό ποσοστού 3% κατ' ανώτατο όριο για ενδοομιλική συμμετοχή (σ.2, σημ.3), καθώς και το ότι βάσει επιστολής της Ενάγουσας ημερ. 6.10.08 εκ του ποσού της αύξησης κεφαλαίου το ποσό των €6.200.000 είχε ήδη διατεθεί για την προκαταβολή του τιμήματος για την αγορά του 95% του κεφαλαίου της Aspis Liv (σ.3, σημ. 6). Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία η ΕΠ.Ε.Ι.Α. στις 14.10.08 κατέληξε στο Τεκμήριο 5 (σ.4) λέγοντας ότι: «1.Αναπροσδιορίζει τα αναφερόμενα στην υπ. αρ. 2/125/29-7-2008 απόφαση του ΔΣ της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ποσά, που αφορούν την Εταιρεία ως εξής: η αρνητική καθαρή θέση της Εταιρείας για την οικονομική χρήση του 2007 ανέρχεται, με ημερομηνία υπολογισμού την 13-10-2008, δηλαδή συνολικά το διαπιστωθέν κεφαλαιακό άνοιγμα της Εταιρείας αναπροσδιορίζεται στο ποσό των Ευρώ 93.839.975,
- .................................. Χορηγεί στην Εταιρεία προθεσμία έως την 15-11-2008 για την ολοσχερή κάλυψη και καταβολή του εναπομείναντος, πλέον του ήδη καλυφθέντος ποσού των Ευρώ 90.012.509,67, κεφαλαιακού της ανοίγματος εκ ποσού Ευρώ 3.839.975,11 με ισόποση αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ή με ισόποση καταβολή στο λογαριασμό ............................ 2.Δεν εγκρίνει την Εξαγορά της ASPIS LIV από την Εταιρεία, δοθέντος ότι: α) η Εταιρεία τελεί σε καθεστώς οικονομικής ανασυγκρότησης και χρηματοοικονομικής ανάκαμψης, β) δεν έχει υποβληθεί στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. σχετικό αίτημά της, ούτε έγκριση της εν λόγω Εξαγοράς από την αρμόδια εποπτική αρχή της Σουηδίας και γ) με την Εξαγορά αυτή η Εταιρεία παραβιάζει τον διά της υπ' αρ. 2/129/23-9-2008 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α. περιορισμό ανώτατου ποσοστού άμεσης ή έμμεσης ενδοομιλικής συμμετοχής (ποσοστό 3%). Κατόπιν τούτου, η Εταιρεία υποχρεούται να υποβάλλει (sic) έως την 15-12-2008 στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. βεβαίωση της ASPIS BANK περί επανακατάθεσης στο δεσμευμένο λογαριασμό 101 ...... του Ποσού της Αύξησης των Ευρώ 6.200.000.» (έμφαση δοθείσα) Ουσιαστικά η ΕΠ.Ε.Ι.Α ζήτησε ακόμα €3.839.975 προς κάλυψη κεφαλαιακού ανοίγματος αλλά το πιο ουσιώδες είναι πως δεν ενέκρινε την εξαγορά της Aspis Liv υπό της Ενάγουσας για τους λόγους που κατέγραψε ως ανωτέρω, ζητώντας μάλιστα και επανακατάθεση του ποσού των €6.200.000 (το οποίο λογικά αντιστοιχεί στην πρώτη δόση την οποία η Ενάγουσα είχε ήδη καταβάλει στις 29.9.08) από χρήματα της αύξησης κεφαλαίου. Μετά την ως άνω απόφαση, η Ενάγουσα στις 31.12.08 προέβη και σε τρίτη πληρωμή προς την Εναγόμενη καταβάλλοντας το ποσό των €6.749.290,
- Με αυτή την πληρωμή το σύνολο που είχε καταβάλει συμποσούτο όντως σε €22.272.555,96 και απέμενε υπόλοιπο οφειλόμενο ύψους €1.727.809,
- Ακολούθησε και η συμφωνία ημερ. 7.1.09, Τεκμήριο 8, μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης διά της οποίας επιβεβαίωσαν ότι είχαν καταβληθεί τα πιο πάνω ποσά, το ότι η αρχική συμφωνία "υπάρχει και λειτουργεί", ότι το υπόλοιπο θα κατεβάλλετο κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης (31.3.09) και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι όροι της αρχικής συμφωνίας. Την τροποποιητική αυτή συμφωνία υπέγραψαν εκ μέρους των διαδίκων εταιρειών οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
- Στην ετήσια έκθεση της Εναγόμενης για το 2008, Τεκμήριο 9, από την πρώτη σελίδα, με την ομιλία του προέδρου του Δ.Σ. (κ. Ψωμιάδη) γίνεται αναφορά στη μεταφορά της θυγατρικής Aspis Liv στις διαθέσιμες προς πώληση επενδύσεις και στο ότι από 1.10.08 τα (οικονομικά) αποτελέσματα της έπαυσαν να ενοποιούνται στους λογαριασμούς εταιρειών του συγκροτήματος, κάτι το οποίο επαναλαμβάνεται και στην έκθεση του Δ.Σ. (σ. 23), καθώς και στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων (σ. 75), όπως υπέδειξε και ο Μ.Υ.1, ο οποίος επίσης το είχε αναφέρει στη δική του ομιλία (σ. 3). Αξίζει να παρατεθεί αυτούσιο το απόσπασμα από τις σημειώσεις στις οικονομικές καταστάσεις του Τεκμηρίου 9 (σ. 75) τα οποίο έχει ως εξής: «
- ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΣΤΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΕΣ ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας αποφάσισε όπως προχωρήσει στην πώληση της εξαρτημένης εταιρείας Aspis Liv Forsakrings AB, λόγω της μη έγκρισης της συμμετοχής της από τις Σουηδικές εποπτικές αρχές. Έχει υπογραφεί συμφωνία πώλησης της επένδυσης στην συνδεδεμένη εταιρεία Commercial Value AAE, και η συμφωνία θα ολοκληρωθεί με την έγκριση της από τις Σουηδικές εποπτικές αρχές. Μετά την εξέλιξη αυτή, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε την μεταφορά της επένδυσης αυτής στις «επενδύσεις διαθέσιμες προς πώληση». Επιβεβαιώνεται από το πιο πάνω απόσπασμα αυτό το οποίο η Εναγόμενη είχε αναφέρει στην Υπεράσπιση της (§5.4), ήτοι ότι πρώτα απερρίφθη η δική της συμμετοχή στην Aspis Liv και ακολούθως αποφάσισε την πώληση, καθώς και αυτό που ανάφερε ο Μ.Υ.1 ότι όταν πλέον εισέπραξαν στις 30.9.08 χρήματα για την πώληση τότε αφαίρεσαν την Aspis Liv από τις ενοποιημένες καταστάσεις, αναφέροντας την ως επένδυση προς πώληση. Από τις μη ελεγμένες ενδιάμεσες καταστάσεις της Εναγομένης για την πρώτη εννιαμηνία του 2009 ήτοι το Τεκμήριο 7 διαπιστώνεται ότι: α) Μέχρι τις 19.9.09 ούτε τα αποτελέσματα της εξαρτημένης Ενάγουσας είχαν ακόμα ενοποιηθεί στο συγκρότημα καθότι ο κ. Ψωμιάδης δεν είχε μέχρι τότε μεταβιβάσει τις μετοχές πλην όμως με κάποια μεταβίβαση που έγινε εκείνη τη μέρα το ποσοστό της Εναγόμενης στην Ενάγουσα είχε ανέλθει σε 50,09% οπότε ως συνδεδεμένη θα ενοποιείτο πλέον πλήρως από 1.10.09 (σ. 4) β) Ότι στις 22.9.09 η ΕΠ.Ε.Ι.Α είχε ανακαλέσει τις άδειες λειτουργίας των δύο συγγενικών εταιρειών Ασπίς Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α και Ασπίς Πρόνοια Α.Ε.Α.Ζ οι οποίες κατείχαν το 19,4% του κεφαλαίου της Εναγόμενης. γ) Ότι το Δ.Σ. της Εναγόμενης είχε αποφασίσει τη σύγκληση έκτακτης Γ.Σ. για τις 8.12.09 προς μείωση κεφαλαίου διά της ακύρωσης μετοχών μεταξύ των οποίων ήταν και οι: "8.075.000 μετοχές οι οποίες εκδόθηκαν προς όφελος της Aspis Capital και της Ασπίς Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α, για την αγορά της Aspis Liv Forsakrings (Σουηδία), διότι δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της τελευταίας στην εταιρεία" (δηλαδή στην Εναγόμενη). Έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση κατά το
- Προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε. πως αυτό έγινε στις 25.2.10 με σχετική απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. Πρόκειται για την απόφαση που είχε παρουσιαστεί ως Τεκμήριο 14, από την οποία προκύπτει ότι η ΕΠ.Ε.Ι.Α ανακάλεσε οριστικά την άδεια λειτουργίας της Ενάγουσας, (για όλους τους κλάδους ασφάλισης) και χαρακτήρισε ως ασφαλιστική τοποθέτηση όλη την περιουσία της, την οποία και δέσμευσε θέτοντας την εταιρεία σε εκκαθάριση (εξαιρουμένου του χαρτοφυλακίου ζωής). Για να καταλήξει στην απόφαση της, Τεκμήριο 14, η ΕΠ.Ε.Ι.Α έλαβε υπόψιν μεταξύ άλλων:
- Ότι στις 29.7.08 είχε απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση όλης της περιουσίας
- Ότι στις 14.10.08 και 8.12.08 αφενός είχαν τεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση περιουσιακά στοιχεία και αφετέρου είχε αρθεί μερικώς η απαγόρευση ελεύθερης διάθεσης (για συγκεκριμένο ποσό).
- Ότι στις 31.3.09 αφενός είχε επιβληθεί πρόστιμο €500.000 στην Ενάγουσα για παραβατικές της ενέργειες και αφετέρου αποφασίστηκε η ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελέα για πιθανή τέλεση αξιόποινων πράξεων
- Ότι στις 21.5.09 είχε εγκριθεί η ελεύθερη διάθεση όλης της περιουσίας
- Ότι στις 4.6.09 ενημερώθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Κύπρου και ο Εισαγγελέας της Πλημμελειοδικών Αθηνών για πιθανή τέλεση αξιόποινων πράξεων. Απομένει προς εξέταση το ερώτημα το οποίο και οι δύο πλευρές έθεσαν προς γνωμοδότηση, η μεν Ενάγουσα στον δικηγόρο παρ' Αρείω Πάγω κ. Γουβέτα, η δε Εναγόμενη στον δικηγόρο και τέως αναπληρωτή καθηγητή κ. Μιχόπουλο (Μ.Υ.2). Το βασικό αυτό ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσον θα ήταν νόμιμο για την Ενάγουσα (όπως το θέτει ο κ. Γουβέτας) ή στο κατά πόσον μπορούσε η Ενάγουσα (όπως το θέτει ο κ. Μιχόπουλος) να αποκτήσει τις μετοχές της Aspis Liv εν όψει της μη έγκρισης της εξαγοράς από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. και χωρίς την προηγούμενη έγκριση της. Το ερώτημα εξετάζεται με βάση το ισχύον κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ελληνικό δίκαιο και τούτο μόνον επειδή κατά την άποψη των διαδίκων φέρεται να έχει σχέση με τη δυνατότητα ή μη υλοποίησης της σύμβασης μεταξύ τους. Είναι προφανές πως και οι δύο πιο πάνω νομικοί κλήθηκαν να παραθέσουν τη γνώμη τους, λόγω της ιδιότητάς τους και ως τέτοιοι θα πρέπει να κριθούν ως ειδικοί ή εμπειρογνώμονες για το θέμα επί του οποίου έχουν γνωμοδοτήσει. Εν όψει αυτού, δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της Ενάγουσας ότι έχει ιδιαίτερη σημασία το ότι δεν αντεξετάστηκε ο Μ.Ε., ο οποίος είχε προσκομίσει τη γνωμοδότηση του κ. Γουβέτα, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπ' όψιν ότι έχει παρουσιαστεί αντίθετη γνωμοδότηση από πλευράς της Εναγόμενης. Άλλωστε, εκτός από μία υποβολή ότι είναι εσφαλμένη η γνωμοδότηση του κ. Μιχόπουλου, δεν υπήρξαν οποιεσδήποτε ερωτήσεις για το σκέλος αυτό της γνωμοδότησης του. Θεωρώ πως θα πρέπει και οι δύο να τύχουν εξέτασης βάσει των σχετικών αρχών. Οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είναι πολύ καλά γνωστές και δεν θεωρώ ότι απαιτείται εξαντλητική παράθεσή τους. Αρκεί να λεχθεί πως όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.832 για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα αποδειχθέντα ενώπιόν του γεγονότα, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2298). Το διαφοροποιητικό στοιχείο σε σχέση με άλλους, συνήθεις μάρτυρες, είναι πως οι εμπειρογνώμονες δύνανται να αναφέρουν τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από γεγονότα και περαιτέρω, τη γνώμη τους, για θέματα όμως τα οποία άπτονται της ειδικότητας ή της εμπειρίας τους (βλ. "Το Δίκαιο της Απόδειξης", Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ.573). Αυτό όμως σε καμμιά περίπτωση δεν αποδυναμώνει την υποχρέωση στοιχειοθέτησης των γεγονότων επί των οποίων ο κάθε εμπειρογνώμονας στηρίζεται, του υποβάθρου δηλαδή στο οποίο βασίζει τα συμπεράσματά του. Εάν ο εμπειρογνώμονας αντλεί τη γνώση του όχι από διαπιστώσεις στις οποίες καταλήγει μετά από δική του έρευνα αλλά από πληροφόρηση την οποία του έδωσαν άλλοι, τότε είναι πιθανόν να μην είναι στέρεη η δική του γνώμη και να απορριφθεί (Παύλου ν. Ανδρέου
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.693). Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι κανενός από τους δύο πιο πάνω νομικούς δεν αμφισβητήθηκαν είτε τα ακαδημαϊκά προσόντα είτε η εμπειρία του στα θέματα του ελληνικού δικαίου. Ειδικότερα σε σχέση με την γνωμοδότηση του κ. Γουβέτα και στη βάση της προαναφερθείσας υπόθεσης Μόνος κ.ά. (ανωτέρω), κατά την αξιολόγηση της λαμβάνεται υπόψιν το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες δύναται εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα εν σχέσει με την αποδεικτική της αξία και ειδικότερα με βάση το Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, λαμβάνονται υπόψιν επίσης: α) Ότι δεν προέκυψε να υπάρχει οποιαδήποτε δυσκολία στο να κλητεύετο ο ίδιος, ο κ. Γουβέτας ως μάρτυρας στη διαδικασία. Αυτό φαίνεται να ήταν επιλογή της Ενάγουσας αν και σημειώνεται πως όντως η Εναγόμενη δεν προέβαλε οποιαδήποτε ένσταση στην προσκόμιση της γνωμοδότησης κάποιου άλλου μάρτυρα και ούτε ζήτησε την αντεξέταση του κ. Γουβέτα στο ενδεδειγμένο στάδιο. β) Η γνωμοδότηση φέρει ημερομηνία 7.10.21 και εκ της φύσεως της αναφέρεται σε αρκετά παλαιότερα γεγονότα πλην όμως πρόκειται για γεγονότα, τα οποία συνιστούν κοινό υπόβαθρο μεταξύ των δύο πλευρών και εν πάση περιπτώσει, η ουσία της γνωμοδότησης αφορά νομικό θέμα. γ) Η γνωμοδότηση προσήχθη από πρόσωπο, το οποίο την παρέλαβε γραπτώς από τον ίδιο τον κ. Γουβέτα και δεν υπερβαίνει τον πρώτο βαθμό εξ ακοής μαρτυρίας. δ) Ο κ. Γουβέτας έδωσε τη γνωμοδότηση υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος και δεν υπάρχει καμμιά ένδειξη ή στοιχείο ότι είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή παραποιήσει οποιοδήποτε γεγονός τυχόν έχει παρατεθεί σε αυτή. ε) Η γνωμοδότηση έχει προσκομιστεί γραπτώς και συνεπώς αποτυπώνει επ' ακριβώς την άποψη του κ. Γουβέτα. στ) Η γνωμοδότηση δόθηκε μετά που ζητήθηκε από τους εκκαθαριστές της Ενάγουσας η άποψη του κ. Γουβέτα. ζ) Η γνωμοδότηση δεν διαφέρει καθόλου από την αρχική δήλωση, δεδομένου ότι παρουσιάστηκε γραπτώς η άποψη του κ. Γουβέτα . η) Υπό τις περιστάσεις που έχει προσαχθεί δεν υφίσταται οποιοδήποτε πρόβλημα ή δυσκολία στην ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας αυτής. Στη γνωμοδότησή του ο κ. Γουβέτας, παραθέτοντας τα Άρθρα 2,9 και 17γ του ΝΔ 400/1970, καθώς και το Άρθρο 1 του ΠΔ 20/2006 επισημαίνει ότι το Υπουργείο Εμπορίου και αργότερα η ΕΠ.Ε.Ι.Α, στα πλαίσια του καθήκοντος εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, είχε την εξουσία να περιορίσει ή απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων τέτοιας επιχείρησης, να ελέγχει την τήρηση των διατάξεων περί περιθωρίου φερεγγυότητας, τεχνικών αποθεμάτων και να αξιολογεί την οικονομική κατάσταση. Λαμβάνοντας αυτά υπόψιν και με δεδομένη την απόφαση της Ε.Π.Ε.Ι.Α ημερομηνίας 14.10.08, ο ίδιος έχει τη γνώμη πώς το να αποκτούσε τις επίμαχες μετοχές η Ενάγουσα θα ήταν παράνομο. Είναι δηλαδή προφανές πως ο κ. Γουβέτας στηρίζεται, για την ως άνω κατάληξη του, μόνο στην προηγηθείσα απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α και θεωρεί ότι η ύπαρξη και μόνον τέτοιας απόφασης καθιστούσε παράνομη την απόκτηση των μετοχών. Από δικής του πλευράς, ο κ. Μιχόπουλος (Μ.Υ.2) θέτει επίσης ως αφετηρία την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 400/70, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι η παρατεθείσα ως τέτοια από τον κ. Γουβέτα είναι στην πραγματικότητα η παράγραφος 1 του άρθρου 6 (και όχι του άρθρου 2). Είναι δε γεγονός πως η παράγραφος, την οποία παραθέτει ο κ. Γουβέτας δεν αφορά τη συμμετοχή ασφαλιστικής εταιρείας σε εξαγορά άλλης ευρωπαϊκής εταιρείας, αλλά την ίδρυση υποκαταστήματος ή το καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες. Σημειώνεται πως δεν έχει ούτως ή άλλως αντικρουστεί ο κ. Μιχόπουλος, (στην ως άνω αναφορά του), ο οποίος και παρέθεσε την ορθή §1 του άρθρου 2 του Ν.