← Κύπρος

ΕΥΘΥΜΙΑ ΦΕΙΔΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αγωγή αρ. 728/2015, 25/8/2023

ΕΥΘΥΜΙΑ ΦΕΙΔΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αγωγή αρ. 728/2015, 25/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 728/2015

  1. ΕΥΘΥΜΙΑ ΦΕΙΔΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. ΕΛΕΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
  3. ΑΝΤΡΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
  4. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΝΑΡΗ Ενάγοντες ν.
  5. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ
  6. ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 25 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Επ. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 1: Στ. Μένταλης για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2: Φρ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Ο Φειδίας Κανάρη απεβίωσε την 03.05.2012 σε ηλικία άνω των 70 ετών. Κατά τη θέση των Εναγόντων, δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας και είχε την ικανότητα να ασκεί γεωργικές εργασίες και να λαμβάνει εισοδήματα πέραν των €15.000,00 ετησίως. Από αυτά, όπως θέτουν, συντηρούσε την άρρωστη σύζυγό του, Ενάγουσα 1, και τον υιό τους, Ενάγοντα
  7. Οι Ενάγοντες καταλογίζουν την ευθύνη για τον θάνατό του στους Εναγόμενους. Η βάση της αγωγής τους είναι η αμέλεια. Ζητούν αποζημιώσεις λόγω απώλειας (bereavement). Οι Ενάγοντες 1 και 4 ζητούν επιπλέον αποζημιώσεις λόγω απώλειας εξάρτησης (loss of dependency). Όλοι οι Ενάγοντες ζητούν επιπλέον γενικές αποζημιώσεις για τη ψυχική αναστάτωση που τους προκάλεσε ο τρόπος του θανάτου του αποβιώσαντος και οι ενέργειες των Εναγόμενων. Ζητούν και τιμωρητικές αποζημιώσεις γιατί η συμπεριφορά των Εναγόμενων, όπως εκθέτουν, εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ανθρώπινη ζωή και για την ανάγκη των οικείων του αποβιώσαντος να γνωρίζουν την αλήθεια. Ειδικότερα, η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων ως προς τα γεγονότα είναι η εξής: Την 03.05.2012, στη λεωφόρο Χρυσορρογιατίσσης, στο χωριό Αμαργέτη της Επαρχίας Πάφου, ο Εναγόμενος 1 επιτέθηκε στον αποβιώσαντα και τον τραυμάτισε με το αυτοκίνητό του ή με τρόπο που είναι μόνο στη γνώση του Εναγόμενου 1, αφήνοντάς τον ή τοποθετώντας τον επί του δρόμου τραυματισμένο και παραλείποντας να τον μετακινήσει. Ήταν προβλεπτό πως διερχόμενο αυτοκίνητο θα μπορούσε να τον κτυπήσει και εν τέλει να τον τραυματίσει θανάσιμα. Η Εναγόμενη 2, οδηγώντας το αυτοκίνητό της στον ίδιο δρόμο, με αδιαφορία, κατόπιν προτροπής του Εναγόμενου 1 που εκείνη αποδέχθηκε, ενώ αντιλήφθηκε πως είχε κτυπήσει σε σώμα (που όμως ήταν ο αποβιώσας), παρέλειψε να ελέγξει σε τι κτύπησε, κατ' επέκταση να προσφέρει βοήθεια στον τραυματισμένο άνθρωπο, και τραυματίζοντάς τον περαιτέρω, προκλήθηκε ο θάνατός του. Ακολούθως, οι Εναγόμενοι επιχείρησαν να συγκαλύψουν τις ευθύνες τους, εγκατέλειψαν τη σκηνή, παραλείποντας να βοηθήσουν τον αποβιώσαντα και αδιαφορώντας για την κατάστασή του. Αργότερα, απέκρυψαν και από τις ανακριτικές αρχές τα πραγματικά γεγονότα. Είναι η θέση των Εναγόντων πως, ενώ οι Εναγόμενοι γνωρίζουν τα ακριβή γεγονότα της υπόθεσης, φρόντισαν να τα αποκρύψουν ή να τα παραποιήσουν, αποστερώντας από τους Ενάγοντες τη δυνατότητα να πληροφορηθούν με ακρίβεια τις συνθήκες θανάτου του αποβιώσαντος οικείου τους. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων, δεχόμενος μόνον ότι την 03.05.2012 επήλθε ο θάνατος του αποβιώσαντος, συζύγου και πατέρα των Εναγόντων. Κτυπήθηκε θανάσιμα, όπως λέει, από το όχημα της Εναγόμενης 2 και ο ίδιος δεν σχετίζεται με τον θάνατό του. Την 03.05.2012, είχε έντονη λογομαχία με τον αποβιώσαντα λόγω οικονομικών διαφορών που προέκυψαν σχετικά με την επιδιόρθωση του οχήματος του αποβιώσαντος από τον Εναγόμενο
  8. Ο Εναγόμενος 1 εισήλθε στο αυτοκίνητό του που ήταν σταματημένο, για να αποχωρήσει. Ο αποβιώσας τον πλησίασε με βίαιο ή επιθετικό τρόπο, κρατώντας το αυτοκίνητο του Εναγόμενου 1, στο σημείο του παραθύρου της δεξιάς μπροστινής πόρτας του οδηγού, προκειμένου να παρεμποδίσει την αποχώρηση του Εναγόμενου
  9. Ο Εναγόμενος 1, παρά την παρεμπόδιση από τον αποβιώσαντα, κατάφερε να οδηγήσει το αυτοκίνητό του για μικρή απόσταση. Η Εναγόμενη 2 που οδηγούσε το δικό της όχημα στον ίδιο δρόμο χτύπησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον αποβιώσαντα, ο οποίος εισήλθε απότομα στην πορεία της. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια του αποβιώσαντος ή και της Εναγόμενης
  10. Ο αποβιώσας, όπως εκθέτει, περιφέρθηκε στον δρόμο ή υπό συνθήκες που τον έθεσαν σε κίνδυνο, παρέλειψε να αντιληφθεί το όχημα της Εναγόμενης 2 έγκαιρα, εισήλθε απότομα στην πορεία της και έπεσε επί του οχήματός της με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 2 να τον κτυπήσει, να καταπέσει στον δρόμο και να παρασυρθεί· παρέλειψε να λάβει υπόψη του τους χρήστες του δρόμου, να τον εποπτεύσει δεόντως, προκάλεσε τη σύγκρουση με το όχημα της Εναγόμενης 2 και γενικά φέρθηκε απερίσκεπτα και επιπόλαια. Η Εναγόμενη 2 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα μέσα στη νύκτα και με ελαττωματικά ή χαμηλά φώτα και παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα ή καθόλου τον πεζό αποβιώσαντα πριν να συγκρουστεί με το όχημά της, να εποπτεύσει δεόντως τον δρόμο, να ελαττώσει ταχύτητα ή να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματός της έγκαιρα ή καθόλου ή να ελιχθεί κατάλληλα· οδηγούσε αμελώς και προκάλεσε τη σύγκρουση του οχήματός της με τον αποβιώσαντα. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως ο ίδιος δεν γνώριζε για τη σύγκρουση της Εναγόμενης 2 με τον αποβιώσαντα. Δεν αποδέχεται οποιουσδήποτε άλλους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ζητά την απόρριψη της αγωγής τους εναντίον του. Η Εναγόμενη 2, με το δικόγραφό της, ως τροποποιήθηκε, εγείρει προδικαστικά θέμα ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να την ενάγουν υπό την προσωπική τους ιδιότητα και χωρίς συνένωση του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος. Έπειτα, αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων και ισχυρίζεται πως ο θανάσιμος τραυματισμός του αποβιώσαντος οφείλεται στην αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια του αποβιώσαντος ή και του Εναγόμενου
  11. Ο αποβιώσας βρίσκονταν στον δρόμο υπό συνθήκες ή με συμπεριφορά που εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει και παρέλειψε να λάβει υπόψη του τους χρήστες του δρόμου και να τον εποπτεύσει δεόντως, φερόμενος απερίσκεπτα και επιπόλαια. Ο Εναγόμενος 1 επιτέθηκε στον αποβιώσαντα και τον άφησε ή τον μετέφερε τραυματισμένο στον δρόμο, εκθέτοντας τη ζωή του σε θανάσιμο κίνδυνο, παρέλειψε να του προσφέρει βοήθεια ή να τον μετακινήσει ή να λάβει άλλο μέτρο προστασίας και τον άφησε τραυματισμένο στον δρόμο και εκτεθειμένο στον κίνδυνο, αδιαφορώντας για τον τραυματισμό ή τον θάνατό του ή και επιδιώκοντάς τον ή και προκαλώντας τον. Ζητά και η Εναγόμενη 2 την απόρριψη της αγωγής των Εναγόντων εναντίον της. Οι Ενάγοντες, με απαντητικά δικόγραφα, εμμένουν στη δική τους εκδοχή. Ανταλλαγή δικογράφων έγινε και μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της Εναγόμενης 2, στη βάση των ίδιων ισχυρισμών, προς υποστήριξη της αξίωσης του Εναγόμενου 1 για αποζημίωση ή συνεισφορά από την Εναγόμενη 2, την οποία η Εναγόμενη 2 αρνείται, διατηρώντας τη δική της εκδοχή και ανταπαιτώντας όμοια εναντίον του Εναγόμενου 1, ο οποίος, επίσης, διατηρεί τη δική του εκδοχή. Με βάση το σύνολο της δικογραφίας, το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει εάν για τον θάνατο του αποβιώσαντος φέρει ευθύνη οποιοσδήποτε εκ των Εναγόμενων 1 και 2 ή και οι δύο, στη βάση της αμέλειας, το ποσοστό τέτοιας ευθύνης, τη ζημιά των Εναγόντων, την αιτιώδη συνάφειά της και εάν οι Ενάγοντες δικαιούνται στις θεραπείες που ζητούν. Διαδικασία Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 και η απαίτηση αναμεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2 συνεκδικάστηκαν. Προσκομίστηκε μαρτυρία μόνο από την Ενάγουσα 2 (ΜΕ1), η οποία αντεξετάστηκε από τους δικηγόρους των Εναγόμενων 1 και
  12. Η πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2 δεν προσκόμισε μαρτυρία. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της δίκης που τηρήθηκαν. Έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη από τη δέσμη εγγράφων Β (μέρος του ανακριτικού φακέλου) και τα Τεκμήρια 1 έως 4, είναι στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των Εναγόντων και των Εναγόμενων αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων της κάθε πλευράς. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής μνεία. Παραδεκτό αγωγής Σύμφωνα με το άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, η αγωγή, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αστικό αδίκημα, προς όφελος των εξαρτώμενων, εγείρεται από και στo όvoμα τoυ εκτελεστή ή τoυ διαχειριστή τoυ απoβιώσαvτoς. Εάν, όμως, δεv υπάρχει εκτελεστής ή διαχειριστής τoυ απoβιώσαvτoς ή (εάν υπάρχει και) δεv εγερθεί αγωγή εvτός δώδεκα μηvώv από τoν θάvατo τoυ απoβιώσαvτoς από και στo όvoμα τoυ εκτελεστή ή διαχειριστή τoυ απoβιώσαvτoς, τότε η αγωγή δύvαται vα εγερθεί από και στo όvoμα όλωv ή oπoιoυδήπoτε από τα πρόσωπα πρoς όφελoς τωv oπoίωv o εκτελεστής ή o διαχειριστής θα μπoρoύσε vα εγείρει αυτήν. Δεv εγείρεται πέραν της μιας αγωγής για τov ίδιo θάvατo. Η αγωγή εγείρεται εντός τριών ετών από τον θάνατο του αποβιώσαντος. Ο θάνατος του αποβιώσαντος, ως συνομολογείται, ήταν την 03.05.
  13. Η αγωγή για το αστικό αδίκημα της αμέλειας κινήθηκε την 30.04.2015, δηλαδή εντός τριών ετών, προσωπικά από τη σύζυγο και τα τέκνα του, ιδιότητες που δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν υπάρχει εκτελεστής ή διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος και δεν εγέρθηκε τέτοια αγωγή από εκτελεστή ή διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4 που κατατέθηκε εκ συμφώνου. Κρίνεται πως η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά και κατ' επέκταση πως το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με την εξέτασή της. Μαρτυρία Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη ή αμφισβητείται, την αξιολογεί για να βρει εάν ή ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί και να προβεί στα ευρήματά του και βάσει αυτών να αποφασίσει τη διαφορά. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπου χρειάζεται, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Για ορισμένα ζητήματα, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται να χρειάζεται μαρτυρία ειδικής γνώμης, εάν αυτά βρίσκονται έξω από το πεδίο της κοινής γνώσης και εμπειρίας. Εμπειρογνώμονας που διαθέτει κατάλληλα προσόντα μπορεί να εκφέρει γνώμη γι' αυτά, ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο ως προς την κρίση του. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης και άλλα, έχοντας υπόψη πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[3]. Η ΜΕ1 ανέφερε πως εξασφάλισε έγγραφα από τον ανακριτικό φάκελο που τηρήθηκε στην Αστυνομία σε σχέση με τον θάνατο του πατέρα της, τα οποία προσκόμισε στο Δικαστήριο (δέσμη εγγράφων Β): την αστυνομική έκθεση που περιέχει και το σχεδιάγραμμα του δυστυχήματος (Βα)· την κατάθεση του Αστ.1142 που ετοίμασε την αστυνομική έκθεση και το σχεδιάγραμμα του δυστυχήματος (Ββ)· την κατάθεση του Υπαστυνόμου Κ. (Βγ)· την κατάθεση του Υπαστυνόμου Ψ. (Βδ)· την κατάθεση του Αστ.2350 (Βε)· την κατάθεση του Αστ. 1169 (Βστ)· την κατάθεση του Λοχ.1289 (Βζ)· τη μεταθανάτιο ιατροδικαστική έκθεση από την Δρ. Ελένη Αντωνίου (Βη)· την κατάθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου σχετικά με την ιατροδικαστική της έκθεση (Βθ)· την έκθεση διερεύνησης της σκηνής του δυστυχήματος και εμφάνισης αποτυπωμάτων (Βι)· την έκθεση του δικανικού εργαστηρίου (Βια)· τα αποτελέσματα της επιστημονικής εξέτασης τεκμηρίων από το τον Δρ. Μάριο Καριόλου εκ μέρους του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (Βιβ)· τις καταθέσεις του τεχνικού Ν στον οποίο είχε μεταβεί ο αποβιώσας, ημερομηνιών 03.05.2012 04.05.2012 (Βιγ)· την κατάθεση του πατέρα του τεχνικού Ν. (Βιδ)· την κατάθεση της Εναγόμενης 2, ημερομηνίας 04.05.2012 (Βιε)· την κατάθεση της Εναγόμενης 2, ημερομηνίας 06.05.2012 (Βιστ)· την κατάθεση του Εναγόμενου 1, ημερομηνίας 04.05.2012 (Βιζ)· την κατάθεση του Εναγόμενου 1, ημερομηνίας 08.05.2012 (Βιη)· την κατάθεση του Εναγόμενου 1, ημερομηνίας 10.05.2012 (Βιθ)· την κατάθεση της συζύγου του Εναγόμενου 1 (Βκα)· την κατάθεση συγγενή του Εναγόμενου 1 (Βκβ)· την κατάθεση του υιού της συζύγου του Εναγόμενου 1 (Βκγ)· την κατάθεση της αδελφής της συζύγου του Εναγόμενου 1 (Βκδ). Όπως ξεκάθαρα έθεσε η ΜΕ1, η οποία είχε και η ίδια μεταβεί στη σκηνή του δυστυχήματος, είναι κυρίως από τη μελέτη και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών που, κατά τους Ενάγοντες, καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως πως, εκτός εάν δοθεί άλλη λογική εξήγηση, οι Εναγόμενοι 1 και 2, με τις πράξεις ή και τις παραλείψεις τους, αμφότεροι, προκάλεσαν τον θάνατο του αποβιώσαντος. Προσθέτει, η ΜΕ1, πως, στη συνέχεια, οι Εναγόμενοι 1 και 2 προσπάθησαν να συγκαλύψουν τις ευθύνες τους, εγκαταλείποντας την σκηνή του δυστυχήματος και αποκρύπτοντας από τις ανακριτικές αρχές τα πραγματικά γεγονότα. Η ΜΕ1, στη μαρτυρία της, αναλύει την έγγραφη μαρτυρία που εξασφάλισε από την Αστυνομία. Όπως αναφέρει, τα ακριβή γεγονότα, τι έπραξαν ή δεν έπραξαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, μόνον οι Εναγόμενοι 1 και 2 μπορούν να γνωρίζουν, εφόσον ήταν οι μόνοι που ήταν παρόντες κατά την ώρα του δυστυχήματος που αναμφίβολα κατέληξε στον θάνατο του πατέρα της. Η αστυνομική έκθεση για το τροχαίο δυστύχημα (Βα) έχει σφραγιστεί με τη σφραγίδα της Επαρχιακής Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου, Τμήμα Τροχαίας. Περιέχει το Έντυπο Αστ.188, συνοπτική έκθεση γεγονότων και συμμετρικό σχεδιάγραμμα του δυστυχήματος. Στη συνοπτική έκθεση, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής γεγονότα, από τον Αστ.1142: Την 03.05.2012 το βράδυ, ο αποβιώσας και ο Εναγόμενος 1 συναντήθηκαν στο συνεργείο του Ν. για να επιλύσουν οικονομική διαφορά που είχαν και λογομάχησαν. Ο Εναγόμενος 1 μπήκε στο όχημά του για να φύγει. Ο αποβιώσας τον ακολούθησε και προσπάθησε να τον εμποδίσει να φύγει, βάζοντας τα χέρια του (σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1) εντός του παραθύρου από την πόρτα του οδηγού και πάνω στο δεξί εξωτερικό καθρεφτάκι. Ο Εναγόμενος 1 έθεσε σε κίνηση το όχημά του με βόρεια κατεύθυνση προς το χωριό Παναγιά, παρασέρνοντας τον αποβιώσαντα που υποβαστάζονταν στην πόρτα του οχήματός του. Όταν ο Εναγόμενος 1 είδε ότι ο αποβιώσας συνέχιζε να κρατά την πόρτα του, ανέπτυξε ταχύτητα και έσπρωξε τα χέρια του θύματος που συνέχιζε να κρατά το καθρεφτάκι. Τότε, τα χέρια του θύματος έφυγαν από την πόρτα χωρίς, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, να δει πού βρίσκονταν ο αποβιώσας, εάν έμεινε στον δρόμο ή εάν έφυγε, αφού, όπως ανέφερε στον εξεταστή της υπόθεσης, «εξαφανίστηκε». Ο Εναγόμενος 1 συνέχισε την πορεία του και αφού διένυσε απόσταση 38 μέτρων περίπου, σταμάτησε στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Η Εναγόμενη 2, κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγούσε το δικό της όχημα στον ίδιο δρόμο, δηλαδή στη λεωφόρο Χρυσορρογιατίσσης, με κατεύθυνση στην Παναγιά. Διερχόμενη έξω από την οικία όπου βρίσκονταν το συνεργείο του Ν., παρέσυρε τον αποβιώσαντα που ήταν ήδη πεσμένος στον δρόμο, ο οποίος σφηνώθηκε στο κάτω μέρος του οχήματός της και παρασύρονταν. Η Εναγόμενη 2 ισχυρίστηκε πως δεν είδε τον αποβιώσαντα παρά μόνον αντιλήφθηκε ένα μαύρο «πράγμα» να πετάγεται μπροστά από το όχημά της και ένιωσε ένα κτύπημα. Αφού διένυσε μικρή απόσταση, σταμάτησε στην αριστερή διαπλάτυνση του δρόμου. Όταν κατέβηκε από το όχημά της, πρόσεξε να βρίσκεται μπροστά της, εντός της αριστερής λωρίδας, σταματημένο ένα όχημα που δεν είχε αναμμένα φώτα πορείας και τον Εναγόμενο 1 να στέκεται έξω από αυτό. Αφού συνομίλησαν μεταξύ τους, η Εναγόμενη 2 ρώτησε τον Εναγόμενο 1 εάν συμβαίνει κάτι και αυτός της είπε να πάει στο καλό. Τότε, επιβιβάστηκε στο όχημά της και αφού εισήλθε στον δρόμο, κατευθύνθηκε με το όχημά της στην Παναγιά, συνεχίζοντας να παρασέρνει με το όχημά της τον αποβιώσαντα, που ήταν κάτω από αυτό. Αφού διένυσε απόσταση περίπου 38 μέτρων, ο αποβιώσας ελευθερώθηκε από το όχημά της και έμεινε στην άσφαλτο. Η Εναγόμενη 2 κατευθύνθηκε προς την οικία της. Ο Εναγόμενος 1 επέστρεψε στο σημείο και εντόπισε τον αποβιώσαντα νεκρό. Αφού τον έβγαλε εκτός δρόμου, απομακρύνθηκε και ώρα 20:10 κάλεσε την Αστυνομία. Λίγες ώρες μετά, ο Εναγόμενος 1 είχε συλληφθεί ως ύποπτος φόνου εκ προμελέτης και η Εναγόμενη 2 ως ύποπτη για πρόκληση θανάτου. Εκδόθηκαν εναντίον τους διατάγματα προσωποκράτησης. Από τη νεκροψία, διαπιστώθηκε πως ο θάνατος του αποβιώσαντος προήλθε από πολυτραυματισμό από μηχανοκίνητο όχημα. Το όχημα του Εναγόμενου 1 δεν είχε κάποια ζημιά. Στο όχημα της Εναγόμενης 2, υπήρχαν ίχνη σκουπίσματος και ζημιά στην μπροστινή πινακίδα σε ύψος 44 εκατοστά από το έδαφος καθώς και στο πάνω και κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα. Εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ασκήθηκαν ποινικές διώξεις. Η έκθεση που περιλήφθηκε στο Βα, όπως και το σχεδιάγραμμα του δυστυχήματος, ετοιμάστηκαν από τον Αστ.1142, ο οποίος, στην κατάθεσή του (Ββ), ανέφερε πως επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος την 04.05.2012 ώρα 08:
  14. Η σκηνή ήταν αποκλεισμένη με αστυνομική ταινία και φρουρείτο. Είχε επιθεωρηθεί από την ΥΠΕΓΕ και ήταν τοποθετημένα διάφορα σημεία με τα ευρήματα από το 1 έως το
  15. Αφού έλεγξε τη σκηνή από τα νότια προς τα βόρεια, υπέδειξε με το σημείο 4 το σημείο πρώτης επαφής του οχήματος της Εναγόμενης 2 με το θύμα. Στο σημείο αυτό, που βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου, υπήρχε εκδορά-τρίψιμο στην άσφαλτο, μήκους 1,90 μέτρων και στη συνέχεια, στο σημείο 5, υπήρχαν ίχνη (λωρίδα από τρίψιμο) από τρίχες μήκους 30 εκατοστών. Επίσης, στη σκηνή υπήρχαν ίχνη από κηλίδες που ομοίαζαν με αίμα. Το θύμα βρίσκονταν ακόμα στη σκηνή, εν αναμονή των εξετάσεων από την ΥΠΕΓΕ, ενώ το όχημα της Εναγόμενης 2 είχε μετακινηθεί από την οδηγό του, που δεν ήταν στη σκηνή. Ο Αστ.1142 μετέβη ο ίδιος στην οικία της Εναγόμενης 2 όπου ήταν σταθμευμένο το όχημά της που επιθεωρήθηκε από την ΥΠΕΓΕ και φωτογραφήθηκε. Στη συνέχεια, επέστρεψε πίσω στη σκηνή του δυστυχήματος και αφού έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις από την ΥΠΕΓΕ και φωτογραφήθηκε, ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, στο οποίο περιέλαβε όλα τα σημεία που τοποθέτησε το κλιμάκιο της ΥΠΕΓΕ. Αργότερα, με βάση τις μετρήσεις που πήρε στο πρόχειρο σχέδιο, ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακας 1:
  16. Την ίδια ημέρα, μετέβη ξανά στη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον Λοχ.1297, όπου μετέβησαν και οι Εναγόμενοι 1 και 2, που προέβησαν σε υποδείξεις. Η Εναγόμενη 2 υπέδειξε το σημείο στο οποίο ένιωσε κτύπημα στο όχημά της, που σημειώθηκε με το Α
  17. Με το Α2, σημειώθηκε το σημείο όπου η ίδια ανέφερε πως στάθμευσε το όχημά της μετά το κτύπημα. Την 05.05.2012, μεταξύ των ωρών 11:00-11:45, στην παρουσία του, ο Λοχ.1289 επιθεώρησε τα οχήματα των Εναγόμενων 1 και 2 και διαπίστωσε ότι η μπροστινή δεξιά λάμπα του οχήματος της Εναγόμενης 2 στη χαμηλή στάση δεν λειτουργούσε. Αφαίρεσε τη λάμπα και την παρέδωσε, σφραγίστηκε. Την 06.05.2012, μεταξύ των ωρών 17:45-18:45, στην παρουσία του Λοχ.1297, ο Αστ.1142 έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από την Εναγόμενη 2 (Βιστ), της επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε με το οποίο συμφώνησε ως ορθό και το υπέγραψε. Την 08.05.2012 ώρα 19:50, μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος με το όχημα της Εναγόμενης 2, μαζί με τον Λοχ.1297 και τον Υπαστυνόμο της Τροχαίας Πάφου, όπου στη συνέχεια, ώρα 20:20, έλεγξε την ακτίνα των φώτων τροχαίας του οχήματός της, όταν άναβαν τα ψηλά φώτα στη χαμηλή στάση χωρίς να ανάβουν οι προβολείς κάτω από αυτά (που δεν ήταν συγκεντρωτικής δέσμης φωτός) και αφού τοποθέτησε μπροστά από το όχημά της μετρική κορδέλα, διαπίστωσε ότι ο οδηγός είχε ορατότητα 19 μέτρων, ενώ έβλεπε σκιά μέχρι τα 30 μέτρα. Όταν οι προβολείς άναβαν, η ορατότητα επεκτείνονταν στα 25 μέτρα, υπήρχε πάλι σκιά μέχρι τα 30 μέτρα, ενώ το πεδίο ανοίγματος ήταν 5 μέτρα. Την 10.05.2010, μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος με τον Εναγόμενο 1 και του υπέδειξε το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε στην απουσία του. Του υπέδειξε το σημείο όπου βρίσκονταν το όχημα του θύματος όταν ο ίδιος σταμάτησε στην είσοδο του συνεργείου καθώς και το σημείο που κατάλαβε ότι τα χέρια του θύματος έφυγαν από την πόρτα του καθώς το όχημα κινείτο. Στη συνέχεια, του υπέδειξε το σημείο όπου στάθμευσε το όχημά του αφού προχώρησε στον ίδιο δρόμο, στη διαπλάτυνση, όταν άκουσε το κτύπημα και σταμάτησε κοντά του η Εναγόμενη 2 με το όχημά της. Του εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο με το οποίο συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό. Ακολούθως, μεταξύ των ωρών 20:10-21:30, έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από τον Εναγόμενο 1 (Βιθ) και μεταξύ των ωρών 21:35-21:50, τον κατηγόρησε γραπτώς για πρόκληση θανάτου του αποβιώσαντος, του επέστησε την προσοχή στον νόμο και απάντησε «δεν παραδέχομαι» . Την 21.06.2012, μεταξύ των ωρών 14:00-14:05, κατηγόρησε γραπτώς την Εναγόμενη 2 για πρόκληση θανάτου του αποβιώσαντος και αφού της επέστησε την προσοχή στον νόμο απάντησε «δεν θέλω να πω τίποτε». Ο δρόμος βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, με όριο ταχύτητας 50 χιλ./ώρα. Στο σημείο του δυστυχήματος, είναι ευθύς και ανηφορικός σύμφωνα με την πορεία του οχήματος της Εναγόμενης
  18. Φωτίζονταν από οδικό φωτισμό που όμως δεν ήταν επαρκής αφού υπήρχαν μόνο 3 πάσσαλοι με λαμπτήρες χαμηλής τάσης στη δεξιά πλευρά του δρόμου, εκτός δρόμου και σε απόσταση 8,40, 7 και 8,70 μέτρα από το κέντρο του δρόμου. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, η δύση του ηλίου ήταν ώρα 19:30, ενώ οι λαμπτήρες οδικού φωτισμού άναβαν ώρα 19:
  19. Το όχημα της Εναγόμενης 2 έφερε ελαφριά ζημιά στην μπροστινή πινακίδα που βρίσκονταν στο κέντρο του οχήματος, σε ύψος 33 μέχρι 44 εκατοστά, η οποία στράβωσε προς τα μέσα, καθώς επίσης ο μπροστινός προφυλακτήρας, που είχε ύψος από το έδαφος 28 εκατοστά, έφερε κόψιμο στο αριστερό κάτω μέρος, σε απόσταση 50 εκατοστά από την μπροστινή αριστερή γωνία. Στο σχεδιάγραμμα, είναι ξεκάθαρο ποια είναι τα 23 σημεία που τοποθέτησε στον δρόμο η ΥΠΕΓΕ, ποιες είναι οι μετρήσεις του Αστ.1142 και τα δικά του σημεία και ποιες οι υποδείξεις των Εναγόμενων 1 και
  20. Ο Αστ.1142 μετέφερε στο σχέδιο τις θέσεις των οχημάτων του Εναγόμενου 1 και του αποβιώσαντος πριν από το συμβάν (1 και 2), τη θέση όπου βρίσκονταν το πορτοφόλι και το καπέλο του θύματος

(3), το σημείο πρώτης επαφής
(4), ίχνη που εντοπίστηκαν στον δρόμο από τρίχες μήκους 30 εκατοστών και από ίνες υφάσματος
(5), τρίψιμο στην άσφαλτο και ίνες υφάσματος μπλε
(6), κηλίδες που ομοιάζουν με αίμα (7, 8, 9), ίνες από ύφασμα μπλε (10, 11), ίχνη από κηλίδες που ομοιάζουν με αίμα που ξεκινούν από την άσπρη γραμμή και καταλήγουν στην αριστερή λωρίδα και ίνες από ύφασμα μπλε
(12), ίχνη από ίνες από ρούχο μπλε (13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21), κηλίδα που ομοιάζει με αίμα
(22)και τη θέση που βρίσκονταν το θύμα
(23). Τα σημεία 5 έως και 21, που είναι τα ίχνη αίματος και ινών υφάσματος, είναι σε σειρά κατά μήκος του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του οχήματος της Εναγόμενης 2, δίδοντας εικόνα ότι το σώμα του αποβιώσαντος, που τοποθετείται στο σημείο 23, αμέσως μετά, σύρθηκε στην άσφαλτο μετά το κτύπημα, για αρκετή απόσταση. Με τα σημεία Β, Β1, Β2, Γ, μεταφέρονται από τον Αστ.1142 υποδείξεις του Εναγόμενου 1 προς τον ίδιο. Με τα σημεία Α1, Α2, υποδεικνύονται από τον Αστ.1142 υποδείξεις της Εναγόμενης 2 προς τον ίδιο. Τα σημεία Ο (σταθερό σημείο - φωτιστικός πάσσαλος ΑΗΚ), Ο1, Ο2 (φωτιστικοί πάσσαλοι ΑΗΚ) και οι μετρήσεις μεταξύ Ο-Ο1 και Ο-Ο2 και άλλες μετρήσεις και σημάνσεις (γραμμές του δρόμου, διαπλάτυνση, πεζοδρόμιο, κ.λπ.) επί του σχεδίου αποτυπώνουν παρατηρήσεις και εργασία του Αστ.1142. Το σημείο Β2, όπου υπέδειξε ο Εναγόμενος 1 ότι εκεί στάθμευσε το όχημά του, είναι στη διαπλάτυνση και τα ίχνη 7 έως 21 συνεχίζουν μετά το σημείο Β2, εντός αυτής, έχοντας ξεκινήσει εκτός αυτής (4, 5, 6), δίδοντας εικόνα πως το όχημα κτυπήθηκε στον δρόμο και το όχημα που τον χτύπησε εισήλθε στη διαπλάτυνση, έχοντας σταθμεύσει ή πορευθεί σε αυτήν μετά από το σημείο Β2, αφήνοντας τα ίχνη 7 έως 22. Όλες οι καταθέσεις τρίτων που λαμβάνονται από μέλη της Αστυνομίας είναι εξ ακοής μαρτυρία, εφόσον περιλαμβάνουν δηλώσεις γεγονότων προσώπων προς στα μέλη της Αστυνομίας. Υπάρχουν και οι καταθέσεις των ιδίων των μελών της Αστυνομίας που συμμετείχαν στη διερεύνηση και υπό αυτή την ιδιότητά τους εκθέτουν τα γεγονότα που γνωρίζουν, τα οποία τοποθετούνται μετά από το δυστύχημα και σχετίζονται με τη διερεύνησή του. Στην κατάθεσή του, ο Υπαστυνόμος Κ. (Βγ) αναφέρει πως την 03.05.2012 ώρα 21:40, μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον Αστ.1898. Εκεί, είχε ενημερωθεί από τον Αστ.2350 ότι την 20:10, της ίδιας ημέρας, ελήφθη τηλεφώνημα από τον Εναγόμενο 1 ότι κείτονταν στον δρόμο νεκρός ο αποβιώσας και ότι τον τοποθέτησε στην άκρη του δρόμου και αναχώρησε. Πράγματι, εκεί βρίσκονταν το θύμα και έφερε πολλαπλά τραύματα, εμφανή σε διάφορα σημεία του σώματός του, όπως στο πρόσωπο και τα πόδια. Δόθηκαν οδηγίες να αποκλειστεί η σκηνή και να τεθεί υπό φρούρηση και άρχισε την εξέταση επί της σκηνής. Σε απόσταση περίπου 70 μέρα από το σημείο όπου εντοπίστηκε το θύμα, πάνω σε σπιτάκι σκουπιδιών, εντοπίστηκε πορτοφόλι και καπέλο που, σύμφωνα με μαρτυρία, ανήκαν στο θύμα. Δόθηκαν οδηγίες στον Αστ.2543 να τα διαφυλάξει. Στα 30 μέτρα περίπου, προς την ίδια κατεύθυνση, παραπλεύρως της οικίας/συνεργείου του Ν., είχε εντοπιστεί το όχημα του θύματος. Γύρω στις 23:30 της ίδιας ημέρας, αφίχθηκε στη σκηνή η ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου, η οποία, στην παρουσία του Υπαστυνόμου Κ., εξέτασε το θύμα και διαπίστωσε ότι ο θάνατός του προκλήθηκε από πολυτραυματισμό από όχημα ή οχήματα, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας. Επίσης, στο σώμα του θύματος και στα ενδύματά του υπήρχαν εμφανή σημάδια ότι σύρθηκε στο έδαφος. Την 04.05.2012 ώρα 02:30, ο Εναγόμενος 1 παρέδωσε στον Υπαστυνόμο Κ. μία κόλλα Α4 στην οποία αναγράφονταν ο αριθμός εγγραφής του οχήματος της Εναγόμενης 2. Ο Υπαστυνόμος Κ. παρέδωσε την κόλλα αυτή στον Αστ.2639. Στη συνέχεια, συνέλαβε τον Εναγόμενο 1. Έλαβε από τον Εναγόμενο 1 ανακριτική κατάθεση (Βιζ), στο περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται. Την 04.05.2012, μεταξύ των ωρών 20:01-20:31, και στην παρουσία του Αστ.2798, ο Εναγόμενος 1 προέβη σε υποδείξεις. Σε κάθε υπόδειξη, γίνονταν επίστηση, οι απαντήσεις του καταγράφονταν από τον Αστ.2798 και την ίδια στιγμή υπέγραφε ο Εναγόμενος 1, ο ίδιος ο Υπαστυνόμος Κ. και ο Αστ.2798. Επίσης, σε κάθε υπόδειξη από τον Εναγόμενο 1, στην παρουσία και με οδηγία του Υπαστυνόμου Κ., ο Αστ.2558 λάμβανε σχετικές φωτογραφίες. Την 04.05.2012, μεταξύ των ωρών 20:54-21:01, στην παρουσία του Υπαστυνόμου Κ. και του Αστ.2798, η Εναγόμενη 2 προέβη επίσης σε υποδείξεις. Σε κάθε υπόδειξη, γίνονταν επίστηση, οι απαντήσεις της καταγράφονταν από τον Αστ.2798 και την ίδια στιγμή υπέγραφε ο Εναγόμενος 1, ο ίδιος ο Υπαστυνόμος Κ. και ο Αστ.2798. Επίσης, σε κάθε υπόδειξη από την Εναγόμενη 2, στην παρουσία και με οδηγία του Υπαστυνόμου Κ., ο Αστ.2558 λάμβανε σχετικές φωτογραφίες. Την 08.05.2012, μεταξύ των ωρών 12:00-13:00, έλαβε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον Εναγόμενο 1 (Βιη) και την 10.05.2012, μεταξύ των ωρών 18:35-18:40, κατηγόρησε γραπτώς τον Εναγόμενο 1 για κοινή επίθεση και απάντησε «δεν παραδέχομαι». Στην κατάθεσή του, ο Υπαστυνόμος Ψ. (Βδ), αναφέρει πως την 03.05.2012 ώρα 23:45, μετέβη και ο ίδιος στη σκηνή του δυστυχήματος που ήταν αποκλεισμένη με κορδέλα της Αστυνομίας. Ενημερώθηκε από άλλους συναδέλφους του ότι, περί ώρα 20:10, είχε ειδοποιήσει τηλεφωνικώς ο Εναγόμενος 1 για τον νεκρό. Πράγματι, το θύμα βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου, αρκετά μέτρα από το συνεργείο ελαστικών, με εμφανή τραύματα σε διάφορα σημεία του σώματός του. Πιο κάτω, κοντά στο συνεργείο, σε αποθήκη σκυβάλων, ήταν ένα πορτοφόλι και ένα καπελάκι που ανήκαν στο θύμα. Στην είσοδο του συνεργείου, με κατεύθυνση τον δρόμο, βρίσκονταν σταματημένο το όχημα του θύματος. Ακόμη, πληροφορήθηκε ότι γύρω στις 23:30 της ίδιας ημέρας, η ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου επισκέφθηκε τη σκηνή και αφού επιθεώρησε το θύμα, διαπίστωσε τον θάνατό του, χωρίς να αποκλείσει την εγκληματική ενέργεια. Την 04.05.2012 το πρωί, με τον Λοχ.1297 και τον Αστ.1142, επισκέφθηκαν την σκηνή που ήταν αποκλεισμένη και υπό φρούρηση. Με οδηγίες του Αστ.1142 και τη βοήθεια του Λοχ.1297, σχεδιάστηκε η σκηνή. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, είχε βοηθό τον Αστ.1142, ο οποίος, με οδηγίες του, προέβη στις ενέργειες που αναφέρει στην κατάθεσή του (Ββ). Στην κατάθεσή του, ο Αστ. 2350 (Βε), ανέφερε πως την 03.05.2012, περί την 80:15, έλαβε το τηλεφώνημα του Εναγόμενου 1 που του ανέφερε ότι εντόπισε στον δρόμο νεκρό συνεπεία τροχαίου και ότι τον μετακίνησε στην άκρη του δρόμου για να μην τον κτυπήσει άλλο διερχόμενο όχημα. Αμέσως, ο Αστ.2350 κάλεσε ασθενοφόρο, ειδοποίησε τον αξιωματικό υπηρεσίας και κατευθύνθηκε στο σημείο, όπου έφθασε γύρω στην 20:30. Εκεί, δεν εντόπισε κάποιο όχημα ή άτομο να είναι ξαπλωμένο στο έδαφος. Τα φώτα του οχήματος του αποβιώσαντος, που εντόπισε, ήταν αναμμένα. Τα έσβησε, αλλά απουσίαζαν τα κλειδιά του οχήματος. Ο Αστ.2350 ειδοποίησε τον Εναγόμενο 1, που δεν βρίσκονταν στο σημείο, να μεταβεί άμεσα, για να υποδείξει πού μετακίνησε τον τραυματία και τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο Αστ.2350 ξεκίνησε πεζός να ερευνήσει το μέρος, περπάτησε περίπου 150 μέτρα από το σημείο που του ανέφερε ο Εναγόμενος 1, με κατεύθυνση την Πενταλιά, ενώ, την ίδια στιγμή, αφίχθηκε στο σημείο το ασθενοφόρο. Ενώ περπατούσε, αντιλήφθηκε ένα πρόσωπο να βρίσκεται ξαπλωμένο ανάσκελα στην αριστερή πλευρά του δρόμου εκτός της πορείας των οχημάτων, στο έρεισμα του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του δρόμου που ακολουθούσε. Τον πλησίασε και διαπίστωσε πως είχε εξωτερικές κακώσεις σε όλο το σώμα καθώς και βαθύ τραύμα πάνω στο κεφάλι. Το παντελόνι του ήταν σκισμένο κατά τρόπο που υποδήλωνε ότι ενδεχομένως να είχε συρθεί στο οδόστρωμα από αυτοκίνητο. Ενώ στο αριστερό του πόδι υπήρχε γδάρσιμο, αφαιρέθηκε το δέρμα, σχηματίζοντας μικρό ημικύκλιο. Μαζί του, εκείνη την ώρα, ήταν ο Ν., τον οποίο είχε ειδοποιήσει προηγουμένως, που αναγνώρισε τον αποβιώσαντα. Επί τόπου, προσέτρεξε η νοσηλεύτρια, η οποία ανέφερε πως το θύμα ήταν νεκρό εδώ και λίγη ώρα. Εκείνη την ώρα, έφθασε ο Εναγόμενος 1 που ανέφερε πως εκεί είχε αφήσει το θύμα και πως κατέχει τους αριθμούς του οχήματος που τον κτύπησε. Ο Αστ.2350 κάλεσε τον Εναγόμενο 1 να παραμείνει στον χώρο, για να δώσει κατάθεση, αλλά εκείνος αναχώρησε άμεσα, μέσα σε έντονη ταραχή, αναφέροντας ότι είναι σοκαρισμένος και δεν μπορεί, φεύγοντας με γοργό βήμα. Ακολούθως, έκανε εξετάσεις σε όλη τη διαδρομή από το όχημα του θύματος μέχρι το σημείο που ανευρέθηκε νεκρός, όπου, στην άκρη του δρόμου, εντόπισε κηλίδες αίματος σε πορεία, καθώς και πάνω στον χώρο του καλάθου των σκυβάλων της οικίας του Ν. ένα πορτοφόλι και ένα καπελάκι που πιθανόν να ανήκαν στο θύμα. Απέκλεισε την περιοχή με κορδέλες και από τις δύο πλευρές του δρόμου και διαφύλαξε τα τεκμήρια που εντόπισε στη σκηνή. Παρέμεινε στο μέρος ωσότου αφίχθηκε περιπολικό της Τροχαίας Πάφου και του ΤΑΕ τους οποίους ενημέρωσε για τα ευρήματά του. Στη συνέχεια, παρέμεινε για φρούρηση της σκηνής μέχρι την 07:00 που αντικαταστάθηκε από τον Αστ.2926. Στη δική του κατάθεση, ο Αστ.1169 (Βστ), ανέφερε πως μετέβη στη σκηνή μαζί με τον Αστ.2641 γύρω στην 21:05. Ήταν αποκλεισμένη με κορδέλα. Μετά την άφιξή τους, έφθασαν στη σκηνή η ηγεσία της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου με επικεφαλής τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου. Την ίδια ημέρα, ώρα 23:30, μαζί με τον Υπαστυνόμο Λάμπρου, μετέβηκαν στο χωριό Παναγιά, όπου εντόπισαν το όχημα της Εναγόμενης 2, στην αυλή μιας οικίας, ιδιοκτησίας της, που, σύμφωνα με τη μαρτυρία που εξασφαλίστηκε, ενέχονταν στο συμβάν. Αφού της ανέφεραν ότι το όχημά της ανέχονταν σε δυστύχημα στο οποίο εντοπίστηκε νεκρός άνδρας, με επίστηση, ανέφερε «άκουσα ένα χτύπημα στο όχημα μου, κατέβηκα κάτω, κοίταξα, και αφού δεν είδα τίποτα, έφυγα και νόμισα ότι χτύπησε σε πέτρα». «Στην σκηνή βρισκόταν και ένας άντρας τον οποίο δεν γνωρίζω και με βοήθησε και κοιτάξαμε γύρω από το αυτοκίνητο μου. Μετά μου είπε πήγαινε κόρη μου και δεν είναι τίποτε». Στην παρουσία της Εναγόμενης 2, έλεγξαν το όχημά της το οποίο είχε εμφανή ζημιά στο μπροστινό μέρος και συγκεκριμένα στην μπροστινή πινακίδα εγγραφής και στο κάτω μέρος στον προφυλακτήρα. Δεν υπήρχε καθόλου ξεσκόνισμα στο πάνω μέρος του αυτοκινήτου. Η ώρα 01:00, έφτασαν στο μέρος οι Αστ.2543 και Αστ.2588, οι οποίοι, στην παρουσία όλων, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 2, σφράγισαν το όχημά της. Στο μέρος παρέμεινε για φρούρηση της σκηνής όπου εντοπίστηκε το όχημα αυτό, μέχρι την 02:00, της 04.05.2012, που αντικαταστάθηκε από τον Αστ.779. Καθ' όλη τη διάρκεια της φρούρησης, δεν επισκέφθηκε τη σκηνή μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στη δική του κατάθεση, ο Λοχ.1289 (Βζ), ανέφερε πως ενημερώθηκε από τον Αστ.2350 για το τηλεφώνημα του Εναγόμενου 1 και μετέβη στη σκηνή ώρα 21:05 μαζί με τους Αστ.2641 και Αστ.1169. Η σκηνή ήταν αποκλεισμένη και φρουρείτο από τον Αστ.2350. Στην αριστερή άκρη του δρόμου, σύμφωνα με την κατεύθυνση προς την Παναγιά, υπήρχε ξαπλωμένο το σώμα ηλικιωμένου άνδρα που φαίνονταν νεκρός. Πληροφορήθηκε για την ταυτότητά του. Ο Εναγόμενος 1 έλειπε από την σκηνή. Επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του για να μεταβεί στη σκηνή για τις αναγκαίες εξηγήσεις και του είπε πως, μόλις τελειώσει το μπάνιο που κάνει, θα έρθει. Την 07.05.2012, μεταξύ των ωρών 11:00-11:50, εντός της περιφραγμένης περιοχής των κτιρίων της ΑΔΕ Πάφου, αφού του ζητήθηκε από τον Αστ.1142, στην παρουσία του, επιθεώρησε τα οχήματα των Εναγόμενων 1 και 2. Από την επιθεώρηση, διαπίστωσε πως το όχημα του Εναγόμενου 1 ήταν σε καλή κατάσταση όσον αφορά το σύστημα τροχοπέδησής του, το σύστημα διεύθυνσης και τα φώτα. Το όχημα της Εναγόμενης 2 ήταν σε καλή κατάσταση όσον αφορά το σύστημα τροχοπέδησης και το σύστημα διεύθυνσης, τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά, εκτός από τη λάμπα της χαμηλής στάσης του μπροστινού δεξιού φαναριού που ήταν καμένη, που αφαιρέθηκε και παραδόθηκε στον Αστ.1142, ως τεκμήριο. Τα ελαστικά ήταν σε καλή κατάσταση. Υπήρχαν ζημιές στην μπροστινή πινακίδα εγγραφής και στον μπροστινό προφυλακτήρα στην κάτω ποδιά. Το γεγονός ότι η λάμπα ήταν καμένη κατά την ώρα του δυστυχήματος, κατά την εκτίμηση του Λοχ.1289, δεν συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην πρόκληση του δυστυχήματος γιατί η μείωση του πεδίου ορατότητας της οδηγού του από το γεγονός αυτό ήταν μηδαμινή. Στην ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου (Βη), την οποία βεβαιώνει με την κατάθεσή της που ελήφθη από τον Αστ.3612 (Βθ), γίνεται αναφορά σε διενέργεια νεκροψίας την 04.05.2012, στην παρουσία του Αστ.2952 και για λήψη φωτογραφιών του Αστ.2543. Στην αυτοψία της, η σορός ήταν ντυμένη με μαύρο σακάκι, όπου στο πρόσθιο εσωτερικό μέρος φέρει τρίψιμο σε τραχεία επιφάνεια και ιδίου τύπου τρίψιμο το αριστερό μανίκι του σακακιού. Μεταξύ άλλων, το μπλε τζιν παντελόνι που φορούσε το θύμα έφερε τρίψιμο σε ολόκληρο το πρόσθιο δεξιό σκέλος του παντελονιού, καθώς επίσης το οπίσθιο μέρος του παντελονιού ήταν ξεσκισμένο. Η ιατροδικαστής περιέγραψε τα ευρήματα από την εξωτερική εξέταση καθώς και τα ευρήματα από τις εξετάσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, το καρδιαγγειακό σύστημα, το αναπνευστικό σύστημα, το γαστρεντερολογικό σύστημα, το ουροποιογεννητικό σύστημα, το λεμφικό και ενδοκρινολογικό σύστημα, το σκελετικό και μυϊκό σύστημα, προσδιορίζοντας πως η αιτία του θανάτου του αποβιώσαντος ήταν ο πολυτραυματισμός από μηχανοκίνητο όχημα. Αναφέρει πως ελήφθη αίμα για εξέταση DNA και αλκοόλης. Στην κατάθεσή της (Βθ), η ιατροδικαστής, εκτίμησε πως ορισμένες εκ των εκδορών στη γενιακή χώρα του θύματος έγιναν από νύχια. Στην έκθεση του εργαστηρίου διερεύνησης σκηνής εγκλήματος και εμφάνισης αποτυπωμάτων ημερομηνίας 28.08.2012 που ετοίμασε ο Λοχ.2748 (Βι), αναφέρεται πως, την 04.05.2012 ώρα 08:15, πήγε ο ίδιος μαζί με τον Αστ.1738 στη σκηνή του δυστυχήματος, όπου παρόντες ήταν και άλλα πρόσωπα από την ΥΠΕΓΕ, το ΤΑΕ, ο Υπαστυνόμος Ψ., ο Λοχ.1297, ο Αστ.1142, και άνδρες της ΑΔΕ Πάφου. Τοποθέτησε στη σκηνή τα 23 σημεία και παρέλαβε τεκμήρια, που αναφέρει λεπτομερώς. Μεταξύ άλλων, την ίδια ημέρα, μεταξύ των ωρών 17:30-18:40, εξέτασε το όχημα της Εναγόμενης 2 στον χώρο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Στο κάτω μέρος, όπως αναφέρει, υπήρχαν ίχνη σκουπίσματος στα οποία τοποθέτησε κόκκινα τόξα και επίσης στο κάτω μέρος του πιο πάνω αυτοκινήτου εντοπίστηκε μικρό κομμάτι σάρκας, στο οποίο τοποθέτησε πράσινο αυτοκόλλητο τόξο, παραλαμβάνοντας τεκμήρια και από εκεί, μεταξύ άλλων, κομμάτι της σάρκας που εντοπίστηκε στο όχημα. Παρέδωσε τα τεκμήρια στον Αστ.2639. Στην έκθεση της ΥΠΕΓΕ (Βια), που ετοιμάστηκε από τον Αστυνόμο Β' Κ., αναφέρεται η παραλαβή τεκμηρίων από τον Αστ.2639 και τον Αστ.2495, που περιγράφονται. Διενήργησε τη ζητούμενη από αυτόν εξέταση, διαπιστώνοντας ότι οι υφασμάτινες ίνες που παραλήφθηκαν από τη σκηνή είναι όμοιες με αυτές στα ρούχα του θύματος. Στην έκθεση αποτελεσμάτων επιστημονικής εξέτασης τεκμηρίων που ετοίμασε το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου και υπογράφει ο Δρ. Καριόλου (Βιβ), αναφέρεται η παραλαβή από τον Αστ.2639 των αναφερόμενων τεκμηρίων, η ορολογία και η διενέργεια της εξέτασης DNA. Μεταξύ των συμπερασμάτων της έκθεσης, είναι πως το μικτό γενετικό υλικό που εντοπίστηκε σε κομμάτι από τα νύχια του θύματος, κατά πάσα πιθανότητα, ανήκει στον ίδιο και στον Εναγόμενο 1, και τα ρούχα του θύματος ταυτίστηκαν με το γενετικό του προφίλ. Στην κατάθεση της Εναγόμενης 2, που έλαβε ο Αστ.2639 (Βιε), η Εναγόμενη 2 ανέφερε τις ενέργειές της, φεύγοντας από τη δουλειά της. Είχαν αρχίσει και οι ειδήσεις των 20:00, στο ραδιόφωνο. Στον δρόμο, δεν είχε άλλα αυτοκίνητα. Πήγαινε περίπου με 60 χιλιόμετρα/ώρα. Γύρω στις 20:15 με 20:20, βρίσκονταν στο χωριό Αμαργέτη και κατευθύνονταν προς τα πάνω. Βγαίνοντας από το έρεισμα του δρόμου, στα αριστερά, βρίσκεται ένα εστιατόριο πετρόχτιστο και αμέσως μετά είναι ένα σπίτι που ανήκει σε κάποιον που επιδιορθώνει λάστιχα. Σε απόσταση περίπου 10-15 μέτρα από το σπίτι του, οδηγώντας το όχημά της προς την Παναγιά, είδε ξαφνικά μπροστά της «ένα πράμα μαύρο», να πετάγεται μπροστά της και ταυτόχρονα άκουσε ένα μεγάλο κρότο. Δεν κατάλαβε τι ακριβώς. Υπέθεσε ότι μπορεί να ήταν ζώο ή αντικείμενο. Σταμάτησε το όχημά της στην άκρη του δρόμου, αφήνοντάς το ξεκινημένο. Κατέβηκε και κοίταξε πίσω για να δει αν είχε οτιδήποτε κάτω στον δρόμο, αλλά δεν είδε κάτι. Αμέσως, κοίταξε μπροστά και είδε ένα αυτοκίνητο σταματημένο. Πήγε περπατητή προς τα εκεί, για να δει τι συνέβαινε και γιατί υπέθεσε ότι μπορεί να έπεσε κάτι από εκείνο το όχημα στον δρόμο και να κτύπησε πάνω του. Ήταν το όχημα του Εναγόμενου 1, ως το περιγράφει. Τα φώτα του ήταν σβηστά. Φώναξε δύο φορές «συγγνώμη, συγγνώμη», δεν έλαβε απάντηση, πήγε έξω από την πόρτα του οδηγού που ήταν ανοιχτή και είδε τον Εναγόμενο 1 να στέκεται έξω από το αυτοκίνητο, με το σώμα του στραμμένο προς τα μέσα. Τον ρώτησε τι συμβαίνει, αλλά δεν απάντησε. Ο Εναγόμενος 1 γύρισε προς την Εναγόμενη 2 και κατευθύνθηκε προς το όχημά της, προχώρησε και η ίδια προς την ίδια κατεύθυνση. Ενώ προχωρούσαν, ο Εναγόμενος 1 την ρώτησε: «ετσίλλησες τον;» και η Εναγόμενη 2 ασυναίσθητα απάντησε: «όχι». Πήγαιναν μαζί για να δει αν είχε κάτι στον δρόμο. Πριν από το σπίτι με το συνεργείο, είδε ότι στον δρόμο υπήρχε ένα διπλωμένο καπέλο, μπλε, σκούρο. Ταυτόχρονα, είδε τον Εναγόμενο 1 να τρίβει κάτι με το δεξί του πόδι στην άσφαλτο, όπως είναι η κίνηση που κάνει κάποιος για να σβήσει τσιγάρο. Δεν κατάλαβε τι έκανε. Μετά, ο Εναγόμενος 1 της είπε: «πήγαινε στο καλό, εν έσιει τίποτε». Στον δρόμο, δεν είδε κάποιο αντικείμενο πάνω στο οποίο ενδεχομένως να είχε κτυπήσει ούτε οποιονδήποτε άνθρωπο τραυματισμένο. Μπήκε μέσα στο όχημά της και έφυγε. Ο Εναγόμενος 1 είχε φύγει πριν από εκείνη. Καθώς πήγαινε, επίσης, δεν πρόσεξε κάτι στον δρόμο, ούτε εκεί που ήταν προηγουμένως το όχημα του Εναγόμενου 1. Όταν έφθασε στο σπίτι της, πρόσεξε τη ζημιά στο όχημα. Στη συνέχεια, την αναζήτησε η Αστυνομία. Στη συμπληρωματική κατάθεσή της, η Εναγόμενη 2 (Βιστ), ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως, όταν βρίσκονταν έξω από το συνεργείο, ένιωσε ένα κτύπημα μπροστά το αυτοκίνητό της, χαμηλά. Ήταν εκείνη την ώρα που είδε ένα «πράμα μαύρο» να πετάγεται μπροστά στο αυτοκίνητο, που δεν κατάλαβε τι ήταν. Το είδε ευθεία μπροστά της, δηλαδή βρέθηκε μπροστά της, αλλά δεν κατάλαβε εάν ήρθε από δεξιά ή αριστερά του αυτοκινήτου της. Εκείνη τη στιγμή, οδηγούσε το αυτοκίνητό της στη μέση της λωρίδας της. Δεν μπορεί να προσδιορίσει την απόσταση που είδε το «πράγμα» μπροστά της, αλλά, μόλις το είδε, σταμάτησε αριστερά, βγαίνοντας από τη λωρίδα της, στο έρεισμα. Έκανε χρήση του φωτεινού δείκτη ότι θα σταματήσει γιατί είχε δει από πίσω της, σε μεγάλη απόσταση, φώτα από άλλο αυτοκίνητο, από το καθρεφτάκι της. Την ώρα που σταμάτησε, είδε το όχημα του Εναγόμενου 1 σταματημένο στη μέση της αριστερής λωρίδας. Την ώρα που κατέβηκε κάτω για να δει εάν κτύπησε κάτι ήταν που είδε πως η πόρτα του οχήματος του Εναγόμενου 1 ήταν ανοιχτή. Δεν είχε αναμμένα τα φώτα, ούτε μέσα στο αυτοκίνητό του, όπου ήταν σκυφτός από τη μέση και πάνω. Πρώτα, κοίταξε πίσω και μπροστά στο όχημά της και δεν είδε τίποτε. Μετά του φώναξε και δεν ανταποκρίθηκε. Πήγε κοντά, τον ρώτησε τι έγινε, δεν της απάντησε και ήταν απαθής, σαν να μην έγινε κάτι, ενώ νόμιζε αρχικά πως θα της θυμώσει γιατί κτύπησε κάτι δικό του, κάποιο σκύλο. Άρχισε από μόνος του να περπατά προς το όχημά της και της είπε «ετσίλλησες το», η ίδια θεωρώντας πως μιλούσε για ζώο ή αντικείμενο. Αυτός προχώρησε προς τα κάτω, από την πλευρά του συνοδηγού, και η ίδια από την πλευρά του οδηγού και συναντήθηκαν στο πίσω μέρος του οχήματός της. Όταν σταμάτησε το όχημά της, μετά που ένιωσε το κτύπημα, είχε αφήσει το όχημά της ξεκινημένο και τα φώτα αναμμένα. Δεν άκουσε κάποιο θόρυβο, ούτε είδε οτιδήποτε στην άσφαλτο, εκτός από το καπελάκι που ήταν στην άκρη της αριστερής λωρίδας, κοντά στο όχημά της. Ήταν διπλωμένο και δεν υποψιάστηκε ότι μπορεί να έπεσε από κάποιον στον δρόμο. Έκανε την κίνηση με το δεξί του πόδι και της είπε ότι δεν έχει τίποτε, να φύγει. Δεν τον είδε να παίρνει το καπελάκι από εκεί. Δεν πήγε από την άλλη μεριά του αυτοκινήτου (πλευρά του συνοδηγού). Μπήκε στο όχημα της και έφυγε. Δεν ένιωσε οτιδήποτε στο όχημά της, ότι τραβούσε κάτι. Στη διαδρομή, και αφού προχώρησε λίγο, έσβησε το ράδιο του αυτοκινήτου και προσπάθησε να ακούσει αν έκανε οποιονδήποτε θόρυβο, αλλά ήταν μια χαρά. Δεν άκουσε κάτι παράξενο. Ενώ ήταν σταματημένη, δεν πρόσεξε οποιοδήποτε κτύπημα στο μπροστινό μέρος του οχήματός της, οποιαδήποτε ζημιά. Όταν πήγε σπίτι της και στάθμευσε, τότε πήγε μπροστά στο όχημά της και γονάτισε κάτω και είδε ότι τα νούμερα, οι γωνιές τους, ήταν γυρισμένες προς τα μέσα και υπήρχε σπάσιμο στον μπροστινό προφυλακτήρα, στην αριστερή πλευρά, κοντά στα νούμερα. Δεν είπε οτιδήποτε σε κανέναν, θεώρησε ότι ήταν επειδή κτύπησε σκύλο, πιθανόν εκεί που είχε γίνει το επεισόδιο, έτσι μπήκε στο σπίτι της. Έμαθε ότι είχε κτυπήσει κάποιον, όταν την πληροφόρησε η Αστυνομία για το συμβάν. Στην δική του κατάθεση, ο Εναγόμενος 1 (Βιζ), ανέφερε τις περιστάσεις που του προκάλεσαν θυμό, όταν ο αποβιώσας αμφισβήτησε τη δουλειά του και αρνήθηκε να τον αποπληρώσει το τίμημα που συμφώνησαν. Περιέγραψε την αντίδρασή του και τα γεγονότα μέχρι τη λογομαχία του με τον αποβιώσαντα. Ο αποβιώσας άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και κατέβηκε. Τράβηξε τον Εναγόμενο 1 από το χέρι για να τον πάρει να του δείξει τη ζημιά που ισχυρίζονταν ότι του προκάλεσε ο Εναγόμενος 1 στο όχημα κατά την επιδιόρθωση. Ο Εναγόμενος 1, πεπεισμένος ότι ο αποβιώσας δεν καταλαβαίνει, πήγε στο δικό του αυτοκίνητο. Ο αποβιώσας τον ακολούθησε, για να τον πάρει να του δείξει, με έντονο τρόπο. Ο Εναγόμενος 1 μπήκε στο αυτοκίνητό του, λέγοντάς του να πάει την επομένη στο γκαράζ και ότι θα πρέπει να πληρώσει. Πήγε να ξεκινήσει, αλλά ο αποβιώσας έβαλε το ένα χέρι μέσα στο όχημα του Εναγόμενου 1, πάνω στο τιμόνι, και το άλλο κρατούσε το καθρεφτάκι της πόρτας του οδηγού. Όταν ο Εναγόμενος 1 ξεκίνησε, έσβησε το αυτοκίνητο, το ξεκίνησε ξανά. Το οδήγησε για τρία με τέσσερα μέτρα και διαπίστωσε ότι ο αποβιώσας ακόμα κρατούσε το καθρεφτάκι του οδηγού. Τότε, «πάλαρε» και έφυγε. Έφυγαν και τα χέρια του αποβιώσαντος από το όχημα. Δεν είδε ότι έπεσε, ούτε άκουσε κάτι. Όταν πήγε πιο πάνω, γύρω στα είκοσι μέτρα, σταμάτησε και άκουσε ένα θόρυβο και λίγο πιο πίσω σταμάτησε ένα αυτοκίνητο, που είχε ένα μεγάλο κτύπημα μπροστά αριστερά. Ήρθε η κοπέλα (εννοώντας την Εναγόμενη 2 όπως περιγράφει) προς το μέρος του και του είπε πως νομίζει πως κάτι κτύπησε, χωρίς να ξέρει τι. Ο ίδιος γύρισε πίσω να δει τον αποβιώσαντα, αλλά δεν τον είδε. Υπολόγισε πως, μετά τον καυγά τους, ο αποβιώσας πήγε πίσω στο γκαράζ του Ν. και έτσι είπε στην κοπέλα πως δεν έχει τίποτε, να πάει στο καλό. Δεν θυμάται αν ήταν πριν ή μετά που έφυγε η Εναγόμενη 2, αλλά είδε στον δρόμο ένα πορτοφόλι και ένα καπελάκι και τα έβαλε πάνω στο σπιτάκι με τα σκουπίδια, για να τα δει ο αποβιώσας όταν βγει ή για να τα πιάσει, γιατί υπολόγισε πως ήταν δικά του. Πήγε πίσω στο αυτοκίνητό του και έγραψε σε ένα χαρτί τα νούμερα του οχήματος της Εναγόμενη 2 επειδή του είχε πει ότι κάτι κτύπησε. Ξεκίνησε με κατεύθυνση προς την Παναγιά χωρίς να έχει οτιδήποτε στα αριστερά, έκανε επαναστροφή και γύρισε πίσω για να πάει στο χωριό του. Όταν έφτασε περίπου στο ύψος ενός σπιτιού που βρίσκεται δεξιά, 60-70 μέτρα από το σημείο που σταμάτησαν με την Εναγόμενη 2, πρόσεξε ένα «πράμα», σαν σκουπίδια, στην αντίθετη λωρίδα και αμέσως σταμάτησε. Δεν είχε άλλο όχημα. Κατέβηκε από το όχημα, διαπίστωσε πως ήταν ο αποβιώσας, φώναξε, δεν είχε κανέναν. Το πρόσωπό του είχε αίματα και διάφορα κτυπήματα, φαίνονταν νεκρός. Τον έπιασε από τις μασχάλες, έκανε τη σκέψη να τον βάλει μέσα στο αυτοκίνητο, αλλά, όταν είδε πως δεν θα τα κατάφερνε, γιατί ήταν βαρύς, τον έβγαλε έξω από τον δρόμο, για να μην περάσει άλλο αυτοκίνητο από πάνω του. Τον άφησε εκεί και έφυγε, για να σκεφτεί τι θα κάνει. Προχωρώντας, τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Του τηλεφώνησαν μετά για να πάει στη σκηνή του περιστατικού. Στην δεύτερη ανακριτική του κατάθεση, με τη μέθοδο των ερωταπαντήσεων, ο Εναγόμενος 1 (Βιη), έδωσε κάποιες απαντήσεις που διαφοροποίησαν σε σημεία την εκδοχή του ή τη συσκότισαν με τοποθετήσεις ότι δεν θυμάται. Εκεί, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως την ώρα που ο αποβιώσας είχε το χέρι του μέσα στο όχημα του Εναγόμενου 1, έπιασε το χέρι του που είχε πάνω στο τιμόνι, για να μπορέσει να οδηγήσει και να φύγει. Ομοίως, στη συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε την 10.05.2012 (Βιθ), εκεί, λέγοντας, μεταξύ άλλων, πως, όταν ξεκίνησε το όχημά του, ο Εναγόμενος 1, ο αποβιώσας προσπάθησε να τον εμποδίσει, κρατώντας το τιμόνι με το ένα του το χέρι και το άλλο στο καθρεφτάκι. Όπως κρατούσε το τιμόνι, ο Εναγόμενος 1 προχώρησε δύο μέτρα περίπου χωρίς να τον αφήνει. Αντιλήφθηκε τότε ότι άφησε τα χέρια του και προχώρησε ακόμα τρία με τέσσερα μέτρα. Σιγουρεύτηκε πως δεν ήταν πάνω στο αυτοκίνητό του και προχώρησε και σταμάτησε για να βρει το τηλέφωνό του. Σιγουρεύτηκε αφού δεν τον είδε από το καθρεφτάκι το εξωτερικό της μεριάς του οδηγού. Δεν τον είδε ούτε να φεύγει, ούτε να μένει. Δεν τον είδε αν ήταν μέσα στον δρόμο ή αλλού, «εξαφανίστηκε», όπως ανέφερε. Υπολόγισε πως έφυγε και πήγε προς το γκαράζ. Δεν θυμάται εάν κοίταξε από το εσωτερικό καθρεφτάκι, είχε σκοτεινιάσει καλά και πίσω του δεν είχε φώτα. Τότε, προχώρησε ακόμα λίγο, πριν από το σημείο που είναι οι πέτρες, που υπέδειξε, και σταμάτησε. Όλη τη διαδρομή, την οδηγούσε ευθεία, μέσα στη διαπλάτυνση, δεν μπήκε στον δρόμο. Την ώρα που σταμάτησε, άνοιξε την πόρτα του, αφού αναζητούσε το τηλέφωνό του, δεν το βρήκε και κατέβηκε και έψαχνε. Εκείνη τη στιγμή, δεν κοίταζε πίσω να δει πού ήταν ο αποβιώσας. Επειδή έκανε τη σκέψη ότι πήγε στο γκαράζ να ειδοποιήσει την Αστυνομία, έψαχνε το κινητό του για τον ίδιο λόγο, να ειδοποιήσει αυτός. Δεν είδε φώτα από άλλο όχημα, άκουσε τον θόρυβο, ταυτόχρονα ήρθε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 2 κοντά του. Από την ώρα που ο αποβιώσας άφησε τα χέρια του από το όχημα του Εναγόμενου 1, μέχρι τη στιγμή εκείνη που ακούστηκε ο θόρυβος, έγιναν όλα συνεχόμενα, δεν πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς όμως να μπορεί και να προσδιορίσει ακριβώς τον χρόνο. Δεν είναι σίγουρος αν η Εναγόμενη 2 του είπε πως κτύπησε άνθρωπο. Δεν πήγε κοντά στο αυτοκίνητό της. Ήταν σοκαρισμένη και τότε αντιλήφθηκε ότι, αριστερά του οχήματός της, στέκονταν κάποιος πολύ ψηλός κύριος, αλλά επειδή ήταν σκοτεινά, δεν είδε καλά. Δεν ήταν ο αποβιώσας. Τον είδε που ξεκίνησε προς το όχημα της κοπέλας. Ο ίδιος συνέχισε το ψάξιμο του τηλεφώνου και δεν θυμάται ποιος έφυγε πρώτος. Από το σημείο που ήταν, κοίταξε εάν ήταν κάπου ο αποβιώσας, αλλά δεν είδε κάτι, είχε ορατότητα, αλλά δεν είδε και είχε και την έγνοια. Δεν θυμάται πότε έγραψε τον αριθμό εγγραφής του οχήματος της κοπέλας. Συνέχισε στη διαπλάτυνση, με κατεύθυνση προς την Παναγιά και εξηγεί την πορεία του. Ο λόγος που επέστρεψε ήταν γιατί είχε έγνοια για τον αποβιώσαντα. Τότε, τον είδε στη δεξιά πλευρά του δρόμου προς την άσπρη γραμμή, ήταν πεσμένος στο πλευρό, υπήρχε αίμα στο στόμα του και στην άσφαλτο. Στην Εναγόμενη 2, διορθώνοντας ό,τι ανέφερε προηγουμένως, είπε «αν θέλεις φύε». Υπέδειξε στον Αστ.1142, που του εξήγησε το σχέδιο, τις αποστάσεις, αφού προηγουμένως είχαν πάει και στη σκηνή. Στις καταθέσεις των Τεκμηρίων Βιγ και Βιδ, που έλαβαν οι Λοχ.2192 και Αστ.1827, αναφέρονται γεγονότα που προηγήθηκαν της παραλαβής του οχήματος του αποβιώσαντος και οι συνθήκες υπό τις οποίες ειδοποιήθηκε ο Εναγόμενος 1 για την άφιξη του αποβιώσαντος στο συνεργείο του Ν.. Δεν χρησιμεύουν στα γεγονότα που ενδιαφέρουν αυτή την υπόθεση, εφόσον η οικονομική διαφορά μεταξύ του Εναγόμενου 1 και του αποβιώσαντος, με αφορμή την επιδιόρθωση του οχήματος του αποβιώσαντος από τον Εναγόμενο 1, δεν αμφισβητείται. Η κατάθεση που έλαβε ο Αστ.50 (Βκα) από τη σύζυγο του Εναγόμενου 1, ήταν για τα γεγονότα μετά το δυστύχημα. Η κατάθεση που έλαβε ο Αστ.2760 (Βκβ) από τον υιό της αδελφής του Εναγόμενου 1 και συγγενή του αποβιώσαντος, είναι για τα γεγονότα πριν και μετά το δυστύχημα. Οι καταθέσεις του αδελφού και του υιού της συζύγου του Εναγόμενους 1 που έλαβαν οι Αστ.3144 (Βκδ) και Αστ.1698 (Βκγ) αντίστοιχα είναι μετά το δυστύχημα. Νομικά σημεία Σύμφωνα με το άρθρο 51 και τα επόμενα άρθρα του Κεφ.148, που συνοψίζουν και τις σχετικές νομολογιακές αρχές, «αμέλεια» συvίσταται, μεταξύ άλλων, στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία, υπό τις περιστάσεις, λoγικό συvετό πρόσωπo θα τελoύσε͘. Αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί μόvo υπέρ του προσώπου έναντι στο oπoίo o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. Και στην περίπτωση οδικής αμέλειας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν διαφοροποιούνται. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε λογικά ως μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες περιστάσεις. Η αμέλεια συνυφαίνεται με τον χρόνο, τον τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στo δυστύχημα. Κάθε πρόσωπο έχει καθήκον μέριμνας (duty of care), απρόσωπα, έναντι σε κάθε άλλο πρόσωπο που χρησιμοποιεί την ίδια «οδό», με την έννοια του άρθρου 2 του ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος 96(I)/2000 που περιλαμβάνει και το έρεισμα του δρόμου, και που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του. Το καθήκον αυτό προσδιορίζεται και συγκεκριμενοποιείται μέσα στο εκάστοτε πραγματικό πλαίσιο. Το κριτήριο εάν υπήρξε παράβασή του (breach of duty) είναι αντικειμενικό και το μέτρο είναι ο μέσος συνετός οδηγός· όχι ο τέλειος[4]. Εάν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι λογικά εμφανής, το να μην πάρει ένας οδηγός τις αναγκαίες προφυλάξεις, συνιστά αμέλεια. Αν όμως η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι μόνο μια απλή πιθανότητα, που δεν θα περνούσε από το μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, τότε, το να μην πάρει ένας οδηγός πρόσθετες προφυλάξεις, δεν αποτελεί αμέλεια[5]. Χρειάζεται να αποδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια (causation) µεταξύ της αμέλειας του ενεχόμενου οδηγού και της ζηµιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείµενο της δίκης[6]. Το άρθρο 55 Κεφ. 148 περιέλαβε στο κείμενό του ότι, σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται ότι o εvάγων στερείται γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv που oδήγησε στη ζημιά, και ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά[7]. Πρόκειται για μερική κωδικοποίηση της αρχής res ipsa loquitur[8] (το πράγμα ομιλεί από μόνο του). Όπως λέχθηκε από στην Lloyde v West Midlands Gas Board [1974] 1 WLR 749 σελ. 755: «No more than an exotic, although convenient, phrase to describe what is in essence no more than a common sense approach, not limited by technical rules, to the assessment of the effect of evidence in certain circumstances. It means Page 3 that a plaintiff prima facie establishes negligence where: (
  1. i)it is not possible for him to prove precisely what was the relevant act or omission which set in train the events leading to the accident; but (
  2. ii)on the evidence as it stands at the relevant time it is more likely than not that the effective cause of the accident was some act or omission of the defendant or of someone for whom the defendant is responsible, which act or omission constitutes a failure to take proper care for the plaintiff's safety.» Με βάση την αρχή αυτή, ο ενάγων μπορεί να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας, όταν δεν είναι εφικτό γι' αυτόν να αποδείξει ακριβώς τη σχετική πράξη ή παράλειψη στη ροή των γεγονότων που οδήγησαν στο συμβάν (είναι ένα ανεξήγητο για τον ίδιο συμβάν) και με βάση τη μαρτυρία, ως έχει τη δεδομένη στιγμή, είναι πιθανότερο η πραγματική αιτία του δυστυχήματος να ήταν κάποια πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου (παρά άλλου), η οποία συνιστά παράλειψη άσκησης εύλογης επιμέλειας για την ασφάλεια του ενάγοντος. Με τεχνικούς όρους, έχει τύχει αμφισβήτησης το κατά πόσον η αρχή res ipsa loquitur μετατοπίζει το βάρος απόδειξης[9]. Είναι όμως σαφές ότι, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέχει μια εξίσου εύλογη εξήγηση για το δυστύχημα που δεν συνεπάγεται αμέλεια εκ μέρους του ή μπορεί να αποδείξει ότι αυτό δεν συνέβη από αμέλεια, τότε το Δικαστήριο είναι πιθανό να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής, μένοντας με το εκ πρώτης όψεως του ενάγοντος. Η εξήγηση που παρέχει ο εναγόμενος κρίνεται έναντι στο λογικό συμπέρασμα αμέλειας και αυτή μπορεί να είναι μια κάπως άβολη θέση για τον εναγόμενο[10]. Όπως υποδείχθηκε και στη Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd [1971] 3 All ER 822, δεν είναι αναγκαίο να δικογραφείται η αρχή res ipsa loquitur, που εκφράζει απλώς κανόνα απόδειξης βασισμένο στο δίκαιο και την κοινή λογική[11]· αρκεί να αποδεικνύονται τα γεγονότα που την καθιστούν εφαρμόσιμη. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής αυτής αποτελεί η ουσιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται. Δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει την αμέλεια[12]. Ανάμεσα στα παραδείγματα εφαρμογής της αρχής res ipsa loquitur είναι και η Widdowson v Newgate Meat Corporation [1998] PIQR P138, που ομοιάζει, σε σημεία, με γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η αξίωση του ενάγοντος εκεί προέκυψε από ατύχημα που έλαβε χώρα πριν από τα μεσάνυχτα, ενώ ήταν πεζός. Κτυπήθηκε από ένα βαν Mercedes που οδηγούσε ένας άνδρας και, ενώ βρίσκονταν ξαπλωμένος στο οδόστρωμα, κτυπήθηκε από ένα άλλο όχημα, Ford Cortina, που οδηγούσε μία γυναίκα. Το θύμα εκεί δεν αποβίωσε, αλλά ενήγαγε δια του πατέρα και πλησιέστερου φίλου του γιατί έπασχε από σοβαρή ψυχική διαταραχή (που δεν προκλήθηκε από το ατύχημα), συνεπώς και σε εκείνη την περίπτωση δεν μπορούσε να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο ο ίδιος για το τι συνέβη, γεγονός που βεβαιώνονταν από ιατρική μαρτυρία. Η πλευρά του ενάγοντος είχε προσκομίσει μαρτυρία από ιατρό, για την κατάσταση του ενάγοντος, και μαρτυρία από τον ανακριτή της υπόθεσης, ο οποίος είχε μεταβεί στη σκηνή του ατυχήματος κατόπιν τηλεφωνήματος του άνδρα που ενεπλάκη στο ατύχημα, εντοπίζοντας εκεί μόνον τη γυναίκα, οι εμπλεκόμενοι οδηγοί είχαν δώσει καταθέσεις στην αστυνομία, που ανέφερε. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντος, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία, με την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε από τον ενάγοντα η ευθύνη τους, για να χρειάζεται απάντηση. Το πρωτόδικο δικαστήριο, με σύντομη απόφαση, δεν εφάρμοσε την αρχή res ipsa loquitur και απέρριψε την απαίτηση του ενάγοντος, λέγοντας πως δεν αποδείχθηκε πού, πώς και γιατί ο ενάγων ήταν στον δρόμο πριν από τη σύγκρουση, κατά πόσο ήταν και πώς ήταν στον δρόμο και πότε και πώς εισήλθε σε αυτόν. Βασικά, η απόρριψη ήταν γιατί δεν υπήρχε μαρτυρία για τις περιστάσεις του ατυχήματος, που οδήγησαν σε πρώτη φάση στη σύγκρουση του βαν με τον πεζό. Το συμβάν μπορούσε να οφείλεται σε αμέλεια του ενός ή του άλλου οδηγού ή και των δύο, αλλά το Δικαστήριο δεν μπορούσε να γνωρίζει από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του και δεν ήταν διατεθειμένο να συμπεράνει από αυτά ότι η σύγκρουση πιθανότητα να προκλήθηκε από αμέλεια των εναγόμενων. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε επιτυχώς. Το Court of Appeal ανέφερε πως, εφόσον η πλευρά των εναγόμενων είχε επιλέξει να μην προσκομίσει μαρτυρία, το καθήκον του Δικαστηρίου ήταν να διαπιστώσει, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, που προσκομίστηκε από την πλευρά του ενάγοντος, εάν μπορούσε να θεμελιωθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας ή όχι· παρόλο που, όπως λέχθηκε, δεν είναι σύνηθες η ευθύνη για οδική αμέλεια να βασίζεται στην εφαρμογή της αρχής res ipsa loquitur και είναι επίσης σπάνιο το Δικαστήριο να πρέπει να αποφασίσει για την ευθύνη χωρίς να έχει μαρτυρία ενώπιον του από οποιονδήποτε εκ των εμπλεκόμενων στο τροχαίο ατύχημα. Υπό τις περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης, η μαρτυρία που ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων, εξ ακοής όσον αφορά τις αναφορές του ανακριτή σε καταθέσεις των εναγόμενων στην αστυνομία) επαρκούσε για να αναζητηθεί εξήγηση από τους εναγόμενους, και (έναντι σε μια τέτοια μαρτυρία της πλευράς του ενάγοντος, αυτής της ποιότητας) τα πράγματα ενδεχομένως να ήταν διαφορετικά εάν οι εναγόμενοι προσκόμιζαν μαρτυρία, μέσα από την οποία θα μπορούσε να εξακριβωθεί εάν είναι λογικό το συμπέρασμα αμέλειας από μόνο το γεγονός του ατυχήματος. Εφαρμογή της αρχής έγινε και στην J v North Lincolnshire CC [2000] PIQR P84, που ήταν υπόθεση τροχαίου ατυχήματος με πεζό παιδί που έβγαινε από σχολείο. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αμέλεια, συvιστά υπεράσπιση, αvεξάρτητα τoυ ότι o εvαγόμεvoς απέδειξε αμέλεια, ότι κάπoιoς τρίτoς επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια πoυ επιδείχτηκε από τov τρίτo ήταv η απoφασιστική αιτία της ζημιάς, ή τo ότι η ζημιά oφειλόταv στηv επέλευση ασύvηθoυς φυσικoύ συμβάvτoς απρόβλεπτoυ για τo λoγικό άvθρωπo και τoυ oπoίoυ oι συvέπειες δεv μπoρoύσαv vα απoτραπoύv με τηv καταβoλή εύλoγης επιμέλειας. Υπεράσπιση συνιστά και τo ότι o εvάγων είχε γvώση και αvτίληψη ή πρέπει vα θεωρηθεί ότι έχει γvώση και αvτίληψη της κατάστασης πραγμάτωv πoυ πρoκαλεί τη ζημιά και ότι εκoύσια εξέθεσε τov εαυτό τoυ ή τηv ιδιoκτησία τoυ σε αυτήν. Τέτοια υπεράσπιση δεν μπορεί να προβληθεί σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα που oφειλόταv στη μη επλήρωση υπoχρέωσης πoυ επιβάλλεται στov εvαγόμεvo voμoθέτημα. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/1972, οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, κι αν προκάλεσε σε άλλο πρόσωπο σωματική βλάβη, η ποινή που προβλέπεται είναι αυξημένη. Οι περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμοί του 1984, ως είχαν τροποποιηθεί μέχρι τον χρόνο του ένδικου συμβάντος, προβλέπουν ορισμένους κανόνες οδικής συμπεριφοράς, που περιλαμβάνουν την υποχρέωση λήψης μέτρων για την διασφάλιση της ελεύθερης και απρόσκοπτης οδήγησης. Με βάση τους ίδιους κανονισμούς, σε περίπτωση που οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος εμπλακεί σε δυστύχημα σε οποιονδήποτε δρόμο (όπου δυστύχημα δεν νοείται μόνο η σύγκρουση μεταξύ μηχανοκίνητων οχημάτων) έχει την υποχρέωση να σταματήσει επιτόπου στο σημείο όπου συνέβη το δυστύχημα, να λάβει μέτρα για αποφυγή πρόκλησης άλλου δυστυχήματος, και εάν πρόκειται για δυστύχημα που προκάλεσε θάνατο ή τραυματισμό, να ειδοποιήσει αμέσως την Αστυνομία και να αναμένει τις οδηγίες της Αστυνομίας, αλλά και να αναμείνει στη σκηνή μέχρι να ολοκληρωθεί η επιτόπια εξέταση. Η παράβαση των κανονισμών τιμωρείται ποινικά. Οι υφιστάμενοι κανονισμοί μπορούν να χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας του οδηγού, χωρίς να το εξαντλούν. Δεν αποκλείεται μαρτυρία επειδή είναι εξ ακοής, αλλά η βαρύτητά της αξιολογείται με βάση κριτήρια, ορισμένα εκ των οποίων περιλαμβάνονται στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό η πλευρά των Εναγόντων, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία αυτή, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρες στη διαδικασία τα πρόσωπα που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις· το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· τον βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας. Λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Σύμφωνα με το άρθρο 26 Κεφ. 9, σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε της διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου, πριν ο διάδικος που προσήγαγε την εξ ακοής μαρτυρία κλείσει την υπόθεσή του, να κλητεύσει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με την αρχική του δήλωση. Το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό της περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όταν μάρτυρας κλητεύεται με αυτό τον τρόπο, λογίζεται ως εάν είχε κλητευθεί από τον διάδικο ο οποίος έχει προσαγάγει την αρχική δήλωση με εξ ακοής μαρτυρία. Σε περίπτωση που η μαρτυρία κατά την αντεξέταση του μάρτυρα που είχε προβεί στην αρχική δήλωση και κλήθηκε με αυτό τον τρόπο είναι ουσιωδώς διαφορετική από την προσαχθείσα εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο δύναται στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας να μη αποδέχεται την εξ ακοής μαρτυρία που είναι σε αντίθεση με την αρχική δήλωση. Σε περίπτωση κλήτευσης ως μάρτυρα με αυτό τον τρόπο, τα έξοδα καταβάλλονται από τον διάδικο που προσήγαγε την εξ ακοής μαρτυρία, εκτός εάν το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη της της περιστάσεις της δίκης, διατάξει άλλως πώς. Για την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα προαναφερόμενα, το σύνολο των περιστάσεων, αλλά και το συμφέρον της δικαιοσύνης, της σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης που περιλαμβάνει πρωτίστως τη διασφάλιση της δίκαιης δίκης και της ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων[13]. Αξιολόγηση και Εξέταση Και στην υπό εξέταση υπόθεση εφαρμόζεται η αρχή res ipsa loquitur, εφόσον το πώς έγινε το δυστύχημα, είναι μόνο στην γνώση των Εναγόμενων 1 και 2. Όλη η μαρτυρία που διατίθεται είναι σε σχέση με τα εκ των υστέρων ευρήματα στη σκηνή του δυστυχήματος και τις ενέργειες διερεύνησης και ό,τι υπέδειξαν ή κατέθεσαν στις ανακριτικές αρχές οι Εναγόμενοι 1 και 2. Το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διαπιστώσει εάν, μέσα από τη μαρτυρία που προσκόμισε η ΜΕ1, μπορεί να συναχθεί λογικά συμπέρασμα εκ πρώτης όψεως αμέλειας των Εναγόμενων 1 και 2. Η μαρτυρία που προορίζεται για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αμέλειας στην πολιτική δίκη (χωρίς η αναφορά στο «εκ πρώτης όψεως» να συνδέεται ή να σχετίζεται εννοιολογικά καθόλου με τον χειρισμό του εκ πρώτης όψεως στην ποινική δίκη), κατά πάσα πιθανότητα ή και αναγκαστικά, είναι εξ ακοής και περιστατική, είτε πρόκειται για πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία είτε για περαιτέρω βαθμού εξ ακοής μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι έγινε το δυστύχημα δεν αμφισβητείται. Ούτε πως, όταν έλαβε χώρα το δυστύχημα, παρόντες ήταν το θύμα, που ενώ ήταν πεζός απεβίωσε στην σκηνή του δυστυχήματος, και οι Εναγόμενοι 1 και 2. Το πλαίσιο της δίκης και η ροή της διαδικασίας δεν ήταν εάν έγινε ή δεν έγινε το δυστύχημα ή εάν το θύμα απεβίωσε συνεπεία αυτού ή όχι. Δεν αμφισβητείται ούτε το γεγονός πως ο Εναγόμενος 1 και ο αποβιώσας λογομάχησαν και πως ο αποβιώσας είχε πιαστεί από το όχημα του Εναγόμενου 1 για να τον αποτρέψει να αποχωρήσει, ούτε ότι ο Εναγόμενος 1, παρά το γεγονός αυτό, οδήγησε το όχημά του. Δεν αμφισβητείται επίσης το γεγονός πως η Εναγόμενη 2 διέρχονταν από τον ίδιο δρόμο και κτύπησε σε σώμα (είτε πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά της είτε ήταν εκεί και δεν το είδε) που, κατά λογική ακολουθία, ήταν το σώμα του αποβιώσαντος (παρά οτιδήποτε άλλο), ο οποίος, εν τέλει, κατέληξε. Οι έγγραφες δηλώσεις του Αστ.1142, όπως περιέχονται στα Τεκμήρια Βα και Ββ, κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, δεν αμφισβητήθηκαν ως προς την αυθεντικότητά τους· είτε πρόκειται για δηλώσεις γεγονότων που απορρέουν από την άμεση γνώση του Αστ.1142 για τη σκηνή του δυστυχήματος (που εκείνην μόνο μπορεί ο ίδιος να γνωρίζει) είτε για δηλώσεις γεγονότων που λέχθηκαν στον ίδιο από πρόσωπα και είναι εξ ακοής του, ώστε να δείξει δρόμο στους Ενάγοντες να προσκομίσουν μαρτυρία και από τον Αστ.1142, για να βεβαιώσει ή να εξηγήσει τα έγγραφα που συνέταξε και που η ΜΕ1 έχει στην κατοχή της, για καλύτερη απόδειξη των γεγονότων. Δεν τέθηκε θέση ενάντια στο γεγονός ότι ο Αστ.1142, με την ιδιότητά του ως μέλος της Αστυνομίας, προέβη στις ερευνητικές ενέργειες που εκθέτει. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε πως είχε λόγο ή κίνητρο να αναγράψει αναλήθειες στις εκθέσεις του ή να μεταφέρει ανακριβώς ό,τι του λέχθηκε από τους καταθέσαντες. Οι δηλώσεις, περιεχόμενες σε έγγραφα, μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο αυτούσιες από την ΜΕ1. Το σχεδιάγραμμα του δυστυχήματος περιλαμβάνει τόσο διαπιστώσεις του Αστ.1142 μετά από το δυστύχημα (προέβη και σε ιδίες παρατηρήσεις στη σκηνή, ευρήματα, μετρήσεις και τοποθέτησε συγκεκριμένα σημεία στο σχεδιάγραμμα) τόσο και δηλώσεις των άλλων μελών της Αστυνομίας που μετείχαν στη διερεύνηση του δυστυχήματος, βάσει των οποίων συμπληρώθηκε. Επίσης, το τι λέχθηκε στον ο Αστ.1142 από τον Εναγόμενο 1, είναι ό,τι ο Εναγόμενος 1 ανέφερε και μέσω του δικογράφου του στο Δικαστήριο. Τα ευρήματα της ΥΠΕΓΕ επί της σκηνής του δυστυχήματος, που ο Αστ.1142 μετέφερε στο σχέδιο, είναι μεταφορά πραγματικής μαρτυρίας που είδε και ο ίδιος, ασχέτως εάν δεν διενήργησε ο ίδιος και τις επιμέρους δικανικές πράξεις και υπήρξε ομαδική διερεύνηση. Δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση πως οι διαπιστώσεις της ΥΠΕΓΕ στον χώρο του δυστυχήματος, στις οποίες βασίστηκε ο Αστ.1142 για να ετοιμάσει το σχέδιο, ήταν λανθασμένες, γιατί ισχύει κάποια άλλη εκδοχή σε σχέση με τη σκηνή του δυστυχήματος. Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκε, κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, το γεγονός πως η ΜΕ1 έλαβε από την Αστυνομία τα έγγραφα που περιέχονται στη δέσμη Β, που περιλαμβάνουν και τα προαναφερόμενα, αλλά και τις καταθέσεις των Αστ.1169 (Βστ), Υπαστυνόμου Κ. (Βγ), Υπαστυνόμου Ψ. (Βδ), Δρ. Ελένης Αντωνίου (Βη), Δρ. Καριόλου (Βιβ), Αστυνόμου Β' Κ. (Βια), Λοχ.1289 (Βζ), Αστ.2350 (Βε), Λοχ.2748 (Βι), τις οποίες συνέταξαν και υπέγραψαν τα πρόσωπα αυτά, ώστε να διαφαίνεται ανάγκη να προσέλθουν στο Δικαστήριο και τα αυτά πρόσωπα, για να αναγνωρίσουν και να επιβεβαιώσουν τα κείμενά τους. Δεν αμφισβητήθηκε ούτε το γεγονός πως μέλη της Αστυνομίας (Αστ.1291, Αστ.1827, Αστ.2639, Αστ.1142, Υπαστυνόμος Κ., Αστ.50, Αστ.2760, Αστ.1698, Αστ.3144), στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, έλαβαν τις καταθέσεις που περιέχονται στα Τεκμήρια Βθ, Βιγ έως και Βκγ, ώστε να υποδειχθεί ότι περαιτέρω άτομα, πλην των προαναφερόμενων, θα έπρεπε να προσέλθουν στο Δικαστήριο για να βεβαιώσουν το γεγονός αυτό. Δεν υποδείχθηκε πως οποιαδήποτε δήλωση γεγονότος περιλήφθηκε από τα προαναφερόμενα μέλη της Αστυνομίας στα Τεκμήρια Βθ, Βιγ έως και Βκγ δεν είχε μεταφερθεί επακριβώς ως κατατέθηκε σε αυτούς, ή ότι τα Τεκμήρια Βθ, Βιγ έως και Βκγ δεν συνιστούν τις καταθέσεις των ατόμων που αναφέρονται στην Αστυνομία στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Όπως διαφαίνεται από τα έγγραφα της δέσμης Β, στη διερεύνηση της υπόθεσης μετείχαν ακόμα, σε διάφορους ρόλους, οι Αστ.779, Λοχ.1297, Αστ.1871, Αστ.1898, Λοχ.2192, Αστ.2495, Αστ.2543, Αστ.2558, Αστ.2641, Αστ. 2760, Αστ.2798, Αστ.2926, Αστ.2952. Γενικά, δεν φαίνεται στο Δικαστήριο η ΜΕ1 να μην έλαβε τα έγγραφα της δέσμης Β από τον ανακριτικό φάκελο και να τα κατασκεύασε, προκειμένου να πει αναλήθειες στο Δικαστήριο. Οι καταθέσεις των μελών της Αστυνομίας που βρίσκονται στη δέσμη Β συνάδουν μεταξύ τους, ως προς τις ενέργειες διερεύνησης που έγιναν μετά από το δυστύχημα και με τα αποτελέσματα των εξετάσεων που έγιναν από τους Δρ. Αντωνίου και Δρ. Καριόλου. Οι δεύτερου βαθμού εξ ακοής δηλώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 συνάδουν και με τη δικογράφησή τους. Ακόμα κι αν οι Ενάγοντες προσκόμιζαν στο Δικαστήριο μαρτυρία περίπου 30 ατόμων, ακολουθώντας τεχνικούς κανόνες, για να επιβεβαιώσουν τις δηλώσεις που περιέχονται στα έγγραφα της δέσμης Β, ότι τα διάφορα μέλη της Αστυνομίας έλαβαν τις καταθέσεις που προσκομίστηκαν ή ότι πρόσωπα κατέθεσαν στην Αστυνομία όσα περιέχονται στα έγγραφα, που προσκόμισε η ΜΕ1, δεν θα διαφοροποιούνταν οτιδήποτε σε σχέση με τα γεγονότα που σχετίζονται με το πώς έγινε το δυστύχημα. Κανένα από τα μέλη της Αστυνομίας γνωρίζει πώς έγινε το δυστύχημα. Υπάρχουν μόνο ευρήματα από τη διερεύνηση της σκηνής του δυστυχήματος, η μαρτυρία των Εναγόμενων 1 και 2 και περιστατική μαρτυρία για τα γεγονότα πριν και μετά το δυστύχημα, η οποία αφορά στο εδώ αδιαμφισβήτητο πως ο Εναγόμενος 1 και ο αποβιώσας είχαν οικονομική διαφορά και συναντήθηκαν πριν από το δυστύχημα, μετά το οποίο, και ενώ ο αποβιώσας ήταν νεκρός στον δρόμο, ο Εναγόμενος 1 επέστρεψε στο σπίτι του. Το ότι προσκομίστηκε εξ ακοής η μαρτυρία όλων των μετεχόντων στη διερεύνηση της υπόθεσης ή καταθεσάντων, διευκόλυνε το έργο της Δικαιοσύνης, παρά συσκοτίζει την εξακρίβωση της αλήθειας. Η μαρτυρία αυτή είναι η μόνη που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο και δεν θα την αγνοήσει, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε πως αποτελεί μέρος του ανακριτικού φακέλου της υπόθεσης που τηρεί η Αστυνομία. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα που χρειάζονται για τους σκοπούς αυτής της υπόθεσης και τον σκοπό προσκόμισης της μαρτυρίας αυτής, που είναι, επαναλαμβάνεται, να θέσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας των Εναγόμενων 1 και 2, ικανή να οδηγήσει στην ανάγκη οι Εναγόμενοι 1 και 2 να παρέχουν εξηγήσεις για το πώς έγινε το δυστύχημα, προκειμένου να αποκλείσουν τη δική τους εμπλοκή. Το ότι η ΜΕ1 δεν είχε στην κατοχή της για να προσκομίσει και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του δυστυχήματος και τις φωτογραφίες που είχαν ληφθεί κατά την ανάκριση και γενικότερα δεν παρουσίασε όλο τον ανακριτικό φάκελο, δεν καθιστά τη μαρτυρία της ελλιπή ούτε υποδηλοί προσπάθειά της να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ο βασικός κορμός των γεγονότων που συνδέει τους Εναγόμενους 1 και 2 με το θανατηφόρο δυστύχημα, άμεσα, είναι εκεί. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν στερήθηκαν της δυνατότητας να καλέσουν οποιονδήποτε εκ των αρχικώς δηλούντων (εκτός από τους ίδιους), για να αντεξεταστούν. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, δεν θεωρώ ανασφαλές να βασιστεί το Δικαστήριο στο σχεδιάγραμμα του δυστυχήματος και στην κατάθεση του Αστ.1142 (Βα, Ββ), στις καταθέσεις ή εκθέσεις των λοιπών μελών της Αστυνομίας που μετείχαν στη διερεύνηση της υπόθεσης (Βγ, Βδ, Βε, Βστ, Βζ, Βι, Βια), στις εκθέσεις της Δρ. Αντωνίου (Βη) και του Δρ. Καριόλου (Βιβ) και στις καταθέσεις των Εναγόμενων 1 και 2 (Βιε έως και Βκ), που προσκόμισε η ΜΕ1, καθώς και στη μαρτυρία της ΜΕ1, για να διαπιστώσει εάν υφίσταται εκ πρώτης όψεως αμέλεια (inference of negligence) των Εναγόμενων 1 και 2. Νοείται πως ερμηνευτικές ή συμπερασματικές αναφορές οποιωνδήποτε εκ των αρχικώς δηλούντων ή και της ΜΕ1 δεν χρειάζονται, όπως και η μαρτυρία των ατόμων που περιλαμβάνεται στα Τεκμήρια Βιγ, Βιδ, Βκα, Βκβ, Βκγ, Βκδ, που αναφέρεται σε γεγονότα πριν και μετά από το δυστύχημα, που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν τη διερεύνηση τυχόν ποινικών αδικημάτων. Έχοντας υπόψη και το κανονικό πλαίσιο οδικής συμπεριφοράς, ένας οδηγός αυτοκινήτου που, για οποιονδήποτε λόγο, έχει σε επαφή με το σταματημένο όχημά του πεζό, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο αποβιώσας ήταν σε επαφή με το όχημα του Εναγόμενου 1 (ως αναφέρεται και στο δικόγραφο του Εναγόμενου 1), που παρεμποδίζει την ελεύθερη και ασφαλή χρήση του οχήματός του, οφείλει να μην θέτει σε κίνηση το όχημά του, πριν να ελέγξει και να διασφαλίσει πως κάτι τέτοιο θα ήταν ασφαλές, εφόσον, με την μετακίνηση του οχήματος, μπορεί να επέλθει τραυματισμός του πεζού. Ο Εναγόμενος 1, όπως φαίνεται μέσα από τα έγγραφα της δέσμης Β στα οποία το Δικαστήριο βασίζεται, έθεσε σε κίνηση το όχημά του και το οδήγησε, ενώ ήταν σε επαφή με το όχημά του ο πεζός αποβιώσας, χωρίς το όχημα να είναι ελεύθερο για κίνηση, γνωρίζοντας αυτό, και προσπαθώντας, με τη χρήση οδικής ταχύτητας, να απομακρύνει τον αποβιώσαντα. Στη συνέχεια, ενώ ήταν προβλεπτό να είχε τραυματιστεί ο αποβιώσας από την οδική βία, που ήταν δυσανάλογη της δικής του σωματικής δύναμης, ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να ελέγξει επαρκώς πού βρίσκονταν ο πεζός αποβιώσας, εάν είχε τραυματιστεί από τον οδικό χειρισμό του Εναγόμενου 1 και εάν είχε πέσει στον δρόμο τραυματισμένος. Αδιαφόρησε για την ασφάλεια του αποβιώσαντος στον δρόμο. Ήταν προβλεπτό πως, εάν ο αποβιώσας βρίσκονταν τραυματισμένος στον δρόμο, τυχόν διερχόμενο όχημα, μπορούσε να τον κτυπήσει περαιτέρω. Όταν διαπίστωσε πως, αμέσως μετά, μπορεί να ήταν ο αποβιώσας που κτυπήθηκε από άλλο διερχόμενο όχημα, της Εναγόμενης 2, γιατί δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο και η έγνοια τον οδήγησε να επιστρέψει στο σημείο, παρέλειψε να ειδοποιήσει την Αστυνομία και απομακρύνθηκε από τη σκηνή του δυστυχήματος. Η συμπεριφορά του Εναγόμενου 1, εκ πρώτης όψεως, συνιστά παράβαση του καθήκοντος του μέσου λογικού και συνετού οδηγού, υπό τις περιστάσεις, δίδοντας εκ πρώτης όψεως αμέλεια του Εναγόμενου 1 έναντι στον αποβιώσαντα. Ένας οδηγός αυτοκινήτου που, κατά την οδήγηση, συγκρούεται με έμψυχο ή άψυχο σώμα στον δρόμο, και προκαλείται δυστύχημα, όπως στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη 2, οφείλει να ακινητοποιήσει το όχημά του και να ειδοποιήσει αμέσως την Αστυνομία, για να λάβει οδηγίες της. Η Εναγόμενη 2, όπως φαίνεται μέσα από τα έγγραφα της δέσμης Β στα οποία το Δικαστήριο βασίζεται, παρέλειψε να δει έγκαιρα ή καθόλου το σώμα του αποβιώσαντος, που βρίσκονταν πεσμένο στον δρόμο, το οποίο κτύπησε με το όχημά της και το κτύπημα ήταν χαμηλά. Έπειτα, ενώ είχε αντιληφθεί πως είχε συγκρουστεί με σώμα, που δεν αποκλείονταν να ήταν έμψυχο σώμα, ανήκον ακόμα και σε ζώο, ακινητοποίησε μεν το όχημά της, αλλά παρέλειψε να ειδοποιήσει αμέσως στην Αστυνομία, για να λάβει οδηγίες της. Χωρίς να γνωρίζει η ίδια τι πρέπει να πράξει, προσέτρεξε στον Εναγόμενο 1. Έπειτα, χωρίς επαρκή έλεγχο, σε όλα τα σημεία του οχήματος και του δρόμου, και ενώ δεν διερευνήθηκε το ατύχημα, η ίδια, αποφάσισε να συνεχίσει την πορεία της, όπως φαίνεται τελικά, παρασύροντας, στο κάτω μέρος του οχήματός της, εγκλωβισμένο, το σώμα του αποβιώσαντος, το οποίο, οδηγώντας, παρέλειψε να δει και όταν απεγκλωβίστηκε από το όχημά της. Η συμπεριφορά της Εναγόμενης, εκ πρώτης όψεως συνιστά παράβαση του καθήκοντος του μέσου συνετού οδηγού, υπό τις περιστάσεις, δίδοντας εκ πρώτης όψεως αμέλεια της Εναγόμενης 2 έναντι στον αποβιώσαντα. Ο θάνατος του αποβιώσαντος ήταν το άμεσο αποτέλεσμα του δυστυχήματος. Συνάγεται, λογικά, πως επήλθε είτε από την αμέλεια του Εναγόμενου 1, είτε από την αμέλεια της Εναγόμενης 2, είτε από την αμέλεια των Εναγόμενων 1 και 2. Τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και η Εναγόμενη 2, με τις προαναφερόμενες πράξεις ή παραλείψεις τους, που, ως προκύπτουν, ήταν διαδοχικές και αλληλένδετες, ως σε ενιαίο πλαίσιο (και δεν μαρτυρείται πως όταν η Εναγόμενη 2 κτύπησε το σώμα του αποβιώσαντος εκείνος ήταν εν ζωή), συνέβαλαν ουσιωδώς και καθοριστικά στη θανάτωση του αποβιώσαντος. Λόγω της μη προσκόμισης μαρτυρίας από τους Εναγόμενους 1 και 2, και έχοντας υπόψη την υφιστάμενη μαρτυρία, το ποσοστό ευθύνης του Εναγόμενου 1 είναι 50% και το ποσοστό ευθύνης της Εναγόμενης 2 είναι 50%. Δεν μειώνονται τα ποσοστά αυτά λόγω συμπεριφοράς του αποβιώσαντος που να δηλοί έλλειψη αυτοπροστασίας του. Η μη προσκόμιση μαρτυρίας από τους Εναγόμενους 1 και 2, δεν επιτρέπει εξέταση της μεταξύ τους διαφοράς, που παρέμεινε εν τέλει αστήρικτη. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν και καθήκον επιμέλειας έναντι στους οικείους του αποβιώσαντος, δηλαδή τους Ενάγοντες, να τους ενημερώσουν επακριβώς και αληθώς για τις συνθήκες του δυστυχήματος. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε βάση από την οποία μπορεί να αντληθεί ένα τέτοιο καθήκον. Ένας πολίτης που εμπλέκεται σε τροχαίο ατύχημα ή δυστύχημα οφείλει να ενημερώσει την Αστυνομία, η οποία προχωρά με ανάλογη διερεύνηση, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνει καταθέσεις από τους εμπλεκόμενους σε αυτό και ενημερώνει τους οικείους του θύματος ανάλογα. Εάν οι εκδοχές των εμπλεκόμενων στο ατύχημα ή δυστύχημα προς τις ανακριτικές αρχές διαφέρουν ή συγκρούονται ή περιέχουν αντιφάσεις, κάτι το οποίο συμβαίνει, για διάφορους λόγους, δεν σημαίνει πως παραβιάζεται κάποιο (νομικό) καθήκον ειλικρινούς ενημέρωσης ή αλήθειας οφειλόμενο έναντι στους οικείους του θύματος. Τυχόν ανάγκη των οικείων του θύματος για αλήθεια, απολογία ή άλλη κοινωνική συμπεριφορά ή επίδειξη ήθους, όσο κατανοητή και να είναι, δεν μπορεί να βρει θέση στον μηχανισμό που υπάρχει στο δίκαιο της αμέλειας. Να τεθεί γενικευμένα ως καθήκον επιμέλειας. Συνακόλουθα, η θέση των Εναγόντων για αμέλεια των Εναγόμενων 1 και 2 και έναντι στους Ενάγοντες δεν μπορεί να επιτύχει. Οι Ενάγοντες δεν θέτουν ζήτημα ελλιπούς διερεύνησης από τις κρατικές αρχές. Αποζημιώσεις Έχοντας καταλήξει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 (που δεν έδωσαν οι ίδιοι μία διαφορετική λογική εξήγηση για τη θανάτωση του αποβιώσαντος, άλλην από εκείνην που προκύπτει εκ πρώτης όψεως από τα έγγραφα της δέσμης Β, τη μαρτυρία της ΜΕ1 και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, ότι είναι πιο πιθανόν να οφείλεται σε δική τους πράξη ή παράλειψη, παρά όχι) είναι ένοχοι αμέλειας, μένει ο καθορισμός των αποζημιώσεων. Σε περίπτωση θαvάτωσης πρoσώπoυ συvεπεία αστικoύ αδικήματoς, το θύμα του αστικού αδικήματος, υπενθυμίζεται, είναι ο αποβιώσας. Σε όφελoς της συζύγου και των τέκνων τoυ, δυνατόν να επιδικαστεί αποζημίωση λόγω απώλειας (bereavement). Τo πoσό που επιδικάζεται ως απoζημίωση λόγω απώλειας oρίζεται από τον νόμο σε Λ.Κ.10.000,00 (Λίρες Κύπρου), που αντιστοιχεί σε €17.086,01 (Ευρώ). Σε περίπτωση πoυ υπάρχει αξίωση για απoζημιώσεις λόγω απώλειας πρoς όφελoς συζύγου και τέκνων του αποβιώσαντος, τo πoσό πoυ επιδικάζεται, αφoύ αφαιρεθoύv oπoιαδήπoτε έξoδα πoυ δεv εισπράχθηκαv από τov εvαγόμεvo (εάν υπάρχουν), καταμερίζεται εξίσoυ μεταξύ τoυς. Δυνατόν vα επιδικαστoύv απoζημιώσεις άλλες από τις απoζημιώσεις λόγω απώλειας, oι oπoίες αvαλoγoύv πρoς τη ζημιά η oπoία πρoκύπτει από τoν θάvατo, στoυς εξαρτώμεvoυς. Η εξάρτηση και η απώλειά της (loss of dependency) Προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι ο πατέρας της ήταν υγιής και ασχολείτο και με τις γεωργικές εργασίες από τις οποίες είχε εισόδημα, η ΜΕ1 προσκόμισε βεβαιώσεις από συγχωριανούς του αποβιώσαντος (Τεκμήρια 1 και 2). Από τα εισοδήματά του και πρόσθετα με τη σύνταξη του, συντηρούσε, όπως ανέφερε, την άρρωστη σύζυγό του, Ενάγουσα 1, και τον υιό του, Εναγόμενο 4, που πάσχει από παραπληγία. Δεν προσκομίστηκε κάποιο στοιχείο αποδεικτικό της ασθένειας της Ενάγουσας 1 και του Ενάγοντος 4. Έπειτα, η μαρτυρία της ΜΕ1 για την εξάρτηση των Εναγόντων 1 και 4 από τον αποβιώσαντα τέθηκε με τρόπο πολύ γενικό. Παρότι ο αποβιώσας, ως δεν αμφισβητήθηκε, μπορεί είχε ελεύθερες οικονομικές δραστηριότητες (Τεκμήρια 1 και 2), αν και άνω των 70 ετών και συνταξιούχος, και μπορεί ενδεχομένως να συνεισέφερε οικονομικά στην οικογένεια και την οικία του, ιδίως στους Ενάγοντες 1 και 4, όπως ανέφερε η ΜΕ1, το Δικαστήριο δεν γνωρίζει επακριβώς ούτε την κατάσταση των Εναγόντων 1 και 4 (κατάσταση υγείας, ηλικίες, κ.λπ.), αλλά ούτε και τα καθαρά εισοδήματα και τα έξοδα του αποβιώσαντος, με κατάλληλο τρόπο, για να μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ότι τα πρόσωπα αυτά είχαν όντως εξάρτηση, ότι ο αποβιώσας συνεισέφερε σε συγκεκριμένο ποσοστό στα πρόσωπα αυτά, ότι υπήρξε απώλεια της εξάρτησης με τον θάνατό του, που η προσδοκία ήταν να υπάρχει μέχρι συγκεκριμένη ηλικία του αποβιώσαντος, και να προχωρήσει με σχετικές αριθμητικές πράξεις και συγκεκριμένους υπολογισμούς. Ούτε η δικογράφηση ήταν επαρκής (όπου εκεί γίνεται αναφορά σε πέραν των €15.000,00 ετησίως εισοδήματα, χωρίς να έχουν προσκομιστεί στοιχεία γι' αυτά) σε σχέση με την εξάρτηση, ούτε η μαρτυρία. Ακόμα και για την εφαρμογή της κλασσικής ποσοστιαίας προσέγγισης, που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο καθορισμός του ποσού της εξάρτησης ή του ποσού των προσωπικών εξόδων του αποβιώσαντος είναι ελλιπής ή είναι αδύνατο να καθοριστεί, εάν υιοθετηθεί ένα ποσοστό λ.χ. 67%[14] για τη σύζυγο (εφόσον δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία σε σχέση με την κατάσταση υγείας του Ενάγοντος 4, τον τόπο διαμονής του, κ.λπ., και το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει), δεν μπορεί να εφαρμοστεί με συγκεκριμένο τρόπο. Η όλη αναφορά των Εναγόντων σε εξάρτηση παρέμεινε κυρίως σε λογοτεχνικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, αναγκαστικά, δεν θα επιδικαστεί αποζημίωση για απώλεια εξάρτησης. Ψυχιατρική ζημιά Ο θάνατος του αποβιώσαντος, ιδίως ο τρόπος με τον οποίο προκλήθηκε, όπως ανέφερε με γλαφυρότητα η ΜΕ1 στο Δικαστήριο, προκάλεσε τεράστια στεναχώρια στους Ενάγοντες. Πέραν αυτού, όμως, η ΜΕ1 προσκόμισε ιατρικό πιστοποιητικό σε σχέση με τις επιπτώσεις στην υγεία της ίδιας (Τεκμήριο 3). Το Τεκμήριο 3 είναι ιατρικό πιστοποιητικό από νευρολόγο, ημερομηνίας 07.04.2015, που αναφέρει πως εξέτασε την ΜΕ1 την 10.05.2012. Εξ ακοής μαρτυρία, επίσης, με την οποία η νευρολόγος αναφέρει πως, επειδή είχε και η ΜΕ1 μεταβεί στη σκηνή του δυστυχήματος για αναγνώριση του αποβιώσαντος και βίωσε το αποτέλεσμα, μετά από τον θάνατο αυτό, παρουσίασε έντονα συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης, έντονες φοβίες και κρίσεις πανικού. Χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, με την οποία παρουσίασε βελτίωση, ωστόσο υποτροπίασε μετά τη διάγνωση καρκίνου. Η απόδειξη ψυχιατρικής ζημιάς σε Δικαστήριο εξαιτίας αστικού αδικήματος σε άλλο πρόσωπο, δεν είναι εύκολη διαδικασία. Υπάρχουν νομικοί περιορισμοί, οι οποίοι αναπτύχθηκαν στις Mcloughlin v. O'Brian [1983] AC 410 και Alcock v. Chief Constable of South Yorkshire Police [1992] 1 AC 310 και λειτουργούν ως μηχανισμοί ελέγχου. Δεν εκτίθενται περιοριστικά, παρά τα ιδιαίτερα περιστατικά της Alcock (ανωτέρω). Η προσέγγιση της Alcock (ανωτέρω) ήταν και είναι προσέγγιση πολιτικής ασφαλείας που σκόπευσε στον περιορισμό των εν δυνάμει δευτερογενών θυμάτων και προϋποθέτει: να υπάρχει συζυγική ή γονική σχέση μεταξύ του πρωτογενούς (αποβιώσαντος) και του δευτερογενούς θύματος (οικείου)· η ζημιά του ενάγοντος, για την οποία αξιώνονται αποζημιώσεις, να έχει προκύψει από ξαφνικό και αναπάντεχο σοκ· ο ενάγων να ήταν είτε προσωπικά παρών στη σκηνή του συμβάντος, είτε βρισκόταν στην εμβέλεια του και μαρτύρησε τον απόηχό του· η ζημιά του ενάγοντος να προέκυψε από την προσωπική μαρτυρία (δια ιδίων αισθήσεων) του θανάτου ή του εξαιρετικού κινδύνου ή της ζημιάς του πρωτογενούς θύματος (αποβιώσαντος)· να μην υπάρχει μόνο φυσική εγγύτητα με το συμβάν, αλλά και χρονική σύνδεση μεταξύ του συμβάντος και της σύλληψη του από τον ενάγοντα, σε συνδυασμό με την στενή σχέση και επίδραση μεταξύ του πρωτογενούς θύματος (αποβιώσαντος) και του ενάγοντος. Ο δικαστικός χειρισμός του ψυχικού τραύματος στις υποθέσεις αστικής αμέλειας είναι σε συνάρτηση με τις δυναμικές απόκλισης από την αιτιώδη συνάφεια, τις τάσεις εύκολης προσποίησης (malingered psychiatric illness), αλλά και το εύρος που καλύπτει ήδη η εκ του νόμου αποζημίωση λόγω πένθους. Στην Σκωτική Young v. MacVean [2014] CSOH 133, η ενάγουσα, μητέρα 26χρονου θύματος θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος, δεν ήταν παρούσα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, αλλά πέρασε από στη σκηνή του δυστυχήματος μετά που αυτό είχε συμβεί. Είχε αρκετό καιρό να δει τον υιό της, με τον οποίο είχε διευθετήσει συνάντηση την ημέρα και ώρα του δυστυχήματος. Ο υιός της άργησε στο ραντεβού τους, η ίδια αντιλήφθηκε κίνηση και φασαρία στον δρόμο, κοντά στο σημείο συνάντησης, προσέγγισε το σημείο και είδε ένα τραγικό δυστύχημα που την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κάποιος άνθρωπος είχε χάσει τη ζωή του εκεί. Έπειτα, με ένα συνδυασμό γεγονότων και συνειρμών, της δημιουργήθηκε η υποψία ότι το θύμα του δυστυχήματος θα μπορούσε να είναι ο υιός της, οπότε άρχισε να φωνάζει και να προβαίνει σε ενέργειες εξακρίβωσης της ταυτότητας του θύματος του τροχαίου. Οι αστυνομικοί που την είδαν σε τέτοια κατάσταση την οδήγησαν σε παράπλευρο χώρο όπου της υπέβαλαν ερωτήσεις σχετικά, επιβεβαιώνοντας από τη συζήτησή τους ότι όντως επρόκειτο για τον υιό της, οπότε και τότε την πληροφόρησαν ότι το θύμα είναι ο υιός της. Ο οδηγός του οχήματος που προκάλεσε το συμβάν είχε παραδεχθεί ενοχή και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης· ό,τι απασχόλησε το Δικαστήριο, ήταν εάν μπορούσε να αποζημιωθεί και η ενάγουσα, ως «δευτερογενές θύμα». Το ψυχικό της τραύμα εκεί δεν αμφισβητείτο ότι επήλθε· ό,τι έπρεπε να αποδειχθεί, ήταν εάν/ότι αυτό είχε επέλθει από τον απόηχο του συμβάντος του δυστυχήματος και μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με την αμέλεια του οδηγού του οχήματος και δεν επήλθε απλά στο άκουσμα της είδησης της απώλειας του υιού της στο δυστύχημα. Σε εκείνη την περίπτωση, η αλυσίδα των γεγονότων, η φυσιολογική αλληλουχία τους, οδηγούσε στο ότι η γνώση της ενάγουσας για το δυστύχημα και κατ' επέκταση το ψυχικό της τραύμα προήλθαν απευθείας από την ίδια τη σκηνή του δυστυχήματος, όπως τη συνέλαβε δια ιδίων αισθήσεων και όχι από την είδηση που της έφερε τρίτο πρόσωπο ότι ο υιός της απεβίωσε, οπότε και θεωρήθηκε μέρος του ιδίου επεισοδίου. Στη Ravenscroft v. Rederiaktiebølaget Transatlantic [1992] 2 All E.R. 470n, CA ανατράπηκε η Ravenscroft v. Rederiaktiebølaget Transatlantic [1991] 3 All E.R. 73 και το Court of Appeal έκρινε ότι η μητέρα που πληροφορήθηκε από το σύζυγό της τις συνθήκες θανάτου του υιού τους δεν εντάσσονταν στην κατηγορία του «δευτερογενούς θύματος» γιατί δεν πληρούσε το κριτήριο της σύλληψης δια ιδίων αισθήσεων που φαίνεται να απαιτεί τη χρονική και φυσική εγγύτητα. Στη Hambrook v. Stokes Brothers [1925] 1 K.B. 141, που μπορεί να ήταν και η πρώτη υπόθεση που πυροδότησε τη νομολογιακή τάση προς την ενεργητική νομιμοποίηση των «δευτερογενών θυμάτων», η μητέρα που υπέστη ψυχική ζημιά χωρίς να είναι η ίδια σε φυσικό κίνδυνο, βλέποντας ένα άδειο φορτηγό να κατευθύνεται απειλώντας την ασφάλεια των παιδιών της, αποζημιώθηκε, παρόλο που το Δικαστήριο δεν είχε αναπτύξει εκεί πλήρως έναν μηχανισμό. Το ψυχικό τραύμα (ή ψυχιατρική ζημιά) θα πρέπει να επέλθει από την πράξη αμέλειας, παρά από το αποτέλεσμα αυτής. Στη Taylor v. Somerset Health Authority [1993] PIQR P262, κατόπιν αμελούς ιατρικής διάγνωσης, ο ασθενής υπέστη καρδιακή προσβολή. Η ενάγουσα που υπέστη ψυχικό τραύμα, αναγνωρίζοντας το πτώμα του συζύγου της, δεν είχε αποδείξει την πηγή του ψυχικού της τραύματος, ότι ήταν η αμελής διάγνωση, και δεν υπήρξε σύνδεση του με αυτή τη συμπεριφορά του εναγόμενου. Στην Αυστραλιανή Victorian Railways Commissioners v. Coultas
(1888)13 App.Cas. 222, όπου γυναίκα σε κύηση απέβαλε στη θέα ενός οχήματος να περνά από τις ράγες, ενώ διέρχονταν επί αυτών τρένο, δεν θεωρήθηκε «δευτερογενές θύμα». Έπειτα, στη Bourhill v. Young [1943] A.C. 92, απέτυχε η αξίωση της ενάγουσας που, ούσα σε κύηση επίσης, μαρτύρησε τροχαίο δυστύχημα και υπέστη ψυχικό τραύμα. Στη Young v. Charles Church (Southern) Ltd
(1997)39 BMLR 146, ο Ενάγων, υπάλληλος που υπέστη ψυχιατρική ζημιά, όταν ο συνάδελφος του που στεκόταν δίπλα του υπέστη ηλεκτροπληξία στο χώρο εργασίας τους συνεπεία αμέλειας του εργοδότη, θεωρήθηκε ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η ΜΕ1, που διαμένει στη Λευκωσία, όπου και βρίσκονταν κατά την ώρα του συμβάντος, πληροφορήθηκε τον θάνατο του πατέρα της σε δυστύχημα και μετέβη οδικώς από τη Λευκωσία στην Αμαργέτη, στη σκηνή του δυστυχήματος, αναγνωρίζοντας τον αποβιώσαντα και βιώνοντας τη θλίψη, που εντάθηκε λόγω του τρόπου που συνέβη ο θάνατός του. Δεν είναι υπόθεση στην οποία το Δικαστήριο αυτό θα μπορούσε να επιδικάσει αποζημίωση για ψυχιατρική ζημιά, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια. Πέραν αυτού, δεν υπάρχει ούτε κατάλληλη δικογράφηση για ψυχιατρική ζημιά της Ενάγουσας 2 στο δικόγραφο των Εναγόντων, με λεπτομέρειες που να επέτρεπαν στην πλευρά των Εναγόμενων, εάν επιθυμούσαν, να ενεργοποιήσουν διαδικασία εξέτασης της Ενάγουσας 2 από ιατρό της επιλογής τους, και το Τεκμήριο 13, ως προσκομίσθηκε από την ΜΕ1, δεν θα μπορούσε να επαρκεί για βασίσει δικαστικό εύρημα ως το περιεχόμενό του. Όπως θα πρέπει να είναι κατανοητό, το Δικαστήριο δεν γνωρίζει από μόνο του τα προσόντα του προσώπου που υπέγραψε το Τεκμήριο 13 (όπως ενδεχομένως να τα γνωρίζει η ΜΕ1). Δεν εξηγήθηκε, γιατί δεν προσήλθε η ίδια η ιατρός να καταθέσει, για ό,τι εκθέτει ως ψυχιατρική ζημιά, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε στη δίκη, έχοντας υπόψη και πως χρειάζεται άμεση ειδική μαρτυρία για το συγκεκριμένο ζήτημα, που πρέπει να προσκομίζεται από την πλευρά του ενάγοντος. Οι δε αναφορές επί του Τεκμηρίου 13 είναι, επίσης, γενικές, εφόσον δεν εξηγείται η σχετικότητα της ειδίκευσης του νευρολόγου, πώς έγινε η διάγνωση (π.χ. με βάση τα κριτήρια που προβλέπονται σε κάποιον από τους οδηγούς διαφορικής διάγνωσης, όπως κάποια έκδοση του DSM), ποια ακριβώς θεραπεία συνταγογραφήθηκε, πόσες συναντήσεις έγιναν, κ.λπ.. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ1, όταν ερωτήθηκε πόσες φορές επισκέφθηκε τη νευρολόγο, απάντησε με επίμονη αοριστία «αρκετές», ως να μην είχε σημασία, ενώ είχε αναφερθεί και σε φιλικές συνεδρίες ή συζητήσεις με τη νευρολόγο στο σπίτι της, κατά τρόπο που δημιούργησε και σκιές ως προς την ανεξαρτησία της ιατρικής γνώμης που περιέχεται στο Τεκμήριο
  1. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο ρόλος ενός εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα ανεξάρτητα και αμερόληπτα, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τις ειδικές γνώσεις που χρειάζονται, για να το βοηθήσει στην κρίση του. Αναγκαστικά, και χωρίς ανάγκη περαιτέρω αξιολόγησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί το Τεκμήριο 13 και την εξ ακοής μαρτυρία της νευρολόγου ως ιατρική μαρτυρία για την απόδειξη ψυχιατρικής ζημιάς της ΜΕ1 σχετικής με το επίδικο δυστύχημα. Το πένθος Είναι δεδομένο πως, οποιοσδήποτε βιώνει τον θάνατο οικείου του, που αγαπά, ξαφνικά, μετά από δυστύχημα, και δη με υπόνοιες φόνου εν προκειμένω, και μπαίνει στη διαδικασία να κατανοήσει τι συνέβη, και δεν μπορεί γιατί βρίσκει εμπόδια ή συμπεριφορές που παραγνωρίζουν την ανθρώπινη ανάγκη, υπόκειται σε ψυχική φθορά, η οποία, με τη σειρά της, μπορεί να επηρεάζει περαιτέρω την υγεία ή τη ζωή του, ποικιλοτρόπως. Ουδεμία χρηματική αποζημίωση είναι εφικτό να διαγράψει τον ψυχικό πόνο της απώλειας. Σε επίπεδο δικαίου, τι πρέπει να πληρώσει ο αδικοπραγήσας στους οικείους του αποβιώσαντος, δεν μετριέται αναλόγως της έκτασης του ψυχικού πόνου, που μπορεί να διαφέρει σε κάθε άνθρωπο, για σωρεία λόγων. Είναι κατανοητά όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, με συναισθηματική ένταση, η ΜΕ
  2. Οι αποζημιώσεις λόγω πένθους, που προβλέπει το άρθρο 58 Κεφ. 148, αποσκοπούν απλώς στην αναγνώριση της θλίψης και της ταλαιπωρίας που βιώνουν τα επιζώντα μέλη της οικογένειας που έχουν πληγεί (εμμέσως) από ένα θανατηφόρο δυστύχημα. Δεν προσφέρονται για κάποιου είδους αποκατάσταση, ούτε, όπως προαναφέρθηκε, αντανακλούν την έκταση του πένθους του κάθε οικείου. Στην εγχώρια νομοθεσία, είναι ακόμα κάπως διευρυμένη η εφαρμογή ως προς τα πρόσωπα που μπορούν να λάβουν αυτού του είδους την εκ του νόμου προβλεπόμενη αποζημίωση (σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει, για παράδειγμα, στην Αγγλία), ενώ υφίσταται ακόμα ποσοτικός περιορισμός (σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει, για παράδειγμα, στη Σκωτία), δηλαδή περιορισμός ως προς το ποσό που επιδικάζεται. Το Δικαστήριο δεν έχει την ελευθερία να καθορίσει το ίδιο την αποζημίωση λόγω πένθους, αναλόγως συγκεκριμένων παραγόντων, που μπορεί να διαπιστώσει, στην κάθε μία ξεχωριστή περίπτωση. Στον εγχώριο νόμο, προβλέπεται ένα συγκεκριμένο ποσό, που αντιστοιχεί μόνον σε €17.086.01 (Λ.Κ.10.000,00). Από το 1985, που είχε εισαχθεί ο εν λόγω περιορισμός, με τον Ν.156/85, στις Λ.Κ.3.000,00, το 1992, αυξήθηκε στις Λ.Κ.6.000,00, με τον Ν.73(Ι)/92· το 2002, αυξήθηκε στις Λ.Κ.10.000,00, με τον Ν.154(Ι)/
  3. Έκτοτε, δεν υπήρξε άλλη αύξηση, παρόλο που έχει παρέλθει μία εικοσαετία. Το ποσό που επιδικάζεται ως αποζημίωση λόγω πένθους με βάση τον νόμο κατανέμεται μεταξύ των περισσότερων εναγόντων, εξίσου. Προστίθεται τόκος από την ημερομηνία του θανάτου. Οι ιδιότητες των Εναγόντων, ως σύζυγος και τέκνα του αποβιώσαντος, δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε τα τέκνα φαίνεται να αποκλείονται επί του παρόντος από τη νόμιμη αποζημίωση λόγω ενηλικότητας ή άλλων παραγόντων (μη απόδειξη εξάρτησης). Δεν προκύπτει από οπουδήποτε ανάγκη για οποιαδήποτε αφαίρεση από το ποσό των €17.086.
  4. Άλλες αποζημιώσεις Παρόλο που το ποσό που προβλέπεται στον νόμο για την απώλεια λόγω πένθους μπορεί να θεωρείται χαμηλό, καλύπτει την αποζημίωση που δικαιούνται οι Ενάγοντες. Δεν υποδεικνύεται ανάγκη διαφοροποίησης της περίπτωσής τους από τις συνήθεις περιπτώσεις απώλειας λόγω πένθους έπειτα από θανατηφόρο αστικό αδίκημα, παρά τη μαρτυρία της ΜΕ1, που, με πειστικό τρόπο, περιέγραψε την αγάπη που έτρεφε η ίδια για τον πατέρα της, την απώλεια του οποίου αισθάνθηκε περισσότερο όταν έπρεπε να παλέψει με τον καρκίνο, να μοιραστεί μαζί του πράγματα, να δεχθεί πατρικές συμβουλές. Η αναφορά στη σχέση του αποβιώσαντος με τους Ενάγοντες 1, 3 και 4 από την ΜΕ1 ήταν υποτυπώδης, ενώ, όσον αφορά το τι βίωσε η ίδια, ιδωμένο υπό το πλαίσιο της ψυχιατρικής ζημιάς, όπως εξηγήθηκε, δεν οδηγεί το Δικαστήριο στην κατεύθυνση αναγνώρισης ύπαρξης ζημιάς άλλης από το πένθος, ακόμα κι αν αυτό βιώθηκε έντονα ή εντονότερα από κάποιους εκ των Εναγόντων, λόγω του συνόλου των συνθηκών. Ο αποβιώσας, παρόλη την ηλικία του, είχε προσδόκιμο ζωής, που συντηρούσε και την ελπίδα των οικείων του ότι θα απολάμβαναν τη ζωή και την παρουσία του για τα επόμενα χρόνια. Η αγάπη αυτή και η προσδοκία, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να προσεγγιστεί ως εξάρτηση, με την υφιστάμενη μαρτυρία. Είναι γεγονός πως ο τρόπος με τον οποίο προκλήθηκε ο θάνατος του αποβιώσαντος είναι θλιβερός. Από κάθε άποψη. Μπορεί επίσης να διακριθεί το στοιχείο της ανθρώπινης αδιαφορίας στις πράξεις ή παραλείψεις των Εναγόμενων 1 και 2, ως τουλάχιστον μαρτυρήθηκαν εκ πρώτης όψεως (και μη έχοντας έναντί τους άλλη μαρτυρία, κατέληξαν και σε εύρημα ενοχής). Η μη επιδίκαση, όμως, γενικών αποζημιώσεων προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος ή των οικείων του θύματος για διακριτό αστικό αδίκημα εναντίον τους, δεν δίδει πλαίσιο μέσα στο οποίο το Δικαστήριο να μπορεί να περιλάβει αποζημιώσεις προς τιμωρία ή παραδειγματισμό. Είναι, όπως είναι αναμενόμενο, γνωστό και στους Ενάγοντες, πως το Δικαστήριο της αγωγής δεν επιβάλλει ποινές, με τον τρόπο που εξέφρασε την ανάγκη για τιμωρία ή «δικαιοσύνη» η ΜΕ
  5. Δεν ζητούνται ειδικές αποζημιώσεις. Κατάληξη Επειδή το Δικαστήριο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, έχει καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής των Εναγόμενων 1 και 2 για αμέλεια έναντι στον αποβιώσαντα· και επειδή οι Ενάγοντες, σύζυγος και τέκνα του αποβιώσαντος, δικαιούνται στην εκ του νόμου προβλεπόμενη και καθορισμένη αποζημίωση λόγω πένθους (bereavement), αλλά δεν έχει αποδειχθεί απώλεια εξάρτησης ή άλλη ζημιά οποιουδήποτε εκ των Εναγόντων 1, 2, 3 και 4, αιτιωδώς συνδεδεμένη με την αμέλεια των Εναγόμενων 1 και 2, εκδίδεται απόφαση: Ο Εναγόμενος 1 να πληρώσει στους Ενάγοντες 1, 2, 3 και 4 το ποσό των €8.543.00, πλέον νόμιμο τόκο από την 03.05.2012 μέχρι εξόφλησης, κατανεμημένο εξίσου σε κάθε έναν εκ των Εναγόντων 1, 2, 3 και
  6. Η Εναγόμενη 2 να πληρώσει στους Ενάγοντες 1, 2, 3 και 4 το ποσό των €8.543.00, πλέον νόμιμο τόκο από την 03.05.2012 μέχρι εξόφλησης, κατανεμημένο εξίσου σε κάθε έναν εκ των Εναγόντων 1, 2, 3 και
  7. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, να πληρώσουν στους Ενάγοντες 1, 2, 3 και 4 τα έξοδα της αγωγής (ένα σετ εξόδων), όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον της Εναγόμενης 2 και η ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 εναντίον του Εναγόμενου 1 απορρίπτονται. Έκαστος εκ των Εναγόμενων 1 και 2, σε σχέση με την αναμεταξύ τους διαδικασία, να υποστεί τα δικά του έξοδα. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298. [4] Σωκράτους v. Αστυνοµίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420. [5] Lang v. London Transport Executive
(1959)3 All E.R. 609, Παναγιώτου ν. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. [6] Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 ΑΑΔ.
  1. [7] Άρθρο 55 Κεφ.
  2. [8] Scott v. London and St Katherine Docks Co
(1865)3 H & C 596, Ex Ch. [9] Βλ. Lord Pearson στην Henderson v Henry E Jenkins [1970] AC 282 σελ. 301 [10] Ng Chun Pui v Lee Chuen Tat [1988] RTR 298, PC. [11] Smith v. Fordyce [2013] EWCA Civ 320. [12] Savvides v. Mesaritis
(1985)1 CLR 261, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614 και αρκετές άλλες, έως και τις πιο πρόσφατες Επίσημος Παραλήπτης v. Αντωνίου, Πολιτικές Εφέσεις 377/2012 και 383/2012, ημερομηνίας 20.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A382, D. Skaros Enterprises Ltd v. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολιτική Έφεση 496/2012, ημερομηνίας 26.09.2019, ECLI:CY:AD:2019:A394, Αριστοδήμου ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Παλιομετόχου, Πολιτική Έφεση 46/2013, ημερομηνίας 24.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:A441. [13] Νικηφόρου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 19/2022 ημερομηνίας 06.03.2023, Τουμαζή v. Vandita Dixit, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 05.05.2015. [14] Harris v. Empress Motors [1984] 1 W.L.R. 212. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.