ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ALAN DAVID GOODBAND ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED κ.α., Έφεση αρ. 113/2023, 28/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Έφεση αρ. 113/2023 I-JUSTICE Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ALAN DAVID GOODBAND Εφεσείων και 1. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED 2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ Εφεσίβλητοι Αίτηση ημερομηνίας 16.05.2023 για ενδιάμεση θεραπεία και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 19.05.2023 Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Εφεσείοντα: Μ. Σταυρινού (κα) για Νίκος Παπακλεοβούλου ΔΕΠΕ Για την Εφεσίβλητη 1: Γ. Ζαχαρίου (κα) για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Έφεση καταχωρίστηκε την 16.05.2023 δυνάμει του άρθρου 44(Ι) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65. Ο Εφεσείων προσβάλλει τη ειδοποίηση ημερομηνίας 19.04.2023, που παρέλαβε την 25.04.2023, με την οποία η Εφεσίβλητη τον ενημέρωσε για την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, τα στοιχεία του οποίου περιγράφονται. Επιπρόσθετα, ζητά θεραπείες που σχετίζονται με το γεγονός που συνθέτει και τους λόγους Έφεσης: πως η Εφεσίβλητη δεν περιέλαβε στην προτεινόμενη διάθεση των ποσό των €21.367,48 που αφορά έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος που προέκυψαν στο πλαίσιο της αίτησης διαχείρισης 127/2016 Ε.Δ. Πάφου. Κατά τη θέση του Εφεσείοντος, τα έξοδα διαχείρισης έπρεπε να περιληφθούν στην κατηγορία «χρεώσεις/φόροι/τέλη» και να λογιστούν ως έξοδα που οφείλει να καταβάλει η Εφεσίβλητη 1 στον Εφεσείοντα κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης του ακινήτου. Κατά τον Εφεσείοντα, η προσβαλλόμενη ειδοποίηση που δεν περιλαμβάνει τα έξοδα διαχείρισης, που η Εφεσίβλητη 1 γνώριζε ότι υπάρχουν, πάσχει γιατί η Εφεσίβλητη ενήργησε αντίθετα με το άρθρο 42 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189, σύμφωνα με το οποίο η καταβολή της αμοιβής του διαχειριστή προηγείται έναντι οποιωνδήποτε άλλων νόμιμων χρεών. Επίσης, ενήργησε αντίθετα με το άρθρο 55 Κεφ.189, που προνοεί ότι, σε κάθε διαδικασία που αφορά κληρονομιά, τα έξοδα ή μέρος αυτών δύνανται να καταβληθούν από την κληρονομιά. Συναφώς, η μεταβίβαση δεν μπορεί να προχωρήσει, όπως εισηγείται, εφόσον δεν περιλαμβάνονται αποδείξεις ότι καταβλήθηκαν όλα τα έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 18 § 3 Ν.9/65, αν δεν καταβληθούν πρώτα τα έξοδα που συνιστούν χρέος της κληρονομιάς, καθότι τέτοια μεταβίβαση παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα του Εφεσείοντος. Τα γεγονότα που μαρτυρούνται, συνοδεύοντας την Έφεση, είναι μεταξύ άλλων πως ο αποβιώσας ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ½ του ενυπόθηκου ακινήτου, το όλο του οποίου υποθηκεύτηκε για την εξασφάλιση δανείου. Το δάνειο δεν αποπληρώθηκε και εγέρθηκε αγωγή, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε προς όφελος της Εφεσίβλητης 1 δικαστική απόφαση για το ποσό των €384.971,60 πλέον τόκους και έξοδα. Η Εφεσίβλητη 1 προχώρησε με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, το οποίο αγοράστηκε από την ίδια, ως ειδοποίησε με επιστολή ημερομηνίας 19.04.2023. Την ίδια ημερομηνία είχε και η προσβαλλόμενη ειδοποίηση σε σχέση με τη διάθεση του προϊόντος πώλησης. Αμφότερες οι ειδοποιήσεις παραλήφθηκαν την 25.04.2023. Τα έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος πιστοποιήθηκαν από τον Πρωτοκολλητή και παραμένουν οφειλόμενα, γεγονός που ο Εφεσίβλητη 1 γνώριζε, γιατί της κοινοποιήθηκε. Σχετική κοινοποίηση είχε γίνει και στο Τμήμα Φορολογίας, για να μην εκδοθεί φοροαπαλλακτικό σε οποιοδήποτε πρόσωπο πλην του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, δηλαδή του Εφεσείοντος. Ειδοποίηση στάλθηκε και στο Κτηματολόγιο, να μην επιτρέψει τη διάθεση του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς την ενυπόγραφη συγκατάθεση του Εφεσείοντος. Παρά την ενημέρωση της Εφεσίβλητης 1 για την παράλειψη να περιλάβει τα έξοδα διαχείρισης στη διάθεση του προϊόντος πώλησης, εκείνη ουδέν έπραξε. Ο Εφεσείων επιχειρηματολογεί υπέρ της έλλειψης νομιμότητας, εάν δεν περιληφθούν τα έξοδα διαχείρισης στη διάθεση του προϊόντος, συνθήκη που δημιουργεί στον ίδιο ζημιά. Στο πλαίσιο της κυρίως αίτησής του, ο Εφεσείων καταχώρησε μονομερώς αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία. Είναι στη βάση των ίδιων προαναφερόμενων γεγονότων. Δεν θα επαναληφθούν. Την 19.05.2023, το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η διάθεση του προϊόντος της πώλησης, μέχρι την τελική εκδίκαση της Έφεσης. Η Εφεσίβλητη 1 ενίσταται στην οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ή σε απόδοση άλλης ενδιάμεσης θεραπείας με βάση την αίτηση του Εφεσείοντος και ζητά την ακύρωσή του προσωρινού διατάγματος και την απόρριψη της αίτησης. Προβάλλει εικοσιπέντε λόγους ένστασης που συνοψίζονται στη θέση της Εφεσίβλητης 1 ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, λανθασμένη και καταχρηστική, ότι υπήρξε απόκρυψη στοιχείων και δεν ικανοποιούνταν το στοιχείο του κατεπείγοντος, ενώ δεν πληρούνται και οποιεσδήποτε ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Στη μαρτυρία λειτουργού της Εφεσίβλητης 1 που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται πως δεν αμφισβητείται το γεγονός πως ο Εφεσείων είναι διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος που είναι υποθηκευμένο, ούτε η έκδοση δικαστικής απόφασης για το χρέος που σχετίζεται με την πιστωτική διευκόλυνση που εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Η αμοιβή του Εφεσείοντος, όμως, όπως θέτει, δεν επιβαρύνει το ενυπόθηκο ακίνητο. Κάποια σημείωση που αναφέρει ο Εφεσείων δεν συνιστά εμπράγματο βάρος. Η εκποίηση δεν έγινε κατόπιν συμφωνίας με τον Εφεσείοντα, αλλά εφαρμόζοντας τον νόμο για καταναγκαστική εκποίηση, περίπτωση στην οποία οι νομοθετικές διατάξεις που επικαλείται ο Εφεσείων δεν εφαρμόζονται. Δεν είναι η ορθή εικόνα που μετέφερε στο Δικαστήριο ο Εφεσείων, ότι πληροφορήθηκε για την εκποίηση πρώτη φορά με την επίδοση σε αυτόν της ειδοποίησης διάθεσης. Προηγήθηκε ολόκληρη διαδικασία με βάση τον νόμο, βάσει της οποίας έγινε η εκποίηση. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η διαδικασία πώλησης ή μεταβίβασης που έγιναν ήδη, παρά μόνον η διάθεση του προϊόντος. Τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν είναι οι σχετικές φορολογίες και οποιαδήποτε αμοιβή του διαχειριστή δεν ενδιαφέρει τους εμπράγματους πιστωτές, ούτε περιουσία που φέρει προηγούμενη επιβάρυνση είναι δυνατόν να θεωρείται μέρος του «estate» του αποβιώσαντος. Η πρόταση του Εφεσείοντος για καταβολή εξόδων διαχείρισης έγινε πριν από την έκδοση δικαστικής απόφασης και άλλες ενέργειες, και απορρίφθηκε, γεγονός που γνώριζε ο Εφεσείων, προσπαθώντας να δείξει πως, με επανειλημμένες οχλήσεις, επιδείχθηκε ενός είδους αδιαφορία. Ήταν σαφές πως η Εφεσίβλητη 1 θα προχωρούσε με ανάκτηση του ακινήτου στο πλαίσιο της οποίας ουδέποτε αποδέχθηκε να καταβάλει η ίδια τα έξοδα του διαχειριστή. Η δε οφειλή του αποβιώσαντος, με τους τόκους, είναι πέραν των €500.000,00. Η καθυστέρηση στη διάθεση επιβαρύνει την περιουσία του αποβιώσαντος, αλλά και της συνιδιοκτήτριας, αφού στο μεταξύ το χρέος τοκίζεται. Η προσπάθεια του Εφεσείοντος είναι να λάβει ποσά από το προϊόν αναγκαστικής πώλησης που δεν δικαιούται και είναι, κατά την Εφεσίβλητη 1, καταχρηστική. Σε κάθε περίπτωση, εάν επιτύχει η Έφεση, όπως αναφέρει η Εφεσίβλητη 1, η ίδια είναι φερέγγυα με οικονομική δυνατότητα και μπορεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό τυχόν αποφασιστεί ότι έπρεπε να περιληφθεί στη διάθεση, χωρίς κατ' ανάγκη να προκαλείται η προαναφερόμενη καθυστέρηση. Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρει, η διάθεση που προτάθηκε είναι η ορθή. Η ακρόαση της αίτησης και της ένστασης βασίστηκε στις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, χωρίς πρόσθετη μαρτυρία. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν αναδιατυπώνεται. Σύμφωνα με το άρθρο 44Ι Ν.9/65, ο ενυπόθηκος δανειστής, μετά την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ενημερώνει τον ενυπόθηκο οφειλέτη για το προϊόν της πώλησης που εισπράχθηκε είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση, και για το κόστος, τις χρεώσεις, τους φόρους ή τα τέλη που επιβλήθηκαν κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, σε περίπτωση που η πώληση πραγματοποιήθηκε με πλειστηριασμό. Ο ενυπόθηκος δανειστής αποστέλλει, εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ταχυδρομείου, ειδοποίηση αναφορικά με την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, καθώς και σε όλους τους κατόχους απαιτήσεων, επιβαρύνσεων ή δικαιωμάτων πληρωμής αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο, καταγράφοντας την προτεινόμενη διάθεσή του. Με την ειδοποίηση, ενημερώνονται όλα τα ως άνω πρόσωπα ότι η προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης θεωρείται ότι επικυρώνεται την 30ή ημέρα από την ημερομηνία της ειδοποίησης, η οποία καθίσταται τελική και ο ενυπόθηκος δανειστής αποστέλλει την επικύρωση σε όλα τα μέρη εντός 5 ημερών από την ημερομηνία της επικύρωσης. Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης, οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή ο κάτοχος οποιουδήποτε δικαιώματος αμφισβητεί την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης, δύναται να καταχωρίσει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών και νοουμένου ότι δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε σχετικό απαγορευτικό διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, ο ενυπόθηκος δανειστής επικυρώνει την προτεινόμενη διάθεση, η οποία καθίσταται τελική και αποστέλλει την επικύρωση αυτή σε όλα τα μέρη εντός 5 ημερών από την ημερομηνία της επικύρωσης. Ο ενυπόθηκος δανειστής διαθέτει το προϊόν της πώλησης, σύμφωνα με την επικυρωμένη τελική διάθεσή του, για τα ακόλουθα: (
- i)Οποιοδήποτε ποσό έχει καταβληθεί υπό μορφή φόρων, τελών και χρεώσεων αναγκαίων για τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή, περιλαμβανομένου του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών· (
- ii)εάν υπάρχουν προγενέστερα εμπράγματα βάρη στο ακίνητο, το ποσό που αναλογεί σε κάθε προγενέστερο δικαιούχο τέτοιων βαρών, όπως καθορίζεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 44Θ, στη δήλωση/συγκατάθεση του δικαιούχου ή στην απόφαση του Δικαστηρίου· (iii) μετά την καταβολή των ποσών, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους (
- i)και (ii), το ποσό που αντιπροσωπεύει το ενυπόθηκο χρέος πλέον τόκους· (
- iv)εάν υπάρχουν οποιαδήποτε μεταγενέστερα εμπράγματα βάρη, το ποσό που αναλογεί σε τέτοια βάρη με σειρά προτεραιότητας. Οποιοδήποτε υπόλοιπο, καταβάλλεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Οποιαδήποτε τέλη, δικαιώματα και έξοδα της πώλησης καταβάλλονται από τον ενυπόθηκο δανειστή. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, περιλαμβανομένης αυτής που ασκεί ενεργώντας ως Εφετείο με βάση τον Ν.9/65, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση του Εφεσείοντος έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εφεσείων άσκησε ένδικο μέσο που δεν αναστέλλει από μόνη της την ισχύ της ειδοποίησης διάθεσης, η οποία, μετά την πάροδο των 30 ημερών, θα μπορούσε να επικυρωθεί από την Εφεσίβλητη 1, εκτός εάν εκδίδονταν τέτοιο προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα. Τυχόν προηγούμενη ειδοποίηση της Εφεσίβλητης 1 δεν θα καθιστούσε εφικτή την ακρόασή της πριν από τη συμπλήρωση της προθεσμίας επικύρωσης. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο είχε τη δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης του Εφεσείοντος χωρίς προηγούμενη ειδοποίησης της Εφεσίβλητης 1 και η σχετική ένσταση της Εφεσίβλητης 1 δεν ευσταθεί. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας το προσωρινό διάταγμα μέσα και από τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της Εφεσίβλητης 1, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από τον Εφεσείοντα, που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Δεν απέκρυψε ο Εφεσείων πως η εκποίηση έγινε με βάση το Μέρος VIA του Ν.9/65, εφόσον χρησιμοποιεί διαδικασία στο πλαίσιο εφαρμογής αυτού του νομικού κεφαλαίου, ούτε ανέφερε κάποιο ΜΕΜΟ, επομένως ουδεμία λανθασμένη εντύπωση ή παραπλάνηση προκλήθηκε ή θα μπορούσε να προκληθεί από τον τρόπο έκφρασης του Εφεσείοντος. Το ζήτημα που θέτει με την Έφεσή του ο Εφεσείων είναι κατ' ακρίβεια νομικό και είναι στη βάση γεγονότων που δεν φαίνεται να αμφισβητούνται στα βασικά τους σημεία. Δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης του διατάγματος λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και ο σχετικός λόγος ένστασης της Εφεσίβλητης 1 δεν μπορεί να επιτύχει. Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/60, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7] και δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυσή τους. Αμφότερες οι πλευρές εκθέτουν αυτές τις αρχές, ως προς την ύπαρξη των οποίων ομοφωνούν. Προσαρμόζονται στα δεδομένα αυτής της διαδικασίας. Όπως προαναφέρθηκε, ο Εφεσείων άσκησε προβλεπόμενο από τον νόμο ένδικο μέσο, αμφισβητώντας τη διάθεση του προϊόντος εκποίησης, με τον ισχυρισμό ότι δεν περιλήφθηκαν σε αυτήν τα έξοδα διαχείρισης. Βάσισε την Έφεσή του σε συγκεκριμένα στοιχεία και επιχειρηματολογία, και έθεσε ένα θέμα που το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει να εξετάσει κατ' ουσία, χωρίς να διαφαίνεται σε αυτό το στάδιο λόγος να μην το πράξει, τέτοιος που να επιδρά και στη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδώσει ενδιάμεση θεραπεία. Ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60, με την έννοια ότι η Έφεση, ως ένδικο μέσο, μπορεί να εξεταστεί, χωρίς κατ' ανάγκη το Δικαστήριο να πρέπει να μπει στη διαδικασία, τώρα, να εξετάσει τυχόν μέρος του παρακλητικού της Έφεσης που δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, όπως, λόγου χάριν, η αναφορά του Εφεσείοντος σε δόλο της Εφεσίβλητης 1 (που παραπέμπει σε διαφορά ουσίας). Το ζήτημα που εγείρεται στην Έφεση είναι νομικό, εφόσον δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι υπάρχουν έξοδα διαχείρισης που δεν περιλήφθηκαν στην προτεινόμενη διάθεση. Ο Εφεσείων επικαλείται συγκεκριμένες νομικές διατάξεις και εκθέτει μια νομική άποψη, με την οποία η Εφεσίβλητη 1 διαφωνεί. Το Δικαστήριο δεν είναι εφικτό να αποφασίσει το ζήτημα στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, υπεισερχόμενο στην ουσία της Έφεσης, αν και, έχοντας υπόψη την έκταση της επιδικίας της Έφεσης, ο χρόνος που αναλώνεται στην εξέταση της ενδιάμεσης θεραπείας θα μπορούσε να αναλωθεί στην εξέταση της Έφεσης. Διατηρώντας ότι δεν είναι επί του παρόντος εφικτό να γνωρίζει το Δικαστήριο τι θα αποφασίσει, πριν να ακούσει τις θέσεις του Εφεσείοντος και της Εφεσίβλητης 1 στο πλαίσιο της Έφεσης, ούτε μπορεί να προδικάσει, και παρατηρώντας πως ο Εφεσείων δεν ενήργησε με επιπολαιότητα απλώς για να καθυστερήσει τη διάθεση του προϊόντος της ήδη γενόμενης πώλησης, αλλά προκειμένου να μην παρακαμφθούν έξοδα που ο ίδιος θεωρεί ειλικρινά χρέος της περιουσίας του αποβιώσαντος, δεν θα ήταν δυνατόν να αποκλειστούν οι πιθανότητες επιτυχίας· για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας πάντοτε. Ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60. Έπειτα, είναι προφανές πως εάν δεν υφίσταται το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε ήδη, η Έφεση δεν θα έχει αντικείμενο, εφόσον η Εφεσίβλητη 1 θα μπορεί να προχωρήσει να επικυρώσει τη διάθεση, πριν να αποφασιστεί από το Δικαστήριο το ζήτημα που εγείρει ο Εφεσείων. Η δυνατότητα εκ των υστέρων αποζημίωσης του Εφεσείοντος δεν μπορεί να είναι αντικείμενο της Έφεσης που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και δεν μπορεί να λειτουργήσει προσδιοριστικά του εάν είναι αδύνατον να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ή όχι, αναφερόμενη απλώς σε αφηρημένη ή γενικευμένη δυνατότητα ο Εφεσείων να ενάγει την Εφεσίβλητη 1 για να ζητήσει αποζημιώσεις. Τέτοια προσέγγιση θα ήταν αντίθετη προς την πρόβλεψη του συγκεκριμένου ένδικου μέσου, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας του πλειστηριασμού, και θα επέτρεπε εν τοις πράγμασι κατάργησή του. Ο ίδιος ο νόμος προβλέπει πως, εκτός εάν υπάρχει απαγορευτικό διάταγμα, προχωρά η επικύρωση της διάθεσης, κατά τρόπο που καθίσταται αναγκαία η ύπαρξη του απαγορευτικού διατάγματος, εάν η διάθεση δεν μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας ισχύος της ειδοποίησης διάθεσης. Όπως στην προκειμένη περίπτωση. Ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.9/65. Η Εφεσίβλητη 1 επικαλείται την καθυστέρηση που θα προκληθεί στη διάθεση, που είναι εις βάρος όλων. Αυτό είναι δεδομένο και αφορά και την περιουσία του αποβιώσαντος, αλλά η καθυστέρηση δεν προκαλείται από αυτή την άσκηση ενός προβλεπόμενου στον νόμο ένδικου μέσου, αλλά περισσότερο από αυτή την ενδιάμεση διαδικασία στην οποία συζητείται κάτι ως προς το οποίο θα έπρεπε να ήταν ενδεχομένως πιο συγκαταβατική η πλευρά της Εφεσίβλητης 1, στο να μην επικυρώσει τη διάθεση πριν να αποφασίσει το Δικαστήριο την Έφεση, ασχέτως του τι θα αποφασίσει το Δικαστήριο· η δε διαδικασία της Έφεσης θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση, και από την Εφεσίβλητη 1. Δεν θεωρώ πως, στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης ή της ευχέρειας, είναι δίκαιο να ακυρωθεί το ήδη υφιστάμενο διάταγμα, υπό τις περιστάσεις. Όσον αφορά την αίτηση του Εφεσείοντος, καταχωρίστηκε άμεσα μετά την καταχώριση της Έφεσης, και δεν εντοπίζεται κάποια καθυστέρηση. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων ένστασης της Εφεσίβλητης 1, που να μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του υφιστάμενου προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 19.05.2023, το οποίο καθίσταται απόλυτο ως έχει εκδοθεί και ισχύει οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της Έφεσης. Λόγω της φύσης της διαδικασίας, που δεν είναι αντιπαραθετική, της τεχνικότητας της έκδοσης του απαγορευτικού διατάγματος, προκειμένου να μην επέλθει η επικύρωση της διάθεσης πριν να αποφασιστεί από το Δικαστήριο η νομιμότητα και η ορθότητα της προτεινόμενης διάθεσης στο πλαίσιο της Έφεσης του Εφεσείοντος, τα έξοδα αυτής της διαδικασίας θα είναι στην πορεία της Έφεσης και μειωμένα κατά το 50%, αλλά όχι εναντίον του Εφεσείοντος. Αυτό σημαίνει πως, εάν ο Εφεσείων επιτύχει στην Έφεσή του, θα δικαιούται και στα έξοδα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, που θα είναι όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα κατά 50%. Εάν δεν επιτύχει στην Έφεσή του, δεν θα δικαιούται τα έξοδα της ενδιάμεσης θεραπείας, αλλά δεν θα είναι εναντίον του. Η Εφεσίβλητη 1 δεν θα επωφεληθεί εξόδων αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας σε κάθε περίπτωση. Ας προχωρήσει η εκδίκαση της Έφεσης. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο