ΜΑΡΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή αρ. 203/2023, 14/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 203/2023 i-justice
- ΜΑΡΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
- P & S CATERING SERVICES LTD Ενάγοντες ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 07.03.2023 και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.03.2023 Ημερομηνία: 14 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Μ. Κων/δου (κα) για Μ & Ε Κωνσταντινίδου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: Σ. Χατζηνεοφύτου (κα) για G. Hadjineophytou & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες, με την αγωγή τους, ζητούν αναγνωριστική απόφαση ότι δικαιούνται να απολαμβάνουν, ως οι νόμιμοι κάτοχοι, την απρόσκοπτη κατοχή του σκιαδίου που τοποθετήθηκε μπροστά από το κατάστημά τους, στο συγκρότημα Pafinia Seaview Complex, στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, στην Κάτω Πάφο, και ότι ο Εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα επέμβασης, αφαίρεσης ή μετακίνησης ή τροποποίησης οποιουδήποτε μέρους του σκιαδίου, χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγόντων. Ζητούν και αποζημιώσεις. Τα πλήρη στοιχεία του καταστήματος αναφέρονται στην αγωγή. Για σκοπούς αναφοράς εδώ, θα είναι απλώς «το κατάστημα». Στο πλαίσιο της αγωγής τους, με αίτησή τους, που βασίζεται μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ζήτησαν μονομερώς και πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο και σε εντεταλμένους του να εισέλθουν και να παρέμβουν και να κατεδαφίσουν, αφαιρέσουν ή τροποποιήσουν το σκιάδιο ή μέρους του, περιλαμβανομένων των υαλοστασίων και αλουμινίων σε όλες τις όψεις. Η αίτησή τους βασίζεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, ιδιοκτήτη του καταστήματος και διευθυντή της Ενάγουσας 2, που θέτει το εξής πραγματικό πλαίσιο: Στο κατάστημα, λειτουργεί επιχείρηση καφεστιατορίου με την επωνυμία Ideal Snack - Bar, που διαχειρίζεται η Ενάγουσα
- Τον Μάρτιο 2007, ο Εναγόμενος, στο πλαίσιο της πολεοδομικής του πολιτικής, είχε ανακοινώσει σε όλους τους κατόχους καταστημάτων στο παραλιακό μέτωπο, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, πως θα προέβαινε στην κατασκευή ομοιόμορφων σκιαδίων μπροστά από όλα τα καταστήματα, με σκοπό τη βελτίωση, ανάπλαση και εξωραϊσμό της περιοχής. Για τον σκοπό αυτό, είχε προκηρύξει προσφορά για τον σχεδιασμό, τη μελέτη, την κατασκευή, την επίβλεψη και την επιμέτρηση των σκιαδίων, με επιτυχόντα προσφοροδότη την «Πολυτία Αρμός». Η κατασκευαστική εταιρεία, την 09.04.2008, απηύθυνε επιστολή προς τον τότε Δήμαρχο, που κοινοποίησε στους καταστηματάρχες, με την οποία εξηγούνταν η διαδικασία κατασκευής των σκιαδίων. Στους Ενάγοντες, η κατασκευαστική εταιρεία είχε υποδείξει αρχιτεκτονικά προσχέδια που είχε εκπονήσει, που αφορούσαν την ανέγερση στεγάστρου (προβόλου άνωθεν του δημόσιου πεζοδρομίου), με αλουμίνια και υαλοστάσια στις πλάγιες όψεις περιμετρικά, ψευδοροφές από γυψοσανίδα και αναδιπλούμενη θύρα στην πρόσοψη μπροστά από το κατάστημά τους («το σκιάδιο»). Μαζί με τα σχέδια, είχε στείλει στους Ενάγοντες έντυπο προς συμπλήρωση, για να δηλώσουν τις προδιαγραφές προτίμησης. Το σκιάδιο θα κατασκεύαζε η εν λόγω εταιρεία και οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν το τίμημα στον Εναγόμενο. Επίσης, ο Εναγόμενος είχε αποστείλει επιστολή ημερομηνίας 12.05.2008 σχετικά με τα σκιάδια. Η κατασκευή του σκιαδίου έγινε από την εν λόγω εταιρεία, με παρουσία και υπαλλήλων του Εναγόμενου, σύμφωνα με τα σχέδια που υποδείχθηκαν, και ήταν υποχρεωτική. Ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του
- Τον Οκτώβριο του 2008, οι Ενάγοντες έλαβαν επιστολή από τον Εναγόμενο, στην οποία αναλύθηκε το κόστος της κατασκευής, που ήταν €18.700,
- Τον Ιανουάριο του 2015, άλλαξε η δημαρχία και το δημοτικό συμβούλιο του Εναγόμενου. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους και την αποκάλυψη σκανδάλων με επίκεντρο τη διαφθορά και τον χρηματισμό μελών του προηγούμενου δημοτικού συμβουλίου και πρώην δημάρχων, έγιναν διάφορες δημοσιεύσεις, που αφορούσαν και το παραλιακό μέτωπο, και άρχισαν να ακούγονται φήμες πως αμφισβητούσαν και τη νομιμότητα των σκιαδίων και ότι δεν τους δέσμευαν οι αποφάσεις των προηγούμενων. Οι καταστηματάρχες είχαν θορυβηθεί. Όσες φορές οι Ενάγοντες μετέβησαν στα γραφεία του Εναγόμενου για να εξοφλήσουν, τους διαβεβαίωναν ότι θα δίδονταν βεβαίωση νομότυπης κατασκευής που θα απέκλειε τη λήψη μέτρων εναντίον τους ή έστω θα διασφάλιζε την ύπαρξη του σκιαδίου, και τελικά τους είπαν πει πως δεν μπορούσε να δοθεί τέτοια βεβαίωση, γιατί τα σκιάδια ήταν παράνομα. Η συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου για τα σκιάδια δεν είχε τερματιστεί. Οι Ενάγοντες, γνωρίζοντας πως ο Εναγόμενος είναι και η αρμόδια πολεοδομική αρχή, και ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει εάν χρειάζονταν κάποια άδεια ή συγκατάθεση από άλλα πρόσωπα, και επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στις αποφάσεις του Εναγόμενου, θεώρησαν ότι η κατασκευή ήταν νόμιμη, εξ ου και συμφώνησαν να καταβάλουν το κόστος. Εξ αυτών, θεωρούν πως έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν νόμιμα το σκιάδιο, που υποχρεώθηκαν να κατασκευάσουν και χρεώθηκαν, στο οποίο δεν έχουν προβεί σε δικές τους προσθηκομετατροπές. Περί τις αρχές Φεβρουαρίου του 2023, ξεκίνησε νέο έργο ανάπλασης του παραλιακού μετώπου, που, από δημοσιεύματα, φαίνονταν πως περιλάμβανε και τις προσόψεις των σκιαδίων. Ωστόσο, δεν είχε ληφθεί κάποια ενημέρωση από τον Εναγόμενο για τυχόν αλλαγές. Την 28.02.2023, τροχονόμος στις υπηρεσίες του Εναγόμενου ενημέρωσε προφορικά πως ο Δήμαρχος θα τους ενημέρωνε για τα έργα στην περιοχή, σε συνάντησή τους που θα γίνονταν την 01.03.2023 ώρα 09:
- Στην εν λόγω συνάντηση, στην οποία παρευρέθηκε ο Ενάγων 1, ο Δήμαρχος τους ενημέρωσε ότι τα σκιάδιά τους είναι παράνομα και ότι, εντός των επόμενων ημερών, θα αφαιρεθούν από συνεργεία του Εναγόμενου, αρχικά οι πινακίδες ή συσκευές κλιματισμού ή γυψοσανίδες ή άλλος εξοπλισμός επί του προβόλου άνωθεν του δημόσιου πεζοδρομίου, που κατά τη θέση του δεν ήταν νόμιμος, ενώ σε δεύτερο στάδιο θα αφαιρούνταν οι υαλοπίνακες και οι γυάλινες θύρες με τα αλουμίνια που τοποθετήθηκαν περιμετρικά των σκιαδίων ώστε να μείνει μόνον ο πρόβολος και να μπορεί ο κόσμος να περπατά ανάμεσα στα καταστήματα. Οι παρευρισκόμενοι στη συνάντηση είχαν αντιδράσει, εφόσον επωμίστηκαν το κόστος κατασκευής, με βάση τα σχέδια του Εναγόμενου και ήταν αδιανόητο να χαρακτηρίζονται τώρα ως «παράνομα». Την επόμενη ημέρα, 02.03.2023, νωρίς το πρωί, συνεργεία του Εναγόμενου είχαν μεταβεί στο συγκρότημα Pafinia Seaview Complex, όπου είναι και το κατάστημα των Εναγόντων, και άρχισαν να αφαιρούν τις πινακίδες, γυψοσανίδες και άλλον εξοπλισμό επί του προβόλου, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση. Οι Ενάγοντες θεώρησαν πλέον ότι είναι εντελώς απροστάτευτοι έναντι των προθέσεων του Εναγόμενου, ο οποίος είχε επέμβει χωρίς δικαστικό διάταγμα ή γραπτή ειδοποίηση επιβολής. Οι Ενάγοντες επιχειρηματολογούν υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος, λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι, εάν αφεθεί ο Εναγόμενος να παρέμβει με αυτό τον τρόπο, η ζημιά για τους Ενάγοντες θα είναι ανυπολόγιστη, καθότι δεν θα μπορούν να λειτουργήσουν την επιχείρησή τους, υπάλληλοι θα μείνουν χωρίς εργασία, ενώ εδώ και 15 χρόνια χρησιμοποιείται κανονικά το σκιάδιο για τους σκοπούς της επιχείρησης. Εάν αποδειχθεί πως είναι «παράνομο» το σκιάδιο, το κόστος, για να επαναφέρουν οι Ενάγοντες το κατάστημα στην πρότερη κατάστασή του ανέρχεται σε €50.000,
- Οι Ενάγοντες θεωρούν βέβαιο το γεγονός ότι θα υπάρξει επέμβαση του Εναγόμενου, εάν δεν υπάρχει το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, εφόσον έχει ήδη παρέμβει στα διπλανά καταστήματα, του ίδιου συγκροτήματος. Οι Ενάγοντες προσκομίζουν περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία, προς υποστήριξη των διαφόρων ισχυρισμών τους. Όπως προαναφέρθηκε, το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, υπό την επιφύλαξη της αναθεώρησής του, μετά από την ακρόαση του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος, εμφανιζόμενος στη διαδικασία, προβάλλει ένσταση στην εξακολούθηση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Όπως θέτει, δεν συνέτρεξε κατεπείγον λόγος και οι Ενάγοντες απέκρυψαν πως εκκρεμεί αγωγή της διαχειριστικής επιτροπής του συγκροτήματος σε σχέση με την κατοχή και χρήση του σκιαδίου, το οποίο παρεμβαίνει και σε κοινόκτητο χώρο, προϋποθέσεις που επιδρούν δικαιοδοτικά, καθώς, κατά τη θέση του, και το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του. Κατά τη θέση του Εναγόμενου, δεν συντρέχουν ούτε οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης και κατ' επέκταση εξακολούθησης της ισχύος του προσωρινού διατάγματος, οποιαδήποτε εξ αυτών, ούτε για την έκδοση και εξακολούθηση διαταγμάτων προληπτικής φύσης, και δεν είναι δίκαιο να υφίσταται, εφόσον υπάρχει δημόσιο έργο που πρέπει να εκτελεστεί. Δεν υπάρχει βέβαιη ή πολύ επικείμενη βλάβη. Οι Ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο, δεν κατέχουν άδεια, το σκιάδιο παρεμβαίνει σε δημόσιο και σε κοινόχρηστο χώρο, και δεν μπορεί να διατηρηθεί σε ισχύ μη νόμιμο status quo, ενώ τέτοιο διάταγμα ισοδυναμεί με τελική θεραπεία. Ο Εναγόμενος ουδέποτε εξέφρασε την πρόθεση κατεδάφισης, δεν διέπραξε αυτοδικία ούτε προτίθεται να διαπράξει, και οποιαδήποτε αφαίρεση σε άλλα καταστήματα έγινε με συγκατάθεση και αφού προηγήθηκε σχετική ενημέρωση. Σε κάθε περίπτωση, οι Ενάγοντες μπορούν να αποζημιωθούν, εάν αποδείξουν την αγωγή τους. Και η ένσταση του Εναγόμενου υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, από τεχνικό μηχανικό στις υπηρεσίες του Εναγόμενου. Η εκδοχή του Εναγόμενου ως προς τα πράγματα είναι η εξής: Το 2006 είχε προκηρυχθεί δημόσιο έργο ανάπλασης του παραλιακού μετώπου. Τότε, επικρατούσε αταξία και ανομοιομορφία ως προς τα σκιάδια που χρησιμοποιούσε το το κάθε κατάστημα στο παραλιακό μέτωπο. Προς άρση αυτής της κατάστασης, ιδίως των πρανομιών που υφίσταντο και συνιστούσαν και επεκτάσεις στον δημόσιο ή κοινόχρηστο χώρο, σε συνεννόηση με τους καταστηματάρχες που επιθυμούσαν να έχουν σκιάδιο, αλλά αντιδρούσαν εάν μειώνονταν τα τετραγωνικά μέτρα που χρησιμοποιούσαν, ο Εναγόμενος εισηγήθηκε την κατασκευή σκιαδίων που θα μπορούσαν να αδειοδοτηθούν από το Τοπικό Σχέδιο Πάφου. Δεν επιβλήθηκε ούτε ήταν υποχρεωτική η κατασκευή σκιαδίων. Ο αρχιτέκτονας του έργου είχε ετοιμάσει σχέδια για κατασκευή σκιαδίων που θα μπορούσαν να αδειοδοτηθούν. Συναφώς αναφέρεται πως στην τροποποίηση του Τοπικού Σχεδίου Πάφου, το 2006, προστέθηκε αυτή η δυνατότητα, για τη χρήση της οποίας, εννοείται πως χρειάζονταν η εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Οι καταστηματάρχες δεν είχαν ικανοποιηθεί από τα σχέδια γιατί δεν περιλάμβαναν κλειστό χώρο, και ο Εναγόμενος είχε τον ρόλο του συντονιστή μεταξύ των καταστηματαρχών και του εργολάβου, με τον οποίον είχαν έρθει σε άμεση επαφή οι καταστηματάρχες για το θέμα. Οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των υποστατικών δεν είχαν αποταθεί για εξασφάλιση πολεοδομικών αδειών, με αποτέλεσμα όλα τα σκιάδια του παραλιακού μετώπου να έχουν ανεγερθεί και κατ' επέκταση να είναι παράνομα. Γι' αυτό, από το Τοπικό Σχέδιο, το 2011, είχε αφαιρεθεί η εν λόγω πρόνοια, εφόσον κατασκευάστηκαν από τους καταστηματάρχες, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, κλειστές επεκτάσεις που επεμβαίνουν στον δημόσιο δρόμο ή σε κοινόχρηστους χώρους. Τα σχέδια που προσκόμισαν οι Ενάγοντες ήταν εκείνα του αρχικού σχεδιασμού που οι Ενάγοντες δεν είχαν αποδεχθεί. Μπορεί, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών εκ μέρους του Εναγόμενου, η τακτική τότε, για την αντιμετώπιση του προβλήματος των παρανομιών, να μην ήταν η ενδειδεγμένη, ωστόσο το ζητούμενο είναι να επανέλθουν όλα σε μια κατάσταση νομιμότητας. Ο Εναγόμενος προσκομίζει άλλα σχέδια, για να δείξει στο Δικαστήριο τα σκιάδια των Εναγόντων, διατηρώντας τη θέση πως δεν κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τα υφιστάμενα τότε σχέδια. Το κόστος ανέγερσης είχε ανέλθει στις €50.920,76 (που μειώθηκε από το ποσό της αρχικής επιμέτρησης των €55.857,19), που οι Ενάγοντες κλήθηκαν να πληρώσουν. Οι Ενάγοντες πλήρωσαν έναντι €18.700,00, χωρίς οποτεδήποτε να εξοφλήσουν το χρέος τους. Οι Ενάγοντες, κατά τον Εναγόμενο, απέκρυψαν το γεγονός ότι δεν εξόφλησαν το σκιάδιο, αλλά και το ότι υπάρχει αγωγη που καταχωρίστηκε εναντίον τους και εναντίον του Εναγόμενου, με την οποία η διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος στο οποίο βρίσκεται το κατάστημα των Εναγόντων ζητά την άρση της παρανομίας, εφόσον το σκιάδιο παρεμβαίνει στον κοινόχρηστο και στον δημόσιο χώρο. Ο Εναγόμενος προσκομίζει στοιχεία για να καταδείξει πως το σκιάδιο των Εναγόντων είναι παράνομο. Τον Ιούνιο του 2022, προκηρύχθηκε νέος δημόσιος διαγωνισμός, για έργο που συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας κατά 75%, και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συντήρηση και αποκατάσταση των προσόψεων των σκιαδίων. Η δημόσια σύμβαση υπογράφθηκε από τον Νοέμβριο του 2022, γεγονός που έλαβε δημοσιότητα, και το έργο είναι σε εξέλιξη. Οι καταστηματάρχες είχαν ενημερωθεί και και προφορικά για όλες τις εργασίες που θα γίνονταν και ζητήθηκε η υπομονή τους, εφόσον το έργο δυνατόν να επηρέαζε τη λειτουργία των καταστημάτων τους. Την 01.03.2023, όντως, έγινε συνάντηση των καταστηματαρχών με τον Δήμαρχο Πάφου, για να ενημερωθούν για την έναρξη της φάσης του έργου που αφορούσε τις προσόψεις των σκιαδίων. Εξηγήθηκε ότι Εναγόμενος θα συντηρήσει τους προβόλους μπροστά από τα καταστήματα, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν σκουριάσει, γι' αυτό ζητήθηκε από τους καταστηματάρχες να αφαιρέσουν τα παράνομες προσθήκες γυψοσανίδων, ταμπελών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων επί των προβόλων καθώς και τις ομπρέλες σκίασης από τους κοινόχρηστους χώρους, ενώ, εάν επιθυμούσαν, θα προέβαινε ο Εναγόμενος στις εργασίες αυτές. Ο Ενάγων 1 ήταν παρών, και δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε διαφώνησε. Εξάλλου, η συντήρηση δεν θα είχε κόστος για οποιονδήποτε από τους καταστηματάρχες. Ο Ενάγων 1 ήταν παρών και κατά την 03.03.2023, και αποδέχθηκε να αφαιρέσει ο Εναγόμενος τις πινακίδες περιμετρικά του σκιαδίου καθώς και τις γυψοσανίδες με τις οποίες επενδύθηκαν οι προκατασκευασμένες περσίδες αλουμινίου, καθώς και τις γυψοσανίδες στις οποίες ήταν τοποθετημένες οι διαφημιστικές πινακίδες. Οι περισσότεροι καταστηματάρχες, όπως και οι Ενάγοντες, αναγνώρισαν πως οι κατασκευές τους είναι παράνομες. Τους αναφέρθηκε πως θα τους υποδειχθεί ενιαίος τρόπος τοποθέτησης πινακίδων διαφήμισης. Αρκετοί συγκατατέθηκαν, όπως και οι Ενάγοντες. Εξ ου και ο Εναγόμενος θεωρεί άδικη την αγωγή των Εναγόντων, εφόσον δεν είχε ούτε πρόθεση να παρέμβει χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγόντων ή να αυτοδικήσει, και δεν έγινε λόγος για κατεδάφιση, αλλά ενήργησε προς συμμόρφωση με τα συμφωνηθέντα. Εάν ήθελε να προβεί σε κατεδάφιση, όπως λέει, θα το είχε ήδη πράξη, εφόσον είχε χρονικά την ευκαιρία. Γίνεται αναφορά σε σκάνδαλα στα οποία ενεπλάκη η προηγούμενη δημαρχία. Και η πλευρά του Εναγόμενου επιχειρηματολογεί ότι θα ήταν ορθή η ακύρωση του προσωρινού διατάγματος και η απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων. Υπάρχει, όπως αναφέρει, δημόσιο έργο σε εκτέλεση, το οποίο παρεμποδίζει η ύπαρξη του διατάγματος, περιλαμβανομένης ακόμα και της κατασκευής του οδοστρώματος μπροστά από τα καταστήματα, και άλλων εργασιών, προς όφελος όσων έχουν ήδη συγκατατεθεί άλλοι καταστηματάρχες, αλλά και του ευρύτερου κοινού. Επιπλέον, κατά τον Εναγόμενο, επειδή είναι και η αρμόδια πολεοδομική αρχή, δεν θα είναι εφικτό να ασκήσει νόμιμα καθήκοντα και εξουσίες του. Απεναντίας, οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν κάποια ζημιά, καθότι είναι παράνομο το σκιάδιο, ενώ η άσκηση της επιχείρησής τους μπορεί να συνεχιστεί στην έκταση που δικαιούνται. Τυχόν χρηματική ζημιά τους, αφενός μπορεί να αποζημιωθεί, αφετέρου έχει ήδη αποζημιωθεί με το όφελος από την πολυετή λειτουργία του σκιαδίου, το οποίο μάλιστα δεν είχαν εξοφλήσει. Εξάλλου, κατά τον Εναγόμενο, παραλείπουν να αποκαλύψουν και πως είχαν ήδη σκιάδιο πριν από το 2008, και ότι το κατάστημα που είχαν αγοράσει αποτελούνταν από κλειστό χώρο συγκεκριμένων τετραγωνικών μέτρων, που υπερδιπλασίασαν, προσκομίζοντας όφελος. Εάν οριστικοποιηθεί το διάταγμα, η εκδίκαση της αγωγής, όπως αναφέρουν, θα καθυστερήσει. Η ακρόαση έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση και των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν, προς αντίκρουση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, διατηρώντας της ίδιες βάσεις των εκδοχών της κάθε πλευράς. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου όλες οι αναφορές. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση των Εναγόντων έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Η ενδιάμεση θεραπεία που ζητήθηκε από τους Ενάγοντες σκοπεί στην παρεμπόδιση ήδη αρξάμενης σε παρακείμενα σκιάδια (και κατά τον Εναγόμενο και στο σκιάδιο των Εναγόντων) και περαιτέρω επαπειλούμενης άμεσης επέμβασης σε δικαίωμα, που οι Ενάγοντες θεωρούν μη σύμφωνη με τον νόμο γιατί δεν υπήρξε η συγκατάθεσή τους, ούτε γραπτή ειδοποίηση με βάση τον νόμο που να εμπερικλείει την αιτιολογημένη απόφαση του Εναγόμενου. Δεν ήταν λογικά εφικτό να δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση της αίτησης στον Εναγόμενο, για να ακουστεί, στο μεταξύ έχοντας τη χρονική ευκαιρία να υλοποιήσει τον επαπειλούμενο κίνδυνο, που παρουσίασαν οι Ενάγοντες. Τέτοια προηγούμενη ειδοποίηση θα αδρανοποιούσε τον ρόλο και τη σημασία της ενδιάμεσης θεραπείας, που σκόπευσε σε προληπτική προστασία των Εναγόντων. Το Δικαστήριο μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, κατ' εξαίρεση, να επιληφθεί της υπόθεσης χωρίς ειδοποίηση του Εναγόμενου. Αυτή η συνθήκη δεν διαφοροποιήθηκε μετά από την ακρόαση του Εναγόμενου, ο οποίος δεν αρνήθηκε πως επενέβη στα σκιάδια του παραλιακού μετώπου, όπου βρίσκεται και το ένδικο σκιάδιο των Εναγόντων (απλώς έχει διαφορετική από τους Ενάγοντες εκδοχή ως προς τους λόγους ή τον τρόπο ή τη νομική δυνατότητα) και πως προτίθεται να εκτελέσει αυτά που ο ίδιος θεωρεί ότι έτυχαν συγκατάθεσης ή «συμφωνήθηκαν», ταυτόχρονα αποδεχόμενος πως επείγεται ως προς την εκτέλεση του δημόσιου έργου. Δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με το ότι αυτό εκδόθηκε μονομερώς. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας το προσωρινό διάταγμα μέσα και από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από την Ενάγουσα, που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Οι λεπτομέρειες της εκδοχής του Εναγόμενου, σε σχέση με τον τρόπο δημιουργίας των σκιαδίων στο παρελθόν και τους λόγους των εργασιών σήμερα, καθώς και ό,τι προβάλλει ως υπεράσπισή του στη γενόμενη ή σκοπούμενη επέμβαση για την αναφερόμενη ως συντήρηση του σκιαδίου των Εναγόντων, δεν είναι ισχυρισμοί που αφενός θα αναμένονταν να εκτεθούν από τους Ενάγοντες (ώστε η μη αναφορά τους να μπορεί να αναχθεί σε προσπάθεια παραπλάνησης δια εσκεμμένης σιωπής), όπως για παράδειγμα η ύπαρξη αγωγής από τη διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος σχετικά με το σκιάδιο ή ότι πριν από την κατασκευή του σκιαδίου το 2008 υπήρχε άλλο ή ό,τι συνιστά την εκδοχή του Εναγόμενου, αφετέρου, ακόμα κι αν εκτίθεντο από τους Ενάγοντες, δεν θα επιδρούσαν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε, δια του οποίου απαγορεύεται παρέμβαση του Εναγόμενου στο εν λόγω σκιάδιο, στο μέλλον. Τα περί παρανομίας ή νομιμότητας των υφιστάμενων κατασκευών, πέραν του ότι δεν θα διαγνωστούν σε αυτό το στάδιο, γιατί αφορούν την ουσία της διαφοράς και άλλη είναι η θέση των Εναγόντων και άλλη του Εναγόμενου, δεν έχουν σημασία για την προστασία των Εναγόντων από παρεμβάσεις στην περιουσία τους, στις οποίες αναφέρουν πως δεν συγκατατίθενται και για τις οποίες δεν υποδεικνύεται στο Δικαστήριο η εφαρμογή κάποιας διαφορετικής νόμιμης διαδικασίας. Ο Εναγόμενος δεν υπέδειξε βάση παρέμβασής του διαφορετική από εκείνην της συγκατάθεσης, που όμως, κατά τους Ενάγοντες, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει (λόγος για τον οποίον ζητούν και δικαστική προστασία). Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος για λόγους απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Παρεμβάλλεται πως δεν συντρέχει και οποιοσδήποτε άλλος λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με την εξουσία ή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, της οποίας ο Εναγόμενος ισχυρίζεται «υπέρβαση». Το γεγονός ότι μια θεραπεία ζητείται και με την αγωγή ή παρεμφερώς, δεν εμποδίζει κατ' ανάγκη την απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας. Το ζητούμενο είναι να μην εκδικάζεται πλήρως η αγωγή ή άλλως πώς να υποκαθίσταται πλήρως η ανάγκη εκδίκασης της διαφοράς δια της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος, κατά τρόπο που να δηλοί κατάχρηση της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος· δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται το προσωρινό διάταγμα ως αυτοσκοπός. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση. Οι Ενάγοντες αναζήτησαν μια συνήθη ενδιάμεση θεραπεία, στο πλαίσιο της ιδιωτικής διαφοράς τους με τον Εναγόμενο για το σκιάδιο, που δεν επιλύεται με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι Ενάγοντες δεν στερούνται τη δυνατότητα ενδιάμεσης θεραπείας απλώς επειδή ο Εναγόμενος είναι η δημοτική αρχή ή η πολεοδομική αρχή, που μπορεί, με εκείνη την ιδιότητα, να προβεί σε νόμιμες ενέργειες. Ουδέποτε το Δικαστήριο απαγόρευσε στον Εναγόμενο, ως αρμόδια αρχή με βάση κάποιον νόμο, να ακολουθήσει κάποια διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, εάν θεωρεί ότι οποιεσδήποτε κατασκευές που κατέχονται από τους Ενάγοντες δεν είναι σύμφωνες με την πολεοδομική νομοθεσία. Προφανώς, η εξουσία του Δικαστηρίου αυτού ασκείται στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου που ενεργοποίησαν οι Ενάγοντες. Και η μαρτυρία ήταν, και είναι, ακριβώς, πως ο Εναγόμενος δεν ενήργησε ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, αποστέλλοντας κάποιαν ειδοποίηση στους Ενάγοντες με βάση τον νόμο, περίπτωση στην οποία η διαφορά με τους Ενάγοντες θα ήταν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου (κι εκεί φυσικά υποκείμενη σε έλεγχο). Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13]. Υπό το άρθρο 32 Ν.14/1960 εξετάζεται και το άρθρο 4 Κεφ.6, όπου εφαρμόζεται. Επίσης, υπό το άρθρο 32 Ν. 14/1960, προσαρμοσμένα, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται συνήθως στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα, χωρίς να αποκλείεται η εξασφάλισή τους και σε περίπτωση που υπάρχει άλλη βάση αγωγής (λ.χ. παράβαση σύμβασης ή παράβαση νόμου που δημιουργεί αστική ευθύνη), και υπάρχει συναφής με τη βάση αγωγής επαπειλούμενη αδικοπραγία, περιλαμβανομένης της επέμβασης σε άτομο ή σε περιουσία χωρίς νομιμοποιητική βάση. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[14]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[15]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[16]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[17] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[18]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[19]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[20]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[21]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right). Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικοτολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[22]. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ομοιάζουν με τα γεγονότα που απασχόλησαν το Δικαστήριο στις Ομήρου ν. Δήμος Πάφου, αγωγή αρ. 187/2023 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 12.06.2023 και Χαραλάμπους ν. Δήμος Πάφου, αγωγή αρ. 189/2023 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 12.06.2023 και Παπαϊωάννου & Λάμπρου Λτδ ν. Δήμος Πάφου, αγωγή αρ. 198/2023 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 07.07.
- Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση. Οι Ενάγοντες και σε αυτή την υπόθεση ισχυρίζονται πως υπήρξε ενός είδους συμφωνία με τον Εναγόμενο, το 2008, για την κατασκευή του σκιαδίου τους, που περιλαμβάνει γραπτά κείμενα και σχέδια, και η οποία εκτελείται στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου. Η κατασκευή έγινε με βάση τη συμφωνία, από εργολάβο και με επίβλεψη του Εναγόμενου και με χρέωση των Εναγόντων, την οποία, μάλιστα, ο Εναγόμενος φέρεται να θέλει να εισπράξει προς εξόφληση. Ο Εναγόμενος, κατά παράβαση αυτής της συμφωνίας, ή και αγνοώντας την, και προκειμένου να εξαναγκάσει νέα συμφωνία, και χωρίς η ενέργειά του να ερείδεται σε νόμο, κατ' επέκταση χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση που να αναφέρεται σε σύμβαση ή σε νόμο, απαίτησε από τους Ενάγοντες εργασίες στο σκιάδιο, που περιλαμβάνουν κυρίως αφαιρέσεις, και δη με τρόπο ασαφή. Δεν διαψεύδει, ο Εναγόμενος, πως ζήτησε αυτές οι εργασίες να γίνουν από τους Ενάγοντες, εντός 1 ημέρας, και χωρίς δυνατότητα των Εναγόντων να αμφισβητήσουν την απόφαση ή κρίση του Εναγόμενου για την αναγκαιότητά τους, εάν τέτοια υπάρχει. Ειδάλλως, θα επενέβαινε ο ίδιος ο Εναγόμενος, με άγνωστο στους Ενάγοντες τρόπο, χαρακτηρίζοντας το σκιάδιο «παράνομο», αλλά και με χρήση συγκεχυμένης ιδιότητας, αντισυμβαλλομένου, δημοτικής αρχής, και πολεοδομικής αρχής. Το σκιάδιο συνιστά χώρο που κατέχεται από τους Ενάγοντες εδώ και πολλά χρόνια, και χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της επιχείρησής τους, και οποιαδήποτε επέμβαση δεν είναι οικειοθελής, και δεν γίνεται με βάση νόμο αλλά με επιβολή, στο πλαίσιο δημόσιας εξουσίας (είτε από τη δημοτική αρχή είτε από την πολεοδομική αρχή), δυνατόν να συνυφαίνεται και με το δικαίωμα των Εναγόντων στην επαγγελματική ζωή. Η Ενάγουσα εισάγει ένα δικάσιμο θέμα, σε γνωστές στο δίκαιο βάσεις, που για να αποφασιστεί θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη, ακούγοντας την απαίτηση των Εναγόντων και την υπεράσπιση του Εναγόμενου. Ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Η θέση των Εναγόντων, εξ όψεως, βασίζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία, που αν και δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο ως σε δίκη επί της ουσίας, ούτε και να απαντηθούν τα διάφορα πραγματικά ή νομικά ερωτήματα τώρα, είναι συνεκτική, με λεπτομέρεια, και δίδει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο τρόπος κατασκευής του σκιαδίου, που κατέχεται και χρησιμοποιείται από τους Ενάγοντες. Μαρτυρία ότι το σκιάδιο κατασκευάστηκε από εργολάβο του Εναγόμενου και με την επίβλεψή του, ώστε να είναι σύμφωνο με τα σχέδια. Υφίστατο για χρόνια χωρίς αντίδραση του Εναγόμενου, που εισέπραξε έναντι έξοδα κατασκευής, με βάση τη συμφωνία, που δεν κηρύχθηκε άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο. Αντίστοιχα, δεν παρουσιάστηκε κάποια μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος ενήργησε, ως προς τις εργασίες που απαίτησε να γίνουν στο σκιάδιο, ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, με βάση συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου νόμου. Ο ίδιος ο Εναγόμενος δέχθηκε πως, ως η δημοτική αρχή, συνήψε δημόσια σύμβαση με τρίτο πρόσωπο για την εκτέλεση έργου κοινής ωφέλειας, που όμως προϋποθέτει επέμβαση στα σκιάδια των καταστημάτων στο παραλιακό μέτωπο που συνιστούν ιδιωτικές περιουσίες. Στο πλαίσιο εκτέλεσης του δημόσιου έργου, απαίτησε να γίνουν εργασίες και στο σκιάδιο των Εναγόντων και ήδη, ως ο ίδιος αναφέρει, επενέβη σε αυτό. Η θέση των Εναγόντων είναι πως δεν συγκατατέθηκαν και δεν συγκατατίθενται στη επέμβαση του Εναγόμενου, και δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε που να δείχνει χρησιμοποίηση άλλης διαδικασίας από την πολεοδομική αρχή. Εάν η σιωπή σε αιφνίδιες ενέργειες μπορεί να εκληφθεί ή να ερμηνευθεί ως συγκατάθεση ή εάν η ύπαρξη κατασκευαστικής παρανομίας καθιστά υποχρεωτική τη συγκατάθεση (η δεν δίδει καν λόγο), βάσεις που χρησιμοποιεί βασικά ο Εναγόμενος, θα αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής. Υπάρχουν πάντως επαρκείς πιθανότητες οι Ενάγοντες να δικαιούται σε θεραπείες με βάση την αγωγή τους, που σχετίζονται με την εκτέλεση της συμφωνίας για το σκιάδιο, αλλά και τη διασφάλιση του δικαιώματός τους για σεβασμό στην επαγγελματική ζωή, εάν ο Εναγόμενος ενεργεί στο πλαίσιο άσκησης κάποιου είδους δημόσιας εξουσίας έναντι στους Ενάγοντες, αλλά χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου. Στην τελευταία περίπτωση, δεν έχει σημασία εάν οι Ενάγοντες κατέχουν το σκιάδιο παράνομα ή νόμιμα ή εάν το σκιάδιο είναι παράνομη ή νόμιμη κατασκευή. Ο νόμος δεν φαίνεται να εξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο, υπό οποιαδήποτε ιδιότητά του, με οποιονδήποτε τρόπο, να επεμβαίνει σε περιουσία που κατέχεται από άλλο πρόσωπο, ιδιώτη, χωρίς νόμιμη διαδικασία, και να αφαιρεί κατασκευές που αποφασίζει (αρμοδίως ή μη) πως είναι παράνομες (χωρίς να δίδει περιθώριο αμφισβήτησης της απόφασής του περί παρανομίας), με μόνο το επιχείρημα πως είναι παράνομες ή για να προβεί σε συντήρηση που θεωρεί αναγκαία ή για άλλο λόγο, περιλαμβανομένης της εκτέλεσης δημοσίου έργου. Ούτε ένας πολίτης που δέχεται κάποια επέμβαση, πιθανόν μη νόμιμη με βάση τις θέσεις του, στερείται κάθε δικαστική προστασία, στη βάση της υποψίας ότι μπορεί η περιουσία που κατέχει επίσης να μην είναι νόμιμη (το τελευταίο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της όλης αξιολόγησης). Σε τέτοια περίπτωση, η δικαστική προστασία, που δυνατόν να παρέχεται για συγκεκριμένο σκοπό (για τη διασφάλιση της νομιμότητας, ακόμα και για σκοπούς πάταξης της παρανομίας), δεν μπορεί να μεταφράζεται ως προστασία του παρανόμου. Πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Οι Ενάγοντες μετέφεραν στο Δικαστήριο μια προσπάθεια του Εναγόμενου να δημιουργήσει, με κάπως μεθοδευμένο τρόπο, αγνοώντας τις θέσεις των Εναγόντων, μια τετελεσμένη κατάσταση, σε σχέση με τις εργασίες στο σκιάδιο. Μπορεί να την προκαλέσει με ευκολία, εφόσον διαθέτει συνεργείο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβεί στον χώρο και να προβεί στις αφαιρέσεις. Δεν αρκεί η δεδηλωμένη, σήμερα, πρόθεση, που δεν συνάδει και με τις λοιπές αναφορές του Εναγόμενου, ότι επείγεται να εκτελέσει το δημόσιο έργο. Το τι θεωρεί «κατεδάφιση» η μια ή η άλλη πλευρά, δεν είναι επί του παρόντος. Με βάση τα λεγόμενα του Εναγόμενου, δεν αποκλείεται, εάν δεν υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, επειδή οι Ενάγοντες δεν αφαίρεσαν οικειοθελώς ό,τι ο Εναγόμενος θεωρεί παράνομο (ή αποτέλεσμα «άλλων πρακτικών του παρελθόντος»), να επέμβει στο πλαίσιο εκτέλεσης του δημόσιου έργου. Ο κίνδυνος που περιέγραψαν οι Ενάγοντες, ως τον έθεσαν, με τη ροή των γεγονότων, περιλαμβανομένων των αφαιρέσεων που ήδη έγιναν σε παρακείμενα υποστατικά, και την ομολογούμενη ανάγκη του Εναγόμενου να περατώσει το δημόσιο έργο χωρίς καθυστέρηση, είναι ρεαλιστικός, υφιστάμενος, άμεσος. Δικαιολογημένα οι Ενάγοντες αισθάνονται τον φόβο πως, εάν ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, θα υπάρξει επέμβαση του Εναγόμενου στο σκιάδιο, χωρίς να διασφαλίζεται η εφαρμογή του νόμου, αλλά και διατηρώντας ο Εναγόμενος τη συγκεχυμένη του ιδιότητα έναντι στους Ενάγοντες. Ο τρόπος με τον οποίον ο Εναγόμενος κάνει χρήση της ιδιότητας του, ως ο αντισυμβαλλόμενος των Εναγόντων, ως η δημοτική αρχή που εκτελεί δημόσιο έργο, αλλά και ως η πολεοδομική αρχή, ή την εναλλάσσει, αναλόγως, ενισχύει την ανησυχία των Εναγόντων για τον κίνδυνο εκτροπής από το νόμιμο πλαίσιο (προτάσσοντας συγκατάθεση ή συμφωνία που δεν υπάρχει ή εξαναγκάζοντάς την) και εν τέλει για αδικοπραγία. Επέμβαση σε περιουσία που κατέχει και χρησιμοποιεί άλλο πρόσωπο, που δεν έχει έρεισμα σε συμφωνία ή στον νόμο, μπορεί να συνιστά αδικοπραγία, οποιοσδήποτε κι αν την πράττει. Δεν έχει σημασία, στην προκειμένη περίπτωση, εάν οποιαδήποτε ζημιά των Εναγόντων, σε περίπτωση παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου, μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Όλες οι παραβιάσεις δικαιωμάτων απολήγουν στο να παίρνουν τη μορφή χρηματικής απαίτησης, χωρίς να σημαίνει πως πρέπει να επιτρέπονται (με το να μην αποτρέπονται) επειδή μπορούν να αποζημιωθούν. Πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/1960, ως προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της προληπτικής φύσης του διατάγματος. Στο ισοζύγιο της ευχέρειας, είναι δίκαιο να υφίσταται αυτό το προσωρινό διάταγμα. Επαναλαμβάνεται, δεν επηρεάζεται ο Εναγόμενος, ως ταυτόχρονα η δημοτική αρχή ή η πολεοδομική αρχή, να εφαρμόσει κάποια νόμιμη διαδικασία. Εμποδίζεται, όμως, με οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν ενεργεί, να επικαλείται συμφωνία ή συγκατάθεση των Εναγόντων, που οι Ενάγοντες θέτουν ξεκάθαρα και κατηγορηματικά πως δεν υπάρχει, ως βάση για οποιαδήποτε μελλοντική επέμβασή του στο σκιάδιο που κατέχουν οι Ενάγοντες (είτε νόμιμα είτε παράνομα). Κάθε δικαστικό διάταγμα απαγορευτικής φύσης προκαλεί ταλαιπωρία, όπως και κάθε αγωγή, στα πρόσωπα στα οποία αφορούν. Το αναπόφευκτο της ταλαιπωρίας από την εκκρεμοδικία δεν χρησιμοποιείται ως λόγος για να αποφευχθεί ενδιάμεση θεραπεία. Ο Εναγόμενος, ο οποίος ως δημοτική αρχή προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό και συνήψε δημόσια σύμβαση που περιλαμβάνει τα σκιάδια ή και επέμβαση σε ιδιωτικές περιουσίες, χωρίς να είναι και προφανής η δυνατότητα συναλλαγής επί του αντικειμένου αυτού (να συναφθεί δημόσια σύμβαση για ιδιωτική περιουσία, που ταυτόχρονα θεωρείται και «παράνομη») και χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των επηρεαζόμενων ιδιωτών ‒ συγκατάθεση ενδεχομένως ως μέρος της διαδικασίας ή προϋπόθεση εκτέλεσης της δημόσιας σύμβασης ‒ δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση στην εκτέλεση της δημόσιας σύμβασης, που αναπόφευκτα υπάρχει εξαιτίας της ανάγκης διάγνωσης των ιδιωτικών δικαιωμάτων των επηρεαζόμενων προσώπων, ως ζημιά του, που προκαλεί αυτή η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ή και η αγωγή. Δεν μπορεί να επιρρίπτει την ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκτέλεση του δημόσιου έργου στους Ενάγοντες ή και στο Δικαστήριο, καταλογίζοντάς του «υπέρβαση εξουσίας». Εκκρεμούσης αυτής της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, η οποία υπάρχει και συντηρείται λόγω της δικής τους αδυναμίας να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση, δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την ισχύ της ενδιάμεσης θεραπείας, εάν προκύψει υποψία πως οι Ενάγοντες επαναπαύονται σε αυτήν ή την χρησιμοποιούν για αλλότριους σκοπούς ή για βλάβη του δημοσίου συμφέροντος. Δεν υπάρχει προς το παρόν τέτοιο δεδομένο να τύχει διαχείρισης. Συνιστά βασική πτυχή του δημόσιου συμφέροντος, που δεν είναι μονόπλευρό ή μονοδιάστατο, να μην παραβιάζονται βασικά δικαιώματα των πολιτών. Στην περίπτωση που υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, διατηρείται το status quo με σεβασμό στην απαίτηση και τα δικαιώματα των Εναγόντων, μέχρι αυτά να διαγνωστούν, μη επηρεαζόμενων των εξουσιών του Εναγόμενου ως η αρμόδια αρχή με βάση οποιονδήποτε νόμο. Στην περίπτωση που ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, επιτρέπεται η εξέλιξη και η διαμόρφωση της πραγματικής κατάστασης από τον Εναγόμενο, ως δημοτική αρχή που θέλει να εκτελέσει επειγόντως το δημόσιο έργο, με τρόπο ενδεχομένως τετελεσμένο, χωρίς επαρκή ανταπόκριση του Δικαστηρίου στην απαίτηση των Εναγόντων να διαγνωστούν τα δικαιώματά τους σε σχέση με το σκιάδιο, εάν και στην έκταση που υπάρχουν, με δεδομένο πως κατασκευάστηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο ή (κατά τον Εναγόμενο) συνεπεία «λαθών του παρελθόντος». Δεν εξηγήθηκε γιατί είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί από τον Εναγόμενο η συγκατάθεση των Εναγόντων για τη διαμόρφωση του σκιαδίου· γιατί είναι δύσκολο να κατευναστούν οι ανησυχίες τους. Δεν προκύπτουν δεδομένα πως οι Ενάγοντες, από ιδιοτροπία ή εκτροπή από τη λογική των πραγμάτων, επιδεικνύουν άρνηση διαλόγου με αντικείμενο το να συγκατατεθούν σε εργασίες που δεν τους επηρεάζουν ή που θα απολήξουν σε ένα κοινά ωφέλιμο ή ομορφότερο αποτέλεσμα. Μπορεί, για παράδειγμα, να συμφωνηθεί η χρονική περίοδος των εργασιών, ο τρόπος, η χρονικής τους διάρκεια. Κρίνεται πως, προς το παρόν, θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, ως έχει εκδοθεί. Η χρονική καθυστέρηση που μπορεί να προκληθεί από την εκκρεμοδικία δεν μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας σχετικά με το εάν θα δοθεί ή όχι μια ενδιάμεση θεραπεία· έχοντας υπόψη και τη δυνατότητα συνοπτικής εκδίκασης ζητημάτων για τα οποία δεν υπάρχει εκτενής πραγματική διαφορά. Υποθέσεις που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, μπορούν να προτεραιοποιούνται. Εξάλλου, ο χρόνος που αναλώνει το Δικαστήριο σε ενδιάμεσες διαδικασίες θα μπορούσε να αναλωθεί στην άμεση εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων ένστασης που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο, που να μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και στην απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων. Καταληκτικά, έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που ισχύουν για την έκδοση και αναθεώρηση διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα γεγονότα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, θεωρώ πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν και πως είναι δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 07.03.2023, και πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων που προβλήθηκαν δια της ένστασης του Εναγόμενου, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, για να ακυρωθεί το διάταγμα αυτό ή να τροποποιηθεί με συγκεκριμένο τρόπο, έχοντας ήδη διευκρινίσει και ό,τι πιθανόν να χρειάζονταν. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.03.2023 καθίσταται απόλυτο, ως έχει εκδοθεί την 07.03.2023, και ισχύει οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Προστίθεται ρητά η διευκρίνιση πως: το παρόν διάταγμα δεν επηρεάζει οποιαδήποτε διαδικασία ήθελε κινήσει ο Εναγόμενος ως η αρμόδια αρχή με βάση οποιονδήποτε νόμο. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αλλά και τη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που δόθηκε, που είναι κυρίως προληπτική, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής των Εναγόντων, αλλά να μην είναι σε καμία περίπτωση εναντίον τους. Αυτό σημαίνει πως, εάν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους, θα δικαιούνται και τα έξοδα αυτής της διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο ή άλλως πώς καθοριστούν από το Δικαστήριο. Αντίθετα, δεν θα δικαιούται τέτοια έξοδα, εάν αποτύχουν στην αγωγή τους, αλλά δεν θα είναι και προς όφελός του Εναγόμενου που δεν είχε επιτυχία σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. [14] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [15] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [16] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [17] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [18] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [19] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [20] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [21] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [22] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο