ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΘΕΟΔΩΡΑ ΝΤΑΝΤΙΔΟΥ, ΠΣΑ αρ. 87/2021, 16/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. ΠΣΑ αρ. 87/2021 Αναφορικά με την περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο 65(Ι)/2015 και την ΘΕΟΔΩΡΑ ΝΤΑΝΤΙΔΟΥ, χρεώστρια, και την αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πιστώτριας Ημερομηνία: 16 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για την πιστώτρια/Αιτήτρια: Ξ. Κόκκινου (κα) για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την χρεώστρια/Καθ' ης η αίτηση: Αρ. Χαραλάμπους (κα) για Argiro S. Charalambous LLC Για την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας: καμία εμφάνιση Για τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας: καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Αίτηση και ένσταση Την 29.10.2021, εκδόθηκε Προστατευτικό Διάταγμα αναφορικά με την Καθ' ης η αίτηση, με διάρκεια ισχύος 95 ημέρες, με βάση το άρθρο 39 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου 65(Ι)/
(6), ή η εγνωσμένη παροχή στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας πληροφοριών ουσιωδώς ψευδών ή ανακριβών, και άλλες συμπεριφορές, η ποινικοποίηση των οποίων διασφαλίζει την εφαρμογή του Νόμου. Εξέταση της αίτησης Καταρχάς, η προθεσμία για την υποβολή αίτησης για ακύρωση του διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ, ως προβλέπεται στο άρθρο 72 § 5, είναι οι 15 ημέρες από την ημερομηνία που ο αιτών ειδοποιήθηκε για την έκδοση του διατάγματος. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η πιστώτρια ειδοποιήθηκε για την έκδοση του διατάγματος την 09.05.
- Η 23.05.2022, όπου καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση, ήταν η 14η ημέρα, με τον υπολογισμό της προθεσμίας να εξαιρεί την ημέρα που έλαβε χώρα η ειδοποίηση (09.05.2022), σύμφωνα με το άρθρο 31(α) του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.
- Η αίτηση που υποβλήθηκε είναι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του παραδεκτή αίτηση για παραμερισμό του Προστατευτικού Διατάγματος που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 39 (άρθρο 41) την 29.10.2021, η ισχύς του οποίου παρατάθηκε την 24.01.2022 για περαιτέρω 40 ημέρες. Οι προθεσμίες προσβολής των εν λόγω διαταγμάτων έχουν προφανώς παρέλθει. Ομοίως, δεν έχει ενώπιον του το Δικαστήριο αίτηση για ακύρωση της επαλήθευσης που έγινε από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, δεν υπάρχει σχετικό αίτημα, αλλά και η προθεσμία για υποβολή τέτοιου αιτήματος, κατ' επέκταση για εξέταση της επαλήθευσης χρέους έχει παρέλθει. Όσον αφορά το Προστατευτικό Διάταγμα που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 75 (ανανέωση του Προστατευτικού Διατάγματος που είχε εκδοθεί με βάση το άρθρο 39) (άρθρο 76) την 26.04.2022, δεν αμφισβητείται το γεγονός πως κοινοποιήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση μαζί με το διάταγμα επιβολής του ΠΣΑ, ιδίας ημερομηνίας, την 09.05.
- Δεν έχει παρέλθει η προθεσμία προσβολής του εν λόγω διατάγματος, και μπορεί να προσβληθεί και προσβάλλεται με την υπό εξέταση αίτηση. Η αίτηση υποβλήθηκε από πρόσωπο που είναι καθορισμένη πιστώτρια, κατ' επέκταση που έχει ενεργητική νομιμοποίηση. Φέρει σχετική νομική βάση, που περιλαμβάνει τα άρθρα επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Είναι μια αίτηση παραδεκτή (admissible), και γι' αυτό μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της. Συνακόλουθα, δεν είναι βάσιμοι οι λόγοι ένστασης της χρεώστριας περί νομικής αβασιμότητας ή έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης ή και παρατυπίας ή αντικανονικότητας. Όσον αφορά, επίσης, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής καταχώρισης της αίτησης ή κακοπιστίας, η αίτηση δεν είναι απορριπτέα για τέτοιους λόγους. Προκύπτει, από όσα έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο, πως η Αιτήτρια απλώς ασκεί δικαίωμα που της δίδει ο Νόμος, εκφράζοντας γνήσια τις θέσεις της σε σχέση με τα δεδομένα που προσφέρθηκαν από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση για τους σκοπούς του ΠΣΑ και της επιβολής του. Εξετάζοντας πρώτα απ' όλα το ζήτημα κατά πόσον μπορούσε να εκδοθεί Προστατευτικό Διάταγμα βάσει του άρθρου 75 την 26.04.2022, σε συνάρτηση με την ισχύ του Προστατευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 29.10.2021, ή εάν συντρέχει λόγος ακυρότητας, να λεχθεί ότι, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 72 § 1 χρειάζεται να είναι σε ισχύ Προστατευτικό Διάταγμα με βάση το άρθρο 75, για να εκδοθεί διάταγμα επιβολής ΠΣΑ. Το ζήτημα, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι αυτό, καθότι υπήρχε διάταγμα που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 75, όταν εκδόθηκε το διάταγμα επιβολής, εφόσον το Δικαστήριο επιλήφθηκε πρώτα της αίτησης για ανανέωση του Προστατευτικού Διατάγματος, το εξέδωσε, και μετά επιλήφθηκε της αίτησης για επιβολή του ΠΣΑ. Αυτό φαίνεται τουλάχιστον από τη σειρά των εγγράφων στον φάκελο της διαδικασίας. Το άρθρο 75 § 1, ως είναι διατυπωμένο, δίδει τη δυνατότητα ανανέωσης της ισχύος του ήδη υφιστάμενου Προστατευτικού Διατάγματος που είχε εκδοθεί με βάση το άρθρο 39, όπου είναι απαραίτητο. Εάν είναι απαραίτητο ή όχι, συναρτάται με την ισχύ του υφιστάμενου Προστατευτικού Διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 39 και τα αποτελέσματά του, ως αυτά προβλέπονται στο άρθρο
- Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να μην χρειάζεται τέτοια ανανέωση, γιατί είναι ήδη σε ισχύ το ήδη υφιστάμενο Προστατευτικό Διάταγμα. Με τη συνανάγνωση και του άρθρου 39 § 7Α, που αναφέρεται και σε γεγονός λήξης, δεν αποκλείεται η παράταση της ισχύος και η ανανέωση ενός Προστατευτικού Διατάγματος που έχει ήδη λήξει, μόνον γι' αυτό τον λόγο. Συγκεντρώνοντας τα προαναφερόμενα, εάν υφίσταται σε ισχύ ήδη Προστατευτικό Διάταγμα και πληρείται η επιφύλαξη του άρθρου 72 § 1, δεν υπάρχει ενδεχομένως λόγος να ανανεωθεί το Προστατευτικό Διάταγμα, για σκοπούς επιβολής, και μέχρι να επιβληθεί το ΠΣΑ, εάν έχει ήδη εκπνεύσει η περίοδος ισχύος του Προστατευτικού Διατάγματος, τότε θα πρέπει να ανανεωθεί πριν από την εξέταση της αίτησης για έκδοση διατάγματος επιβολής. Δεν συντρέχει λόγος ακυρότητας του Προστατευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 26.04.2022, σχετικός με τον χρόνο που ανανεώθηκε, μετά τη λήξη του. Σε αυτή τη διαδικασία, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν ανατρέχει στα κριτήρια επιλεξιμότητας της Καθ' ης η αίτηση με βάση το άρθρο 35, που πρέπει να συντρέχουν για την υποβολή πρότασης για ΠΣΑ, τα οποία έχουν εξεταστεί ήδη σε όλα τα στάδια της διαδικασίας μέχρι και την έκδοση του Προστατευτικού Διατάγματος με βάση το άρθρο 39 §
- Επανεξετάζει, υπό το φως όσων παραθέτει ο καθορισμένος πιστωτής, που απορρίπτει την ήδη υποβληθείσα πρόταση για ΠΣΑ, τη συνδρομή των προϋποθέσεων που θα πρέπει να συντρέξουν για την επιβολή του. Στον βαθμό που τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35 ή κάποια εξ αυτών συνεχίζουν να απασχολούν και τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 72, είτε δια της δήλωσης του Συμβούλου Αφερεγγυότητας που πρέπει να προσκομίζεται ή δια της αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 65(δ) με βάση το άρθρο 77 ή επειδή πρέπει να υφίστανται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, είτε και δια άλλων κριτηρίων επιλεξιμότητας όπως αυτού της περίπτωσης του άρθρου 72 § 1 (ε), τότε, και έτσι, δυνατόν να απασχολούν και τη διαδικασία παραμερισμού του διατάγματος επιβολής· λαμβανομένης υπόψη, όπου προκύπτει ως επιβεβλημένη με βάση τη λογική ανάγκη, τυχόν μη αμφισβήτησής τους σε κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας. Δηλαδή, εάν δεν προσβλήθηκε το Προστατευτικό Διάταγμα που εξ αρχής εκδόθηκε για να υποβληθεί πρόταση για ΠΣΑ, με επιχείρημα ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι αφερέγγυα, όπως η ίδια υποστηρίζει, ή για άλλον λόγο, και η διαδικασία προχώρησε, έγινε εργασία υπό τη δικαστική προστασία, και υποβλήθηκε η πρόταση για ΠΣΑ, απλώς επειδή δεν ικανοποιεί η συγκεκριμένη πρόταση ΠΣΑ, δεν παλινδρομεί η διαδικασία στο εάν η Καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα ή όχι. Κάτι τέτοιο, όπως είναι ευλόγως αντιληπτό, οδηγεί σε μια κατάσταση όπου δεν μπορεί να θεωρηθεί πως εφαρμόζεται ορθά η νομοθεσία. Εάν, από την άλλη, διαφανεί εκ των υστέρων η μη πλήρωση των κριτηρίων επιλεξιμότητας, που εξ αρχής έπρεπε να πληρούνται (λ.χ. λέχθηκαν αναλήθειες σε σχέση με τον τόπο διαμονής ή τη φερεγγυότητα, κ.λπ.), που δεν μπορούσε να είναι γνωστή σε προγενέστερο χρόνο, δεν θα απαγορευθεί στο Δικαστήριο να παρέμβει ή το αποτέλεσμα δεν είναι να επιβληθεί ένα ΠΣΑ χωρίς να ικανοποιούνται τα αρχικά κριτήρια επιλεξιμότητας για υποβολή πρότασης ΠΣΑ. Το ζητούμενο είναι ένδικα μέσα που δεν ασκήθηκαν και προχώρησε η διαδικασία υποβολής πρότασης για ΠΣΑ να μην συγκεντρώνονται στην άσκηση αυτού του ένδικου μέσου, εν τέλει λειτουργώντας καταργητικά ως προς τον σκοπό ύπαρξής τους στον νόμο. Υπάρχει τουλάχιστον ένας εξασφαλισμένος πιστωτής, η Αιτήτρια, που κατέχει εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας της Καθ' ης η αίτηση, η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία. Συναφώς, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2, «κύρια κατοικία» σημαίνει την ιδιόκτητη κατοικία που χρησιμοποιείται για τη διαμονή του χρεώστη και των μελών της οικογένειάς του και «ιδιόκτητη κατοικία» σημαίνει την κατοικία σε σχέση με την οποία ο χρεώστης είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης αυτής ή αγοραστής που έχει κατατεθειμένη σύμβαση πώλησης, ή μισθωτής σε χρηματοδοτική μίσθωση και διαμένει σε αυτήν για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών κατά έτος. Δεν υπάρχει προϋπόθεση όπως η ιδιοκτησία ή η αγορά ή η μίσθωση αφορούν στο όλο μερίδιο του ακινήτου που χρησιμοποιείται ως η κατοικία, ούτε εάν αφορά στο ½ ή άλλο μέρος αυτής αποχαρακτηρίζεται. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι η αγοραία αξία της κύριας κατοικίας της Καθ' ης η αίτηση που είναι εξασφαλισμένη δεν υπερβαίνει τις €350.000,00, και ότι η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας της, δεν υπερβαίνει τις €500.000,
- Το άρθρο 74 προβλέπει για τη μεταχείριση περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας του. Η πώληση της κύριας κατοικία της Καθ' ης η αίτηση δεν θα μπορούσε να περιληφθεί σε ΠΣΑ. Η πρόταση ΠΣΑ που είχε διαμορφωθεί, και εν τέλει επιβληθεί, δεν απαιτεί από την Καθ' ης η αίτηση να διαθέσει το συμφέρον της στην κύρια κατοικία της ή να παύσει να διαμένει σε αυτήν. Εάν ήταν λογικά εφικτό να περιληφθεί η κύρια κατοικία της Καθ' ης η αίτηση στο ΠΣΑ, ως μια συμφέρουσα επιλογή, λαμβάνοντας υπόψη και τις δυνατότητες που προβλέπει το άρθρο 50 § 2, θα γίνονταν ανάλογη διεργασία. Το άρθρο 50 δεν απαιτεί να περιλαμβάνεται οπωσδήποτε σε κάθε ΠΣΑ, ως προαιρετική επιλογή, η μεταχείριση της κύριας κατοικίας, τιθέμενη συγκριτικά έναντι στο κόστος διατήρησης της κυριότητας ή της κατοχής της ή συντήρησής της. Το γεγονός ότι δεν διαμορφώθηκε τέτοια πρόταση ή ότι ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας δεν κατέληξε βασικά σε άποψη ως η παράγραφος
(3)(β), αλλά εξ αρχής αποκλείστηκε προς το παρόν οποιαδήποτε μεταχείριση της κύριας κατοικίας της Καθ' ης η αίτηση στο ΠΣΑ, σε συνάρτηση με την παράλληλα τιθέμενη δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση να πληρώνει στην Αιτήτρια, που είναι ο μοναδικός καθορισμένος πιστωτής της, ποσό €330,00 για τους πρώτους 12 μήνες και €480,00 για τους επόμενους μήνες μέχρι τη λήξη του ΠΣΑ (60 μήνες), δεν δίδει παράβαση του άρθρου 50, ούτε ένδειξη μη βιωσιμότητας του ΠΣΑ. Η τελευταία κρίνεται μέσα στο χρονικό πλαίσιο της ισχύος του ΠΣΑ. Γενικά, έχουν περιληφθεί στο ΠΣΑ που επιβλήθηκε όλες οι υποχρεωτικές πρόνοιες του Νόμου. Δεν χρειάζονταν να προβλεφθεί οπωσδήποτε η μεταχείριση της κύριας κατοικίας, με πώληση ή άλλως πώς, για να είναι βιώσιμο. Για την προϋπόθεση του άρθρου 73 § 1, όπως το ΠΣΑ που απορρίφθηκε από τους πιστωτές είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ.5, που δεν είναι η μόνη προϋπόθεση αν και από τις βασικότερες, η προσέγγιση δεν είναι πως το Κεφ.5 εφαρμόζεται μόνον όσον αφορά τους μη εξασφαλισμένους πιστωτές, άρα ότι η Αιτήτρια θα μπορούσε να κάνει άμεση χρήση της εξασφάλισής της, και γι' αυτό η ίδια θα ήταν σε «καλύτερη» θέση, εάν η Καθ' ης η αίτηση πτώχευε. Εάν η Καθ' ης η αίτηση πτώχευε, η Αιτήτρια, ως δείχνουν τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν θα λάμβανε από την πτωχευτική περιουσία, ως μη εξασφαλισμένη πιστώτρια, περισσότερα από όσα στο πλαίσιο του ΠΣΑ. Ασχέτως της ύπαρξης της εξασφάλισής της. Εκείνη δεν επηρεάζεται ούτε από την εφαρμογή κάποιου ΠΣΑ, και εξακολουθεί να υφίσταται και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, εάν δεν επιτύχει ή εάν τερματιστεί το ΠΣΑ. Τούτο είναι το σημείο αναφοράς, τουλάχιστον στο πλαίσιο του Ν. 65(Ι)/2015, για τον προσδιορισμό της θέσης της Αιτήτριας, εάν είναι ίδια ή καλύτερη (προσδιορισμός που συναρτάται με την ρητή έκφραση του νομοθέτη: «εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχείων που δεν διατίθενται»): η Αιτήτρια ως πιστώτρια που πρέπει να εξυπηρετηθεί από την περιουσία της Καθ' ης η αίτηση με τη σταδιακή αποπληρωμή των καθορισμένων χρεών (ως σε υγιή σύμβαση δανείου), συγκριτικά με την Αιτήτρια ως μη εξασφαλισμένη πιστώτρια που πρέπει να ικανοποιηθεί από τη πτωχευτική περιουσία· όχι η Αιτήτρια ως εξασφαλισμένη πιστώτρια που μπορεί να περιοριστεί στην εμπράγματη εξασφάλισή της που θα ρευστοποιήσει άμεσα. Η Αιτήτρια, σε ΠΣΑ, λαμβάνει μηνιαία εισοδήματα και διατηρεί πρόσθετα την εξασφάλισή της, την οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει μετά τη λήξη ή τον τερματισμό ή την αποτυχία του ΠΣΑ. Η Αιτήτρια, σε πτωχευτική διαδικασία, μπορεί θεωρητικά να εκποιήσει την εξασφάλισή της (εφόσον όμως αφορά σε πρώτη κατοικία, ενδεχομένως να μην είναι εύκολο), περιοριζόμενη σε αυτήν, χωρίς οτιδήποτε άλλο. Η πρώτη είναι μια «καλύτερη» θέση· με τους φακούς του Ν. 65(Ι)/2015 πάντοτε. Προφανώς, για κάθε πιστωτή, εκτός του πλαισίου του Ν. 65(Ι)/2015, που βιώνει ήδη την καθυστέρηση στην αποπληρωμή του χρέους και τα συνεπακόλουθά της, είναι οικονομικά ή και εμπορικά καλύτερη θέση αυτή στην οποία μπορεί χρονικά άμεσα να ρευστοποιεί και να εισπράττει τις εμπράγματες εξασφαλίσεις του, χωρίς να υπεισέρχονται κοινωνικοί ή άλλοι ανασταλτικοί παράγοντες ή δεύτερες ευκαιρίες, κ.λπ.. Εκείνη δεν είναι ερμηνεία που αποδίδει και το νόημα της συγκεκριμένης προϋπόθεσης του άρθρου 73 § 1, στο πλαίσιο των αναδιαρθρωτικών και εξισορροπητικών σκοπών του οποίου ο χρόνος, που προκαλεί και την ειδοποιό διαφορά στις εκατέρωθεν ερμηνευτικές προσεγγίσεις, ρυθμίζεται δια των χρονικών ορίων των ΠΣΑ σε συνάρτηση με την ανάγκη της εξυπηρέτησης ή και του εξαναγκασμού της ανάγκης εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων έναντι στον πιστωτή ως σε υγιή δανειακή σύμβαση, και της μη καταφυγής στην - εύκολη για τον πιστωτή αλλά δυσμενή για τον χρεώστη - λύση της άμεσης εκποίησης. Η αξιολόγηση, εν προκειμένω, ότι το ΠΣΑ που απορρίφθηκε έχει τέτοιο αποτέλεσμα, υποστηρίζονταν και από την έκθεση που εξέδωσε ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, όπως και από τα έγγραφα που είχε ενώπιον του Δικαστήριο, και τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η αίτηση, έχοντας υπόψη και τις διατάξεις του άρθρου
- Το μόνο σημείο που εντοπίζει το Δικαστήριο ως πρόβλημα με την αίτηση της Καθ' ης η αίτηση για επιβολή του ΠΣΑ, κατ' επέκταση με το διάταγμα επιβολής του είναι το εξής: Η Αιτήτρια αμφισβητεί, στην αίτησή της, ότι η Καθ' ης η αίτηση αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη της λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής της κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός της κατά τουλάχιστον 25%. Υπάρχει εκ του νόμου τεκμήριο, όπως έχει προαναφερθεί, ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα του χρεώστη, από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου, οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση. Για να λειτουργήσει το τεκμήριο αυτό, θα πρέπει να αποδεικνύεται το γεγονός της μείωσης. Η Καθ' ης η αίτηση, κατά την έκδοση του διατάγματος επιβολής, για να αποδείξει αυτό το γεγονός, εκ των προϋποθέσεων έκδοσης του διατάγματος, ανέφερε στο Δικαστήριο πως το έτος 2012 είχε ετήσια εισοδήματα €35.136,00 και το 2018 τα ετήσια της εισοδήματα μειώθηκαν σε €18.190,00, δηλώνοντας μείωση πέραν του 25%. Προσκόμισε, για τον σκοπό αυτό, δέσμη καταστάσεων των κοινωνικών ασφαλίσεων. Σε αυτή τη δέσμη, οι αποδοχές της Καθ' ης η αίτηση από τον αναγραφόμενο εργοδότη «Ευαγγελισμός Διαχειριστική Λίμιτεδ» για το έτος 2012 φαίνονται €35.136,
- Το 2013, η Καθ' ης η αίτηση είχε αποδοχές από τον εργοδότη «Μινε Διαχειριστική Λίμιτεδ» €18.550,00 και από τον εργοδότη «Ευαγγελισμός Διαχειριστική Λίμιτεδ» ακόμα €11.188,00, σύνολο €29.738,
- Το 2014, είχε αποδοχές από τον εργοδότη «Μινε Διαχειριστική Λίμιτεδ» €29.200,
- Το 2015, που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.65(Ι)/2015, είχε αποδοχές από τον εργοδότη «Μινε Διαχειριστική Λίμιτεδ» €30.000,
- Η μείωση των αποδοχών της (μετά από την αύξησή τους το έτος 2012) κατά €5.135,00, από το 2012 μέχρι το 2015 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.65(Ι)/2015 δεν δίδει 25%. Το ποσό €18.190,00 δεν λήφθηκε από αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου κατά εργοδότη όπως τα προαναφερόμενα ποσά, αλλά από κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού, στην οποία αναφέρονται και ασφαλιστέες αποδοχές μισθωτού προσώπου και ασφαλιστέες αποδοχές αυτοτελώς εργαζόμενου προσώπου. Αποδοχές αυτοτελώς εργαζόμενου προσώπου δεν προσκομίστηκαν για τα προηγούμενα χρόνια. Πριν από το 2009, οι ασφαλιστέες αποδοχές της Καθ' ης η αίτηση από εργοδότες δεν ξεπερνούσαν τις €18.000,
- Με βάση τα δεδομένα αυτά, δεν αποδεικνύεται μείωση στα εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση που να εμπίπτει στο πλαίσιο εφαρμογής των σκοπών του Ν.65(Ι)/
- Όσον αφορά την καλοπιστία της Καθ' ης η αίτηση, που επίσης αμφισβητείται από την Αιτήτρια, σχετίζεται με την προσπάθειά της να καταδείξει αδυναμία πληρωμής οφειλόμενη στην οικονομική κρίση, χωρίς πράγματι να υφίσταται. Είναι κατανοητό πως η Καθ' ης η αίτηση θέλησε απλώς να μειωθεί η δόση του δανείου της, για να είναι πιο άνετη να κινείται αλλά και να αποταμιεύει, και παράλληλα να μην κινδυνεύει με τυχόν εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η επιστολογραφία που παρουσίασε η Αιτήτρια δείχνει πως η διαδικασία του ΠΣΑ χρησιμοποιήθηκε με τρόπο προς επίτευξη ενός διαφορετικού αποτελέσματος από αυτό που επιχειρεί να διασφαλίσει ο Ν.65(Ι)/
- Το ΠΣΑ δεν είναι εργαλείο επιχειρηματικής μείωσης δανειακών υποχρεώσεων γενικά, που μπορεί να προβάλλεται ως τέτοιο, στη βάση θέσεων που απασχολούν συνήθως διαφορές ουσίας, όπως εάν πρέπει να εφαρμόζεται ως επιτόκιο αναφοράς άλλο από το καθορισμένο στην πιστωτική συμφωνία (κάποιο από τα επιτόκια της ΕΚΤ) ή εάν υπάρχουν ρήτρες που θα μπορούσαν να κηρυχθούν άκυρες ως καταχρηστικές, κ.λπ.. Η όλη στάση της Καθ' ης η αίτηση, ως φαίνεται να ωθήθηκε από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, και όπως ξεκάθαρα αναδείχθηκε μέσα από την ακρόαση της Αιτήτριας σε αυτό το στάδιο, είναι πως χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία του ΠΣΑ για να επιβληθούν θέσεις της Καθ' ης η αίτηση σχετικά με το περιεχόμενο της δανειακής σύμβασης, στον βαθμό που επενεργούν στο ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, που πληρώνεται κανονικά, χωρίς δίκη ουσίας, μα και χωρίς ακρόαση της Αιτήτριας, εφόσον οι διαδικασίες στον Ν.65(Ι)/2015 κινούνται σε πρώτη φάση μονομερώς. Η κατάχρηση του Ν.65(Ι)/2015, κατά τρόπο ώστε να λειτουργεί βλαπτικά για τον καθορισμένο πιστωτή, είναι αντίθετη στον ίδιο τον Ν.65(Ι)/
- Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα, το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει πως θα πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, να παρέμβει για να ακυρωθεί το διάταγμα επιβολής του ΠΣΑ, που εκδόθηκε την 26.04.
- Παρέλκει έτσι η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Κατάληξη Έχοντας επανεξετάσει τις προϋποθέσεις επιβολής του ΠΣΑ, υπό το φως όσων ανέφερε η Αιτήτρια δια της αίτησής της, το διάταγμα επιβολής ημερομηνίας 24.06.2022 ακυρώνεται, και η αίτηση για την επιβολή του ΠΣΑ απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα αυτό και το Προστατευτικό Διάταγμα ημερομηνίας 24.06.2022, που εκδόθηκε προκειμένου να υποβληθεί αίτηση για την επιβολή του ΠΣΑ, ακυρώνεται, και παύει στο εξής να ισχύει. Όσον αφορά τα έξοδα, ακολουθείται η αρχή που ο Νόμος προτιμά και στην περίπτωση αίτησης για παραμερισμό Προστατευτικού Διατάγματος (άρθρο 41 § 5), ότι κάθε πλευρά επιβαρύνεται τα έξοδά της. Αυτή η αρχή εξηγείται με τη λογική ότι ο χρεώστης κινείται μονομερώς και ο καθορισμένος πιστωτής, για να ακουστεί, πρέπει να αιτηθεί, παραμερισμό στη μια περίπτωση, ακύρωση στην άλλη. Η εφαρμογή της αρχής αυτής και στην περίπτωση της αίτησης ακύρωσης βάσει του άρθρου 72 § 5 δεν θα προκαλούσε σοβαρή αδικία εις βάρος της Καθ' ης η αίτηση. Ως εκ των ανωτέρω, κάθε πλευρά τα έξοδά της. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η αναφορά από την Αιτήτρια της ημερομηνίας 20.04.2022 είναι λανθασμένη, με βάση τα στοιχεία του φακέλου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο