Λ. Ε., Κ. Ε. και ΕΙΡΗΝΗ ΠΟΥΛΛΑ, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης Κ. Ν. κ.α. ν. Α. Μ. κ.α., Αγωγή αρ. 2888/2014, 8/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2888/2014
(650). Οι τιμές των συγκριτικών που υιοθετεί, όπως αναφέρει, είναι για κτίσιμο οικίας. Δεν ενδιαφέρει τον ίδιο εάν ο κάτοχος θα φυτέψει, εκτιμά αγοραία αξία, λαμβάνει υπόψη τη βέλτιστη χρήση (highest invest use), που ήταν η ανέγερση κατοικίας εκείνο τον καιρό, οπότε γι' αυτό υιοθετεί εκείνη την αξία. Το ακίνητο Α έχει γεωργική χρήση και χαμηλή άγρια βλάστηση. Ο ΜΕ4 τοποθέτησε ένα τόξο στο σημείο όπου βρίσκεται το ακίνητο Α, στη σελίδα 17 της εκτίμησής του. Η συνήγορος των Εναγόμενων του υπέβαλε πως ο λόγος που δεν πήγε κοντά είναι γιατί είναι γκρεμός. Ο ΜΕ4 δεν αρνήθηκε πως πρόκειται για περίκλειστο ακίνητο χωρίς εύκολη πρόσβαση. Ωστόσο, επανέλαβε πως με κάποιες εργασίες, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Για το ακίνητο Β, το κόστος δεν είναι μεγάλο, για το ακίνητο Α είναι πιο δύσκολο. Το ακίνητο Γ έχει πετρώδες έδαφος, αλλά δεν αποκλείεται η καλλιέργειά του, υπενθυμίζοντας πως η εκτίμησή του δεν είναι για καλλιέργεια, αλλά για βέλτιστη χρήση. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως υπάρχουν τέσσερις συγκριτικές πωλήσεις που δεν έλαβε υπόψη, ωστόσο δεν του υποδείχθηκαν συγκεκριμένα ποιες, ο δε μάρτυρας ήταν σταθερό και βέβαιος ως προς την εργασία που έκανε. Ο μάρτυρας εξήγησε και την αναπροσαρμογή με τη χρήση του 10%. Ερωτήθηκε για ένα-προς-ένα τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε και απάντησε με σαφήνεια και αμεσότητα. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ4 παρατίθεται στη συνέχεια. ΜΥ1 Ο ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέτασή του[6], δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τα γεγονότα που σχετίζονται με τη γνωριμία του με τις Ενάγουσες, μέσω του ΜΕ1, τον οποίο, επίσης, γνώρισε μέσω κοινού γνωστού τους. Η εκδοχή του είναι πως για τις εργασίες που έκανε για την Ενάγουσα 2 και τον σύζυγό της, πληρώνονταν πάντοτε από την Ενάγουσα 2 σε μετρητά, και η εντύπωση που είχε, αυτή που του έδωσε και ο ΜΕ1, ήταν ότι εκείνη ήταν υπεύθυνη για τα οικονομικά, ζητούσε τις διάφορες εργασίες, και πλήρωνε η ίδια, χωρίς ο ΜΕ1 να έχει κάποιον ενεργό ρόλο. Ήταν μια γυναίκα, όπως είπε, όμορφη, γεμάτη ζωντάνια, δυναμική, περιποιημένη, με ακριβά αυτοκίνητα και ρούχα. Δεν έδειχνε καταθλιπτική. Μόνο μετά το 2005, από τότε που αρρώστησε ο υιός της, είχε γίνει, όπως ανέφερε, όντως, άλλος άνθρωπος. Είχε παραιτηθεί από τη ζωή. Κάποιες φορές, όπως ανέφερε ο ΜΥ1, η Ενάγουσα 2 ήταν γενναιόδωρη με όλους, γιατί είχε οικονομική άνεση. Άλλες φορές, δυσκολεύονταν να δώσει ακόμα και τα μεροκάματα. Αλλά δεν υπήρχε το θάρρος να συζητούν διάφορα πράγματα. Τον έβλεπε, όπως λέει, αφ' υψηλού. Ενέργειες όμως της Ενάγουσας 2, που φαίνονται κάπως παράξενες, για κάποιον λόγο, δεν ενεργοποιούσαν το ανθρώπινο ενδιαφέρον του ΜΥ
- Όπως το γεγονός ότι του ζήτησε, κάποια στιγμή, να αδειάσει ολόκληρη την αποθήκη και να πετάξει τα πάντα από μέσα, παλιά έπιπλα, αδιάφορα, κατά τον ίδιο, από το εάν είχαν ή όχι αξία. Ο ΜΥ1 έδωσε στο Δικαστήριο την εικόνα πως, επειδή θεωρούσε την Ενάγουσα 2 «πλούσια», δεν έδινε και σημασία σε τέτοιες εκδηλώσεις, που θα μπορούσαν για την ίδια να ήταν συνηθισμένες, ασχέτως εάν για άλλους, που δεν έχουν ίδια οικονομική άνεση, μπορεί να μην ήταν. Ήταν προφανώς σε δύσκολη θέση ο ΜΥ1 να εκτελεί τέτοιου είδους εργασίες, αντικειμενικά προκλητικές, για ανθρώπους που έχουν ανάγκες. Προφανώς, ο ΜΥ1 δεν είναι «κλέφτης» κάποιας γραφομηχανής ή άλλου αντικειμένου (αν και για τη γραφομηχανή είχε διαφοροποιημένη εκδοχή κατά την αντεξέτασή του, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια), αλλά δεν απέκλεισε και το ενδεχόμενο να επωφελούνταν από πράξεις που θα μπορούσε ο ίδιος απλώς να ερμηνεύει ως «γενναιοδωρία» ή σπατάλη των «πλουσίων», μη έχοντας ο ίδιος και κριτήριο να τις ταξινομήσει διαφορετικά. Κάποια στιγμή, το 2004, όπως αναφέρει, η Ενάγουσα 2 του είπε πως ήθελε να πωλήσει διάφορα ακίνητα, δικά της και της μητέρας της, και τον ρώτησε εάν ενδιαφέρεται να αγοράσει τρία ακίνητα στην Επισκοπή. Ο ΜΥ1 της εξήγησε πως μετά βίας τα βγάζει πέρα και ότι δεν έχει χρήματα για να αγοράσει ακίνητα. Κι όμως, δεν τον παραξένεψε η κίνηση της Ενάγουσας 2, να ζητήσει από τον ίδιο κάτι τέτοιο. Ενώ τον θεωρούσε αφ' υψηλού και ήταν ο άνθρωπος που χρησιμοποιούσε για τις δουλειές του κήπου, να θέλει να πωλήσει ακίνητα, ξαφνικά, και να απευθύνεται στον ίδιο, εάν ενδιαφέρεται. Δεν θεώρησε απονενοημένη την κίνηση. Όπως και το γεγονός, που ανέφερε ο ΜΥ1, πως η Ενάγουσα 2 επέμενε στο να του πωλήσει ακίνητα, ενώ ο ίδιος της είχε ήδη πει πως δεν έχει χρήματα. Σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΥ1, η Ενάγουσα 2 του έδωσε τρεις τίτλους και του είπε πως ήθελε Λ.Κ.7.000,00, ενώ θα δέχονταν και Λ.Κ.5.000,
- Ο ΜΥ1 της είπε πως δεν θέλει να αγοράσει. Και πάλι, δεν τον παραξένεψε η υποτιθέμενη επιμονή της ΜΥ1 να «ξεφορτωθεί» την περιουσία αυτή, εν τέλει σε οποιαδήποτε τιμή. Στο μεταξύ, όπως λέει, ενώ ο ΜΥ1 δεν ενδιαφέρονταν για τα ακίνητα, έκανε έλεγχο, και αυτά, όπως διαπίστωσε, ήταν «άχρηστα». Δηλαδή, μπήκε στη διαδικασία να αναλογίζεται την πώλησή τους, εξ ου και τα έψαξε. Κατά η θέση του, ήταν «άχρηστα» διότι τα ακίνητα Α και Β ήταν στην ουσία απροσπέλαστα και με μορφολογία που δεν μπορούν να καλλιεργηθούν ούτε αρδεύονται, αλλά είναι βράχια και γκρεμοί. Το ακίνητο Γ ήταν το μόνο που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί ή θα μπορούσε να αιτηθεί στον οργανισμό αγροτικών πληρωμών για εκταρική επιδότηση, ωστόσο οι επιδοτήσεις δίδονται μόνον εάν υπάρχει πραγματική καλλιέργεια του τεμαχίου και το συγκεκριμένο τεμάχιο είτε τόσο σκληρό και ξηρό έδαφος που δεν μπορεί να καλλιεργηθεί, και εάν και αγροτικό, δεν ποτίζεται. Και ο ΜΥ1 αναφέρθηκε σε εκταρική επιδότηση, όπως και ο ΜΕ1 εξ ακοής της Ενάγουσας 2, η οποία φαίνεται κάπως δύσκολο, με τα δεδομένα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, να γνώριζε τα περί εκταρικών επιδοτήσεων, για να τα εισάγει στην αναφορά της. Προφανώς, μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του ΜΥ1 κάτι συζητήθηκε με βάση τις εκταρικές επιδοτήσεις. Τομέας που ο ΜΥ1 φάνηκε πως γνωρίζει. Ενώ, κατά τον ΜΥ1, τα τρία ακίνητα ήταν «άχρηστα», και ο ίδιος δεν ενδιαφέρονταν, και πάλι, δεν τον παραξένεψε η υποτιθέμενη επιμονή της Ενάγουσας 2, μα ούτε εξηγήθηκε και το γεγονός πως ο ίδιος πρόσφερε στην Ενάγουσα 2 γι' αυτά τα ακίνητα (που δεν ήθελε) ποσό Λ.Κ.2.500,00 (που δεν του περίσσευε), που η Ενάγουσα 2 το δέχθηκε. Είδε πως η Ενάγουσα ήθελε (ανεξήγητα) να πωλήσει άρον-άρον περιουσία, της είπε πως δίδει μόνον Λ.Κ.2.500,00, γιατί είναι «άχρηστα» ακίνητα, και η Ενάγουσα 2, που κατά τον ίδιο είχε οικονομική άνεση (αλλά και γενναιοδωρία), και που αρχικά είχε προτείνει Λ.Κ.7.000,00, δέχθηκε πτώση στις Λ.Κ.2.500,00, έτσι απλά; Στη βάση της πληροφορίας του ΜΥ1 ότι είναι «άχρηστα» τα ακίνητα και ταυτόχρονα επειδή ήθελε χρήματα άμεσα; Προφανώς, ο ΜΥ1, θεώρησε ότι ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να αγοράσει τα συγκεκριμένα ακίνητα, έστω κι αν δεν θα τα χρησιμοποιούσε για καλλιέργεια, μπορούσε να τα υποθηκεύσει για να εξασφαλίσει πιστώσεις και να καλύψει άλλες ανάγκες του (όπως και έπραξε), ή να τα εκμεταλλευτεί (ακόμα και να τα επαναπωλήσει), μη δίδοντας σημασία σε οτιδήποτε άλλο αφορούσε στην Ενάγουσα
- Δεν τον παραξένεψε ακόμα και η βιασύνη της Ενάγουσας 2, που αναφέρει, να γίνει αυθημερόν η μεταβίβαση, ούτε ότι, αφού, όπως λέει, έλαβε τις Λ.Κ.2.500,00 σε μετρητά, το γεγονός πως τον ευχαρίστησε πολλές φορές. Δεν κατέστη ορατό, μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ1, πώς όλη αυτή η διαδικασία, που ο ίδιος περιέγραψε, και που διήρκησε όπως λέει ένα μήνα, συνάδει με την εικόνα που και ο ίδιος είχε για την Ενάγουσα 2, ως την «πλούσια» εργοδότριά του, στην οποία συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες και να πληρώνεται από την ίδια σε μετρητά (ενώ εκείνη ήθελε χρήματα). Πώς είναι δυνατόν να «ξεπουλά» περιουσία γιατί θέλει άμεσα χρήματα (για άγνωστο λόγο, η δε «αμεσότητα» να διαρκεί ένα μήνα), να τον ωθεί να βρει και άλλους που ενδιαφέρονται να αγοράσουν (αναφέρεται στην άλλη αγοραπωλησία που έγινε την ίδια περίοδο για Λ.Κ.95.000,00), να μην αποτείνεται καν σε κτηματομεσίτη αλλά να το ζητά από τον ίδιο τον ΜΥ1, και να είναι σε παράλληλη θέση να τον πληρώνει σε μετρητά για παρεχόμενες από εκείνον εργασίες. Ο ΜΥ1 αμφισβητεί, όπως λέει, τις αξίες που έδωσε το Κτηματολόγιο στα ακίνητα για σκοπούς μεταβιβαστικών, αλλά επειδή δεν είχε τον χρόνο να ζητήσει εκτιμήσεις, τα δέχθηκε. Παρά την αμφισβήτηση αυτή, ο ΜΥ1, μέχρι και σήμερα, δεν προσκόμισε δική του ειδική εκτίμηση, που να διαψεύδει το Κτηματολόγιο και όλες εν πάση περιπτώσει τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Ο ίδιος δεν ανέφερε πως κατέχει ειδικές γνώσεις περί εκτιμήσεων. Ο ΜΥ1 δεν εξηγεί πώς, ενώ η σχέση τους ήταν απλώς εργασιακή, χωρίς φιλία ή αποκάλυψη οικονομικών ή οικογενειακών μυστικών (αν και κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 έδειξε ότι είχε πληροφορίες από την «κλειδαρότρυπα» για το τι συνέβαινε στο σπίτι της Ενάγουσας 2), η Ενάγουσα 2 είχε το θάρρος να τον «πιέζει» για να αγοράσει «άχρηστα» ακίνητα, και εκείνος, που δεν είχε λόγο να τα θέλει (ως «άχρηστα»), να μπαίνει στη διαδικασία να τα διερευνά και εν τέλει να ενδίδει σε υποτιθέμενες πιέσεις. Μετά τον θάνατο του υιού της Ενάγουσας 2, άλλαξε, όπως είπε, και η συμπεριφορά του ΜΕ1 απέναντι στον Εναγόμενο
- Ενώ πριν ήταν εντελώς αδιάφορος για τα οικονομικά και η Ενάγουσα 2 έπαιρνε όλες τις αποφάσεις και έκανε όλες τις πληρωμές, έφτασε στο σημείο, το βράδυ της κηδείας του παιδιού τους, να τον πάρει τηλέφωνο για πρώτη φορά να του πει ότι έμαθε για τη μεταβίβαση των ακινήτων και ότι πρέπει να τα επιστρέψει γιατί δήθεν την εξαπάτησε. Σεβόμενος τον πόνο του, όπως είπε, και νομίζοντας πως επηρεάστηκε, του είπε να μην ανησυχεί και ότι δεν έχουν σημασία τα ακίνητα και θα τα βρουν. Όταν αργότερα τον πήρε τηλέφωνο και ο ίδιος και ο πατέρας του, και επαναλάμβαναν συνεχώς ότι εξαπάτησε την Ενάγουσα 2, και τον «εκβίαζε» να επιστρέψει τα ακίνητα, πλέον ξεκαθάρισε πως ήταν με τη συγκατάθεσή της που έγινε η μεταβίβαση, με την ελεύθερη βούλησή της, και μάλιστα τη δική της επιμονή, και ότι δεν είχε πρόθεση να τα επιστρέψει, εκτός εάν ήθελε να τα αγοράσει πίσω. Αναφορικά με τις επιταγές που εκδόθηκαν και ανακλήθηκαν, θέτει πως δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, και η ανάκληση ήταν για εύλογη αιτία. Ωστόσο, δεν εξηγεί πώς δικαιολογείται η έκδοσή του, στο πλαίσιο της υφιστάμενης σχέσης μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του ιδίου, που, όπως ο ίδιος ανέφερε, ήταν απλώς σχέση εργασίας. Γιατί ένας απλός εργάτης, με οικονομικά προβλήματα, που «μετά βίας τα βάζει πέρα», εκδίδει επιταγές συνολικού ύψους €42.500,00 επ' ονόματι της Εναγουσας
- Ο ΜΥ1 αναφέρει πως τον Απρίλιο του 2009, έλαβε τηλεφώνημα από γειτόνισσά του, που εργάζεται στο Κτηματολόγιο, και τον ρώτησε εάν «τα βρήκε» με την Ενάγουσα 2, κι αν συμφώνησε ο ίδιος και η θυγατέρα του, να της πωλήσουν πίσω τα ακίνητα. Γνώριζε τα «μπλεξίματα» που είχε με την Ενάγουσα
- Της απάντησε αρνητικά και εκείνη τον ενημέρωσε πως κατατέθηκαν δύο πωλητήρια έγγραφα με τα οποία ο ίδιος και η θυγατέρα του πωλούσαν στην Ενάγουσα 2 τα ακίνητα. Η θυγατέρα του βρίσκονταν στο εξωτερικό για σπουδές και δεν γνώριζε οτιδήποτε. Αμέσως, επικοινώνησε με δικηγόρο, έγινε καταγγελία στην Αστυνομία, και σταμάτησε η μεταβίβαση, αποσύρθηκαν και τα πωλητήρια, αλλά ο ίδιος, από συμπόνια, που είχε χάσει το παιδί της, δεν προώθησε την καταγγελία. Η αναφορά του ΜΥ1 πως είχε πολύ γνωστό του πρόσωπο στο Κτηματολόγιο, που μάλιστα τον ενημέρωσε για πράξη στο όνομά του, βεβαιώνει τον εξ ακοής της Ενάγουσας 2 ισχυρισμό του ΜΕ1 πως ο Εναγόμενος 1 είχε πρόσωπο δικό του στο Κτηματολόγιο και γνώριζε για τα ακίνητα στην Επισκοπή. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως το μόνο που ήξερε είναι πως όταν πήγε και είδε τα ακίνητα, ήταν «κατσάβραχα», της το είπε της Ενάγουσας 2, μόνο το μικρό ακίνητο άξιζε λίγο, επειδή όμως, όπως λέει, η Ενάγουσα 2 ήθελε οικονομική ενίσχυση, εκείνος βρήκε λεφτά και τη βοήθησε. Δεν κατάλαβε πως δεν πήγαινε κάτι καλά. Αναφέρθηκε σε «οικογένεια υψηλής κοινωνίας», θέτοντας τον εαυτό του μειονεκτικά έναντι σε αυτήν. Εκφράστηκε στο Δικαστήριο με τρόπο ως να έχει διαχωρισμένα στην αντίληψή του γενικότερα: «πλούσιοι» και «φτωχοί». Περιέγραψε γλαφυρά τις εργασίες που προσέφερε και πως, όταν τις είδε η Ενάγουσα 2, την οποίαν εκεί γνώρισε, τις άρεσαν. Όπως λέει, τη θαύμασε, την κορμοστασιά της, ήταν μια κυρία, ήρθε με ένα Mercedes που εκείνο τον καιρό ήταν πολύ ακριβό, τον ευχαρίστησε και τον παρακάλεσε να συνεχίσει να περιποιείται τον κήπο. Σταδιακά, ανατέθηκαν και άλλες εργασίες που έφερε εις πέρας, ακόμα και σε πάρτι στο σπίτι τους τον κάλεσαν, να ψήσει σούβλες. Όταν έπρεπε να πληρωθεί, ο ΜΕ1 τον παρέπεμψε στην Ενάγουσα 2, που του είπε ότι εκείνη ελέγχει τα οικονομικά. Και κάτι που πρόσεξε, όπως είπε: η Ενάγουσα 2, όταν ψώνιζε από το σουπερμάρκετ, ψώνιζε τόσα πολλά, που ήταν για πέντε οικογένειες. Της έβγαζε, όπως είπε, το καπέλο γιατί είχε λεφτά και ψώνιζε. Ρωτήθηκε, αν αυτό του φάνηκε παράξενο. Απάντησε αρνητικά. Όσον αφορά τα φαγώσιμα, όπως είπε, καθημερινά είχαν προσκεκλημένους και έτρωγαν και έπιναν, σαββατοκύριακο έκαναν σούβλες. Όσο για την προσωπική της ζωή που (αν και όπως είπε κατά την κυρίως εξέτασή του δεν είχε σχέσεις μαζί τους), έβλεπε, και αγόραζε από μάρκα σε μάρκα τα καλύτερα, κάτι τσάντες αξίας χιλιάδων. Ο ΜΕ1 της φώναζε, δηλαδή της θύμωνε. Έτυχε, όπως είπε, και ήταν παρών μία με δύο φορές. Τα έβαζε μέσα στα χόρτα, και τα έκρυβε στο γκαράζ, κάποια ρούχα, παπούτσια, και τα παρουσίαζε μετά κρυφά. Για τα χρυσαφικά, όπως είπε, ήταν ένα κινούμενο κοσμηματοπωλείο. Αμέσως μετά, θέτοντας, ως σε συγκριτική αναφορά, πως ο ίδιος έχει από το 2006 που υποφέρει και τραβολογιέται γι' αυτά τα «παλιοχώραφα». Επανέλαβε, μάλιστα, δύο φορές αυτή τη σύγκριση, σε ύφος εκείνοι οι πλούσιοι που έχουν τα πάντα, και ο ίδιος που δικάζεται για τα «παλιοχώραφα», ως να ηγείρετο θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Ρωτήθηκε, εάν θεωρεί «κανονικό» ένας άνθρωπος να φέρεται έτσι, να ψωνίζει ακριβά πράγματα και να τα κρύβει στα χόρτα, και η απάντησή του ήταν πως ό,τι έβλεπε είπε. Φοβόταν τον άντρα της (ισχυρισμός που βεβαιώνει τα λεγόμενα και του κύριου Πυργά). Μάλιστα, ο ΜΥ1, κατ' επανάληψη μπήκε στη διαδικασία να σχολιάσει το γεγονός πως κατέθεσε ο υιός της Ενάγουσας 2 στο Δικαστήριο «για να την κατηγορήσει», ανακαλώντας τη χρονική στιγμή που τον πήραν τηλέφωνο για τα ακίνητα μέσα στον θρήνο της απώλειας του άλλου παιδιού τους. Ενώ τα δικά του λεγόμενα, ανειδίκευτα τιθέμενα, συνάδουν και επιβεβαιώνουν τα πορίσματα των ειδικών, ο ΜΥ1, με έκδηλη έως υπερβάλλουσα την αυτοπεποίθησή του για τη δυνατότητα της κρίσης του (για θέματα που δεν έδειξε να γνωρίζει), χαρακτήρισε τους ειδικούς «τηλεκατευθυνόμενους», θέτοντας πως προ μηνών η Ενάγουσα 2 ήταν στο Δικαστήριο, και συνάγοντας, εξ αυτού, πως δεν έχει πρόβλημα, όπως και από το γεγονός ότι πηγαίνει με το εγγόνι της και πληρώνει φόρους ή πως κρατά όχημα μάρκας BMW και «γυρίζει», θέτοντας προβληματισμό μήπως υπάρχει σκοπιμότητα που προσπαθούν να την «βγάλουν ανίκανη». Με αυτές τις αναφορές του, ο ΜΥ1 έδειξε στο Δικαστήριο πως έχει την ικανότητα να πονηρεύεται. Ερωτήθηκε από τη συνήγορο των Εναγουσών, πώς είναι δυνατόν να είχε οικονομικά προβλήματα και να ζητούσε από τον ίδιο να αγοράσει τα ακίνητα, ενώ ήταν, όπως ο ίδιος είπε, μία πλούσια κυρία, και εν τέλει να πωληθούν και για Λ.Κ.2.500,00 τρία τεμάχια. Ο ΜΥ1 απάντησε πως εκείνο τον καιρό πώλησε και άλλα, υπέδειξε και άλλα άτομα, και ο ΜΕ1 του είπε και για ένα ακίνητο στον Πωμό. Είχαν, όπως λέει, ένα κιβώτιο με αρκετά κοτσάνια, που ήθελαν να τα πωλήσουν, εν γνώσει του ΜΕ
- Όταν του τέθηκε πως δεν είχαν λόγο να αποταθούν στον ίδιο, εάν ήθελαν να βρουν επενδυτές, απάντησε γενικά πως δεν είναι κτηματομεσίτης, αλλά του είπαν εάν ήξερε κάποιον που ενδιαφέρονταν. Δεν ήταν πειστική αυτή η αναφορά του σε γνώση του ΜΕ1, τουλάχιστον δεν έθεσε ξανά τον ΜΕ1 στις επίδικες συναλλαγές, ενώ προηγουμένως είχε αναφέρει πως ο ΜΕ1 ήταν αδιάφορος για τα οικονομικά και γενικότερα για το τι συνέβαινε. Απλώς αντιλαμβάνονταν εκ των υστέρων τις πράξεις της Ενάγουσας 1 και φώναζε, προσπαθώντας να τις ανατρέψει, λόγος για τον οποίον και η Ενάγουσα 2 τον φοβόταν και ενεργούσε κρυφά. Η ίδια αναφορά του αντιφάσκει με τη θέση του ότι την ημέρα της κηδείας του υιού τους τον πήρε τηλέφωνο ο ΜΕ1 και του είπε ότι έμαθε για τα ακίνητα και ότι από τότε άρχισαν οι πιέσεις να τα επιστρέψει. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΥ1 ανέφερε πως απλώς άδειασε την αποθήκη, όπως του ζήτησε η Ενάγουσα 2, και δεν είχε πιάσει κάποια γραφομηχανή, κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως όταν την είδε, ρώτησε την Ενάγουσα 2 εάν μπορεί να την πάρει, του είπε να την πάρει, και μόλις την πήρε, ο ΜΕ2 που είδε τι συνέβαινε από πάνω, του είπε να την αφήσει αμέσως, όπως και έπραξε. Έφυγε, και ο ΜΕ1 είχε φέρει ανθρώπους, όπως λέει, έξι άτομα, με φορτηγό, και φόρτωσε έξι φορτηγά πράγματα από την αποθήκη, που ήταν σαν σπήλαιο, και τα πέταξε, που μπορεί ακόμα, όπως λέει, να πέταξε και εκείνη τη γραφομηχανή. Εκφράστηκε και πάλι με παράπονο, για το γεγονός ότι τελικά πέταξαν τα αντικείμενα εκείνα, που μάλλον θα μπορούσε και να είχε πάρει, χωρίς να δημιουργηθεί πρόβλημα. Σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 έβγαλε κυνισμό. Αχρείαστα. Συνέχισε τη δουλειά, όπως είπε, επειδή πληρώνονταν μηνιαία, αλλά δεν είχε κάποια επαφή. Πέρασαν τα χρόνια, όπως είπε, αρρώστησε ο υιός τους, και του ζήτησαν και τους μεταφέρει με το ταξί στη Λάρνακα, πολλές φορές, δεν μετρούσε, ήθελε να τους βοηθήσει, οποιοσδήποτε και να ήταν, όπως λέει, έπρεπε να στέκει δίπλα τους, και το ίδιο διάστημα που ήταν το μωρό τους στην Αγγλία, έτρεχαν στην Αγγλία και άκουσε πως εξαπατήθηκαν και εκεί. Τον πλήρωνε πάντοτε η Ενάγουσα 2, ακόμα και το ταξί, έβλεπε, όπως λέει, πόσο πλουσιοπάροχα συμπεριφέρονταν, όταν γνώρισε και τη μακαριστή μάνα της, και εκεί, όπως λέει, πράγματι είδε μια κυρία της Πάφου, που ήταν μετρημένες, και χάρηκε που γνώρισε μια κυρία. Όταν ερωτήθηκε για το τι έκανε με τα χρήματα που πήρε από την υποθήκευση, ο ΜΥ1 απάντησε απότομα: «δεν σας ενδιαφέρει». Το «δεν σας ενδιαφέρει» το είπε και ότι ερωτήθηκε εάν αλλού είχε μάνα φυτεία αβοκάντο, ερώτηση συναρτώμενη με την εκδοχή της πλευράς των Εναγουσών πως είχε παρουσιάσει στην Ενάγουσα 2 πως ήθελε τα ακίνητα για να φυτέψει αβοκάντο. Στη συνέχεια, έδωσε μεν μια απάντηση, αλλά με τον ίδιο κυνισμό, προτάσσοντας «και ποιο κτηματολόγιο δέχεται να μεταβιβάσει με προφορικές συμφωνίες». Τον ρώτησε τότε η συνήγορος των Εναγουσών: «εδώ πώς μεταβίβασες;», και απάντησε: «νόμιμα και νομότυπα». Ερωτήθηκε, «ισχυρίζεσαι ότι υπήρχε πωλητήριο έγγραφο μεταξύ σας;», και είπε πως όλα τα έγγραφα ετοιμάστηκαν από τη δικολάβο. Κι όμως, στη δήλωση μεταβίβασης, γίνεται αναφορά πως δεν υπήρχε πωλητήριο έγγραφο. Επομένως, δεν κατέστη κατανοητή η προσπάθεια του ΜΥ1 να δημιουργήσει και σε αυτό το σημείο μια διαφορετική εντύπωση στο Δικαστήριο, ότι υπάρχει έγγραφο. Κατά την αντεξέτασή του, επίσης, αναφέρθηκε στις επιταγές πως ήθελαν αμέσως να πληρώσουν για νοσήλια της μητέρας της Ενάγουσας 2 και για το αυτοκίνητο, με αντίτιμο να του τα δώσουν πίσω ή να του δώσουν χωράφι στον Πωμό. Όμως, αυτή η συνθήκη δεν συνάδει με την εκδοχή του ίδιου πως εκείνος δεν είχε χρήματα για οτιδήποτε, γιατί είναι πτωχός εργάτης, ούτε με τις αναφορές του ότι δεν είχε οικονομική ανάγκη η οικογένεια της Ενάγουσας 2, για να ζητά από τον εργάτη της να πληρωθούν τα νοσήλια της μητέρας της Ενάγουσας 2, ή για να επιδιορθωθεί ένα όχημα. Για μια από τις πιο εύπορες οικογένειες της Πάφου, σε περίπτωση προβλήματος υγείας της Ενάγουσας 1, μιας κυρίας, να ζητά χρήματα από τον εργάτη που φροντίζει τους κήπους ή τα μεταφορικά. Προφανώς, ο ΜΥ1 δεν ήταν εφικτό να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια και αυτής της θέσης του. Συνολική θεώρηση Δεν θεωρώ πως ο ΜΕ1 ή ο ΜΕ3 ήρθαν στο Δικαστήριο για να πουν ψέματα. Ο τρόπος τους στο εδώλιο, η σταθερότητα στις θέσεις του, η αβίαστη εκδήλωση των συναισθημάτων τους και των σκέψεων τους, όποια κι αν ήταν αυτά (ακόμα κι αν σε ορισμένα σημεία μπορεί να ηχούσαν προσβλητικά ορισμένες αναφορές του ΜΕ1), χωρίς επιτήδευση, δεν άφησαν στο Δικαστήριο αμφιβολία πως ο ΜΕ1 και ο ΜΕ3 ήταν ειλικρινείς μάρτυρες, που είπαν την αλήθεια, για τα γεγονότα που γνωρίζουν και που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Εάν η δική τους μαρτυρία επαρκεί ή όχι, είναι διαφορετικό θέμα. Μέρος της μαρτυρίας τους, ιδίως του ΜΕ1, που σχετίζεται με το τι διαμείφθηκε μεταξύ των μερών, είναι προφανώς εξ ακοής της Ενάγουσας
- Το ότι είναι εξ ακοής, δεν επηρεάζει την δεκτότητα της, αλλά η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία αυτή εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, ορισμένοι μόνον εκ των οποίων αναφέρονται και στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Η Ενάγουσα 2, αναμφίβολα, κηρύχθηκε σε ανικανότητα σήμερα, και ο ΜΕ1 ανέφερε, και δεν αμφισβητήθηκε, πως πλέον δεν υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης μαζί της. Ομοίως, ο ΜΕ3 ανέφερε πως η κατάστασή της πλέον έχει επιδεινωθεί. Δεν αποκλείστηκε με ειδική μαρτυρία η δυνατότητά της να προσέλθει στο Δικαστήριο, για σκοπούς μαρτυρίας, και να κρίνει το Δικαστήριο τα όποια λεγόμενά της, και προφανώς μπορεί να διακινηθεί και να μεταβεί στο Δικαστήριο ως φυσική παρουσία, αλλά επαρκεί η εξήγηση που δόθηκε από τους ΜΕ1 και ΜΕ3 γι' αυτό, σε συνάρτηση με το πρόβλημα της ψυχικής υγείας της και τη φύση του, για να δικαιολογηθεί η μη προσκόμιση μαρτυρίας από την ίδια την Ενάγουσα
- Ο ΜΕ3 δεν ήταν σε θέση να μεταφέρει επ' ακριβώς λεγόμενα της Ενάγουσας
- Ο ΜΕ1 υποστήριξε τη δικογραφημένη εκδοχή της, σε σημεία η εκδοχή εκείνη βρίσκει ερείσματα και σε αναφορές του ΜΥ1, ωστόσο η Ενάγουσα 2 είχε λόγο να μην πει όλη την αλήθεια στον ΜΕ1 για το τι ακριβώς συνέβη. Εξάλλου, λόγω της ψυχικής της υγείας, που με τόση λεπτομέρεια εκτέθηκε στο Δικαστήριο, δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο να πειστεί ότι τα λεγόμενα της Ενάγουσας 2 στον ΜΕ1, ακόμα κι αν εκείνα μεταφέρονταν επακριβώς και αυτούσια, συνιστούσαν την αλήθεια για το τι πράγματι συνέβη μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου
- Τα ίδια, και ειδικότερα οι αναφορές της για ενοικίαση, κ.λπ., δεν συνάδουν και με το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που καταρτίστηκε τον Ιανουάριο του 2004 (Τεκμήριο 3Γ), και (όπως και να καταρτίστηκε, είναι μη επίδικο θέμα, συνεπώς αδιάφορο) συνιστούσε εκδήλωση του σκοπού της Ενάγουσας 2 να πωλήσει τη συγκεκριμένη περιουσία. Για το τι διαμείφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ
- Όπως ούτε και του ΜΥ1, ως αξιόπιστη μαρτυρία. Τα συμπεράσματα περί αθέμιτης επιρροής, όμως, ο ΜΕ1 δεν τα αντλεί από τα λεγόμενα της Ενάγουσας 2 σε αυτόν, τα οποία ανέφερε περισσότερο ως επιβεβαιωτικά (ως να ήταν τέτοια, που δεν είναι) των δικών του σκέψεων, αφού έλαβε ιδία γνώση των μεταβιβάσεων της γης στην Επισκοπή. Τα αντλεί από τα γεγονότα που είναι εκεί, και, στην ουσία τους, δεν αμφισβητούνται. Την ίδια ροή σκέψης ακολουθεί και ο ΜΕ
- Όπως το γεγονός ότι τα τρία επίδικα ακίνητα φέρονται να πωλήθηκαν για Λ.Κ.2.500,00, ενώ είναι μεγαλύτερης συνολικής εκτιμημένης αξίας. Ακόμα και με τις τιμές του Κτηματολογίου, είναι πολλαπλάσιας αξίας. Η διάσταση μεταξύ της αξίας και της τιμής είναι πολύ μεγάλη, ώστε να αποδοθεί απλώς σε μια επιτυχή για τον αγοραστή διαπραγμάτευση. Ειδικότερα, όσον αφορά την αξία των επίδικων ακινήτων η αμφισβήτηση της μαρτυρίας του ΜΕ4, πραγματογνώμονα, δεν ήταν με αντιπαράθεση σε αυτόν διαφορετικών επιστημονικών δεδομένων, συγκεκριμένων, αλλά επρόκειτο για αμφισβητήσεις, στις οποίες ο μάρτυρας καλείτο να εξηγήσει ή και να εκθέσει την αιτιολόγηση των ευρημάτων του, που ο μάρτυρας ανταποκρίθηκε επαρκώς και καλά σε αυτή την πρόκληση. Δεν κλονίστηκε η επιστημονική αξιοπιστία της εργασίας του. Δεν φάνηκε στο Δικαστήριο, σε απτή βάση, να είχε λόγο να βοηθήσει τις Ενάγουσες, όπως του υποβλήθηκε. Εξήγησε τη μεθοδολογία του. Δεν υπάρχει λόγος το Δικαστήριο να μην αποδεχτεί τη μαρτυρία του ΜΕ4 σε σχέση με την αξία των επίδικων ακινήτων. Η χρήση των τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου Γ με βάση τα στοιχεία του ακινήτου εκείνου που φαίνονται από την πύλη του Κτηματολογίου δεν καθιστά αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ4, επειδή σε άλλα έγγραφα αναγράφεται άλλος αριθμός τετραγωνικών μέτρων κατά 19 τ.μ. μικρότερος. Οπουδήποτε κι αν βασίζονταν ο ΜΕ4, θα μπορούσε να του αντιταχθεί πως αλλού αναγράφεται άλλο εμβαδόν, μα ο ΜΕ4 λειτούργησε με βάση δεδομένα του Κτηματολογίου, και το Δικαστήριο δεν έπαυσε να εμπιστεύεται την κρίση του, εκ της διάστασης στα επιμέρους δεδομένα του Κτηματολογίου. Απεναντίας, όλες οι απαντήσεις που έδωσε ο ΜΕ4 ήταν με ειλικρίνεια και διάθεση να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί την αξία των ακινήτων. Είναι η μόνη ειδική μαρτυρία που έχει το Δικαστήριο για το θέμα αυτό. Συνάδει, το περιεχόμενό της, και με το γεγονός πως και οι υποθηκεύσεις των δύο εκ των τριών ακινήτων έγιναν για την εξασφάλιση μεγαλύτερων ποσών. Από την άλλη, η έντονη προσπάθεια του ΜΥ1 να δείξει ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν εντελώς χωρίς αξία ή «άχρηστα» ή όπως τα περιέγραψε «παλιοχώραφα» στα «κατσάβραχα» δημιούργησε ερωτηματικά, και καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο σε σχέση με την πρόθεση του ΜΥ1 και τη σχέση της όλης εκδοχής του με την αλήθεια. Γιατί τα αγόρασε, ένας άνθρωπος που υποτίθεται δεν του περίσσευαν τα χρήματα, και μάλιστα τα υποθήκευσε για μεγαλύτερα ποσά, εάν δεν θα μπορούσαν, επειδή είναι «άχρηστα», να καλύψουν τέτοια χρέη που είχε αναλάβει. Εφόσον ανέφερε πως τα είδε προηγουμένως, τα είχε ερευνήσει, κατ' επέκταση ήξερε πως είναι «γκρεμός» και «κατσάβραχα», και ότι δεν μπορεί να τα καλλιεργήσει, γιατί έσπευσε να τα πάρει, επειδή απλώς η Ενάγουσα 2 δέχθηκε να τα δώσει μόνον για Λ.Κ.2.500,00; Ο ίδιος ο ΜΥ1 δεν έδειξε διάθεση φιλανθρωπίας προς την Ενάγουσα 2 όσον αφορά την απόκτηση των συγκεκριμένων ακινήτων, ούτε, ως φαίνεται, ήταν σε θέση να βοηθήσει οικονομικά την Ενάγουσα 2, ως κάποιος οικονομικά δυνατότερός της. Ο ΜΕ1, όπως και ο ΜΕ3, βασίζουν επίσης τα συμπεράσματά τους περί αθέμιτης επιρροής της Ενάγουσας 2 στο γεγονός ότι οι Ενάγουσες δεν είχαν οικονομική ανάγκη να πωλήσουν ακίνητα. Το γεγονός αυτό δεν αρνείται και ο ΜΥ1 με τη δική του μαρτυρία. Μα και να είχαν οικονομική ανάγκη, δεν θα ικανοποιούνταν με είσπραξη Λ.Κ.2.500,00 από τα συγκεκριμένα ακίνητα (ενώ ακόμα και σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1, η Ενάγουσα 2 ζητούσε εξ αρχής Λ.Κ.7.000,00). Ακόμα και με την εκδοχή του ΜΥ1 για το πώς έγιναν τα πράγματα (που όμως δεν έπεισε για την αλήθεια της), οι περιστάσεις ήταν τέτοιες που ο ΜΥ1 θα έπρεπε να θορυβηθεί ότι κάτι δεν πάει καλά με την Ενάγουσα 2 και την ενέργειά της. Σε αυτή την περίπτωση, να διασφαλίσει ο ίδιος ότι δεν θα βρει μπροστά του ένα τέτοιο πρόβλημα, όπως αυτό που προέκυψε· ενδεχομένως ζητώντας της να υπογραφθεί κάποιο έγγραφο ή και να λάβει κάποια συμβουλή τρίτου προσώπου ή να διαβεβαιώσει ότι έλαβε, ή ακόμα και αυτό που εξέφρασε με τόσο παράπονο ο ΜΕ1, να ενημερώσει τον ίδιο για το τι συμβαίνει με τη σύζυγό του, ότι κυκλοφορεί με ένα κιβώτιο τίτλους και τους διαμοιράζει. Η εντύπωση που εξέφρασε ο ΜΕ1 πως η πράξη έγινε κρυφά δεν εξουδετερώθηκε με τη μαρτυρία του ΜΥ1, ακόμα κι αν μεσολάβησε κάποια δικολάβος για τα διαδικαστικά. Απεναντίας, ενισχύθηκε, με τις αναφορές του ΜΥ1 ότι είδε και ο ίδιος την Ενάγουσα 2 να «κρύβει» και αγορές της ή άλλες ενέργειές της από τον ΜΕ1, γιατί τον φοβόταν. Αυτή η παρατήρηση του ΜΥ1 συνάδει και με την μαρτυρία του ΜΕ2 και δι' αυτής του κύριου Πυργά. Ήταν μια σοβαρή πράξη η διάθεση τριών ακινήτων (όποια κι αν ήταν τα φυσικά χαρακτηριστικά των ακινήτων αυτών), που διέφερε από τις συνήθεις συναλλαγές μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου 1, μεσολάβησε ο παράξενος ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 περί οικονομικών προβλημάτων και ανάγκης, που, ερχόμενος σε αντίφαση με την ορατή στον Εναγόμενο 1 πλουσιοπάροχη κατάσταση, αφήνει να νοηθεί πως ο Εναγόμενος 1 ενήργησε άκρως συμφεροντολογικά, με αδιαφορία για το τι πραγματικά μπορεί να συμβαίνει στην Ενάγουσα
- Με γνώμονα πρώτιστα να επωφεληθεί από το «ξεπούλημα» της περιουσίας αυτής. Με γνώμονα πως εκείνη είναι «πλούσια» (και κατά πάσα πιθανότητα με ιδιοτροπίες ή παραξενιές) και ο ίδιος «πτωχός» (αλλά με τιμιότητα και καπατσοσύνη), με όλο το περιεχόμενο του σχετικού στερεοτύπου. Το αίσθημα της «εξαπάτησης», που εξέφρασε ο ΜΕ1, τόσο έντονα και προσωποποιημένο στον ΜΥ1, συνιστά βασικά τη διάψευση των προσδοκιών του, από μια κοινωνία ανθρώπων, να υπάρχει η ελάχιστη αλληλεγγύη και έγνοια για τον συνάνθρωπο, ιδίως όταν υπάρχει και γνωριμία, κάποιου είδους κοινωνική σχέση όπως ακόμα κι αυτή μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του ΜΥ1 (αλλά και ανεξάρτητα από αυτήν), να προστατεύει ο ένας τον άλλον από την αδυναμία ή το κακό, να μην επικρατεί ο ατομικισμός, η εκμετάλλευση, η σκληρότητα και η κοινωνική αναλγησία. Ο ΜΕ1 εξωτερίκευσε στο Δικαστήριο, σε ένα βαθμό, τη δική ενοχική στάση που πυροδοτεί αυτές τις προσδοκίες του για έναν πιο καλό κόσμο, το ότι ο ίδιος δεν κατάφερε να προστατεύσει την Ενάγουσα 2 και δεν υπήρχε άλλο έρεισμα χωρίς τη δική του προστασία. Όλη η στάση του ΜΕ1, σε συνάρτηση με την μαρτυρία του ΜΕ2, έδειξε στο Δικαστήριο πως ακόμα και η αγωγή αυτή είναι μέρος του όλου προβλήματος, όσον αφορά την σχέση μεταξύ του ΜΕ1 και της Ενάγουσας
- Το διαιωνίζει και το τροφοδοτεί. Σε κάποιο βαθμό, οι σκέψεις αυτές του ΜΕ1 απαντούν όμως και στην ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας των συναλλαγών, και όχι μονόπλευρα. Ο ψυχισμός του ανθρώπου είναι συχνά δυσνόητος. Όταν υπάρχουν ελαττώματα βούλησης, ο κίνδυνος στη συναλλαγή αφορά σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Όταν μια γυναίκα ευυπόληπτη και με οικονομική άνεση, κατά τον ΜΥ1, ξαφνικά «ξεπουλά» εκτάσεις γης (κρατά κιβώτιο με τίτλους και ψάχνει αγοραστές), χωρίς προφανές υγιές κίνητρο γενναιοδωρίας, χωρίς έγγραφα ή μεσολάβηση κτηματομεσίτη ή επαγγελματία, με επίκληση άμεσης ανάγκης χρημάτων, ανάγκη όμως μη ορατή και για την οποία «πέφτει» στη διαπραγμάτευση από τις Λ.Κ.7.000,00 στις Λ.Κ.2.500,00, αξία προφανώς πολύ χαμηλή για τρία ακίνητα, και μάλιστα κατά την εκδοχή του ΜΥ1 επιμένει σε τέτοια ενέργεια, και επιδεικνύει και βιασύνη, ενώ ταυτόχρονα ζει πλουσιοπάροχα, και παρατηρούνται και άλλες παράξενες ενέργειές της, η συναλλαγή μαζί της δεν συνιστά ευκαιρία, όπως φαίνεται να εξέλαβε ο ΜΥ1, αλλά κίνδυνο, που πρέπει να προσεγγίζεται με μεγάλη προσοχή. Αν μη τι άλλο, να διασφαλίζεται με κάποιον πιο αντικειμενικό τρόπο, που συνάδει και με τη σοβαρότητα της συναλλαγής, ότι η βούληση της Ενάγουσας 2 για μια τέτοια πράξη δεν εξωθείται από άλλους παράγοντες, αλλά είναι ελεύθερη. Και η έννοια της ελεύθερης συναίνεσης στο δίκαιο θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Επί του πραγματικού, όμως, πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την ψυχοπνευματική κατάσταση της Ενάγουσας 2, όταν η Ενάγουσα 2, και με βάση την ίδια τη μαρτυρία του ΜΥ1, ψωνίζει αντικείμενα χιλιάδων, και τα κρύβει μέσα στα χόρτα, ή όταν ζητά από τον πτωχό εργάτη οικονομική βοήθεια, είτε με πώλησης ακινήτων, είτε για ανάγκες όπως νοσήλια ή επισκευές αυτοκινήτου. Και ο ΜΥ1 πώς είναι δυνατόν να θεωρούσε φυσιολογικό το γεγονός ότι η Ενάγουσα 2 ζητούσε από τον ίδιο οικονομική βοήθεια. Ο ΜΕ1 βάσισε, όπως και ο ΜΕ3, τα συμπεράσματά του και στο γεγονός ότι η ψυχική υγεία της Ενάγουσας 2, κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων, ήταν κλονισμένη, από τα δεινά που χωρίς αμφιβολία της έχουν συμβεί. Και πριν την απώλεια του παιδιού της. Ως προς αυτά που βίωσε η Ενάγουσα 2 μετά την γνωριμία της με τον ΜΕ1, ο ΜΕ1 είχε προσωπική γνώση, και μαρτύρησε την σταδιακή τροπή της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς της. Ο ΜΕ3, επίσης, ανέφερε αυτά που γνωρίζει για την κατάσταση της μητέρας του. Δεν θεωρώ πως επινόησαν μια ιστορία περί κλονισμένης ψυχικής υγείας της Ενάγουσας 2, συντηρώντας την για ολόκληρα χρόνια, και ότι στην πραγματικότητα κρύβεται πίσω από αυτήν κάποια δαιμόνια μεθόδευση εις βάρος του Εναγόμενου 1 ή του τραπεζικού ιδρύματος από το οποίο ο Εναγόμενος 1 δανειοδοτήθηκε. Η Ενάγουσα 2 δεν εξετάστηκε από ιατρό της επιλογής των Εναγόμενων και η μαρτυρία του ΜΕ2, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας στην οποία βασίστηκε, είναι η μόνη ειδική μαρτυρία για το θέμα αυτό. Βασίστηκε και στις προαναφερόμενες εκθέσεις άλλων ειδικών, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Στη ψυχολογία, συνηθίζεται η αναδρομή στο παρελθόν, για τον εντοπισμό των πιθανών αιτιών των διαφόρων προβλημάτων που αναφαίνονται στο παρόν, και οι διαπιστώσεις γίνονται κατά βάση ετεροχρονισμένα, και η διάσταση στον χρόνο μπορεί να είναι πολύ μεγάλη. Δεν αναμένει το Δικαστήριο να δοθεί μαρτυρία ειδικού που εξέτασε την Ενάγουσα 2 επακριβώς κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ή και εγγύτερα σε αυτόν. Το πρόβλημα της Ενάγουσα 2 απλώς κορυφώθηκε μετά και από την απώλεια του παιδιού της, κατά τρόπο πλέον ορατό και σε μη ειδικούς, και τότε την οδήγησε, μεταξύ άλλων, και σε πιο ακραίες πράξεις, κατ' επέκταση και σε ψυχιατρική εξέταση. Όπως εξήγησε και ο ΜΕ2, από το ιστορικό της Ενάγουσας 2, που καταγράφηκε από τον κύριο Πυργά στην έκθεσή του και το ίδιο βεβαιώθηκε στο Δικαστήριο και από τον ΜΕ1, στον βαθμό που γνωρίζει την Ενάγουσα 2 ως σύζυγό του, διαφαίνεται πως δεν ήταν η απώλεια του παιδιού της το μοναδικό πλήγμα, εφόσον προϋπήρχε το πρόβλημα στη ψυχική της υγεία, και απλώς τότε επιδεινώθηκε. Για τον ΜΕ1, όπως ανέφερε, η επιδείνωση ήταν μετά την απώλεια του πατέρα της. Όταν ένας ψυχολόγος εφαρμόζει σε ασθενή υφιστάμενα κοινά αναγνωρισμένα εργαλεία αξιολόγησης, που λειτουργούν με δομημένες κλίμακες, δεν υπάρχει λόγος να εφαρμόσει τα ίδια και άλλος ειδικός επί του ίδιου προσώπου, εκτός εάν θέλει να εντοπίσει κάποια αλλαγή στο παρόν, στον βαθμό που χωρεί τέτοια αλλαγή, για παράδειγμα λόγω κάποιας θεραπείας. Στις αξιολογήσεις προσωπικότητας, για παράδειγμα, δεν αναμένεται η επανάληψη αξιολογήσεων για να ελεγχθεί κάποια θεραπευτική αλλαγή. Για σκοπούς απόδειξης, τα αποτελέσματα των εργαλείων αυτών (του «σκορ» που προκύπτει από τις καταγεγραμμένες απαντήσεις) ενέχουν στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, που αφ' εαυτής δίδει πληροφορίες που προκύπτουν χωρίς παρέμβαση, ευκόλως παρατηρούμενες από το Δικαστήριο. Εξ ου και η υιοθέτηση των αξιολογήσεων του κύριου Πυργά από τον ΜΕ2, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχει απόκλιση σε επιμέρους σημεία της περαιτέρω ερμηνείας των δεδομένων της αξιολόγησης. Το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία και από τον κύριο Πυργά, που διενήργησε τις αξιολογήσεις, για να βεβαιώσει τις ενέργειές του όσον αφορά την καταγραφή των απαντήσεων της Ενάγουσας 2 στις ερωτήσεις των εργαλείων, δεν δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της μαρτυρίας γνώμης του ΜΕ
- Εξάλλου, στη ροή της διαδικασίας, δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι ο κύριος Πυργάς, όντως, υπέβαλε την Ενάγουσα 2 στις αξιολογήσεις, και ότι είχε ετοιμάσει την έκθεση, που μετέφερε μέσω της δικής του έκθεσης ο ΜΕ2, αυτούσια και επακριβώς, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του, ώστε να προκύψει διαδικαστικά η ανάγκη να προσέλθει για τον σκοπό αυτό και ο κύριος Πυργάς. Ο ΜΕ2, δίδοντας μαρτυρία γνώμης, συμφώνησε στα κρίσιμα σημεία με τη γνώμη του κύριου Πυργά. Βεβαίως, θα μπορούσε να κλητευθεί από την πλευρά των Εναγουσών και ο κύριος Πυργάς, όπως και όλοι οι άλλοι ειδικοί που εξέτασαν ή παρακολούθησαν κατά καιρούς την Ενάγουσα
- Το ότι δεν προσκομίστηκε προσωπική μαρτυρία καθενός από εκείνους, υπό τις περιστάσεις, δεν επιδρά προς παρεμπόδιση της απόδειξης της αλήθειας και της απονομής της δικαιοσύνης. Παρουσιάστηκε η μαρτυρία του επί του παρόντος ιατρού που παρακολουθεί την Ενάγουσα 2, που έλαβε υπόψη τις ενέργειες και επισημάνσεις του ψυχολόγου και των άλλων ψυχιάτρων που είχαν προηγηθεί, με συνέχεια (που επιβάλλει η ψυχολογική αξιολόγηση), και βασικά υπάρχει ομοφωνία επιστημονικής γνώμης όσον αφορά την Ενάγουσα 2, όπως φαίνεται, διαχρονικά. Δεν εμποδίστηκε η πλευρά των Εναγόμενων να αντεξετάσει τον ΜΕ2 σε σχέση με τη γνώμη αυτή, όπως ούτε και να προσκομίσει μαρτυρία για κάποια διαφορετική επιστημονική γνώμη, εάν τυχόν υπάρχει. Σε όσες ερωτήσεις υποβλήθηκαν, ο ΜΕ2 είχε απαντήσει με τρόπο κατατοπιστικό, χωρίς να διαφαίνεται από οπουδήποτε πρόθεσή του να βοηθήσει τις Ενάγουσες στην υπόθεσή του, εις βάρος της επιστήμης του. Ότι μπήκαν στη διαδικασία, ο ίδιος ο ΜΕ2 και οι ειδικοί στις εκθέσεις των οποίων παραπέμπει, να συνωμοτήσουν, σε βάθος χρόνου, για να «στήσουν» μια υπόθεση ανικανότητας της Ενάγουσας 2, προκειμένου να πάρει πίσω περιουσία που αποξένωσε, όπως επιπόλαια εξέφρασε ο ΜΥ1, σε σεβασμό, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ως ένα πιθανό σενάριο, αν και είναι κατανοητή η δυσπιστία που μπορεί να διακατέχει τον ΜΥ1, και την εξέφρασε. Αυτή η δυσπιστία, όντως, ενθαρρύνεται από παρατηρήσεις που δυνατόν, όταν δεν υπάρχει αντίληψη της όλης κατάστασης, να λειτουργούν ως προκλητικές αντιφάσεις. Το γεγονός, που δέχθηκε και ο ΜΕ1, πως η Ενάγουσα 2 οδηγεί αυτοκίνητο ή φροντίζει το εγγόνι της (ο ΜΥ1 συσχέτισε αυτές τις ενέργειες και με την οικονομική δυνατότητα, ότι ήταν ακριβό το όχημα, ότι πλήρωνε φόρους με το εγγόνι της). Δεν εμποδίζεται ένας άνθρωπος με ψυχικά προβλήματα να προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες, ούτε το να προβαίνει σημαίνει πως είναι ψυχικά υγιής. Η ίδια δυσπιστία μπορεί να ενθαρρύνεται από συλλογισμούς, ότι είναι πολύ εύκολο, σε μια συναλλαγή, κάποιος, εκ των υστέρων, να προβάλλει ότι δεν την ήθελε γιατί έπασχε από βαριά κατάθλιψη, και πως δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που συναλλάσσεται ένας πολίτης να πρέπει να διαγνώσει την ψυχική υγεία του αντισυμβαλλόμενού του, και αόρατες καταστάσεις, ή να βεβαιώνει ότι βρίσκεται σε χαρά. Πολλές φορές, ιδίως σε εποχές έντονου καταναλωτισμού και άλλων σχετικών τάσεων, κάποιος μπορεί να προβαίνει σε αγορές ή σε πωλήσεις ή σε δωρεές ή άλλες πράξεις, ωθούμενος από παρορμητικές ανάγκες και επιθυμίες, και να σκέφτεται πιο λογικά στη συνέχεια, να μετανιώνει, χωρίς να πρέπει κατ' ανάγκη η συνθήκη να μεταφραστεί σε ελάττωμα βούλησης, που να ακυρώνει τη συναλλαγή με τον αθώο τρίτο. Είναι όλες οι διαστάσεις που εγείρει η στάση του ΜΥ1 κατανοητές, μα θα εξηγηθεί στη συνέχεια η προσέγγιση του Δικαστηρίου. Δεν εμποδίστηκε επίσης η πλευρά των Εναγόμενων να κλητεύσει η ίδια τον κύριο Πυργά ή και άλλον ειδικό εξ ακοής του οποίου εκτέθηκε στο Δικαστήριο η συγκεκριμένη επιστημονική γνώμη, για αντεξέταση, δυνάμει του άρθρου 26 § 1 Κεφ.
- Ο ΜΕ2, με τη γνώμη και τη μαρτυρία του, περιλαμβανομένων σε αυτήν των δεδομένων στα οποία βασίστηκε, προσήλθε στο Δικαστήριο με ξεκάθαρη πρόθεση να βοηθήσει την κρίση του Δικαστηρίου. Απάντησε και στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, διαφωτίζοντας τα ζητούμενα. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη ειδική μαρτυρία, προς αντίκρουση, η δε μαρτυρία του ΜΕ2, η εγκυρότητα της γνώμης του, δεν θεωρώ πως κλονίστηκε με την αντεξέτασή του. Το γεγονός ότι υπήρχε προηγούμενη γνωριμία με τον Εναγόμενο 1, βάσει της οποίας η Ενάγουσα 2 και ο Εναγόμενος 1 είχαν ευκαιρίες να έρχονται σε επαφή και ο Εναγόμενος 1 έκανε εργασίες που του εμπιστεύονταν και γενικότερα εξυπηρετούσε την οικογένεια της Ενάγουσας 2, δεν είναι χωρίς σημασία, ακόμα κι αν η σχέση μεταξύ τους δεν ανάγεται σε στενή φιλία. Δεν χρειάζεται να ανάγεται σε στενή φιλία, για να υπάρχει σε αυτήν εναπόθεση πίστης. Αυτή η επισήμανση οδηγεί και στην ανάγκη να εκτεθεί το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η υπόθεση. Αλλά προηγουμένως να εκτεθεί η παρατήρηση πως, από όσα αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο από τον ΜΥ1 (η μαρτυρία του οποίου δεν είναι αποδεκτή στα σημεία που προαναφέρθηκαν), τις πληροφορίες και τον τρόπο έκφρασης του ΜΥ1 για την Ενάγουσα 2, τη μητέρα της, τη ζωή της, αλλά και τον ΜΕ1 (τον οποίο παρουσίασε ως έναν αδιάφορο, απομακρυσμένο άνθρωπο, που εμφανίζεται ξαφνικά, δεν εγκρίνει πράξεις, και φωνάζει και θυμώνει, τον οποίον φοβόταν η Ενάγουσα 2), έχοντας υπόψη και όσα ανέφεραν οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3, η μαρτυρία των οποίων είναι αποδεκτή (με τις εξαιρέσεις που προαναφέρθηκαν), κατέστη αντιληπτό πως η Ενάγουσα 2 αναζητούσε από τον ΜΥ1 οικονομική στήριξη και βοήθεια όχι γιατί ο ΜΥ1 ήταν οικονομικά δυνατότερος (δεν ήταν, ούτε έδειξε να είχε την πεποίθηση πως ήταν, αν και έδειξε πως είχε την αυτοπεποίθηση να βλέπει, να γνωρίζει, να κρίνει, να αναζητά επιβράβευση στην εργασία του και να ανταποκρίνεται σε περαιτέρω εργασίες όλων των ειδών, μέσα στο σπίτι της Ενάγουσας 2), αλλά ως αναπλήρωμα διαφόρων κενών. Ακόμα και ο θαυμασμός προς το πρόσωπο της Ενάγουσας 2, και της μητέρας της, που ο ΜΥ1 διάχυτα, ασυγκράτητα, και κατ' επανάληψη εξέφρασε και στο Δικαστήριο, και δη στην απουσία της, έναν άνθρωπο με τα χαρακτηριστικά και τα βιώματα της Ενάγουσας 2, όπως μαρτυρούνται, που αισθάνεται μειονεκτικά, φοβισμένη, χωρίς αυτοπεποίθηση και αξία, θα μπορούσαν να τον προσελκύσουν, να τον μαγνητίσουν. Οι εκδηλώσεις της να τροφοδοτούν ή να προκαλούν αντίστοιχα εκδηλώσεις του ΜΥ1 (άδολες μεν, αλλά βλαπτικές), να επιδεικνύει στην Ενάγουσα 2 δύναμη και υπεροχή όχι οικονομική, αλλά ψυχική και κοινωνική (ασχέτως εάν η Ενάγουσα 2 μπορεί να είχε και την τάση να ωθεί τις συναναστροφές της σε πλαίσιο και με οικονομικούς όρους). Και η συσχέτιση, η αλληλεπίδραση, στο πλαίσιο μιας απλής σχέσης εργασίας, να εμποτίζεται τελικά με αισθήματα πίστης, ασφάλειας, προστασίας, εμπιστοσύνης από την πλευρά της Ενάγουσας
- Με χαρακτηριστικά που απουσιάζουν από τη συναναστροφή της με ένα εντελώς άγνωστό της άτομο. Νομικές πτυχές και περαιτέρω εξέταση Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 ως άκυρες. Το Κεφ. 149 κωδικοποιεί συνοπτικά τις βασικές εφαρμοστέες αρχές και εξηγεί τις έννοιες. "Ικανός προς το συμβάλλεσθαι" είναι όποιος έχει σώες τις φρένες και δεν στερείται της ικανότητας του συμβάλλεσθαι, δυνάμει οποιουδήποτε νόμου. Πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σώες τις φρένες για σκοπούς κατάρτισης σύμβασης, αν κατά τον χρόνο της κατάρτισης της, δύναται να αντιληφθεί αυτήν και να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειές της επί των συμφερόντων του. Πρόσωπο το οποίο δεν έχει συνήθως σώες τις φρένες (unsound mind), παρά μόνον κατά διαλείμματα, δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά τον χρόνο που έχει σώες τις φρένες. Αντίστοιχα, πρόσωπο το οποίο συνήθως έχει σώες τις φρένες αλλά κατά διαλείμματα όχι, δεν δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά τον χρόνο που δεν έχει σώες τις φρένες. Στο κοινοδίκαιο, ένα άτομο δεν είθισται να δικογραφεί τη δική του ανικανότητα, για να ακυρωθεί δική του πράξη[7], αλλά τέτοιες πράξεις ακυρώνονται από το Δικαστήριο ή με ενέργειες των διαχειριστών της περιουσίας του. Στην επιείκεια, οι μη σώες φρένες μπορούν να οδηγήσουν σε θεραπεία, ενταγμένες στη θεώρηση της ελευθερίας της συναίνεσης. Σταδιακά, και στο κοινοδίκαιο αναγνωρίστηκε πως οι μη σώες φρένες, εάν ήταν εν γνώσει του άλλου μέρους, μπορούν να δώσουν μια βάση υπεράσπισης σε αγωγή για σύμβαση εναντίον τέτοιου ατόμου[8]. Η δικαιοπρακτική ικανότητα, αν και αναφέρεται σε έννοιες που σχετίζονται με τη ψυχολογία ή ως προς την εξέταση των οποίων μπορεί να χρησιμεύει και η ψυχολογία ή η ψυχιατρική, είναι νομική έννοια, συνεπώς το Δικαστήριο δεν βασίζεται κατ' ανάγκη σε γνώμη άλλου για το εάν η Ενάγουσα 2 ήταν, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, δικαιοπρακτικά ικανή, ή όχι. Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα που εγείρεται με την υπόθεση των Εναγουσών δεν έχει να κάνει με τη δικαιοπρακτική ικανότητα της Ενάγουσας 2, η οποία ήξερε ότι πουλά και αποξενώνει, και ήθελε τη συνέπεια αυτή, αλλά με την ελευθερία της συναίνεσής της, που υπήρξε, όσον αφορά την μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στον Εναγόμενο
- Η συναίνεση θεωρείται "ελεύθερη συναίνεση", όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Ο "εξαναγκασμός" (duress) δεν απασχολεί στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως δικογραφούνται, δηλαδή κάποια αθέμιτη πίεση από τον Εναγόμενο 1 να γίνουν ανεπιθύμητες μεταβιβάσεις, μέσα από την οποία η Ενάγουσα 2 να βίωσε φόβο, απειλή ή βλάβη. Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" ή ακριβέστερα αθέμιτης επιρροής (undue influence) όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου. Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη, λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης. Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία αθέμιτης επιρροής φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου. Επειδή στην αγωγή γίνεται αναφορά και σε απάτη, να λεχθεί πως η "απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιον από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης: την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές· την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό· υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της· κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση· κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη. Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Η "ψευδής παράσταση", στην οποία γίνεται επίσης αναφορά, περιλαμβάνει τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς, παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές· κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού· την πρόκληση, έστω και χωρίς υπαιτιότητα, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής. Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία των προαναφερόμενων, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ο οποίος δύναται, αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμένει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς. Αν η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής που συνιστά απάτη, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια. Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη. Η σύμβαση που συνάφθηκε με αθέμιτη επιρροή δύναται να ακυρωθεί είτε απόλυτα είτε, αν το μέρος που δικαιούται σε ακύρωση αποκόμισε δυνάμει αυτής οποιοδήποτε όφελος, με τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να επιβάλει. Επειδή στην αγωγή γίνεται αναφορά και σε πλάνη, να λεχθεί πως, αν και τα δύο μέρη της συμφωνίας τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός (common mistake), που είναι ουσιώδες στη συμφωνία, η συμφωνία τότε δεν είναι ακυρώσιμη, αλλά άκυρη. Πεπλανημένη αντίληψη αναφορικά με την αξία του αντικειμένου της συμφωνίας, δεν θεωρείται ως πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη από μόνο τον λόγο ότι συνάφθηκε από έναν από τους συμβαλλόμενους ο οποίος τελούσε σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν είναι απαγορευμένος από νόμο, ή είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου, ή συνιστά απάτη, ή επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου, ή το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές, η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή η αντιπαροχή είναι παράνομος/η, είναι, επίσης, άκυρη. Ακόμα και η μερική παρανομία, μολύνει τη σύμβαση με ακυρότητα. Υπάρχουν πολλές κατηγορίες συμβάσεων που, αν και τέλειες ως προς τη μορφή, τη συμφωνία και την αντιπαροχή, δεν έχουν πλήρη ισχύ επειδή προσβάλλουν τον νόμο. Ορισμένες συμβάσεις μπορεί να είναι παράνομες με την έννοια ότι συνεπάγονται τη διάπραξη αδικήματος, είτε βάσει νόμου είτε βάσει του κοινού δικαίου, είτε επειδή προσβάλλουν θεμελιώδεις αρχές της τάξης ή της ηθικής. Υπάρχουν οι συμβάσεις που είναι «παράνομες» με πιο στενή έννοια και σε εκείνες που είναι απλώς «άκυρες» ή μη εκτελεστές. Η φύση της παρανομίας ή της παραβίασης του νόμου που μπορεί να επηρεάσει μια σύμβαση ποικίλλει και δεν έχει χρησιμότητα η ταξινόμηση. Δεν δικογραφήθηκε ούτε μαρτυρήθηκε ξεκάθαρα μη νομιμότητα του σκοπού της μεταβίβασης. Η δε μαρτυρία του ΜΕ1 για το τι διαμείφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του Εναγόμενου 1, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί να βασίσει σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου, ενώ τα περί πλαστογραφίας ούτε δικογραφήθηκαν ούτε μαρτυρήθηκαν ειδικά. Συμφωνία που συνάφθηκε με την ελεύθερη συναίνεση του οφειλέτη δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο, ότι η αντιπαροχή είναι ανεπαρκής. Η ανεπάρκεια όμως της αντιπαροχής δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την κρίση του ζητήματος κατά πόσο η συναίνεση του οφειλέτη παρασχέθηκε ελεύθερα. Η υπόθεση των Εναγουσών βασίζεται στην ελευθερία της συναίνεσης της Ενάγουσας 2, που ενήργησε έναντι στον τρίτο και ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 1, για λόγους που σχετίζονται με την ευαλωτότητά της τη δεδομένη χρονική στιγμή, σε συνάρτηση με την ασύμφορη γι' αυτήν πράξη που δεν εξηγείται από συνήθη κίνητρα. Συχνά, συσσωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο θέσεις περί ψυχικής πίεσης (αθέμιτης επιρροής), απάτης, ψευδών παραστάσεων και πλάνης, για να περιγράψουν το ότι δεν υπήρξε ελεύθερη συναίνεση. Όλες έχουν να κάνουν με το βουλητικό στοιχείο, αλλά διαφέρουν, ιδίως όσον αφορά τη δράση του εναγόμενου σε κάθε μία από αυτές. Συναφής με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι η αθέμιτη επιρροή. Η υπόθεση εξετάζεται πάνω σε αυτή τη βάση, που σε ορισμένα σημεία ενδεχομένως καλύπτει και στοιχεία των υπολοίπων, αυτά τα οποία, για να μπορούν να εκφραστούν δικογραφικά περιεγράφηκαν ως απάτη ή ψευδείς παραστάσεις. Στην αθέμιτη επιρροή, η συμπεριφορά, αν και δεν συνιστά απάτη, τίθεται ενάντια σε ό,τι μπορεί να νοηθεί ως καλή συνείδηση. Το Δικαστήριο της επιείκειας δεν παρεμβαίνει για να γλιτώσει τους ανθρώπους από τις συνέπειες της δικής τους «ανοησίας»[9], αλλά εκεί όπου εντοπίζεται θυματοποίηση από άλλο πρόσωπο, ακόμα και στη βάση της άκρως συμφεροντολογικής συναλλακτικής προσέγγισης με αδιαφορία για το δίκαιο, ή με κοινωνική αναλγησία, που προκαλεί κοινωνικοηθικό αίσθημα μη ανοχής και μη δικαιοσύνης. Ειδικότερα, ένα μέρος σε μια συναλλαγή, ο ενάγων, αν και συναινεί σ' αυτήν, μπορεί να μην δίδει ελεύθερη συγκατάθεση, επειδή εκτίθεται σε επιρροή από το άλλο μέρος, τον εναγόμενο, που του στερεί την ελεύθερη χρήση της κρίσης του. Σε μια τέτοια περίπτωση, η συναλλαγή δυνατόν να παραμεριστεί, και εάν αφορά ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο, να διαταχθεί η επιστροφή του (restitution), ακόμα και από τον αθώο τρίτο. Σε κατάλληλες περιπτώσεις, μπορεί επίσης να υπάρχει απόδοση του κέρδους ή επιδίκαση δίκαιης αποζημίωσης, για να απονεμηθεί πρακτικά η δικαιοσύνη μεταξύ των μερών. Αν και η επιμέρους ταξινόμηση των περιπτώσεων αθέμιτης επιρροής δεν είναι καθολικά αποδεκτή, παρουσιάζεται πάντως η διάκριση μεταξύ της πραγματικής και της εικαζόμενης αθέμιτης επιρροής. Όπως λέχθηκε και στην Evans v Lloyd [2013] EWHC 1725 (Ch), που χρήσιμα επιχειρεί μια σύνοψη του κεφαλαίου της αθέμιτης επιρροής, οι «ετικέτες» αυτές περισσότερο περιγράφουν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους ασκείται η αθέμιτη επιρροή και, κατά συνέπεια, διαφορετικούς τρόπους απόδειξης ότι πράγματι ασκήθηκε αθέμιτη επιρροή. Αν και η αθέμιτη επιρροή μερικές φορές περιγράφεται ως άδικη πράξη (equitable wrongdoing) ή ακόμα και ως ένα είδος «απάτης», η βάση της παρέμβασης του Δικαστηρίου δεν είναι η διάπραξη ανέντιμης ή αθέμιτης πράξης ή αδικοπραξίας από τον εναγόμενο. Η αθέμιτη επιρροή έχει μεν χροιά ανάρμοστης συμπεριφοράς ή ακαταλληλότητας (connotation of impropriety)[10], και το Δικαστήριο με προσοχή την αποδίδει σε ένα άτομο που έχει ενεργήσει με τρόπο εύλογα αναμενόμενο από αυτό. Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να επιδεικνύεται σκόπιμη εκμετάλλευση ή μεθόδευση. Μπορεί να υπάρχει μια γενικότερη παράβαση υποχρέωσης ειλικρίνειας και δικαιοσύνης, μια άκρως συμφεροντολογική προσέγγιση, που ταυτόχρονα προκαλεί έντονο άδικο. Όπως δηλαδή προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την Pesticcio v Huet [2004] EWCA Civ 372[11], μία συναλλαγή μπορεί να παραμεριστεί από το Δικαστήριο, ακόμα κι αν η συμπεριφορά του προσώπου που επωφελείται από αυτήν, του εναγόμενου, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανέντιμη ή αθέμιτη πράξη ή άλλως πώς αδικοπραξία. Μάλιστα, στην Cheese v Thomas [1994] 1 All ER 35, στην οποία ο ενάγων και ο εναγόμενος, συγγενείς, συμφώνησαν να αγοράσουν ένα ακίνητο για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες στέγασης του ηλικιωμένου ενάγοντος, και ο ενάγων έδωσε 43.000,00 GBP και ο εναγόμενος έλαβε ενυπόθηκο δάνειο για 40.000,00 GBP που δεν αποπλήρωσε, και το ακίνητο είχε εγγραφεί στο όνομα του εναγόμενου μόνον, με επικαρπία εφ' όρου ζωής προς όφελος του ενάγοντος, όπου θα μπορούσε να υποτεθεί πως ο εναγόμενος ενήργησε και προς εξυπηρέτηση και των συμφερόντων του ενάγοντος, το εύρημα ότι υπήρξε αθέμιτη επιρροή γιατί η πράξη ήταν άδικη ή ασύμφορη για τον ενάγοντα η στέγαση του οποίου κινδύνευε τελικά, δεν ήταν ο λόγος που είχε εφεσιβληθεί η απόφαση. Δεν χρειάζεται, για τη διαπίστωση αθέμιτης επιρροής, ο ενάγων να μην έλαβε καμία απόφαση μόνος του ή η βούληση και η πρόθεσή του να ήταν τελείως υπερβολικές[12]. Προφανώς, δεν υπάρχουν στεγανά, μα περισσότερο απαντάται ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής να παρεμβαίνει το Δικαστήριο, για να διορθώσει τις συνέπειες μιας συναλλαγής που προκαλείται και λειτουργεί εξαιρετικά μειονεκτικά για τον ενάγοντα, κατά τρόπο που δεν εξηγείται ικανοποιητικά από συνήθη κίνητρα, και δεν αντανακλά τη συναλλακτική δικαιοσύνη και ηθική. Έτσι, σε αυτό το εύρος, η απαλλαγή μπορεί να χορηγηθεί λόγω αθέμιτης επιρροής ακόμη και αν το άτομο στο οποίο δόθηκε ένα δώρο ή μια υπόσχεση της οπο