← Κύπρος

Peter Lawson ν. Xie Shaodan, Αρ. Αγωγής: 1421/2014, 29/9/2023

Peter Lawson ν. Xie Shaodan, Αρ. Αγωγής: 1421/2014, 29/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1421/2014 Μεταξύ: Peter Lawson Ενάγοντος και Xie Shaodan Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 31.10.22 για προδικαστική εκδίκαση ζητήματος Ημερομηνία: 29.09.23 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κα Α. Λ Κυπριανού για Michael Kyprianou & Co LLC Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Αβρααμίδης για A. Danos & Associates LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση η Εναγόμενη (Αιτήτρια) αιτείται την προδικαστική εκδίκαση των δύο θεμάτων που εγείρει στις §3 & §4 του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, τις οποίες ονομάζει ως προδικαστικές ενστάσεις αρ. 1 & 2. Το τρίτο ζήτημα που επίσης ζητείται με την παρούσα αίτηση να εκδικαστεί πριν από την ακρόαση της ουσίας της αγωγής και προβάλλεται στην §5 του ιδίου δικογράφου ως προδικαστική ένσταση αρ. 3, έχει εγκαταλειφθεί (§4 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση). Συνεπώς επικεντρωνόμαστε στα δύο πρώτα θέματα (προδικαστικές ενστάσεις αρ. 1 & 2 στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης), τα οποία στην ουσία καταλήγουν στο ίδιο σημείο. Με βάση τις εμπλεκόμενες παραγράφους στην πρώτη προδικαστική ένσταση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας στερείται αγώγιμου δικαιώματος να εγείρει την παρούσα αγωγή επειδή, όπως διατείνεται, δεν είναι πρόσωπο δικαιούχο στις εταιρείες συμφερόντων της Εναγομένης και ούτε συσχετίζεται μ' αυτές, δεν συνδέεται με οικονομικές δραστηριότητες και με την περιουσία της Εναγομένης, δεν διέθετε κανένα χρηματικό πόρο για σκοπούς επιχειρηματικής δραστηριότητας και ούτε απέστειλε ως φυσικό πρόσωπο τα επικαλούμενα χρηματικά ποσά αλλά οι επικαλούμενες εταιρείες συμφερόντων της Εναγομένης. Στην δεύτερη προδικαστική ένσταση η Εναγόμενη επικαλείται ότι οι τραπεζικές μεταφορές και τα χρηματικά ποσά δεν προέρχονται από εισοδήματα του Ενάγοντα αλλά από τις επικαλούμενες εταιρείες αποκλειστικών συμφερόντων της Εναγομένης και της οικογένειας της από τις οποίες ο Ενάγοντας δεν έλαβε σχετική εξουσιοδότηση για να τις αντιπροσωπεύσει με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ως φυσικό πρόσωπο να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης. Κοινή συνισταμένη των δύο προδικαστικών ενστάσεων είναι η θέση ότι ο Ενάγοντας στερείται αγώγιμου δικαιώματος να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης για τους λόγους που η τελευταία επικαλείται στις §3 & §4 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της και έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Η έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος από μέρους του Ενάγοντα είναι το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης. Είναι προφανές ότι η ακροαματική διαδικασία της αγωγής δεν έχει ξεκινήσει. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.27 Θ.1-3, στη Δ.48 Θ.1-3 & 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στις νομολογιακές αρχές δικαίου, στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και επιείκειας, στην πρακτική και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Εναγόμενη δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της κυρίας Μαρίας Μαντζαβίνου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Στην ένορκη δήλωση της η ομνύουσα αναπτύσσει τους λόγους που επικαλείται ότι περιβάλλουν το υπό κρίση ζήτημα και εξηγεί πως αυτοί ικανοποιούν τις προϋποθέσεις για την επιτυχία της παρούσας αίτησης. Δεν κρίνω χρήσιμο να αναφερθώ στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, αλλά εκεί και όπου χρειαστεί θα αναφέρομαι σε συγκεκριμένα αποσπάσματα από αυτό. Ο Ενάγοντας (Καθ' ου η αίτηση) αντέδρασε στις 24.01.23 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 10 λόγους. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους διατυπώσω ένα προς ένα ξεχωριστά. Κοινό σημείο τους είναι η θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να κριθεί επιτυχής η υπό κρίση αίτηση. Θα αναφερθώ σ' αυτούς στη συνέχεια. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στις Δ.27 Θ.1-4, Δ.48 Θ.1-9 και Δ.64 Θ.1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές της νομολογίας, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και του δικαίου της επιείκειας, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Αλέξιου Δανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα στην υπόθεση αυτή. Στην ένορκη δήλωση περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, οι οποίοι και επεξηγούνται με αναφορές που υποδεικνύουν γιατί, κατά τη γνώμη του ενόρκως δηλών, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ούτε εδώ χρησιμεύει η επαναδιατύπωση του περιεχομένου της. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα αποσπάσματα από το περιεχόμενό της ένορκης δήλωσης Δανού. Ο δικαστηριακός φάκελος της υπόθεσης τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου (υπό την παρούσα σύνθεση) την ημέρα που η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Προκειμένου να εξακριβωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η παρούσα αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση ανάτρεξα στο περιεχόμενο του φακέλου εφόσον υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου

(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938). Αυτό που έχω διαπιστώσει από την έρευνα του δικαστηριακού φακέλου είναι ότι αμφότεροι διάδικοι μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων των δικηγόρων τους ημερ. 28.04.23 ζήτησαν η παρούσα αίτηση να οριστεί για ακρόαση. Η κοινή αυτή συναίνεση των μερών καθιστά άνευ σημασίας την υποχρέωση του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την προδικαστική εκδίκαση ζητήματος με βάση τη Δ.27 (Χρίστος Χ' Παύλου και Υιοί v. Δήμος Λεμεσού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2046). Σε κάθε περίπτωση το εγειρόμενο θέμα είναι αμιγώς νομικό με την εκδίκαση του να ενδείκνυται σύμφωνα με τη Δ.27 Θ.2 επειδή η απόφαση του Δικαστηρίου γι' αυτό θα καθορίσει τη συνέχιση ή όχι της παρούσας αγωγής (Re Pelmaco Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Για σκοπούς εξέτασης του υπό κρίση θέματος έχω μελετήσει με προσοχή τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα αίτηση και ένσταση. Έχω επίσης λάβει υπόψη μου τα νομικά επιχειρήματα κάθε πλευράς, όπως αυτά έχουν εκτεθεί στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Η παρούσα αίτηση θα κριθεί με βάση τον τη φύση του αντικειμένου της υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των αρχών της νομολογίας και των Θεσμών πολιτικής Δικονομίας. Προς τον σκοπό αυτό έχω μελετήσει ενδελεχώς τα δικόγραφα της υπόθεσης, το περιεχόμενο των οποίων προσδιορίζουν τα επίδικα ζητήματα και παράλληλα διαμορφώνουν το πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων (Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή κ.α.
(2005)1Α Α.Α.Δ. 213). Η προσπάθεια αναζήτησης τυχόν παραδεκτών γεγονότων μέσα από τα δικόγραφα της υπόθεσης καθίσταται αναγκαία από την στιγμή που οι διάδικοι δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε πλέγμα πραγματικού υποβάθρου, το οποίο το Δικαστήριο χρειάζεται για σκοπούς εξέτασης του υπό συζήτηση θέματος και έκδοσης της απόφασης του (Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Terzian
(2014)1 Α.Α.Δ. 558). Η σημασία των παραδεκτών γεγονότων εξηγήθηκε στην υπόθεση Malachtou v Armeftis
(1984)1 C.L.R. 548. Εκεί τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη μιας διαδικασίας μεταξύ των μερών, υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν βρίσκεται κάτω από αμφισβήτηση. Προκύπτει επομένως ότι η εκδίκαση προκαταρκτικού νομικού σημείου διεξάγεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υποβάθρου (Πιερίδης v Keshishian και άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ. 224). Έχοντας υπόψη μου τη χρονολογία καταχώρισης της παρούσας αγωγής, το θέμα εξέτασης του νομικού σημείου που εγείρεται στα δικόγραφα διέπεται από την παλαιά Δ.27 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση το λεκτικό του Θ.2 της εν λόγω Διαταγής, οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να εγείρει στο δικόγραφο του οποιοδήποτε νομικό θέμα και εάν κατά την κρίση του Δικαστηρίου η εκδίκαση του εν λόγω νομικού θέματος θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαγραφή ουσιαστικά της τύχης της όλης αγωγής ή συγκεκριμένης αιτίας αγωγής ή βάσεως υπερασπίσεως, ανταπαιτήσεως ή απαντήσεως, το Δικαστήριο μπορεί να εκδικάσει το θέμα αυτό προδικαστικά και μπορεί είτε να απορρίψει την αγωγή είτε να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα που θεωρήσει δίκαιο. Επομένως η διαγραφή όλης της αγωγής ή οποιουδήποτε βασικού ζητήματος της εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν ασκείται αβασάνιστα και χωρίς περισυλλογή. Στην υπόθεση Χ' Οικονόμου v Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 κωδικοποιήθηκαν οι αρχές επί των οποίων καθορίζονται τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οι οποίες αφού συνοψιστούν είναι οι εξής: (α) Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και (β) Η εν λόγω αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και (γ) Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για οδηγίες και (δ) Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο θεωρεί ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής και (ε) Τέτοια διαταγή εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση και (στ) Τέτοια διαταγή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Εκείνο που, μεταξύ άλλων, γίνεται αντιληπτό από τα πιο πάνω είναι ότι το στάδιο καταχώρισης αίτησης, όπως την παρούσα, είναι όταν συμπληρώνονται τα δικόγραφα ή πολύ σύντομα αργότερα. Αυτό σημαίνει η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για οδηγίες. Στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 771 σημειώθηκαν τα πιο κάτω που αφορούν το χρόνο καταχώρησης αίτησης όπως την υπό κρίση: «Όπως έχει νομολογηθεί η αίτηση από εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438).» Στην μεταγενέστερη υπόθεση Ανδρονίκου και άλλος v. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτωμένους τους
(2016)1 Α.Α.Δ. 600 λέχθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής που επίσης σχετίζονται με το ίδιο ζήτημα: - «Το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή, προκύπτει δε από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. - Τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται και, αντιθέτως, ανατρέπεται, όταν με καθυστερημένες αιτήσεις όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται η συνοπτική επίλυση της όλης υπόθεσης στο προδικαστικό στάδιο, αλλά, ως αποτέλεσμα της προδικαστικής αίτησης, στην πράξη ανατρέπεται αυτή τούτη η κανονική πορεία της δίκης. - Η ανάγκη δε για περιορισμό της υπό συζήτηση εξαιρετικής διαδικασίας στο αρχικό, υπό την παραπάνω έννοια, στάδιο, καθίσταται στις μέρες μας περισσότερο επίκαιρη και επιτακτική, λόγω της επίτασης του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών. - Με αυτό το σκεπτικό, δεν μπoρούσε να γίνει δεκτή η εισήγηση των εφεσειόντων ότι ο μόνος περιορισμός που η νομολογία αναγνωρίζει, είναι να μην υποβάλλονται τέτοιες αιτήσεις κατά την ημέρα της ακρόασης. - Ο κατάλληλος κανονικά χρόνος σύμφωνα με τη νομολογία είναι ο χρόνος της κλήσης για οδηγίες, κάτι που υποδηλώνει εμμονή στην παγιωμένη αρχή περί εγκαίρου διαβήματος.» Ο Ενάγοντας μέσα από τους λόγους ένστασης αρ. 3 και 4 ευσεβάστως εισηγείται απόρριψη της υπό κρίση αίτησης επειδή αυτή, όπως επικαλείται, υπεβλήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του παρέχονται αναφορές που σύμφωνα με τον δικηγόρο του υποστηρίζει την εν λόγω εισήγηση του. Για σκοπούς εξέτασης της θέσης αυτής του Ενάγοντα ανέτρεξα στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης (όπως ήδη λέχθηκε) προκειμένου να διαφωτιστώ για το ιστορικό της παρούσας περίπτωσης. Εκείνο που διαπιστώνω από τη μελέτη του φακέλου είναι ότι τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί στις 22.06.
  1. Ακολούθησαν οι καλοκαιρινές διακοπές, κατά τη διάρκεια των οποίων στις 06.08.21 η Εναγόμενη καταχώρησε αίτηση για παροχή ασφάλειας εξόδων. Το ίδιο έπραξε και ο Ενάγοντας στις 04.11.21 με αντίστοιχη δική του αίτηση. Αμφότερες αιτήσεις βάδισαν την οδό της ακρόασης αφού πρώτα σ' αυτές καταχωρίστηκαν ενστάσεις. Στις 22.09.22 η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 31.10.
  2. Εκείνη την ημέρα ο Ενάγοντας ζήτησε αναβολή επειδή ένα μήνα προηγουμένως και λίγες ημέρες μετά τον ορισμό της υπόθεσης σε ακρόαση (30.09.22) είχε καταχωρήσει αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Την ίδια ημέρα καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 27.01.23, η οποία όμως αναβλήθηκε ένεκα της εκκρεμούσας για εκδίκαση αίτησης του Ενάγοντα ημερ. 30.09.
  3. Είναι γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση δεν καταχωρίστηκε στο στάδιο που υποδεικνύει η νομολογία. Κλήση για οδηγίες /μνεία (summons for directions) δεν φαίνεται να υπήρξε. Ωστόσο και να καταχωρείτο η υπό κρίση αίτηση στο στάδιο εκείνο δεν θα μπορούσε να είχε εκδικαστεί στο επιθυμητό χρόνο επειδή εκκρεμούσαν άλλες προγενέστερες αιτήσεις αμφοτέρων διαδίκων. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι καταχωρίστηκε πριν την έναρξη της ακρόασης και δεν ευθύνεται για τις αναβολές που είχαν δοθεί για την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Αυτός που κυρίως ευθύνεται είναι ο Ενάγοντας λόγω των αιτήσεων που καταχωρούσε πριν από τις ημερομηνίες ορισμού της, για την εξέταση των οποίων υπέβαλε σχετικά αιτήματα αναβολής. Με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν και έχουν περιγραφεί πιο πάνω, γίνεται αντιληπτό ότι εδώ ο σκοπός της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης στο στάδιο που επισημαίνει η νομολογία δεν θα μπορούσε να είχε εξυπηρετηθεί εξαιτίας των πολλαπλών νομικών διαδικασιών που αμφότερα διάδικοι λάμβαναν. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι ο χρόνος που παρήλθε για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δικαιολογείται με βάση τα γεγονότα που έχουν με χρονολογική σειρά εκτεθεί προηγουμένως. Κατά την ταπεινή μου γνώμη η παρούσα περίπτωση δεν είναι από αυτές όπου υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της. Ο δε Ενάγοντας που ισχυρίζεται απόρριψη της αίτησης λόγω καθυστέρησης, ευθύνεται και αυτός για την απόρροια του χρόνου όπως και για αναβολές ακρόασης της υπόθεσης προκειμένου να εκδικαστούν δικές του αιτήσεις που είχε καταχωρίσει και επιθυμούσε να προωθήσει πριν την έναρξη της ακρόασης. Θα έλεγα ακόμη ότι η πάροδος του χρόνου που άπτεται της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης δεν επηρέασε την ουσία της υπόθεσης. Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν έχω πειστεί ότι η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές όπου η πάροδος του χρόνου πρέπει να επενεργήσει ως προϋπόθεση για την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Κατά συνέπεια καταλήγω ότι δεν έχουν θεμελιωθεί οι λόγοι αυτοί ένστασης, οι οποίοι απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Σε ότι αφορά τα δικόγραφα της υπόθεσης, αυτά είναι πολυσέλιδα. Η αγωγή περιλαμβάνει απαίτηση και ανταπαίτηση. Μέσα από προσεκτική μελέτη τους διαπιστώνεται ότι η αγωγή ουσιαστικά επικεντρώνεται σε δύο επίδικα ζητήματα. Σε σχέση με τα θέματα αυτά που αμφισβητούνται, οι διάδικοι προβάλλουν τη δική τους εκδοχή. Η εκδοχή του Ενάγοντα είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την εκδοχή της Εναγομένης. Προς τούτο τα μέρη δικογραφούν εντελώς διαφορετικές αναφορές. Πρώτο επίμαχο ζήτημα είναι το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου που αγοράστηκε στην επαρχία Πάφου. Δεύτερο επίδικο θέμα είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Εναγόμενη και ποιο τυχόν το ύψος του (αν είναι αυτό που δικογραφικά αξιώνεται ή κάποιο άλλο) ή εάν η Εναγόμενη είναι αυτή που οφείλει χρήματα στον Ενάγοντα και πιο το ύψος τους (αν είναι αυτό που δικογραφικά αξιώνει ή κάποιο άλλο). Στη βάση αυτών απαιτούνται και ανταπαιτούνται, αναλόγως, από τους διαδίκους αντίστοιχες αξιώσεις και θεραπείες. Στην σκέψη του Δικαστηρίου βέβαια παραμένει το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης που είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας στερείται ή όχι αγώγιμου δικαιώματος να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και να την προωθεί εναντίον της Εναγομένης για τους λόγους που επικαλέστηκε η Εναγόμενη (Αιτήτρια). Οι λόγοι αυτοί συνδέονται ευθέως με τα προαναφερόμενα δύο ζητήματα. Αμφότεροι διάδικοι συμφωνούν ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο αγοράστηκε ακίνητο στην επαρχία Πάφου. Ωστόσο οι εκδοχές που προβάλλουν είναι επί της ουσίας τους εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους. Σύμφωνα με την δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, η Εναγόμενη, κινεζικής καταγωγής, υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του ακινήτου (§8 της έκθεσης απαίτησης) έτσι ώστε να αποκτήσει μόνιμη άδεια παραμονής στην Κύπρο μέσω αυτής της επένδυσης (§7 έκθεσης απαίτησης). Γι' αυτό, όπως ο ίδιος σημειώνει, αποδέχτηκε να εγγραφεί η ιδιοκτησία του εν λόγω ακινήτου στο όνομα της Εναγομένης. Την ίδια στιγμή ο Ενάγοντας επικαλείται συμφωνία μεταξύ του ιδίου προσωπικά και της Εναγομένης με βάση την οποίαν ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι πραγματικός ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος ιδιοκτήτης της οικίας θα ήταν ο ίδιος και όχι η Εναγόμενη και ότι η Εναγόμενη θα ενεργούσε απλά ως κατ' εμπιστευματοδόχος («trustee») για τον Ενάγοντα επωφελούμενη ταυτόχρονα από αυτή την κατ' ισχυρισμό ρύθμιση. Είναι πάνω σ' αυτήν την επικαλούμενη συμφωνημένη βάση που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αποδέχτηκε το ρόλο της Εναγομένης. Όπως περαιτέρω ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, η επικαλούμενη δικογραφημένη συμφωνία δεν τηρήθηκε εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης λόγω κατ' ισχυρισμό δόλου και ψευδών παραστάσεων από μέρους της, για τις οποίες παρέχονται λεπτομέρειες (§7 και §13(β) έκθεσης απαίτησης). Σε ότι αφορά την καταβολή του τιμήματος αγοράς, είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα προήλθαν από συγκεκριμένη εταιρεία που κατονομάζει, η οποία χρηματοδοτείται από δικά του κεφάλαια υποδεικνύοντας ευθέως ότι ο ίδιος είναι ο ιδιοκτήτης και τελικός δικαιούχος της (§9 και §13(β) της έκθεσης απαίτησης, §2, §3 και §18 απάντησης και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση). Η Εναγόμενη διαφωνεί κατηγορηματικά με την εν λόγω δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα στην ολότητα της. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας γνώριζε πως τα χρήματα για την αγορά οικίας στην Πάφο θα προέρχονταν αποκλειστικά από την ίδια αφού ήταν η μόνη που διέθετε χρηματικά κεφάλαια και οικονομικούς πόρους για ένα τέτοιο εγχείρημα. Προς υλοποίηση του σκοπού της αγοράς η ίδια υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του ακινήτου και πλήρωσε το τίμημα αγοράς από τον κυπριακό τραπεζικό λογαριασμό της (§15 υπεράσπισης & ανταπαίτησης) με τα χρήματα της αγοράς του ακινήτου να προέρχονται αποκλειστικά από αυτήν και συγκεκριμένα η πληρωμή του τιμήματος αγοράς να είχε γίνει από προσωπικό της κυπριακό τραπεζικό λογαριασμό (§14 σελίδα 13 και §16 σελίδα 18 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Θα έλεγα ότι σε τελευταία ανάλυση δεν έχει σημασία ποιος τελικά πλήρωσε το τίμημα αγοράς ή από πού προήλθαν τα χρήματα για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Αυτό όμως που θεωρώ ότι έχει καταλυτική σημασία είναι η εξακρίβωση αν ευσταθεί η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα περί συνομολόγησης συμφωνίας με την Εναγόμενη, ως αυτή έχει αναφερθεί προηγουμένως και κατά πόσο αυτή παραβιάστηκε για τους λόγους που επικαλέστηκε ο Ενάγοντας. Οι εκ διαμέτρου αντίθετες δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων στο ζήτημα αυτό σε συνδυασμό με την απουσία κατάλληλου συμφωνημένου πραγματικού υποβάθρου και με την δικογραφημένη εικόνα των γεγονότων στο ζήτημα αυτό να είναι ασαφή, καθιστούν δυνατή εξέταση του εν λόγω θέματος αυτού στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Το Δικαστήριο θα διαμορφώσει την κρίση του μέσα από τα συμπεράσματα και τις διαπιστώσεις στα οποία θα προβεί στη βάση των ευρημάτων που θα καταλήξει κατόπιν αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και στη βάση νομικών επιχειρημάτων που θα προβληθούν. Το δεύτερο επίδικο θέμα σχετίζεται με την δεύτερη προδικαστική ένσταση της Εναγομένης. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν έλαβε σχετική εξουσιοδότηση από την εταιρεία Natural Pattern Properties Limited για να την αντιπροσωπεύσει στην παρούσα αγωγή υπό την προσωπική του ιδιότητα. Εδώ ο Ενάγοντας υπό την προσωπική του ιδιότητα αξιώνει από την Εναγόμενη να του επιστρέψει συγκεκριμένο ποσό που δόλια και με ψευδείς παραστάσεις είχε μεταφερθεί στο κυπριακό τραπεζικό λογαριασμό της από το λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας (§9 και §13(γ) έκθεσης απαίτησης). Επίσης ζητά την έκδοση διαταγμάτων που να καθορίζουν ότι αυτά τα χρήματα που βρίσκονται στο λογαριασμό της Εναγομένης του ανήκουν. Μπροστά στη δικογραφημένη θέση της Εναγομένης ότι στερείται έννομου συμφέροντος και κατ' επέκταση αγώγιμου δικαιώματος να καταχωρήσει και να προωθεί ο ίδιος την παρούσα αγωγή υπό την προσωπική του ιδιότητα χωρίς εξουσιοδότηση της εν λόγω εταιρείας, αντίς η εταιρεία που φαίνεται να είναι ο άμεσα ενδιαφερόμενος, ο Ενάγοντας προέβαλε το επιχείρημα ότι δικαιούται να το πράξει χωρίς οποιαδήποτε άδεια επειδή είναι ο ιδιοκτήτης και ο τελικός δικαιούχος της (§2 απάντησης & υπεράσπισης στην ανταπαίτηση). Προς περαιτέρω στήριξη της θέσης του ο Ενάγοντας αναφέρει ότι δεν θα μπορούσε η αγωγή να είχε εγερθεί από την εν λόγω εταιρεία επειδή το 49% των μετοχών της μεταβιβάστηκε δόλια και παράνομα στην αδελφή της Εναγομένης με αποτέλεσμα να παραμείνει στον ίδιο το υπόλοιπο 51% των μετοχών της (§2 της απάντησης & υπεράσπισης στην ανταπαίτηση). Να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη συμφωνεί ότι τα χρήματα που ζητείται η επιστροφή τους μεταφέρθηκαν από τον λογαριασμό της συγκεκριμένης εταιρείας στον δικό της κυπριακό τραπεζικό λογαριασμό (§16 σελίδα 15 υπεράσπισης & ανταπαίτησης). Επίσης συμφωνεί με τη δομή των μετόχων της εταιρείας και την κατανομή των μετοχών σε κάθε ένα από αυτούς, όπως αυτή αναφέρθηκε από τον Ενάγοντα. Διαφωνεί βέβαια για τους λόγους που έχουν γίνει αλλά αυτό είναι επιμέρους θέμα που δεν χρειάζεται να εξεταστεί στο στάδιο αυτό. Με κάθε σεβασμό στον Ενάγοντα τα πιο πάνω επιχειρήματα του δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Με βάση το δίκαιο των εταιρειών (εταιρικό δίκαιο), η εταιρεία αποτελεί αυτοτελή νομική οντότητα, ανεξάρτητη από τους μετόχους και διευθυντές της (Salomon v. Salomon
(1897)A.C. 22, Καλησπέρα v. Δρυάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Όπως επίσης λέχθηκε στην Σολωμού v. Εταιρείας Vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1Α Α.Α.Δ. 300 η νομική ύπαρξη μίας εταιρείας σηματοδοτείται με την έκδοση πιστοποιητικού σύστασης της (άρθρο 17
(1)Κεφ.113). Αυτό σημαίνει ότι η εταιρεία ως ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο που είναι, ανάμεσα σ' άλλα, δύναται να ενάγει και να ενάγεται. Μπορεί να συνάπτει συμφωνίες ως συμβαλλόμενο μέρος, να αγοράζει ακίνητη περιουσία, να δημιουργεί κινητή περιουσία, να ανοίγει εξ' ονόματι της δικούς της τραπεζικούς λογαριασμούς και να τους λειτουργεί στα πλαίσια διεξαγωγής των καθημερινών επαγγελματικών της δραστηριοτήτων, να προβαίνει σε συναλλαγές, κ.λ.π. Το ίδιο ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση, η οποία φαίνεται να είναι εξαιρετικά απλή και καθαρή με τα δικογραφημένα γεγονότα που περιβάλλουν την ουσία της να είναι διασαφηνισμένα και να μην τελούν υπό αμφισβήτηση. Ειδικότερα η συγκεκριμένη εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή και αυτοτελής νομική οντότητα. Είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί και λειτουργεί. Η νόμιμη σύσταση και λειτουργία της εν λόγω νομικής οντότητας δεν αποτελούν μέσα από τα δικόγραφα αντικείμενα εκκρεμοδικίας των διαδίκων. Είναι άνευ σημασίας αν ο Ενάγοντας είναι διευθυντής της. Είναι επίσης άνευ σημασίας το γεγονός ότι ο Ενάγοντας κατέχει το 51% των μετοχών της και το υπόλοιπο 49& κατέχεται από την αδελφή της Εναγομένης. Μάλιστα ενδεχομένως το δεδομένο αυτό να διευκολύνει την νομική εκπροσώπηση της εταιρείας προβαίνοντας στα δέοντα διαβήματα. Αυτό βέβαια που έχει σημασία είναι ότι τα χρήματα που διεκδικούνται βρίσκονταν στον λογαριασμό της εταιρείας. Όπως ήδη λέχθηκε και αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, είχαν μεταφερθεί από το λογαριασμό της εταιρείας στον κυπριακό τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης. Επομένως αν κάποιος δύναται νομικά να τα αξιώσει από την Εναγόμενη, αυτή είναι η εταιρεία. Επομένως ορθά η Εναγόμενη παραπονιέται ότι ο Ενάγοντας δεν έχει έννομο συμφέρον και κατ' επέκταση αγώγιμο δικαίωμα να διεκδικήσει τα χρήματα που ισχυρίζεται ότι οφείλονται και ανήκαν σε λογαριασμό της εταιρείας εγείροντας και προωθώντας την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης. Στη βάση του πιο πάνω σχολιασμού, έχουν εξεταστεί οι δύο προδικαστικές ενστάσεις της Εναγομένης υπό το φως των λόγων ένστασης αρ. 5, 6 και 7 που τις αφορούν σε συνάρτηση με τα δύο επίδικα θέματα της αγωγής που έχουν εκτεθεί προηγουμένως και με τα οποία σχετίζονται. Ο λόγος ένστασης αρ. 8 αφορά την τρίτη προδικαστική ένσταση, η οποία έχει εγκαταλειφθεί με δήλωση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης στο στάδιο των αγορεύσεων καθώς επίσης σημειώνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση (§4 σελίδα 2). Ως εκ τούτου, δεν έχει πλέον κανένα έρεισμα για να χρήζει εξέτασης. Με τον λόγο ένστασης αρ. 1 ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αδικαιολόγητη, δεν στηρίζεται στους Θεσμούς και στις αρχές της νομολογίας. Ο λόγος αυτός ένστασης περιλαμβάνει δύο πτυχές. Πρώτη πτυχή είναι ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη. Με κάθε σεβασμό στον Ενάγοντα η εν λόγω τοποθέτηση του συνιστά συμπέρασμα και όχι λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό του λόγου ένστασης δεν έχει έρεισμα. Δεύτερη πτυχή είναι ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση αίτηση δεν στηρίζεται στους Θεσμούς και στις αρχές νομολογίας. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που παρέμεινε αόριστος και ασαφής. Ουδεμία συγκεκριμένη εξήγηση δίδεται που να υποστηρίζει τον εν λόγω ισχυρισμό του Ενάγοντα, ο οποίος παρέμεινε να αιωρείται χωρίς τεκμηρίωση. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, ο Ενάγοντας δεν έχει δίκαιο να παραπονιέται. Στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η Δ.27 Θ.1-3, η Δ.48 και οι νομολογιακές αρχές δικαίου. Αυτό καθιστά τον λόγο αυτό ένστασης έκθετο σε απόρριψη στην ολότητα του. Μέσα από τον λόγο ένστασης αρ. 2 ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική επειδή γίνεται με σκοπό την παρέλκυση της διαδικασίας καθώς επίσης τυχόν έγκριση της θα του προκαλέσει βλάβη. Δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση του Ενάγοντα. Δεν έχω διαπιστώσει τέτοια πρόθεση που αποδίδει στην Εναγόμενη. Η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στο χρονικό σημείο που επιλέγηκε δεν την καθιστά αυτόματα κακόπιστη και/ή καταχρηστική. Πέραν του χρόνου κανένα άλλο στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δικαιολογεί την θέση αυτή του Ενάγοντα. Αντίθετα θα έλεγα ότι η δικαίωση της Εναγομένης στο θέμα της απουσίας έννομου συμφέροντος και κατ' επέκταση αγώγιμου δικαιώματος από τον Ενάγοντα εναντίον της Εναγομένης για ζητήματα που αφορούν την εταιρεία Natural Pattern Properties Limited αφήνουν εκτεθειμένο τον εν λόγω ισχυρισμό σε απόρριψη ως αβάσιμο στην ολότητα του. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης αρ. 9 είναι η θέση του Ενάγοντα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων με τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη που συνοδεύει την παρούσα αίτηση να μην συνηγορούν υπέρ της έκδοσης τους. Με κάθε σεβασμό στον Ενάγοντα πρόκειται για υποκειμενικά συμπεράσματα του με τα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασχοληθεί επειδή δεν θα εξυπηρετήσουν σε οτιδήποτε. Η υπό κρίση αίτηση έχει αυτόματα τεθεί υπό το μικροσκόπιο εξέτασης της από το Δικαστήριο στη βάση των παραμέτρων και δεδομένων που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν χρήζει εξέτασης. Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ισχύουν ακριβώς για τον λόγο ένστασης αρ. 10. Δεν χρειάζεται οποιοσδήποτε περαιτέρω σχολιασμός. Για τον ίδιο λόγο ως πιο πάνω δεν χρήζει εξέτασης. Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς (προδικαστική ένσταση αρ. 2). Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διαγράφονται οι αξιώσεις και/ή αιτούμενες θεραπείες του Ενάγοντα υπό τα σημεία (Ζ), (Η) και (ΙΑ) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους, μειωμένα όμως επειδή η αίτηση πέτυχε μερικώς. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή μειωμένα κατά το ½ και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης - Αιτήτριας και εναντίον του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.