Δ 400/70 ως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο ως εξής: «Ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, προς εκπλήρωση του σκοπού τους, να ιδρύουν ανώνυμες εταιρείες και να συμμετέχουν σε όμοιες εταιρείες, έστω και αν δεν έχουν ως αντικείμενο ασφαλιστικές εργασίες. Για συμμετοχή ασφαλιστικής επιχείρησης που φτάνει το 10% και πλέον στο εγγεγραμμένο μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης, απαιτείται έγκριση του Υπουργού Ανάπτυξης. Επίσης απαιτείται έγκριση του Υπουργού Ανάπτυξης για την επαύξηση συμμετοχής, πέραν του ποσοστού που έχει εγκριθεί με την τελευταία έγκριση του, κατά ποσοστό που φτάνει σωρευτικά το 3%. Οι ανωτέρω εγκρίσεις δίδονται εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση αναφέρει τα κεφάλαια που θα διαθέσει για τον σκοπό αυτό, καλύπτει πλήρως τις υποχρεώσεις της περί περιθωρίου φερεγγυότητας, προσαρμοσμένης φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου και ασφαλιστικής τοποθέτησης. Οι ανωτέρω διαδικασίες ισχύουν και όταν η κατοχή στο εγγεγραμμένο μετοχικό κεφάλαιο μιας επιχείρησης φθάνει ή υπερβαίνει το 10% των ιδίων κεφαλαίων της ασφαλιστικής επιχείρησης.» Το ουσιώδες είναι ότι, στη βάση των πιο πάνω προνοιών και ο κ. Μιχόπουλος συμφωνεί ότι «. για κάθε είδους συμμετοχή ασφαλιστικής εταιρείας που εδρεύει στην Ελλάδα, είτε πρόκειται η συμμετοχή αυτή να γίνει σε χώρα της Ε.Ε ή του Ε.Ο.Χ απαιτείται η άδεια της εποπτεύουσας Αρχής». Οι δύο εμπειρογνώμονες δεν έχουν οποιαδήποτε διαφωνία επ' αυτού του θέματος. Η πρώτη διαφορά του κ. Μιχόπουλου είναι ότι προχωρεί - ως μη ώφειλε - να εξετάσει την ίδια την εξουσία της ΕΠ.Ε.Ι.Α, διερευνώντας κατά πόσον η έγκριση της (άδεια) είναι υποχρεωτική για την εποπτεύουσα Αρχή ή δυνητική. Μάλιστα καταλήγει ότι επειδή δεν αναγράφεται στον νόμο η λέξη «δύναται» έπεται a contrario ότι μια τέτοια έγκριση είναι δεσμευτική υποχρέωση της εποπτεύουσας Αρχής εάν η αγοράστρια πληροί της προϋποθέσεις τις οποίες απαιτεί η νομοθεσία για μια τέτοια εξαγορά. Προσθέτει ο κ. Μιχόπουλος ότι, εάν πληρούντο οι προϋποθέσεις και δεν είχε δοθεί η έγκριση, τότε μια τέτοια απόφαση θα έπασχε και θα ήταν ακυρώσιμη από το Διοικητικό Δικαστήριο. Μετά από μια παρένθεση και παραπομπή στον ιδρυτικό της ΕΠ.Ε.Ι.Α νόμο υπ' αριθμόν 3328/04 (βάσει του οποίου τώρα αμφισβητεί ακόμα και την αρμοδιότητα της εν λόγω επιτροπής να εγκρίνει εξαγορά) ο κ. Μιχόπουλος, επαναλαμβάνει τη θέση του ότι τα περί εξαγορών ρυθμίζονται από το Άρθρο 2 του Ν.400/
- Προχωρεί όμως θέτοντας επιπλέον ζητήματα, ως εξής: · Πρώτον, ότι επειδή η λειτουργία της ΕΠ.Ε.Ι.Α άρχισε τον Ιανουάριο του 2008 έπεται πως κατά τον Απρίλιο του 2008 που υπεγράφη η συμφωνία εξαγοράς (της Aspis Liv) η ΕΠ.Ε.Ι.Α δεν είχε ακόμα ασχοληθεί με κανέναν έλεγχο σε καμμιά ασφαλιστική και άρα δεν ισχύει αυτό που αναφέρεται ότι η Ενάγουσα τελούσε σε οικονομική ανασυγκρότηση. · Δεύτερον, ότι η απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α ως αρνητική, έπρεπε να είναι πλήρως αιτιολογημένη. · Τρίτον, ότι δεν ισχύει αυτό που αναφέρει η ΕΠ.Ε.Ι.Α ότι δεν είχε υποβληθεί αίτηση της Ενάγουσας προς έγκριση της εξαγοράς. · Τέταρτο, ότι δεν ισχύει αυτό που αναφέρει η ΕΠ.Ε.Ι.Α πως δήθεν η Ενάγουσα δεν τήρησε την απόφασή (της ΕΠ.Ε.Ι.Α) ημερομηνίας 23.9.08, αφού είναι παράλογο να γίνεται λόγος για μη τήρηση απόφασης του ελεγκτικού οργάνου, η οποία ελήφθη πέντε μήνες μετά τη συμφωνία. Σε σχέση με το πρώτο, καθώς και με το τέταρτο σημείο, θα πρέπει να υποδειχθεί πως ο κ. Μιχόπουλος σφάλλει όταν αναφέρει ότι η συμφωνία εξαγοράς υπεγράφη «κατά τον Απρίλιο του 2008». Εάν με αυτό αναφέρεται στην αρχική απόφαση της Εναγόμενης να αγοράσει τις μετοχές, η ορθή ημερομηνία είναι Απρίλιος του 2007 (και όχι Απρίλιος του 2008) και ίσως αυτό το σφάλμα να οδήγησε στη διατύπωση του πιο πάνω επιχειρήματος. Η επίδικη για την παρούσα αγωγή συμφωνία υπεγράφη στις 7.7.08 και η απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α ημερομηνίας 23.9.08 πρώτον είχε ληφθεί αρκετούς μήνες μετά την ίδρυση της ΕΠ.Ε.Ι.Α και δεύτερον, σαφώς αυτή προηγήθηκε των όποιων πληρωμών της Ενάγουσας (αρχομένων στις 29.9.08) ενώ το ότι ευρίσκετο σε κατάσταση οικονομικής ανασυγκρότησης είναι εμφανές από το ιστορικό και την αύξηση κεφαλαίου στην οποία συμμετείχε και η Εναγόμενη. Όλα τα υπόλοιπα, παρατεθέντα μέχρι στιγμής σημεία και επιχειρήματα του κ. Μιχόπουλου, είναι προφανές πως αφορούν ζητήματα διοικητικού δικαίου, τα οποία θα μπορούσαν να προβληθούν μόνον ενώπιον ενός αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου αφού η εξουσία του Υπουργού που ασκείται μέσω της ΕΠ.Ε.Ι.Α. είναι διοικητικής φύσης. Όπως και ο ίδιος ο Μ.Υ.2 εντίμως δέχθηκε κατά την προφορική μαρτυρία του κάτι τέτοιο δεν έγινε και σαφώς πλέον πρόκειται για έγκυρη (διοικητική) απόφαση (Πρακτικά, σ.41). Εννοείται βέβαια πως το παρόν αστικό Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία ή αρμοδιότητα να υπεισέλθει και εξετάσει τέτοια ζητήματα, π.χ. δέσμιας αρμοδιότητας, δέουσας αιτιολογίας, κ.λπ. Παρέχεται όμως η ευχέρεια να υποδειχθεί ότι είναι εξίσου σαφές και λογικό αυτό που ανέφερε ο κ. Μιχόπουλος πως «το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 2008 κλήθηκε η ΕΠ.Ε.Ι.Α να εγκρίνει την αγορά των μετοχών της Aspis Liv». Η ως άνω θέση του κ. Μιχόπουλου σε συνδυασμό με περαιτέρω επεξηγήσεις του, καθώς και με τα αναφερθέντα από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 απαντούν και στο επίμαχο ερώτημα για την αναγκαιότητα έγκρισης ή όχι. Ειδικότερα, ερωτώμενος για τη γνωμοδότηση του κ. Γουβέτα, απάντησε ως εξής ο κ. Μιχόπουλος: «Ε: Να διευκρινίσω, έχετε υπ' όψιν σας τη γνωμοδότησή του, είναι το Τεκμήριο 15; Α: Ναι, βεβαίως. Η ασφαλιστική εταιρεία όταν πρόκειται να χρησιμοποιήσει κάθε είδους δεσμευμένη περιουσία της για τα παντός είδους αποθέματα της που λογοδοτεί στην προϊσταμένη αρχή, που στην Ελλάδα ήταν η ΕΠ.Ε.Ι.Α είναι υποχρεωμένη να ζητήσει άδεια προκειμένου να χρησιμοποιήσει δεσμευμένη περιουσία της, για απόκτηση κάποιου άλλου περιουσιακού στοιχείου. Από τη στιγμή όμως ρευστότητάς της, της επιτρέπει από την ελεύθερη περιουσία της να συμμετέχει σε αγορά, σε εξαγορά άλλης εταιρείας είτε ασφαλιστικής είτε εμπορικής, δεν απαιτείται, δεν είναι υποχρεωτική η προηγούμενη έγκριση. Πότε θα απαιτηθεί η έγκριση; Αν μετά την απόκτηση του ασφαλιστικού περιουσιακού αυτού στοιχείου, η εταιρεία ζητήσει από την εποπτεύουσα αρχή αυτό το καινούργιο περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε να χρησιμοποιηθεί για κάποιο από τα αποθεματικά που της υποβάλλει ο νόμος. Σαφώς, τότε είναι στην αρμοδιότητά της ΕΠ.Ε.Ι.Α να της εγκρίνει ή όχι αυτό το στοιχείο το καινούργιο που είχε αγοράσει.» (έμφαση δοθείσα) Στην παρούσα περίπτωση, προέκυψε ήδη από τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 ότι η Ενάγουσα υποχρεούτο να εξασφαλίσει από τις Ελληνικές Αρχές την άδεια να χρησιμοποιηθεί η επένδυση της και ως ασφαλιστική τοποθέτηση. Το ότι υπεβλήθη σχετικό αίτημα προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία του Μ.Υ.3, ο οποίος αναφέρεται σε αυτό στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Δ (§9) και στην απόρριψη του από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. Η υποβολή όμως αιτήματος συνάδει ακριβώς με τα λεχθέντα υπό του κ. Μιχόπουλου ότι όταν η ασφαλιστική πρόκειται να χρησιμοποιήσει δεσμευμένη περιουσία της για τα αποθέματα της (για τα οποία λογοδοτεί στην ΕΠ.Ε.Ι.Α) είναι υποχρεωμένη να ζητήσει την άδεια της για τη χρήση τέτοιας περιουσίας. Δηλαδή αυτό που έπραξε εδώ η Ενάγουσα. Βασικά δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως αυτός ήταν ο λόγος εξαιτίας του οποίου υπεβλήθη το σχετικό αίτημα. Χρησιμοποιείτο δεσμευμένη περιουσία για την απόκτηση στοιχείου των αποθεματικών. Αν ίσχυε διαφορετική περίπτωση, όπως αυτή που εναλλακτικά αναφέρει ο κ. Μιχόπουλος, τότε θα αποκτούσε το περιουσιακό στοιχείο χωρίς να απαιτείται εμπλοκή της ΕΠ.Ε.Ι.Α πλην όμως δεν ήταν αυτή η περίπτωση. Αυτό επιβεβαιώνεται περίτρανα από τα όσα κατέθεσε ο Μ.Υ.1 και συγκεκριμένα ότι: «Η αιτηθείσα άδεια ήταν για να τοποθετηθεί η επένδυση της Aspis Liv στα αποθεματικά, αυτό δεν στερούσε το δικαίωμα από την εταιρεία να τοποθετήσει την επένδυση στα κεφαλαία των μετόχων αυτοί προτιμούσαν όμως να κατατεθεί ως αποθεματικό η συγκεκριμένη επένδυση και με δική τους προτροπή η συμφωνία συνέχισε να υφίσταται στην προσπάθειά τους να λύσουν τα θέματα που είχαν με την ΕΠ.Ε.Ι.Α. που ήταν η Αρχή που διέπει τις ασφαλιστικές εταιρείες. Άρα συνέχισε να υφίσταται η εταιρεία, η συμφωνία.» (έμφαση δοθείσα) Από τα προαναφερθέντα είναι προφανές το τι επιθυμούσε η Ενάγουσα, όπως και ο λόγος εξαιτίας του οποίου προχώρησε σε πληρωμές. Ιδίως όμως είναι προφανές πως η Ενάγουσα δεν προχώρησε στο να αποκτήσει τις μετοχές χωρίς την έγκριση της ΕΠ.Ε.Ι.Α διότι πρόθεση της ήταν να τις αποκτήσει με την έγκριση της και όχι χωρίς αυτή. Αν επιθυμούσε να τις αποκτήσει χωρίς έγκριση, ήτοι κατά τον τρόπον που εισηγείται ο κ. Μιχόπουλος, θα το επιχειρούσε σε οποιοδήποτε στάδιο και πάντως πριν την ημερομηνία που είχε τεθεί στη συμφωνία. Πράγμα το οποίο δεν προσπάθησε σε καμμιά περίπτωση. Η ουσία είναι πως, ως είναι παραδεκτό, οι μετοχές ποτέ δεν μεταβιβάστηκαν και δεν εγγράφηκαν επ' ονόματι της Ενάγουσας όχι μόνο μέχρι τις 31.3.09 αλλά και μέχρι σήμερα. Συνεπώς, ακόμα και στη βάση των όσων αναφέρει ο κ. Μιχόπουλος η παρούσα ήταν περίπτωση για την οποία απαιτείτο άδεια της ΕΠ.Ε.Ι.Α, όπως επιζητούσε άλλωστε η Ενάγουσα και όχι μια γενική επένδυση μιας εμπορικής εταιρείας, ως ο ίδιος υποστήριξε στη γνωμοδότηση του, η οποία δεν γίνεται δεκτή. Νομική Πτυχή Σε σχέση με τη νομική πτυχή της υπόθεσης σημειώνεται ότι, όπως έχει προκύψει, οι σχέσεις των διαδίκων σε ό,τι αφορά την επίδικη διαφορά ρυθμίζονται κατ' αρχάς από την αρχική συμφωνία ημερ. 7.7.08, ήτοι το Τεκμήριο
- Βάσει του όρου 4 αυτής είχε συμφωνηθεί ότι το τίμημα αγοράς, ήτοι το ποσό των €24.000.000, θα κατεβάλλετο διά δύο δόσεων (και όχι τριών ως έγινε) ήτοι: Α) ποσόν €15.000.000 σε μετρητά μέχρι τις 30.9.08 Β) ποσόν €9.000.000 κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης δηλαδή στις 31.3.
- Στον όρο 5, καθορίζετο ως ημερομηνία ολοκλήρωσης η ημέρα κατά την οποία οι μετοχές θα μεταβιβάζοντο από την πωλήτρια Εναγόμενη στην αγοράστρια Ενάγουσα αλλά πάντως όχι αργότερα από τις 31.3.
- Κατ' εκείνην την ημερομηνία η Εναγόμενη υποχρεούτο βάσει του όρου 6 να προχωρήσει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να πωλήσει και να μεταβιβάσει τις μετοχές στην Ενάγουσα (ήτοι σε παράδοση εγγράφου μεταβίβασης, παράδοση πιστοποιητικού Μετοχών για Ενάγουσα κλπ). Την υποχρέωση για εξασφάλιση των απαραίτητων αδειών και ή εγκρίσεων από τις αρμόδιες αρχές της Σουηδίας και Ελλάδας για μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι της την είχε η αγοράστρια Ενάγουσα. Μέσα από τα ευρήματα γεγονότων διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι υπήρξε και μεταγενέστερη συμφωνία των μερών η οποία ενσωματώθηκε στην επιστολή ημερ. 24.9.08, ήτοι το Τεκμήριο
- Η ουσία αυτής της συμφωνίας ήταν ότι εξαρτούσε την υπό της Εναγομένης ανάληψη πλήρως της αύξησης κεφαλαίου στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, από την τήρηση του όρου 4(α) της αρχικής συμφωνίας, ήτοι την καταβολή του ποσού των €15.000.000 σε μετρητά πριν τις 30.9.
- Ασφαλώς εγείρεται ζήτημα ερμηνείας των πιο πάνω συμβάσεων και κυρίως της βασικής και πρώτης χρονικά. Επί του θέματος αυτού συνιστούν καθοδήγηση από την υπόθεση Βουζούνη κ.ά. ν. Αποστόλου, Πολ. Έφ.457/12, ημερ. 10.4.19, τα εξής: «Η ερμηνεία της σύμβασης, αναγκαίο στοιχείο για σκοπούς εφαρμογής και εκτέλεσης της, ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της, το δε κείμενο της, πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενοι κίνδυνοι από το νόημα που αποδίδεται στους όρους της και που δυνατόν να μην αντικατοπτρίζουν, αντικειμενικά ιδωμένοι, τον σκοπό της συναλλαγής και την πραγματική πρόθεση των μερών (Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ.518). Όπως παρατηρείται και στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Β, σ. 478, υπό τον τίτλο «Βεβαιότητα, Ασάφεια και Ερμηνεία της Σύμβασης»: «Συμπερασματικά, παρά το ότι μια σύμβαση δεν είναι γραμματικό κείμενο αλλά μια νομική πράξη, το βασικό κριτήριο ερμηνείας δεν μπορεί να είναι άλλο από την έννοια που μεταδίδεται από το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο, με βάση την αντικειμενική θεωρία της συνομολόγησης και εφαρμογής συμβάσεων.»» Στην παρούσα περίπτωση αναμφίβολα το αντικείμενο της αρχικής συμφωνίας ήταν οι 285.000 μετοχές της Aspis Liv. Όπως έχει πιο πάνω υποδειχθεί η «ημερομηνία ολοκλήρωσης» εσήμαινε την ημερομηνία κατά την οποία αυτές οι μετοχές θα μεταβιβάζοντο από την πωλήτρια στην αγοράστρια εταιρεία (όρος 5) και πάντως όχι αργότερα από τις 31.3.
- Είναι αυτονόητο λοιπόν πως ημερομηνία ολοκλήρωσης ήταν η ημερομηνία μεταβίβασης. Το τι θα έπρεπε να γίνει κατά την εν λόγω ημερομηνία καθορίζετο στον όρο 6 ο οποίος έχει ως εξής:
- «Κατά την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης θα γίνουν τα ακόλουθα: a. Ο Πωλητής θα προχωρήσει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να πωλήσει και μεταβιβάσει τις μετοχές στον Αγοραστή με βάση την παρούσα ως ακολούθως: i. Θα υπογράψει και θα παραδώσει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Έγγραφο Μεταβίβασης Μετοχών με το οποίο να μεταβιβάζει τις μετοχές στον Αγοραστή σύμφωνα με το Σουηδικό Δίκαιο και το Καταστατικό της εν λόγω Εταιρείας. ii. Θα παραδώσει στην Εταιρεία τα αντίστοιχα πιστοποιητικά των Μετοχών που εγγράφονται επ' ονόματι του Πωλητή για ακύρωση τους. iii. θα ζητήσει από την Εταιρεία να εγγράψει τον Αγοραστή ως μέτοχο στο μητρώο μετοχών της εταιρείας και να εκδώσει το ανάλογο πιστοποιητικό μετοχών στο όνομα του Αγοραστή iv. Θα παραδώσει στον Αγοραστή νομιμοποιητικά έγγραφα (αποφάσεις Διοικητικού Συμβουλίου) των Πωλητών που αποφασίζουν την συναλλαγή και εξουσιοδοτούν νόμιμο εκπρόσωπο για την διενέργεια της. b. Ο Αγοραστής θα εξασφαλίσει από τις αρμόδιες αρχές της Σουηδίας και της Ελλάδας όλες τις απαραίτητες άδειες και/ή εγκρίσεις για μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του. c. Ο Αγοραστής θα καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των €9.000,000 (εννέα εκατομμύρια ευρώ) ως αναφέρονται στην παράγραφο 4β. d. Τα μέρη θα προβούν σε όλες τις υπόλοιπες τυχόν αναγκαίες ενέργειες σύμφωνα με το Σουηδικό Δίκαιο. b. Ο Αγοραστής θα εξασφαλίσει από τις αρμόδιες αρχές της Σουηδίας και τις Ελλάδας όλες τις απαραίτητες άδειες και/ή εγκρίσεις για μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματά του. c. Ο Αγοραστής θα καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των €9,000,000 (εννέα εκατομμύρια ευρώ) ως αναφέρονται στην παράγραφο 4β. d. Τα μέρη θα προβούν σε όλες τις υπόλοιπες τυχόν αναγκαίες ενέργειες σύμφωνα με το Σουηδικό Δίκαιο.» Εύκολα συνάγεται πως αυτό το οποίο είχαν στη σκέψη τους οι συμβαλλόμενοι ήταν ότι μέχρι τις 30.9.08 θα κατεβάλλετο το πρώτο ποσό των €15.000.000 και κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης, η οποία θεωρητικά μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε μέρα πριν τις 31.3.09 θα κατεβάλλετο το υπόλοιπο του τιμήματος, ήτοι το ποσό των €9.000.
- Ούτε υπάρχει αμφιβολία ότι οι συμβαλλόμενοι είχαν υπόψιν τους το ότι απαιτούντο άδειες και για αυτό έθεσαν και τον όρο 6b ο οποίος προνοούσε ότι ήταν η Αγοράστρια που είχε την υποχρέωση να εξασφαλίσει από τις αρμόδιες αρχές της Σουηδίας και της Ελλάδας, όλες τις απαραίτητες άδειες και ή εγκρίσεις για μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι της. Το ουσιωδέστερο όμως είναι πως οι συμβαλλόμενοι είχαν υπόψιν τους την πιθανότητα να μην μπορούσαν εν τέλει για οποιονδήποτε λόγο οι μετοχές να εγγραφούν επ' ονόματι της Ενάγουσας και δεν αγνόησαν καθόλου το ενδεχόμενο αυτό. Όχι μόνο δεν αγνόησαν το ενδεχόμενο αυτό αλλά αντιθέτως συμπεριέλαβαν ειδικό όρο στη συμφωνία τους, εξαρτώντας βασικά μέσω αυτού την ισχύ της ίδιας της συμφωνίας από τη δυνατότητα εγγραφής των μετοχών (μεταβίβασης) επ' ονόματι της Ενάγουσας πριν τις 31.3.
- Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος για τον οποίο υπήρχε όρος για αυτόματη ακύρωση της συμφωνίας. Πρόκειται για τον όρο 9 ο οποίος προέβλεπε ότι στην περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο η αγοράστρια Ενάγουσα δεν δύναται να εγγράψει επ' ονόματι της τις μετοχές μέχρι τις 31.3.09, τότε η συμφωνία αυτόματα ακυρώνεται και η πωλήτρια Εναγόμενη δεσμεύεται να επιστρέψει το ποσό των €15.000.000 που θα είχε λάβει ως προκαταβολή πλέον 5% τόκο από την είσπραξη του ποσού αυτού μέχρι την επιστροφή του. Παρότι είναι αυτοτελής εντούτοις ο όρος 9 αποκτά ακόμα σαφέστερο νόημα όταν συνεξετάζεται με τον όρο 6b. Η σημασία τους είναι αφενός ότι η υποχρέωση εξασφάλισης των αδειών βάρυνε την αγοράστρια Ενάγουσα και αφετέρου ότι εάν αυτή δεν κατόρθωνε να το επιτύχει μέχρι τις 31.3.09 τότε η συμφωνία θα ακυρώνετο αυτομάτως. Είναι δε ο συνδυασμός αυτών των συμβατικών όρων (ή και μόνος ακόμα ο όρος 9) που εμπλέκουν στην περίπτωση τα άρθρα 31-35 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 τα οποία αφορούν τις «Συμβάσεις υπό Αίρεση». Το άρθρο 31 δίδει τον ορισμό της σύμβασης υπό αίρεση. Πρόκειται για σύμβαση «προς πράξη ή αποχή από πράξη αν ένα γεγονός συνακόλουθο επέλθει ή δεν επέλθει». Με βάση το άρθρο 32 τέτοια σύμβαση υπό την αίρεση της επέλευσης γεγονότος μελλοντικού και αβέβαιου, δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος. Ιδιαίτερης σημασίας όμως είναι το άρθρο 35 το οποίο αφορά αίρεση ηρτημένη εκ της επελεύσεως συγκεκριμένου γεγονότος εντός καθορισμένου χρόνου και προνοεί ότι: «Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης ορισμένου αβέβαιου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου καθίσταται άκυρη αν, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, το γεγονός δεν επήλθε, ή αν πριν από τον ορισμένο χρόνο, το γεγονός κατέστη αδύνατο.» Στην υπόθεση Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου «Η Μέριμνα» Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ.1390 σε σχέση με τα πιο πάνω άρθρα αναφέρθηκε πως γίνεται διάκριση μεταξύ πρόνοιας η οποία αφορά τον τρόπο εκτέλεσης μιας συμφωνίας και πρόνοιας η οποία αφορά αυτήν καθαυτή την υποχρέωση εκτέλεσης της. Η σημασία της διάκρισης έγκειται στο ότι στην πρώτη περίπτωση η συμφωνία είναι απόλυτη και επομένως είναι εφικτή η παράβαση της (σε αντίθεση με την περίπτωση που η αίρεση αφορά την υποχρέωση εκτέλεσης οπότε καθίσταται άκυρη). Η εν λόγω υπόθεση παρουσιάζει ομοιότητες με την παρούσα αφού εκεί συγκεκριμένη πληρωμή είχε εξαρτηθεί όχι μόνον από τον διαχωρισμό γης σε οικόπεδα αλλά και από την υδροδότηση τους από γεώτρηση του πωλητή, πράγμα το οποίο δεν κατέστη δυνατό εντός συγκεκριμένου χρόνου. Λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Στην κρινόμενη υπόθεση η συμφωνία δεν επιβάλλει από τη γένεση της την υποχρέωση καταβολής των £50.000. Απλώς η εκτέλεση της μετατίθεται σε μέλλοντα χρόνο. Δεν υφίσταται όμως άμεση υποχρέωση. Θα μπορούσε να γεννηθεί τέτοια υποχρέωση μόνο σε περίπτωση έγκρισης διαχωρισμού, αφού την υδροδότηση θα εξασφάλιζε από την παραπάνω γεώτρηση του ο εφεσείων. Με άλλα λόγια η καταβολή του ποσού υπέκειτο σε εκ των υστέρων προϋπόθεση (condition subsequent), που δεν πληρώθηκε, οπόταν η συμφωνία κατέστη ανίσχυρη: βλ. Chitty on Contracts, 27η έκδοση, τόμος 1, παραγρ. 12-028, σελ. 573 και Pollock & Mulla "Indian Contract and Specific Relief Acts", 9η έκδοση, σελ. 325.» Στη βάση των ίδιων προνοιών κρίθηκε και η υπόθεση Στυλιανού ν. Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.1924 σε σχέση με όρο ότι η αναθέτουσα Αρχή δεν θα είχε ευθύνη για τυχόν καθυστέρηση στην παράδοση κυλικείων αν προέκυπτε άρνηση του παλαιότερου αδειούχου να αποχωρήσει. Λέχθηκε ότι: «Το χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος των συμβάσεων ήταν στοιχειώδες μέρος τους. Ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί κατά την υπογραφή τους και κατά την αληθινή έννοια των συμφωνηθέντων θα προσδιοριζόταν ανάλογα με τις μελλοντικές εξελίξεις αναφορικά με την ανάληψη της κατοχής των κυλικείων.» Η μεταγενέστερη υπόθεση Μούη ν. Ιωάννου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.1540 αφορούσε αγορά μέρους ακινήτου υπό την αίρεση διαχωρισμού και έκδοσης χωριστού τίτλου, οπότε θα κατεβάλλετο το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.100.000 (πέραν της προκαταβολής των Λ.Κ.10.000). Το Εφετείο κατέληξε ως εξής: «Σύμφωνα με το Άρθρο 31 του Κεφ. 149, μια σύμβαση είναι υπό αίρεση αν προβλέπει για την τέλεση πράξης ή για αποχή από πράξη «αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει». Μια τέτοια σύμβαση δεν είναι εκτελεστή, μέχρι την επέλευση του μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος που προβλέπεται στη σύμβαση (Άρθρο 32). Αν το υπό αίρεση γεγονός καταστεί αδύνατο όπως εδώ, η Συμφωνία καθίσταται άκυρη. .................................... Συμφωνούμε με την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι στην προκειμένη περίπτωση η σύμβαση ήταν υπό την αίρεση του διαχωρισμού του κτήματος, ώστε να μπορεί να μεταβιβαστεί με χωριστό τίτλο το μέρος που είχε πωληθεί στον Εφεσείοντα. Από τη στιγμή που ο ένας από τους συνιδιοκτήτες δεν συναίνεσε στο διαχωρισμό, η επίτευξη του γεγονότος ήταν αδύνατη με αποτέλεσμα η Σύμβαση υπό αίρεση να καταστεί άκυρη, όπως ορθά κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο.» (έμφαση δοθείσα) Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η υπόθεση Ocean Reef Properties Ltd. ν. CoLville κ.ά.
(2015)1(Β) Α.Α.Δ.1002, η οποία αφορούσε ανέγερση και παράδοση οικίας και υπήρχε ρητός όρος ότι η σύμβαση θα ακυρώνετο εάν εντός έξι μηνών από την υπογραφή οι αγοραστές δεν κατόρθωναν να εξασφαλίσουν ενυπόθηκο δάνειο για το 80% του τιμήματος αγοράς, πράγμα το οποίο δεν επετεύχθη εντός της πιο πάνω προθεσμίας παρά τις αιτήσεις και προσπάθειες των αγοραστών. Το Εφετείο, με αναφορά στα αρχικά άρθρα και στην προηγηθείσα νομολογία κατέληξε ξανά ότι «[Α]ν το υπό αίρεση γεγονός καταστεί αδύνατο η σύμβαση καθίσταται άκυρη». Κατά ανάλογον τρόπο και η παρούσα είναι περίπτωση στην οποία η εκτέλεση της σύμβασης εξαρτήθηκε από τη δυνατότητα της Ενάγουσας να δυνηθεί, δηλαδή να μπορέσει (να καταφέρει) να εγγράψει τις μετοχές επ' ονόματι της μέχρι τις 30.3.09, και σε αντίθετη περίπτωση καθίστατο αυτομάτως άκυρη. Στην πραγματικότητα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ο λόγος για τον οποίο δεν μπόρεσε να τις εγγράψει επ' ονόματι της. Η ουσία είναι ότι παρά τις προσπάθειες τόσο της ίδιας όσο και της Εναγομένης αυτό δεν κατέστη δυνατό με αναπόφευκτη συνέπεια η σύμβαση και εδώ να έχει καταστεί άκυρη, οπότε η Εναγόμενη οφείλει να επιστρέψει παν ό,τι εισέπραξε. Εννοείται όμως ότι ο συμφωνηθείς για το ποσόν των €15.000.000 τόκος 5% δεν μπορεί να επεκταθεί και στην επιπλέον πρόωρη πληρωμή των €7.272.555,96 για την οποία δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία καταβολής τόκου σε περίπτωση επιστροφής. Περαιτέρω εννοείται ότι ενόψει της ως άνω κατάληξης κανονικά παρέλκει η εξέταση του δικονομικού ζητήματος σε σχέση με την ανταπαίτηση. Για σκοπούς πληρότητας όμως σημειώνεται πως εάν απαιτείτο θα κατέληγα ότι από τη στιγμή που η Εναγόμενη βρέθηκε στη θέση να υπερασπίζεται αξίωση της Ενάγουσας για το συγκεκριμένο θέμα θα ήταν παράλογο να γινόταν δεκτό αφενός ότι η ίδια η Εναγόμενη δεν είχε το δικαίωμα να εγείρει τη σχετική ανταπαίτηση της για το υπόλοιπο και αφετέρου ότι για το συγκεκριμένο ποσό θα αρκούσε να επαληθεύσει την αξίωση της στην Ελλάδα. Είναι αυτονόητο πως σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δηλαδή προσπάθειας επαλήθευσης, οι εκκαθαριστές της Ενάγουσας θα απαντούσαν πως για τη συγκεκριμένη διαφορά εκκρεμεί αγωγή στην Κύπρο με αξίωση επιστροφής όλων των πληρωθέντων ποσών και ασφαλώς δεν θα γινόταν αποδεκτή η επαλήθευση. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι είχε το δικαίωμα να εγείρει την ανταπαίτησή της στα πλαίσια της παρούσας, η οποία όμως ανταπαίτηση υπόκειται σε απόρριψη ενόψει επιτυχίας της αγωγής. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω: Α. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος της Εναγομένης για ποσόν €22.272.555,96 - με τόκον 5% ετησίως επί ποσού €15.000.000 από 30.9.08 μέχρι εξόφλησης και - με νόμιμο τόκο επί ποσού €7.272.555,96 από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Β. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Γ. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβανομένου υπόψιν ότι αγωγή και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος της Εναγομένης ως θα υπολογιστούν συν νόμιμο τόκο από σήμερα και ΦΠΑ. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο