← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΦΑΚΟΝΤΗΣ ν. ISLAND COVE ADVENTURE GOLF LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1259/2021, 28/8/2023

ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΦΑΚΟΝΤΗΣ ν. ISLAND COVE ADVENTURE GOLF LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1259/2021, 28/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1259/2021 ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΦΑΚΟΝΤΗΣ Ενάγων ν.

  1. ISLAND COVE ADVENTURE GOLF LIMITED
  2. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 05.04.2023 για ενδιάμεση θεραπεία Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: Επ. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: Τηλέμαχος & Μιλτιάδης Γεωργιάδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων, με την αγωγή του, ισχυρίζεται πως, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 21.06.2014, ενοικιάστηκε στην Εναγόμενη 1 μέρος ακινήτου τα πλήρη στοιχεία του οποίου περιγράφονται στην αγωγή, για την αρχική περίοδο από 01.01.2012 μέχρι την 31.12.2015 και για περαιτέρω περίοδο 4 ετών από την 01.01.2016 μέχρι την 31.12.
  3. Με συμπληρωματική συμφωνία, ημερομηνίας 02.05.2015, τα συμβαλλόμενα μέρη καθόρισαν το πληρωτέο ενοίκιο μέχρι την 31.12.2019, προβαίνοντας σε διάφορες μειώσεις, και επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση της ισχύος των υπόλοιπων συμβατικών όρων. Η συμφωνία ημερομηνίας 21.06.2014 είχε όρο πως, σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης της Εναγόμενης 1 να παραδώσει ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακινήτου κατά τη λήξη της ενοικίασης, αυτή θα θεωρούνταν ότι επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο και θα υποχρεούνταν να καταβάλλει το ποσό των €2.000,00 μηνιαίως. Δυνάμει της ίδιας συμφωνίας, με τη λήξη της περιόδου ενοικίασης, η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να κατεδαφίσει όλες τις κατασκευές, οικοδομές ή εγκαταστάσεις που είχε προσθέσει στο ακίνητο. Ο Εναγόμενος 2 είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 που απορρέουν από ενοικιαστήριο έγγραφο. Κατά τη λήξη της ενοικίασης, την 31.12.2019, η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να παραδώσει στον Ενάγοντα, που κατά τον ουσιώδη χρόνο νομιμοποιούνταν στην εκτέλεση της συμφωνίας, ως και σήμερα, ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακινήτου, όπως είχε συμφωνηθεί. Την 30.06.2020, με επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντος, που επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1 την 13.07.2020, η Εναγόμενη 1 κλήθηκε να συμμορφωθεί, χωρίς αποτέλεσμα. Ο Ενάγων ζητά διάταγμα ανάκτησης της κατοχής του ακινήτου, διάταγμα κατεδάφισης των πρόσθετων κατασκευών, απόφαση εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 για €48.000,00, πλέον €2.000,00 μηνιαίως από την 01.01.2022 μέχρι την παράδοση ελεύθερης και κενής της κατοχής του ακινήτου. Ο Ενάγων είχε επιχειρήσει να εξασφαλίσει συνοπτική απόφαση, ωστόσο η αίτησή του, απορρίφθηκε, για τους λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.11.2022, με την οποία δόθηκε άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρίσουν την Έκθεση Υπεράσπισής τους. Όπως έπραξαν, την 24.11.
  4. Την 05.04.2023, ο Ενάγων επανήλθε με την υπό εξέταση αίτηση, μεταξύ άλλων, στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Κεφ.6, με την οποία ζητά προσωρινό διάταγμα που να διατάσσει αμφότερους τους Εναγόμενους 1 και 2, για όσο διάστημα διατηρούν την κατοχή του ακινήτου, να καταβάλλουν στον Ενάγοντα το ποσό των €2.000,00 μηνιαίως ή άλλο ποσό που θα κρίνει το Δικαστήριο, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή άλλη διαταγή του Δικαστηρίου. Με την ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο Ενάγων μαρτυρεί τα προαναφερόμενα γεγονότα. Επισημαίνει πως, με την ένσταση που καταχώρισαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην προηγούμενη αίτησή του για συνοπτική απόφαση, είχαν αναφέρει πως ο ισχυρισμός των Εναγόμενων 1 και 2 ήταν για συμφωνημένο ενοίκιο €1.420,
  5. Ακόμα κι αν ισχύει η εκδοχή αυτή των Εναγόμενων 1 και 2, με την οποία ο Ενάγων διαφωνεί, γιατί έχει τη θέση πως το ενοίκιο ήταν €2.000,00, παραμένει το γεγονός πως δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό μετά την 31.12.2019, ενώ κρατείται το ακίνητο και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων, όπως θέτει, έχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση, και καλές πιθανότητες επιτυχίας. Εάν, όμως, επιτύχει στην αγωγή του, όπως αναφέρει, η αξίωσή του για τα ενδιάμεση οφέλη θα απολήγει σε ένα πολύ μεγάλο ποσό, που οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν θα μπορούν να πληρώσουν, λόγω αφερεγγυότητας. Προσκομίζει στοιχεία από έρευνα στην οποία προέβη, με βάση τα οποία δεν υπάρχει ακίνητη περιουσία, ενώ η Εναγόμενη 1 δεν ασκεί άλλη δραστηριότητα πλην εκείνης που ασκεί στο ακίνητο του Ενάγοντος. Επομένως, κατά τη θέση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Από την 01.01.2020 μέχρι την 01.04.2023, τα ενδιάμεσα οφέλη, χρησιμοποιώντας ακόμα και το ποσό των €1.420,00 που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2, είναι €58.800,00, ενώ εάν η αγωγή παραμείνει σε εκκρεμότητα για άλλα τρία χρόνια, τα ενδιάμεσα οφέλη θα ανέλθουν, με βάση το ίδιο ποσό, σε €107.920,00, ενώ με βάση το ποσό που ισχυρίζεται ο Ενάγων σε ποσό €152.000,
  6. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προβάλλοντας πως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα χωρίς ρητή νομοθετική πρόνοια. Σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Δεν είναι δίκαιο, κατά τη θέση τους, να εκδοθεί το διάταγμα, προς ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων, ενώ υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, που συνοδεύει την ένσταση, ο Εναγόμενος 2 θέτει πως η Εναγόμενη 1 διατηρεί την επιχείρηση της από το 1998 και είναι σοβαρή και φερέγγυα και βιώσιμη. Προσκομίζει βεβαίωση των λογιστών της. Ο ίδιος εργάζεται στην Εναγόμενη 1 με μισθό €1.000,00 και είναι και λήπτης σύνταξης €773,00 μηνιαίως. Προσκομίζει κατάσταση εισφορών στις κοινωνικές ασφαλίσεις για τα έτη 2022 και 2023 και βεβαίωση λήψης σύνταξης. Η Εναγόμενη 1, όπως αναφέρει, ήταν πάντοτε πρόθυμη να καταβάλλει στον Ενάγοντα ενοίκιο του επίδικου ακινήτου, όμως ο Ενάγων αρνείται να το παραλάβει, θεωρώντας ότι η λήψη του συνιστά έμμεση παραδοχή της συνέχισης της ενοικίασης. Η ακρόαση της αίτησης και της ένστασης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν, χωρίς πρόσθετη μαρτυρία. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Το άρθρο 32 Ν. 14/60 ορίζει το ίδιο τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, καταρχάς απαγορευτικό. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 CLR 557 όπως σε πολλές άλλες αποφάσεις. Θα πρέπει ο αιτών διάδικος να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[1]. Δεν αρκεί να τίθεται ένα δικάσιμο θέμα. Θα πρέπει να υπάρχουν καλές πιθανότητες ο αιτών να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια. Εκτός από αυτές τις προϋποθέσεις, θα πρέπει, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η τρίτη προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[3]. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) συνυπολογίζεται σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν 14/60, και απαντά στο εάν είναι εν τέλει δίκαιο να δοθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Ανάλογες προϋποθέσεις ισχύουν και για την έκδοση ενδιάμεσων προστατικών διαταγμάτων. Ωστόσο, επειδή τα προστακτικά διατάγματα δεν απαγορεύουν απλώς τη συνέχιση μιας συμπεριφοράς που ο αιτών διάδικος θεωρεί άδικη, αλλά το Δικαστήριο παρεμβαίνει δραστικά και διαμορφώνει θετικά συγκεκριμένη συμπεριφορά του προσώπου προς το οποίο απευθύνονται, όπως λόγου χάριν το να προβεί σε συγκεκριμένη επισκευή ή δαπάνη ή πληρωμή, εκδίδονται με ιδιαίτερη φειδώ και αρκετά πιο ισχυρό βαθμό βεβαιότητας ότι έχει πληγεί σοβαρά δικαίωμα και θα υπάρξει υπέρμετρη ζημιά του αιτούντος, που μόνο με την έκδοση του διατάγματος μπορεί να αποφευχθεί και να διασφαλιστεί η δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης, χωρίς να επαρκεί κάποια αποζημίωση[4]. Ευλόγως, χρειάζεται να τηρηθεί επίπεδο αναλογικότητας ανάμεσα στη ζημιά που υπόκειται το πρόσωπο το οποίο, πριν να ακουστεί πλήρως στη δίκη, διατάσσεται να πράξει, και στη ζημιά που θα υποστεί ο αιτών, εάν δεν χορηγηθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Στο πλαίσιο της αναλογικότητας εμπίπτει και η ανάγκη για σαφήνεια και ακρίβεια στις πράξεις που προστάζονται, όπως και στον χρόνο. Η πρώιμη προσταγή, ως μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, δεν θα πρέπει να παρεμβάλλει ως μορφή τιμωρίας[5], αλλά ως μέσο διασφάλισης της απονομής της δικαιοσύνης. Είναι φυσιολογικά μεγάλος και ο κίνδυνος ένα ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα να υπερβεί το μέτρο αυτό. Ο επείγων χαρακτήρας ενός τέτοιου διατάγματος θα μπορούσε να λεχθεί πως είναι εγγενής στη φύση τους. Το άρθρο 4 Κεφ.6 δίδει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα, σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προκληθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Το διάταγμα μεσεγγύησης που αναφέρθηκε πιο πάνω σημαίνει διάταγμα που ορίζει πρόσωπο ή πρόσωπα για να εισέλθουν σε ακίνητη ιδιοκτησία, που ορίζεται στο διάταγμα, η οποία είναι στην κατοχή του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα, και να συλλέξουν, παραλάβουν και αναλάβουν στα χέρια τους τα μισθώματα και τις προσόδους αυτής, καθώς και τα αγαθά και την κινητή περιουσία του εν λόγω προσώπου και να τα κρατούν για όσο χρόνο ορίζεται στο διάταγμα ή μέχρι νεότερου διατάγματος του Δικαστηρίου. Το διάταγμα παρέχει στο πρόσωπο που ορίζεται με τον τρόπο αυτό πλήρη εξουσία να ενεργεί καθετί το οποίο διατάσσεται να διενεργηθεί με το διάταγμα αυτό καθώς και κάθε συντελεστικό με αυτό και, από την κοινοποίηση του διατάγματος προς το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε, αυτό στερεί το πρόσωπο αυτό από κάθε τέτοια εξουσία, τηρουμένου μόνο του δικαιώματος του να κατέχει την ακίνητη περιουσία που τελεί υπό μεσεγγύηση, και να συνεχίζει τη διεξαγωγή της εργασίας του σε αυτή και να χρησιμοποιεί την κινητή περιουσία η οποία δυνατό να βρίσκεται σε αυτή για τους σκοπούς της κατοχής αυτής και της διεξαγωγής της εργασίας του. Το άρθρο 4 Κεφ.6, παρόλο που συνιστά ανεξάρτητη νομική βάση, προσεγγίζεται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν.14/60 και αφορά σε ενδιάμεση θεραπεία αναφορικά με περιουσία που συνιστά το αντικείμενο της αγωγής. Όπως λέχθηκε στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Nicantony Tr. Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653, και επαναλήφθηκε και στην πιο πρόσφατη Rapp v. Sinden, Πολιτική Έφεση Ε191/2014, ημερομηνίας 20.03.2020, οι πρόνοιες του άρθρου 4 Κεφ.6 δεν προϋποθέτουν την ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου, αλλά αρκεί η διαπίστωση ότι η περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής αντιμετωπίζει κίνδυνο. Ο Ενάγων αποκαλύπτει ένα συζητήσιμο θέμα που μπορεί και θα πρέπει να εκδικαστεί για να διαφανεί η όλη πραγματική διάσταση. Αφορά στο δικαίωμά του, ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου να έχει την κατοχή του, μετά τη λήξη της συμφωνίας ενοικίασης που είχε συναφθεί με την Εναγόμενη 1, υπό την εγγύηση του Εναγόμενου
  1. Οι ισχυρισμοί του είναι συγκεκριμένοι, βασίζονται σε έγγραφα, και δεν υπάρχει οτιδήποτε που εκ προοιμίου να αποτρέπει την εξέταση της αγωγής του από το Δικαστήριο. Θέτει, επίσης, επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας για τους σκοπούς της διαδικασίας αυτής, που συναρτώνται με το γεγονός, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται - και δεν αξιολογείται η μαρτυρία του σε αυτό το στάδιο - ότι έληξε η συμφωνία ενοικίασης που είχε συναφθεί με την Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 1 δεν παρέδωσε την κατοχή του ενοικιαζόμενου αλλά ούτε και κατέβαλε έκτοτε οποιοδήποτε ποσό, ενώ ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την ενοικιαστική σχέση, μεταξύ των οποίων και την πληρωμή οποιουδήποτε οφειλόμενου από την Εναγόμενη 1 ποσού. Οι επιφυλάξεις ως προς την υλική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, που ήταν εκ των λόγων (μεταξύ άλλων) για τους οποίους δεν μπόρεσε να δοθεί συνοπτικά κάποια απόφαση, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο αυτό, ενόσω ασκεί πολιτική δικαιοδοσία (και δεν αποφάσισε περί του αντιθέτου), να εκδώσει προσωρινό διάταγμα, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής του, χωρίς η πιθανή έλλειψη υλικής αρμοδιότητας να προσεγγίζεται ως απουσία πιθανοτήτων επιτυχίας της υπόθεσης. Οι πιθανότητες αυτές, εν προκειμένω, θεωρούνται ως εάν το παρόν Δικαστήριο είναι το υλικά αρμόδιο, εφόσον το θέμα αυτό δεν μπορεί να προδικαστεί, με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα. Παρεμβάλλεται πως ο ισχυρισμός των Εναγόμενων 1 και 2 περί έλλειψης δικαιοδοσίας δεν έχει να κάνει με την υλική αρμοδιότητα αυτή τη φορά, όπως το ζήτημα αυτό απασχόλησε στην προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά επικαλούνται έλλειψη νομοθετικής πρόνοιας, με επίκληση της αγγλικής Moore v. Assignment Courier Ltd [1977] 1 All E.R. 842, την οποία ακολούθησε η περίληψη ρητής νομοθετικής πρόνοιας σχετικά με τη δυνατότητα έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων πληρωμής. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αυτή η προσέγγιση. Αρκετά διατάγματα προσωρινής φύσης πλέον εκδίδονται χωρίς να υπάρχει ρητή ή επακριβής νομοθετική πρόνοια για το κάθε ένα από αυτά. Το άρθρο 32 Ν.14/60 δεν περιορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, πέραν των προϋποθέσεων που θέτει. Εξάλλου, η αίτηση του Ενάγοντος βασίζεται και το άρθρο 4 Κεφ.6, που, σε συνδυασμό με το άρθρο 32 Ν.14/60, δίδει περιθώριο έκδοσης και διαταγμάτων ενδιάμεσων πληρωμών, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής τους και είναι αναγκαία για την παρεμπόδιση απώλειας ή ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού του Ενάγοντος. Ή και υπό τη μορφή διατάγματος μεσεγγύησης. Ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν.14/
  2. Ο Ενάγων αξιώνει την κατοχή του ακινήτου ο τίτλος του οποίου αναμφίβολα του ανήκει και σχετικές αποζημιώσεις για την απώλεια της χρήσης του, που προσδιορίζει στο ύψος της συμφωνημένης μηνιαίας ενοικιαστικής αξίας, που με βάση τον ίδιο είναι €2.000,00 και με βάση προηγούμενες δηλώσεις των Εναγόμενων 1 και 2, που οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν αναίρεσαν, είναι €1.420,
  3. Σχετική είναι η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 ημερομηνίας 17.05.2022, και ειδικότερα η παράγραφος 21(α) αυτής. Η Εναγόμενη 1 δήλωσε, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, πρόθυμη να πληρώνει μηναία ποσό στον Ενάγοντα, ο οποίος, όμως, δεν επιθυμεί να εκληφθεί, εκ της αποδοχής του, ότι συναινεί στη συνέχιση της ενοικίασης ή να βλαφθεί η απαίτησή του. Η Εναγόμενη 1 δεν έχει ακίνητη περιουσία, είναι νομικό πρόσωπο που δραστηριοποιείται στο ακίνητο. Συμμερίζομαι τη θέση της πλευράς του Ενάγοντος πως, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1, υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Στην Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 ΑΑΔ 169, στην οποία παραπέμπει η πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2, η ενδιάμεση θεραπεία που ζητείτο ήταν η απαγόρευση επέμβασης στο ακίνητο που ο ενάγων είχε αγοράσει από τους εναγόμενους και η πληρωμή ποσού ημερησίως. Η ενδιάμεση θεραπεία θα άλλαζε το status quo υπό τις περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης, όπως και υπό τις περιστάσεις της Ριρη ν. Κοφτερός, αγωγή αρ. 1207/2021 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας 24.01.2022, που ήταν διαφορά σε σχέση με τον τίτλο, που περιλάμβανε και την κατοχή, και όπου το Δικαστήριο (με αυτή τη σύνθεση) δεν επέτρεψε την έκδοση διατάγματος σχετικά με ενδιάμεσες πληρωμές. Στην προκειμένη περίπτωση, το status quo δεν είναι ότι η Εναγόμενη 1 δεν έπρεπε οποτεδήποτε να πληρώνει κάποιο ποσό στον Ενάγοντα και αυτό θα αλλάξει, αλλά ότι, με βάση τη συμφωνία τους, έπρεπε ούτως ή άλλως να πληρώνει μηνιαίως στον Ενάγοντα ποσό, που όμως έπαυσε να πληρώνει, κρατώντας το ακίνητο και ισχυριζόμενη δικαίωμα στην κατοχή (πάντοτε όμως έναντι μισθώματος), και που δηλώνει πρόθυμη να συνεχίσει να πληρώνει στον Ενάγοντα (με όλες τις επιφυλάξεις του Ενάγοντος, ως προς το να μην εκληφθεί ως συναινεί στην εξακολούθηση της κατοχής του ακινήτου του από την Εναγόμενη 1). Ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60 αναφορικά με την Εναγόμενη
  1. Αν και πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν.14/60 και για τον Εναγόμενο 2, όπως εξ όψεως παρουσιάζεται η υπόθεση του Ενάγοντος, ο Εναγόμενος 2 δεν κατέχει υπό την προσωπική του ιδιότητα το ακίνητο του Ενάγοντος, ασχέτως εάν είναι επί του παρόντος διευθυντής της Εναγόμενης
  2. Η ενδιάμεση θεραπεία που ζητείται συναρτάται με το γεγονός της κατοχής του ακινήτου του Ενάγοντος από την Εναγόμενη
  3. Εάν εκδοθεί κάποια απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 2 στην αγωγή, θα είναι για χρηματικό ποσό. Δεν έχει αποδειχθεί πως θα ήταν δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη εναντίον του Εναγόμενου 2, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60 για τον Εναγόμενο 2, και η εξέταση της αίτησης για τον Εναγόμενο 2 τελειώνει εδώ. Εξάλλου, για τον Εναγόμενο 2, θα μπορούσε να λεχθεί πως θα υπάρχει αλλαγή στο status quo με την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Συνεχίζοντας την εξέταση σε σχέση με την Εναγόμενη 1, στο ισοζύγιο της ευχέρειας ή της δικαιοσύνης, εφόσον η Εναγόμενη 1 κατέχει το ακίνητο ενόσω εκκρεμεί αυτή η αγωγή, και υπάρχει προθυμία πληρωμής για την κατοχή του στον Ενάγοντα, δεν προκύπτει πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην Εναγόμενη 1, ενώ, ταυτόχρονα, θα αποτρέψει κατά βέβαιο τρόπο τη ζημιά ή απώλεια του Ενάγοντος, σκοπός για τον οποίον το Δικαστήριο θεωρεί πως μπορεί και πρέπει να παρέμβει. Το διάταγμα είναι δίκαιο να εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης 1, κατά τρόπο που δεν θα εξαναγκάζει, ως προς τη διατύπωσή του, την Εναγόμενη 1 να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου στον Ενάγοντα, θεραπεία που ζητείται με την αγωγή. Η καθυστέρηση στην αίτηση αυτή του Ενάγοντος, επειδή ο ίδιος θεώρησε πως μπορεί να επιτύχει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως τέτοιας, μόνον εις βάρος του ιδίου λειτούργησε, και προφανώς δεν δίδει δικαίωμα στην Εναγόμενη 1 να επωφελείται ανέξοδα της κατοχής του ακινήτου του Εναγόμενου, εκμεταλλευόμενη τον χρόνο που ευλόγως απαιτείται για την πλήρη ακρόαση της αγωγής από το Δικαστήριο. Κρίνοντας ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εναντίον της Εναγόμενης 1, και ότι αυτό είναι δίκαιο να εκδοθεί: Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Εναγόμενη 1, δια οποιουδήποτε αξιωματούχου της, για όσο χρονικό διάστημα η Εναγόμενη 1 διατηρεί την κατοχή του ακινήτου που περιγράφεται στην παράγραφο (α) της αίτησης του Ενάγοντος, να καταβάλλει μηνιαίως στον Ενάγοντα το ποσό των €1.420,00 (από κοινού), αρχίζοντας από την 15.09.2023 και ακολούθως από την 15η ημέρα κάθε μήνα, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Η αίτηση εναντίον του Εναγόμενου 2 δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, με δεδομένο το αποτέλεσμα, που όμως διαφοροποιείται όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, κατ' επέκταση του οποίου ο Ενάγων θα δικαιούνταν να λάβει έξοδα από την Εναγόμενη 1 αλλά θα υποχρεούνταν να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο 2, διευθυντή της Εναγόμενης 1, και έχοντας υπόψη πως οι Εναγόμενοι 1 και 2, αν και διαφορετικοί διάδικοι, σε διαφορετικές βάσεις, έχουν κοινή εκπροσώπηση και έξοδα, και προς αποφυγή διαταγών για έξοδα που θα είναι βασικά vice versa, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598. [2] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [3] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [4] Clerk & Lindsell on Torts, 16η εκ., παραγ. 7-06, Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652, 665, 666, και ενδεικτικά RKB Leathergoods Limited ν. Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ
  1. [5] Colls Home and Colonial Stores [1904] A.C.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.