← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Ευλογία Νεοφύτου Χρυσάνθου, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 89/2021, 31/8/2023

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Ευλογία Νεοφύτου Χρυσάνθου, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 89/2021, 31/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 89/2021 Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του

  1. Αναφορικά με την Ευλογία Νεοφύτου Χρυσάνθου (Α.Δ.Τ. χχχ) από την Πάφο, χχχ - Χρεώστρια Αίτηση από: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, από τη Λευκωσία, χχχ - Πιστώτρια Ημερομηνία: 31.08.23 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια - Πιστώτρια: κα Ι. Ζίγκα για κ.κ. ARISTI KORAKIDOU- MAKRIDOU L.L.C. Για Καθ' ης η αίτηση - Χρεώστρια: κα Π. Λεάνδρου για κ.κ. Argiro S. Charalambous L.L.C. ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια των προνοιών του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 (Ν. 65(Ι)/2015) - στο εξής «ο Νόμος», η Χρεώστρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας (Επίσημος Παραλήπτης) και στις 12.11.21 εξασφάλισε προστατευτικό διάταγμα. Ακολούθησε γραπτή ενημέρωση των καθορισμένων πιστωτών από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, από τους οποίους στις 18.11.21 ζητήθηκε επαλήθευση των οφειλών της Χρεώστριας. Επίσης μέσα από την ίδια επιστολή τους ζητήθηκε εκτίμηση της αγοραίας αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση. Η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και η ΚΕΔΙΠΕΣ Λτδ (στο εξής οι «Ελληνική Τράπεζα» και «ΚΕΔΙΠΕΣ») ανταποκρίθηκαν αποστέλλοντας σε ένορκη δήλωση ημερ. 22.12.21 και 16.12.21 αντίστοιχα την ζητούμενη από το νόμο επαλήθευση των οφειλών της Χρεώστριας. Οι σχετικές καταστάσεις δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επιπλέον εκτιμήθηκε η αγοραία αξία διαμερίσματος στον πρώτο όροφο σε τεμάχιο που βρίσκεται στο Προδρόμι της Πόλυς Χρυσοχούς στην επαρχία Πάφου, επί του οποίου η Χρεώστρια διαθέτει εγγεγραμμένο μερίδιο ½. Ολόκληρο το εγγεγραμμένο μερίδιο της Χρεώστριας είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας. Στη συνέχεια ο σύμβουλος αφερεγγυότητας ετοίμασε προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής εκ μέρους και για λογαριασμό της Χρεώστριας (στο εξής το «ΠΣΑ»), το οποίο πρότεινε για εξέταση στη συνέλευση των πιστωτών που πραγματοποιήθηκε στις 14.02.
  2. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν αρνητικό στην πρόταση για έγκριση του προτεινόμενου ΠΣΑ, το οποίο και απορρίφθηκε από τους πιστωτές. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε την Χρεώστρια στις 29.04.22 στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης με την οποίαν στις 05.05.22 ζήτησε και πέτυχε την έκδοση διατάγματος με το οποίο επιβλήθηκε στους καθορισμένους πιστωτές το προτεινόμενο ΠΣΑ που είχε απορριφθεί στη συνέλευση των πιστωτών (στο εξής το «διάταγμα επιβολής»). Όλες οι πιο πάνω πληροφορίες περιέχονται στον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, τον οποίον ανάτρεξα για καλύτερη αντίληψη του ιστορικού της παρούσας περίπτωσης. Συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος επιβολής, στις 07.06.22 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση στην οποίαν η Πιστώτρια Ελληνική Τράπεζα επιδιώκει ακύρωση του εν λόγω διατάγματος. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι ουσιαστικά πρόνοιες του Ν.65(Ι)/2015 και κανονισμοί του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 (5/2016). Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Πιστώτρια δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της κυρίας Μαρίας Ανθίμου, λειτουργού στην Υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων της Ελληνικής Τράπεζας. Προς υποστήριξη της επισυνάπτονται έγγραφα. Μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ουσιαστικά καταγράφονται και εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος επιβολής. Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό είναι οι εξής:

(1)Το προτεινόμενο ΠΣΑ δεν καθορίζει με σαφήνεια τα εξασφαλισμένα και μη εξασφαλισμένα χρέη κατά παράβαση του άρθρου 46
(2)(α) του Νόμου.
(2)Η κατάσταση προσωπικών οικονομικών στοιχείων της Χρεώστριας περιέχει ουσιαστικές ανακρίβειες ή παραλείψεις κατά παράβαση του άρθρου 65(γ) του Νόμου επειδή σ' αυτήν δεν δηλώνεται το δάνειο που πληρώνει στον εργοδότη της (Α.Η.Κ.) αλλά δηλώνεται ως μέρος των αποκοπών από το μισθό της με αποτέλεσμα να μην περιλαμβάνεται στο προτεινόμενο ΠΣΑ ως μη εξασφαλισμένο χρέος ώστε να κατανεμηθεί αναλογικά σε όλους τους πιστωτές δημιουργώντας έτσι προνομιακή μεταχείριση της Α.Η.Κ.
(3)Τα προσωπικά εισοδήματα της Χρεώστριας δεν έχουν μειωθεί κατά τουλάχιστον 25% ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και έπειτα και πριν από την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, αλλά αντίθετα τα εισοδήματα της έχουν αυξηθεί κατά 42% με αποτέλεσμα να μην ικανοποιείται το κριτήριο του άρθρου 72(ε).
(4)Σε ότι αφορά τα οικογενειακά εισοδήματα της Χρεώστριας, δεν έχει αποδειχτεί μείωση τους κατά τουλάχιστον 25% επειδή δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία από το έτος 2014 μέχρι σήμερα που να καταδεικνύουν τέτοια μείωση με αποτέλεσμα, προφανώς για τον ίδιο λόγο ως και πιο πάνω, να μην ικανοποιείται το κριτήριο του άρθρου 72(ε)
(5)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 72
(1)του Νόμου επειδή ένεκα των αναφορών που περιέχονται υπό τα σημεία (i) μέχρι (vii) της §8α της ΕΔ Ανθίμου η Χρεώστρια δεν υπέβαλε καλόπιστα την αίτηση για την έκδοση διατάγματος επιβολής και παραπλάνησε το Δικαστήριο στο να εκδώσει το εν λόγω διάταγμα.
(6)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 73
(1)του Νόμου επειδή σε περίπτωση πτώχευσης της Χρεώστριας: (α) το δάνειο από την Α.Η.Κ. θα περιλαμβανόταν στα μη εξασφαλισμένα χρέη και η δόση που καταβάλλεται στο δάνειο θα κατανεμόταν σε όλα τα δάνεια με αποτέλεσμα οι πιστωτές να εισέπρατταν μεγαλύτερο ποσό από ότι θα εισπράξουν με το ΠΣΑ που επιβλήθηκε, (β) η Πιστώτρια θα λάμβανε νομικά μέτρα εναντίον των εγγυητών που παρέχουν κάλυψη στο οικιστικό δάνειο και θα εισπράξει το ανεξασφάλιστο μέρος του που ανέρχεται στα €124.338 ενώ με την επιβολή του ΠΣΑ η Πιστώτρια δεν μπορεί να κινηθεί νομικά εναντίον των δύο εγγυητών επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 67
(20)του Νόμου και έτσι δεν θα εισπραχτεί ποσό έναντι του ανεξασφάλιστου χρέους με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική ζημιά. Η Χρεώστρια αντέδρασε στις 14.09.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 21 λόγους. Δεν χρειάζεται να τους διατυπώσω ένα προς ένα. Κοινό σημείο τους είναι η θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εδράζεται, ανάμεσα σ' άλλα, σε άρθρα του Ν.65(Ι)/2015, σε Κανονισμούς του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 (5/2016), σε άρθρα του Κεφ. 5, σε συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της Χρεώστριας, στην οποίαν επισυνάπτεται ένα έγγραφο προς ενίσχυση της. Μέσα από το περιεχόμενο της ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και υπάρχουν αναφορές που υποδεικνύουν γιατί, κατά τη γνώμη της Χρεώστριας, το αιτούμενο διάταγμα δεν πρέπει να εκδοθεί. Στην πορεία εκεί και όπου χρειαστεί θα αναφέρομαι σε συγκεκριμένα αποσπάσματα από το περιεχόμενό της ΕΔ της Χρεώστριας. Η εκδίκαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη των εκδοχών των μερών. Στην εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Πιστώτριας, με σχολιασμό των βασικών αρχών του Νόμου και με παραπομπή σε διάφορα άρθρα σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν το αντικείμενο εκδίκασης, υποστήριξε τις νομικές θέσεις και ισχυρισμούς της. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας της συνηγόρου της Πιστώτριας είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Αντίθετα η ευπαίδευτη συνήγορος της Χρεώστριας στην αγόρευση της απλά υιοθέτησε το σώμα της ένστασης και το περιεχόμενο της ΕΔ της πελάτισσας της, χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε. Στρέφομαι στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Κατ' αρχάς θα ασχοληθώ με τη θέση της Χρεώστριας ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα. Η εν λόγω τοποθέτηση της Χρεώστριας περιέχεται στον 11ο λόγο ένστασης. Είναι αυτονόητο ότι η θέση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα τόσο από τους λόγους της αίτησης όσο και από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Σύμφωνα με την Χρεώστρια η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε μετά τη λήξη της χρονικής προθεσμίας των 15 ημερών που ο Νόμος επιτάσσει και γι' αυτό δεν πρέπει να τύχει εξέτασης. Με τη θέση αυτή διαφωνεί κάθετα η Πιστώτρια. Ο Νόμος παρέχει δικαίωμα σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, τις κατηγορίες των οποίων προσδιορίζει, να προσφύγει στο Δικαστήριο στα πλαίσια αίτησης που δύναται να καταχωρίσει εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας που καθορίζεται με σκοπό την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος επιβολής. Παραπέμπω στο άρθρο 72
(5)του Νόμου που αναφέρει τα εξής: «Οποιοδήποτε πρόσωπο αναφέρεται στο εδάφιο
(4)[καθορισμένοι πιστωτές, εγγυητές, σύμβουλος αφερεγγυότητας και Υπηρεσία Αφερεγγυότητας] δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου [διάταγμα επιβολής] εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία που ειδοποιήθηκε για την έκδοσή του.» [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ένας καθορισμένος πιστωτής δικαιούται να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο με την οποίαν να ζητεί ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ. Η χρονική προθεσμία που ο Νόμος επιτάσσει, εντός της οποίας ο καθορισμένος πιστωτής δικαιούται να ασκήσει το πιο πάνω νομοθετικό δικαίωμα του, καθορίζεται σε 15 ημέρες από την ημερομηνία που του γνωστοποιήθηκε η έκδοση του διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ που απορρίφθηκε στη συνέλευση των πιστωτών. Ως προς το πότε η χρονική προθεσμία των 15 ημερών αρχίζει να κυλά, παραπέμπω στον περί Ερμηνείας Νόμου (Κεφ.1). Το άρθρο 2 της εν λόγω νομοθεσίας σημειώνει ότι όταν ο χρόνος αναφέρεται σε ημέρες σημαίνει καθαρές ημέρες. Παράλληλα το άρθρο 31 πραγματεύεται το ζήτημα της επιμέτρησης του χρόνου που μία νομοθεσία επιτάσσει για την τέλεση μίας ενέργειας ή πράξης. Συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο ρητά αναφέρει τα εξής: «Στον υπολογισμό για τους σκοπούς Νόμου ή δημόσιου εγγράφου εκτός αν φαίνεται το αντίθετο- (α) περίοδος ημερών από το συμβάν γεγονότος ή την εκτέλεση πράξης ή πράγματος θεωρείται ότι εξαιρεί την ημέρα κατά την οποία το συμβάν λαμβάνει χώρα ή η πράξη ή το πράγμα γίνεται· .» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Πιστώτρια που είναι ο αιτητής στην υπό κρίση αίτηση, είναι, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, καθορισμένος πιστωτής της Χρεώστριας. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι η Πιστώτρια έλαβε γνώση για την έκδοση του διατάγματος επιβολής του επίμαχου ΠΣΑ στις 23.05.22 όταν της επιδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Εξάλλου το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την ένορκη δήλωση επίδοσης του διατάγματος από τον ιδιώτη επιδότη, η οποία βρίσκεται στο δικαστηριακό φάκελο. Η δε υπό κρίση αίτηση, όπως διαπιστώνεται από το δικαστηριακό φάκελο, καταχωρίστηκε στις 07.06.
  1. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω στοιχεία, προκύπτει ότι η Πιστώτρια είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση εντός 15 ημερών από τις 24.05.22, δηλαδή από την ημερομηνία που είναι η επόμενη ημέρα που της επιδόθηκε το διάταγμα επιβολής. Εφαρμόζοντας το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, καθίσταται αντιληπτό ότι η προθεσμία καταχώρησης είναι 15 καθαρές ημέρες, η επιμέτρηση της οποίας ξεκινά από την επόμενη ημέρα της πληροφόρησης, δηλαδή από τις 24.05.22 που είναι η πρώτη ημέρα της προθεσμίας. Με γνώμονα ότι η ημερομηνία καταχώρησης είναι η 7η Ιουνίου 2022, παρατηρώ ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε την 15η ημέρα, δηλαδή την τελευταία ημέρα της προθεσμίας. Έπεται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα. Ως εκ τούτου η θέση της Χρεώστριας δεν ευσταθεί και γι' αυτό απορρίπτεται. Για την ίδια εξήγηση θα ασχοληθώ με τον 5ο λόγο ένστασης, ο οποίος περιέχει τη θέση της Χρεώστριας ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι αόριστη και γενική. Εξετάζεται και αυτός ο λόγος κατά προτεραιότητα επειδή άπτεται της εγκυρότητας της υπό κρίση αίτησης. Με τη θέση αυτή διαφωνεί η Πιστώτρια και μέσα από τη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της αναπτύσσονται τα επιχειρήματα της πλευράς της. Με κάθε σεβασμό δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση της Χρεώστριας. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που στερείται θεμελίωσης. Η ένορκη δήλωση απλά επαναλαμβάνει λεκτικά τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης χωρίς να τον ενισχύει με νομικά δεδομένα. Αναπόφευκτα ούτε η αγόρευση της συνηγόρου της Χρεώστριας πραγματεύεται το θέμα αυτό αφού απλά υιοθετεί την ένορκη δήλωση της πελάτισσας της. Κανένας νομικός σχολιασμός υπάρχει και κανένα νομικό επιχείρημα έχει προβληθεί που να υποστηρίζει την εν λόγω θέση. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μία θέση που παρέμεινε στο επίπεδο του ισχυρισμού που τελικά δεν προωθήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αίτησης και συνεπώς στερείται τεκμηρίωσης. Εκλαμβάνω ότι η Χρεώστρια έχει εγκαταλείψει τη θέση της αυτή, η οποία, ως ατεκμηρίωτη που έμεινε, απορρίπτεται. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, παρατηρώ ότι η νομική βάση της παρούσας αίτησης είναι ορθή και ολοκληρωμένη. Ειδικότερα περιέχει τα άρθρα του Νόμου που ασχολούνται με την έκδοση μη συναινετικών ΠΣΑ, τα οποία αποτελούν το δικαιοδοτικό υπόβαθρο, καθώς επίσης κανονισμούς σχετικούς με το αντικείμενο εκδίκασης οι οποίοι συνθέτουν το δικονομικό πλαίσιο της υπό εξέταση περίπτωσης. Βάση αυτών των νομικών διατάξεων η παρούσα αίτηση δύναται να εξεταστεί. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει κανένα έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ομοίως εξετάζεται και ο 1ος λόγος ένστασης, με τον οποίον η Χρεώστρια ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη, αστήρικτη, παράτυπη και αντικανονική. Να σημειωθεί ότι η Πιστώτρια διαφωνεί με την προβαλλόμενη αυτή θέση. Ο λόγος αυτός ένστασης περιλαμβάνει δύο πτυχές. Πρώτη πτυχή είναι ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Με κάθε σεβασμό στην Χρεώστρια η εν λόγω τοποθέτηση της συνιστά συμπέρασμα και όχι λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό του λόγου ένστασης δεν έχει έρεισμα. Δεύτερη πτυχή είναι ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Εξετάζοντας τη θέση αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία εξήγηση δίδεται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και καμία νομική επιχειρηματολογία για το θέμα αυτό έχει γίνει από τη συνηγόρου της Χρεώστριας στην αγόρευση της προς στοιχειοθέτηση της τοποθέτησης πως η παρούσα αίτηση πάσχει νομικά ή έστω που αυτή υστερεί νομικά. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μία θέση που παρέμεινε στο επίπεδο του ισχυρισμού που τελικά δεν προωθήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αίτησης και συνεπώς στερείται θεμελίωσης. Εκλαμβάνω ότι η Χρεώστρια έχουν τελικά εγκαταλείψει τη θέση της αυτή, η οποία, ως ατεκμηρίωτη που είναι, απορρίπτεται. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, κατόπιν μελέτης του Κανονισμού 24 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 (5/2016) που ασχολείται με το δικονομικό πλαίσιο, παρατηρώ ότι η υπό κρίση αίτηση είναι στον τύπο που προβλέπεται, συνοδεύεται από ένορκη στην οποίαν φαίνονται τα γεγονότα που αφορούν την αίτηση και οι λόγοι επί τους οποίους αυτή βασίζεται. Επομένως βρίσκω ότι ικανοποιεί τις δικονομικές απαιτήσεις. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται στην ολότητα του ως αβάσιμος. Με βάση το ίδιο σκεπτικό εξετάζεται το μέρος του 2ου λόγου ένστασης που αφορά ζήτημα κατάχρησης στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Η Πιστώτρια διαφωνεί με τη θέση αυτή. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία εξήγηση δίδεται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και καμία νομική επιχειρηματολογία για το θέμα αυτό έχει γίνει από τη συνηγόρου της Χρεώστριας στην αγόρευση της προς στοιχειοθέτηση της τοποθέτησης πως η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, όπως ισχυρίζεται. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μία θέση που παρέμεινε στο επίπεδο του ισχυρισμού που τελικά δεν προωθήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αίτησης και συνεπώς στερείται θεμελίωσης. Εκλαμβάνω ότι η Χρεώστρια έχουν τελικά εγκαταλείψει τη θέση της αυτή, η οποία, ως ατεκμηρίωτη που είναι, απορρίπτεται. Επομένως ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η οικονομική κρίση που έπληξε την Κύπρο το έτος 2012 οδήγησε στην αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ως αποτέλεσμα των οποίων δημιουργήθηκαν προβλήματα σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Το κράτος έλαβε μια σειρά από έκτακτα ειδικά μέτρα, ένα από τα οποία είναι η θέσπιση ειδικής νομοθεσίας και σχετικούς κανονισμούς. Πρόκειται για τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.65(Ι)/2015) και τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 (5/2016). Όπως σημειώνεται στο προοίμιο της νομοθεσίας, οι χρεώστες ήταν αυτοί που επηρεάστηκαν ιδιαίτερα δυσμενώς από τις συνέπειες της κρίσης. Τα μέτρα λήφθηκαν προκειμένου να αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και κατ' επέκταση να επανεκκινήσει η οικονομία του νησιού. Περαιτέρω το κράτος προέβηκε σε ενέργειες για να αποτρέψει την μετακύλιση των επιπτώσεων της κρίσης στην ευρύτερη οικονομία και κοινωνία ώστε να προφυλαχτούν τα δικαιώματα του κοινωνικού συνόλου στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προς το σκοπό αυτό αναζητήθηκε τρόπος να υποβοηθηθούν αφερέγγυοι χρεώστες για να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους και καθορίστηκε διαδικασία ώστε, υπό προϋποθέσεις, να αποφεύγεται η πτώχευση τους προκειμένου να διευκολυνθεί η ενεργός συμμετοχή τους στην οικονομική δραστηριότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με την εφαρμογή του πλαισίου προστασίας των αφερέγγυων χρεωστών, οι πιστωτές δεν πρέπει να βρίσκονται σε χειρότερη θέση από αυτήν στην οποίαν θα βρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ.
  2. Το κράτος επιχείρησε να θεσπίσει μηχανισμό και να καθορίσει διαδικασία που να προστατεύουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων με στόχο να εξασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ τους και να κατανέμονται τα βάρη σ' αυτούς κατά τρόπο δίκαιο. Με τη νομοθεσία αυτή επιδιώχτηκε η εισαγωγή ενός μηχανισμού που να επιτρέπει σε ένα αφερέγγυο χρεώστη, εφόσον πληροί συγκεκριμένα κριτήρια, να πετύχει, υπό προϋποθέσεις, αναδιάρθρωση του χρέους του, ενώ την ίδια στιγμή να διασφαλίζονται τα δικαιώματα των πιστωτών με τον τρόπο που εξηγήθηκε πιο πάνω. Το ΠΣΑ ετοιμάζεται κατά κανόνα από σύμβουλο αφερεγγυότητας και παρουσιάζεται στη Συνέλευση Πιστωτών. Εκεί είτε εγκρίνεται είτε απορρίπτεται από τους Πιστωτές. Εάν το ΠΣΑ εγκριθεί από τους πιστωτές τότε τίθεται σε ισχύ εφόσον πρώτα επικυρωθεί από το Δικαστήριο (άρθρο 61). Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί από τους Πιστωτές στην Συνέλευση, όπως ισχύει στη δική μας υπόθεση, τότε εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 72
(1)ο Χρεώστης δύναται να αιτηθεί μονομερώς στο Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το ΠΣΑ που απέρριψαν στη συνέλευση. Σύμφωνα με το άρθρο 73
(1), το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το διάταγμα µόνο στις περιπτώσεις που το ΠΣΑ το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές, θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών. Ακόμη το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα μόνο στις περιπτώσεις όπου το ΠΣΑ το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές δεν προνοεί ότι ο χρεώστης θα απωλέσει την ιδιοκτησία της κύριας κατοικίας του (άρθρο 73
(4)). Η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος σε Πιστωτές θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα που προνοείται στο άρθρο 61 ή θα περιλαμβάνει τέτοιους όρους που το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλους να επιβάλει (άρθρο 73
(5)). Για σκοπούς αξιολόγησης του κριτηρίου κατά πόσο το ΠΣΑ που έχει απορριφθεί από τους Πιστωτές, θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 73
(2), λαμβάνει υπόψη την έκθεση την οποία εκδίδει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, σύμφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 52, καθώς και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή στοιχεία που το δικαστήριο κρίνει σχετικά. Επίσης λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη για σκοπούς ενίσχυσης της δυνατότητας αποπληρωμής των χρεών του σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 74 (άρθρο 73
(3)). Με βάση το άρθρο 72
(4)ο Χρεώστης μετά την έκδοση διατάγματος δυνάμει του παρόντος άρθρου δίδει ειδοποίηση στους καθορισμένους Πιστωτές, στους Εγγυητές, στον σύμβουλο αφερεγγυότητας και στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Οποιοδήποτε δε από τα πιο πάνω πρόσωπα, ήτοι Πιστωτές, Εγγυητές, σύμβουλος αφερεγγυότητας και Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, δύναται, δυνάμει του άρθρου 72
(5), να προσφύγει στο Δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του εν λόγω άρθρου εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία που ειδοποιήθηκε για την έκδοσή του. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 77, το οποίο επίσης αφορά το μέρος της νομοθεσίας που πραγματεύεται περιπτώσεις μη συναινετικών ΠΣΑ, σημειώνεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 62-71 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν σε ΠΣΑ το οποίο επιβάλλεται κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθούνται, κατ' αναλογία, οι πρόνοιες του άρθρου 65, μέσα από τις οποίες απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους δύναται να προσβληθεί το ΠΣΑ. Είναι οι εξής: (α) Ότι ο χρεώστης έχει µε τη συμπεριφορά του κατά τα δύο
(2)έτη πριν από την έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 39, διευθετήσει τις οικονομικές του υποθέσεις µε τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να είναι ή να γίνει επιλέξιμος να υποβάλει αίτηση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, (β) δεν υπήρξε συμμόρφωση µε τις διαδικαστικές απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένης της µη ύπαρξης τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου σε σχέση µε την επαλήθευση σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 43, όπου αυτό εφαρμόζεται, (γ) υπάρχει ουσιαστική ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, η οποία παραβλάπτει ουσιωδώς τα συμφέροντα του πιστωτή, (δ) ο χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35. (ε) ο χρεώστης έχει διαπράξει αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο το οποίο προκαλεί ουσιαστική βλάβη στον πιστωτή, (στ) ο χρεώστης είχε συναλλαγή µε πρόσωπο η οποία έγινε κατά την περίοδο τριών
(3)ετών αμέσως πριν από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, η οποία δεν έγινε έναντι αξιόλογης αντιπαροχής και η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στην ανικανότητα του χρεώστη να αποπληρώσει τα χρέη του, εξαιρουμένων των χρεών τα οποία οφείλονται στα πρόσωπα µε τα οποία ο χρεώστης είχε εισέλθει σε συναλλαγές οι οποίες δεν έγιναν έναντι αξιόλογης αντιπαροχής, (ζ) ο χρεώστης έδειξε προτίμηση δολίως σε πρόσωπο, τηρουμένων των διατάξεων της οικείας νομοθεσίας, κατά την περίοδο των τριών
(3)ετών αμέσως πριν από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης για έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του διαθέσιμου ποσού για την πληρωμή των χρεών του, εξαιρουμένων των χρεών που οφείλονται στο πρόσωπο στο οποίο δόθηκε η δόλια προτίμηση. Τα κριτήρια επιλεξιμότητας για μη συναινετικό ΠΣΑ καταγράφονται στα εδάφια
(1),
(2)και
(3)του άρθρου 72. Τα παραθέτω αυτούσια: «72.-
(1)Σε περίπτωση που Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου και πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις- (α) ∆ιαγράφηκε µε το 16(α) του 85(Ι) του 2018. (β) τουλάχιστον ένας από τους πιστωτές του είναι εξασφαλισµένος πιστωτής, ο οποίος έχει εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας του χρεώστη η οποία βρίσκεται στη ∆ηµοκρατία, η αγοραία αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000)· και (γ) η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη, εξαιρουµένης της κύριας κατοικίας του, δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000)· και (δ) Διαγράφηκε µε το 16(δ) του 85(Ι) του 2018. (ε) ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονοµικής του κατάστασης ως αποτέλεσµα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυµβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγµατος σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 39, και είχαν ως αποτέλεσµα την ουσιαστική µείωση του εισοδήµατος του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο· και (στ) ο σύµβουλος αφερεγγυότητας έχει υπογράψει δήλωση µε την οποία επιβεβαιώνει ότι, έχει την άποψη ότι- (
  1. i)οι πληροφορίες που περιέχονται στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονοµικών Στοιχείων που ετοιµάστηκε σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 28, εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει, είναι πλήρεις και ακριβείς· και (
  2. ii)ο χρεώστης πληροί τα κριτήρια επιλεξιµότητας των άρθρων 35 και του παρόντος άρθρου για να αιτηθεί στο δικαστήριο για την έκδοση διατάγµατος σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Τίτλου ·και (iii) ο χρεώστης έχει επιδείξει καλή πίστη ως προς την έγκριση συναινετικού Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής δυνάµει των διατάξεων του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου, αλλά αυτή δεν κατέστη δυνατή· και (
  3. iv)το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές έχει ως αποτέλεσµα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν οι εν λόγω πιστωτές, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόµου, εξαιρουµένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουµένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών· και (
  4. iv)τηρούµενων των διατάξεων του άρθρου 74, το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει ότι τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη, εξαιρουµένης της κύριας κατοικίας του και ποσού για την κάλυψη των λογικών εξόδων διαβίωσης του ιδίου και των εξαρτώµενων µελών της οικογένειάς του, χρησιµοποιούνται για την εξυπηρέτηση των χρέων του, ο χρεώστης δύναται να αιτείται µονοµερώς στο δικαστήριο την έκδοση διατάγµατος, µε το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής που απέρριψαν σε συνέλευσή τους σύµφωνα µε τις διατάξεις του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου: Νοείται ότι, ο χρεώστης δύναται να υποβάλει αίτηση δυνάµει του παρόντος άρθρου στο δικαστήριο, µόνο ενόσω βρίσκεται σε ισχύ προστατευτικό διάταγµα το οποίο εκδίδεται δυνάµει του άρθρου 75: Νοείται περαιτέρω ότι, ο χρεώστης οφείλει όπως υποβάλει την αίτησή του αυτή στο δικαστήριο, καλή τη πίστει.
(2)Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(1), τεκµαίρεται ότι οποιαδήποτε µείωση στα εισοδήµατα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και µέχρι την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόµου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριµένα στην οικονοµική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής µπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονοµική κρίση.
(3)Για τον καθορισµό της αγοραίας αξίας της κύριας κατοικίας για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1), ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 44.» Σε ότι αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας Χρεώστη ΠΣΑ κάτω από το άρθρο 35 που γίνεται αναφορά πιο πάνω, παρατίθενται και αυτά αυτούσια: «(α) έχει τη συνήθη του διαμονή στη ∆ημοκρατία: Νοείται ότι, πρόσωπο το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του στη ∆ημοκρατία μέχρι και τρία
(3)χρόνια πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου, δεν απαιτείται να πληροί το κριτήριο της συνήθους διαμονής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος· (β) είναι αφερέγγυος· (γ) υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του χρεώστη σε τέτοιο διακανονισμό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε
(5)ετών, σύμφωνα µε την δήλωση του συμβούλου αφερεγγυότητας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 32· (δ) έχει συμπληρώσει την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων και υπέβαλε ένορκη δήλωση µε την οποία επιβεβαιώνει ότι η κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, εσόδων και εξόδων του είναι ακριβής και πλήρης· (ε) ο σύμβουλος αφερεγγυότητας του χρεώστη έχει συμπληρώσει τη γραπτή δήλωση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ), του άρθρου 32, σε σχέση µε το χρεώστη· (στ) ο χρεώστης έχει συγκατατεθεί σε επιβεβαίωση των οικονομικών του στοιχείων από το Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 28· (ζ) ο χρεώστης δεν είναι: (i) Πτωχεύσας ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε· (ii) πτωχεύσας που αποκαταστάθηκε και υπόκειται σε διάταγμα για πληρωμή μισθού ή αποδοχών, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 52 του περί Πτώχευσης Νόμου. (η) ο χρεώστης: (i) ∆εν υπήρξε καθορισμένος χρεώστης σε προστατευτικό διάταγμα κατά τη διάρκεια περιόδου δώδεκα
(12)μηνών πριν από την ημερομηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής· (ii) δεν έχει απαλλαγεί από τα χρέη του δυνάμει ∆ιατάγματος Απαλλαγής Οφειλών, κατά τη διάρκεια περιόδου τριών
(3)ετών πριν από την ημερομηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής· (iii) δεν έχει αποκατασταθεί, σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε
(5)ετών, πριν από την ημερομηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής.» Ολοκληρώνω τη νομική έρευνα παραθέτοντας αυτούσια τις υποχρεωτικές προϋποθέσεις που πρέπει το ΠΣΑ να τηρεί, όπως αυτές καταγράφονται στο άρθρο 46: «(α) Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής πρέπει να καθορίζει µε σαφήνεια τα εξασφαλισµένα και τα µη εξασφαλισµένα χρέη· (β) η µέγιστη διάρκεια του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής είναι εξήντα
(60)µήνες και δύναται να παραταθεί για περαιτέρω περίοδο που δεν µπορεί να ξεπερνά τους δώδεκα
(12)µήνες µόνο υπό τις περιστάσεις που ρητά καθορίζονται στους όρους και προϋποθέσεις του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής: Νοείται ότι η µέγιστη διάρκεια των µηνιαίων δόσεων για αποπληρωµή εξασφαλισµένων χρεών δύναται να επεκτείνεται για περαιτέρω περίοδο, σύµφωνα µε τους όρους και τις προϋποθέσεις της αρχικής σύµβασης δανείου, εκτός εάν και στον βαθµό που προβλέπεται διαφορετικά από το ίδιο το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής· (γ) όταν ο χρεώστης συµµορφώνεται µε όλες του τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, κατά τη λήξη του εν λόγω σχεδίου δεν απαλλάσσεται από τα εξασφαλισµένα χρέη του που καλύπτονται από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής και συνεχίζει να υπέχει υποχρέωσης προς εξόφληση των εν λόγω χρεών σύµφωνα µε τους όρους και προϋποθέσεις της αρχικής σύµβασης δανείου, εκτός εάν και στο βαθµό που προβλέπεται διαφορετικά από το ίδιο το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής και υπό τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτό· (δ) οι όροι του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής Προσωπικού πρέπει να έχουν ως αποτέλεσµα να θέσουν τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία αυτοί θα ευρίσκονταν, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόµου, εξαιρουµένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουµένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών, εκτός εάν ληφθεί η συγκατάθεση του πιστωτή για την επίτευξη διαφορετικού αποτελέσµατος: Νοείται ότι, για σκοπούς του παρόντος εδαφίου, δεν εφαρµόζεται και δεν λαµβάνεται υπόψη η προτεραιότητα πληρωµής χρεών προς τη ∆ηµοκρατία ή τις αρχές τοπικής διοίκησης, όπως αυτή προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 38 του περί Πτώχευσης Νόµου· (ε) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής δεν απαιτεί από το χρεώστη να πωλεί οποιαδήποτε βιβλία, εργαλεία και άλλα αντικείµενα εξοπλισµού που χρησιµοποιούνται από το χρεώστη και τα οποία λογικά είναι αναγκαία για την απασχόληση ή επιχείρηση του, εκτός εάν ο χρεώστης συναινεί ρητά στην εν λόγω πώληση· (στ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής δεν περιέχει όρους οι οποίοι να απαιτούν από το χρεώστη να κάνει πληρωµές τέτοιου ύψους ώστε ο χρεώστης να µην έχει στη διάθεσή του ικανοποιητικό εισόδηµα για τα λογικά έξοδα διαβίωσης για τον εαυτό του και για τα µέλη της οικογένειάς του, εκτός εάν ο χρεώστης συναινεί ρητά· (ζ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει (
  1. i)πληρωµές για την κάλυψη των δαπανών και εξόδων του συµβούλου αφερεγγυότητας που σχετίζονται µε τα θέµατα που αναφέρονται στον Τίτλο Ι του παρόντος Κεφαλαίου και στη συνεχή διαχείριση του Σχεδίου, σύµφωνα µε τους περί Συµβούλων Αφερεγγυότητας Κανονισµούς του 2015. (
  2. ii)την πληρωµή των πάσης φύσεως φορολογικών υποχρεώσεων που προκύπτουν για το χρεώστη, αναφορικά µε οποιεσδήποτε ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη, κατά τη διάρκεια και στο πλαίσιο διαχείρισης του Σχεδίου· και ότι- (I) τέτοιες φορολογικές υποχρεώσεις του χρεώστη πληρώνονται κατά προτεραιότητα σε σχέση µε οποιεσδήποτε άλλες πληρωµές σε καθορισµένους πιστωτές· και (II) (II) οποιαδήποτε παράλειψη του χρεώστη να συµµορφωθεί µε τους όρους του Σχεδίου αναφορικά µε τέτοιες υποχρεώσεις συνιστά παράβαση του Σχεδίου η οποία δίνει δικαίωµα στον Έφορο Φορολογίας να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 36 να αποδεχθεί τον συµβιβασµό που περιλαµβάνεται στο Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, όπου αυτό εφαρµόζεται· (iii) υποδεικνύει το ενδεχόµενο ύψος των τελών, εξόδων και δαπανών που θα πραγµατοποιηθούν ή όταν αυτό δεν είναι εφικτό, τη βάση επί της οποίας τέτοια τέλη, έξοδα και δαπάνες υπολογίζονται· και (
  3. iv)προσδιορίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία καταβάλλουν τέτοια τέλη, έξοδα και δαπάνες και τον τρόπο µε τον οποίο καταβλήθηκαν ή θα καταβληθούν (η) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει τον τρόπο µε τον οποίο τα χρέη του χρεώστη θα αντιµετωπίζονται σε περίπτωση θανάτου ή διανοητικής ανικανότητάς του, σύµφωνα µε τις διατάξεις, της οικείας νοµοθεσίας· (θ) υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 50, το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής διασφαλίζει ότι ο χρεώστης δεν διαθέτει όλα του τα δικαιώµατα επί της κύριας κατοικίας του, περιλαµβανοµένης της κατοχής τέτοιας κατοικίας· (ι) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει ότι οι περιστάσεις και συνθήκες του χρεώστη αναθεωρούνται από τον σύµβουλο αφερεγγυότητας σε τακτά χρονικά διαστήµατα, τα οποία καθορίζονται από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, και τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν µπορούν να είναι µεγαλύτερα των δώδεκα
(12)µηνών, κατά τη διάρκεια της περιόδου που το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής είναι σε ισχύ: Νοείται ότι, η υποχρέωση αναθέωρησης των περιστάσεων και συνθηκών του χρεώστη παύει να υφίσταται σε περίπτωση τερµατισµού του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 68 ή 69 του παρόντος Νόµου. (κ) Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει ότι η αναθεώρηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), περιλαµβάνει την ετοιµασία από το χρεώστη νέας Κατάστασης Προσωπικών Οικονοµικών Στοιχείων για την περίοδο υπό αναθεώρηση, αντίγραφο της οποίας συνοδευόµενο από δήλωση του συµβούλου αφερεγγυότητας ως προς το κατά πόσο θεωρεί µε βάση τα γεγονότα και δεδοµένα που είναι σε γνώση του την εν λόγω κατάσταση πλήρη και ακριβή, θα αποστέλλεται από το σύµβουλο αφερεγγυότητας σε κάθε καθορισµένο πιστωτή. (λ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει για τον τρόπο διαχείρισης της εξασφάλισης που κατέχεται από εξασφαλισµένο καθορισµένο πιστωτή, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 48 µέχρι 51. (µ) Οι όροι του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες ο σύµβουλος αφερεγγυότητας υποχρεούται να προτείνει τροποποίησή του σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 64.
(3)Η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας δύναται να εκδίδει Κώδικα Πρακτικής για σκοπούς κατεύθυνσης ως προς την εφαρµογή οποιωνδήποτε από τα θέµατα που αναφέρονται στο εδάφιο
(2).
(4)Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(2)και χωρίς επηρεασµό των διατάξεων του εδαφίου
(3), κατά τον υπολογισµό του κατά πόσο ο χρεώστης θα έχει στη διάθεσή του ικανοποιητικό εισόδηµα για τα λογικά έξοδα διαβίωσης γι' αυτόν και για τα µέλη της οικογένειας του, στο πλαίσιο του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής, θα λαµβάνονται υπόψη οι κατευθυντήριες γραµµές που εκδίδονται δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 8.» Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο προχωρώ ευθύς να εξετάσω την ουσία της υπό κρίση αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης που τα αφορούν και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου τις αγορεύσεις των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω επίσης μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου. Ακόμη, όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, για καλύτερη εξακρίβωση όλων των γεγονότων που έχουν διαδραματιστεί έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης αφού υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938). Το προτεινόμενο ΠΣΑ και κάθε ένα τέτοιο έγγραφο, για να έχει προοπτική αποδοχής πρέπει να διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και να ικανοποιεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως αυτά υποδεικνύονται μέσα από τις πρόνοιες του Νόμου. Ένα στοιχείο που υποχρεωτικά πρέπει να χαρακτηρίζει το ΠΣΑ είναι ο καθορισμός με σαφήνεια των εξασφαλισμένων και μη εξασφαλισμένων χρεών (άρθρο 46(α)). Στην προκειμένη περίπτωση είναι η θέση της Πιστώτριας ότι το προτεινόμενο ΠΣΑ δεν πληροί το συγκεκριμένο στοιχείο. Μελέτη της §18 στην ΕΔ της Χρεώστριας σε συνδυασμό με την §6 στην ΕΔ Ανθίμου καθιστά αντιληπτό ότι αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ετοιμασίας του προτεινόμενου ΠΣΑ η Χρεώστρια διέθετε χρέος απέναντι στην Α.Η.Κ. Παρόλα που η ύπαρξη του χρέους αυτού φαίνεται να ήταν εις γνώση του Συμβούλου Αφερεγγυότητας, ο ίδιος δεν ζήτησε την επαλήθευση του από τον εν λόγω πιστωτή (Α.Η.Κ.) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του Νόμου. Συνεπεία αυτής της παράλειψης, ουδεμία αναφορά περιέχεται στο προτεινόμενο ΠΣΑ για το χρέος αυτό. Θα έπρεπε στο έγγραφο αυτό να υπήρχαν αναφορές για την ύπαρξη του χρέους αυτού, το ύψος του, ορισμός πιστωτή και βεβαίως κατά πόσο το χρέος αυτό κατατάσσεται ως εξασφαλισμένο ή μη εξασφαλισμένο. Με την κατάταξη του χρέους το προτεινόμενο ΠΣΑ θα ανέλυε τη δυνατότητα αποπληρωμής του. Ωστόσο καμία τέτοια πληροφορία περιλαμβάνεται στο προτεινόμενο ΠΣΑ με ότι αυτό συνεπάγεται. Η Χρεώστρια στην ένορκη δήλωση της παραδέχεται απευθείας πληρωμή του χρέους αυτού στην Α.Η.Κ. με την μηνιαία καταβολή καθορισμένης δόσης. Θα πρέπει να λεχθεί τόσο στην κατάσταση προσωπικών οικονομικών στοιχείων ημερ. 15.12.20 της Χρεώστριας όσο και στην αναθεωρημένη κατάσταση προσωπικών οικονομικών στοιχείων της ημερ. 31.01.22 ουδεμία αναφορά υπάρχει περί ύπαρξης τέτοιους χρέους. Δεν δηλώνεται καμία πληροφορία γι' αυτό στο έντυπο που αναφέρθηκαν άλλα χρέη της Χρεώστριας και ούτε κατονομάζεται η Α.Η.Κ. ως πιστωτής. Προφανώς μπορεί να γίνει αντιληπτό από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων ότι η ενεχόμενη μηνιαία δόση είναι αυτή που φαίνεται στην στήλη «Άλλες Αποκοπές/Επιβαρύνσεις €251,71» της αναθεωρημένης κατάστασης προσωπικών οικονομικών στοιχείων της Χρεώστριας ημερ. 31.01.22 (επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ΕΔ Ανθίμου). Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η απευθείας πληρωμή κάθε μήνα έναντι του χρέους, χωρίς αυτό να αποτελεί μέρος των δεδομένων που έχουν συνυπολογιστεί για την ετοιμασία του προτεινόμενου ΠΣΑ, πλήττει τα συμφέροντα της Πιστώτριας επειδή δεσμεύει ένα σεβαστό ποσό κάθε μήνα που θα μπορούσε να διατεθεί επιπρόσθετα για την αποπληρωμή του εξασφαλισμένου χρέους της Πιστώτριας. Αυτό θα σήμαινε μεγαλύτερη διαθέσιμη μηνιαία δόση από αυτή που προνοείται στο προτεινόμενο ΠΣΑ και αναπόφευκτα αποπληρωμή του εξασφαλισμένου χρέους της Πιστώτριας σε μικρότερο χρονικό διάστημα από αυτό που προνοείται στο προτεινόμενο ΠΣΑ. Περαιτέρω παρατηρώ ότι στα έγγραφα υποστήριξης της κατάστασης προσωπικών οικονομικών στοιχείων της Χρεώστριας ημερ. 15.12.20, βάση των οποίων εκδόθηκε προστατευτικό διάταγμα στις 12.11.21, σημειώνεται η ύπαρξη των υποθηκών Υ7193/07 ημερ. 03.12.07 και Υ2665/09 ημερ. 28.07.09 αμφότερες προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Α.Η.Κ. Λίμιτεδ (όπως ήταν τότε) για εξασφάλιση δανείου που χορήγησαν στη Χρεώστρια δυνάμει σύμβασης ημερ. 04.12.07 για το ποσό των Λ.Κ.£25.000 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας). Οι δύο υποθήκες επιβάρυναν ολόκληρο το μερίδιο της Χρεώστριας επί των πιο κάτω ακινήτων: (α) αρ. εγγραφής: 0/[ ], φ/σχ.: 35/30, χωράφι, Παρασπόρκα, Φιλούσα Χρυσοχούς, επαρχία Πάφου, (β) αρ. εγγραφής: 0/[ ], φ/σχ.: 35/30, χωράφι, Παρασπόρκα, Φιλούσα Χρυσοχούς, επαρχία Πάφου. Στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι πιο πάνω υποθήκες έπαυσαν να ισχύουν δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου. Έχοντας αυτό υπόψη μου, το προτεινόμενο ΠΣΑ θα έπρεπε να είχε πληροφορίες για την κατάσταση του χρέους που εξασφαλίζεται με τις δύο αυτές υποθήκες. Για να υπάρχει αυτό χρειαζόταν εκτίμηση της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων. Η εκτίμηση θα καταδείκνυε εάν το εν λόγω χρέος εξασφαλίζεται ολόκληρο ή μέρος αυτού και σε πιο ύψος. Κανένα τέτοιο στοιχείο παρέχεται για το ζήτημα αυτό. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκτίμηση για κανένα από τα δύο ακίνητα, όπως προνοείται από τις διατάξεις του άρθρου 44 του Νόμου. Η ουσία παραμένει ότι το ΠΣΑ, όπως φαίνεται λανθασμένα, δεν περιλαμβάνει την πιο πάνω οφειλή ή έστω το μέρος αυτό που αναλογεί στην κατηγορία των εξασφαλισμένων χρεών. Έρχομαι στο υποθηκευμένο τεμάχιο για το οποίο παρουσιάστηκε εκτίμηση. Το ακίνητο βρίσκεται εντός του χωριού Προδρόμι στην επαρχία Πάφου. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Χρεώστρια κατέχει το ½ μερίδιο επί του ακινήτου. Η επιβάρυνση αφορά ολόκληρο το μερίδιο της Χρεώστριας. Την ίδια στιγμή, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της εκτίμησης που δεν έχει αμφισβητηθεί, εντός του ακινήτου υπάρχει κατασκευασμένο ένα κτίριο. Το κτίριο αποτελείται από δύο διαμερίσματα. Το ένα είναι στο ισόγειο και το άλλο βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτιρίου. Κατά τον χρόνο που εγγράφηκε η συγκεκριμένη υποθήκη και κατά την πραγματοποίηση της εκτίμησης (07.12.21) δεν υπήρχε εκδομένος ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για τα δύο διαμερίσματα. Αυτό σημαίνει ότι η υποθήκη καλύπτει ολόκληρο το ½ μερίδιο της Χρεώστριας επί ολόκληρου του κτιρίου, δηλαδή επί των δύο διαμερισμάτων και όχι απλά μόνο σ' αυτό που εκτιμήθηκε. Μαρτυρία για επίτευξη στο μεσοδιάστημα διαχωρισμού και έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας που αφορά το εκτιμημένο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου του κτιρίου δεν έχει τεθεί ενώπιον μου. Επομένως θα έπρεπε η εκτίμηση που διεξήχθη με οδηγίες της πλευράς της Χρεώστριας, όπως φαίνεται από το εν λόγω έγγραφο, να είχε καλύψει και το διαμέρισμα του ισογείου. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει γίνει. Αυτό καθιστά λανθασμένο τον υπολογισμό του εξασφαλισμένου χρέους που έχει δηλωθεί στο προτεινόμενο ΠΣΑ από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας. Ένα άλλο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι εάν τα προσωπικά εισοδήματα της Χρεώστριας έχουν μειωθεί κατά τουλάχιστον 25% ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και έπειτα και πριν από την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος. Το άρθρο 72 του Νόμου σημειώνει τα κριτήρια επιλεξιμότητας για μη συναινετικό ΠΣΑ, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση. Ένα από τα κριτήρια περιέχεται στο εδάφιο
(1)(ε) του εν λόγω άρθρου. Η Χρεώστρια καλείται να δείξει ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και έπειτα και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος που είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος της κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο. Πρόκειται για μία από τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί το προτεινόμενο ΠΣΑ, το οποίο απορρίφθηκε από τους Πιστωτές σε συνέλευση, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, ώστε να δικαιολογείται η επιβολή του στους Πιστωτές. Πρώτη πτυχή είναι η οικονομική κατάσταση της Χρεώστριας να έχει χειροτερέψει. Δεύτερη πτυχή είναι η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης να οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου της Χρεώστριας. Τρίτη πτυχή είναι η επιδείνωση της κατάστασης να οδηγεί σε μείωση εισοδημάτων όχι μικρότερο του 25% και τέταρτη πτυχή αυτά να δημιουργούν αδυναμία στην Χρεώστρια να πληρώσει τα χρέη της. Η δυνατότητα απόδειξης τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο εξετάζεται στα πλαίσια του ισχυρισμού των Πιστωτών. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)του άρθρου 72, οι οποίες όμως δεν διαφοροποιούν τη σημασία του πιο πάνω. Εκείνο που προκύπτει από τις εν λόγω διατάξεις του εν λόγω άρθρου είναι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου ότι οποιαδήποτε τυχόν μείωση παρατηρηθεί στα εισοδήματα του Χρεώστη την περίοδο 2102 μέχρι τη θέσπιση του Νόμου οφείλεται σε καταστάσεις και γεγονότα που ήταν εκτός του ελέγχου της Χρεώστριας. Η περίοδος που καθορίζεται ρητά από τη νομοθεσία αφορά την χρονική διάρκεια της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο και είναι προφανές ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να δημιουργήσει μαχητό τεκμήριο ότι γεγονότα και καταστάσεις που προκάλεσαν μείωση τα εισοδήματα της Χρεώστριας εντός του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος οφείλονται στην οικονομική κρίση. Το μαχητό τεκμήριο ανατρέπεται εκεί που η Πιστώτρια μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίον η Χρεώστρια αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση (άρθρο 72
(2)). Σε κάθε περίπτωση όμως παραμένει η υποχρέωση της Χρεώστριας να αποδείξει μείωση των εισοδημάτων της για την περίοδο από το έτος 2012 μέχρι τουλάχιστο 05.11.21 που καταχωρίστηκε η αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος. Αυτό γίνεται, ως ήδη λέχθηκε, με την προσκόμιση στοιχείων. Αφετηρία εξέτασης του κριτηρίου αυτού αποτελεί ο προσδιορισμός των εισοδημάτων της Χρεώστριας. Προς υποστήριξη της θέσης της η Χρεώστρια παρουσίασε καταστάσεις από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι αρκετό επειδή οι εισφορές στις κοινωνικές ασφαλίσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων ως προς τα πραγματικά εισοδήματα κάποιου. Τέτοιες εισφορές καταδεικνύουν μόνο τη μισθοδοσία της Χρεώστριας ως εργοδοτούμενη στον συγκεκριμένο εργοδότη που κατονομάζεται. Δεν δηλώνουν όμως άλλου είδους εισοδήματα όπως για παράδειγμα ενοίκια, μερίσματα από εταιρείες, από εμπορικές συναλλαγές (πωλήσεις αγαθών), παροχή άλλων υπηρεσιών, λήψη δωρεών κ.α. Τέτοιου είδους έσοδα δηλώνονται μόνο στα πλαίσια των φορολογικών δηλώσεων. Το ύψος των εισοδημάτων της Χρεώστριας αποτυπώνεται κατ' έτος στην ετήσια φορολογική δήλωση της. Η φορολογική δήλωση είναι το επίσημο έγγραφο το οποίο περιέχει αναλυτικά τα διάφορα είδη εισοδημάτων και το ύψος κάθε ενός από αυτά που έχουν δηλωθεί από την Χρεώστρια ότι λήφθηκαν από την ίδια για σκοπούς φορολόγησης της. Επομένως για να διαπιστωθεί εάν τα εισοδήματα της Χρεώστριας πραγματικά έχουν μειωθεί, ως είναι η θέση της, απαιτείται η παρουσίαση των φορολογικών δηλώσεων της για τα έτη 2009 μέχρι τον Οκτώβριο 2021 που είναι ο χρόνος πριν την καταχώρηση αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος. Η Χρεώστρια παρέλειψε να παρουσιάσει φορολογικές δηλώσεις των ετών που καλύπτουν την επίμαχη περίοδο. Συνεπώς καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η Χρεώστρια απέτυχε να αποδείξει ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού ως όφειλε. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω, ακόμη και να θεωρηθεί, για χάριν συζήτησης, επαρκές ως είδος αποδεικτικού στοιχείου η προσκόμιση από την Χρεώστρια των καταστάσεων από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει τέτοιες καταστάσεις μέχρι τον Οκτώβριο
  1. Δεν έπραξε όμως ούτε αυτό. Αν πάλι, για χάριν συζήτησης, περιοριστούμε στις καταστάσεις των ετών 2009-2020 που έχουν προσκομιστεί, τότε σε καμία περίπτωση εντοπίζουμε μείωση εισοδημάτων της Χρεώστριας τουλάχιστον 25%. Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται, το έτος 2010 τα εισοδήματα της αυξήθηκαν σε σχέση με το
  2. Παρόλο ότι τα έτη 2011 και 2012 μειώθηκαν σε σχέση με το έτος 2010, τα έσοδα αμφοτέρων χρονιών ήταν σαφώς μεγαλύτερα από αυτά της χρονιάς 2009 που είναι η αρχή της σύγκρισης. Ακολούθως την περίοδο 2012-2016 τα έσοδα της παρέμειναν στο ίδιο επίπεδο αλλά σε κάθε περίπτωση μεγαλύτερα από αυτά του έτους
  3. Ακολούθως κάθε χρόνο από το 2017 μέχρι το 2020 σημειώνεται σταθερή αύξηση. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον η Χρεώστρια εμπλέκει τον πρώην σύζυγο της προκειμένου να δείξει μείωση εισοδημάτων σε οικογενειακό επίπεδο ισχυριζόμενη ότι αυτό αυτόματα καταδεικνύει μείωση των δικών της εισοδημάτων, χωρίς να εξετάζω αν ο ισχυρισμός της αυτός έχει έρεισμα στο Νόμο, θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει σχετικές καταστάσεις από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων του συζύγου της όχι μόνο για τα έτη 2009-2014 αλλά και για τα χρόνια μέχρι τον Νοέμβριο 2021 λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάλυση του έγγαμου βίου επήλθε στις 12.04.22 (τεκμήριο στην ΕΔ της Χρεώστριας). Η επισύναψη αυτών των επιπλέων στοιχείων είναι απαραίτητη προκειμένου να ελεγχτεί η αλήθεια του ισχυρισμού που προέβαλε για μείωση των εισοδημάτων του λόγω απώλειας της εργασίας του μετά από τροχαίο ατύχημα. Ούτε αυτό όμως έπραξε η Χρεώστρια. Η μη προσκόμιση των πιο πάνω στοιχείων από την Χρεώστρια μοιραία οδηγεί σε αποτυχία απόδειξης του προαναφερόμενου τετράπτυχου που απαιτείται από τις πρόνοιες του άρθρου 72
(1)(ε). Στην ουσία, παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο οι λόγοι που οδήγησαν στην εν προκειμένω κατ' επίκληση μείωση των εισοδημάτων της ώστε να κριθεί αν τούτη η επικαλούμενη μείωση οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις που δεν ελέγχονταν από την ίδια, ως αυτή ισχυρίζεται. Όπως ακόμη διαπιστώνεται από τον πιο πάνω σχολιασμό, το προτεινόμενο ΠΣΑ δεν καθορίζει με ορθότητα και σαφήνεια τα εξασφαλισμένα και μη εξασφαλισμένα χρέη της προκειμένης περίπτωσης κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 46(α) του Νόμου. Επίσης διαπιστώνω ότι το προτεινόμενο ΠΣΑ περιέχει λάθη, ουσιαστικές ανακρίβειες, παραλείψεις και αδυναμίες, τα οποία παραβλάπτουν ουσιωδώς τα συμφέροντα της Πιστώτριας. Παράλληλα η παράλειψη αποκάλυψης και δήλωσης του χρέους της Χρεώστριας απέναντι στην Α.Η.Κ. στην κατάσταση προσωπικών οικονομικών στοιχείων της είναι ουσιαστικής φύσεως που επίσης παραβλάπτει ουσιωδώς τα συμφέροντα της Πιστώτριας κατά παράβαση έτσι των διατάξεων του άρθρου 65(γ) του Νόμου. Έχω αναφερθεί με λεπτομέρεια σ' αυτά τα λάθη, ανακρίβειες και παραλείψεις και έχω εξηγήσει αναλυτικά πως αυτά επηρεάζουν δυσμενώς τα συμφέροντα της Χρεώστριας. Σε τελευταία ανάλυση το προτεινόμενο σχέδιο δεν συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 74 του Νόμου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι οι λόγοι της Πιστώτριας που αφορούν την αποτυχία ικανοποίησης της προϋπόθεσης για μείωση των εισοδημάτων του Χρεώστη τουλάχιστον κατά 25% και του μη καθορισμού στο προτεινόμενο ΠΣΑ με σαφήνεια των εξασφαλισμένων και μη εξασφαλισμένων χρεών, κρίνονται επιτυχείς. Αντίθετα όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Ένεκα της εξέλιξης αυτής παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων επί των οποίων προωθείται η υπό κρίση αίτηση. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα το διάταγμα ημερομηνίας 05.05.22 δια του οποίου επιβάλλεται στους Πιστωτές το ΠΣΑ που αυτοί απέρριψαν σε σχέση με την Χρεώστρια, ακυρώνεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκασή τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Πιστώτριας-Αιτήτριας και εναντίον της Χρεώστριας-Καθ' ης η Αίτησης. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.