← Κύπρος

MASOOD A.M. TAFESH ν. ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αγωγή αρ. 190/2022, 29/8/2023

MASOOD A.M. TAFESH ν. ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αγωγή αρ. 190/2022, 29/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 190/2022 i-justice MASOOD A.M. TAFESH Ενάγων ν. ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη Ημερομηνία: 29 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: A. Neophytou & Co LLC Για την Εναγόμενη: Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Ο Ενάγων, κατά το χρόνο στον οποίο αναφέρονται τα γεγονότα της αγωγής, ήταν ιδιοκτήτης και κάτοχος ενός οχήματος Citroen Hatch Back, τα στοιχεία του οποίου πληρέστερα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησής του (Όχημα Α). Η Εναγόμενη είναι ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ήταν ασφαλισμένο όχημα, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης του Ενάγοντος (Όχημα Β), το οποίο συγκρούστηκε με το Όχημα Α. Ειδικότερα, είναι η θέση του Ενάγοντος πως την 30.11.2021, ενώ το Όχημα Α οδηγείτο νομότυπα, χτυπήθηκε από το Όχημα Β που αντικανονικά εισήλθε σε μονόδρομο στην οδό Αθηνάς. Για το ατύχημα, ο Ενάγων καταλογίζει οδική αμέλεια ή παράβαση νόμιμου καθήκοντος του οδηγού του Οχήματος Β, ο οποίος, όπως θέτει, εισήλθε σε μονόδρομο και παρέλειψε να διενεργήσει κατόπτευση, οδηγούσε με υπερβολική ή μεγάλη ταχύτητα, δεν έλαβε υπόψη του την παρουσία του Οχήματος Α ή παρέλειψε να το δει και να αποφεύγει το ατύχημα, ανέκοψε την πορεία του και δημιούργησε στον οδηγό του δίλλημα και ξαφνική αγωνία. Συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, το Όχημα Α υπέστη ζημιά που ανέρχεται στο ποσό των €1.368,50, που αξιώνει ο Ενάγων, έχοντας προηγουμένως απαιτήσει αυτό με επιστολές των δικηγόρων του, χωρίς ανταπόκριση. Η Εναγόμενη, πέραν του ότι συνέβη η σύγκρουση των δύο οχημάτων, αρνείται την ευθύνη που καταλογίζει ο Ενάγων στον οδηγό του Οχήματος Β. Όπως εκθέτει, ο οδηγός του Οχήματος Β ήταν αρχικά σταθμευμένος σε χωράφι/χώρο στάθμευσης παρά το κατάστημα «Φειδίας Κυρίλλου & Υιοί Λτδ» και στη συνέχεια εισήλθε, με αριστερή στροφή, εντός της οδού Αθηνάς και προχώρησε έχοντας ανατολική κατεύθυνση. Ο Ενάγων οδηγούσε το Όχημα Α κατά μήκος της οδού Ανδρέα Χαραλαμπίδη, με κατεύθυνση την οδό Αθηνάς, και πλησίαζε το ΑΛΤ στην οδό Ανδρέα Χαραλαμπίδη. Όταν έφθασε στο ΑΛΤ, εντελώς ξαφνικά και απότομα, χωρίς να βεβαιωθεί πως ήταν ασφαλές να το πράξει, έστριψε αριστερά και εισήλθε στην οδό Αθηνάς, όπου ήδη οδηγούσε ο οδηγός του Οχήματος Β, σε αντίθετη μ' αυτόν πορεία, ανακόπτοντας την ελεύθερη πορεία του Οχήματος Β και προκαλώντας τη σύγκρουση, που δεν κατάφερε να αποφύγει ο οδηγός του Οχήματος Β, παρά την προσπάθειά του. Κατά την Εναγόμενη, την αποκλειστική ή συντρέχουσα ευθύνη για το τροχαίο ατύχημα έχει ο Ενάγων ο οποίος παραβίασε σήμα τροχαίας και παρέλειψε να σταματήσει στο ΑΛΤ πριν να στρίψει αριστερά για να εισέλθει από την οδό Ανδρέα Χαραλαμπίδη, που είναι πάροδος, στην οδό Αθηνάς, που είναι ο κύριος δρόμος. Παρέλειψε να κατοπτεύσει δεόντως την οδό Αθηνάς και να δώσει προτεραιότητα στον οδηγό του Οχήματος Β που κινείτο επί του κύριου δρόμου ή να αναμένει να καθαρίσει η τροχαία κίνηση σ' αυτόν πριν να εισέλθει. Εισήλθε απροειδοποίητα και απότομα στην οδό Αθηνάς, χωρίς χρήση φωτεινού σηματοδότη, ορμητικά και βιαστικά, χωρίς να βεβαιωθεί πως ήταν ασφαλές, και ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του Οχήματος Β και συγκρούστηκε μαζί του, μη λαμβάνοντας υπόψη την παρουσία του ή μη αντιλαμβανόμενος την παρουσία του ή και παρέλειψε να ελιχθεί κατάλληλα ή να κάνει χρήση φρένων έγκαιρα ή αποτελεσματικά, θέτοντας τον οδηγό του Οχήματος Β σε αγωνία της στιγμής. Οδηγούσε απρόσεκτα και αφηρημένα. Η Εναγόμενη αρνείται και τη ζημιά του Οχήματος Α, ότι υπάρχει ή ότι συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθώς και το ύψος της, λέγοντας πως είναι διογκωμένη, και δεν έτυχε μετριασμού από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων, με απαντητικό δικόγραφο, αρνείται την εκδοχή της Εναγόμενης ως προς τα γεγονότα, και διατηρεί τη δική του εκδοχή. Επίδικα, εκ των δικογράφων, είναι εάν ο οδηγός του Οχήματος Β διέπραξε οδική αμέλεια και εάν υπάρχει ζημιά στο Όχημα Α, αιτιωδώς συνδεδεμένη με τέτοια αμέλεια, και εάν ο Ενάγων είχε συντρέχουσα αμέλεια. Διαδικασία Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντος, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον ίδιο τον Ενάγοντα (ΜΕ1) και από τον Oussama Badawaki (ΜΕ2). Η Εναγόμενη προσκόμισε μαρτυρία από τον οδηγό του Οχήματος Β (ΜΥ1). Ακολουθήθηκε η διαδικασία ταχείας εκδίκασης που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Η μαρτυρία προσκομίστηκε δια έγγραφων ενόρκων δηλώσεων και η ακρόαση έγινε στη βάση αυτών, χωρίς αντεξέταση. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων του Ενάγοντος και της Εναγόμενης αντίστοιχα. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών προσαρμόζεται ανάλογα, με προσεγγίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Σύμφωνα με το άρθρο 51 και τα επόμενα άρθρα του Κεφ.148, που συνοψίζουν και τις σχετικές νομολογιακές αρχές, «αμέλεια» συvίσταται, μεταξύ άλλων, στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία, υπό τις περιστάσεις, λoγικό συvετό πρόσωπo θα τελoύσε͘. Αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί μόvo υπέρ του προσώπου έναντι στο oπoίo o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. Και στην περίπτωση οδικής αμέλειας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν διαφοροποιούνται. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε λογικά ως μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες περιστάσεις. Η αμέλεια συνυφαίνεται με τον χρόνο, τον τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στo δυστύχημα. Κάθε πρόσωπο έχει καθήκον μέριμνας (duty of care), απρόσωπα, έναντι σε κάθε άλλο πρόσωπο που χρησιμοποιεί την ίδια «οδό», με την έννοια του άρθρου 2 του ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος 96(I)/2000 που περιλαμβάνει και το έρεισμα του δρόμου, και που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του. Το καθήκον αυτό προσδιορίζεται και συγκεκριμενοποιείται μέσα στο εκάστοτε πραγματικό πλαίσιο. Το κριτήριο εάν υπήρξε παράβασή του (breach of duty) είναι αντικειμενικό και το μέτρο είναι ο μέσος συνετός οδηγός· όχι ο τέλειος[5]. Εάν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι λογικά εμφανής, το να μην πάρει ένας οδηγός τις αναγκαίες προφυλάξεις, συνιστά αμέλεια. Αν όμως η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι μόνο μια απλή πιθανότητα, που δεν θα περνούσε από το μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, τότε, το να μην πάρει ένας οδηγός πρόσθετες προφυλάξεις, δεν αποτελεί αμέλεια[6]. Χρειάζεται να αποδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια (causation) µεταξύ της αμέλειας του ενεχόμενου οδηγού και της ζηµιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείµενο της δίκης[7]. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αμέλεια, συvιστά υπεράσπιση, αvεξάρτητα τoυ ότι o εvαγόμεvoς απέδειξε αμέλεια, ότι κάπoιoς τρίτoς επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια πoυ επιδείχτηκε από τov τρίτo ήταv η απoφασιστική αιτία της ζημιάς, ή τo ότι η ζημιά oφειλόταv στηv επέλευση ασύvηθoυς φυσικoύ συμβάvτoς απρόβλεπτoυ για τo λoγικό άvθρωπo και τoυ oπoίoυ oι συvέπειες δεv μπoρoύσαv vα απoτραπoύv με τηv καταβoλή εύλoγης επιμέλειας. Υπεράσπιση συνιστά και τo ότι o εvάγων είχε γvώση και αvτίληψη ή πρέπει vα θεωρηθεί ότι έχει γvώση και αvτίληψη της κατάστασης πραγμάτωv πoυ πρoκαλεί τη ζημιά και ότι εκoύσια εξέθεσε τov εαυτό τoυ ή τηv ιδιoκτησία τoυ σε αυτήν. Τέτοια υπεράσπιση δεν μπορεί να προβληθεί σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα που oφειλόταv στη μη επλήρωση υπoχρέωσης πoυ επιβάλλεται στov εvαγόμεvo voμoθέτημα. Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv (συντρέχουσα αμέλεια), η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά. Όταv σε κάπoιo πρόσωπo πρέπει vα καταβληθεί απoζημίωση η oπoία υπόκειται σε τέτoια μείωση, τo Δικαστήριo βρίσκει και καταχωρίζει τηv oλική απoζημίωση η oπoία θα μπoρoύσε vα καταβληθεί αv δεv συvέτρεχε πταίσμα τoυ πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει τηv αξίωση. Ο Ενάγων (ΜΕ1) ανέφερε πώς απέκτησε το Όχημα Α και προσκόμισε πιστοποιητικό εγγραφής (Τεκμήρια 1, 2), προς απόδειξη ότι του ανήκει, διευκρινίζοντας πως το οδηγούσε με δέουσα ασφαλιστική κάλυψη (Τεκμήριο 3). Αναφέρει, στη μαρτυρία του, πως η οδός Αθηνάς είναι μονοδρομημένη και ο ίδιος εισήλθε κανονικά σε αυτή, ενώ ο οδηγός του Οχήματος Β οδηγούσε επί του παράνομα στον μονόδρομο από την αντίθετη κατεύθυνση. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων επήλθε γι' αυτό τον λόγο. Ο ίδιος οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Μάλιστα, μετά το ατύχημα, όπως αναφέρει, ο οδηγός του Οχήματος Β απολογήθηκε στον Ενάγοντα που οδηγούσε στην αντίθετη κατεύθυνση. Ειδοποιήθηκε η ασφαλιστική του εταιρεία, εκπρόσωπος της οποίας μετέβη στη σκηνή του ατυχήματος, έλαβε πληροφορίες για το ατύχημα (Τεκμήριο 4), ενώ λήφθηκαν και φωτογραφίες. Το όχημά του μεταφέρθηκε στο συνεργείο του ΜΕ2, όπου επιθεωρήθηκε από εκπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας του οδηγού του Οχήματος Β. Ωστόσο, η Εναγόμενη παρέλειψε να ανταποκριθεί, οπότε την 14.12.2021 στάλθηκε επιστολή από τους δικηγόρους του Ενάγοντος (Τεκμήριο 5). Την 12.01.2022, ειδοποιήθηκαν για το άτομο που χειρίζονταν την υπόθεση εκ μέρους της Εναγόμενης και πως δεν είδε δεχθεί την ευθύνη για το ατύχημα, αλλά η εκτίμηση της ζημιάς ήταν η ίδια. Αυθημερόν, με ηλεκτρονική επικοινωνία (Τεκμήριο 6), ενημερώθηκε η εκπρόσωπος της Εναγόμενης ότι επισκευάστηκε το Όχημα Α για το ποσό των €1.100,00 πλέον Φ.Π.Α.. Επίσης, δεν υπήρξε απάντηση, οπότε την 01.02.2022 επαναλήφθηκε η επικοινωνία (Τεκμήριο 7). Με δεδομένη τη μη ανταπόκριση της Εναγόμενης, καταχωρίστηκε η αγωγή. Ο Ενάγων αναφέρει πως, κατά τον ίδιο, η ευθύνη για το ατύχημα είναι αποκλειστικά στον οδηγό του Οχήματος Β, επαναλαμβάνοντας τις λεπτομέρειες αμέλειας που εκθέτει και στην αγωγή του. Σε σχέση με την εκδοχή της Εναγόμενης, ο Ενάγων τονίζει πως η οδός Αθηνάς ήταν μονοδρομημένη και ασχέτως εάν ο οδηγός του Οχήματος Α εισήλθε στην οδό Αθηνάς από χώρο στάθμευσης, όπως όντως συνέβη, έπρεπε να κινηθεί σ' αυτήν προς την επιτρεπόμενη κατεύθυνση. Ο Ενάγων, όπως ισχυρίζεται, δεν αποδέχεται ό,τι του καταλογίζει η Εναγόμενη, πως δεν σταμάτησε στο ΑΛΤ ή ότι μπήκε στην οδό Αθηνάς χωρίς να την ελέγξει. Την ήλεγξε και προσπάθησε να αποφύγει και το ατύχημα, αλλά το Όχημα Β εμφανίστηκε ξαφνικά και με ταχύτητα, από την αντίθετη κατεύθυνση, και ενώ η οδός ήταν μονόδρομος, και δεν επέτρεψε κάτι τέτοιο, η δε σύγκρουσή τους ήταν μετωπική. Διερωτάται, μάλιστα, ο Ενάγων, εάν η Εναγόμενη ισχυρίζεται το αντίθετο, γιατί δεν σταμάτησε ο οδηγός του Οχήματος Β, εφόσον ο ίδιος είδε ότι ο Ενάγων χρησιμοποιούσε κανονικά τον δρόμο, ενώ ο ίδιος όχι. Η Εναγόμενη μάλιστα, όπως εκθέτει, ισχυρίζεται πως, ενώ ο οδηγός του Οχήματος Β εισήλθε στην οδό Αθηνάς από χώρο στάθμευσης, αντί να πορευτεί δεξιά, που ήταν η επιτρεπόμενη πορεία, σύμφωνα με την πορεία του, έστριψε αριστερά, που δεν επιτρέπεται, και ότι αυτή συνιστά ομολογία μιας άνομης πράξης. Τα λεγόμενά του, όπως αναφέρει, υποστηρίζονται και από το σχέδιο του ατυχήματος που ετοιμάστηκε από την ασφαλιστική εταιρεία, όπου φαίνεται και η δική του προσπάθεια να αποφύγει τη σύγκρουση, εφόσον το κτύπημα στο όχημά του είναι στη δεξιά μπροστινή πλευρά. Η ζημιά στο όχημά του, όπως αναφέρει, προκλήθηκε από το ατύχημα και ανέρχεται στο ποσό των €1.368,00 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ως το σχετικό τιμολόγιο, που προσκομίζει (Τεκμήριο 8). Στο Τεκμήριο 8, που είναι τιμολόγιο Φ.Π.Α., αναφέρονται €450,00 τα μπογιατίσματα, €250,00 τα εργατικά και €450,00 τα εξαρτήματα. Δεν είναι υπερβολική, όπως λέει, εφόσον περιορίζεται στο ποσό που χρειάστηκε για την επιδιόρθωσή του, και δεν υπάρχει ένδειξη ότι το Όχημα Α θα μπορούσε να επισκευαστεί με λιγότερα χρήματα. Ο ΜΕ2, όπως αναφέρει στη δική του μαρτυρία, ειδοποιήθηκε από τον Ενάγοντα για το ατύχημά του και μετέβη στον χώρο του ατυχήματος, όπου εκεί βρίσκονταν και οι εκπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιρειών. Έβγαλε φωτογραφίες, που προσκομίζει (Τεκμήριο 9[8]). Τις έβγαλε με το κινητό του και τις εκτύπωσε ο ίδιος από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Όταν ήταν στη σκηνή του ατυχήματος, ενημέρωσε πού βρίσκεται το γκαράζ του, για να επιθεωρηθεί το όχημα του Ενάγοντος. Πράγματι, η Εναγόμενη έστειλε κάποιον εκπρόσωπό της, ονόματι Μιχάλη, που προέβη σε εκτίμηση των ζημιών του Οχήματος Α και η επιδιόρθωση θα γίνονταν σύμφωνα με την εκτίμηση και τις οδηγίες της Εναγόμενης, όπως άλλες περιπτώσεις. Επειδή η Εναγόμενη δεν ανέλαβε τελικά την ευθύνη, ο ΜΕ2 προέβη στην επιδιόρθωση. Ειδικότερα, χρειάστηκε μπογιάτισμα €450,00, αλλαγή εξαρτημάτων €450,00 και εργατικά €250,

  1. Το συνολικό ποσό ήταν €1.115,00 πλέον Φ.Π.Α., που δίδει σύνολο €1.368,50, ως το Τεκμήριο 8, που εξέδωσε ο ίδιος. Μέχρι σήμερα, δεν έχει πληρωθεί το τιμολόγιο αυτό. Ο ΜΥ1, στη δική του μαρτυρία, ανέφερε πως εξήλθε από χωράφι/χώρο στάθμευσης παρά το κατάστημα «Φειδίας Κυρίλλου & Σία Λτδ» και έστριψε αριστερά εισερχόμενος στην οδό Αθηνάς και προχώρησε με ανατολική κατεύθυνση. Βρίσκονταν ήδη επί της οδού Αθηνάς, όταν ο Ενάγων, εισήλθε από την πάροδο Ανδρέα Χαραλαμπίδη ξαφνικά στην οδό Αθηνάς και προσέκρουσε στο Όχημα Β. Μόλις τον είδε να μπαίνει στον δρόμο, προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση, κάνοντας κίνηση προς τα αριστερά, αλλά δεν κατέστη εφικτό να αποφευχθεί η σύγκρουση. Προσκομίζει επίσης πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος, που ετοίμασε λειτουργός της Εναγόμενης (Τεκμήριο 10[9]), καθώς και φωτογραφίες που έβγαλε ο λειτουργός της Εναγόμενης (Τεκμήριο 11), που δείχνουν τη σκηνή του ατυχήματος και τα δύο οχήματα, όπως ήταν μετά από τη σύγκρουση. Ο ΜΥ1 αναφέρει και ο ίδιος πως ευθύνη για το τροχαίο ατύχημα έχει ο Ενάγων, για τους ίδιους λόγους που εκθέτει και στο δικόγραφό της η Εναγόμενη. Όσον αφορά την εκδοχή του Ενάγοντος, όπως αναφέρει, δεν ισχύει πως οποτεδήποτε απολογήθηκε στον Ενάγοντα. Εάν ο Ενάγων ήλεγχε κανονικά την οδό Αθηνάς, περιλαμβανομένης της τροχαίας κίνησης προς τα αριστερά του, θα είχε δει το Όχημα Β. Ο ΜΥ1, όπως αναφέρει, είχε μόλις βγει από χώρο στάθμευσης και δεν είχε αναπτύξει ταχύτητα. Ο χώρος στάθμευσης είναι δίπλα από το κατάστημα και απλώς προχώρησε λίγα μέτρα και το ατύχημα έγινε μπροστά ακριβώς από το κατάστημα. Ο Ενάγων βγήκε από την πάροδο πολύ βιαστικά και κοίταξε μόνο εάν έρχονταν όχημα από τα δεξιά του και, όπως φαίνεται από τις φωτογραφίες που προσκόμισε και ο ΜΕ2 συγκρούστηκε πριν καν προλάβει να ολοκληρώσει τη στροφή του επί της οδού Αθηνάς και να ευθυγραμμίσει. Παρά το γεγονός, όπως λέει, πως κινείτο στην αντίθετη πορεία με αυτήν της οδού Αθηνάς, δεν σημαίνει πως ο Ενάγων έπραξε ορθά, με το να κτυπήσει πάνω στο όχημα του Ενάγοντος, που θα μπορούσε απλώς να ήταν σταματημένο επί της οδού ή να ήταν εκεί ένας πεζός. Απλώς δεν κοίταξε προς τα δεξιά του. Ο ίδιος αρχικά δεν είχε αντιληφθεί πως ο δρόμος, όπως έβγαινε από τον χώρο στάθμευσης, ήταν μονής κατεύθυνσης, γιατί δεν υπάρχει σήμανση ορατή από τον χώρο που εξήλθε. Η σήμανση που φαίνεται στις φωτογραφίες που προσκόμισε ο ΜΕ2 είναι αρκετά μέτρα μακριά. Προσκομίζει μια από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 έχοντας σημειώσει επί αυτής πού βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης από όπου εξήλθε και πήγε προς τα αριστερά (Τεκμήριο 12). Αφού οδηγούσε, φτάνοντας στο ύψος της παρόδου, είδε τον Ενάγοντα να μπαίνει βιαστικά χωρίς να κοιτάξει προς τη μεριά του Οχήματος Β, ο ΜΥ1 έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε. Η προσπάθειά του να ελιχθεί φαίνεται και από τα ίχνη που άφησε το όχημά του στο οδόστρωμα. Δεν αμφισβητήθηκε πως το Όχημα Α ανήκει στον Ενάγοντα και είχε δικαίωμα να το οδηγεί (Τεκμήρια 1, 2, 3). Η ακρόαση εστίασε στο θέμα της ευθύνης. Είναι κοινός τόπος πως το Όχημα Α και το Όχημα Β συγκρούστηκαν επί της οδού Αθηνάς, έξω από το κατάστημα «Φειδίας Κυρίλλου & Υιοί Λτδ», με τον τρόπο που επιχειρούν και οι δύο πλευρές να υποδείξουν μέσα από σχέδια που ετοιμάστηκαν από τους λειτουργούς των ασφαλιστικών εταιρειών και από φωτογραφίες. Δεν αμφισβητείται πως τα Τεκμήρια 4, 9, 10, 11, 12 απεικονίζουν τη σκηνή του ατυχήματος και τα εμπλεκόμενα οχήματα, στις τελικές τους θέσεις. Αυτά είναι αποδεκτή μαρτυρία. Βεβαίως, από το σύνολο των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 9 και από το σχεδιάγραμμα του Τεκμηρίου 4 μόνον, δεν δίδεται τόσο ξεκάθαρη και ολοκληρωμένη εικόνα στο Δικαστήριο της όλης σκηνής του ατυχήματος, που να περιλαμβάνει με έναν εμφανή τρόπο τη συμβολή της οδού Ανδρέα Χαραλαμπίδη από όπου εξήλθε το Όχημα Α με την οδό Αθηνάς, το χωράφι/χώρο στάθμευσης από όπου εξήλθε το Όχημα Β, και το σημείο σύγκρουσης επί της οδού Αθηνάς, για να μπορεί το Δικαστήριο να δει τις πορείες των δύο οχημάτων και κυρίως αποστάσεις. Καλύτερη εικόνα δίδουν τα Τεκμήριο 10, 11, 12 και
  2. Η εκδοχή της πλευράς του Ενάγοντος, που αναπτύχθηκε στην αγόρευση των συνηγόρων του, ότι ο ΜΥ1 κινούνται καθ' όλο το μήκος της οδού Αθηνάς με αντίθετη κατεύθυνση δεν προκύπτει από οπουδήποτε, με βάση είτε τα λεγόμενα του ΜΕ1, είτε τα Τεκμήρια 4, 9, 10, 12, και 13, και αυτοαναιρείται, σε σημεία. Μεταξύ άλλων, με την ταυτόχρονη εκδοχή της βιαστικής προσπάθειας του ΜΥ1 να εξέλθει από την οδό Αθηνάς γιατί γνώριζε πως κινείται αντίθετα. Ο ΜΕ1 δεν φαίνεται να γνωρίζει πώς βρέθηκε στον δρόμο ο ΜΥ
  3. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΥ1 πως ο ίδιος εξήλθε από τον χώρο που υποδεικνύει ως χώρο για στάθμευση, δίπλα από το κατάστημα «Φειδίας Κυρίλλου & Υιός Λτδ», δεχόμενος και ο ίδιος πως κινήθηκε προς την αντίθετη από την επιτρεπόμενη κατεύθυνση. Αντίστοιχα, η εκδοχή του ΜΥ1 πως ο ΜΕ1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με το σήμα ΑΛΤ επί της οδού Ανδρέα Χαραλαμπίδη δεν προκύπτει από οπουδήποτε σύμφωνα με τα Τεκμήρια 4, 9, 10, 12 και 13, και η μαρτυρία του ΜΕ1 πως διενήργησε ΑΛΤ και μετά εισήλθε στην οδό Αθηνάς δεν αποκλίνει από αυτά. Δείχνουν το όχημα του Ενάγοντος να έχει διενεργήσει ΑΛΤ, εξ ου και κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την ευθυγράμμισή του επί της οδού Αθηνάς. Η τελική του θέμα είναι με ομαλή κλίση, χωρίς οποιαδήποτε ορατά ίχνη στον δρόμο από χρήση φρένων για ανακοπή ταχύτητας. Επίσης, η μαρτυρία του ΜΥ1 σε σχέση με οδικές παραλείψεις του ΜΕ1 δεν συνάδει με όσα φαίνονται στην έγγραφη μαρτυρία, ενώ η εκδοχή του ΜΕ1 ότι μόλις είδε τον ΜΥ1 ξαφνικά, αντέδρασε, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση με το Όχημα Β είναι ό,τι απορρέει από τις απεικονίσεις που προσκόμισαν αμφότερες οι πλευρές. Ειδικότερα, από το Τεκμήριο 10, φαίνεται πως η σύγκρουση έγινε μόλις ο Ενάγων εισήλθε στην οδό Αθηνάς από την πάροδο Ανδρέας Χαραλαμπίδης και πριν να προλάβει να ευθυγραμμίσει το όχημά του, και μόλις λίγα μέτρα μετά που ο ΜΥ1 εξήλθε από χώρο που χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης, δίπλα από το κατάστημα. Ο Ενάγων εισήλθε στην οδό Αθηνάς από μια νόμιμη πάροδο και κινήθηκε προς την επιτρεπόμενη κατεύθυνση κυκλοφορίας επί της οδού Αθηνάς, ενώ ο ΜΥ1 εισήλθε στην οδό Αθηνάς από χώρο που χρησιμοποιείται ως χώρο στάθμευσης και κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση κυκλοφορίας επί της οδού Αθηνάς. Ο ΜΥ1 φαίνεται να κινήθηκε για περισσότερα μέτρα από όσα ο Ενάγων επί της οδού Αθηνάς. Στο οδόστρωμα, έξω από το προαναφερόμενο κατάστημα, φαίνεται πως υπάρχει διπλή κίτρινη γραμμή, με βάση την οποία απαγορεύεται η στάση οχημάτων. Όπως φαίνεται από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11, ο μονόδρομος της οδού Αθηνάς είναι στενός. Δεν υποδεικνύεται σήμανση του χώρου από όπου εκκίνησε ο ΜΥ1 που να υποδηλοί χώρο στάθμευσης. Επίσης, υπάρχει ορθωμένος ο τοίχος του καταστήματος στην αριστερή πλευρά του χώρου εκείνου, που δεν φαίνεται να επιτρέπει ορατότητα της διακίνησης οχημάτων στο εσωτερικό του χώρου από κάποιον που βρίσκεται στην οδό Αθηνάς ή στην απέναντι πάροδο (Τεκμήριο 13). Ο οδηγός που έχει προτεραιότητα επί της οδού Αθηνάς είναι εκείνος που χρησιμοποιεί την οδό Αθηνάς νόμιμα, κινούμενος προς την επιτρεπόμενη κατεύθυνση. Ο ΜΥ1, εξερχόμενος από χώρο που χρησιμοποιείται ως άτυπος χώρος στάθμευσης στην οδό Αθηνάς, κινούμενος στην αντίθετη κατεύθυνση, δεν είχε κάποιο δικαίωμα προτεραιότητας έναντι στα άλλα οχήματα, περιλαμβανομένου του οχήματος του Ενάγοντος που εισήλθε από νόμιμη πάροδο με επιτρεπόμενη κατεύθυνση. Ειδικότερα, ο ΜΥ1, εξερχόμενος από τέτοιο χώρο στάθμευσης προς την οδό Αθηνάς, όφειλε να κινηθεί προς την ορθή και επιτρεπόμενη κατεύθυνση, ελέγχοντας πρώτα εάν είναι ασφαλές να το πράξει. Μεταξύ άλλων, να εποπτεύσει τον δρόμο εντός του οποίου θα εισέλθει. Μπροστά του, να μην υπάρχει κάποιο εμπόδιο. Αριστερά του σύμφωνα με την πορεία του από και όπου διέρχονταν η τροχαία κίνηση στην οδό Αθηνάς σύμφωνα με την καθορισμένη κατεύθυνση του δρόμου που οφείλει να γνωρίζει, για να μην περνά κάποιο όχημα. Δεξιά του σύμφωνα με την πορεία του, όπου έπρεπε να κατευθυνθεί, να δει πως έχει ελεύθερη πορεία. Τα οχήματα που διέρχονταν από τα αριστερά του ΜΥ1 σύμφωνα με την πορεία του, είτε ήδη βρίσκονταν επί της οδού Αθηνάς είτε εισέρχονταν στην οδό Αθηνάς από τις παρόδους που βρίσκονται αριστερά του ΜΥ1 σύμφωνα με την πορεία του, περιλαμβανομένης τα παρόδου Ανδρέας Χαραλαμπίδης, είχαν προτεραιότητα. Το ότι ο ΜΥ1 πρόλαβε και ευθυγράμμισε το όχημά το στην οδό Αθηνάς και κινήθηκε κάποια μέτρα (από το πλαϊνό χωράφι μπροστά από το κατάστημα) στην αντίθετη κατεύθυνση της οδού Αθηνάς, δεν του δίδει (εκ των υστέρων) προτεραιότητα έναντι στα προαναφερόμενα οχήματα. Ο ΜΥ1 δεν είχε προτεραιότητα σε έναν δρόμο όπου κινείτο αντικανονικά. Ένας οδηγός που διενεργεί ΑΛΤ σε συμβολή, για να εισέλθει σε μονοδρομημένο δρόμο, όπως ο Ενάγων, προφανώς εποπτεύει τον δρόμο στον οποίο θα εισέλθει, την οδό Αθηνάς, για να διαπιστώσει ότι είναι ασφαλές να το πράξει. Κοιτάζει μπροστά του, να μην υπάρχει κάποιο εμπόδιο. Στα δεξιά του σύμφωνα με την πορεία του, από όπου κατευθύνεται η τροχαία κίνηση στην οδό Αθηνάς, να μην περνά κάποιο όχημα. Αριστερά του, προς την πορεία όπου θα κατευθυνθεί, να είναι ελεύθερη για να αναπτύξει την πορεία του. Δεν αναλώνει όμως χρόνο επιτόπου, να αναλογίζεται κάθε απομακρυσμένο κίνδυνο από ή σε όλα τα επιμέρους σημεία της οδού στην οποία θα εισέλθει, εάν δεν υπάρχουν ενδείξεις που ευλόγως να (πρέπει να) κεντρίζουν την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, υπό τις περιστάσεις. Ο κίνδυνος να ξεπροβάλει ένα όχημα από χώρο που χρησιμοποιείται ως άτυπος χώρος στάθμευσης δίπλα σε κατάστημα και να πορευτεί και προς την αντίθετη κατεύθυνση δεν είναι ευλόγως αναμενόμενος, ως ένα συνήθης οδικός κίνδυνος. Όπως φαίνεται από τη μαρτυρία που προσκόμισε και ο ΜΥ1, μέχρι ο Ενάγων να διενεργήσει ΑΛΤ, εφόσον δεν προκύπτει από οπουδήποτε να μην διενήργησε ΑΛΤ στη συμβολή των δύο οδών Ανδρέα Χαραλαμπίδη και Αθηνάς, για κατόπτευση της οδού Αθηνάς (ο ίδιος ο ΜΥ1 αναφέρει πως ο Ενάγων κατόπτευσε την οδό Αθηνάς, αλλά μόνον δεξιά), εξήλθε από το χωράφι/χώρο στάθμευσης ο ΜΥ1, και κινήθηκε κάποια μέτρα με την αντίθετη πορεία (αριστερή). Το Όχημα Β είχε ταχύτητα στα λίγα μέτρα που διένυσε, όπως προκύπτει από τα ίχνη τροχοπέδησης, ενδεικτικά χρήσης φρένων για ανακοπή ταχύτητας. Με την οδική συμπεριφορά του ΜΥ1, ανακόπηκε η διαδικασία ευθυγράμμισης του Οχήματος Α επί της οδού Αθηνάς από το Όχημα Β. Ο ΜΥ1 ενήργησε κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού υπό τις περιστάσεις και η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η δική του οδική συμπεριφορά, το γεγονός ότι εξήλθε από άτυπο χώρο στάθμευσης και έστριψε αριστερά σύμφωνα με την πορεία του, κατευθυνόμενος αντίθετα προς την επιτρεπόμενη χρήση της οδού Αθηνάς, και ενώ από την πάροδο που ήταν απέναντι από το κατάστημα διέρχονταν νόμιμα ο Ενάγων για να εισέλθει και εισέρχονταν εκείνη την ώρα στην οδό Αθηνάς. Δεν αποδεικνύεται οποιοδήποτε ποσοστό συνευθύνης στον Ενάγοντα, υπό τις περιστάσεις, επειδή δεν κατάφερε να αποφύγει τον ξαφνικό παράνομο κίνδυνο που δημιούργησε ο ΜΥ1 στον δρόμο εξερχόμενος από χώρο που χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης χωρίς σχετική σήμανση και κατευθυνόμενος ανεπίτρεπτα στον μονόδρομο της οδού Αθηνάς, προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι ο Ενάγων, με δεδομένη τη δική του θέση, τη θέση και την απόσταση του χώρου που χρησιμοποιούνταν ως χώρος στάθμευσης χωρίς σήμανση σε σχέση με το κατάστημα, την φαινόμενη ταχύτητα και την τελική θέση του Οχήματος Β, μπορούσε να δει έγκαιρα το Όχημα Β να διανύει μέτρα επί της οδού Αθηνάς, κατά την είσοδο του Οχήματος Α σε αυτήν, και να το αποφύγει. Η απουσία σήμανσης ως προς την υποχρεωτική οδική κατεύθυνση επί της οδού Αθηνάς σε σημείο έναντι του χώρου που χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης, επίσης, δεν δικαιολογεί έκπτωση της ευθύνης του ΜΥ1 έναντι στον Ενάγοντα. Όσον αφορά τη ζημιά του Οχήματος Α, δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι το Όχημα Α επιθεωρήθηκε από την Εναγόμενη δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε η μαρτυρία του ΜΕ2 ότι το ποσό επιδιόρθωσης ήταν εκείνο στο οποίο κατέληξαν οι δύο πλευρές, κατόπιν και της επιθεώρησης από την Εναγόμενη. Το Τεκμήριο 8 δεν αμφισβητήθηκε ως προς το περιεχόμενό του, ούτε υποδείχθηκε άλλο ύψος επιδιόρθωσης της ζημιάς που φέρεται να προκλήθηκε στο Όχημα Α συνεπεία του ατυχήματος. Ο δικογραφημένος ισχυρισμός ότι προϋπήρχε η ζημιά ή ότι είναι διογκωμένη παρέμεινε χωρίς σχετική στήριξη. Η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 σχετικά με τη ζημιά του Οχήματος Α είναι αποδεκτή. Κατάληξη Επειδή έχει αποδειχθεί η οδική αμέλεια του οδηγού του Οχήματος Β, ασφαλισμένου στην Εναγόμενη, και η πλήρης ζημιά του Ενάγοντος στο ποσό των €1.368,50, και επειδή δεν έχει αποδειχθεί συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντος, ούτε κάποια υπεράσπιση, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1.368,50, πλέον νόμιμος τόκος. Τα έξοδα της αγωγής, ακολουθώντας το αποτέλεσμά της, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides

(1970)1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 ΑΑΔ 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [5] Σωκράτους v. Αστυνοµίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420. [6] Lang v. London Transport Executive
(1959)3 All E.R. 609, Παναγιώτου ν. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. [7] Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 ΑΑΔ. 178. [8] Η αρίθμηση δίδεται από το Δικαστήριο. [9] Η αρίθμηση δίδεται από το Δικαστήριο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.