← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΘΕΟΔΩΡΑ ΝΤΑΝΤΙΔΟΥ, ΠΣΑ αρ. 87/2021, 16/8/2023

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΘΕΟΔΩΡΑ ΝΤΑΝΤΙΔΟΥ, ΠΣΑ αρ. 87/2021, 16/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. ΠΣΑ αρ. 87/2021 Αναφορικά με την περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο 65(Ι)/2015 και την ΘΕΟΔΩΡΑ ΝΤΑΝΤΙΔΟΥ, χρεώστρια, και την αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πιστώτριας Ημερομηνία: 16 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για την πιστώτρια/Αιτήτρια: Ξ. Κόκκινου (κα) για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την χρεώστρια/Καθ' ης η αίτηση: Αρ. Χαραλάμπους (κα) για Argiro S. Charalambous LLC Για την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας: καμία εμφάνιση Για τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας: καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Αίτηση και ένσταση Την 29.10.2021, εκδόθηκε Προστατευτικό Διάταγμα αναφορικά με την Καθ' ης η αίτηση, με διάρκεια ισχύος 95 ημέρες, με βάση το άρθρο 39 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου 65(Ι)/

  1. Στη συνέχεια, την 24.01.2022, η ισχύς του Προστατευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 29.10.2021 παρατάθηκε, για περαιτέρω 40 ημέρες από την 01.02.2022, με σκοπό να ολοκληρωθεί το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής (ΠΣΑ). Την 26.04.2022[1], εκδόθηκε διάταγμα για παράταση της ισχύος του Προστατευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 29.10.2021 (άρθρο 75 § 1). Την ίδια ημέρα, δηλαδή την 26.04.2022, εκδόθηκε μονομερώς και διάταγμα για επιβολή του ΠΣΑ. Με την υπό εξέταση αίτησή της, η Αιτήτρια ζητά την ακύρωση του διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ, αλλά και των Προστατευτικών Διαταγμάτων. Κατά την Αιτήτρια, την 26.04.2022, που ανανεώθηκε το Προστατευτικό Διάταγμα ημερομηνίας 29.10.2021 (η ισχύς του οποίου είχε επεκταθεί για 40 ημέρες από την 01.02.2022), είχε ήδη παρέλθει η περίοδος ισχύος του και δεν ήταν σε ισχύ. Η ισχύς του δεν μπορούσε, κατά την Αιτήτρια, να αναβιώσει με την έκδοση του Προστατευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 26.04.2022, ούτε είχε ζητηθεί αναδρομική ισχύς του, αλλά ούτε και θα μπορούσε να δοθεί. Είναι η θέση της Αιτήτριας πως εάν αυτό το Προστατευτικό Διάταγμα ημερομηνίας 26.04.2022 πάσχει, τότε, με βάση το άρθρο 72, και η αίτηση για επιβολή του ΠΣΑ συμπαρασύρεται σε ακυρότητα. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί με προτεραιότητα στη συνέχεια. Η Αιτήτρια θέτει, με την αίτησή της, και με την υποστήριξη μαρτυρίας λειτουργού στις υπηρεσίες της, πως το οφειλόμενο ποσό είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αποφάσισε ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, ο οποίος, κατά τη θέση της, είχε εφαρμόσει λανθασμένα, παράτυπα και αδικαιολόγητα τους όρους της δανειακής σύμβασης, χωρίς να έχει λάβει υπόψη του την αύξηση του επιτοκίου το 2012, που αναφέρονταν και σε έγγραφο που υπέγραψε η Καθ' ης η αίτηση την 08.09.2015, ενώ ήταν συμβατικό δικαίωμα η προσαρμογή του επιτοκίου. Ειδικότερα, το επιτόκιο ήταν αρχικά σταθερό για τα πρώτα τρία χρόνια, και ακολούθως, το 2012, κυμάνθηκε, αποτελούμενο από το Euribor 6 μηνών πλέον 3,75% περιθώριο. Είχε σταλεί σχετική επιστολή στους δανειολήπτες (Τεκμήριο 12Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), οι οποίοι και το 2015 είχαν υπογράψει αίτημα για διαμόρφωση των εξασφαλίσεων του δανείου τους λόγω της έκδοσης ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής για το ακίνητο, στο έγγραφο του οποίου αναφέρεται το αυξημένο επιτόκιο, το οποίο οι δανειολήπτες είχαν αποδεχθεί και εφαρμόζονταν (Τεκμήριο 12Β στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Περί τα μέσα του 2020, οι δανειολήπτες είχαν ζητήσει τη μείωση του επιτοκίου τους, χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε για παράτυπη αύξηση είτε για μείωση των εισοδημάτων τους ή ανικανότητα ή αδυναμία πληρωμής. Το αίτημά τους μάλιστα ικανοποιήθηκε με μείωση του επιτοκίου σε 2,30%, και υπογράφθηκε σχετική τροποποιητική επιστολή τον Νοέμβριο του 2020 (Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας είχε μετατρέψει, κατά την Αιτήτρια, τον εαυτό του σε Δικαστήριο και αποφάσισε λανθασμένα, χωρίς να λάβει υπόψη τα δεδομένα, έγγραφα, μαρτυρία, την οφειλή, τη δόση, κ.λπ.. Αυτός ήταν εκ των βασικών λόγων που η Αιτήτρια δεν μπορούσε να αποδεχθεί και κάποιο συναινετικό ΠΣΑ. Παράδοξα και λανθασμένα, επίσης, ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, κατά την Αιτήτρια, θεωρεί την Καθ' ης η αίτηση «αφερέγγυα», κατά το άρθρο 35, καθώς κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται με τα υφιστάμενα δεδομένα και δεν δικαιολογείται και η παράταση της δικαστικής προστασίας της. Η ικανότητα αποπληρωμής των χρεών της Καθ' ης η αίτηση, όπως είναι η θέση της Αιτήτριας, δεν επηρεάστηκε αρνητικά μέχρι σήμερα και μπορεί να αποπληρώσει το χρέος της. Ούτε η περιουσία της μειώθηκε ούτε τα εισοδήματά της. Είναι ιατρός παθολόγος και εργάζεται σε ιδιωτική κλινική. Ο σύζυγός της είναι ξενοδοχοϋπάλληλος, ή τουλάχιστον αυτές ήταν οι δηλώσεις τους προς την Αιτήτρια, στο πλαίσιο επικαιροποίησης των στοιχείων τους. Διατηρούν κοινό στεγαστικό δάνειο, το υπόλοιπο του οποίου είναι €72.600,
  2. Το αρχικό του ποσό, το 2009, ήταν €133.000,
  3. Μετά από περίπου 11 χρόνια, έχει μειωθεί κατά το ήμισυ (Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Το δάνειο είναι πλήρως εξασφαλισμένο με υποθήκη Α. Κατά την επικαιροποίηση των στοιχείων τους, οι δανειολήπτες είχαν δηλώσει διαφορετικά ή και αυξημένα εισοδήματα σε σχέση με την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων που συμπλήρωσαν στον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας (Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Ειδικότερα, ο σύζυγος της Καθ' ης η αίτηση είχε δηλώσει πως εργάζεται σε ξενοδοχείο και το ετήσιο εισόδημά του ήταν €36.000,00, ενώ στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων αναφέρεται πως είναι άνεργος. Στη βάση αυτή, η Αιτήτρια θέτει ερώτημα, γιατί τότε δεν λαμβάνει επίδομα ανεργίας, έχοντας υπόψη και τα δεδηλωμένα προσόντα του και την εμπειρία του, καταλογίζοντας πως ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό. Η Καθ' ης η αίτηση, ως ιατρός, δεν απώλεσε την εργασία της οποτεδήποτε, και μάλιστα δήλωσε αυξημένο εισόδημα κατά €800,00 μηνιαίως, σε σχέση με το 2009, όπως φαίνεται από το «pay slip» της εργασίας της και τις εξαργυρώσεις των επιταγών της μισθοδοσίας της (Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), προκύπτοντας ότι και στην επικαιροποίηση των στοιχείων της προς την πιστώτρια δήλωσε αναλήθεια, όπως και στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων προς τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, αφενός δείχνοντας τάση απόκρυψης εισοδημάτων, αφετέρου δημιουργώντας συνθήκη που επίσης έπρεπε να διαγνώσει ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας. Δεν παρουσίαστηκαν τέτοια στοιχεία που να δείχνουν αδυναμία ή ανικανότητα αποπληρωμής. Από το έτος 2012 μέχρι το 2015 ή 2016, η Καθ' ης η αίτηση δεν είχε μείωση εισοδημάτων. Από το 2008 μέχρι σήμερα, τόσο το ακαθάριστο εισόδημά της όσο και το οικογενειακό εισόδημα έχουν αυξηθεί. Η Αιτήτρια είναι ο μόνος πιστωτής της. Η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι αφερέγγυα καθότι τα χρέη της είναι μικρότερα από την αξία των περιουσιακών της στοιχείων και υπάρχει και διαθέσιμο εισόδημα για την αποπληρωμή. Στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων αναφέρεται επίσης πως η Καθ' ης η αίτηση είναι «αυτοεργοδοτούμενη» ενώ, από τις επιταγές που κατέχει η Αιτήτρια, φαίνεται να έχει εργοδότη, το Ιατρικό Κέντρο «Ίασις». Είναι εργοδοτούμενη και μισθωτή και λαμβάνει επιπλέον εισόδημα μέσω επιταγών που εξαργυρώνει και κατ' επέκταση δεν κατατίθενται στον λογαριασμό της και δεν αποκαλύπτει. Σε κάθε περίπτωση, όπως θέτει η Αιτήτρια, το ΠΣΑ δεν την τοποθετεί στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από εκείνην στην οποία θα ήταν εάν η Καθ' ης η αίτηση είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και η περιουσία της διατίθετο σύμφωνα με τον πτωχευτικό νόμο. Το δάνειο, μέχρι πρόσφατα, πληρώνονταν κανονικά, αλλά οι δανειολήπτες σταμάτησαν την αποπληρωμή του όταν άρχισε η διαδικασία του ΠΣΑ, όχι λόγω αδυναμίας τους. Η δόση που προτείνει ο ΠΣΑ είναι μικρότερη από τη δόση που αποπλήρωνε κατά €100,
  4. Επομένως, δεν επηρεάζει ουσιαστικά ή και καθόλου την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση. Το θέμα προφανώς της Καθ' ης η αίτηση, όπως υποστηρίζει η Αιτήτρια, δεν ήταν η δόση. Υπάρχει θέμα κακοπιστίας ή κατάχρησης της διαδικασίας, κατά την Αιτήτρια, εφόσον υπήρξε αλληλογραφία αναμεταξύ τους (Τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) με την οποίαν η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζονταν λανθασμένη χρέωση τόκων, χωρίς οποτεδήποτε να τεθεί θέμα μείωσης εισοδημάτων ή απώλειας εργασίας ή ανεργίας ή αδυναμίας πληρωμής ή επηρεασμού εισοδημάτων από οικονομική κρίση. Η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται και ισχυρίζεται πως η αίτηση είναι αβάσιμη ή βασιζόμενη σε αναληθή μαρτυρία, παράτυπη και αντικανονική, κακόπιστη και καταχρηστική με προσκόμιση παραπλανητικών στοιχείων, γενική και αόριστη, και δεν νομιμοποιείται η Αιτήτρια στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής τους, και δεν δικαιολογούνται σε κάθε περίπτωση. Μεταξύ άλλων, δεν ικανοποιείται οποιοσδήποτε από τους λόγους που θέτει το άρθρο 65(α)-(ζ). Η Αιτήτρια ενήργησε με κακή πίστη ως προς την έγκριση συναινετικού ΠΣΑ, σε αντίθεση με την Καθ' ης η αίτηση που έδειξε καλή πίστη. Το ΠΣΑ που ετοιμάστηκε θέτει την Αιτήτρια στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από την οποία θα βρίσκονταν εάν η περιουσία της Καθ' ης η αίτηση διατίθετο με βάση τον πτωχευτικό νόμο. Η Καθ' ης η αίτηση ακολούθησε τη διαδικασία καλόπιστα, για να προστατευτεί η κύρια της κατοικία και να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές της υποχρεώσεις. Το ενυπόθηκο ακίνητο είναι η μοναδική και κύρια κατοικία της και δεν μπορεί να εκποιηθεί, κατ' επέκταση να υπολογιστεί. Το ΠΣΑ ετοιμάστηκε με αντικειμενικότητα, επαγγελματισμό, επιμέλεια και ευσυνειδησία από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας. Τα άρθρα 64 και 62

(6)
(7)προβλέπουν έλεγχο των οικονομικών δεδομένων τουλάχιστον κάθε 12 μήνες για τη διάρκεια 5 ετών από την εφαρμογή του ΠΣΑ, καθώς επίσης δίδει το δικαίωμα στον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας να ζητήσει την τροποποίηση του υφιστάμενου σχεδίου, εάν το θεωρήσει σκόπιμο. Το ΠΣΑ ετοιμάστηκε με βάση τα σημερινά εισοδήματα. Το διάταγμα επιβολής εκδόθηκε εφόσον πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις των άρθρων 72 και
  1. Πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου
  2. Δεν υπήρξε ανταπόκριση της Αιτήτριας στην επαλήθευση χρέους, ούτε αιτήθηκε την ακύρωσή της, με αποτέλεσμα να κωλύεται να προβάλλει σε αυτό το στάδιο διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με το ύψος του καθορισμένου χρέους. Η Καθ' ης η αίτηση, στη δική της μαρτυρία, αναφέρει πως είχε μείωση εισοδημάτων τουλάχιστον κατά 25%, εφόσον το 2012 είχε ετήσια εισοδήματα €35.136,00 ενώ κατά το 2018 τα ετήσια εισοδήματά της μειώθηκαν κατά €18.190,
  3. Όντως, είναι ιατρός και εργάζεται σε κλινική, αλλά είναι αυτοεργοδοτούμενη, οι επιταγές αφορούν ποσά υπηρεσιών της προς την κλινική και από αυτά αφαιρούνται διάφορες υποχρεώσεις, και δεν συνιστούν μισθό. Ο σύζυγός της είναι άνεργος. Το υπόλοιπο του δανείου της, όπως λέει, δεν είναι εκείνο που ισχυρίζεται η Αιτήτρια, αλλά εκείνο που υπολογίζει ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, γιατί υπήρξαν υπερχρεώσεις κατά €13.800,00, λόγω παράβασης της συμφωνίας τους. Η πεποίθησή της γι' αυτό βασίζεται, όπως αναφέρει, σε λεγόμενα του Συμβούλου Αφερεγγυότητας. Μέχρι πρόσφατα, όντως, πλήρωνε κανονικά το δάνειο, με υπερπροσπάθεια, που όμως δεν μπορούσε να συνεχίσει, γι' αυτό αποτάθηκε σε Σύμβουλο Αφερεγγγυότητας. Το μηνιαίο διαθέσιμο ποσό για δόση είναι €480,00 και έπρεπε να πληρώνει περίπου €800,00, και είναι μεγάλη η διαφορά, αλλά και πολύ σημαντική για την ίδια. Σε αυτό το στάδιο, αντιτείνει, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός της αφερεγγυότητας, εφόσον δεν ζητήθηκε με βάση τον νόμο ο παραμερισμός του Προστατευτικού Διατάγματος βάσει του άρθρου
  4. Εξάλλου, πέραν του ότι η Αιτήτρια δεν προσέβαλε την επαλήθευση, έλαβε και μέρος στη συνέλευση των πιστωτών και δεν έθεσε ούτε εκεί θέμα για το ΠΣΑ, εξ αυτών που εγείρει στην αίτησή της, περιλαμβανομένης της θέσης στην οποία βρίσκεται συγκριτικά με τη πτωχευτική διαδικασία, ούτε ζήτησε διευκρινίσεις για οποιοδήποτε θέμα. Επιχειρηματολογεί η Καθ' ης η αίτηση, στη βάση του σκοπού του νόμου, λέγοντας, μεταξύ άλλων, πως εάν αποτύχει ή τερματιστεί το ΠΣΑ, θα ευθύνεται για το ποσό του χρέους ως είχε αμέσως πριν την επιβολή του, ως εκ τούτου δεν επηρεάζονται δικαιώματα της Αιτήτριας. Απλώς δίδεται η ευκαιρία στην Καθ' ης η αίτηση να συμμετέχει στο σχέδιο αυτό και να έχει αυτή την προστασία. Όσον αφορά το Προστατευτικό Διάταγμα, κατά τη θέση της, δεν εξέπνευσε στις 40 ημέρες από την 01.02.2022, αλλά με τη λήξη της συνέλευσης πιστωτών με βάση το άρθρο 53, δηλαδή την 11.03.2022, και ακολούθως ανανεώθηκε με βάση τον νόμο, και δεν πάσχει από ακυρότητα. Διαδικασία Η ακρόαση έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς προφορική μαρτυρία. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου καθετί που αναφέρθηκε, ακόμα κι αν γίνεται αυτούσια ή ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Νομικό πλαίσιο Όπως αναφέρεται στο προοίμιο του Ν. 65(Ι)/2015, πρόκειται για νόμο που ψηφίστηκε προκειμένου να αντιμετωπισθεί η οξεία οικονομική κρίση και να επιλυθούν προβλήματα που προέκυψαν από αυτήν, με απώτερο στόχο να αποφευχθεί η κατάρρευση της οικονομίας, να προφυλαχτεί η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, και να εξασφαλιστεί η προστασία του δημοσίου συμφέροντος· ταυτόχρονα, να αποτραπεί η μετακύλιση των επιπτώσεων της κρίσης στην ευρύτερη οικονομία και κοινωνία και να προφυλαχθούν τα δικαιώματα του κοινωνικού συνόλου. Η θέσπιση δίκαιων και βιώσιμων ΠΣΑ σκοπεί στην ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων των χρεωστών και των πιστωτών, αλλά και των τρίτων, οι οποίοι πρέπει να διατηρηθούν οικονομικά ενεργοί· να τυγχάνουν βοήθειας αφερέγγυοι χρεώστες για την αντιμετώπιση των οφειλών τους, κάτω από προϋποθέσεις και με καθορισμένη διαδικασία, ώστε να αποφεύγεται η πτώχευση και να διευκολύνεται η ενεργός συμμετοχή τους στην οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, σκοπός είναι και η διασφάλιση του πυρήνα των δικαιωμάτων των πιστωτών επί των οφειλομένων από αφερέγγυους χρεώστες, στον βαθμό που οι δυνατότητες των τελευταίων το επιτρέπουν, με λογικό και οργανωμένο τρόπο, και με γνώμονα ότι, με την εφαρμογή πλαισίου προστασίας των αφερέγγυων χρεωστών, δεν θα βρίσκονται οι πιστωτές σε χειρότερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.
  5. Η υποβολή σε ΠΣΑ αποτελεί διακανονισμό αφερεγγυότητας. Για να καταστεί ο χρεώστης μέρος σε ΠΣΑ, διορίζει Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, εξουσιοδοτημένο να ασκεί το επάγγελμα δυνάμει των διατάξεων του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου του 2015, στον οποίον αποκαλύπτει ενόρκως όλα τα οικονομικά του στοιχεία. Ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας εξετάζει τις δηλώσεις του χρεώστη, και τον βοηθά να συμπληρώσει την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων του. Ο χρεώστης έχει υποχρέωση σε πλήρη και έντιμη αποκάλυψη και σε επιβεβαίωση ότι η Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων είναι αληθής, ακριβής και πλήρης. Ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, επιβεβαιώνει τα στοιχεία αυτά, καθώς και ότι ο χρεώστης πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35, και ότι είναι πολύ πιθανόν να εξακολουθήσει να είναι αφερέγγυος μέσα σε περίοδο 5 ετών. Εφόσον θεωρήσει ότι υπάρχει εύλογη προοπτική, με τη συμμετοχή του χρεώστη σε ΠΣΑ, να καταστεί φερέγγυος μέσα στην ίδια περίοδο, υποβάλλει εκ μέρους του αίτηση. Φερέγγυος σημαίνει να είναι σε θέση να αποπληρώνει τα χρέη του. Συναφώς και με τα προαναφερόμενα είναι και τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35: Ο χρεώστης πρέπει να έχει τη συνήθη του διαμονή στη Δημοκρατία, να είναι αφερέγγυος, να υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του σε ΠΣΑ θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των 5 ετών (σύμφωνα με τη δήλωση του Συμβούλου Αφερεγγυότητας), να έχει συμπληρώσει την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων και να υπέβαλε ένορκη δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει ότι είναι ακριβής και πλήρης, κ.λπ.. Καταχωρείται από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας αίτηση στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, εκ μέρους του χρεώστη, για την έκδοση Προστατευτικού Πιστοποιητικού, και εάν και όταν η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας ικανοποιείται, εκδίδει σχετικό Προστατευτικό Πιστοποιητικό. Στη συνέχεια, καταχωρεί η ίδια στο Δικαστήριο, εκ μέρους του χρεώστη, μονομερή αίτηση για έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος. Εάν και όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35 πληρούνται, όπως και οι άλλες προϋποθέσεις που σχετίζονται με την έκδοση Προστατευτικού Πιστοποιητικού, εκδίδει Προστατευτικό Διάταγμα, που ισχύει αρχικά για περίοδο 95 ημερών. Καθορισμένος πιστωτής στον οποίον έχει επιδοθεί Προστατευτικό Διάταγμα, δεν μπορεί, ενόσω αυτό βρίσκεται σε ισχύ, μεταξύ άλλων, να κινήσει ή να προωθήσει νομικές ή δικαστικές διαδικασίες ή να προβεί σε ενέργειες για ενεργοποίηση δικαιωμάτων που απορρέουν από την εξασφάλισή του σε σχέση με το καθορισμένο χρέος. Μπορεί, με βάση το άρθρο 41, να υποβάλει αίτηση για παραμερισμό του Προστατευτικού Διατάγματος, εντός 14 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης έκδοσής του, για συγκεκριμένους λόγους που προβλέπει το άρθρο 41 §
  6. Εξυπακούεται πως, εάν παρέλθει η προθεσμία των 14 ημερών, δεν μπορεί να προσβληθεί το Προστατευτικό Διάταγμα. Μετά την έκδοση του Προστατευτικού Διατάγματος, ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας καλεί τους καθορισμένους πιστωτές να επαληθεύσουν τα χρέη τους, και να του υποβάλουν παρατηρήσεις αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των χρεών στο πλαίσιο του ΠΣΑ. Μελετά τις παρατηρήσεις, και υποβάλλει πρόταση ή προτάσεις για ΠΣΑ. Υπάρχουν ορισμένες υποχρεωτικές ρυθμίσεις στο ΠΣΑ. Εάν ο χρεώστης συμφωνεί με την πρόταση και τη σύγκληση συνέλευσης πιστωτών, συγκαλείται συνέλευση καθορισμένων πιστωτών, για να εξετάσουν την πρόταση. Οποιαδήποτε πρόταση για ΠΣΑ δύναται, πριν τεθεί σε ψηφοφορία, να υπόκειται σε τροπολογίες, όταν είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση ασάφειας ή για τη διόρθωση λάθους. Εάν ένα ΠΣΑ εγκριθεί από τους πιστωτές και επικυρωθεί από το Δικαστήριο, τίθεται σε ισχύ και ισχύει μέχρι την ολοκλήρωσή του, ενώ, κατά τη διάρκεια της ισχύος του μπορεί να τροποποιηθεί ή να τερματιστεί, σύμφωνα με διαδικασίες που προβλέπει ο Νόμος. Ενόσω ισχύει, δεσμεύει τον χρεώστη και τους καθορισμένους πιστωτές, και καθορισμένος πιστωτής δεν δικαιούται, σε σχέση με καθορισμένο χρέος, μεταξύ άλλων, να ξεκινήσει ή να προωθήσει νομικές ή δικαστικές διαδικασίες εναντίον του χρεώστη ή να προβεί σε ενέργειες για άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από την εξασφάλιση που κατέχει, κ.λπ.. Σε περίπτωση που το ΠΣΑ αποτύχει ή τερματιστεί, ο χρεώστης είναι υπεύθυνος για το ποσό του χρέους ως είχε πριν επικυρωθεί το ΠΣΑ, μη συμπεριλαμβανομένου τόκου υπερημερίας του στο μεταξύ προέκυψε και οποιωνδήποτε ποσών έχουν αποπληρωθεί, εκτός εάν οι όροι του ΠΣΑ προνοούν διαφορετικά ή το Δικαστήριο έχει διατάξει διαφορετικά. Σε περίπτωση που συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ΠΣΑ, απαλλάσσεται αναφορικά με οποιοδήποτε ανεξασφάλιστο καθορισμένο χρέος που καλύπτεται, αλλά όχι από εξασφαλισμένα χρέη που καλύπτονται, εκτός εάν και στον βαθμό που αυτό προνοείται στο ΠΣΑ, ενώ, σε περίπτωση που το ΠΣΑ δεν προβλέπει την απαλλαγή του χρεώστη, ο χρεώστης συνεχίζει να καταβάλλει πληρωμές αναφορικά με το εξασφαλισμένο χρέος, σύμφωνα με τα όσα καθορίζονται στο ΠΣΑ ή στην αρχική συμφωνία με τον πιστωτή. Το άρθρο 72 προβλέπει ότι, σε περίπτωση που το ΠΣΑ απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, και εφόσον ισχύουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ο χρεώστης μπορεί να αιτείται μονομερώς στο Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος επιβολής του. Οι προϋποθέσεις έχουν ως εξής: τουλάχιστον ένας από τους πιστωτές του είναι εξασφαλισμένος πιστωτής με εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας του, στη Δημοκρατία, αγοραίας αξίας που δεν υπερβαίνει τις €350.000,00, ενώ η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας του, δεν υπερβαίνει τις €500.000,00· ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του που έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά τουλάχιστον 25% ή περισσότερο· ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας έχει υπογράψει δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει όσα συγκεκριμένα προβλέπονται. Για τους σκοπούς της διαδικασίας, τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίον ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση. Ο χρεώστης οφείλει όπως υποβάλει την αίτησή του στο Δικαστήριο καλή τη πίστει. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα επιβολής του ΠΣΑ μόνον στις περιπτώσεις που το ΠΣΑ που απορρίφθηκε θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ.5, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών. Για σκοπούς αξιολόγησης ως προς το κατά πόσο το ΠΣΑ που απορρίφθηκε έχει τέτοιο αποτέλεσμα, το Δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη την έκθεση που εκδίδει ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, καθώς και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή στοιχεία κρίνει σχετικά. Λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη για σκοπούς ενίσχυσης της δυνατότητας αποπληρωμής των χρεών του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου
  7. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα επιβολής του ΠΣΑ μόνον εάν αυτό δεν προνοεί ότι ο χρεώστης θα απωλέσει την ιδιοκτησία της κύριας κατοικίας του. Τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας, τυγχάνουν της μεταχείρισης που προβλέπει το άρθρο
  8. Για την έκδοση διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ, χρειάζεται, επίσης, να είναι σε ισχύ Προστατευτικό Διάταγμα που εκδίδεται με βάση το άρθρο 75 (που συνιστά ανανέωση του Προστατευτικού Διατάγματος που είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 39). Σε περίπτωση που καθορισμένος πιστωτής θεωρεί ότι αδικείται από την έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 75 δύναται, εντός 14 ημερών από την επίδοση ειδοποίησης για την έκδοσή του, να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για παραμερισμό του, με βάση το άρθρο
  9. Εξυπακούεται, επίσης, ότι εάν η προθεσμία αυτή παρέλθει, δεν μπορεί να προσβληθεί το Προστατευτικό Διάταγμα που εκδόθηκε βάσει του άρθρου
  10. Η αίτηση του καθορισμένου πιστωτή για παραμερισμού του Προστατευτικού Διατάγματος που εκδίδεται με βάση το άρθρο 76, επιδίδεται, βάσει του ίδιου του νόμου, στον χρεώστη, την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας του χρεώστη, και οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο με οδηγίες του Δικαστηρίου. Οι οδηγίες του Δικαστηρίου αναφέρονται σε τυχόν άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Κατά την εξέταση της αίτησης, το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα για παραμερισμό του Προστατευτικού Διατάγματος, εκτός εάν η άρνηση έκδοσης τέτοιου διατάγματος θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στον καθορισμένο πιστωτή, την οποία αυτός δεν θα είχε υποστεί διαφορετικά· και κανένας άλλος πιστωτής στον οποίον είχε δοθεί ειδοποίηση για την έκδοση προστατευτικού διατάγματος δεν θα επηρεαζόταν δυσμενώς. Ο χρεώστης, μετά την έκδοση διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ, δίδει ειδοποίηση στους καθορισμένους πιστωτές, τους εγγυητές όπου υπάρχουν, τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας και την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, και οποιοδήποτε πρόσωπο από αυτά μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος αυτού, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Σημειώνεται πως, με βάση το άρθρο 79, σε περίπτωση που κάποιος χρεώστης έχει καταφέρει να υπαχθεί σε ΠΣΑ, συναινετικό ή μη συναινετικό, και είναι "μη βιώσιμος χρεώστης", διατηρεί το δικαίωμα να απευθυνθεί στο Δικαστήριο με αίτημα, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκποίησης της κύριας κατοικίας του βάσει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, εφόσον η κύρια κατοικία αποτελεί ενυπόθηκη εξασφάλιση χρέους το οποίο αδυνατεί να εξυπηρετήσει. Σημειώνεται, επίσης, πως ο Νόμος προβλέπει ότι συνιστούν ποινικά αδικήματα η εγνωσμένη παροχή ψευδών ή παραπλανητικών ουσιωδών πληροφοριών από πρόσωπο εκ μέρους του οποίου υποβάλλεται αίτηση ή Κατάσταση Προσωπικών Στοιχείων, καθώς και η σκόπιμη μη συμμόρφωση του καθορισμένου χρεώστη που μετέχει σε ΠΣΑ με υποχρέωσή του δυνάμει του άρθρου 63
(3)ή
(6), ή η εγνωσμένη παροχή στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας πληροφοριών ουσιωδώς ψευδών ή ανακριβών, και άλλες συμπεριφορές, η ποινικοποίηση των οποίων διασφαλίζει την εφαρμογή του Νόμου. Εξέταση της αίτησης Καταρχάς, η προθεσμία για την υποβολή αίτησης για ακύρωση του διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ, ως προβλέπεται στο άρθρο 72 § 5, είναι οι 15 ημέρες από την ημερομηνία που ο αιτών ειδοποιήθηκε για την έκδοση του διατάγματος. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η πιστώτρια ειδοποιήθηκε για την έκδοση του διατάγματος την 09.05.
  1. Η 23.05.2022, όπου καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση, ήταν η 14η ημέρα, με τον υπολογισμό της προθεσμίας να εξαιρεί την ημέρα που έλαβε χώρα η ειδοποίηση (09.05.2022), σύμφωνα με το άρθρο 31(α) του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.
  2. Η αίτηση που υποβλήθηκε είναι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του παραδεκτή αίτηση για παραμερισμό του Προστατευτικού Διατάγματος που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 39 (άρθρο 41) την 29.10.2021, η ισχύς του οποίου παρατάθηκε την 24.01.2022 για περαιτέρω 40 ημέρες. Οι προθεσμίες προσβολής των εν λόγω διαταγμάτων έχουν προφανώς παρέλθει. Ομοίως, δεν έχει ενώπιον του το Δικαστήριο αίτηση για ακύρωση της επαλήθευσης που έγινε από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, δεν υπάρχει σχετικό αίτημα, αλλά και η προθεσμία για υποβολή τέτοιου αιτήματος, κατ' επέκταση για εξέταση της επαλήθευσης χρέους έχει παρέλθει. Όσον αφορά το Προστατευτικό Διάταγμα που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 75 (ανανέωση του Προστατευτικού Διατάγματος που είχε εκδοθεί με βάση το άρθρο 39) (άρθρο 76) την 26.04.2022, δεν αμφισβητείται το γεγονός πως κοινοποιήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση μαζί με το διάταγμα επιβολής του ΠΣΑ, ιδίας ημερομηνίας, την 09.05.
  3. Δεν έχει παρέλθει η προθεσμία προσβολής του εν λόγω διατάγματος, και μπορεί να προσβληθεί και προσβάλλεται με την υπό εξέταση αίτηση. Η αίτηση υποβλήθηκε από πρόσωπο που είναι καθορισμένη πιστώτρια, κατ' επέκταση που έχει ενεργητική νομιμοποίηση. Φέρει σχετική νομική βάση, που περιλαμβάνει τα άρθρα επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Είναι μια αίτηση παραδεκτή (admissible), και γι' αυτό μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της. Συνακόλουθα, δεν είναι βάσιμοι οι λόγοι ένστασης της χρεώστριας περί νομικής αβασιμότητας ή έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης ή και παρατυπίας ή αντικανονικότητας. Όσον αφορά, επίσης, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής καταχώρισης της αίτησης ή κακοπιστίας, η αίτηση δεν είναι απορριπτέα για τέτοιους λόγους. Προκύπτει, από όσα έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο, πως η Αιτήτρια απλώς ασκεί δικαίωμα που της δίδει ο Νόμος, εκφράζοντας γνήσια τις θέσεις της σε σχέση με τα δεδομένα που προσφέρθηκαν από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση για τους σκοπούς του ΠΣΑ και της επιβολής του. Εξετάζοντας πρώτα απ' όλα το ζήτημα κατά πόσον μπορούσε να εκδοθεί Προστατευτικό Διάταγμα βάσει του άρθρου 75 την 26.04.2022, σε συνάρτηση με την ισχύ του Προστατευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 29.10.2021, ή εάν συντρέχει λόγος ακυρότητας, να λεχθεί ότι, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 72 § 1 χρειάζεται να είναι σε ισχύ Προστατευτικό Διάταγμα με βάση το άρθρο 75, για να εκδοθεί διάταγμα επιβολής ΠΣΑ. Το ζήτημα, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι αυτό, καθότι υπήρχε διάταγμα που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 75, όταν εκδόθηκε το διάταγμα επιβολής, εφόσον το Δικαστήριο επιλήφθηκε πρώτα της αίτησης για ανανέωση του Προστατευτικού Διατάγματος, το εξέδωσε, και μετά επιλήφθηκε της αίτησης για επιβολή του ΠΣΑ. Αυτό φαίνεται τουλάχιστον από τη σειρά των εγγράφων στον φάκελο της διαδικασίας. Το άρθρο 75 § 1, ως είναι διατυπωμένο, δίδει τη δυνατότητα ανανέωσης της ισχύος του ήδη υφιστάμενου Προστατευτικού Διατάγματος που είχε εκδοθεί με βάση το άρθρο 39, όπου είναι απαραίτητο. Εάν είναι απαραίτητο ή όχι, συναρτάται με την ισχύ του υφιστάμενου Προστατευτικού Διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 39 και τα αποτελέσματά του, ως αυτά προβλέπονται στο άρθρο
  4. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να μην χρειάζεται τέτοια ανανέωση, γιατί είναι ήδη σε ισχύ το ήδη υφιστάμενο Προστατευτικό Διάταγμα. Με τη συνανάγνωση και του άρθρου 39 § 7Α, που αναφέρεται και σε γεγονός λήξης, δεν αποκλείεται η παράταση της ισχύος και η ανανέωση ενός Προστατευτικού Διατάγματος που έχει ήδη λήξει, μόνον γι' αυτό τον λόγο. Συγκεντρώνοντας τα προαναφερόμενα, εάν υφίσταται σε ισχύ ήδη Προστατευτικό Διάταγμα και πληρείται η επιφύλαξη του άρθρου 72 § 1, δεν υπάρχει ενδεχομένως λόγος να ανανεωθεί το Προστατευτικό Διάταγμα, για σκοπούς επιβολής, και μέχρι να επιβληθεί το ΠΣΑ, εάν έχει ήδη εκπνεύσει η περίοδος ισχύος του Προστατευτικού Διατάγματος, τότε θα πρέπει να ανανεωθεί πριν από την εξέταση της αίτησης για έκδοση διατάγματος επιβολής. Δεν συντρέχει λόγος ακυρότητας του Προστατευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 26.04.2022, σχετικός με τον χρόνο που ανανεώθηκε, μετά τη λήξη του. Σε αυτή τη διαδικασία, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν ανατρέχει στα κριτήρια επιλεξιμότητας της Καθ' ης η αίτηση με βάση το άρθρο 35, που πρέπει να συντρέχουν για την υποβολή πρότασης για ΠΣΑ, τα οποία έχουν εξεταστεί ήδη σε όλα τα στάδια της διαδικασίας μέχρι και την έκδοση του Προστατευτικού Διατάγματος με βάση το άρθρο 39 §
  5. Επανεξετάζει, υπό το φως όσων παραθέτει ο καθορισμένος πιστωτής, που απορρίπτει την ήδη υποβληθείσα πρόταση για ΠΣΑ, τη συνδρομή των προϋποθέσεων που θα πρέπει να συντρέξουν για την επιβολή του. Στον βαθμό που τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35 ή κάποια εξ αυτών συνεχίζουν να απασχολούν και τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 72, είτε δια της δήλωσης του Συμβούλου Αφερεγγυότητας που πρέπει να προσκομίζεται ή δια της αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 65(δ) με βάση το άρθρο 77 ή επειδή πρέπει να υφίστανται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, είτε και δια άλλων κριτηρίων επιλεξιμότητας όπως αυτού της περίπτωσης του άρθρου 72 § 1 (ε), τότε, και έτσι, δυνατόν να απασχολούν και τη διαδικασία παραμερισμού του διατάγματος επιβολής· λαμβανομένης υπόψη, όπου προκύπτει ως επιβεβλημένη με βάση τη λογική ανάγκη, τυχόν μη αμφισβήτησής τους σε κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας. Δηλαδή, εάν δεν προσβλήθηκε το Προστατευτικό Διάταγμα που εξ αρχής εκδόθηκε για να υποβληθεί πρόταση για ΠΣΑ, με επιχείρημα ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι αφερέγγυα, όπως η ίδια υποστηρίζει, ή για άλλον λόγο, και η διαδικασία προχώρησε, έγινε εργασία υπό τη δικαστική προστασία, και υποβλήθηκε η πρόταση για ΠΣΑ, απλώς επειδή δεν ικανοποιεί η συγκεκριμένη πρόταση ΠΣΑ, δεν παλινδρομεί η διαδικασία στο εάν η Καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα ή όχι. Κάτι τέτοιο, όπως είναι ευλόγως αντιληπτό, οδηγεί σε μια κατάσταση όπου δεν μπορεί να θεωρηθεί πως εφαρμόζεται ορθά η νομοθεσία. Εάν, από την άλλη, διαφανεί εκ των υστέρων η μη πλήρωση των κριτηρίων επιλεξιμότητας, που εξ αρχής έπρεπε να πληρούνται (λ.χ. λέχθηκαν αναλήθειες σε σχέση με τον τόπο διαμονής ή τη φερεγγυότητα, κ.λπ.), που δεν μπορούσε να είναι γνωστή σε προγενέστερο χρόνο, δεν θα απαγορευθεί στο Δικαστήριο να παρέμβει ή το αποτέλεσμα δεν είναι να επιβληθεί ένα ΠΣΑ χωρίς να ικανοποιούνται τα αρχικά κριτήρια επιλεξιμότητας για υποβολή πρότασης ΠΣΑ. Το ζητούμενο είναι ένδικα μέσα που δεν ασκήθηκαν και προχώρησε η διαδικασία υποβολής πρότασης για ΠΣΑ να μην συγκεντρώνονται στην άσκηση αυτού του ένδικου μέσου, εν τέλει λειτουργώντας καταργητικά ως προς τον σκοπό ύπαρξής τους στον νόμο. Υπάρχει τουλάχιστον ένας εξασφαλισμένος πιστωτής, η Αιτήτρια, που κατέχει εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας της Καθ' ης η αίτηση, η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία. Συναφώς, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2, «κύρια κατοικία» σημαίνει την ιδιόκτητη κατοικία που χρησιμοποιείται για τη διαμονή του χρεώστη και των μελών της οικογένειάς του και «ιδιόκτητη κατοικία» σημαίνει την κατοικία σε σχέση με την οποία ο χρεώστης είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης αυτής ή αγοραστής που έχει κατατεθειμένη σύμβαση πώλησης, ή μισθωτής σε χρηματοδοτική μίσθωση και διαμένει σε αυτήν για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών κατά έτος. Δεν υπάρχει προϋπόθεση όπως η ιδιοκτησία ή η αγορά ή η μίσθωση αφορούν στο όλο μερίδιο του ακινήτου που χρησιμοποιείται ως η κατοικία, ούτε εάν αφορά στο ½ ή άλλο μέρος αυτής αποχαρακτηρίζεται. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι η αγοραία αξία της κύριας κατοικίας της Καθ' ης η αίτηση που είναι εξασφαλισμένη δεν υπερβαίνει τις €350.000,00, και ότι η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας της, δεν υπερβαίνει τις €500.000,
  6. Το άρθρο 74 προβλέπει για τη μεταχείριση περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας του. Η πώληση της κύριας κατοικία της Καθ' ης η αίτηση δεν θα μπορούσε να περιληφθεί σε ΠΣΑ. Η πρόταση ΠΣΑ που είχε διαμορφωθεί, και εν τέλει επιβληθεί, δεν απαιτεί από την Καθ' ης η αίτηση να διαθέσει το συμφέρον της στην κύρια κατοικία της ή να παύσει να διαμένει σε αυτήν. Εάν ήταν λογικά εφικτό να περιληφθεί η κύρια κατοικία της Καθ' ης η αίτηση στο ΠΣΑ, ως μια συμφέρουσα επιλογή, λαμβάνοντας υπόψη και τις δυνατότητες που προβλέπει το άρθρο 50 § 2, θα γίνονταν ανάλογη διεργασία. Το άρθρο 50 δεν απαιτεί να περιλαμβάνεται οπωσδήποτε σε κάθε ΠΣΑ, ως προαιρετική επιλογή, η μεταχείριση της κύριας κατοικίας, τιθέμενη συγκριτικά έναντι στο κόστος διατήρησης της κυριότητας ή της κατοχής της ή συντήρησής της. Το γεγονός ότι δεν διαμορφώθηκε τέτοια πρόταση ή ότι ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας δεν κατέληξε βασικά σε άποψη ως η παράγραφος
(3)(β), αλλά εξ αρχής αποκλείστηκε προς το παρόν οποιαδήποτε μεταχείριση της κύριας κατοικίας της Καθ' ης η αίτηση στο ΠΣΑ, σε συνάρτηση με την παράλληλα τιθέμενη δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση να πληρώνει στην Αιτήτρια, που είναι ο μοναδικός καθορισμένος πιστωτής της, ποσό €330,00 για τους πρώτους 12 μήνες και €480,00 για τους επόμενους μήνες μέχρι τη λήξη του ΠΣΑ (60 μήνες), δεν δίδει παράβαση του άρθρου 50, ούτε ένδειξη μη βιωσιμότητας του ΠΣΑ. Η τελευταία κρίνεται μέσα στο χρονικό πλαίσιο της ισχύος του ΠΣΑ. Γενικά, έχουν περιληφθεί στο ΠΣΑ που επιβλήθηκε όλες οι υποχρεωτικές πρόνοιες του Νόμου. Δεν χρειάζονταν να προβλεφθεί οπωσδήποτε η μεταχείριση της κύριας κατοικίας, με πώληση ή άλλως πώς, για να είναι βιώσιμο. Για την προϋπόθεση του άρθρου 73 § 1, όπως το ΠΣΑ που απορρίφθηκε από τους πιστωτές είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ.5, που δεν είναι η μόνη προϋπόθεση αν και από τις βασικότερες, η προσέγγιση δεν είναι πως το Κεφ.5 εφαρμόζεται μόνον όσον αφορά τους μη εξασφαλισμένους πιστωτές, άρα ότι η Αιτήτρια θα μπορούσε να κάνει άμεση χρήση της εξασφάλισής της, και γι' αυτό η ίδια θα ήταν σε «καλύτερη» θέση, εάν η Καθ' ης η αίτηση πτώχευε. Εάν η Καθ' ης η αίτηση πτώχευε, η Αιτήτρια, ως δείχνουν τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν θα λάμβανε από την πτωχευτική περιουσία, ως μη εξασφαλισμένη πιστώτρια, περισσότερα από όσα στο πλαίσιο του ΠΣΑ. Ασχέτως της ύπαρξης της εξασφάλισής της. Εκείνη δεν επηρεάζεται ούτε από την εφαρμογή κάποιου ΠΣΑ, και εξακολουθεί να υφίσταται και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, εάν δεν επιτύχει ή εάν τερματιστεί το ΠΣΑ. Τούτο είναι το σημείο αναφοράς, τουλάχιστον στο πλαίσιο του Ν. 65(Ι)/2015, για τον προσδιορισμό της θέσης της Αιτήτριας, εάν είναι ίδια ή καλύτερη (προσδιορισμός που συναρτάται με την ρητή έκφραση του νομοθέτη: «εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχείων που δεν διατίθενται»): η Αιτήτρια ως πιστώτρια που πρέπει να εξυπηρετηθεί από την περιουσία της Καθ' ης η αίτηση με τη σταδιακή αποπληρωμή των καθορισμένων χρεών (ως σε υγιή σύμβαση δανείου), συγκριτικά με την Αιτήτρια ως μη εξασφαλισμένη πιστώτρια που πρέπει να ικανοποιηθεί από τη πτωχευτική περιουσία· όχι η Αιτήτρια ως εξασφαλισμένη πιστώτρια που μπορεί να περιοριστεί στην εμπράγματη εξασφάλισή της που θα ρευστοποιήσει άμεσα. Η Αιτήτρια, σε ΠΣΑ, λαμβάνει μηνιαία εισοδήματα και διατηρεί πρόσθετα την εξασφάλισή της, την οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει μετά τη λήξη ή τον τερματισμό ή την αποτυχία του ΠΣΑ. Η Αιτήτρια, σε πτωχευτική διαδικασία, μπορεί θεωρητικά να εκποιήσει την εξασφάλισή της (εφόσον όμως αφορά σε πρώτη κατοικία, ενδεχομένως να μην είναι εύκολο), περιοριζόμενη σε αυτήν, χωρίς οτιδήποτε άλλο. Η πρώτη είναι μια «καλύτερη» θέση· με τους φακούς του Ν. 65(Ι)/2015 πάντοτε. Προφανώς, για κάθε πιστωτή, εκτός του πλαισίου του Ν. 65(Ι)/2015, που βιώνει ήδη την καθυστέρηση στην αποπληρωμή του χρέους και τα συνεπακόλουθά της, είναι οικονομικά ή και εμπορικά καλύτερη θέση αυτή στην οποία μπορεί χρονικά άμεσα να ρευστοποιεί και να εισπράττει τις εμπράγματες εξασφαλίσεις του, χωρίς να υπεισέρχονται κοινωνικοί ή άλλοι ανασταλτικοί παράγοντες ή δεύτερες ευκαιρίες, κ.λπ.. Εκείνη δεν είναι ερμηνεία που αποδίδει και το νόημα της συγκεκριμένης προϋπόθεσης του άρθρου 73 § 1, στο πλαίσιο των αναδιαρθρωτικών και εξισορροπητικών σκοπών του οποίου ο χρόνος, που προκαλεί και την ειδοποιό διαφορά στις εκατέρωθεν ερμηνευτικές προσεγγίσεις, ρυθμίζεται δια των χρονικών ορίων των ΠΣΑ σε συνάρτηση με την ανάγκη της εξυπηρέτησης ή και του εξαναγκασμού της ανάγκης εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων έναντι στον πιστωτή ως σε υγιή δανειακή σύμβαση, και της μη καταφυγής στην - εύκολη για τον πιστωτή αλλά δυσμενή για τον χρεώστη - λύση της άμεσης εκποίησης. Η αξιολόγηση, εν προκειμένω, ότι το ΠΣΑ που απορρίφθηκε έχει τέτοιο αποτέλεσμα, υποστηρίζονταν και από την έκθεση που εξέδωσε ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, όπως και από τα έγγραφα που είχε ενώπιον του Δικαστήριο, και τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η αίτηση, έχοντας υπόψη και τις διατάξεις του άρθρου
  1. Το μόνο σημείο που εντοπίζει το Δικαστήριο ως πρόβλημα με την αίτηση της Καθ' ης η αίτηση για επιβολή του ΠΣΑ, κατ' επέκταση με το διάταγμα επιβολής του είναι το εξής: Η Αιτήτρια αμφισβητεί, στην αίτησή της, ότι η Καθ' ης η αίτηση αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη της λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής της κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός της κατά τουλάχιστον 25%. Υπάρχει εκ του νόμου τεκμήριο, όπως έχει προαναφερθεί, ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα του χρεώστη, από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου, οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση. Για να λειτουργήσει το τεκμήριο αυτό, θα πρέπει να αποδεικνύεται το γεγονός της μείωσης. Η Καθ' ης η αίτηση, κατά την έκδοση του διατάγματος επιβολής, για να αποδείξει αυτό το γεγονός, εκ των προϋποθέσεων έκδοσης του διατάγματος, ανέφερε στο Δικαστήριο πως το έτος 2012 είχε ετήσια εισοδήματα €35.136,00 και το 2018 τα ετήσια της εισοδήματα μειώθηκαν σε €18.190,00, δηλώνοντας μείωση πέραν του 25%. Προσκόμισε, για τον σκοπό αυτό, δέσμη καταστάσεων των κοινωνικών ασφαλίσεων. Σε αυτή τη δέσμη, οι αποδοχές της Καθ' ης η αίτηση από τον αναγραφόμενο εργοδότη «Ευαγγελισμός Διαχειριστική Λίμιτεδ» για το έτος 2012 φαίνονται €35.136,
  2. Το 2013, η Καθ' ης η αίτηση είχε αποδοχές από τον εργοδότη «Μινε Διαχειριστική Λίμιτεδ» €18.550,00 και από τον εργοδότη «Ευαγγελισμός Διαχειριστική Λίμιτεδ» ακόμα €11.188,00, σύνολο €29.738,
  3. Το 2014, είχε αποδοχές από τον εργοδότη «Μινε Διαχειριστική Λίμιτεδ» €29.200,
  4. Το 2015, που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.65(Ι)/2015, είχε αποδοχές από τον εργοδότη «Μινε Διαχειριστική Λίμιτεδ» €30.000,
  5. Η μείωση των αποδοχών της (μετά από την αύξησή τους το έτος 2012) κατά €5.135,00, από το 2012 μέχρι το 2015 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.65(Ι)/2015 δεν δίδει 25%. Το ποσό €18.190,00 δεν λήφθηκε από αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου κατά εργοδότη όπως τα προαναφερόμενα ποσά, αλλά από κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού, στην οποία αναφέρονται και ασφαλιστέες αποδοχές μισθωτού προσώπου και ασφαλιστέες αποδοχές αυτοτελώς εργαζόμενου προσώπου. Αποδοχές αυτοτελώς εργαζόμενου προσώπου δεν προσκομίστηκαν για τα προηγούμενα χρόνια. Πριν από το 2009, οι ασφαλιστέες αποδοχές της Καθ' ης η αίτηση από εργοδότες δεν ξεπερνούσαν τις €18.000,
  6. Με βάση τα δεδομένα αυτά, δεν αποδεικνύεται μείωση στα εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση που να εμπίπτει στο πλαίσιο εφαρμογής των σκοπών του Ν.65(Ι)/
  7. Όσον αφορά την καλοπιστία της Καθ' ης η αίτηση, που επίσης αμφισβητείται από την Αιτήτρια, σχετίζεται με την προσπάθειά της να καταδείξει αδυναμία πληρωμής οφειλόμενη στην οικονομική κρίση, χωρίς πράγματι να υφίσταται. Είναι κατανοητό πως η Καθ' ης η αίτηση θέλησε απλώς να μειωθεί η δόση του δανείου της, για να είναι πιο άνετη να κινείται αλλά και να αποταμιεύει, και παράλληλα να μην κινδυνεύει με τυχόν εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η επιστολογραφία που παρουσίασε η Αιτήτρια δείχνει πως η διαδικασία του ΠΣΑ χρησιμοποιήθηκε με τρόπο προς επίτευξη ενός διαφορετικού αποτελέσματος από αυτό που επιχειρεί να διασφαλίσει ο Ν.65(Ι)/
  8. Το ΠΣΑ δεν είναι εργαλείο επιχειρηματικής μείωσης δανειακών υποχρεώσεων γενικά, που μπορεί να προβάλλεται ως τέτοιο, στη βάση θέσεων που απασχολούν συνήθως διαφορές ουσίας, όπως εάν πρέπει να εφαρμόζεται ως επιτόκιο αναφοράς άλλο από το καθορισμένο στην πιστωτική συμφωνία (κάποιο από τα επιτόκια της ΕΚΤ) ή εάν υπάρχουν ρήτρες που θα μπορούσαν να κηρυχθούν άκυρες ως καταχρηστικές, κ.λπ.. Η όλη στάση της Καθ' ης η αίτηση, ως φαίνεται να ωθήθηκε από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, και όπως ξεκάθαρα αναδείχθηκε μέσα από την ακρόαση της Αιτήτριας σε αυτό το στάδιο, είναι πως χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία του ΠΣΑ για να επιβληθούν θέσεις της Καθ' ης η αίτηση σχετικά με το περιεχόμενο της δανειακής σύμβασης, στον βαθμό που επενεργούν στο ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, που πληρώνεται κανονικά, χωρίς δίκη ουσίας, μα και χωρίς ακρόαση της Αιτήτριας, εφόσον οι διαδικασίες στον Ν.65(Ι)/2015 κινούνται σε πρώτη φάση μονομερώς. Η κατάχρηση του Ν.65(Ι)/2015, κατά τρόπο ώστε να λειτουργεί βλαπτικά για τον καθορισμένο πιστωτή, είναι αντίθετη στον ίδιο τον Ν.65(Ι)/
  9. Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα, το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει πως θα πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, να παρέμβει για να ακυρωθεί το διάταγμα επιβολής του ΠΣΑ, που εκδόθηκε την 26.04.
  10. Παρέλκει έτσι η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Κατάληξη Έχοντας επανεξετάσει τις προϋποθέσεις επιβολής του ΠΣΑ, υπό το φως όσων ανέφερε η Αιτήτρια δια της αίτησής της, το διάταγμα επιβολής ημερομηνίας 24.06.2022 ακυρώνεται, και η αίτηση για την επιβολή του ΠΣΑ απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα αυτό και το Προστατευτικό Διάταγμα ημερομηνίας 24.06.2022, που εκδόθηκε προκειμένου να υποβληθεί αίτηση για την επιβολή του ΠΣΑ, ακυρώνεται, και παύει στο εξής να ισχύει. Όσον αφορά τα έξοδα, ακολουθείται η αρχή που ο Νόμος προτιμά και στην περίπτωση αίτησης για παραμερισμό Προστατευτικού Διατάγματος (άρθρο 41 § 5), ότι κάθε πλευρά επιβαρύνεται τα έξοδά της. Αυτή η αρχή εξηγείται με τη λογική ότι ο χρεώστης κινείται μονομερώς και ο καθορισμένος πιστωτής, για να ακουστεί, πρέπει να αιτηθεί, παραμερισμό στη μια περίπτωση, ακύρωση στην άλλη. Η εφαρμογή της αρχής αυτής και στην περίπτωση της αίτησης ακύρωσης βάσει του άρθρου 72 § 5 δεν θα προκαλούσε σοβαρή αδικία εις βάρος της Καθ' ης η αίτηση. Ως εκ των ανωτέρω, κάθε πλευρά τα έξοδά της. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η αναφορά από την Αιτήτρια της ημερομηνίας 20.04.2022 είναι λανθασμένη, με βάση τα στοιχεία του φακέλου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.