← Κύπρος

Λ. Ε., Κ. Ε. και ΕΙΡΗΝΗ ΠΟΥΛΛΑ, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης Κ. Ν. κ.α. ν. Α. Μ. κ.α., Αγωγή αρ. 2888/2014, 8/8/2023

Λ. Ε., Κ. Ε. και ΕΙΡΗΝΗ ΠΟΥΛΛΑ, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης Κ. Ν. κ.α. ν. Α. Μ. κ.α., Αγωγή αρ. 2888/2014, 8/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2888/2014

  1. Λ. Ε., Κ. Ε. και ΕΙΡΗΝΗ ΠΟΥΛΛΑ, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης Κ. Ν.
  2. Λ. Ε., Κ. Ε. και ΕΙΡΗΝΗ ΠΟΥΛΛΑ, ως διαχειριστές της περιουσίας της Ζ. Ν. που κηρύχθηκε σε ανικανότητα Ενάγοντες ν.
  3. Α. Μ.
  4. Π. Μ.
  5. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  6. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 08 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ευ. Πουλλά - Μακαρούνα (κα) μαζί με Εβ. Πουλλά (κα) Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Στ. Φλωράκη (κα) για Χλωρακιώτης & Φλωράκη ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η αποβιώσασα και το πρόσωπο που κηρύχθηκε σε ανικανότητα κίνησαν αρχικά την υπό εξέταση αγωγή, η οποία συνεχίστηκε από τους διαχειριστές της περιουσίας τους. Χάριν συντομίας, η αναφορά θα είναι στην Ενάγουσα 1 και στην Ενάγουσα 2 αντίστοιχα. Οι Ενάγουσες 1 και 2, κατά τον χρόνο στον οποίον αναφέρονται τα γεγονότα που απασχολούν, ήταν ιδιοκτήτριες τριών ακινήτων στην Επισκοπή της Επαρχίας Πάφου. Για σκοπούς αναφοράς, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [] είναι «το ακίνητο Α», το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [] είναι «το ακίνητο Β», και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [] (προηγούμενα []) είναι «το ακίνητο Γ». Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε την 14.07.2022, και εναντίον του Εναγόνενου 4 ομοίως, την 16.05.
  7. Η Ενάγουσα 2, σε όλο τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα, είναι, κατά τη θέση των Εναγουσών, άτομο με μειωμένη ή χαμηλή νοητική ικανότητα, εύπιστο, με προβλήματα ψυχικής υγείας, λόγος για τον οποίον, την 20.01.2022, με δικαστικό διάταγμα, κηρύχθηκε σε ανικανότητα να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της. Ο Εναγόμενος 1 βρίσκονταν, κατά τη θέση των Εναγουσών, σε σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας με την Ενάγουσα 2, από το 2000 περίπου. Ήταν το πρόσωπο που παρείχε διάφορες γεωργικές και άλλες εργασίες, έναντι αμοιβής. Λόγω αυτής της σχέσης, πληροφορήθηκε πως οι Ενάγουσες ήταν ιδιοκτήτριες, μεταξύ άλλων, των τριών ακινήτων. Ο Εναγόμενος 1, κατά τη θέση των Εναγουσών, είχε ζητήσει από την Ενάγουσα 2 να του επιτρέψει να φυτέψει αβοκάντο στα ακίνητα, για να λαμβάνει κτηματική στρεμματική επιχορήγηση, λόγω οικονομικών προβλημάτων του. Τυχόν ενοίκιο, θα συμφωνούνταν μεταγενέστερα. Η Ενάγουσα 2, θέλοντας να τον βοηθήσει, συναίνεσε και παραδόθηκε η κατοχή των τριών ακινήτων στον Εναγόμενο 1, για να προβεί στη φύτευση. Ο Εναγόμενος 1, όμως, επέστρεψε και ανέφερε πως δεν μπορούσε να λάβει την κτηματική στρεμματική επιχορήγηση, εκτός εάν τα ακίνητα εγγράφονταν στο όνομά του, έναντι συμβολικού ποσού, με την προϋπόθεση ότι, μόλις του ζητούσαν την επιστροφή τους, θα το έπραττε. Έτσι, η Ενάγουσα 2, προσωπικά, και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 1, μεταβίβασε τα τρία ακίνητα στον Εναγόμενο 1 έναντι ποσού Λ.Κ.2.500,
  8. Η μεταβίβαση έγινε το
  9. Η Ενάγουσα 2, περί την 09.11.2006, απώλεσε ένα από τα παιδιά της μετά από πολύμηνη ασθένεια και βίωσε προσωπικές δυσκολίες. Περί το 2008, ο σύζυγος της Ενάγουσας 2, πληροφορήθηκε τα προαναφερόμενα, και, θεωρώντας πως οι Ενάγουσες εξαπατήθηκαν, απαίτησε από τον Εναγόμενο 1 να επιστρέψει τα ακίνητα, κάτι στο οποίο ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε να πράξει. Πλην όμως, είχε υποθηκεύσει προς όφελος τραπεζικού ιδρύματος τα δύο εξ αυτών. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του ότι θα επέστρεφε τα ακίνητα, όταν θα διευθετούσε τις υποθήκες, και θα πλήρωνε και το ενοίκιο για την περίοδο που τα κατείχε, εξέδωσε δύο επιταγές στα ονόματα των Εναγουσών. Η μία επιταγή ήταν πληρωτέα την 13.02.2009, προς όφελος της Ενάγουσας 2, για €22.500,00, και η άλλη επιταγή ήταν πληρωτέα την 16.02.2009, προς όφελος της Ενάγουσας 1, για €20.000,00, ποσά που θα επιστρέφονταν στον Εναγόμενο 1, αφαιρουμένων των ενοικίων, κατά την επαναμεταβίβαση στις Ενάγουσες. Στη συνέχεια, όμως, και οι δύο επιταγές ανακλήθηκαν από τον Εναγόμενο
  10. Το ακίνητο Α υποθηκεύτηκε με την υποθήκη Υ[]ΕΚΓ Πάφου, το ακίνητο Β υποθηκεύτηκε με την υποθήκη Υ[]ΕΚΓ Πάφου, ενώ το ακίνητο μεταβιβάστηκε με δωρεά στην Εναγόμενη 2 και μέρος του απαλλοτριώθηκε το
  11. Είναι η θέση των Εναγουσών πως ο Εναγόμενος 1 ενήργησε με πρόθεση να εξαπατήσει τις Ενάγουσες και δόλια. Συνοπτικά, οι λεπτομέρειες που εκτίθενται είναι πως ο Εναγόμενος 1, έχοντας αντιληφθεί ότι η Ενάγουσα 2 είχε ψυχοπνευματικά προβλήματα, κάνοντας χρήση και ψευδών παραστάσεων (ότι ήταν αναγκαία η μεταβίβαση για να επιδοτηθεί, ότι θα επαναμεταβίβαζε τα ακίνητα εάν του ζητούνταν, ότι τα χρειάζονταν για να φυτεύσει αβοκάντο) την παραπλάνησε, βρισκόμενος και σε θέση να μπορεί να επηρεάζει και να κυριαρχεί επί της βούλησής της, εκμεταλλεύτηκε την κατάστασή της, και διενεργήθηκε η μεταβίβαση χωρίς να υφίσταται ουσιαστική συναίνεση και πρόθεση για μεταβίβαση, και, παρά ταύτα, τα δύο από τα ακίνητα υποθηκεύτηκαν, χωρίς ο Εναγόμενος 1 να είναι φερέγγυος, και το τρίτο μεταβιβάστηκε στη θυγατέρα του, Εναγόμενη
  12. Η Εναγόμενη 2, κατά τη θέση των Εναγουσών, συνέπραξε, και δέχθηκε και τη μεταβίβαση του ακινήτου Γ. Για την επιταγή των €20.000,00, είχε εγερθεί από τον σύζυγο της Ενάγουσας 2, που κατέστη κομιστής της επιταγής, η αγωγή [] Ε.Δ. Πάφου. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγουσών και του συζύγου της Ενάγουσας 2 να επιστραφούν τα ακίνητα, ο Εναγόμενος 1 αντέτεινε να πληρώσουν τα ενυπόθηκα χρέη και να τα επιστρέψει. Οι Ενάγουσες αξιώνουν την ακύρωση των μεταβιβάσεων των τριών ακινήτων στον Εναγόμενο 1, κατ' επέκταση οποιωνδήποτε πράξεων έπονται των μεταβιβάσεων αυτών, και την επανεγγραφή των ακινήτων στις Ενάγουσες. Αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ότι τα ακίνητα κατέχονται από τον Εναγόμενο 1 δυνάμει τεκμαιρόμενου καταπιστεύματος ή άλλως πώς, καθώς και αποζημιώσεις, περιλαμβανομένης της απόδοσης της αποζημίωσης που λήφθηκε για το μέρος του ακινήτου Γ που απαλλοτριώθηκε. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, με κοινό δικόγραφο υπεράσπισης, αρνούνται την εκδοχή και την απαίτηση των Εναγουσών. Όντως, οι Ενάγουσες ήταν οι αρχικές ιδιοκτήτριες των τριών ακινήτων και ο Εναγόμενος 2 παρείχε σε αυτές διάφορες γεωργικές εργασίες, αλλά δεν βρίσκονταν σε σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας με την Ενάγουσα
  13. Περί τον Μάιο του 2004, η Ενάγουσα 2 προσέγγισε τον Εναγόμενο 1 και τον ενημέρωσε ότι είχε πρόβλημα ρευστότητας και ότι ήθελε να πωλήσει άμεσα ακίνητη περιουσία που ανήκε στην ίδια και στη μητέρα της, Ενάγουσα 1, και ότι, μεταξύ άλλων, είχε τα τρία ακίνητα στην Επισκοπή για πώληση. Ο Εναγόμενος 1 της απάντησε ότι μπορούσε να αγοράσει τα τρία ακίνητα, που τα γνώριζε, αλλά μόνον εάν ήταν σε χαμηλή τιμή. Η Ενάγουσα 2 πώλησε στον Εναγόμενο 1 τα τρία ακίνητα, το ακίνητο Α για Λ.Κ.1.480,00, το ακίνητο Β για Λ.Κ.780,00 και το ακίνητο Γ για Λ.Κ.240,
  14. Η μεταβίβαση έγινε την 24.05.2004 από την Ενάγουσα 2, προσωπικά και εκ μέρους της Ενάγουσας 1, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 22.01.2004, ανεπιφύλακτα, και με ρητή δήλωση από την δικαιοπάροχο ότι δεν συμφωνήθηκε επαναμεταβίβαση, και ότι είχε πλήρη γνώση της δικαιοπραξίας. Η υποθήκευση του ακινήτου Α είχε γίνει ταυτόχρονα με τη μεταβίβασή του, με τη συγκατάθεση της Ενάγουσας 2, αν και δεν ήταν απαραίτητη. Το ακίνητο Γ ήταν μικρότερης έκτασης από αυτήν που αναγράφονταν στη μεταβίβαση, λόγω παλαιότερης απαλλοτρίωσης, γεγονός που ήταν γνωστό στις Ενάγουσες, και συνέβαλε και στο ύψος του τιμήματος. Όντως, η Ενάγουσα 2 έχασε ένα από τα παιδιά της και σε μεταγενέστερο χρόνο ο σύζυγός της, βασιζόμενος στα δικά της λεγόμενα, απαίτησε την επιστροφή των ακινήτων, ενώ ο Εναγόμενος 1 δεν είχε οποτεδήποτε υποσχεθεί να τα επιστρέψει. Απεναντίας, η πώληση και μεταβίβασή τους έγινε με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα της Ενάγουσας 2, που ενεργούσε και ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 1, εγνωσμένα και εθελούσια. Οι δε επιταγές που αναφέρουν οι Ενάγοντες είναι άσχετες με τα γεγονότα της αγωγής και είχαν ανακληθεί για εύλογη αιτία, ενώ η αγωγή 2591/2009 απορρίφθηκε, έχοντας κριθεί αναξιόπιστοι τόσο η Ενάγουσα 2 όσο και ο σύζυγός της. Μόνον ο σύζυγος της Ενάγουσας 2 ενοχλούσε τον Εναγόμενο 1, ισχυριζόμενος ότι η Ενάγουσα εξαπατήθηκε, και κάθε φορά ο Εναγόμενος 1 επέμενε στο νόμιμο της μεταβίβασης. Το Κτηματολόγιο εκτίμησε τα ακίνητα για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.14.800,00 (€25.287,30). Ο Εναγόμενοι, κατά τη θέση τους, ούτε εξαπάτησαν ούτε παραπλάνησαν την Ενάγουσα 2 με ψευδείς παραστάσεις, ούτε έπραξαν άλλως πώς παράνομα, και αρνούνται όλες τις λεπτομέρειες που εκθέτουν οι Ενάγουσες, υποστηρίζουν τη νομιμότητα των μεταβιβάσεων, και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Με απαντητικό δικόγραφο, οι Ενάγουσες διατηρούν την ήδη υφιστάμενη εκδοχή τους, και αρνούνται στην αντίστοιχη των Εναγόμενων. Δεν αμφισβητείται πως οι Ενάγουσες ήταν οι αρχικές ιδιοκτήτριες των επίδικων ακινήτων τα οποία μεταβιβάστηκαν στον Εναγόμενο 1, και ότι η Ενάγουσα 2 ενήργησε στις πράξεις αυτές ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος της Ενάγουσας
  15. Εκ των δικογράφων, το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες συμβλήθηκαν οι Ενάγουσες με τον Εναγόμενο 1 και κατ' επέκταση το κύρος των συναλλαγών, με αναφορά αφενός στη ψυχοπνευματική κατάσταση της Ενάγουσας 2, αφετέρου στη συμπεριφορά του Εναγόμενου
  16. Διαδικασία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγουσών, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον σύζυγο της Ενάγουσας 2, κύριος Δ. Ε. (ΜΕ1), από τον ψυχίατρο Δρ. Αργύρη Αργυρίου (ΜΕ2), από τον υιό της Ενάγουσας 2 και εκ των διαχειριστών της περιουσίας της κύριο Λ. Ε. (ΜΕ3) και από τον εκτιμητή ακινήτων κύριο Κωνσταντίνο Γεωργίου (ΜΕ4), οι οποίοι αντεξετάστηκαν από τη συνήγορο των Εναγόμενων. Μαρτυρία προσκομίστηκε και από τον Εναγόμενο 1 (ΜΥ1), ο οποίος αντεξετάστηκε από την συνήγορο των Εναγουσών. Το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας καταγράφθηκε σε πρακτικά που τηρήθηκαν. Έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε, σημάνθηκε από το 1 έως το 21, αναλόγως της ταξινόμησης και της σειράς κατάθεσης, και χρονολογήθηκε αναλόγως, κατά τον χρόνο της κατάθεσης. Βρίσκεται επίσης στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά το πέρας της ακρόασης της μαρτυρίας της υπόθεσης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Η μαρτυρία Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη ή αμφισβητείται, την αξιολογεί, να βρει εάν και ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποία να μπορεί να βασιστεί και όπου χρειάζεται να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Για ορισμένα ζητήματα, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται να χρειάζεται μαρτυρία ειδικής γνώμης, εάν αυτά βρίσκονται έξω από το πεδίο της κοινής γνώσης και εμπειρίας, και εμπειρογνώμονας, που διαθέτει κατάλληλα προσόντα, μπορεί να εκφέρει γνώμη γι' αυτά, ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο ως προς την κρίση του. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[3]. Εκ συμφώνου, κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα: - Δήλωση διάθεσης ακίνητης ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 2 και δήλωση διάθεσης ακίνητης ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1, αμφότερες ημερομηνίας 24.05.2004 (Τεκμήρια 1 και 2). Στο Τεκμήριο 1, η Ενάγουσα 2, την 24.05.2004, ως η ιδιοκτήτρια του ½ του ακινήτου Α (έκτασης 17 δεκάρια και 392 τ.μ.), του ακινήτου Β (έκτασης 9 δεκάρια και 198 τ.μ.) και του ακινήτου Γ (έκτασης 2 δεκάρια και 676 τ.μ.), χωρίς υφιστάμενη συγγένεια με τον δικαιοδόχο, δηλαδή τον Εναγόμενο 1, του μεταβίβασε τα ακίνητα αυτά για Λ.Κ.1.250,
  17. Στο Τεκμήριο 2, η Ενάγουσα 2, την ίδια ημέρα, ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 1, ιδιοκτήτριας του άλλου ½ των προαναφερόμενων ακινήτων, τα μεταβίβασε στον Εναγόμενο
  18. - Πιστό αντίγραφο της υπεύθυνης δήλωσης μεταβίβασης της Ενάγουσας 2 (Τεκμήριο 3Α), μαζί με την απόδειξη του Κτηματολογίου για τα τέλη που υπολογίστηκαν στο ποσό των Λ.Κ.444,75, στο όνομα του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 3Β), μαζί με το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο από την Ενάγουσα 1 προς την Ενάγουσα 2 (Τεκμήριο 3Γ), μαζί με υπεύθυνη δήλωση (Τεκμήριο 3Δ) και μαζί έντυπο μεταβίβασης (Τεκμήριο 3Ε). Στο εσωτερικό μέρος του Τεκμηρίου 3Α, αναγράφονται τα τιμήματα πώλησης που δηλώθηκαν στο Κτηματολόγιο, για το ακίνητο Α, Λ.Κ.1.480,00, για το ακίνητο Β, Λ.Κ.780,00, και για το ακίνητο Γ, Λ.Κ.240,
  19. Αναγράφονται, επίσης, στο πεδίο των παρατηρήσεων, οι εκτιμημένες αξίες των ακινήτων αυτών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, όσον αφορά το ακίνητο Α σε Λ.Κ.8.000,00, το ακίνητο Β σε Λ.Κ.5.000,00 και το ακίνητο Γ σε Λ.Κ.1.800,
  20. Επίσης, ότι δεν υπάρχει πωλητήριο έγγραφο. Το πληρεξούσιο έγγραφο του Τεκμηρίου 3Γ φέρεται να υπογράφθηκε από την Ενάγουσα 1 προς την Ενάγουσα 2 ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου. Είναι ειδικό πληρεξούσιο, που εξουσιοδοτεί την πώληση των επίδικων ακινήτων σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Φέρει ημερομηνία 22.01.2004, μήνες πριν από την μεταβίβαση. Ένα ειδικό πληρεξούσιο που εκδόθηκε (και δεν έχει ακυρωθεί, ούτε ζητείται η ακύρωσή του) τον Ιανουάριο του 2004, δείχνει προσπάθεια της Ενάγουσας 2 να εκποιήσει τη συγκεκριμένη περιουσία, που εκκίνησε ήδη από τότε. Στην υπεύθυνη δήλωση του Τεκμηρίου 3Δ, η Ενάγουσα 2 είχε δηλώσει, μεταξύ άλλων, πως είναι σε γνώση του αντιπροσωπευόμενου η σκοπούμενη δικαιοπραξία. Η πολύ χαμηλή τιμή εκποίησης των τριών ακινήτων δεικνύει ότι πρόκειται για πράξη ασύμφορη και επαχθή για την πλευρά των Εναγουσών. - Δελτίο πληρωμής αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου Γ, ημερομηνίας 22.09.1990 (Τεκμήριο 4). - Αντίγραφα εγγράφων υποθήκευσης ακινήτων Α και Β, με αριθμούς Υ[]ΕΚΓ Πάφου για Λ.Κ.21.000,00 πλέον τόκους και Υ[]ΕΚΓ Πάφου για Λ.Κ.12.000,00 πλέον τόκους (Τεκμήρια 5 και 6). - Έντυπο προσωπικών επιβαρύνσεων, στο οποίο αναγράφεται η ύπαρξη διατάγματος πτώχευσης εναντίον του Εναγόμενου 1 κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 01.01.1991 (Τεκμήριο 7). Το Τεκμήριο 7 δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη πως ο Εναγόμενος 1, κατά την ημέρα της μεταβίβασης, τελούσε σε πτώχευση. - Δήλωση μεταβίβασης του ακινήτου Γ από τον Εναγόμενο 1 στην Εναγόμενη 2 δυνάμει δωρεάς, συνοδευόμενη από σχετικά έγγραφα (Τεκμήριο 8Α-Δ). - Αντίγραφο εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή [] Ε.Δ. Πάφου, μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και του Εναγόμενου 1 και άλλου προσώπου, ημερομηνίας 17.03.2014, η οποία περιλαμβάνει διατάγματα εκποίησης των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων (Τεκμήριο 9). - Διάταγμα διαχείρισης ημερομηνίας 17.03.2022 στην αίτηση διαχείρισης [] Ε.Δ. Πάφου αναφορικά με την αποβιώσασα Ενάγουσα 1 (Τεκμήριο 10). - Διάταγμα διαχείρισης ημερομηνίας 20.01.2022 στην αίτηση ανικάνου προσώπου (mental) [] Ε.Δ. Πάφου αναφορικά με την Ενάγουσα 2 (Τεκμήριο 11). - Ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 24.11.2008, από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, που βεβαιώνει ότι η Ενάγουσα 2, την 03.09.2008 ώρα 07:37, μετέβη στο ΤΑΕΠ μετά από κατάποση 50 δισκίων Paracetamol και Distalgesic, έγινε πλύση στομάχου και χορήγηση άνθρακα, και παρόλο που συστήθηκε εισαγωγή της στην εντατική μονάδα για παρακολούθηση, η ασθενής αρνήθηκε εισαγωγή και έφυγε, με ευθύνη του συζύγου της, που είχε ενημερωθεί για την κατάστασή της (Τεκμήριο 12). ΜΕ1 Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε, κατά την κυρίως εξέτασή του[4], στο πρόσωπο της Ενάγουσας 2, αρχίζοντας από την παιδική της ηλικία, για να εξηγήσει ότι πρόκειται για ένα άτομο που αναπτύχθηκε σε αντίξοες συνθήκες, με στερήσεις και δυσκολίες, συμπεριφορές εγκατάλειψης και απόρριψης, ικανά να αφήσουν αρκετά κατάλοιπα βλαπτικά για τη ψυχική της υγεία. Η δική του γνωριμία με την Ενάγουσα 2 προέκυψε μέσα από τη γνωριμία των γονιών τους. Το 1994, τέλεσαν γάμο, και απέκτησαν μία θυγατέρα. Σύντομα, οι δυσκολίες και τα προβλήματα έκαναν την εμφάνισή τους. Η Ενάγουσα 2 απασχόλησε με σπάνια εντεκάδυμη κύηση, υποβλήθηκε σε επέμβαση για την αφαίρεση εμβρύων, και τα δύο έμβρυα που τελικά είχαν απομείνει χάθηκαν κατά τον πέμπτο μήνα της κύησης, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τη ψυχική κατάσταση της Ενάγουσας
  21. Το 1998, η Ενάγουσα 2 έμεινε ξανά έγκυος δίδυμα, τον ΜΥ3 και τον αδελφό του, ωστόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, απεβίωσε ο πατέρας της, βυθίζοντάς την ακόμα περισσότερο στην θλίψη. Από τότε, σύμφωνα με τον ΜΕ1, είχε αρχίσει να προβαίνει και σε πράξεις που δεν είχαν λογική, αυτοκαταστροφικές. Πούλησε τις μετοχές που κληρονόμησε από τον πατέρα της και εισάκουσε εισήγηση τραπεζικού λειτουργού να επενδυθούν τα χρήματα στο εξωτερικό και εν τέλει να χαθούν. Οι παράτολμες και αλόγιστες πράξεις της Ενάγουσας 2 οδηγούσαν αναπόφευκτα και σε ρήξη τη σχέση της Ενάγουσας 2 με τον ΜΕ1, με τον οποίον χώριζαν, έσμιγαν ξανά, και πάλι το ίδιο. Το 2007 μέχρι το 2009, η ρήξη στη σχέση τους ήταν διαρκής, και τελικά οριστική. Ο ΜΕ1, όπως αναφέρει, γνώρισε τον Εναγόμενο 1 το 2000, λόγω της εργασίας του. Ο ΜΕ1 είχε βοηθήσει τον Εναγόμενο 1 με μια υπόθεση που είχε. Ο Εναγόμενος 1 είχε ζητήσει από τον ΜΕ1 να τον βοηθήσει να εξεύρει εργασίες, και ο ΜΕ1 του πρότεινε να φροντίζει και να καθαρίζει τον κήπο και την αυλή του σπιτιού τους. Του έδωσαν αρκετές οικογενειακές εργασίες και εκτός από το καθάρισμα των κήπων, μεταφορές, συντήρηση της εξοχικής κατοικίας. Πάντοτε, επί πληρωμή. Κάποτε, όταν έρχονταν ο Εναγόμενος 1 στο σπίτι τους, έφερνε σακούλια αβοκάντο. Ο Εναγόμενος 1 είχε πάρει το θάρρος γιατί οι Ενάγουσες ήταν ευγενικές μαζί του και τον καλοδέχονταν. Τόσο θάρρος είχε πάρει που, κάποια μέρα, τον είδε που πήρε από το υπόγειο της κατοικίας τους μια παλιά γραφομηχανή και άλλα αντικείμενα, που είχαν αξία, τα οποία επέστρεψε μετά από παρατήρηση του ΜΕ
  22. Το 2005, είχε ασθενήσει ο υιός τους με μία σπάνια μορφή λευχαιμίας. Μετέβηκαν μαζί του στο Λονδίνο, όπου παρέμειναν για περίπου ενάμισι χρόνο. Πηγαινοέρχονταν στην Κύπρο, για να βλέπουν τα άλλα παιδιά τους. Ο υιός τους τελικά απεβίωσε. Επέστρεψαν στην Κύπρο. Τότε, ο ΜΕ1, όπως αναφέρει, ανακάλυψε πως μεγάλη έκταση γεωργικής γης στην Επισκοπή, στην Πάφο, είχε μεταβιβαστεί. Ο ΜΕ1 αναφέρει πως είναι με πληροφορίες της Ενάγουσας 2 που γνωρίζει ότι της είπε πως θα φύτευε αβοκάντο. Ήδη, τότε ενοικίαζε άλλη γεωργική γη στην περιοχή της Κυβερνητικής έπαυλης στην Αχέλεια της Πάφου, όπου εκμεταλλεύονταν φυτείες αβοκάντο. Την έπεισε ότι έπρεπε να γίνει μεταβίβαση για να μπορεί να διεκδικήσει την εκταρική επιδότηση από την Κυβέρνηση και έτσι να εκμεταλλεύεται τα ακίνητα για γεωργικούς σκοπούς, και ότι, μόλις η Ενάγουσα 2 τα ζητούσε πίσω, θα τα είχε. Ο λόγος που τον εμπιστεύτηκε, όπως ανέφερε στον ΜΕ1 η Ενάγουσα 2, ήταν γιατί υπήρχε φιλία από το
  23. Ο Εναγόμενος 1 έδωσε στην Ενάγουσα ένα ποσό για να είναι νομιμοφανής η πράξη, ωστόσο το ποσό αυτό, στην πραγματικότητα, θα αντιπροσώπευε το ενοίκιο μέχρι την επιστροφή της περιουσίας. Για την συγκεκριμένη πράξη, δεν γνώριζε οποιοσδήποτε κάτι, είτε ο ίδιος είτε η Ενάγουσα
  24. Το 2008, όταν ο ίδιος πληροφορήθηκε την πράξη, εξέλαβε πως πρόκειται για απάτη εις βάρος της συζύγου και της πεθεράς του, και ζήτησε άμεσα την επιστροφή των ακινήτων. Ο Εναγόμενος 1 του υποσχέθηκε πως μόλις διευθετούσε τις υποθήκες, θα τα επέστρεφε. Το γεγονός ότι πρόκειται για απάτη, όπως αναφέρει, φαίνεται από τις τιμές πώλησης που δηλώθηκαν στο Κτηματολόγιο, για το ακίνητο Α, Λ.Κ.1,480,00, ενώ εκτιμήθηκε Λ.Κ.8.000,00, για το ακίνητο Β, Λ.Κ.780,00, ενώ εκτιμήθηκε Λ.Κ.5.000,00, και για το ακίνητο Γ, Λ.Κ.240,00, ενώ εκτιμήθηκε Λ.Κ.1.800,
  25. Ο Εναγόμενος 1, ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του ακινήτου Α, προέβη σε υποθήκευσή του, για το ποσό των Λ.Κ.21.000,00, ενώ το ακίνητο Β υποθηκεύτηκε για το ποσό των Λ.Κ.12.000,
  26. Από κάθε άποψη, η αξία των ακινήτων ήταν πολλαπλάσια των τιμών που δηλώθηκαν. Επίσης, ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε στη θυγατέρα του το ακίνητο Γ, μέρος του οποίου απαλλοτριώθηκε. Με τα χρήματα που έλαβε ο Εναγόμενος 1 από την υποθήκευση των ακινήτων, όπως πληροφορήθηκε ο ΜΕ1, είχε αγοράσει ακίνητα στην Κύπρο και στη Βουλγαρία. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε ενόρκως και στις επιταγές που, κατά τη θέση του είχαν δοθεί για εξασφάλιση της επιστροφής των ακινήτων, οι οποίες στη συνέχεια ανακλήθηκαν, ως περαιτέρω ένδειξη της απατηλής, κατά τη θέση του, συμπεριφοράς του Εναγόμενου
  27. Η μία εκ των επιταγών είχε οπισθογραφηθεί στον ίδιο, για την επιδιόρθωση ζημιάς στο όχημά του που είχε προκαλέσει η Ενάγουσα 2, εξ ου και κίνησε ο ίδιος την αγωγή [] Ε.Δ. Πάφου, που απορρίφθηκε γιατί, σύμφωνα με το Δικαστήριο, δεν υπήρχε αντάλλαγμα έναντί του. Δεν ισχύει η εκδοχή του Εναγόμενου 1, όπως λέει ο ΜΕ1, πως οι δύο επιταγές είχαν δοθεί στην Ενάγουσα 2 για δανεισμό, για να καταβάλει τα νοσήλια για τη μητέρα της, αλλά εκείνη η θέση είχε προβληθεί ως υπεράσπιση στην αγωγή εκείνη. Είναι η θέση του ΜΕ1 πως ο Εναγόμενος 1 είχε αντιληφθεί και γνώριζε τα προβλήματα της Ενάγουσας 2 και θέλησε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση. Η Ενάγουσα 2, που τότε ήταν ηλικιωμένη, δεν είχε συναινέσει στην πώληση των ακινήτων της. Η πράξη της Ενάγουσας 2, όπως έθεσε ο ΜΕ1 με απόλυτο τρόπο, δεν είχε λογική. Τα προβλήματα της Ενάγουσας 2 είχαν επιβεβαιώσει ψυχολόγος και ψυχίατροι, που κατονομάζει. Η κατάσταση της ψυχικής υγείας της Ενάγουσας 2 την είχε οδηγήσει και σε απόπειρες αυτοκτονίας, ιδίως όπως εξελίχθηκε μετά και από τον χαμό του παιδιού τους. Λόγω της ίδιας κατάστασης, προέβη και σε άλλες άλογες πράξεις, η επίδικη δεν ήταν η μόνη. Η Ενάγουσα 2, όπως θέτει ο ΜΕ1, δεν είχε αποκτήσει όφελος από τη μεταβίβαση των ακινήτων στον Εναγόμενο
  28. Δεν έδρασε ως ο μέσος λογικός άνθρωπος, αλλά με μωρία, απερισκεψία και αφροσύνη, λόγω της ψυχοπνευματικής της κατάστασης. Επειδή η Ενάγουσα 2 δεν έπαυσε να συμπεριφέρεται με τον προαναφερόμενο τρόπο, και διάφορα επιτήδεια άτομα συνέχιζαν να την εκμεταλλεύονται, όπως είχε πράξει κατά τον ΜΕ1 και ο Εναγόμενος 1, τα παιδιά της, μαζί με δικηγόρο εκ των δικηγόρων τους, κίνησαν τη διαδικασία για την κήρυξή της σε ανικανότητα. Ο ΜΕ1 κατέθετε στο εδώλιο με ένταση, ο λόγος του ήταν χειμαρρώδης, δείχνοντας ότι είχε πολλά πράγματα που ήθελε να πει, για να εξηγήσει όλα αυτά που συνέβησαν. Σε αρκετά σημεία, ο λόγος έχανε και τη συνοχή του, στην προσπάθεια του ΜΕ1 να προσθέσει πληροφορίες, από τις τόσες, τόσων χρόνων, που προφανώς κατέκλυζαν τις σκέψεις του, και γιατί θεωρούσε πως θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες, όπως, για παράδειγμα ότι είχε κινδυνεύσει ακόμα και η ζωή του δίπλα στην Ενάγουσα
  29. Καταλαβαίνοντας και ο ίδιος ότι διάφορες αναφορές θα μπορούσαν να φαίνονται, σε κάποιον τρίτο, ακρότητες, ή υπερβολές, αλλά ο ίδιος γνωρίζοντας την αλήθεια τους, και εκπλησσόμενος και ο ίδιος από τις επιφυλάξεις της ζωής, ανέφερε πως η ιστορία της συζύγου του θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν σενάριο της καλύτερης κινηματογραφικής ταινίας. Η κατάθλιψη της συζύγου του, όπως είπε, είναι σε τόσο μεγάλο βαθμό, που ο ίδιος εξέφρασε κατ' επανάληψη στο εδώλιο, με διάφορους τρόπους, την απελπισία του, ως προς την πιθανότητα να βελτιωθεί ή να θεραπευτεί από ψυχολόγους ή ψυχιάτρους. Του προκαλούσε αναστάτωση ακόμα και η σκέψη πως την ώρα που η σύζυγός του έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και σχεδόν ξεψυχούσε, η περιουσία εξανεμίζονταν, εν αγνοία του, γιατί η Ενάγουσα 2 εκτέθηκε σε ανθρώπους επιτήδειους. Γνώριζαν ότι η Ενάγουσα 2, ο δείκτης νοημοσύνης της οποίας, όπως είπε, είναι όσο ενός μωρού 12 χρονών, είναι άτομο εξωστρεφές, καλόκαρδο και άδολο, με προβλήματα στον ψυχικό της κόσμο, και ενήργησαν για να ωφεληθούν οι ίδιοι. Ο λόγος που ο ίδιος ένιωσε την ανάγκη ότι πρέπει πλέον να αφήσει την Ενάγουσα 2 και να προχωρήσει με τη δική του ζωή ήταν γιατί αισθάνθηκε πως δεν είχε νόημα ο ίδιος να πηγαίνει στη δουλειά για έναν συγκεκριμένο μισθό και εκείνη να κάνει δωρεές προς πάσα κατεύθυνση προς διάφορους επιτήδειους που την εξαπάτησαν, τόσο τη δική της περιουσία όσο και τη δική του, που έκανε το λάθος και τη μεταβίβασε στην ίδια, αναφέροντας περιπτώσεις. Δεν θέλει κάποιος γνώσεις, όπως είπε, να καταλάβει πως κάτι δεν πάει καλά με την Ενάγουσα
  30. Είναι τόσο εξόφθαλμο. Και το αντάλλαγμα, είναι τόσο χαμηλό, δεν μπορεί παρά να παραπέμπει, θεωρεί, και σε ποινικά αδικήματα. Την ίδια στιγμή, ο ΜΕ1, εξέφραζε κατ' επανάληψη διατηρούμενη αγάπη και έγνοια για την Ενάγουσα 2, λέγοντας, δεν σημαίνει ότι επειδή περιέπεσε σε τόσα λάθη, είναι «σκάρτη», είναι ένα πρόσωπο δυστυχισμένο, με ένα προσωπείο, όπως ανέφερε. Εκφράζοντας την απορία, πώς είναι δυνατόν άνθρωποι να εκμεταλλευτούν ένα τέτοιο πρόσωπο, σε τέτοια κατάσταση, και ο Εναγόμενος 1, που ήξερε, που μετέφερε κι ο ίδιος το νεκρό παιδί τους. Όπως του ανέφερε η Ενάγουσα 2, ακόμα και σήμερα που τελεί σε ανικανότητα, δεν πίστευε ποτέ πως ο Εναγόμενος 1 θα την εξαπατούσε. Ο Εναγόμενος 1 της είχε πει πως έχει γνωστό του πρόσωπο στο Κτηματολόγιο, και παινεύτηκε για το γεγονός πως έβαλαν χαμηλή αξία, για να μην επιβαρυνθεί και μεταβιβαστικά. Δεν είχαν όμως λόγο οι Ενάγουσες να κάνουν ουσιαστικά δωρεά σε ένα άγνωστο πρόσωπο, και όχι στα παιδιά της Ενάγουσας 2 και αντίστοιχα εγγόνια της Ενάγουσας
  31. Ο ΜΕ1 εξέφρασε βαθιά πικρία που, ενώ ο ίδιος βοήθησε τόσο τον Εναγόμενο 1, και του είπε πει να μην εκμεταλλευτεί ποτέ την Ενάγουσα 2, εντούτοις, φέρθηκε με τον τρόπο αυτό. Κατά την αντεξέτασή του, τα προαναφερόμενα, η ένταση, ο χειμαρρώδης λόγος, η απελπισία, η βαθιά πικρία, εκδηλώθηκαν σε πολλαπλάσιο βαθμό. Οι θέσεις του ΜΕ1, όμως, ήταν πολύ σταθερές. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως σήμερα η σχέση του με την Ενάγουσα 2 είναι ανύπαρκτη. Η κατάστασή της πλέον, όπως είπε, είναι μη διαχειρίσιμη. Είναι αδύνατη η συνεννόηση μαζί της, δεν ξέρει τι πράττει, δεν υπάρχει λογική στις ενέργειές της. Ωστόσο, κάποτε οδηγεί αυτοκίνητο, και φροντίζει και το εγγόνι της, που είναι εννέα μηνών. Ο Εναγόμενος 1, όπως είπε ο ΜΕ1, εκτός από τις εργασίες, δεν μετέβαινε στο σπίτι τους για επίσκεψη, καφέ ή φαγητό. Ούτε το αντίστροφο συνέβαινε. Κάθε φορά, πληρώνονταν για τις εργασίες του. Ο ίδιος ο ΜΕ1, όπως είπε, πολύ σπάνια έβλεπε τον Εναγόμενο
  32. Πιο συχνά, τον έβλεπε όταν ασθένησε ο υιός τους, λόγω των μεταφορών που έκανε ο Εναγόμενος
  33. Μιλούσε στη σύζυγό του στο τηλέφωνο, κάτι που δεν άρεσε στον ίδιο. Η σχέση του ΜΕ1 με την σύζυγό του, πριν από την ασθένεια του παιδιού τους, και ιδίως πριν από την απώλεια του πατέρα της, ήταν σχετικά καλή. Υπήρχαν, όπως είπε, τα σκαμπανεβάσματα, αλλά δεν είχαν σημασία, έλεγε, ο ίδιος, πως είναι νεότερή του, και δικαιολογούσε κατά κάποιον τρόπο ενέργειες που μπορεί να φαίνονταν όχι τόσο λογικές ή «τρέλες». Πήγαιναν μαζί σε υπεραγορές και για ψώνια, όμως, επειδή η σύζυγός του ήταν από τη γνωστή οικογένεια, ο πεθερός του, όπως είπε, για τα σημαντικά ζητήματα, ήθελε να δίνει και ο ίδιος συναίνεση. Όταν απεβίωσε, ήταν από κοινού η διαχείριση των οικονομικών τους. Τα χρήματα που της έδινε ο ίδιος ήταν αρκετά για να καλύπτουν τα προσωπικά της έξοδα, όσο μπορεί να ισχύει αυτό για τις ανάγκες μιας γυναίκας, αλλά, όπως εκ των υστέρων φάνηκε, μπορεί να μην ήταν, εφόσον δεν άφησε τίποτε από την περιουσία. Δεν χρησιμοποιούσε την περιουσία της για τα προσωπικά της έξοδα, αλλά είχε τη συνήθεια, επειδή και ο ίδιος είναι σχετικά γνωστός, μπορούσε να περάσει από κάποιο κατάστημα η Ενάγουσα 2 και να έλεγε ότι θα περνούσε ο σύζυγός της να τα πληρώσει. Η κατασπατάληση της περιουσίας φάνηκε τα επόμενα χρόνια, και οφείλεται, κατά τον ίδιο, σε πολυσύνθετους λόγους. Δεν υπάρχει, ανέφερε χαρακτηριστικά, παγκόσμιο προηγούμενο, μια μάνα να καταστρέψει το σπίτι της, απλά και μόνο για να αποδείξει πως είναι ικανή να το κάνει, χωρίς να έχει όφελος, ουσιαστικό. Το πληρεξούσιο έγγραφο που η Ενάγουσα 1 φέρεται να υπέγραψε στην Ενάγουσα 2 είναι, κατά τη θέση του, πλαστό. Η Ενάγουσα 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, δεν υπήρχε λόγος να δώσει πληρεξούσιο στην κόρη της για να κάνει στην ουσία δωρεά (λόγω του αμελητέου ποσού) σε ξένο πρόσωπο. Εάν μάλιστα το έπραττε, θα σήμαινε απόρριψη της οικογένειάς της. Ήταν γυναίκα αριστοκράτισσα, τίμια, από την καλύτερη οικογένεια της Πάφου, όπως είπε. Εντούτοις, θα πρέπει να σημειωθεί πως το Τεκμήριο 3Γ δεν αμφισβητήθηκε οποτεδήποτε από την Ενάγουσα 1, η οποία δεν ζητά την ακύρωση της μεταβίβασης του ½ των ακινήτων της για τον λόγο αυτό. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να καταλήξει σε εύρημα πλαστότητας του πληρεξουσίου εγγράφου με βάση το οποίο μεταβιβάστηκαν τα ακίνητα από την Ενάγουσα 2 στον Εναγόμενο 1, εκτός δικογραφίας, και μόνον με βάση τα λεγόμενα του ΜΕ
  34. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΕ1 που αναφέρεται σε πλαστότητα του πληρεξουσίου εγγράφου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Όπως του ανέφερε η Ενάγουσα 2, ο Εναγόμενος 1 την έπεισε πως, αν δεν τιτλοδοτούσε τα ακίνητα στο όνομά του, δεν θα λάμβανε την εκταρική επιδότηση που παίρνουν όσοι σπέρνουν. Όμως, όπως προκύπτει από την ύπαρξη του Τεκμηρίου 3Γ, η Ενάγουσα 2 ήταν ήδη πεπεισμένη να πωλήσει τα τρία ακίνητα. Κατ' επέκταση, δεν ισχύει η εκδοχή του ΜΕ1 ότι ήταν ο Εναγόμενος 1 που έπεισε την Ενάγουσα 2 να πωλήσει τα συγκεκριμένα ακίνητα, εφόσον έρχεται σε αντίφαση με τη λοιπή μαρτυρία. Εξάλλου, ο ΜΕ1, όπως είπε, ρώτησε την Ενάγουσα 2, γιατί δεν του έδωσε απλώς μια σκάλα (εάν ο Εναγόμενος 1 ήθελε απλώς να πάρει επιδότηση) και έδωσε ολόκληρα τα τεμάχια, και, όπως λέει, η Ενάγουσα 2 του είπε ότι πρόθεσή της ήταν να του δώσει ένα μικρό κομμάτι προσωρινά, αλλά, με τις διασυνδέσεις που έχει στο Κτηματολόγιο, ήξερε πως είχε τρία τεμάχια. Με αυτά τα μεταφερόμενα λεγόμενα της Ενάγουσας 2, ο ΜΕ1 είπε, ουσιαστικά, πως συζήτησε με την Ενάγουσα 2 την πράξη, και η Ενάγουσα 2 έδωσε μία απάντηση που δείχνει ότι ενήργησε με συνειδητοποίηση της πράξης της να μεταβιβάσει και τα τρία ακίνητα. Ρωτήθηκε, ο ΜΕ1, εάν ο ίδιος πίστεψε τα λεγόμενα της Ενάγουσα 2, εφόσον ήταν πρόσωπο με όλα τα προβλήματα που ο ίδιος προανέφερε. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως, το αν την πίστεψε ή όχι, δεν έχει σημασία, λέει ό,τι είπε, ο ίδιος αυτό που προσπαθούσε να κάνει ήταν να βρει τη λογική, γιατί να κάνει μεταβίβαση σε μη συγγενικό πρόσωπο, που τα νούμερα βοούν, ό,τι και να έγινε μεταξύ τους, ότι ξεγελάστηκε. Δεν μπορεί να βρει άλλη εξήγηση. Η συνήγορος των Εναγόμενων ρώτησε τον ΜΕ1 «ξέρετε πως η σύζυγός σας κυκλοφορούσε με ένα κουτί κοτσάνια και ρωτούσε αν ενδιαφέρεται κόσμος για πώληση;». Η απάντηση του ΜΕ1 ήταν στην ίδια διάσταση που θέτει την όλη προβληματική της συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1 «αφού ο Εναγόμενος 1 υπαινίσσεται ότι είναι πιο λογικός, γιατί δέχθηκε τέτοια πράξη, είναι ανήθικος». Να λέει ότι αγόρασε τα ακίνητα, με ένα τίμημα «γελοιώδες». Λέγοντας, ο ΜΕ1, με παραστατικότητα και φυσική ορμή στον τρόπο έκφρασής του, συχνά τοποθετώντας την στα άκρα, για να καταστήσει κατανοητό το τι λέει, «να βγείτε έξω στον δρόμο, και αν βρείτε ένα μωρό, που να πει ότι αυτό είναι θεμιτό, να δηλώσω παραίτηση από τη θέση που είμαι». Κατά τον ΜΕ1, δεν έχουν σημασία τα φυσικά χαρακτηριστικά των ακινήτων. Ο ίδιος δεν τα ερεύνησε και δεν τα γνωρίζει, εάν για παράδειγμα έχουν πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο και σε ποια ζώνη βρίσκονται. Αντέστρεψε, όμως, το ερώτημα στη συνήγορο των Εναγόνενων, εάν με υποτιθέμενους περιορισμούς δεν έχουν αξία ή είναι «άχρηστα», ποιος είναι ο λόγος που ο Εναγόμενος 1, μόλις κατάφερε να «αποσπάσει» την περιουσία, την υποθήκευσε για πολλαπλάσιες αξίες, ενώ εκτιμήθηκαν και σε μεγαλύτερες αξίες. Ακόμα και οι εκτιμήσεις του Κτηματολογίου, είναι μεγαλύτερες, αλλά, ακόμα κι αν το Κτηματολόγιο δεν λαμβάνει υπόψη του τα φυσικά χαρακτηριστικά των ακινήτων κατά τις εκτιμήσεις του, ως ήταν η υποβολή της συνηγόρου των Εναγόμενων, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, ιδιωτικές εκτιμήσεις για σκοπούς τραπεζών έδειξαν πολλαπλάσια αξία. Όταν υποβλήθηκε πως το τίμημα πώλησης ήταν προϊόν διαπραγμάτευσης, ο ΜΕ1 απάντησε έντονα, πως ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να δώσει ούτε €50,
  35. Στην υποβολή ότι η σύζυγός του, το 2004, προσπαθούσε να πωλήσει γενικά ακίνητη περιουσία της, ανέφερε πως τα επίδικα δεν πωλήθηκαν, το πενιχρό τίμημα δεν ήταν λογικό, ούτε η πεθερά του ήθελε και εκείνη να πωλήσει περιουσία. Η συνήγορος των Εναγόμενων υπέβαλε στον μάρτυρα πως αρχικά η σύζυγός του πρότεινε στον Εναγόμενο 1 να αγοράσει τα ακίνητα για Λ.Κ.7.000,00, και τα τρία, ο Εναγόμενος 1 της είπε ότι ήταν αδύνατο να βρει αυτό το ποσό, και μετά η σύζυγός του «έπεσε» στο ποσό των Λ.Κ.5.000,00, και στη συνέχεια, κατόπιν διαπραγμάτευσης, κατέληξε να πωλήσει τα ακίνητα για Λ.Κ.2.500,00, γιατί αυτό το ποσό είχε να προσφέρει. Ο ΜΕ1 διαφώνησε με τέτοια υποβολή, λέγοντας πως ο Εναγόμενος 1, σε άλλη υπόθεση, ανέφερε πως είδε μία ημέρα τη σύζυγό του να κρατά τίτλους ιδιοκτησίας και να της λέει "δεν μας διας κανένα"· όχι στο Κτηματολόγιο, εκεί θα τον ειδοποιούσαν. Κάλεσε την πλευρά των Εναγόμενων να δώσει αντίγραφο επιταγής ή νόμιμη απόδειξη με πλήρη στοιχεία ότι δόθηκε τέτοιο ποσό. Ακόμα δηλαδή κι αν αγνοηθεί η κατάσταση της Ενάγουσας 2, όπως είπε, η πεθερά του, Ενάγουσα 2, είχε καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, δεν υπήρχε κανένα έρεισμα να πωλήσει περιουσία στον Εναγόμενο 1, για να πάρει χίλιες λίρες. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως, για να ολοκληρωθεί μία μεταβίβαση βάσει πώλησης η Ενάγουσα 2 πήγε ενώπιον του αρμόδιου Κτηματικού λειτουργού και δήλωσε υπεύθυνα ότι εισέπραξε το ποσό του τιμήματος, αν δεν δήλωνε, δεν θα γινόταν μεταβίβαση, ερωτώντας εάν είναι η θέση του ΜΕ1 πως η Ενάγουσα 2 δήλωσε ψέματα στον Κτηματολόγιο. Ο ΜΕ1 απάντησε πως δεν ξέρει αν πήγε ή αν γράφθηκε ότι είναι παρούσα και ότι πήρε το τίμημα πώλησης, εφόσον ο Εναγόμενος 1 έχει διασυνδέσεις στο Κτηματολόγιο. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως η Ενάγουσα 2 συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 να πωλήσει τα τρία ακίνητα για Λ.Κ.2.500,00, και μάλιστα ο Εναγόμενος 1 θεωρούσε πως του έκανε μεγάλη χάρη γιατί του έδωσε δια πώλησης αυτά τα ακίνητα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν την εκμεταλλεύτηκε. Ο ΜΕ1 ήταν σταθερός στη θέση του καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασής του, πως τα νούμερα, οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η ενέργεια αυτή, που χαρακτήρισε ως «κλοπή», το γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 ουδέποτε θα έδινε με πενιχρό τίμημα ακίνητα, εφόσον ουδέποτε είχε ανάγκη, τα πάντα, δείχνουν, κατά τον ίδιο, πως, υπό κανονικές συνθήκες, ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να ήταν στη φυλακή, ανεξαρτήτως του τι διαμείφθηκε. Αν δούμε στον δρόμο, είπε χαρακτηριστικά, κάποιον που πουλά ρολόι των €500,00 για €20,00, πρέπει να γνωρίζουμε πως είναι προϊόν κλοπής, και φέρουμε την ίδια ευθύνη με αυτόν που πώλησε το κλαπέν· παρόμοια περίπτωση, εξήγησε, είναι και τα επίδικα ακίνητα, που «αποσπάστηκαν», από τον Εναγόμενο 1 που εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση της ανικανότητας της Ενάγουσας
  36. Δεν πιστεύει, όπως είπε ο ΜΕ1, πως η Ενάγουσα 2 ξέρει την αξία του χρήματος. Ήξερε, όπως είπε, την αξία των αντικειμένων για τη χρήση, όχι για τη χρηματική αξία. Η συνήγορος των Εναγόμενων υπέδειξε στον μάρτυρα πως σε άλλη πράξη που διενήργησε η σύζυγός του την ίδια περίοδο δεν ήταν για «πενιχρό» τίμημα πώλησης, συνάγοντας, εξ αυτού, πως αντιλαμβάνεται την αξία του χρήματος. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως απλώς δεν έκανε διαπραγματεύσεις σε εκείνη την πράξη, και εφόσον ήταν επωφελής, δεν θεώρησε και πως υπάρχει και λόγος να ακυρωθεί. Του υποβλήθηκε πως, άρα, ο λόγος που προσβάλλονται οι επίδικες πράξεις είναι γιατί βασικά δεν αρέσει στον ίδιο το τίμημα πώλησης. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως η ίδια η Ενάγουσα 2 ζήτησε κάτι τέτοιο, αισθανόμενη ότι εξαπατήθηκε. Λέχθηκε στον μάρτυρα πως η σύζυγός του πλαστογράφησε τις υπογραφές των Εναγόμενων 1 και 2 σε πωλητήριο έγγραφο, και ο μάρτυρας απάντησε πως έχει πολλές φορές πλαστογραφήσει και την υπογραφή του ιδίου, εξηγώντας, μέσα από τα λεγόμενά του, πως αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί έχει πρόβλημα. Προς το τέλος της αντεξέτασής του, και μέσα από την πίεση που ασκήθηκε στον ΜΕ1 απ' αυτήν, ιδίως μετά από την ερώτηση πώς ο ίδιος προστάτευσε τη σύζυγό του, που μάλλον άγγιξε τον ΜΕ1 σε σημείο όπου και ο ίδιος τείνει προς αισθήματα ενοχής, ο ΜΕ1 ξέσπασε σε κλάματα, λέγοντας «γιατί δεν ήρθε να με ρωτήσει ο Α. κατά πόσο, κύριε, εσύ που με γλίτωσες, δέχεσαι να πάρω οικογενειακή περιουσία, γιατί δεν τόλμησε;». Απαντώντας, στη συνέχεια, για τις δικές του προσπάθειες. Επανέλαβε, με τόσο έντονο παράπονο «. δεν είδα σε καμία περίπτωση, αφού είναι έτσι τα πράγματα, να πει το δίδω πίσω. Να πει ο ίδιος τι παράπονο έχει που εμένα και γιατί πήγε πίσω μου, αφού ήξερε ότι είναι πελλή τούτη η γυναίκα, γιατί δεν με ρώτησε εμένα και ήρθε μόνο άμα με χρειάζετουν;». Στην υποβολή πως ό,τι γνωρίζει ο μάρτυρας είναι ακριβώς από τα λεγόμενα ενός προσώπου που ο ίδιος χαρακτηρίζει έτσι, ο μάρτυρας εξήγησε πως θα ήταν παράλογο να έχει προσωπική γνώση, εφόσον, εάν γνώριζε, θα διαφωνούσε. Αλλά ό,τι και να διαμείφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου 1, οι αριθμοί, το πρόβλημα της Ενάγουσας 2, η έλλειψη λογικής στην πράξη, οδηγούν στο αποτέλεσμα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, ο μάρτυρας, με λυγμικό λόγο, ανέφερε «. και έπρεπε ο κύριος εδώ να ντρέπεται, γιατί είχαμε περάσει πάρα πολλά, μόνο που είδε το μωρό μου να μπαίνει στον λάκκο έπρεπε να έρθει ο ίδιος να μου πει έλα ρε πίσω, γιατί ήξερα ότι αγάπαν τον Α.». Και έπειτα, «κουράστηκα να πολεμώ, να ισιώνω τα τούτα. . να δεχθείτε διάταγμα ακύρωσης, να έρθει πίσω στα μωρά μου. . να τελειώνουμε». Περαιτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 παρατίθεται στη συνέχεια. ΜΕ2 Ο ΜΕ2 είναι ψυχίατρος. Σήμερα, εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, έχοντας συμπληρώσει περίπου 20 χρόνια στον δημόσιο τομέα. Δεν αμφισβητούνται τα προσόντα του και η ικανότητά του για πραγματογνωμοσύνη. Γνωρίζει την Ενάγουσα 2 από την 16.10.2019, όταν πήγε στο γραφείο του για να τύχει εξέτασης και αξιολόγησης. Ετοίμασε, για τον σκοπό αυτό, έκθεση ημερομηνίας 13.11.2019 (Τεκμήριο 13). Στο Τεκμήριο 13, ο ΜΕ2 βεβαιώνει ότι η Ενάγουσα 2 παρακολουθείται από τον ίδιο, από την 16.10.2019, κατόπιν οδηγιών της δικηγόρου της. Κατά τις ψυχιατρικές συνεντεύξεις, διαπίστωσε χρονίζουσα κατάθλιψη με χαρακτηριστικά τη πτωχή διάθεση, την περιορισμένη δυνατότητα συναισθηματικής ικανοποίησης και σταθερότητας, την κλειστοφοβία, τη χαμηλή ενέργεια, το άγχος, την αϋπνία, τις δυσκολίες συγκέντρωσης και προσοχής, και τον απαισιόδοξο ιδεασμό και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Τα στοιχεία αυτά, όπως αναφέρει, και η κλίμακα Zung[5] με βαθμολογία 83% συνηγορούν για μείζονα κατάθλιψη με κλειστοφοβικά στοιχεία που χρήζει θεραπευτικής βοήθειας. Για τον σχηματισμό πληρέστερης κλινικής εικόνας, όπως αναφέρει, μελέτησε εκθέσεις ειδικών που την είχαν εξετάσει στο παρελθόν, όπως των ψυχιάτρων Δρ. Χριστόδουλου Γαλατόπουλου ημερομηνίας 19.10.2009 και της Δρ. Μαρίας Πίττα ημερομηνιών 15.10.2011 και 29.06.2018, και τις εκθέσεις του κλινικού ψυχολόγου κύριου Μιχάλη Πυργά ημερομηνιών 20.10.2011 και 29.06.
  37. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις διαπιστώσεις, όπως αναφέρει, θεωρεί πως η Ενάγουσα 2, στην παρούσα φάση της ζωής της (κατά τον χρόνο εξέτασής της από τον ΜΕ2), βιώνει επιπλέον σοβαρές ψυχοπιεστικές καταστάσεις που σχετίζονται με δικαστικές εμπλοκές και σοβαρές διενέξεις με τον σύζυγό της, που επιδεινώνουν την κατάσταση της υγείας της και αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες στη θεραπευτική διαδικασία. Κρίνει, όπως διατυπώνει, πως η ψυχική της υγεία, στην παρούσα εξέλιξη συγκυριών, είναι άκρως ευάλωτη και εύθραυστη, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Ο ΜΕ2, όπως αναφέρει, ετοίμασε και άλλη έκθεση, την 14.12.2021 (Τεκμήριο 14). Στο Τεκμήριο 14, προσθέτει πως, με βάση τα δεδομένα των κλινικών εκθέσεων, βεβαιώνεται το καταθλιπτικό ιστορικό που χρονίζει και το οποίο συνδέεται με πολυτραυματικά βιώματα ζωής με επανειλημμένα γεγονότα απόρριψης και σοβαρών ασθενειών στην οικογένεια, όπως δραματικών απωλειών και θανάτων. Θεωρεί ότι η πορεία της ψυχικής υγείας της από πενταετίας περίπου, υπό το βάρος ψυχικών πιέσεων και αδιεξόδων, είχε σημαντικά ελλείμματα και πολύ πιθανόν αποφάσεις και πράξεις της να μην βασίζονταν σε υγιή κρίση και βούληση. Η παρούσα κατάσταση της ψυχικής και νοητικής της ικανότητας είναι επιβαρυμένη και κρίνει ότι δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί τα περιουσιακά της στοιχεία και τις νομικές της εκκρεμότητες και διαδικασίες με επάρκεια και υπευθυνότητα. Η ίδια, όπως ανέφερε ο ΜΕ2, αποδέχθηκε στον ψυχίατρο την ανεπάρκειά της. Το Τεκμήριο 14, προφανώς ετοιμάστηκε για τους σκοπούς της διαδικασίας κήρυξης της Ενάγουσας 2 σε ανικανότητα. Ο ΜΕ2 προσκόμισε και τα πιστοποιητικά των άλλων ειδικών, που ανέφερε στην έκθεσή του και έλαβε υπόψη του. Το ιατρικό πιστοποιητικό που φέρεται να είχε εκδώσει ο Δρ. Χρ. Γαλατόπουλος, ψυχίατρος, την 19.10.2019 (Τεκμήριο 15Α), σύμφωνα με το οποίο ο εν λόγω ψυχίατρος είχε αναφέρει πως εξέτασε την Ενάγουσα 2 την 15.10.2009 και την 19.10.2009 στο ιατρείο του και διαπίστωσε πως η ασθένεια του παιδιού της, τον Αύγουστο του 2005, και έπειτα η απώλειά του, την 07.11.2006, προκάλεσε στην ίδια και στον σύζυγό της έντονη κατάθλιψη, με αποτέλεσμα να μην λειτουργήσει φυσιολογικά και να αναπτύξει έντονες τάσεις αυτοκαταστροφής και σε μία περίπτωση την 03.09.2008 να αποπειραθεί να αυτοκτονήσει. Ο Δρ. Γαλατόπουλος μιλά για την περίοδο 2005-
  38. Προσκόμισε, ο ΜΕ2, και το ιατρικό πιστοποιητικό της Δρ. Πίττα, Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ημερομηνίας 13.10.2011 (Τεκμήριο 15Β), το οποίο αναφέρεται σε εξέταση που έγινε την 28.07.2010, κατόπιν έκδοσης διατάγματος υποχρεωτικής εξέτασής της μετά από αίτημα του συζύγου της, σύμφωνα με το οποίο είχε μειωμένη αντίληψη και κρίση, νεύρα και ανεξέλεγκτη συμπεριφορά. Δεν διαπίστωσε ψυχοπαθολογία που να έχρηζε νοσηλείας, αλλά σημείωσε αγχώδη κατάσταση με καταθλιπτικούς συντελεστές λόγω πολλών στρεσσογόνων παραγόντων που βίωνε λόγω της συγκρουσιακής σχέσης με τον σύζυγό της και της απώλειας του παιδιού της προ ετών. Επειδή δεν παρακολουθείτο από τις ιατρικές υπηρεσίες, δεν υπήρχε δυνατότητα σύνταξης λεπτομερέστερης έκθεσης. Ο ΜΕ2 προσκόμισε και «ψυχολογική αναφορά» από τον κλινικό ψυχολόγο κύριο Μιχάλη Πυργά, ημερομηνίας 29.06.2018 (Τεκμήριο 15Γ), η οποία είχε συνταχθεί, όπως αναγράφει στο μπροστινό της φύλλο, για τους σκοπούς μιας αγωγής με αριθμό 1950/2010 Ε.Δ. Πάφου. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 15Γ, ετοιμάστηκε για αγωγή που αφορούσε τη σύναψη πωλητηρίων συμβολαίων και εκτέλεση κτηματικών συναλλαγών για τις οποίες, σύμφωνα με ισχυρισμούς της ίδιας της Ενάγουσας 2, η πνευματική της ικανότητα ήταν παροδικά αλλοιωμένη λόγω ψυχοσυναισθηματικών παραγόντων. Σύμφωνα με την περίληψη των ευρημάτων του κύριου Πυργά, η ψυχομετρική αξιολόγηση γνωστικών λειτουργιών WAIS-IV, το νοητικό επίπεδο της Ενάγουσας 2 βρίσκονταν στο πλαίσιο του οριακού. Σύμφωνα με την ψυχομετρική αξιολόγηση προσωπικότητας και ψυχοπαθολογίας MMPI-2, παρουσίαζε συναισθηματική απόσυρση, μελαγχολία, σαδομαζοχιστική συμπεριφορά, συναισθηματικό κενό, αναβράζων θυμό με εκρηκτικές τάσεις και αυτοκαταστροφική διάθεση. Κατά τον ουσιώδη χρόνο που διενήργησε τις συναλλαγές που απασχόλησαν εκείνη την αγωγή, υπέφερε από κατάθλιψη. Βρίσκονταν σε ψυχική διαταραχή που, σε συνδυασμό με τα γνωστικά της ελλείμματα, περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία του λογικού της, την ικανότητά της για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και δεν είχε πλήρη συνείδηση της σοβαρότητας των πράξεων της. Τα συναισθήματά της ήταν τόσο κατακλυσμικά και παρορμητικά που διάβρωναν την ικανότητά της για σκέψη, προκαλούσαν πνευματικό αφοπλισμό, θόλωση της κρίσης, στέρηση της ικανότητας για λογική στάθμιση των διαφόρων παραμέτρων των πράξεων της και ελάττωναν τον έλεγχο της πραγματικότητας. Η έκθεση του κύριου Πυργά αναφέρει τις πηγές των πληροφοριών του, το οικογενειακό ιστορικό που συγκέντρωσε, αναλύει τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων με δέουσες παραπομπές, και είναι μια εργασία που πληροί όλες τις επιστημονικές προδιαγραφές. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 79 της έκθεσης του κύριου Πυργά, η Ενάγουσα 2 του είχε αναφέρει, κατά τον χρόνο των συνεδριών τους, αρκετό καιρό μετά τις επίδικες συναλλαγές, πως βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση και καχυποψία για τα κίνητρα των άλλων ανθρώπων από νεαρή ηλικία, λόγω των πρόωρων εμπειριών απόρριψης και εγκατάλειψης που σφυρηλάτησαν μέσα της αυτό τον τρόπο επαφής με τους ανθρώπους. Βιώνει τον κόσμο σαν εχθρικό, αφιλόξενο, μη ασφαλές μέρος. Του είχε αναφέρει, όπως εκθέτει «ήμουν καχύποπτη για να μην με ξεγελάσουν». Ήταν διαποτισμένη από την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι που την πλησιάζουν είχαν κίνητρο την οικονομική της επιφάνεια. Λόγω του ότι εγκαταλείφθηκε και πωλήθηκε από τη βιολογική της οικογένεια έναντι χρηματικού ποσού και στη συνέχεια ανατράφηκε από πολύ εύπορη οικογένεια, τα χρήματα απέκτησαν ιδιαίτερη αξία για την ίδια. Ξόδευε μεγάλα χρηματικά ποσά σε υλικά αγαθά, ίσως για να γεμίσει το συναισθηματικό της κενό, για να αισθάνεται ότι αξίζει κάτι. Πίστευε ότι η οικονομική της επιφάνεια προσέλκυε τους ανθρώπους γύρω της, και την ενοχλούσε. Όπως ανέφερε στον ψυχολόγο, «με κάνουν παρέα για τα λεφτά. Αφού δεν με αγαπούν και είναι κοντά μου για τα λεφτά, θα τα καταστρέψω. Να τιμωρηθώ και εγώ αλλά και αυτοί». Ο ψυχολόγος έχει σημειώσει και την τάση να εξωτερικεύει την ευθύνη μέσα σε τρίτα άτομα. Στην παράγραφο 82 της έκθεσης του κύριου Πυργά, με αναφορά στις εκεί εξεταζόμενες κτηματικές συναλλαγές, ο ψυχολόγος ανέφερε πως πιθανώς η καταστροφή ή αποξένωση κτηματικής περιουσίας καθώς και η αυτοκαταστροφικότητα να ήταν το απότοκο της συναισθηματικής απόσυρσης από τη ζωή και της μειωμένης λιβιδινικής επένδυσης στο μέλλον. Στις παραγράφους 84 και 85, εξηγείται πως η παρορμητικότητά της είναι σε υψηλά επίπεδα και η κρίση της πτωχή. Ο μειωμένος έλεγχος των παρορμήσεών της σε συνδυασμό με τον αναβράζοντα θυμό, την ασίγαστη οργή και θλίψη, συνθέτουν ένα σκηνικό ιδιαίτερα επιρρεπές σε πράξεις αυτοκαταστροφής και ετεροκαταστροφής. Όταν ο έντονος θυμός της συνδυαστεί με την παρορμητικότητά της, τότε ενδέχεται να αναδυθεί έντονη καταστροφικότητα, και όταν αυτά συνδυαστούν με τη μελαγχολία που βιώνει, η καταστροφική μανία μπορεί να εσωτερικευθεί και να εκφραστεί με αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (και έντονους εκδραματισμούς), όπως επανειλημμένες απόπειρες αυτοκτονίας, αποξένωση περιουσίας και παραβατικότητα, όπως υπήρξε και στο παρελθόν. Στη ψυχολογική έκθεση, γίνεται αναφορά και πώς η σχέση με τον ΜΕ1 είχε επηρεάσει την Ενάγουσα 2 και τη συμπεριφορά της. Στην παράγραφο 113 της έκθεσης του κύριου Πυργά, αναφέρεται πως οι ατέρμονοι οδυρμοί και κλαυθμοί και τα ανεξάντλητα παράπονα συνιστούσαν μια ασυνείδητη ψυχική κίνηση που στόχευε στο να ακυρώσει την πραγματικότητα της απώλειας του πρωταρχικού αντικειμένου με το να το συντηρεί στην επικαιρότητα της ψυχικής της ζωής. Όμως, με αυτό τον τρόπο, η διεργασία του πένθους εμποδίζονταν, καθιστώντας το νηπενθές (που επιβάλλει τη σίγαση και το συντηρεί εσαεί). Στην παράγραφο 116, αναφέρεται πως η κίνηση για αποξένωση της περιουσίας μέσω εικονικών πράξεων ενδέχεται να φλογίζονταν από την οργή απέναντι στο σύζυγό της καθώς και από την αυτοκαταστροφικότητά της. Όταν η προσδοκία για πραγματοποίησης συγκολλητικής ταύτισης κατέρρευσε, η οργή στράφηκε προς τον εαυτό της και προς τον σύζυγό της. Μέσα από αυτοκαταστροφικές πράξεις ήταν έως να είχε την ελπίδα ότι η οδύνη, η ταλαιπωρία, η ανημποριά και, γενικά η δυσκλεής της θέση θα συγκινήσει τον σύζυγο. Γίνεται αναφορά στην αναζήτηση από μέρους ανακλητικής σχέσης, στον εξαναγκασμό της προστασίας, για να ικανοποιήσει την εξαρτητική παθητικότητα. Στην παράγραφο 123, η αποξένωση μεγάλης ακίνητης περιουσίας σε εξευτελιστικές τιμές με πιθανότητα να μην εισπράχθηκαν χρήματα και η διάπραξη πλαστογραφιών αποδίδονται στις αυτοκαταστροφικές της τάσεις, και η άποψη είναι πως, λόγω της κατάστασής της, μπορεί να προβεί σε πράξεις που δεν θα προέβαινε σε φυσιολογικές συνθήκες. Στις παραγράφους 125, 126 και 127, εκφέρεται η άποψη του ψυχολόγου πως η ψυχοπαθολογία της, σε συνδυασμό με το χαμηλό νοητικό επίπεδο, δημιούργησαν προβλήματα στην ικανότητά της να κρίνει και να ελέγχει τις πράξεις της ή να αξιολογεί επαρκώς τα κίνητρα των άλλων. Ο συσχετισμός των τραυματικών βιωμάτων με την κατάθλιψη και την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά αποτελεί επιστημονικό εύρημα. Άτομα που επανειλημμένα επιχειρούν να θέσουν τέρμα στη ζωή τους ή επιδίδονται σε άλλες αυτοκαταστροφικές πράξεις, όπως η Ενάγουσα 2, τείνουν να παλινδρομούν και να επιστρέφουν στα παιδικά τους τραύματα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο (που στην έκθεση ήταν ο χρόνος των εκεί εξεταζόμενων κτηματικών συναλλαγών, μετά και από άλλες απώλειες που είχε αντιμετωπίσει η Ενάγουσα 2 και την επιδείνωση) που η Ενάγουσα 2 προέβη στις κτηματικές πράξεις βρίσκονταν σε ψυχική διαταραχή η οποία, σε συνδυασμό με τα γνωστικά της ελλείμματα, περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία του λογικού της, την ικανότητά της για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και δεν είχε πλήρη συνείδηση της σοβαρότητας της πράξης της. Ο κύριος Πυργάς εκφέρει και την άποψη πως δεν ήταν «δικαιοπρακτικά ικανό άτομο» εκθέτοντας πως, με την αναφορά του αυτή, εννοεί πως δεν ήταν σε θέση να λαμβάνει νομικά έγκυρες αποφάσεις ώστε να συνάπτει δεσμευτικές νομικές πράξεις με τρίτα άτομα. Ο ΜΕ2 ανέφερε πως, μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου πιστοποιητικού που εξέδωσε ο ίδιος, δεν υπήρξε βελτίωση, αλλά σταδιακή επιδείνωση, λόγος για τον οποίο είχε κριθεί, και αναγνωρίσει και η ίδια, πως πλέον δεν ήταν σε θέση να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της. Η Ενάγουσα 2 τον επισκέπτονταν κυρίως μόνη της, κάποτε είχε συνοδό, τον υιό της. Εάν θεωρήσουμε, όπως είπε ο ΜΕ2, ότι το οριακό επίπεδο νοημοσύνης σίγουρα υπήρχε από παιδικής ηλικίας, και ότι σοβαρά επίσης τραυματικά γεγονότα υπήρξαν καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 90', φαίνεται πως και η κατάθλιψη και το νοητικό υπόλοιπο υπήρχε από πολύ πιο παλιά, βέβαια η εξέταση του Δρ. Γαλατόπουλου, όπως είπε, έγινε μετά τον θάνατο του υιού της και επικεντρώθηκε στην έντονη κατάθλιψη που είχε λόγω του πένθους. Πολλά στοιχεία της νοητικής της ικανότητας και της ψυχικής της κατάστασης είναι πολύ πιθανόν να προϋπήρχαν του 2005, εκ των οποίων κάποια φαίνονται στην έκθεση του κύριου Πυργά που ήταν και σε ψυχομετρικές κλίμακες. Ερωτήθηκε, ο ΜΕ2, αν μεταβίβασε η Ενάγουσα 2 σε κάποιον τρία τεμάχια των οποίων η τιμή που πληρώθηκε ήταν σύνολο Λ.Κ.2.500,00, που όμως εκτιμήθηκαν Λ.Κ.14.800,00 ή και περισσότερα, σε σχέση με την κατάστασή της, τι συμπέρασμα μπορεί να βγει. Ο ΜΕ2 απάντησε πως σίγουρα δεν μπορεί να μιλήσει με ακρίβεια για χρονικές περιόδους που δεν γνωρίζει, όμως στοιχεία της προσωπικότητάς της δείχνουν ότι ήταν ευάλωτη και εύχρηστη και οι ικανότητες κρίσης ήταν οριακές, στην έκθεση του κύριου Πυργά καταγράφονται πολλά στοιχεία της προσωπικότητάς της, με αυτοκαταστροφικά χαρακτηριστικά. Έλαβε υπόψη του, όπως είπε, τις εκθέσεις των άλλων ειδικών, αλλά δεν σημαίνει πως τα ευρήματα ήταν σταθερά και τα ίδια στα χρονικά διαστήματα που γνώρισε ο ίδιος την Ενάγουσα 2, πολλά τα υιοθετεί, αλλά δεν μπορεί να τα υιοθετήσει όλα γιατί δεν γνώρισε την ίδια εκείνο τον καιρό. Εκείνο που βλέπει, όπως είπε, στην έκθεση του κύριου Πυργά, είναι πως τα συναισθήματά της, που καταγράφονται, μπορεί να επισυμβούν σε οποιαδήποτε καταθλιπτική κατάσταση που μπορεί να προηγήθηκε, γιατί η κατάθλιψη είναι χρόνια κατάσταση που έρχεται κατά επεισόδια, ξέρουμε κάποια επεισόδια που έχουν καταγραφεί με τις εκθέσεις, αλλά όχι όλα, πιθανόν να υπήρξαν λόγω και των πολλών ψυχοτραυματικών γεγονότων που προηγήθηκαν του
  39. Η υπό εξέταση πράξη, όπως είπε ο ΜΕ2, εκτιμάται και ακούγεται ως κάτι επιπόλαιο, αν σ' αυτήν εμπλέκονταν το αυτοκαταστροφικό στοιχείο, να διαλύσει τα πάντα, ή εάν ήταν στην ευαλωτότητα και την ευπιστία της ή στην χαμηλή κρίση του να σταθμίσει παράγοντες και πραγματικότητες, σίγουρα δεν μπορεί, όπως είπε, να το πει με ακρίβεια, όμως είναι πολύ πιθανόν να ίσχυαν αυτοί οι παράγοντες σε πράξεις που ακούγονται όχι και τόσο λογικές σε εκείνη την περίοδο. Ο ΜΕ2 ερωτήθηκε εάν θα μπορούσε να ήταν ευάλωτη σε επηρεασμό από οποιοδήποτε πρόσωπο. Ο ΜΕ2 απάντησε πως μπορεί να αφορά σε οποιονδήποτε πρόσωπο, ιδίως σε πρόσωπα που είχαν την εμπιστοσύνη της ή κάποια σχέση όπου να παραμερίζονταν το συμφεροντολογικό στοιχείο, για την εξυπηρέτηση άλλου. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2 ανέφερε πως η ευαλωτότητα και η ευπιστία είναι και δικά του ευρήματα, για τον δείκτη νοημοσύνης βασίστηκε στα ευρήματα του κύριου Πυργά. Μπορεί να βεβαιώσει για την περίοδο που την εξέτασε, αλλά δεν σημαίνει πως δεν μπορούσε να προϋπάρξει, με δεδομένο ότι τα στοιχεία της κατάθλιψης υπήρχαν και σε προηγούμενα στοιχεία. Δεν είναι καταγεγραμμένο πότε ακριβώς ξεκίνησαν τα καταθλιπτικά επεισόδια. Από το 2005 και μετά, υπήρξαν τρεις απόπειρες αυτοκτονίας. Παρόμοιες συνθήκες υπήρξαν και πριν από αυτή τη χρονική περίοδο, από το ιστορικό που αναγράφει ο κύριος Πυργάς, πολλά στοιχεία αυτών των περιόδων δείχνουν ότι υπήρχαν ψυχικά ελλείμματα. Για παράδειγμα, η αναφορά ότι δεν είχε διάθεση να φροντίσει την δυόμισι ετών κόρη της, ή άλλα. Η ανάκαμψη με την απόκτηση των διδύμων τον Ιούλιο του 1998, δεν συνιστά θεραπεία. Είναι πιθανόν, όπως εξήγησε, να υπήρξαν και διαστήματα όπου η ψυχική της διάθεση να ήταν καλύτερη, όμως το επίπεδο λογικής και κρίσης και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως η ευπιστία και η ευαλωτότητα, συνοδεύει το άτομο από πολύ νωρίς μέχρι και το βαθύ γήρας, είναι μόνιμα, η νοητική της ικανότητα όπως καταγράφεται στις εκθέσεις στα θέματα της κρίσης, της γνώσης της πραγματικότητας, πιθανόν να είχαν ελλείμματα. Ερωτήθηκε, ο μάρτυρας, αν θα μπορούσε να πουλάει περιουσία «όσο-όσο» και να «τρώει» τα χρήματά της, και απάντησε πως δεν αποκλείεται. Αυτό δεν είναι απαραίτητα αυτοκαταστροφικό, αλλά, όπως επίσης εξήγησε, «η λογική της αυτοκαταστροφικότητας δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πως αντικαθιστώ ένα αγαθό από ένα καλύτερο, αλλά ότι απαλλάσσομαι από ένα αγαθό γιατί θεωρώ ότι η δυστυχία είναι αυτό που μου ταιριάζει». Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως η εικόνα που έδειχνε προς τα έξω τον Μάιο του 2004, η Ενάγουσα 2, που είχε τα δίδυμα έξι ετών και την θυγατέρα της, οκτώ και κάτι, ήταν όλα εντάξει, ήταν «πουλώ την περιουσία μου όσο-όσο για να παίρνω χρήματα». Ο ΜΕ2 ανέφερε πως δεν έχει υπόψη του πώς μπορεί να φαίνονταν, εφόσον δεν την είδε τότε. Επίσης, εξήγησε πως, δεν θα ήταν παράξενο μέσα σε εκείνο το διάστημα να έτυχαν και πράξεις που να είχαν ορθολογισμό. Αντιπαρατέθηκε στον μάρτυρα πως τότε μπορούσε να είχε και στη συγκεκριμένη πράξη δυνατότητα να διαπραγματευτεί ορθολογικά, να είχε σκεφτεί όλους τους παράγοντες, την πραγματική αξία, ότι τα χωράφια δεν τα χρειάζεται, και να κατέληξε σε μια τιμή. Ο μάρτυρας επανέλαβε τους παράγοντες που θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν την πράξη επιπόλαιη. Ερωτήθηκε, δηλαδή μέσα σε ένα διάστημα ενός μηνός μπορεί να παρουσίασε έλλειμμα και σε άλλη κρίση όχι, και ο μάρτυρας απάντησε «και την ίδια ημέρα μπορεί να συμβεί η εναλλαγή των ικανοτήτων». Σε άτομα που δεν αισθάνονταν εμπιστοσύνη, μπορεί και λόγω της ιδιοσυγκρασίας της, να μην είναι πάντα δεκτική και κοινωνική, αλλά να ήταν διαφορετική η συμπεριφορά της. Όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως δεν έχει οποιαδήποτε γνώση για τον ψυχισμό της Ενάγουσας 2 τον Μάιο του 2004 και ότι η δικαιοπραξία μπορεί να βασίστηκε σε άλλους παράγοντες, ο μάρτυρας επανέλαβε όσα ήδη ανέφερε, με βάση τις υφιστάμενες εκθέσεις, και ότι «η λέξη βεβαιότητα είναι μόνο θεϊκή ιδιότητα, και δεν είμαι Θεός». Αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ2 παρατίθεται στη συνέχεια. ΜΕ3 Ο ΜΕ3, υιός της Ενάγουσας, και εκ των διαχειριστών της περιουσίας της, σε μια μαρτυρία αυθόρμητη και ανεπιτήδευτη, με τόνο, παύσεις και περιεχόμενο που μετέφεραν στο Δικαστήριο έντονη θλίψη, ανέφερε πως, από πολύ μικρός, θυμάται τη μητέρα του που είχε κάποια σκαμπανεβάσματα στη διάθεση της. Υπήρχαν μέρες που ήταν καλά. Τις πλείστες μέρες δεν ήταν καλά, οπότε είχαν μια περίεργη σχέση μεταξύ τους. Ακόμα και τώρα, όπως είπε. Και με τον πατέρα του, είχε περίεργη σχέση. Βασικά, τον περισσότερο καιρό, είτε λόγω των περιστάσεων με τους θανάτους, είτε άλλως πώς, η μητέρα του ήταν και είναι σε κατάθλιψη. Βρίσκεται συνέχεια στο δωμάτιο της. Δεν ασχολούνταν μαζί τους, ούτε τότε που ήταν πολύ μικροί. Ούτε τώρα. Της άρεσε, όπως είπε, η απομόνωση. Τον περισσότερο καιρό, όπως ανέφερε, τον περνούσαν με τη γιαγιά τους, την Ενάγουσα 1, γιατί η Ενάγουσα 2 δεν ήταν σε θέση, ούτε ήθελε να τους φροντίζει. Η σχέση της μητέρας του με τον πατέρα του ήταν δύσκολη, ήταν συνέχεια σε αντιπαράθεση, για ζητήματα όπως η υπόθεση αυτή, αλλά θυμάται αρκετούς καυγάδες στο σπίτι. Τον Εναγόμενο 1, όπως είπε, τον θυμάται από τότε που ήταν μικρός, που έρχονταν στο σπίτι. Αμυδρά, γιατί ήταν έξι ετών τότε. Έρχονταν με το ταξί. Κάποιες φορές, τους έπαιρνε σε διάφορα μέρη, άλλοτε για δουλειές. Η σχέση της μητέρας του με τον Εναγόμενο 1, όπως μπορούσε να καταλάβει, ήταν φιλική, με τον ίδιο δεν είχε σχέση ο Εναγόμενος
  40. Απάντησε ειλικρινά πως δεν γνωρίζει εάν ο Εναγόμενος 1 επηρέαζε τη μητέρα του, δεν θυμάται κάτι συγκεκριμένο εκείνη την περίοδο, αλλά υπήρχαν πολλές δουλειές μεταξύ τους εκείνο το διάστημα. Για τη σχέση τους, η μητέρα του έλεγε πως ήταν εντάξει. Για την υπόθεση αυτή, όντως, είχε πει με δικά της λόγια η Ενάγουσα 2 πως αισθάνθηκε να την ξεγέλασε ο Εναγόμενος 1, αλλά ο ίδιος ο ΜΕ3, όπως ειλικρινά ανέφερα, δεν μπορεί να γνωρίζει τι λέγονταν μεταξύ τους. Σε σχέση με τον πατέρα του, εξέλαβε ότι μπορεί να την «εκούρτιζεν» εναντίον του, ότι, όπως και πολλοί άλλοι, την ήθελαν για την περιουσία της, και ότι η ίδια έπρεπε να κάνει πράγματα για να αποδείξει ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Οι λόγοι που αιτήθηκαν την κήρυξή της σε ανικανότητα, όπως είπε, ήταν αρκετοί. Μετά από την περίπτωση με τον Εναγόμενο 1, όπως είπε, η μητέρα του έκανε και άλλα πράγματα, που δεν ήταν στην κοινή λογική, και που ήταν λόγω της ψυχικής της κατάστασης, ήταν μη λογικά και έφτασαν σε σημείο που, όπως συζήτησε και μαζί της, δεν είναι σε θέση να διαχειρίζεται την περιουσία της. Σήμερα, όπως ανέφερε ο ΜΕ3, είναι «χάλια», δεν την αναγνωρίζει, είναι «ζωντανός-νεκρός», δεν θέλει σχέσεις με κανέναν, είναι στο δωμάτιο της συνέχεια, την ακούει να κλαίει και δεν την ενδιαφέρει πλέον οτιδήποτε. Δεν είναι σίγουρος εάν η μητέρα του πήρε οποιαδήποτε χρήματα για την αγορά αυτών των τεμαχίων των οποίων ζητείται η ακύρωση, αλλά νομίζει πως όχι. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως και πρόσφατα είχε αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 την ξεγέλασε. Ο ίδιος ο ΜΕ3, όπως είπε, δεν γνώριζε τι είχε συμβεί, αλλά θυμάται πως και παλαιότερα, όταν είχαν αντιπαράθεση για το ζήτημα, η δική της θέση ήταν ότι τα ακίνητα ήταν προς ενοικίαση και τίποτε άλλο. Προς τους ίδιους, η μητέρα του ήταν, όπως πιστεύει, ειλικρινής. Δεν θα έλεγε πως είναι άτομο που θα μπορούσε, προκειμένου να γλιτώσει τις συνέπειες κάποιων πράξεων της, να πει ψέματα, αλλά θα μπορούσε, προκειμένου να κάνει αυτό που ήθελε, να μην υπολογίσει τον νόμο, τα πρέπει, την αλήθεια. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως η μητέρα του ήταν ικανή να είπε ψέματα στα παιδιά και τον πατέρα τους, ότι δήθεν ξεγελάστηκε, για να μην την κατηγορούν πως πώλησε φθηνά, για δικούς της λόγους. Ο ΜΕ3 απάντησε πως υπάρχουν δύο εκδοχές, αλλά ο ίδιος θεωρεί πως δεν τους είπε ψέματα η μητέρα τους, και αυτή την εκδοχή ενισχύουν τα υπόλοιπα που έγιναν και μαθεύτηκαν εκ των υστέρων. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε πως δεν γνωρίζει εάν η μητέρα του πλαστογράφησε την υπογραφή της Εναγόμενης 2 με σκοπό να επαναμεταβιβάσει το ακίνητο από το όνομα της Εναγόμενης 2 στο δικό της όνομα, ούτε ότι η μεταβίβαση ουδέποτε προωθήθηκε γιατί ο Εναγόμενος 1 την αντιλήφθηκε έγκαιρα και κατάφερε να την εμποδίσει. Δεν γνωρίζει, επίσης, πως είχε καταδικαστεί για πλαστογραφία άλλων εγγράφων. Όταν υποδείχθηκε στον μάρτυρα πως δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο για τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση το 2004 και ότι βασίστηκε μόνο στα λόγια της μητέρας του που εκ των υστέρων παρουσίασε μια ιστορία για να καλύψει τις πράξεις της, ο ΜΕ3 έκλαψε, εκφράζοντας στο Δικαστήριο αδυναμία και θλίψη μαζί. Εκεί σταμάτησε και η αντεξέτασή του. Πληρέστερη αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ3 παρατίθεται στη συνέχεια, σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία. ΜΕ4 Ο ΜΕ4, αδιαμφισβήτητα προσοντούχος και έμπειρος εκτιμητής ακινήτων, εκτίμησε τα επίδικα ακίνητα και ετοίμασε έκθεση την 21.11.2022, με βάση τα δεδομένα που ίσχυαν κατά την 24.05.2004 (Τεκμήριο 17). Του δόθηκαν τα κτηματικά δεδομένα των ακινήτων από τη δικηγόρο των Εναγουσών, έλεγξαν αυτά τα δεδομένα από το Κτηματολόγιο, προχώρησαν σε επιτόπια επιθεώρηση, σε συγκριτική επισκόπηση, έγιναν αναπροσαρμογές ποιοτικές και χρονικές, και κατέληξαν στις αξίες των ακινήτων. Στο ακίνητο Α δόθηκε αξία €25.000,00, στο ακίνητο Β δόθηκε αξία €14.000,00, και στο ακίνητο Γ δόθηκε αξία €8.500,
  41. Ο ΜΕ4 εξήγησε πως το Κτηματολόγιο δεν προχωρά σε επιτόπια εξέταση των ακινήτων, αν και εφαρμόζει τη συγκριτική μέθοδο. Θεωρεί τις τιμές του Κτηματολογίου κάπως χαμηλές. Δεν είχε δει οποιαδήποτε φυτεία, ήταν κενά τεμάχια γης. Ένα μόνο τεμάχιο είχε δέντρα και χαμηλή βλάστηση. Τα εκτιμητικά έξοδα ανέρχονται στο ποσό των €1.000,00, πλέον Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 18). Κατά την αντεξέταση του ΜΕ4, του υποβλήθηκε πως τα στοιχεία που παρουσιάζει δεν είναι ακριβή γιατί όσον αφορά το ακίνητο Γ, στη σελίδα 8 του Τεκμηρίου 17, γίνεται αναφορά σε εμβαδό 2.695 τ.μ., ενώ στο Τεκμήριο 3 γίνεται αναφορά σε 2.676 τ.μ.. Ο μάρτυρας επέμεινε στην ορθότητα της εκτίμησής του, εξηγώντας πως, σε κάθε περίπτωση η διαφορά των 19 τ.μ. δεν θα δημιουργούσε σημαντική διαφοροποίηση. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, ανέφερε πως η διαφορά μπορεί να οφείλεται σε σκάλες, όταν έγινε η αλλαγή με τη στρογγυλοποίηση να έχει αυξηθεί, με την εμπειρία του, όπως είπε, έγινε πολλές φορές, δεν έγινε νέα χωρομετρική εργασία. Όπως ανέφερε, εξηγώντας την αναφορά του σε «κατάλληλο marketing», όταν έχουμε ένα τεμάχιο και μπει στην αγορά προς πώληση, μπαίνουν αγγελίες σε εφημερίδες, περιοδικά, διάφορα websites για να δημιουργεί αγορά, να μπορεί να πωληθεί το ακίνητο. Δεν διαφοροποιείται κατ' ανάγκη η τιμή, εάν το ακίνητο δεν είναι κατάλληλο για marketing. H τιμή πώλησης μπορεί να επηρεαστεί από άλλους παράγοντες εκτός από την αγοραία αξία. H ανάγκη ή η επιθυμία του ιδιοκτήτη να πωλήσει το ακίνητό του άμεσα δεν σχετίζεται με τον ορισμό της αγοραίας αξίας, αλλά κινούμαστε προς την καταναγκαστική αξία. Η τιμή πώλησης ενός ακινήτου μπορεί να επηρεαστεί και από την προσφορά που υπάρχει για παρόμοιου είδους ακίνητα, αφού ο καθοριστικός παράγοντας είναι η προφορά-ζήτηση, όταν υπάρχει χαμηλή ζήτηση, πέφτει και η αξία. Εκτός από τη χαμηλή ζήτηση, ένα τίμημα πώλησης επηρεάζεται και από το τι έχει να προσφέρει ένας αγοραστής σε συγκεκριμένη περίπτωση, «τόσα έχω, δέχεσαι;», αλλά όπως πρόσθεσε, στο πλαίσιο του παζαριού. Δεν διαφωνεί πως το «παζάρι» διαφέρει συχνά από τις αγοραίες αξίες Επειδή στη σελίδα 10 της εκτίμησής του, στο σημείο 4.1, γίνεται αναφορά στη Δήλωση Πολιτικής για την Ύπαιθρο - Πολιτική 9(Γ)(β) και σε ανώτατο συντελεστή δόμησης 10% και σε ανώτατο ποσοστό κάλυψης 10%, και σε ανώτατο αριθμό ορόφων 2, συμφώνησε πως, για να μπορεί να αιτηθεί ένας ιδιοκτήτης ανέγερση μεμονωμένης κατοικίας θα πρέπει να πληρούνται προϋποθέσεις, όπως πρόσβαση σε εγγεγραμμένο δρόμο. Η εξυπηρέτηση από τα βασικά δίκτυα κοινής ωφελείας δεν είναι κατ' ανάγκη ή ακριβώς προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται το εάν θα επιτραπεί η ανέγερση μεμονωμένης κατοικίας, διότι μπορούν απλώς να μεταφερθούν. Στην προκειμένη περίπτωση, τα δίκτυα δεν θα δίδονταν από την Επισκοπή αλλά από τη Νατά, είναι στα σύνορα, έτυχε σε πολλές περιπτώσεις να δώσει νερό για υδροδότηση κατοικίας, υπήρχαν κοντά πυλώνες της ηλεκτρικής κατά μήκος του δρόμου, δεν τίθεται θέμα να μην μπορούν να δοθούν υπηρεσίες σε περίπτωση αδειοδότησης. Συμβαίνει συχνά να υδροδοτείται ακίνητο από άλλη κοινότητα, είναι, όπως είπε, και κοινή πρακτική πλέον. Από το 2004 μέχρι και το 2012, όπως εξήγησε, δεν έτυχε να μην δώσουν άδεια και να πει κάποιο χωριό δεν δίνουμε νερό σε μια αδειοδοτημένη κατοικία. Για την πρόσβαση στον δημόσιο δρόμο, αναφέρει ποια τεμάχια έχουν ενδεχομένως δυσκολίες. Το ακίνητο Β θα μπορούσε εύκολα, με μικρό κόστος, σε εύλογο χρόνο, να εξασφαλίσει δικαίωμα διάβασης. Το βόρειο τμήμα του δεν έχει υπερβολική κλίση, με λίγα χωματουργικά, θα μπορούσε να ανεγερθεί κατοικία, θα μπορούσε εύκολα να κάνει δόμες και να βάλει μέτρα, στα συγκριτικά φαίνεται πως σε κάποια από αυτά έχουν γίνει δόμες, η δε κλίση φαίνεται και στην αγοραία αξία, δηλαδή λήφθηκε υπόψη. Το διπλανό τεμάχιο (τεμάχιο 650) ήταν άγρια βλάστηση και πήρε άδεια για ανέγερση οικίας, είχε υπερβολική κλίση, είχε δικαίωμα διάβασης και έγιναν απλώς κάποια χωματουργικά. Ειδικότερα, είχε αρκετή κλίση μέχρι που έγιναν χωματουργικά και είχε και χειρότερη πρόσβαση απλώς το είχε λίγο καλύτερη επιφάνεια, γι' αυτό και η τιμή του ακινήτου Β είναι μειωμένη, σχεδόν στο ήμισυ, συγκριτικά με το εν λόγω τεμάχιο

(650). Οι τιμές των συγκριτικών που υιοθετεί, όπως αναφέρει, είναι για κτίσιμο οικίας. Δεν ενδιαφέρει τον ίδιο εάν ο κάτοχος θα φυτέψει, εκτιμά αγοραία αξία, λαμβάνει υπόψη τη βέλτιστη χρήση (highest invest use), που ήταν η ανέγερση κατοικίας εκείνο τον καιρό, οπότε γι' αυτό υιοθετεί εκείνη την αξία. Το ακίνητο Α έχει γεωργική χρήση και χαμηλή άγρια βλάστηση. Ο ΜΕ4 τοποθέτησε ένα τόξο στο σημείο όπου βρίσκεται το ακίνητο Α, στη σελίδα 17 της εκτίμησής του. Η συνήγορος των Εναγόμενων του υπέβαλε πως ο λόγος που δεν πήγε κοντά είναι γιατί είναι γκρεμός. Ο ΜΕ4 δεν αρνήθηκε πως πρόκειται για περίκλειστο ακίνητο χωρίς εύκολη πρόσβαση. Ωστόσο, επανέλαβε πως με κάποιες εργασίες, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Για το ακίνητο Β, το κόστος δεν είναι μεγάλο, για το ακίνητο Α είναι πιο δύσκολο. Το ακίνητο Γ έχει πετρώδες έδαφος, αλλά δεν αποκλείεται η καλλιέργειά του, υπενθυμίζοντας πως η εκτίμησή του δεν είναι για καλλιέργεια, αλλά για βέλτιστη χρήση. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως υπάρχουν τέσσερις συγκριτικές πωλήσεις που δεν έλαβε υπόψη, ωστόσο δεν του υποδείχθηκαν συγκεκριμένα ποιες, ο δε μάρτυρας ήταν σταθερό και βέβαιος ως προς την εργασία που έκανε. Ο μάρτυρας εξήγησε και την αναπροσαρμογή με τη χρήση του 10%. Ερωτήθηκε για ένα-προς-ένα τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε και απάντησε με σαφήνεια και αμεσότητα. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ4 παρατίθεται στη συνέχεια. ΜΥ1 Ο ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέτασή του[6], δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τα γεγονότα που σχετίζονται με τη γνωριμία του με τις Ενάγουσες, μέσω του ΜΕ1, τον οποίο, επίσης, γνώρισε μέσω κοινού γνωστού τους. Η εκδοχή του είναι πως για τις εργασίες που έκανε για την Ενάγουσα 2 και τον σύζυγό της, πληρώνονταν πάντοτε από την Ενάγουσα 2 σε μετρητά, και η εντύπωση που είχε, αυτή που του έδωσε και ο ΜΕ1, ήταν ότι εκείνη ήταν υπεύθυνη για τα οικονομικά, ζητούσε τις διάφορες εργασίες, και πλήρωνε η ίδια, χωρίς ο ΜΕ1 να έχει κάποιον ενεργό ρόλο. Ήταν μια γυναίκα, όπως είπε, όμορφη, γεμάτη ζωντάνια, δυναμική, περιποιημένη, με ακριβά αυτοκίνητα και ρούχα. Δεν έδειχνε καταθλιπτική. Μόνο μετά το 2005, από τότε που αρρώστησε ο υιός της, είχε γίνει, όπως ανέφερε, όντως, άλλος άνθρωπος. Είχε παραιτηθεί από τη ζωή. Κάποιες φορές, όπως ανέφερε ο ΜΥ1, η Ενάγουσα 2 ήταν γενναιόδωρη με όλους, γιατί είχε οικονομική άνεση. Άλλες φορές, δυσκολεύονταν να δώσει ακόμα και τα μεροκάματα. Αλλά δεν υπήρχε το θάρρος να συζητούν διάφορα πράγματα. Τον έβλεπε, όπως λέει, αφ' υψηλού. Ενέργειες όμως της Ενάγουσας 2, που φαίνονται κάπως παράξενες, για κάποιον λόγο, δεν ενεργοποιούσαν το ανθρώπινο ενδιαφέρον του ΜΥ
  1. Όπως το γεγονός ότι του ζήτησε, κάποια στιγμή, να αδειάσει ολόκληρη την αποθήκη και να πετάξει τα πάντα από μέσα, παλιά έπιπλα, αδιάφορα, κατά τον ίδιο, από το εάν είχαν ή όχι αξία. Ο ΜΥ1 έδωσε στο Δικαστήριο την εικόνα πως, επειδή θεωρούσε την Ενάγουσα 2 «πλούσια», δεν έδινε και σημασία σε τέτοιες εκδηλώσεις, που θα μπορούσαν για την ίδια να ήταν συνηθισμένες, ασχέτως εάν για άλλους, που δεν έχουν ίδια οικονομική άνεση, μπορεί να μην ήταν. Ήταν προφανώς σε δύσκολη θέση ο ΜΥ1 να εκτελεί τέτοιου είδους εργασίες, αντικειμενικά προκλητικές, για ανθρώπους που έχουν ανάγκες. Προφανώς, ο ΜΥ1 δεν είναι «κλέφτης» κάποιας γραφομηχανής ή άλλου αντικειμένου (αν και για τη γραφομηχανή είχε διαφοροποιημένη εκδοχή κατά την αντεξέτασή του, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια), αλλά δεν απέκλεισε και το ενδεχόμενο να επωφελούνταν από πράξεις που θα μπορούσε ο ίδιος απλώς να ερμηνεύει ως «γενναιοδωρία» ή σπατάλη των «πλουσίων», μη έχοντας ο ίδιος και κριτήριο να τις ταξινομήσει διαφορετικά. Κάποια στιγμή, το 2004, όπως αναφέρει, η Ενάγουσα 2 του είπε πως ήθελε να πωλήσει διάφορα ακίνητα, δικά της και της μητέρας της, και τον ρώτησε εάν ενδιαφέρεται να αγοράσει τρία ακίνητα στην Επισκοπή. Ο ΜΥ1 της εξήγησε πως μετά βίας τα βγάζει πέρα και ότι δεν έχει χρήματα για να αγοράσει ακίνητα. Κι όμως, δεν τον παραξένεψε η κίνηση της Ενάγουσας 2, να ζητήσει από τον ίδιο κάτι τέτοιο. Ενώ τον θεωρούσε αφ' υψηλού και ήταν ο άνθρωπος που χρησιμοποιούσε για τις δουλειές του κήπου, να θέλει να πωλήσει ακίνητα, ξαφνικά, και να απευθύνεται στον ίδιο, εάν ενδιαφέρεται. Δεν θεώρησε απονενοημένη την κίνηση. Όπως και το γεγονός, που ανέφερε ο ΜΥ1, πως η Ενάγουσα 2 επέμενε στο να του πωλήσει ακίνητα, ενώ ο ίδιος της είχε ήδη πει πως δεν έχει χρήματα. Σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΥ1, η Ενάγουσα 2 του έδωσε τρεις τίτλους και του είπε πως ήθελε Λ.Κ.7.000,00, ενώ θα δέχονταν και Λ.Κ.5.000,
  2. Ο ΜΥ1 της είπε πως δεν θέλει να αγοράσει. Και πάλι, δεν τον παραξένεψε η υποτιθέμενη επιμονή της ΜΥ1 να «ξεφορτωθεί» την περιουσία αυτή, εν τέλει σε οποιαδήποτε τιμή. Στο μεταξύ, όπως λέει, ενώ ο ΜΥ1 δεν ενδιαφέρονταν για τα ακίνητα, έκανε έλεγχο, και αυτά, όπως διαπίστωσε, ήταν «άχρηστα». Δηλαδή, μπήκε στη διαδικασία να αναλογίζεται την πώλησή τους, εξ ου και τα έψαξε. Κατά η θέση του, ήταν «άχρηστα» διότι τα ακίνητα Α και Β ήταν στην ουσία απροσπέλαστα και με μορφολογία που δεν μπορούν να καλλιεργηθούν ούτε αρδεύονται, αλλά είναι βράχια και γκρεμοί. Το ακίνητο Γ ήταν το μόνο που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί ή θα μπορούσε να αιτηθεί στον οργανισμό αγροτικών πληρωμών για εκταρική επιδότηση, ωστόσο οι επιδοτήσεις δίδονται μόνον εάν υπάρχει πραγματική καλλιέργεια του τεμαχίου και το συγκεκριμένο τεμάχιο είτε τόσο σκληρό και ξηρό έδαφος που δεν μπορεί να καλλιεργηθεί, και εάν και αγροτικό, δεν ποτίζεται. Και ο ΜΥ1 αναφέρθηκε σε εκταρική επιδότηση, όπως και ο ΜΕ1 εξ ακοής της Ενάγουσας 2, η οποία φαίνεται κάπως δύσκολο, με τα δεδομένα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, να γνώριζε τα περί εκταρικών επιδοτήσεων, για να τα εισάγει στην αναφορά της. Προφανώς, μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του ΜΥ1 κάτι συζητήθηκε με βάση τις εκταρικές επιδοτήσεις. Τομέας που ο ΜΥ1 φάνηκε πως γνωρίζει. Ενώ, κατά τον ΜΥ1, τα τρία ακίνητα ήταν «άχρηστα», και ο ίδιος δεν ενδιαφέρονταν, και πάλι, δεν τον παραξένεψε η υποτιθέμενη επιμονή της Ενάγουσας 2, μα ούτε εξηγήθηκε και το γεγονός πως ο ίδιος πρόσφερε στην Ενάγουσα 2 γι' αυτά τα ακίνητα (που δεν ήθελε) ποσό Λ.Κ.2.500,00 (που δεν του περίσσευε), που η Ενάγουσα 2 το δέχθηκε. Είδε πως η Ενάγουσα ήθελε (ανεξήγητα) να πωλήσει άρον-άρον περιουσία, της είπε πως δίδει μόνον Λ.Κ.2.500,00, γιατί είναι «άχρηστα» ακίνητα, και η Ενάγουσα 2, που κατά τον ίδιο είχε οικονομική άνεση (αλλά και γενναιοδωρία), και που αρχικά είχε προτείνει Λ.Κ.7.000,00, δέχθηκε πτώση στις Λ.Κ.2.500,00, έτσι απλά; Στη βάση της πληροφορίας του ΜΥ1 ότι είναι «άχρηστα» τα ακίνητα και ταυτόχρονα επειδή ήθελε χρήματα άμεσα; Προφανώς, ο ΜΥ1, θεώρησε ότι ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να αγοράσει τα συγκεκριμένα ακίνητα, έστω κι αν δεν θα τα χρησιμοποιούσε για καλλιέργεια, μπορούσε να τα υποθηκεύσει για να εξασφαλίσει πιστώσεις και να καλύψει άλλες ανάγκες του (όπως και έπραξε), ή να τα εκμεταλλευτεί (ακόμα και να τα επαναπωλήσει), μη δίδοντας σημασία σε οτιδήποτε άλλο αφορούσε στην Ενάγουσα
  3. Δεν τον παραξένεψε ακόμα και η βιασύνη της Ενάγουσας 2, που αναφέρει, να γίνει αυθημερόν η μεταβίβαση, ούτε ότι, αφού, όπως λέει, έλαβε τις Λ.Κ.2.500,00 σε μετρητά, το γεγονός πως τον ευχαρίστησε πολλές φορές. Δεν κατέστη ορατό, μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ1, πώς όλη αυτή η διαδικασία, που ο ίδιος περιέγραψε, και που διήρκησε όπως λέει ένα μήνα, συνάδει με την εικόνα που και ο ίδιος είχε για την Ενάγουσα 2, ως την «πλούσια» εργοδότριά του, στην οποία συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες και να πληρώνεται από την ίδια σε μετρητά (ενώ εκείνη ήθελε χρήματα). Πώς είναι δυνατόν να «ξεπουλά» περιουσία γιατί θέλει άμεσα χρήματα (για άγνωστο λόγο, η δε «αμεσότητα» να διαρκεί ένα μήνα), να τον ωθεί να βρει και άλλους που ενδιαφέρονται να αγοράσουν (αναφέρεται στην άλλη αγοραπωλησία που έγινε την ίδια περίοδο για Λ.Κ.95.000,00), να μην αποτείνεται καν σε κτηματομεσίτη αλλά να το ζητά από τον ίδιο τον ΜΥ1, και να είναι σε παράλληλη θέση να τον πληρώνει σε μετρητά για παρεχόμενες από εκείνον εργασίες. Ο ΜΥ1 αμφισβητεί, όπως λέει, τις αξίες που έδωσε το Κτηματολόγιο στα ακίνητα για σκοπούς μεταβιβαστικών, αλλά επειδή δεν είχε τον χρόνο να ζητήσει εκτιμήσεις, τα δέχθηκε. Παρά την αμφισβήτηση αυτή, ο ΜΥ1, μέχρι και σήμερα, δεν προσκόμισε δική του ειδική εκτίμηση, που να διαψεύδει το Κτηματολόγιο και όλες εν πάση περιπτώσει τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Ο ίδιος δεν ανέφερε πως κατέχει ειδικές γνώσεις περί εκτιμήσεων. Ο ΜΥ1 δεν εξηγεί πώς, ενώ η σχέση τους ήταν απλώς εργασιακή, χωρίς φιλία ή αποκάλυψη οικονομικών ή οικογενειακών μυστικών (αν και κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 έδειξε ότι είχε πληροφορίες από την «κλειδαρότρυπα» για το τι συνέβαινε στο σπίτι της Ενάγουσας 2), η Ενάγουσα 2 είχε το θάρρος να τον «πιέζει» για να αγοράσει «άχρηστα» ακίνητα, και εκείνος, που δεν είχε λόγο να τα θέλει (ως «άχρηστα»), να μπαίνει στη διαδικασία να τα διερευνά και εν τέλει να ενδίδει σε υποτιθέμενες πιέσεις. Μετά τον θάνατο του υιού της Ενάγουσας 2, άλλαξε, όπως είπε, και η συμπεριφορά του ΜΕ1 απέναντι στον Εναγόμενο
  4. Ενώ πριν ήταν εντελώς αδιάφορος για τα οικονομικά και η Ενάγουσα 2 έπαιρνε όλες τις αποφάσεις και έκανε όλες τις πληρωμές, έφτασε στο σημείο, το βράδυ της κηδείας του παιδιού τους, να τον πάρει τηλέφωνο για πρώτη φορά να του πει ότι έμαθε για τη μεταβίβαση των ακινήτων και ότι πρέπει να τα επιστρέψει γιατί δήθεν την εξαπάτησε. Σεβόμενος τον πόνο του, όπως είπε, και νομίζοντας πως επηρεάστηκε, του είπε να μην ανησυχεί και ότι δεν έχουν σημασία τα ακίνητα και θα τα βρουν. Όταν αργότερα τον πήρε τηλέφωνο και ο ίδιος και ο πατέρας του, και επαναλάμβαναν συνεχώς ότι εξαπάτησε την Ενάγουσα 2, και τον «εκβίαζε» να επιστρέψει τα ακίνητα, πλέον ξεκαθάρισε πως ήταν με τη συγκατάθεσή της που έγινε η μεταβίβαση, με την ελεύθερη βούλησή της, και μάλιστα τη δική της επιμονή, και ότι δεν είχε πρόθεση να τα επιστρέψει, εκτός εάν ήθελε να τα αγοράσει πίσω. Αναφορικά με τις επιταγές που εκδόθηκαν και ανακλήθηκαν, θέτει πως δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, και η ανάκληση ήταν για εύλογη αιτία. Ωστόσο, δεν εξηγεί πώς δικαιολογείται η έκδοσή του, στο πλαίσιο της υφιστάμενης σχέσης μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του ιδίου, που, όπως ο ίδιος ανέφερε, ήταν απλώς σχέση εργασίας. Γιατί ένας απλός εργάτης, με οικονομικά προβλήματα, που «μετά βίας τα βάζει πέρα», εκδίδει επιταγές συνολικού ύψους €42.500,00 επ' ονόματι της Εναγουσας
  5. Ο ΜΥ1 αναφέρει πως τον Απρίλιο του 2009, έλαβε τηλεφώνημα από γειτόνισσά του, που εργάζεται στο Κτηματολόγιο, και τον ρώτησε εάν «τα βρήκε» με την Ενάγουσα 2, κι αν συμφώνησε ο ίδιος και η θυγατέρα του, να της πωλήσουν πίσω τα ακίνητα. Γνώριζε τα «μπλεξίματα» που είχε με την Ενάγουσα
  6. Της απάντησε αρνητικά και εκείνη τον ενημέρωσε πως κατατέθηκαν δύο πωλητήρια έγγραφα με τα οποία ο ίδιος και η θυγατέρα του πωλούσαν στην Ενάγουσα 2 τα ακίνητα. Η θυγατέρα του βρίσκονταν στο εξωτερικό για σπουδές και δεν γνώριζε οτιδήποτε. Αμέσως, επικοινώνησε με δικηγόρο, έγινε καταγγελία στην Αστυνομία, και σταμάτησε η μεταβίβαση, αποσύρθηκαν και τα πωλητήρια, αλλά ο ίδιος, από συμπόνια, που είχε χάσει το παιδί της, δεν προώθησε την καταγγελία. Η αναφορά του ΜΥ1 πως είχε πολύ γνωστό του πρόσωπο στο Κτηματολόγιο, που μάλιστα τον ενημέρωσε για πράξη στο όνομά του, βεβαιώνει τον εξ ακοής της Ενάγουσας 2 ισχυρισμό του ΜΕ1 πως ο Εναγόμενος 1 είχε πρόσωπο δικό του στο Κτηματολόγιο και γνώριζε για τα ακίνητα στην Επισκοπή. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως το μόνο που ήξερε είναι πως όταν πήγε και είδε τα ακίνητα, ήταν «κατσάβραχα», της το είπε της Ενάγουσας 2, μόνο το μικρό ακίνητο άξιζε λίγο, επειδή όμως, όπως λέει, η Ενάγουσα 2 ήθελε οικονομική ενίσχυση, εκείνος βρήκε λεφτά και τη βοήθησε. Δεν κατάλαβε πως δεν πήγαινε κάτι καλά. Αναφέρθηκε σε «οικογένεια υψηλής κοινωνίας», θέτοντας τον εαυτό του μειονεκτικά έναντι σε αυτήν. Εκφράστηκε στο Δικαστήριο με τρόπο ως να έχει διαχωρισμένα στην αντίληψή του γενικότερα: «πλούσιοι» και «φτωχοί». Περιέγραψε γλαφυρά τις εργασίες που προσέφερε και πως, όταν τις είδε η Ενάγουσα 2, την οποίαν εκεί γνώρισε, τις άρεσαν. Όπως λέει, τη θαύμασε, την κορμοστασιά της, ήταν μια κυρία, ήρθε με ένα Mercedes που εκείνο τον καιρό ήταν πολύ ακριβό, τον ευχαρίστησε και τον παρακάλεσε να συνεχίσει να περιποιείται τον κήπο. Σταδιακά, ανατέθηκαν και άλλες εργασίες που έφερε εις πέρας, ακόμα και σε πάρτι στο σπίτι τους τον κάλεσαν, να ψήσει σούβλες. Όταν έπρεπε να πληρωθεί, ο ΜΕ1 τον παρέπεμψε στην Ενάγουσα 2, που του είπε ότι εκείνη ελέγχει τα οικονομικά. Και κάτι που πρόσεξε, όπως είπε: η Ενάγουσα 2, όταν ψώνιζε από το σουπερμάρκετ, ψώνιζε τόσα πολλά, που ήταν για πέντε οικογένειες. Της έβγαζε, όπως είπε, το καπέλο γιατί είχε λεφτά και ψώνιζε. Ρωτήθηκε, αν αυτό του φάνηκε παράξενο. Απάντησε αρνητικά. Όσον αφορά τα φαγώσιμα, όπως είπε, καθημερινά είχαν προσκεκλημένους και έτρωγαν και έπιναν, σαββατοκύριακο έκαναν σούβλες. Όσο για την προσωπική της ζωή που (αν και όπως είπε κατά την κυρίως εξέτασή του δεν είχε σχέσεις μαζί τους), έβλεπε, και αγόραζε από μάρκα σε μάρκα τα καλύτερα, κάτι τσάντες αξίας χιλιάδων. Ο ΜΕ1 της φώναζε, δηλαδή της θύμωνε. Έτυχε, όπως είπε, και ήταν παρών μία με δύο φορές. Τα έβαζε μέσα στα χόρτα, και τα έκρυβε στο γκαράζ, κάποια ρούχα, παπούτσια, και τα παρουσίαζε μετά κρυφά. Για τα χρυσαφικά, όπως είπε, ήταν ένα κινούμενο κοσμηματοπωλείο. Αμέσως μετά, θέτοντας, ως σε συγκριτική αναφορά, πως ο ίδιος έχει από το 2006 που υποφέρει και τραβολογιέται γι' αυτά τα «παλιοχώραφα». Επανέλαβε, μάλιστα, δύο φορές αυτή τη σύγκριση, σε ύφος εκείνοι οι πλούσιοι που έχουν τα πάντα, και ο ίδιος που δικάζεται για τα «παλιοχώραφα», ως να ηγείρετο θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Ρωτήθηκε, εάν θεωρεί «κανονικό» ένας άνθρωπος να φέρεται έτσι, να ψωνίζει ακριβά πράγματα και να τα κρύβει στα χόρτα, και η απάντησή του ήταν πως ό,τι έβλεπε είπε. Φοβόταν τον άντρα της (ισχυρισμός που βεβαιώνει τα λεγόμενα και του κύριου Πυργά). Μάλιστα, ο ΜΥ1, κατ' επανάληψη μπήκε στη διαδικασία να σχολιάσει το γεγονός πως κατέθεσε ο υιός της Ενάγουσας 2 στο Δικαστήριο «για να την κατηγορήσει», ανακαλώντας τη χρονική στιγμή που τον πήραν τηλέφωνο για τα ακίνητα μέσα στον θρήνο της απώλειας του άλλου παιδιού τους. Ενώ τα δικά του λεγόμενα, ανειδίκευτα τιθέμενα, συνάδουν και επιβεβαιώνουν τα πορίσματα των ειδικών, ο ΜΥ1, με έκδηλη έως υπερβάλλουσα την αυτοπεποίθησή του για τη δυνατότητα της κρίσης του (για θέματα που δεν έδειξε να γνωρίζει), χαρακτήρισε τους ειδικούς «τηλεκατευθυνόμενους», θέτοντας πως προ μηνών η Ενάγουσα 2 ήταν στο Δικαστήριο, και συνάγοντας, εξ αυτού, πως δεν έχει πρόβλημα, όπως και από το γεγονός ότι πηγαίνει με το εγγόνι της και πληρώνει φόρους ή πως κρατά όχημα μάρκας BMW και «γυρίζει», θέτοντας προβληματισμό μήπως υπάρχει σκοπιμότητα που προσπαθούν να την «βγάλουν ανίκανη». Με αυτές τις αναφορές του, ο ΜΥ1 έδειξε στο Δικαστήριο πως έχει την ικανότητα να πονηρεύεται. Ερωτήθηκε από τη συνήγορο των Εναγουσών, πώς είναι δυνατόν να είχε οικονομικά προβλήματα και να ζητούσε από τον ίδιο να αγοράσει τα ακίνητα, ενώ ήταν, όπως ο ίδιος είπε, μία πλούσια κυρία, και εν τέλει να πωληθούν και για Λ.Κ.2.500,00 τρία τεμάχια. Ο ΜΥ1 απάντησε πως εκείνο τον καιρό πώλησε και άλλα, υπέδειξε και άλλα άτομα, και ο ΜΕ1 του είπε και για ένα ακίνητο στον Πωμό. Είχαν, όπως λέει, ένα κιβώτιο με αρκετά κοτσάνια, που ήθελαν να τα πωλήσουν, εν γνώσει του ΜΕ
  7. Όταν του τέθηκε πως δεν είχαν λόγο να αποταθούν στον ίδιο, εάν ήθελαν να βρουν επενδυτές, απάντησε γενικά πως δεν είναι κτηματομεσίτης, αλλά του είπαν εάν ήξερε κάποιον που ενδιαφέρονταν. Δεν ήταν πειστική αυτή η αναφορά του σε γνώση του ΜΕ1, τουλάχιστον δεν έθεσε ξανά τον ΜΕ1 στις επίδικες συναλλαγές, ενώ προηγουμένως είχε αναφέρει πως ο ΜΕ1 ήταν αδιάφορος για τα οικονομικά και γενικότερα για το τι συνέβαινε. Απλώς αντιλαμβάνονταν εκ των υστέρων τις πράξεις της Ενάγουσας 1 και φώναζε, προσπαθώντας να τις ανατρέψει, λόγος για τον οποίον και η Ενάγουσα 2 τον φοβόταν και ενεργούσε κρυφά. Η ίδια αναφορά του αντιφάσκει με τη θέση του ότι την ημέρα της κηδείας του υιού τους τον πήρε τηλέφωνο ο ΜΕ1 και του είπε ότι έμαθε για τα ακίνητα και ότι από τότε άρχισαν οι πιέσεις να τα επιστρέψει. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΥ1 ανέφερε πως απλώς άδειασε την αποθήκη, όπως του ζήτησε η Ενάγουσα 2, και δεν είχε πιάσει κάποια γραφομηχανή, κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως όταν την είδε, ρώτησε την Ενάγουσα 2 εάν μπορεί να την πάρει, του είπε να την πάρει, και μόλις την πήρε, ο ΜΕ2 που είδε τι συνέβαινε από πάνω, του είπε να την αφήσει αμέσως, όπως και έπραξε. Έφυγε, και ο ΜΕ1 είχε φέρει ανθρώπους, όπως λέει, έξι άτομα, με φορτηγό, και φόρτωσε έξι φορτηγά πράγματα από την αποθήκη, που ήταν σαν σπήλαιο, και τα πέταξε, που μπορεί ακόμα, όπως λέει, να πέταξε και εκείνη τη γραφομηχανή. Εκφράστηκε και πάλι με παράπονο, για το γεγονός ότι τελικά πέταξαν τα αντικείμενα εκείνα, που μάλλον θα μπορούσε και να είχε πάρει, χωρίς να δημιουργηθεί πρόβλημα. Σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 έβγαλε κυνισμό. Αχρείαστα. Συνέχισε τη δουλειά, όπως είπε, επειδή πληρώνονταν μηνιαία, αλλά δεν είχε κάποια επαφή. Πέρασαν τα χρόνια, όπως είπε, αρρώστησε ο υιός τους, και του ζήτησαν και τους μεταφέρει με το ταξί στη Λάρνακα, πολλές φορές, δεν μετρούσε, ήθελε να τους βοηθήσει, οποιοσδήποτε και να ήταν, όπως λέει, έπρεπε να στέκει δίπλα τους, και το ίδιο διάστημα που ήταν το μωρό τους στην Αγγλία, έτρεχαν στην Αγγλία και άκουσε πως εξαπατήθηκαν και εκεί. Τον πλήρωνε πάντοτε η Ενάγουσα 2, ακόμα και το ταξί, έβλεπε, όπως λέει, πόσο πλουσιοπάροχα συμπεριφέρονταν, όταν γνώρισε και τη μακαριστή μάνα της, και εκεί, όπως λέει, πράγματι είδε μια κυρία της Πάφου, που ήταν μετρημένες, και χάρηκε που γνώρισε μια κυρία. Όταν ερωτήθηκε για το τι έκανε με τα χρήματα που πήρε από την υποθήκευση, ο ΜΥ1 απάντησε απότομα: «δεν σας ενδιαφέρει». Το «δεν σας ενδιαφέρει» το είπε και ότι ερωτήθηκε εάν αλλού είχε μάνα φυτεία αβοκάντο, ερώτηση συναρτώμενη με την εκδοχή της πλευράς των Εναγουσών πως είχε παρουσιάσει στην Ενάγουσα 2 πως ήθελε τα ακίνητα για να φυτέψει αβοκάντο. Στη συνέχεια, έδωσε μεν μια απάντηση, αλλά με τον ίδιο κυνισμό, προτάσσοντας «και ποιο κτηματολόγιο δέχεται να μεταβιβάσει με προφορικές συμφωνίες». Τον ρώτησε τότε η συνήγορος των Εναγουσών: «εδώ πώς μεταβίβασες;», και απάντησε: «νόμιμα και νομότυπα». Ερωτήθηκε, «ισχυρίζεσαι ότι υπήρχε πωλητήριο έγγραφο μεταξύ σας;», και είπε πως όλα τα έγγραφα ετοιμάστηκαν από τη δικολάβο. Κι όμως, στη δήλωση μεταβίβασης, γίνεται αναφορά πως δεν υπήρχε πωλητήριο έγγραφο. Επομένως, δεν κατέστη κατανοητή η προσπάθεια του ΜΥ1 να δημιουργήσει και σε αυτό το σημείο μια διαφορετική εντύπωση στο Δικαστήριο, ότι υπάρχει έγγραφο. Κατά την αντεξέτασή του, επίσης, αναφέρθηκε στις επιταγές πως ήθελαν αμέσως να πληρώσουν για νοσήλια της μητέρας της Ενάγουσας 2 και για το αυτοκίνητο, με αντίτιμο να του τα δώσουν πίσω ή να του δώσουν χωράφι στον Πωμό. Όμως, αυτή η συνθήκη δεν συνάδει με την εκδοχή του ίδιου πως εκείνος δεν είχε χρήματα για οτιδήποτε, γιατί είναι πτωχός εργάτης, ούτε με τις αναφορές του ότι δεν είχε οικονομική ανάγκη η οικογένεια της Ενάγουσας 2, για να ζητά από τον εργάτη της να πληρωθούν τα νοσήλια της μητέρας της Ενάγουσας 2, ή για να επιδιορθωθεί ένα όχημα. Για μια από τις πιο εύπορες οικογένειες της Πάφου, σε περίπτωση προβλήματος υγείας της Ενάγουσας 1, μιας κυρίας, να ζητά χρήματα από τον εργάτη που φροντίζει τους κήπους ή τα μεταφορικά. Προφανώς, ο ΜΥ1 δεν ήταν εφικτό να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια και αυτής της θέσης του. Συνολική θεώρηση Δεν θεωρώ πως ο ΜΕ1 ή ο ΜΕ3 ήρθαν στο Δικαστήριο για να πουν ψέματα. Ο τρόπος τους στο εδώλιο, η σταθερότητα στις θέσεις του, η αβίαστη εκδήλωση των συναισθημάτων τους και των σκέψεων τους, όποια κι αν ήταν αυτά (ακόμα κι αν σε ορισμένα σημεία μπορεί να ηχούσαν προσβλητικά ορισμένες αναφορές του ΜΕ1), χωρίς επιτήδευση, δεν άφησαν στο Δικαστήριο αμφιβολία πως ο ΜΕ1 και ο ΜΕ3 ήταν ειλικρινείς μάρτυρες, που είπαν την αλήθεια, για τα γεγονότα που γνωρίζουν και που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Εάν η δική τους μαρτυρία επαρκεί ή όχι, είναι διαφορετικό θέμα. Μέρος της μαρτυρίας τους, ιδίως του ΜΕ1, που σχετίζεται με το τι διαμείφθηκε μεταξύ των μερών, είναι προφανώς εξ ακοής της Ενάγουσας
  8. Το ότι είναι εξ ακοής, δεν επηρεάζει την δεκτότητα της, αλλά η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία αυτή εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, ορισμένοι μόνον εκ των οποίων αναφέρονται και στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  9. Η Ενάγουσα 2, αναμφίβολα, κηρύχθηκε σε ανικανότητα σήμερα, και ο ΜΕ1 ανέφερε, και δεν αμφισβητήθηκε, πως πλέον δεν υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης μαζί της. Ομοίως, ο ΜΕ3 ανέφερε πως η κατάστασή της πλέον έχει επιδεινωθεί. Δεν αποκλείστηκε με ειδική μαρτυρία η δυνατότητά της να προσέλθει στο Δικαστήριο, για σκοπούς μαρτυρίας, και να κρίνει το Δικαστήριο τα όποια λεγόμενά της, και προφανώς μπορεί να διακινηθεί και να μεταβεί στο Δικαστήριο ως φυσική παρουσία, αλλά επαρκεί η εξήγηση που δόθηκε από τους ΜΕ1 και ΜΕ3 γι' αυτό, σε συνάρτηση με το πρόβλημα της ψυχικής υγείας της και τη φύση του, για να δικαιολογηθεί η μη προσκόμιση μαρτυρίας από την ίδια την Ενάγουσα
  10. Ο ΜΕ3 δεν ήταν σε θέση να μεταφέρει επ' ακριβώς λεγόμενα της Ενάγουσας
  11. Ο ΜΕ1 υποστήριξε τη δικογραφημένη εκδοχή της, σε σημεία η εκδοχή εκείνη βρίσκει ερείσματα και σε αναφορές του ΜΥ1, ωστόσο η Ενάγουσα 2 είχε λόγο να μην πει όλη την αλήθεια στον ΜΕ1 για το τι ακριβώς συνέβη. Εξάλλου, λόγω της ψυχικής της υγείας, που με τόση λεπτομέρεια εκτέθηκε στο Δικαστήριο, δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο να πειστεί ότι τα λεγόμενα της Ενάγουσας 2 στον ΜΕ1, ακόμα κι αν εκείνα μεταφέρονταν επακριβώς και αυτούσια, συνιστούσαν την αλήθεια για το τι πράγματι συνέβη μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου
  12. Τα ίδια, και ειδικότερα οι αναφορές της για ενοικίαση, κ.λπ., δεν συνάδουν και με το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που καταρτίστηκε τον Ιανουάριο του 2004 (Τεκμήριο 3Γ), και (όπως και να καταρτίστηκε, είναι μη επίδικο θέμα, συνεπώς αδιάφορο) συνιστούσε εκδήλωση του σκοπού της Ενάγουσας 2 να πωλήσει τη συγκεκριμένη περιουσία. Για το τι διαμείφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ
  13. Όπως ούτε και του ΜΥ1, ως αξιόπιστη μαρτυρία. Τα συμπεράσματα περί αθέμιτης επιρροής, όμως, ο ΜΕ1 δεν τα αντλεί από τα λεγόμενα της Ενάγουσας 2 σε αυτόν, τα οποία ανέφερε περισσότερο ως επιβεβαιωτικά (ως να ήταν τέτοια, που δεν είναι) των δικών του σκέψεων, αφού έλαβε ιδία γνώση των μεταβιβάσεων της γης στην Επισκοπή. Τα αντλεί από τα γεγονότα που είναι εκεί, και, στην ουσία τους, δεν αμφισβητούνται. Την ίδια ροή σκέψης ακολουθεί και ο ΜΕ
  14. Όπως το γεγονός ότι τα τρία επίδικα ακίνητα φέρονται να πωλήθηκαν για Λ.Κ.2.500,00, ενώ είναι μεγαλύτερης συνολικής εκτιμημένης αξίας. Ακόμα και με τις τιμές του Κτηματολογίου, είναι πολλαπλάσιας αξίας. Η διάσταση μεταξύ της αξίας και της τιμής είναι πολύ μεγάλη, ώστε να αποδοθεί απλώς σε μια επιτυχή για τον αγοραστή διαπραγμάτευση. Ειδικότερα, όσον αφορά την αξία των επίδικων ακινήτων η αμφισβήτηση της μαρτυρίας του ΜΕ4, πραγματογνώμονα, δεν ήταν με αντιπαράθεση σε αυτόν διαφορετικών επιστημονικών δεδομένων, συγκεκριμένων, αλλά επρόκειτο για αμφισβητήσεις, στις οποίες ο μάρτυρας καλείτο να εξηγήσει ή και να εκθέσει την αιτιολόγηση των ευρημάτων του, που ο μάρτυρας ανταποκρίθηκε επαρκώς και καλά σε αυτή την πρόκληση. Δεν κλονίστηκε η επιστημονική αξιοπιστία της εργασίας του. Δεν φάνηκε στο Δικαστήριο, σε απτή βάση, να είχε λόγο να βοηθήσει τις Ενάγουσες, όπως του υποβλήθηκε. Εξήγησε τη μεθοδολογία του. Δεν υπάρχει λόγος το Δικαστήριο να μην αποδεχτεί τη μαρτυρία του ΜΕ4 σε σχέση με την αξία των επίδικων ακινήτων. Η χρήση των τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου Γ με βάση τα στοιχεία του ακινήτου εκείνου που φαίνονται από την πύλη του Κτηματολογίου δεν καθιστά αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ4, επειδή σε άλλα έγγραφα αναγράφεται άλλος αριθμός τετραγωνικών μέτρων κατά 19 τ.μ. μικρότερος. Οπουδήποτε κι αν βασίζονταν ο ΜΕ4, θα μπορούσε να του αντιταχθεί πως αλλού αναγράφεται άλλο εμβαδόν, μα ο ΜΕ4 λειτούργησε με βάση δεδομένα του Κτηματολογίου, και το Δικαστήριο δεν έπαυσε να εμπιστεύεται την κρίση του, εκ της διάστασης στα επιμέρους δεδομένα του Κτηματολογίου. Απεναντίας, όλες οι απαντήσεις που έδωσε ο ΜΕ4 ήταν με ειλικρίνεια και διάθεση να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί την αξία των ακινήτων. Είναι η μόνη ειδική μαρτυρία που έχει το Δικαστήριο για το θέμα αυτό. Συνάδει, το περιεχόμενό της, και με το γεγονός πως και οι υποθηκεύσεις των δύο εκ των τριών ακινήτων έγιναν για την εξασφάλιση μεγαλύτερων ποσών. Από την άλλη, η έντονη προσπάθεια του ΜΥ1 να δείξει ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν εντελώς χωρίς αξία ή «άχρηστα» ή όπως τα περιέγραψε «παλιοχώραφα» στα «κατσάβραχα» δημιούργησε ερωτηματικά, και καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο σε σχέση με την πρόθεση του ΜΥ1 και τη σχέση της όλης εκδοχής του με την αλήθεια. Γιατί τα αγόρασε, ένας άνθρωπος που υποτίθεται δεν του περίσσευαν τα χρήματα, και μάλιστα τα υποθήκευσε για μεγαλύτερα ποσά, εάν δεν θα μπορούσαν, επειδή είναι «άχρηστα», να καλύψουν τέτοια χρέη που είχε αναλάβει. Εφόσον ανέφερε πως τα είδε προηγουμένως, τα είχε ερευνήσει, κατ' επέκταση ήξερε πως είναι «γκρεμός» και «κατσάβραχα», και ότι δεν μπορεί να τα καλλιεργήσει, γιατί έσπευσε να τα πάρει, επειδή απλώς η Ενάγουσα 2 δέχθηκε να τα δώσει μόνον για Λ.Κ.2.500,00; Ο ίδιος ο ΜΥ1 δεν έδειξε διάθεση φιλανθρωπίας προς την Ενάγουσα 2 όσον αφορά την απόκτηση των συγκεκριμένων ακινήτων, ούτε, ως φαίνεται, ήταν σε θέση να βοηθήσει οικονομικά την Ενάγουσα 2, ως κάποιος οικονομικά δυνατότερός της. Ο ΜΕ1, όπως και ο ΜΕ3, βασίζουν επίσης τα συμπεράσματά τους περί αθέμιτης επιρροής της Ενάγουσας 2 στο γεγονός ότι οι Ενάγουσες δεν είχαν οικονομική ανάγκη να πωλήσουν ακίνητα. Το γεγονός αυτό δεν αρνείται και ο ΜΥ1 με τη δική του μαρτυρία. Μα και να είχαν οικονομική ανάγκη, δεν θα ικανοποιούνταν με είσπραξη Λ.Κ.2.500,00 από τα συγκεκριμένα ακίνητα (ενώ ακόμα και σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1, η Ενάγουσα 2 ζητούσε εξ αρχής Λ.Κ.7.000,00). Ακόμα και με την εκδοχή του ΜΥ1 για το πώς έγιναν τα πράγματα (που όμως δεν έπεισε για την αλήθεια της), οι περιστάσεις ήταν τέτοιες που ο ΜΥ1 θα έπρεπε να θορυβηθεί ότι κάτι δεν πάει καλά με την Ενάγουσα 2 και την ενέργειά της. Σε αυτή την περίπτωση, να διασφαλίσει ο ίδιος ότι δεν θα βρει μπροστά του ένα τέτοιο πρόβλημα, όπως αυτό που προέκυψε· ενδεχομένως ζητώντας της να υπογραφθεί κάποιο έγγραφο ή και να λάβει κάποια συμβουλή τρίτου προσώπου ή να διαβεβαιώσει ότι έλαβε, ή ακόμα και αυτό που εξέφρασε με τόσο παράπονο ο ΜΕ1, να ενημερώσει τον ίδιο για το τι συμβαίνει με τη σύζυγό του, ότι κυκλοφορεί με ένα κιβώτιο τίτλους και τους διαμοιράζει. Η εντύπωση που εξέφρασε ο ΜΕ1 πως η πράξη έγινε κρυφά δεν εξουδετερώθηκε με τη μαρτυρία του ΜΥ1, ακόμα κι αν μεσολάβησε κάποια δικολάβος για τα διαδικαστικά. Απεναντίας, ενισχύθηκε, με τις αναφορές του ΜΥ1 ότι είδε και ο ίδιος την Ενάγουσα 2 να «κρύβει» και αγορές της ή άλλες ενέργειές της από τον ΜΕ1, γιατί τον φοβόταν. Αυτή η παρατήρηση του ΜΥ1 συνάδει και με την μαρτυρία του ΜΕ2 και δι' αυτής του κύριου Πυργά. Ήταν μια σοβαρή πράξη η διάθεση τριών ακινήτων (όποια κι αν ήταν τα φυσικά χαρακτηριστικά των ακινήτων αυτών), που διέφερε από τις συνήθεις συναλλαγές μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου 1, μεσολάβησε ο παράξενος ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 περί οικονομικών προβλημάτων και ανάγκης, που, ερχόμενος σε αντίφαση με την ορατή στον Εναγόμενο 1 πλουσιοπάροχη κατάσταση, αφήνει να νοηθεί πως ο Εναγόμενος 1 ενήργησε άκρως συμφεροντολογικά, με αδιαφορία για το τι πραγματικά μπορεί να συμβαίνει στην Ενάγουσα
  15. Με γνώμονα πρώτιστα να επωφεληθεί από το «ξεπούλημα» της περιουσίας αυτής. Με γνώμονα πως εκείνη είναι «πλούσια» (και κατά πάσα πιθανότητα με ιδιοτροπίες ή παραξενιές) και ο ίδιος «πτωχός» (αλλά με τιμιότητα και καπατσοσύνη), με όλο το περιεχόμενο του σχετικού στερεοτύπου. Το αίσθημα της «εξαπάτησης», που εξέφρασε ο ΜΕ1, τόσο έντονα και προσωποποιημένο στον ΜΥ1, συνιστά βασικά τη διάψευση των προσδοκιών του, από μια κοινωνία ανθρώπων, να υπάρχει η ελάχιστη αλληλεγγύη και έγνοια για τον συνάνθρωπο, ιδίως όταν υπάρχει και γνωριμία, κάποιου είδους κοινωνική σχέση όπως ακόμα κι αυτή μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του ΜΥ1 (αλλά και ανεξάρτητα από αυτήν), να προστατεύει ο ένας τον άλλον από την αδυναμία ή το κακό, να μην επικρατεί ο ατομικισμός, η εκμετάλλευση, η σκληρότητα και η κοινωνική αναλγησία. Ο ΜΕ1 εξωτερίκευσε στο Δικαστήριο, σε ένα βαθμό, τη δική ενοχική στάση που πυροδοτεί αυτές τις προσδοκίες του για έναν πιο καλό κόσμο, το ότι ο ίδιος δεν κατάφερε να προστατεύσει την Ενάγουσα 2 και δεν υπήρχε άλλο έρεισμα χωρίς τη δική του προστασία. Όλη η στάση του ΜΕ1, σε συνάρτηση με την μαρτυρία του ΜΕ2, έδειξε στο Δικαστήριο πως ακόμα και η αγωγή αυτή είναι μέρος του όλου προβλήματος, όσον αφορά την σχέση μεταξύ του ΜΕ1 και της Ενάγουσας
  16. Το διαιωνίζει και το τροφοδοτεί. Σε κάποιο βαθμό, οι σκέψεις αυτές του ΜΕ1 απαντούν όμως και στην ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας των συναλλαγών, και όχι μονόπλευρα. Ο ψυχισμός του ανθρώπου είναι συχνά δυσνόητος. Όταν υπάρχουν ελαττώματα βούλησης, ο κίνδυνος στη συναλλαγή αφορά σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Όταν μια γυναίκα ευυπόληπτη και με οικονομική άνεση, κατά τον ΜΥ1, ξαφνικά «ξεπουλά» εκτάσεις γης (κρατά κιβώτιο με τίτλους και ψάχνει αγοραστές), χωρίς προφανές υγιές κίνητρο γενναιοδωρίας, χωρίς έγγραφα ή μεσολάβηση κτηματομεσίτη ή επαγγελματία, με επίκληση άμεσης ανάγκης χρημάτων, ανάγκη όμως μη ορατή και για την οποία «πέφτει» στη διαπραγμάτευση από τις Λ.Κ.7.000,00 στις Λ.Κ.2.500,00, αξία προφανώς πολύ χαμηλή για τρία ακίνητα, και μάλιστα κατά την εκδοχή του ΜΥ1 επιμένει σε τέτοια ενέργεια, και επιδεικνύει και βιασύνη, ενώ ταυτόχρονα ζει πλουσιοπάροχα, και παρατηρούνται και άλλες παράξενες ενέργειές της, η συναλλαγή μαζί της δεν συνιστά ευκαιρία, όπως φαίνεται να εξέλαβε ο ΜΥ1, αλλά κίνδυνο, που πρέπει να προσεγγίζεται με μεγάλη προσοχή. Αν μη τι άλλο, να διασφαλίζεται με κάποιον πιο αντικειμενικό τρόπο, που συνάδει και με τη σοβαρότητα της συναλλαγής, ότι η βούληση της Ενάγουσας 2 για μια τέτοια πράξη δεν εξωθείται από άλλους παράγοντες, αλλά είναι ελεύθερη. Και η έννοια της ελεύθερης συναίνεσης στο δίκαιο θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Επί του πραγματικού, όμως, πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την ψυχοπνευματική κατάσταση της Ενάγουσας 2, όταν η Ενάγουσα 2, και με βάση την ίδια τη μαρτυρία του ΜΥ1, ψωνίζει αντικείμενα χιλιάδων, και τα κρύβει μέσα στα χόρτα, ή όταν ζητά από τον πτωχό εργάτη οικονομική βοήθεια, είτε με πώλησης ακινήτων, είτε για ανάγκες όπως νοσήλια ή επισκευές αυτοκινήτου. Και ο ΜΥ1 πώς είναι δυνατόν να θεωρούσε φυσιολογικό το γεγονός ότι η Ενάγουσα 2 ζητούσε από τον ίδιο οικονομική βοήθεια. Ο ΜΕ1 βάσισε, όπως και ο ΜΕ3, τα συμπεράσματά του και στο γεγονός ότι η ψυχική υγεία της Ενάγουσας 2, κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων, ήταν κλονισμένη, από τα δεινά που χωρίς αμφιβολία της έχουν συμβεί. Και πριν την απώλεια του παιδιού της. Ως προς αυτά που βίωσε η Ενάγουσα 2 μετά την γνωριμία της με τον ΜΕ1, ο ΜΕ1 είχε προσωπική γνώση, και μαρτύρησε την σταδιακή τροπή της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς της. Ο ΜΕ3, επίσης, ανέφερε αυτά που γνωρίζει για την κατάσταση της μητέρας του. Δεν θεωρώ πως επινόησαν μια ιστορία περί κλονισμένης ψυχικής υγείας της Ενάγουσας 2, συντηρώντας την για ολόκληρα χρόνια, και ότι στην πραγματικότητα κρύβεται πίσω από αυτήν κάποια δαιμόνια μεθόδευση εις βάρος του Εναγόμενου 1 ή του τραπεζικού ιδρύματος από το οποίο ο Εναγόμενος 1 δανειοδοτήθηκε. Η Ενάγουσα 2 δεν εξετάστηκε από ιατρό της επιλογής των Εναγόμενων και η μαρτυρία του ΜΕ2, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας στην οποία βασίστηκε, είναι η μόνη ειδική μαρτυρία για το θέμα αυτό. Βασίστηκε και στις προαναφερόμενες εκθέσεις άλλων ειδικών, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Στη ψυχολογία, συνηθίζεται η αναδρομή στο παρελθόν, για τον εντοπισμό των πιθανών αιτιών των διαφόρων προβλημάτων που αναφαίνονται στο παρόν, και οι διαπιστώσεις γίνονται κατά βάση ετεροχρονισμένα, και η διάσταση στον χρόνο μπορεί να είναι πολύ μεγάλη. Δεν αναμένει το Δικαστήριο να δοθεί μαρτυρία ειδικού που εξέτασε την Ενάγουσα 2 επακριβώς κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ή και εγγύτερα σε αυτόν. Το πρόβλημα της Ενάγουσα 2 απλώς κορυφώθηκε μετά και από την απώλεια του παιδιού της, κατά τρόπο πλέον ορατό και σε μη ειδικούς, και τότε την οδήγησε, μεταξύ άλλων, και σε πιο ακραίες πράξεις, κατ' επέκταση και σε ψυχιατρική εξέταση. Όπως εξήγησε και ο ΜΕ2, από το ιστορικό της Ενάγουσας 2, που καταγράφηκε από τον κύριο Πυργά στην έκθεσή του και το ίδιο βεβαιώθηκε στο Δικαστήριο και από τον ΜΕ1, στον βαθμό που γνωρίζει την Ενάγουσα 2 ως σύζυγό του, διαφαίνεται πως δεν ήταν η απώλεια του παιδιού της το μοναδικό πλήγμα, εφόσον προϋπήρχε το πρόβλημα στη ψυχική της υγεία, και απλώς τότε επιδεινώθηκε. Για τον ΜΕ1, όπως ανέφερε, η επιδείνωση ήταν μετά την απώλεια του πατέρα της. Όταν ένας ψυχολόγος εφαρμόζει σε ασθενή υφιστάμενα κοινά αναγνωρισμένα εργαλεία αξιολόγησης, που λειτουργούν με δομημένες κλίμακες, δεν υπάρχει λόγος να εφαρμόσει τα ίδια και άλλος ειδικός επί του ίδιου προσώπου, εκτός εάν θέλει να εντοπίσει κάποια αλλαγή στο παρόν, στον βαθμό που χωρεί τέτοια αλλαγή, για παράδειγμα λόγω κάποιας θεραπείας. Στις αξιολογήσεις προσωπικότητας, για παράδειγμα, δεν αναμένεται η επανάληψη αξιολογήσεων για να ελεγχθεί κάποια θεραπευτική αλλαγή. Για σκοπούς απόδειξης, τα αποτελέσματα των εργαλείων αυτών (του «σκορ» που προκύπτει από τις καταγεγραμμένες απαντήσεις) ενέχουν στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, που αφ' εαυτής δίδει πληροφορίες που προκύπτουν χωρίς παρέμβαση, ευκόλως παρατηρούμενες από το Δικαστήριο. Εξ ου και η υιοθέτηση των αξιολογήσεων του κύριου Πυργά από τον ΜΕ2, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχει απόκλιση σε επιμέρους σημεία της περαιτέρω ερμηνείας των δεδομένων της αξιολόγησης. Το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία και από τον κύριο Πυργά, που διενήργησε τις αξιολογήσεις, για να βεβαιώσει τις ενέργειές του όσον αφορά την καταγραφή των απαντήσεων της Ενάγουσας 2 στις ερωτήσεις των εργαλείων, δεν δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της μαρτυρίας γνώμης του ΜΕ
  17. Εξάλλου, στη ροή της διαδικασίας, δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι ο κύριος Πυργάς, όντως, υπέβαλε την Ενάγουσα 2 στις αξιολογήσεις, και ότι είχε ετοιμάσει την έκθεση, που μετέφερε μέσω της δικής του έκθεσης ο ΜΕ2, αυτούσια και επακριβώς, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του, ώστε να προκύψει διαδικαστικά η ανάγκη να προσέλθει για τον σκοπό αυτό και ο κύριος Πυργάς. Ο ΜΕ2, δίδοντας μαρτυρία γνώμης, συμφώνησε στα κρίσιμα σημεία με τη γνώμη του κύριου Πυργά. Βεβαίως, θα μπορούσε να κλητευθεί από την πλευρά των Εναγουσών και ο κύριος Πυργάς, όπως και όλοι οι άλλοι ειδικοί που εξέτασαν ή παρακολούθησαν κατά καιρούς την Ενάγουσα
  18. Το ότι δεν προσκομίστηκε προσωπική μαρτυρία καθενός από εκείνους, υπό τις περιστάσεις, δεν επιδρά προς παρεμπόδιση της απόδειξης της αλήθειας και της απονομής της δικαιοσύνης. Παρουσιάστηκε η μαρτυρία του επί του παρόντος ιατρού που παρακολουθεί την Ενάγουσα 2, που έλαβε υπόψη τις ενέργειες και επισημάνσεις του ψυχολόγου και των άλλων ψυχιάτρων που είχαν προηγηθεί, με συνέχεια (που επιβάλλει η ψυχολογική αξιολόγηση), και βασικά υπάρχει ομοφωνία επιστημονικής γνώμης όσον αφορά την Ενάγουσα 2, όπως φαίνεται, διαχρονικά. Δεν εμποδίστηκε η πλευρά των Εναγόμενων να αντεξετάσει τον ΜΕ2 σε σχέση με τη γνώμη αυτή, όπως ούτε και να προσκομίσει μαρτυρία για κάποια διαφορετική επιστημονική γνώμη, εάν τυχόν υπάρχει. Σε όσες ερωτήσεις υποβλήθηκαν, ο ΜΕ2 είχε απαντήσει με τρόπο κατατοπιστικό, χωρίς να διαφαίνεται από οπουδήποτε πρόθεσή του να βοηθήσει τις Ενάγουσες στην υπόθεσή του, εις βάρος της επιστήμης του. Ότι μπήκαν στη διαδικασία, ο ίδιος ο ΜΕ2 και οι ειδικοί στις εκθέσεις των οποίων παραπέμπει, να συνωμοτήσουν, σε βάθος χρόνου, για να «στήσουν» μια υπόθεση ανικανότητας της Ενάγουσας 2, προκειμένου να πάρει πίσω περιουσία που αποξένωσε, όπως επιπόλαια εξέφρασε ο ΜΥ1, σε σεβασμό, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ως ένα πιθανό σενάριο, αν και είναι κατανοητή η δυσπιστία που μπορεί να διακατέχει τον ΜΥ1, και την εξέφρασε. Αυτή η δυσπιστία, όντως, ενθαρρύνεται από παρατηρήσεις που δυνατόν, όταν δεν υπάρχει αντίληψη της όλης κατάστασης, να λειτουργούν ως προκλητικές αντιφάσεις. Το γεγονός, που δέχθηκε και ο ΜΕ1, πως η Ενάγουσα 2 οδηγεί αυτοκίνητο ή φροντίζει το εγγόνι της (ο ΜΥ1 συσχέτισε αυτές τις ενέργειες και με την οικονομική δυνατότητα, ότι ήταν ακριβό το όχημα, ότι πλήρωνε φόρους με το εγγόνι της). Δεν εμποδίζεται ένας άνθρωπος με ψυχικά προβλήματα να προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες, ούτε το να προβαίνει σημαίνει πως είναι ψυχικά υγιής. Η ίδια δυσπιστία μπορεί να ενθαρρύνεται από συλλογισμούς, ότι είναι πολύ εύκολο, σε μια συναλλαγή, κάποιος, εκ των υστέρων, να προβάλλει ότι δεν την ήθελε γιατί έπασχε από βαριά κατάθλιψη, και πως δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που συναλλάσσεται ένας πολίτης να πρέπει να διαγνώσει την ψυχική υγεία του αντισυμβαλλόμενού του, και αόρατες καταστάσεις, ή να βεβαιώνει ότι βρίσκεται σε χαρά. Πολλές φορές, ιδίως σε εποχές έντονου καταναλωτισμού και άλλων σχετικών τάσεων, κάποιος μπορεί να προβαίνει σε αγορές ή σε πωλήσεις ή σε δωρεές ή άλλες πράξεις, ωθούμενος από παρορμητικές ανάγκες και επιθυμίες, και να σκέφτεται πιο λογικά στη συνέχεια, να μετανιώνει, χωρίς να πρέπει κατ' ανάγκη η συνθήκη να μεταφραστεί σε ελάττωμα βούλησης, που να ακυρώνει τη συναλλαγή με τον αθώο τρίτο. Είναι όλες οι διαστάσεις που εγείρει η στάση του ΜΥ1 κατανοητές, μα θα εξηγηθεί στη συνέχεια η προσέγγιση του Δικαστηρίου. Δεν εμποδίστηκε επίσης η πλευρά των Εναγόμενων να κλητεύσει η ίδια τον κύριο Πυργά ή και άλλον ειδικό εξ ακοής του οποίου εκτέθηκε στο Δικαστήριο η συγκεκριμένη επιστημονική γνώμη, για αντεξέταση, δυνάμει του άρθρου 26 § 1 Κεφ.
  19. Ο ΜΕ2, με τη γνώμη και τη μαρτυρία του, περιλαμβανομένων σε αυτήν των δεδομένων στα οποία βασίστηκε, προσήλθε στο Δικαστήριο με ξεκάθαρη πρόθεση να βοηθήσει την κρίση του Δικαστηρίου. Απάντησε και στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, διαφωτίζοντας τα ζητούμενα. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη ειδική μαρτυρία, προς αντίκρουση, η δε μαρτυρία του ΜΕ2, η εγκυρότητα της γνώμης του, δεν θεωρώ πως κλονίστηκε με την αντεξέτασή του. Το γεγονός ότι υπήρχε προηγούμενη γνωριμία με τον Εναγόμενο 1, βάσει της οποίας η Ενάγουσα 2 και ο Εναγόμενος 1 είχαν ευκαιρίες να έρχονται σε επαφή και ο Εναγόμενος 1 έκανε εργασίες που του εμπιστεύονταν και γενικότερα εξυπηρετούσε την οικογένεια της Ενάγουσας 2, δεν είναι χωρίς σημασία, ακόμα κι αν η σχέση μεταξύ τους δεν ανάγεται σε στενή φιλία. Δεν χρειάζεται να ανάγεται σε στενή φιλία, για να υπάρχει σε αυτήν εναπόθεση πίστης. Αυτή η επισήμανση οδηγεί και στην ανάγκη να εκτεθεί το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η υπόθεση. Αλλά προηγουμένως να εκτεθεί η παρατήρηση πως, από όσα αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο από τον ΜΥ1 (η μαρτυρία του οποίου δεν είναι αποδεκτή στα σημεία που προαναφέρθηκαν), τις πληροφορίες και τον τρόπο έκφρασης του ΜΥ1 για την Ενάγουσα 2, τη μητέρα της, τη ζωή της, αλλά και τον ΜΕ1 (τον οποίο παρουσίασε ως έναν αδιάφορο, απομακρυσμένο άνθρωπο, που εμφανίζεται ξαφνικά, δεν εγκρίνει πράξεις, και φωνάζει και θυμώνει, τον οποίον φοβόταν η Ενάγουσα 2), έχοντας υπόψη και όσα ανέφεραν οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3, η μαρτυρία των οποίων είναι αποδεκτή (με τις εξαιρέσεις που προαναφέρθηκαν), κατέστη αντιληπτό πως η Ενάγουσα 2 αναζητούσε από τον ΜΥ1 οικονομική στήριξη και βοήθεια όχι γιατί ο ΜΥ1 ήταν οικονομικά δυνατότερος (δεν ήταν, ούτε έδειξε να είχε την πεποίθηση πως ήταν, αν και έδειξε πως είχε την αυτοπεποίθηση να βλέπει, να γνωρίζει, να κρίνει, να αναζητά επιβράβευση στην εργασία του και να ανταποκρίνεται σε περαιτέρω εργασίες όλων των ειδών, μέσα στο σπίτι της Ενάγουσας 2), αλλά ως αναπλήρωμα διαφόρων κενών. Ακόμα και ο θαυμασμός προς το πρόσωπο της Ενάγουσας 2, και της μητέρας της, που ο ΜΥ1 διάχυτα, ασυγκράτητα, και κατ' επανάληψη εξέφρασε και στο Δικαστήριο, και δη στην απουσία της, έναν άνθρωπο με τα χαρακτηριστικά και τα βιώματα της Ενάγουσας 2, όπως μαρτυρούνται, που αισθάνεται μειονεκτικά, φοβισμένη, χωρίς αυτοπεποίθηση και αξία, θα μπορούσαν να τον προσελκύσουν, να τον μαγνητίσουν. Οι εκδηλώσεις της να τροφοδοτούν ή να προκαλούν αντίστοιχα εκδηλώσεις του ΜΥ1 (άδολες μεν, αλλά βλαπτικές), να επιδεικνύει στην Ενάγουσα 2 δύναμη και υπεροχή όχι οικονομική, αλλά ψυχική και κοινωνική (ασχέτως εάν η Ενάγουσα 2 μπορεί να είχε και την τάση να ωθεί τις συναναστροφές της σε πλαίσιο και με οικονομικούς όρους). Και η συσχέτιση, η αλληλεπίδραση, στο πλαίσιο μιας απλής σχέσης εργασίας, να εμποτίζεται τελικά με αισθήματα πίστης, ασφάλειας, προστασίας, εμπιστοσύνης από την πλευρά της Ενάγουσας
  20. Με χαρακτηριστικά που απουσιάζουν από τη συναναστροφή της με ένα εντελώς άγνωστό της άτομο. Νομικές πτυχές και περαιτέρω εξέταση Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 ως άκυρες. Το Κεφ. 149 κωδικοποιεί συνοπτικά τις βασικές εφαρμοστέες αρχές και εξηγεί τις έννοιες. "Ικανός προς το συμβάλλεσθαι" είναι όποιος έχει σώες τις φρένες και δεν στερείται της ικανότητας του συμβάλλεσθαι, δυνάμει οποιουδήποτε νόμου. Πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σώες τις φρένες για σκοπούς κατάρτισης σύμβασης, αν κατά τον χρόνο της κατάρτισης της, δύναται να αντιληφθεί αυτήν και να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειές της επί των συμφερόντων του. Πρόσωπο το οποίο δεν έχει συνήθως σώες τις φρένες (unsound mind), παρά μόνον κατά διαλείμματα, δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά τον χρόνο που έχει σώες τις φρένες. Αντίστοιχα, πρόσωπο το οποίο συνήθως έχει σώες τις φρένες αλλά κατά διαλείμματα όχι, δεν δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά τον χρόνο που δεν έχει σώες τις φρένες. Στο κοινοδίκαιο, ένα άτομο δεν είθισται να δικογραφεί τη δική του ανικανότητα, για να ακυρωθεί δική του πράξη[7], αλλά τέτοιες πράξεις ακυρώνονται από το Δικαστήριο ή με ενέργειες των διαχειριστών της περιουσίας του. Στην επιείκεια, οι μη σώες φρένες μπορούν να οδηγήσουν σε θεραπεία, ενταγμένες στη θεώρηση της ελευθερίας της συναίνεσης. Σταδιακά, και στο κοινοδίκαιο αναγνωρίστηκε πως οι μη σώες φρένες, εάν ήταν εν γνώσει του άλλου μέρους, μπορούν να δώσουν μια βάση υπεράσπισης σε αγωγή για σύμβαση εναντίον τέτοιου ατόμου[8]. Η δικαιοπρακτική ικανότητα, αν και αναφέρεται σε έννοιες που σχετίζονται με τη ψυχολογία ή ως προς την εξέταση των οποίων μπορεί να χρησιμεύει και η ψυχολογία ή η ψυχιατρική, είναι νομική έννοια, συνεπώς το Δικαστήριο δεν βασίζεται κατ' ανάγκη σε γνώμη άλλου για το εάν η Ενάγουσα 2 ήταν, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, δικαιοπρακτικά ικανή, ή όχι. Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα που εγείρεται με την υπόθεση των Εναγουσών δεν έχει να κάνει με τη δικαιοπρακτική ικανότητα της Ενάγουσας 2, η οποία ήξερε ότι πουλά και αποξενώνει, και ήθελε τη συνέπεια αυτή, αλλά με την ελευθερία της συναίνεσής της, που υπήρξε, όσον αφορά την μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στον Εναγόμενο
  21. Η συναίνεση θεωρείται "ελεύθερη συναίνεση", όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Ο "εξαναγκασμός" (duress) δεν απασχολεί στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως δικογραφούνται, δηλαδή κάποια αθέμιτη πίεση από τον Εναγόμενο 1 να γίνουν ανεπιθύμητες μεταβιβάσεις, μέσα από την οποία η Ενάγουσα 2 να βίωσε φόβο, απειλή ή βλάβη. Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" ή ακριβέστερα αθέμιτης επιρροής (undue influence) όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου. Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη, λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης. Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία αθέμιτης επιρροής φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου. Επειδή στην αγωγή γίνεται αναφορά και σε απάτη, να λεχθεί πως η "απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιον από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης: την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές· την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό· υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της· κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση· κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη. Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Η "ψευδής παράσταση", στην οποία γίνεται επίσης αναφορά, περιλαμβάνει τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς, παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές· κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού· την πρόκληση, έστω και χωρίς υπαιτιότητα, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής. Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία των προαναφερόμενων, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ο οποίος δύναται, αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμένει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς. Αν η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής που συνιστά απάτη, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια. Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη. Η σύμβαση που συνάφθηκε με αθέμιτη επιρροή δύναται να ακυρωθεί είτε απόλυτα είτε, αν το μέρος που δικαιούται σε ακύρωση αποκόμισε δυνάμει αυτής οποιοδήποτε όφελος, με τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να επιβάλει. Επειδή στην αγωγή γίνεται αναφορά και σε πλάνη, να λεχθεί πως, αν και τα δύο μέρη της συμφωνίας τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός (common mistake), που είναι ουσιώδες στη συμφωνία, η συμφωνία τότε δεν είναι ακυρώσιμη, αλλά άκυρη. Πεπλανημένη αντίληψη αναφορικά με την αξία του αντικειμένου της συμφωνίας, δεν θεωρείται ως πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη από μόνο τον λόγο ότι συνάφθηκε από έναν από τους συμβαλλόμενους ο οποίος τελούσε σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν είναι απαγορευμένος από νόμο, ή είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου, ή συνιστά απάτη, ή επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου, ή το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές, η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή η αντιπαροχή είναι παράνομος/η, είναι, επίσης, άκυρη. Ακόμα και η μερική παρανομία, μολύνει τη σύμβαση με ακυρότητα. Υπάρχουν πολλές κατηγορίες συμβάσεων που, αν και τέλειες ως προς τη μορφή, τη συμφωνία και την αντιπαροχή, δεν έχουν πλήρη ισχύ επειδή προσβάλλουν τον νόμο. Ορισμένες συμβάσεις μπορεί να είναι παράνομες με την έννοια ότι συνεπάγονται τη διάπραξη αδικήματος, είτε βάσει νόμου είτε βάσει του κοινού δικαίου, είτε επειδή προσβάλλουν θεμελιώδεις αρχές της τάξης ή της ηθικής. Υπάρχουν οι συμβάσεις που είναι «παράνομες» με πιο στενή έννοια και σε εκείνες που είναι απλώς «άκυρες» ή μη εκτελεστές. Η φύση της παρανομίας ή της παραβίασης του νόμου που μπορεί να επηρεάσει μια σύμβαση ποικίλλει και δεν έχει χρησιμότητα η ταξινόμηση. Δεν δικογραφήθηκε ούτε μαρτυρήθηκε ξεκάθαρα μη νομιμότητα του σκοπού της μεταβίβασης. Η δε μαρτυρία του ΜΕ1 για το τι διαμείφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου 1, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί να βασίσει σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου, ενώ τα περί πλαστογραφίας ούτε δικογραφήθηκαν ούτε μαρτυρήθηκαν ειδικά. Συμφωνία που συνάφθηκε με την ελεύθερη συναίνεση του οφειλέτη δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο, ότι η αντιπαροχή είναι ανεπαρκής. Η ανεπάρκεια όμως της αντιπαροχής δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την κρίση του ζητήματος κατά πόσο η συναίνεση του οφειλέτη παρασχέθηκε ελεύθερα. Η υπόθεση των Εναγουσών βασίζεται στην ελευθερία της συναίνεσης της Ενάγουσας 2, που ενήργησε έναντι στον τρίτο και ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 1, για λόγους που σχετίζονται με την ευαλωτότητά της τη δεδομένη χρονική στιγμή, σε συνάρτηση με την ασύμφορη γι' αυτήν πράξη που δεν εξηγείται από συνήθη κίνητρα. Συχνά, συσσωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο θέσεις περί ψυχικής πίεσης (αθέμιτης επιρροής), απάτης, ψευδών παραστάσεων και πλάνης, για να περιγράψουν το ότι δεν υπήρξε ελεύθερη συναίνεση. Όλες έχουν να κάνουν με το βουλητικό στοιχείο, αλλά διαφέρουν, ιδίως όσον αφορά τη δράση του εναγόμενου σε κάθε μία από αυτές. Συναφής με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι η αθέμιτη επιρροή. Η υπόθεση εξετάζεται πάνω σε αυτή τη βάση, που σε ορισμένα σημεία ενδεχομένως καλύπτει και στοιχεία των υπολοίπων, αυτά τα οποία, για να μπορούν να εκφραστούν δικογραφικά περιεγράφηκαν ως απάτη ή ψευδείς παραστάσεις. Στην αθέμιτη επιρροή, η συμπεριφορά, αν και δεν συνιστά απάτη, τίθεται ενάντια σε ό,τι μπορεί να νοηθεί ως καλή συνείδηση. Το Δικαστήριο της επιείκειας δεν παρεμβαίνει για να γλιτώσει τους ανθρώπους από τις συνέπειες της δικής τους «ανοησίας»[9], αλλά εκεί όπου εντοπίζεται θυματοποίηση από άλλο πρόσωπο, ακόμα και στη βάση της άκρως συμφεροντολογικής συναλλακτικής προσέγγισης με αδιαφορία για το δίκαιο, ή με κοινωνική αναλγησία, που προκαλεί κοινωνικοηθικό αίσθημα μη ανοχής και μη δικαιοσύνης. Ειδικότερα, ένα μέρος σε μια συναλλαγή, ο ενάγων, αν και συναινεί σ' αυτήν, μπορεί να μην δίδει ελεύθερη συγκατάθεση, επειδή εκτίθεται σε επιρροή από το άλλο μέρος, τον εναγόμενο, που του στερεί την ελεύθερη χρήση της κρίσης του. Σε μια τέτοια περίπτωση, η συναλλαγή δυνατόν να παραμεριστεί, και εάν αφορά ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο, να διαταχθεί η επιστροφή του (restitution), ακόμα και από τον αθώο τρίτο. Σε κατάλληλες περιπτώσεις, μπορεί επίσης να υπάρχει απόδοση του κέρδους ή επιδίκαση δίκαιης αποζημίωσης, για να απονεμηθεί πρακτικά η δικαιοσύνη μεταξύ των μερών. Αν και η επιμέρους ταξινόμηση των περιπτώσεων αθέμιτης επιρροής δεν είναι καθολικά αποδεκτή, παρουσιάζεται πάντως η διάκριση μεταξύ της πραγματικής και της εικαζόμενης αθέμιτης επιρροής. Όπως λέχθηκε και στην Evans v Lloyd [2013] EWHC 1725 (Ch), που χρήσιμα επιχειρεί μια σύνοψη του κεφαλαίου της αθέμιτης επιρροής, οι «ετικέτες» αυτές περισσότερο περιγράφουν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους ασκείται η αθέμιτη επιρροή και, κατά συνέπεια, διαφορετικούς τρόπους απόδειξης ότι πράγματι ασκήθηκε αθέμιτη επιρροή. Αν και η αθέμιτη επιρροή μερικές φορές περιγράφεται ως άδικη πράξη (equitable wrongdoing) ή ακόμα και ως ένα είδος «απάτης», η βάση της παρέμβασης του Δικαστηρίου δεν είναι η διάπραξη ανέντιμης ή αθέμιτης πράξης ή αδικοπραξίας από τον εναγόμενο. Η αθέμιτη επιρροή έχει μεν χροιά ανάρμοστης συμπεριφοράς ή ακαταλληλότητας (connotation of impropriety)[10], και το Δικαστήριο με προσοχή την αποδίδει σε ένα άτομο που έχει ενεργήσει με τρόπο εύλογα αναμενόμενο από αυτό. Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να επιδεικνύεται σκόπιμη εκμετάλλευση ή μεθόδευση. Μπορεί να υπάρχει μια γενικότερη παράβαση υποχρέωσης ειλικρίνειας και δικαιοσύνης, μια άκρως συμφεροντολογική προσέγγιση, που ταυτόχρονα προκαλεί έντονο άδικο. Όπως δηλαδή προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την Pesticcio v Huet [2004] EWCA Civ 372[11], μία συναλλαγή μπορεί να παραμεριστεί από το Δικαστήριο, ακόμα κι αν η συμπεριφορά του προσώπου που επωφελείται από αυτήν, του εναγόμενου, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανέντιμη ή αθέμιτη πράξη ή άλλως πώς αδικοπραξία. Μάλιστα, στην Cheese v Thomas [1994] 1 All ER 35, στην οποία ο ενάγων και ο εναγόμενος, συγγενείς, συμφώνησαν να αγοράσουν ένα ακίνητο για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες στέγασης του ηλικιωμένου ενάγοντος, και ο ενάγων έδωσε 43.000,00 GBP και ο εναγόμενος έλαβε ενυπόθηκο δάνειο για 40.000,00 GBP που δεν αποπλήρωσε, και το ακίνητο είχε εγγραφεί στο όνομα του εναγόμενου μόνον, με επικαρπία εφ' όρου ζωής προς όφελος του ενάγοντος, όπου θα μπορούσε να υποτεθεί πως ο εναγόμενος ενήργησε και προς εξυπηρέτηση και των συμφερόντων του ενάγοντος, το εύρημα ότι υπήρξε αθέμιτη επιρροή γιατί η πράξη ήταν άδικη ή ασύμφορη για τον ενάγοντα η στέγαση του οποίου κινδύνευε τελικά, δεν ήταν ο λόγος που είχε εφεσιβληθεί η απόφαση. Δεν χρειάζεται, για τη διαπίστωση αθέμιτης επιρροής, ο ενάγων να μην έλαβε καμία απόφαση μόνος του ή η βούληση και η πρόθεσή του να ήταν τελείως υπερβολικές[12]. Προφανώς, δεν υπάρχουν στεγανά, μα περισσότερο απαντάται ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής να παρεμβαίνει το Δικαστήριο, για να διορθώσει τις συνέπειες μιας συναλλαγής που προκαλείται και λειτουργεί εξαιρετικά μειονεκτικά για τον ενάγοντα, κατά τρόπο που δεν εξηγείται ικανοποιητικά από συνήθη κίνητρα, και δεν αντανακλά τη συναλλακτική δικαιοσύνη και ηθική. Έτσι, σε αυτό το εύρος, η απαλλαγή μπορεί να χορηγηθεί λόγω αθέμιτης επιρροής ακόμη και αν το άτομο στο οποίο δόθηκε ένα δώρο ή μια υπόσχεση της οπο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.