ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ, Αγωγή αρ. 128/2017, 18/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 128/2017 ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγων ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 18 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Π. Κλεοβούλου Για τον Εναγόμενο: Επ. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Ο Ενάγων ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα το 2002 και καταχωρίστηκαν εναντίον του δύο αγωγές, από την οδηγό του άλλου οχήματος και από το πρόσωπο που επέβαινε σ' αυτό. Εκπρόσωπος των εναγουσών σε εκείνες τις αγωγές ήταν ο Εναγόμενος, δικηγόρος. Λόγω της απόσυρσης του δικηγόρου του Ενάγοντος από την εκπροσώπησή του στις δύο αγωγές, εκείνες κατέληξαν σε έκδοση αποφάσεων εναντίον του, ερήμην. Ο Ενάγων δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει τα εξ αποφάσεως χρέη και λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του, στο πλαίσιο των οποίων κατασχέθηκε και πωλήθηκε το όχημά του σε δημόσιο πλειστηριασμό και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα πληρωμής των εξ αποφάσεως χρεών με μηνιαίες δόσεις. Ούτε στα εν λόγω διατάγματα μηνιαίων δόσεων ανταποκρίθηκε και κινήθηκαν εναντίον του ποινικές υποθέσεις για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή, στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν εντάλματα για είσπραξη χρηματικών ποινών. Την 29.05.2008, το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων («το Ταμείο») πλήρωσε τα ποσά των δικαστικών αποφάσεων και σύμφωνα με τον Ενάγοντα τα εξ αποφάσεως χρέη αλλά και κάθε σχετική απαίτηση είχε εξοφληθεί. Όταν ο Ενάγων επιχείρησε να ταξιδέψει με πλοίο, την 27.07.2013, συνελήφθη στο λιμάνι της Λεμεσού, ενώπιον της μνηστής του και φίλων του και άλλων, για τον λόγο ότι εκκρεμούσαν εναντίον του εντάλματα που είχαν εκδοθεί σε τέσσερις ποινικές υποθέσεις. Κατόπιν διαπραγμάτευσης, ο Ενάγων πλήρωσε το ένα εξ αυτών, για να αφεθεί να ταξιδέψει, αλλά, όπως θέτει, υπέστη ζημιά, εφόσον διασύρθηκε, αναστατώθηκε, προκλήθηκε καθυστέρηση στο πλοίο και αρνητικά συναισθήματα, και απέκτησε μόνιμο άγχος. Με αφορμή το περιστατικό αυτό, προέβη σε έρευνα και ανέθεσε σε δικηγόρο να υπολογίσει τυχόν υπόλοιπα των εξ αποφάσεως χρεών και εξόδων, διαπιστώνοντας αφενός ότι κατέβαλε στον Εναγόμενο ποσό €1.926,00 πέραν του οφειλόμενου, αφετέρου ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να προβεί στην ακύρωση των ενταλμάτων είσπραξης μετά την εξόφλησή του από το Ταμείο. Καταχώρισε αγωγή το 2016, η οποία απορρίφθηκε λόγω παράλειψης εμφάνισης του δικηγόρου του. Καταλογίζει στον Εναγόμενο, για όλα, δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, παράβαση καθηκόντων ως δικηγόρος, και εμμέσως αμέλεια, και ζητά θεραπείες που συνίστανται στην αναγνώριση των προαναφερόμενων, στην ακύρωση των ενταλμάτων, στην επιστροφή του ποσού των €1.926,00 και σε αποζημιώσεις. Ο Εναγόμενος αρνείται την απαίτηση του Ενάγοντος και ισχυρίζεται πως ο Ενάγων δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου. Εξάλλου, όπως ισχυρίζεται, στον βαθμό που οι αξιώσεις του εδράζονται σε αστικά αδικήματα, αυτές έχουν παραγραφεί. Ο Ενάγων δεν δικαιούται, κατά τον Εναγόμενο, να αμφισβητεί την εγκυρότητα, νομιμότητα και ισχύ δικαστικών αποφάσεων, διαταγμάτων ή ενταλμάτων. Η δε διευθέτηση με το Ταμείο δεν περιλάμβανε τα έξοδα που είχαν δημιουργηθεί υπέρ των πελατών του Εναγόμενου, τα οποία θα έπρεπε να εξοφληθούν από τον Ενάγοντα προσωπικά και δεν είχαν εξοφληθεί, εξ ου και προχώρησαν διαδικασίες και εκδόθηκαν τα επίδικα εντάλματα, ενώ ο Ενάγων, σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε να γνωρίζει την οφειλή του προς τους πελάτες του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος ζητά την απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντος, που με απαντητικό δικόγραφο εμμένει στη δική του εκδοχή. Τα περισσότερα από τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται, σε σχέση με την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων, τα μέτρα εκτέλεσης, την έκδοση των ενταλμάτων, την πληρωμή από το Ταμείο, τα γεγονότα στο λιμάνι, ή την καταχώριση και απόρριψη της αγωγής του
- Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ο Εναγόμενος, σε κάθε ουσιώδη χρόνο, ενεργούσε εκ μέρους των πελατών του ως δικηγόρος. Ό,τι ζητείται από το Δικαστήριο αυτό να αποφασίσει, σε σχέση με τα γεγονότα, είναι εάν η πληρωμή που έγινε από το Ταμείο αφορούσε και σε όλα τα έξοδα του Εναγόμενου και εάν με βάση τις πληρωμές που έγιναν από τον Ενάγοντα υπήρξε πληρωμή μη οφειλόμενου ποσού στον Εναγόμενο. Συνακόλουθα, εάν ο Εναγόμενος, ως δικηγόρος, προέβη σε διαβήματα για είσπραξη μη οφειλόμενων ποσών ή παρέλειψε να προβεί στην ακύρωση των ενταλμάτων με σκοπό να εξαπατήσει τον Ενάγοντα ή αμελώς ή κατά παράβαση κάποιου καθήκοντός του ως δικηγόρος, το οποίο να μπορεί να επικαλεστεί ο Ενάγων για προσωπική ευθύνη του. Διαδικασία Για την πλευρά του Ενάγοντος, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον ίδιο (ΜΕ1), από την κυρία Ειρήνη Σωκράτους (ΜΕ2) και από τον κύριο Παναγιώτη Ομήρου (ΜΕ3), που όλοι τους αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του Εναγόμενου. Για την υπεράσπιση του Εναγόμενου, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον ίδιο (ΜΥ1) και από τον κύριο Κυριάκο Γεωργίου (ΜΥ2), που επίσης αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του Ενάγοντος. Το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο σε πρακτικά που τηρήθηκαν και βρίσκονται στον φάκελο της διαδικασίας. Σ' αυτόν, βρίσκεται επίσης έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη από 25 αριθμημένα έγγραφα ή δέσμες εγγράφων, με τη σειρά κατάθεσής τους. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων του Ενάγοντος και του Εναγόμενου αντίστοιχα. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Εξέταση της υπόθεσης Πρώτα απ' όλα, να αναφερθεί, επειδή τέθηκε θέμα παραγραφής του αγώγιμου της αξίωσης για αστικά αδικήματα, πως ο Ενάγων προσμετρά την προθεσμία προσφυγής στο Δικαστήριο από την 27.07.2013, που συνελήφθη στο λιμάνι, με βάση το άρθρο 68(γ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, που δεν κατήργησε ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος 66(Ι)/2012 για πράξη ή παράλειψη που συνέβη πριν από την θέση σε ισχύ του, και με βάση το οποίο, εάν η βάση της αγωγής δεv πρoκύπτει από τηv τέλεση oπoιασδήπoτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά πoυ απoρρέει από τηv πράξη αυτή ή παράλειψη, ο χρόνος εντός του οποίου μπορεί να εγερθεί η αγωγή είναι τα αμέσως επόμεvα χρόνια μετά πoυ o εvάγovτας υπέστη τη ζημιά. Εξ ου και η πρώτη αγωγή του, η αγωγή 1068/2016, καταχωρίστηκε την 26.06.
- Εντός τριών ετών από τα γεγονότα στο λιμάνι, που ο Ενάγων θεώρησε ως το χρονικό σημείο της ζημιάς του, της μείωσης της υπόληψής του λόγω της παρεμπόδισής του και του εξαναγκασμού του να πληρώσει, και της μείωσης της περιουσίας του, όταν εξαναγκάστηκε να πληρώσει ποσό που, κατά τη θέση του, δεν οφείλει. Η ζημιά του αυτή θεωρεί ότι απορρέει από πράξη ή παράλειψη του Εναγόμενου, ειδικότερα από την πράξη του να εκδώσει και την παράλειψή του να ακυρώσει τα επίδικα εντάλματα, σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του για εκπροσώπηση των πελατών του. Ο χρόνος κατά τον οποίον εκκρεμούσε η προηγούμενη αγωγή δεν προσμετράται στον χρόνο παραγραφής. Απορρίφθηκε την 30.01.2017, για μη ουσιαστικό λόγο, και η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 02.02.2017, δηλαδή τρεις ημέρες μετά, που είναι εύλογος χρόνος για την επανακαταχώρισή της. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, δεν διαπιστώνεται παραγραφή του αγώγιμου της αξίωσης του Ενάγοντος, που να εμποδίζει την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης από το Δικαστήριο, εξυπηρετώντας τους λόγους για τους οποίους υφίσταται η παραγραφή στο δίκαιο. Εάν η αξίωση του Ενάγοντος είναι βάσιμη ή όχι, προφανώς είναι διαφορετικό θέμα, αλλά θα πρέπει να εξεταστεί. Είναι γεγονός πως, στην αγωγή του Ενάγοντος, δεν αναφέρεται ξεκάθαρα η αιτία της, που όμως κινείται στο πλαίσιο των αδικοπραξιών, εφόσον δεν συνδέει συμβατική ή οιονεί συμβατική σχέση τους διαδίκους. Ο Ενάγων αναφέρεται λεκτικά μόνον η «απάτη», στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησής του, που εκείνη είναι γνωστό αστικό αδίκημα, χωρίς να εκτίθενται λεπτομέρειες, ενώ υποδηλώνεται και η αμέλεια ή η παράβαση θέσμιου καθήκοντος, χωρίς, και πάλι, να αναφέρονται σαφώς τα αδικήματα αυτά και οι σχετικές λεπτομέρειες. Γίνεται γενικευμένη αναφορά σε «δόλο», που όμως συνιστά στοιχείο υπαιτιότητας, και σε «κατάχρηση». Η ανάγνωση του δικογράφου του Ενάγοντος είναι ως παράθεση γεγονότων υπό τύπο διαμαρτυρίας. Η νομική ανακρίβεια, όσο ανεπιθύμητη και να είναι, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να ανάγει τα γεγονότα σε γνωστές νομικές βάσεις, που σχετίζονται με αυτά, εφόσον αποδεικνύονται[1]. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα γεγονότα και να δει ποια αποδεικνύονται και κατ' επέκταση μπορούν να αναχθούν σε γνωστές στο δίκαιο βάσεις. Ο Εναγόμενος, που ενάγεται για ενέργειες που έπραξε ως δικηγόρος, δεν είναι ανάμεσα στα πρόσωπα για τα οποία υφίσταται περιορισμός έγερσης αγωγής. Εάν τα γεγονότα μπορούν να αναδείξουν κάποιο καθήκον του έναντι ομάδας προσώπων που περιλαμβάνουν τον Ενάγοντα, θα διαφανεί στη συνέχεια, αν και το ευλόγως αναμενόμενο θα ήταν η πλευρά του Ενάγοντος, ιδίως δια του δικηγόρου του, να διαφωτίζει η ίδια το Δικαστήριο για τη νομική βάση της απαίτησής του. Στην αγόρευση της πλευράς του Ενάγοντος δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε κάποια νομική βάση, παρά μόνον στα γεγονότα. Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη ή αμφισβητείται, την αξιολογεί, να βρει εάν και ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποία να μπορεί να βασιστεί και όπου χρειάζεται να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[2], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[3]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Για ορισμένα ζητήματα, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται να χρειάζεται μαρτυρία ειδικής γνώμης, εάν αυτά βρίσκονται έξω από το πεδίο της κοινής γνώσης και εμπειρίας, και εμπειρογνώμονας, που διαθέτει κατάλληλα προσόντα, μπορεί να εκφέρει γνώμη γι' αυτά, ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο ως προς την κρίση του. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[4]. Επί των γεγονότων, ο ΜΕ1 ανέφερε στο Δικαστήριο ενόρκως, κατά την κυρίως εξέτασή του, όσα και στην αγωγή του[5]. Δεν χρήζουν επανάληψης. Για την περαιτέρω λεπτομέρεια, που σχετίζεται με τους υπολογισμούς του, να λεχθεί πως στην αγωγή 1189/2003, η δικαστική απόφαση εκδόθηκε την 27.02.2004, για το ποσό των Λ.Κ.1.439,77 (Λίρες Κύπρου), πλέον τόκο προς 8% ετησίως από την 15.04.2003 μέχρι εξόφλησης, πλέον Λ.Κ.792,50 έξοδα αγωγής, πλέον 8% ετησίως από την 15.04.2003 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των Λ.Κ.682,00 (αγωγή Α). Για την αγωγή 2545/2003, η δικαστική απόφαση εκδόθηκε την 28.06.2004, για το ποσό των Λ.Κ.1.875,00, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από την 27.12.2002 μέχρι εξόφλησης, πλέον Λ.Κ.715,00 έξοδα της αγωγής πλέον τόκο προς 8% ετησίως από την 11.08.2003 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των Λ.Κ.623,00 (αγωγή Β). Ο ΜΕ1 προσκόμισε τις αποδείξεις πληρωμής και απαλλαγής που εξέδωσε το Ταμείο, για την αγωγή Β (Τεκμήριο 1) και για την αγωγή Α (Τεκμήριο 2). Στο Τεκμήριο 1, αναγράφεται η ημερομηνία του εγγράφου. Δεν αναγράφεται στο Τεκμήριο
- Για την αγωγή Α, είχε πληρωθεί ποσό €5.236,00 (Ευρώ) που αποτελείται από €3.263,00 για αποζημιώσεις και €1.973,00 για δικηγορικά έξοδα. Για την αγωγή Β, είχε πληρωθεί ποσό €5.809,00 που αποτελείται από €4.066,00 για αποζημιώσεις και €1.743,00 για δικηγορικά έξοδα. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 1 και 2, η πληρωμή από το Ταμείο έγινε για πλήρη και τελική εξόφληση και ικανοποίηση κάθε απαίτησης που το Ταμείο υποχρεούται να καλύψει με βάση τη Βασική Συμφωνία ημερομηνίας 07.07.
- Η εξόφληση αφορά στις δικαστικές αποφάσεις, και όχι σε οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Το Ταμείο δεν υποχρεούται, με βάση τη Βασική Συμφωνία, ή οποιαδήποτε άλλη βάση, να καλύπτει έξοδα εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων ή έξοδα ποινικών υποθέσεων, για τα οποία ευθύνη πληρωμής εξακολουθεί να φέρει προσωπικά ο Ενάγων. Ο ΜΕ1 προσκόμισε επιστολογραφία (Τεκμήρια 3 έως και 13) η οποία δεν προσθέτει κάτι στα γεγονότα της υπόθεσης, εφόσον περιέχει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που απασχόλησαν και αυτή τη δίκη. Η τάση του ΜΕ1 να καταλογίζει στον Εναγόμενο ευθύνη για το καθετί δεν δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως, για παράδειγμα, για το γεγονός ότι καταχωρίστηκαν δύο αγωγές για το τροχαίο ατύχημα, αντί μία. Δεν είναι υποχρεωτική η συνένωση απαιτήσεων διαφορετικών προσώπων στην ίδια αγωγή, ακόμα και εάν δεν αποκλείεται ή και εάν μπορεί να υπάρχει δυνατότητα συνένωσης στην πορεία ως προς το θέμα της ευθύνης για το τροχαίο ατύχημα. Δεν συνάγεται εξ αυτού του χειρισμού και μόνον καταχρηστική ενέργεια ή σκοπιμότητα από τον Εναγόμενο, ως δικηγόρο. Εξάλλου, από τους αριθμούς των αγωγών και μόνον, είναι προφανές πως εκείνες καταχωρίστηκαν σε διαφορετικό χρόνο, γεγονός που θα έπρεπε λογικά να παραπέμπει σε οδηγίες προς τον δικηγόρο από τα διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικό χρόνο, και όχι, με ευκολία, σε κάποια σκοπιμότητα. Ο ΜΕ1 θίγει ακόμα και τα Δικαστήρια, ότι επιδίκασαν εναντίον του «υπερβολικές αποζημιώσεις». Ενώ ο λόγος είναι για τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες ο ΜΕ1 είχε υποχρέωση να εξοφλήσει, δίχως άλλο. Ο τρόπος που καταφέρεται ο Ενάγων εναντίον του Εναγόμενου, για να δικαιολογήσει δικές του παραλείψεις ή χειρισμούς, ή απλώς συμβάντα (π.χ. το ότι δεν ανευρέθηκαν στο Πρωτοκολλητείο οι φάκελοι των ποινικών υποθέσεων των ετών 2008 και 2009, που είχε ζητήσει το 2014, αφήνοντας και αιχμές για το Πρωτοκολλητείο), με κανένα σεβασμό στην ιδιότητά του και με συνεχείς αναφορές επί προσωπικού και φλύαρους χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις (λ.χ. να υφαρπάξει, να υποκλέψει, να μεθοδεύσει), η τάση του Ενάγοντος να στρεψοδικεί, να μεταθέτει ευθύνες και να κατηγορεί με ευκολία τους άλλους, αναπόφευκτα, κλονίζει και την αξιοπιστία της εκδοχής του, που συναρτάται με την κατάδηλη δυσκολία του Ενάγοντος να δει πιο αντικειμενικά τα πράγματα, ως πρέπει να θεωρούνται και εισάγονται στο Δικαστήριο, παρά ως εκρήξεις οργής και γενικευμένου αισθήματος αδικίας. Η θέση του Ενάγοντος ότι καταβλήθηκε επιπλέον ποσό στον Εναγόμενο, και ότι ο Εναγόμενος δεν έπρεπε να προχωρήσει με τις ποινικές υποθέσεις και να παραλείψει να ακυρώσει τα εντάλματα που εκδόθηκαν βασίζεται σε έναν υπολογισμό που δεν είναι δικός του, αλλά των δικηγόρων του, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΕ2, και μετέπειτα του ΜΕ
- Εκείνος ο υπολογισμός είναι και η βάση όλων των ισχυρισμών και θέσεων του Ενάγοντος. Οπότε, ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί εάν είναι ορθός ή όχι, κι αν εκείνος ο υπολογισμός μπορεί να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία. Αυτό θα γίνει στη συνέχεια, μα πρώτα απ' όλα να αναφερθεί πως, κατά την σύντομη αντεξέταση του ΜΕ1, ο ΜΕ1 έδειξε πόσο πολύ ενοχλήθηκε από το συμβάν στο λιμάνι, δίδοντας σημασία στο γεγονός ότι ήταν με την κοπέλα με την οποία συνήψε σχέση μετά από πέντε χρόνια από τον θάνατο της γυναίκας του, οπότε το να προκύψει το ζήτημα των ενταλμάτων χάλασε την εικόνα που ήθελε να έχει τη δεδομένη χρονική στιγμή. Παρεμβάλλεται, επίσης, πως η μαρτυρία της ΜΕ2, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου του Ενάγοντος, δεν είχε να προσφέρει κάτι σημαντικό στη δίκη. Ανέφερε, βεβαίως, το δεδομένο ότι ο Ενάγων είναι γαμβρός του δικηγόρου του Ενάγοντος, γεγονός που βοήθησε το Δικαστήριο να κατανοήσει τις εντάσεις της δίκης, αναμεταξύ και των δικηγόρων. Μάλιστα, η αναφορά της ΜΕ2 στον δικό τους υπολογισμό βάσει του οποίου κινήθηκε η αγωγή του Ενάγοντος, θέτει εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία της ενέργειας του ΜΕ3 να υπολογίσει τα ίδια ποσά, εφόσον ήταν βάσει πληροφοριών και υπολογισμών των δικηγόρων του Ενάγοντος. Η ίδια ισχυρίζεται πως εισπράχθηκε από τον Εναγόμενο ποσό πέραν του οφειλόμενου άλλο από εκείνο που ισχυρίζεται ο Ενάγων, δεχόμενη τις αποκλίσεις, και λέγοντας πως αυτές δεν διαφοροποιούν το γεγονός ότι ο Εναγόμενος «απέσπασε χρηματικά ποσά από τον Ενάγοντα και θα πρέπει να επιστραφούν» αλλά «πονηρά ενεργώντας» συνέχισε να εκδίδει εντάλματα. Υιοθετεί και η ίδια τις αιχμές της πλευράς του Ενάγοντος προς το Πρωτοκολλητείο και την Αστυνομία για την αδυναμία εντοπισμού των φακέλων των υποθέσεων και τη μη διερεύνηση. Οι σχολιασμοί και τα συμπεράσματα της ΜΕ2, η ευκολία με την οποία έθεσε τον εαυτό της στη θέση να μαρτυρήσει εναντίον του Εναγόμενου, και όχι απλώς για να εκθέσει τυχόν αναγκαία γεγονότα για τη διαπίστωση της διαφοράς (γιατί δεν κατέθεσε επί αμφισβητούμενων γεγονότων), αλλά υπεισερχόμενη σχολιασμούς, χαρακτηρισμούς και σκέψεις, με κάθε σεβασμό, χαρακτηρίζονται από επιπολαιότητα. Όσον αφορά τα εντάλματα που κατέθεσε για τις ποινικές υποθέσεις 2500/2006, 5849/2006, 10315/2006 (μέρος του Τεκμηρίου 16), θα έπρεπε να γνωρίζει, γνωρίζοντας και το νομικό πλαίσιο, ως ίσχυε πριν από τη θέσπιση της δυνατότητας έκδοσης διατάγματος είσπραξης των ληξιπρόθεσμων δόσεων ως χρηματικής ποινής, ότι ενδεχομένως να αφορούν σε ποινές που επιβλήθηκαν για τη διάπραξη αδικημάτων που διαπίστωσε το Δικαστήριο. Ενδεχόμενο που αναφαίνεται, για παράδειγμα, με προσεκτική εξέταση των ενταλμάτων, σε συνάρτηση με τον χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων πληρωμής, το ύψος των δόσεων και το προαπαιτούμενο της καθυστέρησης τουλάχιστον τριών δόσεων. Λόγος για τον οποίον, δεν θα έπρεπε να προστρέξει για να υπολογίσει τα ποσά των ενταλμάτων ως πληρωμές έναντι των εξ αποφάσεως χρεών ή οποιουδήποτε εξ αυτών. Η ίδια παρέλειψε να αναφέρει και να υπολογίσει οποιαδήποτε ποσά ως έξοδα του Εναγόμενου για τις προαναφερόμενες ποινικές υποθέσεις. Δεν έγινε συσχέτιση ούτε του εντάλματος 301/09 που εκδόθηκε στην ποινική υπόθεση 4055/08, και πληρώθηκε από τον Ενάγοντα στο λιμάνι (€184,00), με τα ποσά συγκεκριμένων δόσεων, κατ' επέκταση με τη δυνατότητα καταλογισμού της πληρωμής έναντι εξ αποφάσεως χρέους. Εφόσον τα κατηγορητήρια, ευλόγως, θα είχαν επιδοθεί στον Ενάγοντα, για να έχουν προχωρήσει οι ποινικές διαδικασίες, δεν είναι δυνατόν να μέμφεται όλους τους άλλους, για την αδυναμία της να ερευνήσει σωστά τα δεδομένα, ή και για την άγνοια του Ενάγοντος για τα διαδραματισθέντα στις ποινικές δίκες, εκτός από τον Ενάγοντα. Εάν υπήρχε εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους για το οποίο εγέρθηκε κάθε μια από τις ποινικές υποθέσεις 4055/2008, 11318/2008, 12562/2008 και 6181/2009, ο Ενάγων μπορούσε να εμφανιστεί στις διαδικασίες εκείνες και να το θέσει. Ο Ενάγων, όμως, όπως είναι κατανοητό, βρέθηκε ένοχος στις υποθέσεις αυτές και του επιβλήθηκε ποινή. Η καταδίκη του και η επιβολή ποινής τελεσιδίκησαν. Το Δικαστήριο αυτό δεν ανατρέπει ποινικές καταδίκες ετεροχρονισμένα, και συνάγει αναγκαστικά, εξ αυτών, πως, κατά την έγερσή τους, διαπράχθηκαν τα αδικήματα που περιλήφθηκαν στα κατηγορητήρια τους, κατ' επέκταση πως τα ποσά που επιβλήθηκαν στον Ενάγοντα, και για τα οποία εκδόθηκαν τα εντάλματα, θα πρέπει να πληρωθούν. Ποια εξ αυτών αφορούν σε δόσεις και μπορούν να καταλογιστούν έναντι σε εξ αποφάσεως χρέος (γιατί στο μεταξύ υπήρξε η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος είσπραξης των ποσών των δόσεων ως χρηματικών ποινών), ποια σε έξοδα ποινικών υποθέσεων, ποια σε ποινές για κάθε κατηγορία, παρέμεινε ασαφές. Η ασάφεια αυτή δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να συμπεράνει πως ο Εναγόμενος μεθόδευσε κάποια κατάσταση, για να υποκλέψει χρήματα από τον Ενάγοντα. Στο Τεκμήριο 17, που προσκόμισε η ΜΕ2, γίνεται από την πρώτη στιγμή αναφορά του Εναγόμενου πως το Ταμείο δεν είχε εξοφλήσει όλα τα έξοδα, όπως και για το γεγονός ότι υπάρχουν έξοδα ποινικών υποθέσεων, που πρέπει να εξοφληθούν. Το Τεκμήριο 18, που προσκόμισε η ΜΕ2, αντίγραφο της αίτησης έρευνας, δεν υποδηλοί οτιδήποτε δυνατόν να υποθέτει η ΜΕ2, είναι απλώς η αίτηση έρευνας, που οδήγησε στην έκδοση του σχετικού διατάγματος, στην παρουσία του Ενάγοντος. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ2 απέφυγε κατ' επανάληψη να απαντήσει ευθέως και συγκεκριμένα για θέματα που θα έπρεπε, εφόσον είναι δικηγόρος, να γνωρίζει, φτάνοντας να πει, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, πως και οι καταδίκες στις προαναφερόμενες ποινικές υποθέσεις είναι λανθασμένες. Ταυτόχρονα, επειδή δεν εντοπίστηκαν οι φάκελοι των ποινικών υποθέσεων, δεν ήταν σε θέση να πει οτιδήποτε σχετικό με τα επίδικα εντάλματα. Ενώ δεν ήταν σε θέση να πει οτιδήποτε για τα εντάλματα, υποστήριξε, όπως και ο Ενάγων, ότι, όταν κινήθηκε η αγωγή τάχα αποσύρθηκαν, συμπεραίνοντας, πάνω στην υπόθεση, πως ο Εναγόμενος φοβήθηκε και έσπευσε να διορθώσει μια κατάσταση. Συμπέρασμα που δεν βασίζεται σε απτά, συγκεκριμένα γεγονότα που γνωρίζει η ΜΕ2 ή ο Ενάγων. Αλλά εάν η θέση της ΜΕ2 και του Ενάγοντος είναι ότι δεν υφίστανται εντάλματα πλέον, γιατί αξιώνουν με την αγωγή τους, μέχρι και σήμερα, θεραπείες σχετικές με τέτοια εντάλματα. Η μαρτυρία της ΜΕ2, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία που μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στη διάγνωση των επιδίκων θεμάτων. Ο ΜΕ3, προσοντούχος και έμπειρος λογιστής-ελεγκτής, έλαβε οδηγίες από τους δικηγόρους του Ενάγοντος όχι να υπολογίσει ο ίδιος τυχόν υπόλοιπα, αλλά να ελέγξει την ορθότητα των αριθμητικών πράξεων που εκτέθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντος. Αυτό λέει στη μαρτυρία του. Ετοίμασε λογιστική κατάσταση, στην οποία επισημαίνει απλώς μικρές διαφορές, όπως και η ΜΕ2 (Τεκμήριο 20). Αλλά θεώρησε, όπως δέχεται, ως δεδομένα τα στοιχεία που εκθέτει η Έκθεση Απαίτησης. Επικαλείται και την επιστολή του Εναγόμενου ημερομηνίας 16.04.2008 (Τεκμήριο 17 και 21), στην οποία ο Εναγόμενος είχε εκθέσει κάποιους υπολογισμούς, ισχυριζόμενος ότι δεν υπάρχει διαφοροποίηση από αυτούς. Παρατήρησε και ο ίδιος ο ΜΕ3, και με ειλικρίνεια έθεσε πως, στο Τεκμήριο 17, δεν αναφέρονται τα ποσά για τα έξοδα των ποινικών υποθέσεων, που είναι πρόσθετα, ρώτησε, όπως είπε, τον κύριο Κλεοβούλου για τα ποσά αυτά, και εκείνος του είπε ότι δεν εντοπίστηκαν οι φάκελοι, και ότι τα έξοδα εκείνα προστίθενται στα εντάλματα που εκδίδονται. Επειδή το ποσό των ενταλμάτων ήταν πολύ μικρό, ο ίδιος δικηγόρος του ανέφερε πως τότε το Δικαστήριο επιδίκαζε πολύ χαμηλά ποσά και πολλές φορές καθόλου. Ο ΜΕ3 εξ' αρχής έθεσε, δια των ισχυρισμών του αυτών, επιφυλάξεις για την ορθότητα των υπολογισμών του, εφόσον βασίστηκε στα λεγόμενα του δικηγόρου, και ο ίδιος ανέφερε πως δεν μπορεί να σχολιάσει. Συναφώς, στο Τεκμήριο 20, ο ΜΕ3 υπολογίζει εντάλματα του 2006 και 2007, που πληρώθηκαν, έναντι χρέους, χωρίς να φαίνεται από κάπου τέτοια δυνατότητα, και δεν υπολογίζει οποιαδήποτε έξοδα ποινικών υποθέσεων. Κατά την αντεξέτασή του, ερωτώμενος για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων επί των εξόδων, σε συνάρτηση με τις ημερομηνίες και τον χρόνο, δεν ήταν σε θέση να δώσει απαντήσεις, εφόσον δεν είχε υπόψη του όλα ή ορθά δεδομένα, κατ' επέκταση τα ποσά που εξέθεσε στο Τεκμήριο 20 παρέμειναν ανεξήγητα, ή εξηγήθηκαν με αναφορά ότι έτσι του είπαν να πράξει. Η μαρτυρία του ΜΕ3 αναγκαστικά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία που μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στη διάγνωση των επιδίκων θεμάτων. Κατ' ακολουθία, και η μαρτυρία του ΜΕ1, που βασίστηκε στους υπολογισμούς και έρευνες των δικηγόρων του, που διαφοροποιήθηκαν στη συνέχεια, όπως και στους υπολογισμούς του ΜΕ3, δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία της αλήθειας σε σχέση με το γεγονός ότι ο πληρώθηκε στον Εναγόμενο κάποιο ποσό πέραν του οφειλόμενου ή σε σχέση με το γεγονός ότι, κατά την καταχώριση των ποινικών υποθέσεων 4055/2008, 11318/2008, 12562/2008 και 6181/2009 δεν υπήρχε οφειλόμενο ποσό. Κατά τα λοιπά, είναι κατανοητή η ενόχληση του Ενάγοντος από το περιστατικό στο λιμάνι. Απλώς, δεν αρκεί, για να αποδειχθεί αδικοπραγία εις βάρος του από τον Εναγόμενο. Ο ΜΥ1 έθεσε τα γεγονότα σε διάσταση που φαίνεται στο Δικαστήριο πως συνάδει και με την έγγραφη μαρτυρία αλλά και με τη λογική των πραγμάτων, εκφράζοντας επίσης την ενόχλησή του από τον χειρισμό του από τους δικηγόρους του Ενάγοντος. Ενήργησε ως δικηγόρος και καταχώρισε τις δύο αγωγές ως οι ξεχωριστές οδηγίες των πελατών του, που ήταν σε διαφορετικό χρόνο. Εκδόθηκαν αποφάσεις που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Οι πελάτισσές του έλαβαν, δια του ιδίου, μέτρα εκτέλεσης, εφόσον ο Ενάγων δεν ικανοποίησε τα δικαστικά χρέη, συμπεριφορά του Ενάγοντος που οδήγησε στην αύξηση των εξόδων. Εκδόθηκαν διατάγματα μηνιαίων δόσεων, στα οποία, επίσης, ο Ενάγων δεν συμμορφώθηκε. Τότε, στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων για παράλειψη πληρωμής οφειλόμενων δόσεων, δεν εκδίδονταν διάταγμα πληρωμής των ληξιπρόθεσμων δόσεων, αλλά επιδικάζονταν εις βάρος του κατηγορούμενου τα έξοδα της ποινικής υπόθεσης και επιβάλλονταν πρόστιμο. Το Ταμείο έδειξε ενδιαφέρον για την πληρωμή το 2007, ενώ είχαν ήδη δημιουργηθεί επιπλέον έξοδα. Υπάρχει συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ταμείου, που ρυθμίζει τις υποχρεώσεις του Ταμείου. Την 29.05.2008, το Ταμείο πλήρωσε για την αγωγή Β, τα ποσά που αναφέρονται στο έντυπο. Προηγήθηκε αλληλογραφία με την οποία είχε επισημανθεί πως τα οφειλόμενα ποσά ήταν μεγαλύτερα αλλά το Ταμείο, με επιστολή του ημερομηνίας 11.07.2007, επέμεινε ότι δεν ήταν υποχρεωμένο να πληρώσει έξοδα που είχαν δημιουργηθεί στα πλαίσια μέτρων εκτέλεσης. Δεν δεσμεύθηκε η πελάτισσά του ότι δεν θα προχωρήσει με την είσπραξη των υπόλοιπων οφειλόμενων ποσών, και οποιαδήποτε δέσμευση περιλήφθηκε στο έγγραφο ήταν έναντι του Ταμείου για τις δικές του υποχρεώσεις. Την 20.07.2009, το Ταμείο πλήρωσε για την αγωγή Α. Στην αγωγή Α, το Ταμείο, όντως, όπως ειλικρινά αναφέρει ο Εναγόμενος, έκανε υπερπληρωμή, γιατί είχε ακολουθήσει την ίδια πρακτική, ότι έπρεπε να πληρώσει ό,τι αναγράφονταν στην δικαστική απόφαση. Γι' αυτό ο δικηγόρος του Ενάγοντος είχε επιφυλάξει το δικαίωμα να ζητήσει από την πελάτισσα του Εναγόμενου, που έλαβε την πληρωμή από το Ταμείο, οποιοδήποτε ποσό τυχόν πληρώθηκε έναντι του χρέους, αλλά, μέχρι σήμερα, όπως είναι γνωστό, δεν το έπραξε. Τέτοια υπερπληρωμή δεν έγινε από τον Ενάγοντα. Ούτε στον Εναγόμενο. Πληρώθηκε, στην αγωγή Α, από την περιουσία του Ενάγοντος, το ποσό των Λ.Κ.2.162,15, από τον πλειστηριασμό του οχήματός του, που δεν εξοφλούσε το εξ αποφάσεως χρέος, τα έξοδα και τους τόκους. Τα εντάλματα συνολικού ύψους Λ.Κ.337,50, που πλήρωσε ο Ενάγων, αφορούσαν σε πρόστιμα, και δεν περιλαμβάνονταν σε αυτά οποιοδήποτε ποσό χρέους. Δεν μπορεί να γνωρίζει, ο Εναγόμενος, όπως αναφέρει, εάν ο Ενάγων είναι σε θέση να αξιώσει από την πελάτισσά του οποιοδήποτε ποσό ως υπερπληρωμή από το Ταμείο προς εκείνην. Ενδεχομένως, ένα τέτοιο δικαίωμα να είχε το Ταμείο, αλλά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Ταμείο γνώριζε πλήρως τι κατέβαλε. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν εισέπραξε επιπλέον έξοδα από οποιονδήποτε, και ως προς την απαίτηση της πελάτισσάς του, ενήργησε εκ μέρους της και για λογαριασμό της, και δεν έχει ο ίδιος προσωπική υποχρέωση να πληρώσει τυχόν επιστρεπτέα ποσά. Τυχόν υπερπληρωμή στην αγωγή Α από το Ταμείο δεν θα μπορούσε να συμψηφιστεί με το υπόλοιπο στην αγωγή Β, που αδιαμφισβήτητα υπάρχει, εφόσον οι παραλήπτες των χρημάτων ήταν διαφορετικά πρόσωπα. Όσον αφορά τα έξοδα των ποινικών υποθέσεων, υπερβαίνουν τις €6.000,
- Το ένταλμα 301/09, που πλήρωσε ο Ενάγων στο λιμάνι, αφορούσε σε πρόστιμο και έξοδα. Δεν έλαβε οποτεδήποτε εντολή από την πελάτισσά του, ο Εναγόμενος, να χαρίσει οποιοδήποτε οφειλόμενο σε αυτήν ποσό στον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος θεωρεί πως ο Ενάγων εκμεταλλεύτηκε την υπερπληρωμή του Ταμείου στην αγωγή Α για να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του στην αγωγή Β, και επειδή δεν θα είχε οποιαδήποτε τύχη εάν κινούσε αγωγή εναντίον των εναγουσών ή οποιασδήποτε εξ αυτών, κινήθηκε εναντίον του, για να εξαναγκαστεί κάποιος συμψηφισμός. Ο Ενάγων που παρουσιάζεται ως «θύμα», όπως αναφέρει ο Εναγόμενος, ουδέποτε επέδειξε ενδιαφέρον για τις υποχρεώσεις του. Ακόμα και οι ποινικές καταδίκες, δεν τον κινητοποίησαν στο να πληρώσει τα δικαστικά χρέη του. Ούτε πρόβαλε κάποιο ισχυρισμό για να μην εκδίδονταν τα εντάλματα. Κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου, ήταν έντονη η προσπάθεια του κύριου Κλεοβούλου να καταλογίσει στον Εναγόμενο και ότι δεν κατέβαλε στην πελάτισσά του τα ποσά που εισπράχθηκαν από τον πλειστηριασμό ή άλλες εισπράξεις εκ μέρους της, χωρίς κάτι τέτοιο να αναδύεται από τα γεγονότα, απλώς επειδή ο Εναγόμενος δεν θεώρησε αναγκαίο, στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής, να προσκομίσει αποδείξεις για τις πληρωμές που διενήργησε στις πελάτισσές του, αλλά ούτε και μεταξύ τους έχουν οποιοδήποτε θέμα. Ο ΜΥ1 ήταν σταθερός στην εκδοχή του που ανέφερε και κατά την κυρίως εξέτασή του, εξηγώντας περαιτέρω πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει σε τι ποσό μπορεί να ανέρχεται κάποια υπερπληρωμή από το Ταμείο στην αγωγή Α, εφόσον τα χρήματα πληρώθηκαν στην πελάτισσά του. Ο συνήγορος του Ενάγοντος, συνεχίζοντας επί προσωπικού και γενικευμένης επίθεσης στον Εναγόμενο, του υπέβαλε ότι εξαπάτησε και το Ταμείο, θέση που φυσικά ο Εναγόμενος δεν δέχθηκε. Βάσει της μαρτυρίας του ΜΥ1, που ήταν σταθερή, λογική και συνεκτική, χωρίς σημεία αναξιοπιστίας, και είναι αποδεκτή στο σύνολό της, το Δικαστήριο δεν έχει επαρκή δεδομένα, αλλά ούτε και συναφές δικαιοδοτικό πλαίσιο (δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του Ταμείου και του Εναγόμενου) για να διαγνώσει κάποια υπερπληρωμή από το Ταμείο στον Εναγόμενο, ενώ στη βάση της μαρτυρίας του ΜΥ1 ότι τα ποσά που εισπράχθηκαν από τον ίδιο, που ενεργούσε ως δικηγόρος, πληρώθηκαν στην πελάτισσά του, και εφόσον δεν μπορεί να διαχωριστεί κάποιο ποσό ως υπερβαίνον την απαίτηση της πελάτισσάς του ή τα έξοδα, δεν υπάρχει βάση για το Δικαστήριο, για να μπορεί να εξετάσει και οποιαδήποτε ευθύνη του Εναγόμενου. Η μη απόδειξη του γεγονότος, από την πλευρά του Ενάγοντος, ότι υπήρχε υποχρέωση και δυνατότητα του Εναγόμενου να ακυρώσει τα εντάλματα που εκκρεμούσαν κατά την αναχώρηση του Ενάγοντος από το λιμάνι Λεμεσού, για τα οποία μαρτύρησε ο ΜΥ2, αναφέροντας και μη τυγχάνοντας αμφισβήτησης πως μέρος αυτών αφορούσαν και πρόστιμα, δεν μπορεί να συνδέσει και οποιαδήποτε ζημιά του Ενάγοντος, την προσβολή που αισθάνθηκε από την άρνηση επιβίβασης στο πλοίο, με κάποια ενέργεια του Εναγόμενου, ώστε να αναζητηθεί και περαιτέρω η αναγωγή των γεγονότων στις επιμέρους νομικές βάσεις. Εξάλλου, η απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή. Καμιά αγωγή εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά[6]. Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 και συνομολογούνται, παρόλο που ο Ενάγων επικαλείται απάτη, δεν οδηγούν σε εξαπάτηση του Ενάγοντος, άμεσα ή έμμεσα. Αμέλεια συvίσταται στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Γι' αυτήν, δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια[7]. Ο Ενάγων δεν απέδειξε με δική του μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος είχε υποχρέωση έναντι στον ίδιο να μην επιδείξει αμέλεια, ως δικηγόρος των πελατισσών του, ότι παράβηκε αυτή την υποχρέωσή του, και ότι υπέστη ζημιά εξαιτίας τέτοιας παράβασης. Επίσης, δεν προκύπτει από οπουδήποτε πως ο Εναγόμενος είναι από το νόμο καθήκον ενέργειας για προστασία του Ενάγοντος από κάποιον κίνδυνο (duty to act), σχετικό με το πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης. Συμπερασματικά, επειδή ο Ενάγων, με το σύνολο της μαρτυρίας που προσκόμισε, δεν έχει αποδείξει ότι ο Εναγόμενος έλαβε από τον ίδιο ποσό μη οφειλόμενο που κρατεί, ή ότι οι δικαστικές αποφάσεις στις ποινικές υποθέσεις 4055/2008, 11318/2008, 12562/2008 και 6181/2009 εκδόθηκαν με δόλο (λόγω από εξόφλησης από το Ταμείο)· και επειδή εξ' αυτών προκύπτει πως ήταν η ποινική καταδίκη του Ενάγοντος στην πληρωμή των ποσών που περιλήφθηκαν στα εντάλματα που αποτέλεσαν τον λόγο να παρεμποδιστεί προσωρινά το ταξίδι αναψυχής του Ενάγοντος την 27.07.2013· και επειδή ο Εναγόμενος ή το Δικαστήριο αυτό δεν είναι δυνατόν να ακυρώνουν ποινικές καταδίκες και ποινές που επιβάλλει ποινικό Δικαστήριο· και επειδή τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 και συνομολογούνται, δεν ανάγονται στις πιο πάνω νομικές βάσεις ή σε οποιαδήποτε άλλη, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η αγωγή του Ενάγοντος δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται στο σύνολό της. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, εφόσον δεν συντρέχει λόγος για απόκλιση από αυτό τον κανονικό χειρισμό, επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντος και προς όφελος του Εναγόμενου, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λ.Ι.Κ. και άλλοι, Συνενωμένες Πολιτικές Εφέσεις 142/2019 και άλλες, ημερομηνίας 21.09.
- [2] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [3] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [4] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ
- [5] Βλ. και Έγγραφο Α, 27.01.2023, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [6] Άρθρο 36 Κεφ.
- [7] Άρθρο 51 επ. Κεφ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο