ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή αρ. 199/2023, 12/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 199/2023 i-justice
- ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ
- ΜΑΡΙΝΑ ΗΡΟΔΟΤΟΥ
- H. & M. HERODOTOU SOUVENIR SHOPS LTD
- P. XENOFONTOS LTD Ενάγoντες ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 07.03.2023 για ενδιάμεση θεραπεία και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.03.2023 Ημερομηνία: 12 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντες/Αιτητές: Χ. Αργυρού (κα) για Μούζουρου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Σ. Χατζηνεοφύτου (κα) για G. Hadjineophytou & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα γεγονότα αναφέρθηκαν και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.07.2023, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση των Εναγόντων για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι Ενάγοντες αιτήθηκαν μονομερώς και πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο ή σε εντεταλμένους του να απομακρύνουν ή να κατεδαφίσουν οποιαδήποτε κατασκευή ή το σκιάδιο ή τις εξωτερικές πόρτες ή μέρος τριών καταστημάτων στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, στην Κάτω Πάφο. Τα πληρέστερα στοιχεία τους εκτίθενται στην αίτηση και το προσωρινό διάταγμα. Το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε βάσει της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από την Ενάγουσα 2, εκ μέρους όλων των Εναγόντων. Σύμφωνα με αυτήν, η ίδια και ο Ενάγων 1, σύζυγός της, ενοικιάζουν τα καταστήματα όπου οι Ενάγουσες 3 και 4, στις οποίες είναι αξιωματούχοι οι Ενάγοντες 1 και 2, ασκούν επιχειρήσεις πώλησης ειδών σουβενίρ και άλλων ειδών. Περί το 2008, στο πλαίσιο ανάπλασης του παραλιακού μετώπου, αποφασίστηκε από τον Εναγόμενο, για σκοπούς ομοιομορφίας και για πρακτικούς λόγους, η κατασκευή σκιαδίων μπροστά από τα υποστατικά του παραλιακού μετώπου σύμφωνα με τις οδηγίες και τις υποδείξεις του Εναγόμενου, με έξοδα των καταστηματαρχών. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονταν οι πτυσσόμενες πόρτες που εφάπτονται του σκιαδίου στο πρώτο κατάστημα. Τα σκιάδια είχε κατασκευαστεί ως οι οδηγίες και υποδείξεις του Εναγόμενου, και στη βάση του σχεδίου τους, και δεν είχαν γίνει οποιεσδήποτε προσθηκομετατροπές. Περί τον Νοέμβριο του 2022, ο Εναγόμενος συμφώνησε την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου και έκτοτε ο Δήμαρχος Πάφου άρχισε να προβαίνει σε δηλώσεις που αφορούσαν την πρόθεσή του για κατεδάφιση των σκιαδίων. Θορυβήθηκαν οι Ενάγοντες, όπως και οι υπόλοιποι καταστηματάρχες της περιοχής. Την 01.03.2023, ο Δήμαρχος Πάφου είχε επισκεφθεί το παραλιακό μέτωπο και δήλωσε ότι θα προχωρήσει με κατεδάφιση των σκιαδίων και των εξωτερικών πορτών και διαχωριστικών μεταξύ των καταστημάτων και θα μεριμνήσει να εκδοθεί σχετικό δικαστικό διάταγμα. Σε συζήτηση που είχε με τους καταστηματάρχες, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, δήλωσε πως επιθυμεί να γίνουν άλλες κατασκευές, και γι' αυτό να κατεδαφίσουν τις υφιστάμενες. Ούτε οι Ενάγοντες, όπως αναφέρουν, ούτε οι υπόλοιποι καταστηματάρχες ενημερώθηκαν για το είδος τυχόν άλλων κατασκευών. Δεν τους κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε απόφαση αρμόδιας αρχής για κατεδάφιση. Την 02.03.2023, κατά τις πρωινές ώρες, συνεργείο του Εναγόμενου προχώρησε σε επέμβαση στα καταστήματα του παραλιακού μετώπου και κατέβασε τις πινακίδες τους στις οποίες αναγράφονταν τα ονόματα των επιχειρήσεων τους. Την 02.03.2023 ή και την 03.03.2023, συνεργείο του Εναγόμενου προχώρησε σε επέμβαση και σε τρία από τα επίδικα υποστατικά, κατεβάζοντας τις πινακίες, τον πρόβολο, και προκαλώντας ζημιές στα σκιάδια. Δεν υποδείχθηκε κάποιο δικαστικό διάταγμα για την επέμβαση ή κάποια ειδοποίηση επιβολής ή άλλη, για να συμμορφωθούν με κάποιες οδηγίες οι Ενάγοντες, ενώ πρόκειται για επέμβαση στην περιουσία που κατέχουν και χρησιμοποιούν για τις επιχειρήσεις τους. Την 06.03.2023, συνεχίστηκαν οι επεμβάσεις σε άλλα καταστήματα του παραλιακού μετώπου. Οι Ενάγοντες εξήγησαν πως, σε περίπτωση κατεδάφισης των σκιαδίων, η ζημιά θα είναι ανεπανόρθωτη, ιδίως κατά την τουριστική περίοδο, σε βαθμό που απειλείται η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, ενώ θα πρέπει να μπουν σε διαδικασία δημιουργίας εξόδων για να προστατεύσουν το εμπόρευμα, συνθήκη που θα επέβαλλε το αιφνίδιο κλείσιμο των καταστημάτων. Οι Ενάγοντες προσκόμισαν διάφορα στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησής τους. Ο Εναγόμενος, που εμφανίστηκε στη διαδικασία, προβάλλει ένσταση στην εξακολούθηση της ισχύος του διατάγματος, κα ζητά την απόρριψη της αίτησης. Θέτει πως δεν συνέτρεξε κατεπείγον λόγος έκδοσης του διατάγματος και πρόσθετα πως οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός πως η διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος ενήγαγε την Ενάγουσα 3 σε σχέση με την κατοχή και χρήση του σκιαδίου που είναι εντός κοινόχρηστου και δημόσιου χώρου, με την αγωγή 969/2019 και την Ενάγουσα 4 με την αγωγή 967/
- Απέκρυψαν επίσης πως οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν καταχωρίσει εναντίον του Εναγόμενου και άλλων την αγωγή 1095/2016, στο πλαίσιο της οποίας απορρίφθηκε αίτησή τους για ενδιάμεση θεραπεία και η αγωγή είχε αποσυρθεί την 20.02.2023, και πως η Ενάγουσα 3 είχε και εκείνη καταχωρίσει την αγωγή 723/2020, με την ίδια πορεία και κατάληξη. Η απόρριψη των αγωγών αυτών, περιλαμβανομένων των διαταγμάτων με τα οποία ζητούσαν την αναγνώριση της νομιμότητας της κατοχής των σκιαδίων και την απαγόρευση επέμβασης επί αυτών, δημιούργησε κώλυμα για την έγερση νέας αγωγής. Ο Εναγόμενος θεωρεί πως οι Ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο, καθότι δεν διαθέτουν άδεια οικοδομής, επεμβαίνουν σε κοινόχρηστο και δημόσιο χώρο, και ζητούν νομιμοποίηση ενός παράνομου status quo, συνθήκη που υπερβαίνει την εξουσία του Δικαστηρίου. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων αυτής της φύσης ούτε είναι δίκαιο, κατά τον Εναγόμενο, να υφίσταται, εφόσον δημιουργεί καθυστέρηση στη διεκπεραίωση του δημόσιου έργου, ενώ οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν πραγματική ζημιά, εάν δεν υφίσταται. Επιχείρησαν όμως να ικανοποιηθούν ως σε τελική θεραπεία, ενώ οποιαδήποτε επέμβαση είχε γίνει με τη συγκατάθεσή τους, κατόπιν σχετικής πληροφόρησης. Προς υποστήριξη της ένστασης του Εναγόμενου, προσκομίστηκε μαρτυρία, από τεχνικό μηχανικό στις υπηρεσίες του Εναγόμενου, δια της οποίας ο Εναγόμενος εξήγησε με λεπτομέρεια τα γεγονότα υπό τα οποία κατασκευάστηκαν τα σκιάδια το
- Δεν υπέδειξε ούτε υπέβαλε, όπως αναφέρει, οτιδήποτε, αλλά προσπάθησε να αρθούν οι παρανομίες, χωρίς επηρεασμό των καταστηματαρχών και των Εναγόντων, που εκ των πραγμάτων είχαν επεκτείνει τα καταστήματά τους και επικαλούνταν τεράστια ζημιά εάν μειώνονταν τα τετραγωνικά τους, ανεξάρτητα από το εάν καταλάμβαναν και μέρος των κοινόχρηστων χώρων ή του δημόσιου δρόμου. Στο πλαίσιο της προσπάθειας ομαλοποίησης, ο αρχιτέκτονας ετοίμασε σχέδια για κατασκευή σκιαδίων που θα μπορούσαν να αδειοδοτηθούν σύμφωνα με το Τοπικό Σχέδιο Πάφου. Της κατασκευής των σκιαδίων όμως δεν προηγήθηκε εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας, με αποτέλεσμα όλα τα σκιάδια του παραλιακού μετώπου να είναι παράνομα. Τα περισσότερα σκιάδια, περιλαμβανομένων των επίδικων, είναι ουσιαστικά κλειστές οικοδομές, ενοποιημένες με τον κλειστό χώρο των καταστημάτων και επεμβαίνουν σε κοινόχρηστους χώρους ή σε κάποιες περιπτώσεις στον δημόσιο δρόμο. Οι Ενάγοντες απέκρυψαν πως εκκρεμούν και αγωγές εναντίον τους, και εναντίον του Εναγόμενου, από τη διαχειριστική επιτροπή των συγκροτημάτων όπου βρίσκονται τα καταστήματα, σε σχέση με την επέμβαση στον κοινόχρηστο χώρο. Απέκρυψαν επίσης πως με παλαιότερη αγωγή τους, οι Ενάγοντες 1 και 2, αξίωσαν εναντίον του Εναγόμενου και του Δημάρχου Πάφου και του Δημοτικού Γραμματέα, μεταξύ άλλων, διατάγματα απαγόρευσης επέμβασης στα υποστατικά τους, και υπό τη μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, αλλά την 03.03.2021 απέσυραν την αγωγή με έξοδα εναντίον τους. Αποκρύφθηκε επίσης πως η Ενάγουσα 3 καταχώρισε αγωγή εναντίον του Εναγόμενου με την οποία ζητούσε αναγνωριστική απόφαση πως τα σκιάδια και μια σειρά πάγκων είναι νόμιμα και διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να κατεδαφίσει τα σκιάδια ή να επεμβαίνει. Και εκείνη η αγωγή αποσύρθηκε με έξοδα προς όφελος του Εναγόμενου, ενώ είχε προηγηθεί και δικαστική απόφαση. Ο Εναγόμενος θεωρεί πως, με την απόσυρση των αγωγών, υπήρξε τελεσιδικία, και δεν είναι αποδεκτή κάποια θέση πως υπάρχει διαφορετικό αντικείμενο. Ο Εναγόμενος προσκομίζει στοιχεία, για να καταδείξει πως τα υποστατικά των Εναγόντων δεν είναι νόμιμα. Μεταξύ άλλων, μέρος του κλειστού σκιαδίου και του προβόλου όλων των σκιαδίων επεμβαίνει στον δημόσιο δρόμο και μέρος στον κοινόχρηστο χώρο. Τούτο ασχέτως εάν ο Εναγόμενος προέβη σε λάθη όσον αφορά τον χειρισμό της όλης κατάστασης. Ο Εναγόμενος, το 2022, προκήρυξε διαγωνισμό που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συντήρηση και αποκατάσταση προσόψεων σκιαδίων. Υπογράφθηκε σχετική σύμβαση, και δόθηκε δημοσιότητα στο γεγονός. Οι καταστηματάρχες ενημερώθηκαν προφορικά τόσο από τον εργολάβο όσο και από υπαλλήλους του Εναγόμενου για τις εργασίες που θα διεκπεραιώνονταν και πώς θα τους επηρέαζε το εργοτάξιο στην περιοχή. Την 01.03.2023, έγινε συνάντηση με τους καταστηματάρχες, παρουσία του Δημάρχου Πάφου, για να ενημερωθούν πως την 02.03.2023 θα ξεκινούσε η φάση του έργου που θα περιλάμβανε τη συντήρηση των προβόλων μπροστά από τα καταστήματά τους, που είχαν σκουριάσει, οπότε τους ζητήθηκε να αφαιρέσουν τις γυψοσανίδες και να αφαιρέσουν τις παράνομες κατασκευές, ταμπέλες και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις επί των προβόλων, ειδάλλως, εάν επιθυμούσαν, μπορούσε να το πράξει ο Εναγόμενος. Η συντήρηση θα ήταν χωρίς κόστος στους καταστηματάρχες. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία, ούτε από τους Ενάγοντες. Οι περισσότεροι, όπως και ο Ενάγων 1, αναγνώρισαν ότι είχαν παράνομες κατασκευές γιατί το σχέδιο του 2008 έκανε λόγο για προκατασκευασμένες περσίδες αλουμινίου για το στέγαστρο των πεζών και όχι για επένδυση με γυψοσανίδες, ταμπέλες και επεκτάσεις ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων. Αν και οι Ενάγοντες αναφέρουν πως δεν έγιναν προσθηκομετατροπές, φαίνεται πως έγιναν, και εκτίθενται λεπτομερώς. Τους αναφέρθηκε, επίσης, πως θα τους υποδεικνύονταν ενιαίος τρόπος διαφήμισης, κατόπιν αίτησης για αδειοδότηση της διαφημιστικής τους πινακίδας. Μεγάλος αριθμός καταστηματαρχών συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του Εναγόμενους και συγκατατέθηκαν στην αφαίρεση των παράνομων προσθηκών. Ο Εναγόμενος δεν είχε ούτε έχει πρόθεση να επέμβει σε περιουσία που κατέχεται από τους Ενάγοντες και να αυτοδικήσει, αλλά να υλοποιήσει το δημόσιο έργο και όσα συμφωνήθηκαν με τους καταστηματάρχες. Ο Εναγόμενος αναφέρει ενέργειες και σκάνδαλα σε σχέση με το παραλιακό μέτωπο από προηγούμενες δημαρχίες. Σε περίπτωση οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος, όπως θέτει ο Εναγόμενος, δεν θα μπορέσει να υλοποιήσει το δημόσιο έργο, με ταλαιπωρία των πολιτών, θα διατηρηθεί η παρανομία, ενώ ο Εναγόμενος, ως αρμόδια αρχή, εμποδίζεται να ασκήσει νόμιμα καθήκοντα, και τέτοια ενέργεια συνιστά, όπως αναφέρει, και υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου. Αντίστοιχα, οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά δεν μπορεί να αποζημιωθεί, εάν ήδη δεν έχουν αποζημιωθεί από την πολυετή χρήση χώρου που δεν δικαιούνται και το όφελος που απορρέει από αυτήν, και θα μπορέσουν να συνεχίσουν να λειτουργούν την επιχείρησή τους στα τετραγωνικά που δικαιούνται, ενώ ασκούν κι άλλες επιχειρήσεις, που παρέλειψαν να αναφέρουν. Η ακρόαση έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου όλες οι αναφορές. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση των Εναγόντων έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Η ενδιάμεση θεραπεία που ζητήθηκε από τους Ενάγοντες σκοπεί στην παρεμπόδιση ήδη αρξάμενης σε παρακείμενα σκιάδια (και κατά τον Εναγόμενο και στο σκιάδιο των Εναγόντων) και περαιτέρω επαπειλούμενης άμεσης επέμβασης σε δικαίωμα, που οι Ενάγοντες θεωρούν μη σύμφωνη με τον νόμο γιατί δεν υπήρξε η συγκατάθεσή τους, ούτε γραπτή ειδοποίηση με βάση τον νόμο που να εμπερικλείει την αιτιολογημένη απόφαση του Εναγόμενου. Δεν ήταν λογικά εφικτό να δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση της αίτησης στον Εναγόμενο, για να ακουστεί, στο μεταξύ έχοντας τη χρονική ευκαιρία να υλοποιήσει τον επαπειλούμενο κίνδυνο, που παρουσίασαν οι Ενάγοντες. Τέτοια προηγούμενη ειδοποίηση θα αδρανοποιούσε τον ρόλο και τη σημασία της ενδιάμεσης θεραπείας, που σκόπευσε σε προληπτική προστασία των Εναγόντων. Το Δικαστήριο μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, κατ' εξαίρεση, να επιληφθεί της υπόθεσης χωρίς ειδοποίηση του Εναγόμενου. Αυτή η συνθήκη δεν διαφοροποιήθηκε μετά από την ακρόαση του Εναγόμενου, ο οποίος δεν αρνήθηκε πως επενέβη στα σκιάδια του παραλιακού μετώπου, όπου βρίσκεται και το ένδικο σκιάδιο των Εναγόντων (απλώς έχει διαφορετική από τους Ενάγοντες εκδοχή ως προς τους λόγους ή τον τρόπο ή τη νομική δυνατότητα) και πως προτίθεται να εκτελέσει αυτά που ο ίδιος θεωρεί ότι έτυχαν συγκατάθεσης ή «συμφωνήθηκαν», ταυτόχρονα αποδεχόμενος πως επείγεται ως προς την εκτέλεση του δημόσιου έργου. Δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με το ότι αυτό εκδόθηκε μονομερώς. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας το προσωρινό διάταγμα μέσα και από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από τους Ενάγοντες, που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Τυχόν προηγούμενες αγωγές, όπως είναι κατανοητό, δεν κατέληξαν σε κάποια ουσιαστική δικαστική κρίση που να σχετίζεται με το καθεστώς των σκιαδίων ούτε σε κάποιο διάταγμα κατεδάφισής τους. Επίσης, δεν φαίνεται να σχετίζονται με τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης, την προσπάθεια επέμβασης του Εναγόμενου βάσει συγκατάθεσης που ισχυρίστηκε πως υπάρχει, αντίθετα με την εκδοχή των Εναγόντων πως δεν υπάρχει τέτοια συγκατάθεση. Οι λεπτομέρειες της εκδοχής του Εναγόμενου, σε σχέση με τον τρόπο δημιουργίας των σκιαδίων στο παρελθόν και τους λόγους των εργασιών σήμερα, καθώς και ό,τι προβάλλει ως υπεράσπισή του στη γενόμενη ή σκοπούμενη επέμβαση για την αναφερόμενη ως συντήρηση του σκιαδίου των Εναγόντων, δεν είναι ισχυρισμοί που αφενός θα αναμένονταν να εκτεθούν από τους Ενάγοντες (ώστε η μη αναφορά τους να μπορεί να αναχθεί σε προσπάθεια παραπλάνησης δια εσκεμμένης σιωπής), αφετέρου, ακόμα κι αν εκτίθεντο από τους Ενάγοντες, δεν θα επιδρούσαν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε, δια του οποίου απαγορεύεται παρέμβαση του Εναγόμενου στο εν λόγω σκιάδιο, στο μέλλον. Τα περί παρανομίας ή νομιμότητας των υφιστάμενων κατασκευών, πέραν του ότι δεν θα διαγνωστούν σε αυτό το στάδιο, γιατί αφορούν την ουσία της διαφοράς και άλλη είναι η θέση των Εναγόντων και άλλη του Εναγόμενου (και προφανώς η κάθε πλευρά έχει τις δικές τις θέσεις), δεν έχουν σημασία για την προστασία των Εναγόντων από παρεμβάσεις στην περιουσία τους, στις οποίες αναφέρουν πως δεν συγκατατίθενται και για τις οποίες δεν υποδεικνύεται στο Δικαστήριο η εφαρμογή κάποιας διαφορετικής νόμιμης διαδικασίας. Ο Εναγόμενος δεν υπέδειξε βάση παρέμβασής του διαφορετική από εκείνην της συγκατάθεσης, που όμως, κατά τους Ενάγοντες, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει (λόγος για τον οποίον ζητούν και δικαστική προστασία). Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος για λόγους απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Παρεμβάλλεται πως δεν συντρέχει και οποιοσδήποτε άλλος λόγος ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που να σχετίζεται με την εξουσία ή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, της οποίας ο Εναγόμενος ισχυρίζεται «υπέρβαση». Το γεγονός ότι μια θεραπεία ζητείται και με την αγωγή ή παρεμφερώς, δεν εμποδίζει κατ' ανάγκη την απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας. Το ζητούμενο είναι να μην εκδικάζεται πλήρως η αγωγή ή άλλως πώς να υποκαθίσταται πλήρως η ανάγκη εκδίκασης της διαφοράς δια της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος, κατά τρόπο που να δηλοί κατάχρηση της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος· δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται το προσωρινό διάταγμα ως αυτοσκοπός. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση. Οι Ενάγοντες αναζήτησαν μια συνήθη ενδιάμεση θεραπεία, στο πλαίσιο της ιδιωτικής διαφοράς τους με τον Εναγόμενο για το σκιάδιο, που δεν είναι ούτε επιλυμένη ούτε επιλύεται με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι Ενάγοντες δεν στερούνται τη δυνατότητα ενδιάμεσης θεραπείας απλώς επειδή ο Εναγόμενος είναι η δημοτική αρχή ή η πολεοδομική αρχή, που μπορεί, με εκείνη την ιδιότητα, να προβεί σε νόμιμες ενέργειες. Ουδέποτε το Δικαστήριο απαγόρευσε στον Εναγόμενο, ως αρμόδια αρχή με βάση κάποιον νόμο, να ακολουθήσει κάποια διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, εάν θεωρεί ότι οποιεσδήποτε κατασκευές που κατέχονται από τους Ενάγοντες δεν είναι σύμφωνες με την πολεοδομική νομοθεσία. Προφανώς, η εξουσία του Δικαστηρίου αυτού ασκείται στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου που ενεργοποίησαν οι Ενάγοντες. Και η μαρτυρία ήταν, και είναι, ακριβώς, πως ο Εναγόμενος δεν ενήργησε ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, αποστέλλοντας κάποιαν ειδοποίηση στους Ενάγοντες με βάση τον νόμο, περίπτωση στην οποία η διαφορά με τους Ενάγοντες θα ήταν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου (κι εκεί φυσικά υποκείμενη σε έλεγχο). Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13]. Υπό το άρθρο 32 Ν.14/1960 εξετάζεται και το άρθρο 4 Κεφ.6, όπου εφαρμόζεται. Επίσης, υπό το άρθρο 32 Ν. 14/1960, προσαρμοσμένα, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται συνήθως στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα, χωρίς να αποκλείεται η εξασφάλισή τους και σε περίπτωση που υπάρχει άλλη βάση αγωγής (λ.χ. παράβαση σύμβασης ή παράβαση νόμου που δημιουργεί αστική ευθύνη), και υπάρχει συναφής με τη βάση αγωγής επαπειλούμενη αδικοπραγία, περιλαμβανομένης της επέμβασης σε άτομο ή σε περιουσία χωρίς νομιμοποιητική βάση. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[14]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[15]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[16]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[17] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[18]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[19]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[20]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[21]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right). Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικοτολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[22]. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ομοιάζουν με τα γεγονότα που απασχόλησαν το Δικαστήριο στις Ομήρου ν. Δήμος Πάφου, αγωγή αρ. 187/2023 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 12.06.2023 και Χαραλάμπους ν. Δήμος Πάφου, αγωγή αρ. 189/2023 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 12.06.2023, Παπαϊωάννου & Λάμπρου Λτδ ν. Δήμος Πάφου, αγωγή αρ. 198/2023 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 07.07.2023 και Θεοδοσίου ν. Δήμος Πάφου, αγωγή αρ.203/2023 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 14.08.
- Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση στα γεγονότα. Οι Ενάγοντες και σε αυτή την υπόθεση ισχυρίζονται πως υπήρξε ενός είδους συμφωνία με τον Εναγόμενο, το 2008, για την κατασκευή του σκιαδίου τους, που περιλαμβάνει γραπτά κείμενα και σχέδια, και η οποία εκτελείται στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου. Η κατασκευή έγινε με βάση τη συμφωνία, από εργολάβο και με επίβλεψη του Εναγόμενου και με χρέωση των Εναγόντων, την οποία, μάλιστα, ο Εναγόμενος φέρεται να θέλει να εισπράξει προς εξόφληση. Ο Εναγόμενος, κατά παράβαση αυτής της συμφωνίας, ή και αγνοώντας την, και προκειμένου να εξαναγκάσει νέα συμφωνία, και χωρίς η ενέργειά του να ερείδεται σε νόμο, κατ' επέκταση χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση που να αναφέρεται σε σύμβαση ή σε νόμο, απαίτησε από τους Ενάγοντες εργασίες στο σκιάδιο, που περιλαμβάνουν κυρίως αφαιρέσεις, και δη με τρόπο ασαφή. Δεν διαψεύδει, ο Εναγόμενος, πως ζήτησε αυτές οι εργασίες να γίνουν από τους Ενάγοντες, εντός 1 ημέρας, και χωρίς δυνατότητα των Εναγόντων να αμφισβητήσουν την απόφαση ή κρίση του Εναγόμενου για την αναγκαιότητά τους, εάν τέτοια υπάρχει. Ειδάλλως, θα επενέβαινε ο ίδιος ο Εναγόμενος, με άγνωστο στους Ενάγοντες τρόπο, χαρακτηρίζοντας το σκιάδιο «παράνομο», αλλά και με χρήση συγκεχυμένης ιδιότητας, αντισυμβαλλομένου, δημοτικής αρχής, και πολεοδομικής αρχής. Το σκιάδιο συνιστά χώρο που κατέχεται από τους Ενάγοντες εδώ και πολλά χρόνια, και χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της επιχείρησής τους, και οποιαδήποτε επέμβαση δεν είναι οικειοθελής, και δεν γίνεται με βάση νόμο και με τρόπο ικανό να δημιουργήσει τεκμήριο νομιμότητας, δυνατόν να συνυφαίνεται και με το δικαίωμα των Εναγόντων στην επαγγελματική ζωή. Οι Ενάγοντες εισάγουν ένα δικάσιμο θέμα, σε γνωστές στο δίκαιο βάσεις, που για να αποφασιστεί θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη, ακούγοντας την απαίτηση των Εναγόντων και την υπεράσπιση του Εναγόμενου. Ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Η θέση των Εναγόντων, εξ όψεως, βασίζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία, που αν και δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο ως σε δίκη επί της ουσίας, ούτε και να απαντηθούν τα διάφορα πραγματικά ή νομικά ερωτήματα τώρα, είναι συνεκτική, με λεπτομέρεια, και δίδει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο τρόπος κατασκευής του σκιαδίου, που κατέχεται και χρησιμοποιείται από τους Ενάγοντες. Μαρτυρία ότι το σκιάδιο κατασκευάστηκε από εργολάβο του Εναγόμενου και με την επίβλεψή του, ώστε να είναι σύμφωνο με τα σχέδια. Υφίστατο για χρόνια χωρίς αντίδραση του Εναγόμενου, που εισέπραξε έναντι έξοδα κατασκευής, με βάση τη συμφωνία, που δεν κηρύχθηκε άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο. Αντίστοιχα, δεν παρουσιάστηκε κάποια μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος ενήργησε, ως προς τις εργασίες που απαίτησε να γίνουν στο σκιάδιο, ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, με βάση συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου νόμου. Ο ίδιος ο Εναγόμενος δέχθηκε πως, ως η δημοτική αρχή, συνήψε δημόσια σύμβαση με τρίτο πρόσωπο για την εκτέλεση έργου κοινής ωφέλειας, που όμως προϋποθέτει επέμβαση στα σκιάδια των καταστημάτων στο παραλιακό μέτωπο που συνιστούν ιδιωτικές περιουσίες. Στο πλαίσιο εκτέλεσης του δημόσιου έργου, απαίτησε να γίνουν εργασίες και στο σκιάδιο των Εναγόντων και ήδη, ως ο ίδιος αναφέρει, επενέβη σε αυτό. Η θέση των Εναγόντων είναι πως δεν συγκατατέθηκαν και δεν συγκατατίθενται στην επέμβαση του Εναγόμενου, και δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε που να δείχνει χρησιμοποίηση άλλης διαδικασίας από την πολεοδομική αρχή. Εάν η σιωπή σε αιφνίδιες ενέργειες μπορεί να εκληφθεί ή να ερμηνευθεί ως συγκατάθεση ή εάν η ύπαρξη κατασκευαστικής παρανομίας καθιστά υποχρεωτική τη συγκατάθεση (η δεν δίδει καν λόγο), βάσεις που χρησιμοποιεί βασικά ο Εναγόμενος, θα αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής. Υπάρχουν πάντως επαρκείς πιθανότητες οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπείες με βάση την αγωγή τους, που σχετίζονται με την εκτέλεση της συμφωνίας για το σκιάδιο, αλλά και τη διασφάλιση του δικαιώματός τους για σεβασμό στην επαγγελματική ζωή, εάν ο Εναγόμενος ενεργεί στο πλαίσιο άσκησης κάποιου είδους δημόσιας εξουσίας έναντι στους Ενάγοντες, αλλά χωρίς να βασίζεται σε νόμο και χωρίς συγκατάθεση. Στην τελευταία περίπτωση, δεν έχει σημασία εάν οι Ενάγοντες κατέχουν το σκιάδιο παράνομα ή νόμιμα ή εάν το σκιάδιο είναι παράνομη ή νόμιμη κατασκευή. Ο νόμος δεν φαίνεται να εξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο, υπό οποιαδήποτε ιδιότητά του, με οποιονδήποτε τρόπο, να επεμβαίνει σε περιουσία που κατέχεται από άλλο πρόσωπο, ιδιώτη, χωρίς νόμιμη διαδικασία, και να αφαιρεί κατασκευές που αποφασίζει (αρμοδίως ή μη) πως είναι παράνομες (χωρίς να δίδει περιθώριο αμφισβήτησης της απόφασής του περί παρανομίας), με μόνο το επιχείρημα πως είναι παράνομες ή για να προβεί σε συντήρηση που θεωρεί αναγκαία ή για άλλο λόγο, περιλαμβανομένης της εκτέλεσης δημοσίου έργου. Ούτε ένας πολίτης που δέχεται κάποια επέμβαση, πιθανόν μη νόμιμη με βάση τις θέσεις του, στερείται κάθε δικαστική προστασία, στη βάση της υποψίας ότι μπορεί η περιουσία που κατέχει επίσης να μην είναι νόμιμη (το τελευταίο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της όλης αξιολόγησης). Σε τέτοια περίπτωση, η δικαστική προστασία, που δυνατόν να παρέχεται για συγκεκριμένο σκοπό (για τη διασφάλιση της νομιμότητας, ακόμα και για σκοπούς πάταξης της παρανομίας), δεν μπορεί να μεταφράζεται ως προστασία του παρανόμου. Πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Οι Ενάγοντες μετέφεραν στο Δικαστήριο μια προσπάθεια του Εναγόμενου να δημιουργήσει, με κάπως μεθοδευμένο τρόπο, αγνοώντας τις θέσεις των Εναγόντων, μια τετελεσμένη κατάσταση, σε σχέση με τις εργασίες στο σκιάδιο. Μπορεί να την προκαλέσει με ευκολία, εφόσον διαθέτει συνεργείο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβεί στον χώρο και να προβεί στις αφαιρέσεις. Δεν αρκεί η δεδηλωμένη, σήμερα, πρόθεση, που δεν συνάδει και με τις λοιπές αναφορές του Εναγόμενου, ότι επείγεται να εκτελέσει το δημόσιο έργο. Το τι θεωρεί «κατεδάφιση» η μια ή η άλλη πλευρά, δεν είναι επί του παρόντος. Με βάση τα λεγόμενα του Εναγόμενου, δεν αποκλείεται, εάν δεν υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, επειδή οι Ενάγοντες δεν αφαίρεσαν οικειοθελώς ό,τι ο Εναγόμενος θεωρεί παράνομο (ή αποτέλεσμα άλλων πρακτικών του παρελθόντος), να επέμβει στο πλαίσιο εκτέλεσης του δημόσιου έργου. Ο κίνδυνος που περιέγραψαν οι Ενάγοντες, ως τον έθεσαν, με τη ροή των γεγονότων, περιλαμβανομένων των αφαιρέσεων που ήδη έγιναν σε παρακείμενα υποστατικά, και την ομολογούμενη ανάγκη του Εναγόμενου να περατώσει το δημόσιο έργο χωρίς καθυστέρηση, είναι ρεαλιστικός, υφιστάμενος, άμεσος. Δικαιολογημένα οι Ενάγοντες αισθάνονται τον φόβο πως, εάν ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, θα υπάρξει επέμβαση του Εναγόμενου στο σκιάδιο, χωρίς να διασφαλίζεται η εφαρμογή του νόμου, αλλά και διατηρώντας ο Εναγόμενος τη συγκεχυμένη του ιδιότητα έναντι στους Ενάγοντες. Ο τρόπος με τον οποίον ο Εναγόμενος κάνει χρήση της ιδιότητας του, ως ο αντισυμβαλλόμενος των Εναγόντων, ως η δημοτική αρχή που εκτελεί δημόσιο έργο, αλλά και ως η πολεοδομική αρχή, ή την εναλλάσσει, αναλόγως, ενισχύει την ανησυχία των Εναγόντων για τον κίνδυνο εκτροπής από το νόμιμο πλαίσιο (προτάσσοντας συγκατάθεση ή συμφωνία που δεν υπάρχει ή εξαναγκάζοντάς την) και εν τέλει για αδικοπραγία. Επέμβαση σε περιουσία που κατέχει και χρησιμοποιεί άλλο πρόσωπο, που δεν έχει έρεισμα σε συμφωνία ή στον νόμο, μπορεί να συνιστά αδικοπραγία, οποιοσδήποτε κι αν την πράττει. Δεν έχει σημασία, στην προκειμένη περίπτωση, εάν οποιαδήποτε ζημιά των Εναγόντων, σε περίπτωση παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Όλες οι παραβιάσεις δικαιωμάτων απολήγουν στο να παίρνουν τη μορφή χρηματικής απαίτησης, χωρίς να σημαίνει πως πρέπει να επιτρέπονται (με το να μην αποτρέπονται) επειδή μπορούν να αποζημιωθούν. Πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/1960, ως προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της προληπτικής φύσης του διατάγματος. Στο ισοζύγιο της ευχέρειας, είναι δίκαιο να υφίσταται αυτό το προσωρινό διάταγμα. Επαναλαμβάνεται, δεν επηρεάζεται ο Εναγόμενος, ως ταυτόχρονα η δημοτική αρχή ή η πολεοδομική αρχή, να εφαρμόσει κάποια νόμιμη διαδικασία. Εμποδίζεται, όμως, με οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν ενεργεί, να επικαλείται συμφωνία ή συγκατάθεση των Εναγόντων, που οι Ενάγοντες θέτουν ξεκάθαρα και κατηγορηματικά πως δεν υπάρχει, ως βάση για οποιαδήποτε μελλοντική επέμβασή του στο σκιάδιο που κατέχουν οι Ενάγοντες (είτε νόμιμα είτε παράνομα). Κάθε δικαστικό διάταγμα απαγορευτικής φύσης προκαλεί ταλαιπωρία, όπως και κάθε αγωγή, στα πρόσωπα στα οποία αφορούν. Το αναπόφευκτο της ταλαιπωρίας από την εκκρεμοδικία δεν χρησιμοποιείται ως λόγος για να αποφευχθεί ενδιάμεση θεραπεία. Ο Εναγόμενος, ο οποίος ως δημοτική αρχή προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό και συνήψε δημόσια σύμβαση που περιλαμβάνει τα σκιάδια ή και επέμβαση σε ιδιωτικές περιουσίες, χωρίς να είναι και προφανής η δυνατότητα συναλλαγής επί του αντικειμένου αυτού (να συναφθεί δημόσια σύμβαση για ιδιωτική περιουσία, που ταυτόχρονα θεωρείται και «παράνομη») και χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των επηρεαζόμενων ιδιωτών ‒ συγκατάθεση ενδεχομένως ως μέρος της διαδικασίας ή προϋπόθεση εκτέλεσης της δημόσιας σύμβασης ‒ δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση στην εκτέλεση της δημόσιας σύμβασης, που αναπόφευκτα υπάρχει εξαιτίας της ανάγκης διάγνωσης των ιδιωτικών δικαιωμάτων των επηρεαζόμενων προσώπων, ως ζημιά του, που προκαλεί αυτή η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ή και η αγωγή. Δεν μπορεί να επιρρίπτει την ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκτέλεση του δημόσιου έργου στους Ενάγοντες ή και στο Δικαστήριο, καταλογίζοντάς του «υπέρβαση εξουσίας». Εκκρεμούσης αυτής της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, η οποία υπάρχει και συντηρείται λόγω της δικής τους αδυναμίας να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση, δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την ισχύ της ενδιάμεσης θεραπείας, εάν προκύψει υποψία πως οι Ενάγοντες επαναπαύονται σε αυτήν ή την χρησιμοποιούν για αλλότριους σκοπούς ή για βλάβη του δημοσίου συμφέροντος. Δεν υπάρχει προς το παρόν τέτοιο δεδομένο να τύχει διαχείρισης. Συνιστά βασική πτυχή του δημόσιου συμφέροντος, που δεν είναι μονόπλευρό ή μονοδιάστατο, να μην παραβιάζονται βασικά δικαιώματα των πολιτών. Στην περίπτωση που υφίσταται το προσωρινό διάταγμα, διατηρείται το status quo με σεβασμό στην απαίτηση και τα δικαιώματα των Εναγόντων, μέχρι αυτά να διαγνωστούν, μη επηρεαζόμενων των εξουσιών του Εναγόμενου ως η αρμόδια αρχή με βάση οποιονδήποτε νόμο. Στην περίπτωση που ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, επιτρέπεται η εξέλιξη και η διαμόρφωση της πραγματικής κατάστασης από τον Εναγόμενο, ως δημοτική αρχή που θέλει να εκτελέσει επειγόντως το δημόσιο έργο, με τρόπο ενδεχομένως τετελεσμένο, χωρίς επαρκή ανταπόκριση του Δικαστηρίου στην απαίτηση των Εναγόντων να διαγνωστούν τα δικαιώματά τους σε σχέση με το σκιάδιο, εάν και στην έκταση που υπάρχουν, με δεδομένο πως κατασκευάστηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο ή (κατά τον Εναγόμενο) συνεπεία λαθών του παρελθόντος. Δεν εξηγήθηκε γιατί είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί από τον Εναγόμενο η συγκατάθεση των Εναγόντων για τη διαμόρφωση του σκιαδίου· γιατί είναι δύσκολο να κατευναστούν οι ανησυχίες τους. Δεν προκύπτουν δεδομένα πως οι Ενάγοντες, από ιδιοτροπία ή εκτροπή από τη λογική των πραγμάτων, επιδεικνύουν άρνηση διαλόγου με αντικείμενο το να συγκατατεθούν σε εργασίες που δεν τους επηρεάζουν ή που θα απολήξουν σε ένα κοινά ωφέλιμο ή ομορφότερο αποτέλεσμα. Μπορεί, για παράδειγμα, να συμφωνηθεί η χρονική περίοδος των εργασιών, ο τρόπος, η χρονική τους διάρκεια. Κρίνεται πως, προς το παρόν, θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, ως έχει εκδοθεί. Η χρονική καθυστέρηση που μπορεί να προκληθεί από την εκκρεμοδικία δεν μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας σχετικά με το εάν θα δοθεί ή όχι μια ενδιάμεση θεραπεία· έχοντας υπόψη και τη δυνατότητα συνοπτικής εκδίκασης ζητημάτων για τα οποία δεν υπάρχει εκτενής πραγματική διαφορά. Υποθέσεις που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, μπορούν να προτεραιοποιούνται. Εξάλλου, ο χρόνος που αναλώνει το Δικαστήριο σε ενδιάμεσες διαδικασίες θα μπορούσε να αναλωθεί στην άμεση εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ειδικότερα, είναι σειρά υποθέσεων ενώπιον του Ε.Δ. Πάφου, με τα ίδια νομικά και παρεμφερή πραγματικά ζητήματα, που θα μπορούσαν να επιλυθούν άμεσα σε κοινή διαδικασία, χωρίς να γίνεται τόση και τέτοια χρήση του δικαστικού χρόνου για τις ενδιάμεσες θεραπείες. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων ένστασης που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο, που να μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και στην απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων. Καταληκτικά, έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που ισχύουν για την έκδοση και αναθεώρηση διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα γεγονότα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, θεωρώ πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν και πως είναι δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 07.03.2023, και πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων που προβλήθηκαν δια της ένστασης του Εναγόμενου, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, για να ακυρωθεί το διάταγμα αυτό ή να τροποποιηθεί με συγκεκριμένο τρόπο, έχοντας ήδη διευκρινίσει και ό,τι πιθανόν να χρειάζονταν. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.03.2023 καθίσταται απόλυτο, ως έχει εκδοθεί την 07.03.2023, και ισχύει οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Προστίθεται ρητά η διευκρίνιση πως: το παρόν διάταγμα δεν επηρεάζει οποιαδήποτε διαδικασία ήθελε κινήσει ο Εναγόμενος ως η αρμόδια αρχή με βάση οποιονδήποτε νόμο. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αλλά και τη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που δόθηκε, που είναι κυρίως προληπτική, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής των Εναγόντων, αλλά να μην είναι σε καμία περίπτωση εναντίον τους. Αυτό σημαίνει πως, εάν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους, θα δικαιούνται και τα έξοδα αυτής της διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο ή άλλως πώς καθοριστούν από το Δικαστήριο. Αντίθετα, δεν θα δικαιούνται τέτοια έξοδα, εάν αποτύχουν στην αγωγή τους, αλλά δεν θα είναι και προς όφελος του Εναγόμενου που δεν είχε επιτυχία σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. [14] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [15] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [16] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [17] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [18] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [19] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [20] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [21] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [22] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο