ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ (Σ.Α.ΠΑ.), Αγωγή αρ. 1189/2023, 2/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1189/2023 I-JUSTICE ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ Ενάγων ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ (Σ.Α.ΠΑ.) Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 29.09.2023 για ενδιάμεση θεραπεία Ημερομηνία: 02.10.2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: Μ. Καραγιαννίδου (κα), Β. Καραγιαννίδης, Ε. Πόγιαννου (κα) για Ιωάννης Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Την 29.09.2023, καταχωρίστηκε από τον Δήμο Γεροσκήπου («ο Ενάγων») έντυπο απαίτησης δυνάμει του Κ.7 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), ως επείγουσα διαδικασία[1]. Η απαίτηση αφορά την «ενδεχόμενη και/ή επικείμενη» παράνομη επέμβαση από τους Εναγόμενους στον δημόσιο δρόμο που βρίσκεται στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ', που εφάπτεται του ιδιωτικού τεμαχίου, στα δημοτικά όρια του Ενάγοντος. Αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι το Σ.Α.ΠΑ. («ο Εναγόμενος») δεν έχει δικαίωμα επέμβασης σε αυτό τον δημόσιο δρόμο χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Ενάγοντος και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο να εισέρχεται και να παρεμβαίνει ή να εκτελέσει εργασίες και εκσκαφές στον προαναφερόμενο δημόσιο δρόμο χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Ενάγοντος. Ζητά και γενικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις και ειδικές αποζημιώσεις. Η αξία της απαίτησής του είναι άνω των €10.000,
- Στην έκθεση απαίτησης που περιέχεται στο έντυπο απαίτησης, εκτίθενται τα εξής γεγονότα: Την 23.12.2022, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στο πλαίσιο της αγωγής 823/2014, μεταξύ τρίτου προσώπου ως ενάγοντος (Δ.Φ.) και του Εναγόμενου, εξέδωσε, μεταξύ άλλων, διατάγματα που προστάζουν τον Εναγόμενο, εντός ορισμένης προθεσμίας, να άρει παράνομη επέμβαση στο ιδιωτικό τεμάχιο του ενάγοντος στην αγωγή εκείνη, δια της απομάκρυνσης του αγωγού που διασχίζει το ιδιωτικό τεμάχιο καθώς και της ένωσης του οχετού με τον κύριο δρόμο και να επαναφέρει το ιδιωτικό τεμάχιο στην πρότερη κατάστασή του. Οι εργασίες εκείνες προϋποθέτουν την επέμβαση στον προαναφερόμενο δημόσιο δρόμο, που αποτελεί κεντρική αρτηρία, με κίνδυνο, όπως αναφέρεται, την παρακώλυση της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, αλλά και τη δημιουργία ενδεχομένου πλημμύρας κατά την περίοδο βροχών από την παροχέτευση των όμβριων υδάτων. Πέραν αυτού του κινδύνου, το τμήμα του οχετού που ο Εναγόμενος προτίθεται να αφαιρέσει, προκειμένου να συμμορφωθεί με τα δικαστικά διατάγματα, βρίσκεται σε ζώνη ρυμοτομίας, που ο ιδιώτης Δ.Φ. έπρεπε να παραχωρήσει έκτοτε. Το τεμάχιο, κατά την κατασκευή του οχετού, επηρεάζονταν από απαλλοτρίωση και επίταξη που δημοσιεύθηκε το
- Η απαλλοτρίωση ανακλήθηκε το 2012 και νέα απαλλοτρίωση είναι στη διαδικασία υλοποίησης. Την 12.01.2023, ο Εναγόμενος ενημέρωσε τον Ενάγοντα πως θα πρέπει να συμμορφωθεί με τα δικαστικά διατάγματα, οπότε τον κάλεσε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες και να λάβει να μέτρα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του και να παράσχει συνδρομή ώστε να διευκολυνθεί η διοχέτευση των όμβριων υδάτων σε παρακείμενο αργάκι, λόγω της ύπαρξης του οποίου η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου είχε στο παρελθόν αρνηθεί την παροχή άδειας για διέλευση από τα ακίνητα του ιδιώτη Δ.Φ.. Ο Ενάγων εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τη σκοπούμενη εκτέλεση των εργασιών και ενημέρωσε προφορικά τον Εναγόμενο πως δεν συγκατατίθεται στις εργασίες που ήθελε να εκτελέσει. Την 14.09.2023, έγινε συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων του Ενάγοντος και του Εναγόμενου, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν επίσης πως ο Ενάγων δεν επιθυμούσε επέμβαση στον δημόσιο δρόμο για την εκτέλεση των εργασιών που διατάχθηκε να εκτελέσει ο Εναγόμενος. Αποτελεί γεγονός, κατά τον Ενάγοντα, πως ο οχετός, έκτασης 9 τ.μ., που διασχίζει το ιδιωτικό τεμάχιο, επεκτείνεται στον δημόσιο δρόμο, και τυχόν επέμβαση στον δημόσιο δρόμο για την απομάκρυνσή του δεν επιτρέπεται αλλά θέτει και σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια. Με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 20.09.2023, ο Ενάγων εξέφρασε εκ νέου πως ενδεχόμενη επέμβαση στον δημόσιο δρόμο, εκτός από αναστάτωση και ταλαιπωρία, θα δημιουργήσει τεράστιους κινδύνους ατυχημάτων, ασφάλειας της κυκλοφορίας και φαινόμενα πλημμύρας ενόψει της αναμενόμενης εποχιακής βροχόπτωσης. Ενημέρωναν επίσης για τη ρυμοτομία και την απαλλοτρίωση. Ταυτόχρονα, ο Ενάγων ζήτησε γραπτή επιβεβαίωση από τον Εναγόμενο πως δεν θα προχωρήσει στην καταστροφή του οχετού στο σημείο. Η μη ανταπόκριση του Εναγόμενου, με οποιονδήποτε τρόπο, δημιούργησε την ανησυχία στον Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος θα επέμβει χωρίς τη συγκατάθεσή του. Η ανησυχία αυτή ενισχύθηκε από το γεγονός ότι την 19.09.2023 ο Εναγόμενος είχε υποβάλει αίτηση στον Επαρχιακό Μηχανικό Δημοσίων Έργων Πάφου για έγκριση διεξαγωγής εργασιών, ήτοι την κατεδάφιση του υφιστάμενου αγωγού. Παρά το γεγονός ότι την 21.09.2023 η αίτηση αυτή απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι τυχόν κατεδάφιση του οχετού θα δημιουργήσει πρόβλημα στον δημόσιο δρόμο λόγω όμβριων υδάτων, αυτή η προσπάθεια του Εναγόμενου σε συνάρτηση με την μη ανταπόκρισή του στη διαβεβαίωση ότι δεν θα παρέμβει, κράτησε ζωντανή την ανησυχία του Ενάγοντος. Στο πλαίσιο αυτής της απαίτησής του, υπέβαλε αυθημερόν επείγουσα αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία, ήτοι προσωρινό διάταγμα απαγορευτικό οποιασδήποτε επέμβασης στον δημόσιο χρόνο με εκσκαφή ή σχετικές ενέργειες χωρίς τη συγκατάθεσή του. Με σχετικό αίτημα και άδεια του Δικαστηρίου, η αίτηση ορίστηκε σήμερα για διαδικαστικές οδηγίες (ΑΔΟ)[2]. Η αίτηση υποβλήθηκε χωρίς επίδοση αντιγράφου της αίτησης ή ειδοποίηση στον Εναγόμενο ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, καθώς και στους Κ.3, Κ.23 και Κ.25 ΚΠΔ. Το Δικαστήριο εξέφρασε στους δικηγόρους του Ενάγοντος τον προβληματισμό του σχετικά με το κατά πόσον υφίσταται κατεπείγον στη διαδικασία, με βάση όσα εκτέθηκαν, ζητώντας τους να τοποθετηθούν σχετικά με συγκεκριμένα ζητήματα, όπως θα εξηγηθούν και στη συνέχεια. Οι συνήγοροι του Ενάγοντος, αγορεύοντας, αναφέρθηκαν αρχικά στην ανάγκη το Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στον Εναγόμενο, και έπειτα, βάσει αυτής, να εκδώσει και το αιτούμενο διάταγμα, βασικά επαναλαμβάνοντας όσα αναφέρονται και στην έγγραφη μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση. Υπάρχει, όπως ανέφεραν, ο άμεσος κίνδυνος ο Εναγόμενος να μεταβεί στον δρόμο και να ξεκινήσει τις εργασίες γιατί πρέπει να συμμορφωθεί με τα δικαστικά διατάγματα, προς αποφυγή υπόθεσης παρακοής εναντίον του. Εάν συμβεί αυτό το γεγονός, όπως εξέθεσαν, που θα πρέπει να αποκλειστεί με οποιονδήποτε τρόπο, τότε οποιαδήποτε απόφαση στην αγωγή, δεν θα έχει τη σημασία της θεραπείας που ζητείται δι' αυτής. Παρεμβάλλεται πως χρησιμοποιήθηκε από τον Ενάγοντα καί το Έντυπο 34 καί ένα ξεχωριστό έγγραφο αίτησης σύμφωνα με τους προϋφιστάμενους διαδικαστικούς κανονισμούς. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται δια του σχετικού εντύπου κατάλληλα συμπληρωμένου στα πεδία που περιέχει. Για την υποβολή αιτήσεων για ενδιάμεση θεραπεία με βάση τον Κ.25, επί του παρόντος χρησιμοποιείται το Έντυπο 34, όπως γενικά για αιτήσεις με βάση τον Κ.23 ΚΠΔ. Στο πεδίο του Εντύπου 34 για αναφορά των λόγων που η αίτηση γίνεται χωρίς ειδοποίηση, δεν εξειδικεύτηκαν από τον Ενάγοντα οι λόγοι, ως θα έπρεπε, αναγράφθηκε μόνον «αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος». Εν πάση περιπτώσει, στη μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση, παρατίθενται λόγοι για τους οποίους δεν δίδεται ειδοποίηση στον Εναγόμενο, σύμφωνα με τον Κ.25.3
(3)ΚΠΔ, που εστιάζουν στη θέση του Ενάγοντος ότι το ζήτημα είναι «κατεπείγον». Από το σύνολο της μαρτυρίας, αν και όχι σε διακριτό πεδίο, προκύπτουν και αναφορές που σχετίζονται και με την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης, που υπάρχει κατά τη θέση του Ενάγοντος. Προέχει η εξέταση των λόγων αυτών, οι οποίοι επιδρούν δικαιοδοτικά, και μπορούν να εξεταστούν, υπό τις περιστάσεις. Τυχόν κατάληξη πως δεν συντρέχει κατεπείγων λόγος έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, καθιστά αδύνατη την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντος που εστιάζει στο «κατεπείγον» περιλαμβάνει την αναφορά στην πεποίθηση ότι ο Εναγόμενος θα παρέμβει στον δημόσιο δρόμο για να εκτελέσει εργασίες, παρά την απόρριψη της σχετικής αίτησής του την 21.09.2023, στην προσπάθειά του να συμμορφωθεί με τα δικαστικά διατάγματα, σε συνάρτηση με τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την καταστροφή του οχετού στο συγκεκριμένο σημείο, αλλά και τις ενδείξεις κακοπιστίας που εξέλαβε ο Ενάγων από πλευράς του Εναγόμενου, λόγω της μη απάντησής του και της φαινόμενης προσπάθειας παράκαμψης του Ενάγοντος, από την προ ημερών αίτησή του που απορρίφθηκε την 21.09.
- Επίσης, ο Ενάγων προβάλλει την ιδιαιτερότητα της ανάγκης να εμποδιστεί ενέργεια που, κατά τη θέση του Ενάγοντος, είναι «παράνομη», αλλά αναφορικά με την οποία ο Εναγόμενος υποχρεούται με βάση τα δικαστικά διατάγματα που εκδόθηκαν υπέρ του ιδιώτη στην άλλη αγωγή. Επίσης, στη σημαντικότητα της άμεσης διασφάλισης από τους δημόσιους κινδύνους τέτοιας παρέμβασης, χωρίς να επιτραπεί οποιοδήποτε περιθώριο διακινδύνευσης. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 6, που περιλαμβάνεται στη μαρτυρία του Ενάγοντος, το Τμήμα Τροχαίας Πάφου έδωσε τη συγκατάθεσή του, νοουμένου ότι η διαχείριση της τροχαίας κίνησης και η τήρηση των μέτρων ασφαλείας θα γίνει από τον εργολάβο/αιτητή, με δική του ευθύνη, και θα εφαρμοστεί από τον ίδιο το σχέδιο προσωρινής σήμανσης. Οι παρατηρήσεις του Επαρχιακού Μηχανικού ήταν αρκετές και περιλάμβαναν τη λήψη συγκατάθεσης από την τοπική αρχή. Η απόρριψη του αιτήματος αναφέρονταν στην επανεξέταση μετά την ολοκλήρωση μελέτης για κατασκευή του οχετού σε άλλη θέση, που δεν προσδιορίζεται χρονικά ή αναφορικά με την οποία δεν δίδονται επιπλέον λεπτομέρειες. Είναι πάγια αρχή πως κάθε δικαστική διαδικασία διεξάγεται στην παρουσία όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να επιτραπεί απόκλιση από τον κανόνα αυτό. Το κατεπείγον για την παροχή της ενδιάμεσης θεραπείας ή η ιδιαιτερότητα της περίστασης συνιστούν δικαιοδοτικό όρο και μόνον εάν υπάρχει κατάλληλη στοιχειοθέτηση μπορεί να συγχωρεθεί η απόκλιση από τον κανόνα πως «ουδείς δικάζεται ανήκουστος»[3]. Η στοιχειοθέτηση, αφορώσα σε μια εξαιρετική εφαρμογή, θα πρέπει να απαντά σε συγκεκριμένα, απτά στοιχεία, που εύλογα και άμεσα να μπορούν να οδηγήσουν κάποιον παρατηρητή των γεγονότων στο συμπέρασμα ότι θα ήταν αδύνατον να δοθεί κανονική ή και ανεπίσημη ειδοποίηση της αίτησης στην άλλη πλευρά. Οι λόγοι δεν θα πρέπει να απαντούν μόνον στην εξαιρετικά επείγουσα φύση της αιτούμενης θεραπείας, αλλά, όπου υπάρχει κάποιο χρονικό περιθώριο, και στην συναρτώμενη με την απουσία οποιασδήποτε (έστω ανεπίσημης) ειδοποίησης ανάγκη να τηρηθεί μυστικότητα στο γεγονός της υποβολής της αίτησης και στην ακρόασή της. Στην προκειμένη περίπτωση, υφίστανται μεν τα δικαστικά διατάγματα στην αγωγή 823/2014 Ε.Δ. Πάφου, που υποχρεώνουν τον Εναγόμενο να συμμορφωθεί με αυτά, και η συμμόρφωση του Εναγόμενου με αυτά τίθεται από τον ίδιο τον Εναγόμενο στην επιστολή του Ιανουαρίου του 2023 ως ζήτημα «επείγον» (ειδάλλως μπορεί να εγερθεί εναντίον του υπόθεση παρακοής διατάγματος από τον ιδιώτη), αλλά, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία (που νοείται πως δεν αξιολογούνται ως σε δίκη ουσίας), δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο Εναγόμενος προτίθεται να «παρανομήσει», και δη με συγκεκριμένο τρόπο, άμεσα. Δεν προέβη σε παρεμβατικές ενέργειες επί του δρόμου ούτε άρχισε κάποιες εργασίες και δεν μαρτυρείται συγκεκριμένα, με απτά στοιχεία, ότι θα αρχίσει άμεσα τέτοιες εργασίες. Ήταν εν γνώσει του Ενάγοντος η ύπαρξη των διαταγμάτων, που ίσως τον επηρεάζουν, από τον Ιανουάριο του 2023, και εξ αυτού προκύπτει πως δεν υπήρχε πάντοτε η ανησυχία του Ενάγοντος περί ενδεχόμενης παρανομίας. Να την ενεργοποίησε απλώς το γεγονός ότι δεν απάντησε ο Εναγόμενος στην εκφρασμένη από τον Ενάγοντα ανάγκη γραπτής διαβεβαίωσης ότι ο Εναγόμενος δεν θα παρανομήσει, από μόνο του, απολήγει σε υπερβολή· δηλαδή το να μην είναι αυτονόητο, χωρίς οτιδήποτε συγκεκριμένο που να μαρτυρεί το αντίθετο, ότι δεν θα παρανομήσει ο Εναγόμενος. Ο κύριος Καραγιαννίδης ανέφερε ότι κάτι ειπώθηκε και προφορικά, η κυρία Πόγιαννου παρέπεμψε το Δικαστήριο σε μεμονωμένη αναφορά στην ένορκη δήλωση, περί προφορικής ενημέρωσης ότι πρέπει να συμμορφωθεί ο Εναγόμενος με τα δικαστικά διατάγματα. Δεν εξειδικεύεται επαρκώς στη μαρτυρία συγκεκριμένη δήλωση, σε χώρο και χρόνο και υπό περιστάσεις, που να δικαιολογεί αντικειμενικά τον κίνδυνο άμεσης παρέμβασης του Εναγόμενου στον δημόσιο δρόμο, και δη κατά τρόπο εκ πρώτης όψεως παράνομο. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν επιβεβαίωσε στον Ενάγοντα γραπτώς πως δεν θα παρέμβει στον δημόσιο δρόμο χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντος και σε συνεννόηση μαζί του, δεν οδηγεί από μόνο του σε αντίθετο συμπέρασμα, ότι θα παρανομήσει, ή σε υπόθεση κακοπιστίας, που να δημιουργεί εύλογη υποψία πως, εάν ο Εναγόμενος ειδοποιηθεί γι' αυτή τη διαδικασία, παραλαμβάνοντας την ειδοποίηση, και γνωρίζοντας το περιεχόμενο της αίτησης και το διάβημα του Ενάγοντος, θα ενεργήσει επί σκοπού· ότι θα προστρέξει να κατεδαφίσει άμεσα και πριν από τη δίκη τον οχετό, παρεμβαίνοντας γι' αυτό και στον δημόσιο δρόμο, ώστε να βλάψει τα συμφέροντα του Ενάγοντος ή και τη δημόσια ασφάλεια. Φαίνεται, από όσα προσκόμισε ο Ενάγων, και όσα πρόσθετα λέχθηκαν κατά την επιχειρηματολογία, ότι, εδώ και αρκετούς μήνες, προσπαθεί, ο Εναγόμενος, να βρει έναν τρόπο συμμόρφωσης με τα δικαστικά διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον του, ως εκδόθηκαν, κατόπιν αντιπαράθεσης και ακρόασης της αγωγής 823/2014 Ε.Δ. Πάφου, τηρώντας παράλληλα τις νόμιμες διαδικασίες. Πέρασαν αρκετοί μήνες από την έκδοση των διαταγμάτων. Έγινε, ως τουλάχιστον υποδεικνύεται, συνάντηση και με τον Ενάγοντα. Ανταλλάχθηκε, ως τουλάχιστον υποδεικνύεται, αλληλογραφία. Έγινε προσπάθεια από τον Εναγόμενο λήψης αναγκαίων εγκρίσεων. Ήδη παρήλθε η προθεσμία που είχε τεθεί στα δικαστικά διατάγματα για συμμόρφωση προ μηνών. Η πρόσφατη πληροφόρηση του Εναγόμενου, μέσω της απόρριψης της αίτησής του την 21.09.2023, πως θα πρέπει να γίνει μελέτη για την κατασκευή του οχετού σε άλλη θέση, επίσης, δεν συνδέεται με άμεσα επαπειλούμενη παρανομία από τον Εναγόμενο. Δεν παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος δεν δέχθηκε την απόρριψη της αίτησής του, αντέδρασε σ' αυτήν, και ότι επίκειται άμεσα παρέμβασή του στον δημόσιο δρόμο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον Ενάγοντα και κατά παράβαση της ειλημμένης απόφασης του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Δεν κατέστη σαφές από τον Ενάγοντα ποιο είναι ακριβώς το υπόβαθρο από το οποίο απορρέει ο φόβος ότι ο Εναγόμενος θα παρανομήσει, αν υπάρχει κάποιο ιστορικό ή κάποια γνωστή έξη, ή εάν απλώς προβάλλεται ως ένα τρομακτικό γεγονός το να αρχίσει εκσκαφή μιας βασικής οδικής αρτηρίας στα δημοτικά όρια του Ενάγοντος από τον Εναγόμενο χωρίς περαιτέρω συνεννόηση ή ακόμα και ενεργή εμπλοκή του Ενάγοντος. Ο Εναγόμενος είναι οργανισμός τη λειτουργία του οποίου διέπει νόμος, ασκεί και ο ίδιος τις εξουσίες του, όπως και ο Ενάγων, προς όφελος του δημοσίου, έχει νομικό σύμβουλο, εποπτεύεται. Ευλόγως τεκμαίρεται πως γνωρίζει τις νομικές υποχρεώσεις του και τη νομοθεσία. Δεν δικαιολογείται ή δεν εκτίθεται ως δικαιολογημένη, χωρίς συγκεκριμένο και ξεκάθαρο έρεισμα, η αντίθετη πεποίθηση του Ενάγοντος, ότι, εάν ο Εναγόμενος λάβει γνώση της αίτησης αυτής, για να ακουστεί, θα ενεργήσει δόλια ή ενάντια σε νομοθεσίες, περιλαμβανομένου του περί Ρύθμισης Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96, τον οποίον επικαλείται με γενικότητα ο Ενάγων, ή και του άρθρου 19 του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου 1/1971, που προνοεί σχετικά με την εκσκαφή δρόμων ή πεζοδρομίων από Συμβούλια Αποχέτευσης, όπως ο Εναγόμενος. Δεν διαφαίνεται από οπουδήποτε πως δεν υπάρχει αντίληψη του Εναγόμενου ως προς το περιεχόμενο των νόμων, ή ότι υπάρχει εκφρασμένη θέση του Εναγόμενου πως η κατεδάφιση του υφιστάμενου οχετού χωρίς να φαίνεται να υπάρχει τεχνική ετοιμότητα ή και ομογνωμία ειδικών δεν είναι επικίνδυνη για τη δημόσια ασφάλεια, γι' αυτό προτίθεται να παρέμβει, ανεξαρτήτως των όποιων συνεπειών. Δεν υπάρχει διασύνδεση της υπόθεσης του Ενάγοντος περί «κατεπείγοντος» με συγκεκριμένη συμπεριφορά ή γεγονότα από πλευράς Εναγόμενου που να δημιουργούν μια ισχυρή ή ισχυρότερη πιθανότητα ο Εναγόμενος να προχωρήσει σε βλαπτική έως καταστροφική επέμβαση στον δημόσιο δρόμο, θέτοντας σε διακινδύνευση τη δημόσια ασφάλεια, υποκινούμενος απλώς από νομιζόμενη απουσία επιλογής ή από τυφλό φόβο έγερσης εναντίον του από τον ιδιώτη διαδικασίας παρακοής των δικαστικών διαταγμάτων, που δεν μπορεί για κάποιον λόγο να υπερασπιστεί. Κατά τη γνώμη μου, μέσα από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον Ενάγοντα δια της μαρτυρίας που συνοδεύει την αίτησή του, και λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουν αναφερθεί, δεν αποδεικνύεται κατεπείγων λόγος, ικανός να επιτρέψει την εξέταση της αίτησης, κατ' εξαίρεση, χωρίς την ειδοποίηση του Εναγόμενου και τυχόν άλλου επηρεαζόμενου προσώπου. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αντί να απορρίψει την αίτηση, να δώσει οδηγίες, εάν θα προωθηθεί για εκδίκαση η αίτηση από τον Ενάγοντα, να δοθεί ειδοποίηση της αίτησης, με επίδοση αντιγράφου της, στον Εναγόμενο και τυχόν άλλα επηρεαζόμενα πρόσωπα[4]. Επηρεαζόμενο πρόσωπο στην προκειμένη περίπτωση, εκτός από τον Εναγόμενο, είναι, με βάση τις αναφορές του Ενάγοντος, και ο ιδιώτης Δ.Φ.. Κατά τον Ενάγοντα, για να αφαιρεθεί ο οχετός από το ιδιωτικό τεμάχιο, που όμως επηρεάζεται και από ρυμοτομία ή και αναφορικά με το οποίο επίκειται νέα απαλλοτρίωση (ισχυρισμούς που θέτει πρόσθετα ο Ενάγων για να βασίσει το αίτημά του για ενδιάμεση θεραπεία), απαιτείται αναγκαστικά παρέμβαση στον δημόσιο δρόμο, την οποία ο Ενάγων θέλει να αποτρέψει, επηρεάζοντας έτσι την εκτέλεση των δικαστικών διαταγμάτων των οποίων επωφελείται ο Δ.Φ.. Επίσης, ένεκα της εμπλοκής στην εκτέλεση της εργασίας για τον οχετό του Τμήματος Δημοσίων Έργων, ειδοποίηση της αίτησης, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να συνεχίσει κατόπιν ειδοποίησης, θα πρέπει να δοθεί και στο Τμήμα Δημοσίων Έργων. Υπήρξε προβληματισμός και συζήτηση για το εάν θα επιτραπεί η συνέχιση της αίτησης αυτής με ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο και τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στο έντυπο απαίτησης του Ενάγοντος, που καταχωρίστηκε ως κατεπείγουσα υπόθεση και χωρίς τήρηση προδικαστηριακών πρωτοκόλλων, με σκοπό την αξίωση ενδιάμεσης θεραπείας, υπάρχει αξίωση αποζημιώσεων αλλά χωρίς έκθεση ζημιάς. Ζητείται αναγνωριστική απόφαση για ζήτημα που δεν προβάλλεται ως αμφισβητούμενο ή διιστάμενο με βάση τον νόμο αναμεταξύ των διαδίκων, με πολύ γενική και αόριστη αναφορά στο Κεφ.96[5]. Ζητείται και απαγορευτικό διάταγμα που βασίζεται ή και προϋποθέτει τέτοια αναγνώριση. Η σκιά που δημιουργήθηκε, σε συνάρτηση και με το διάβημα του Ενάγοντος για τέτοια κατεπείγουσα ενδιάμεση θεραπεία, ως έγινε, είναι πως ίσως να αναζητείται ενός είδους κάλυψη σε τυχόν επιλογή μη συμμόρφωσης του Εναγόμενου με τα δικαστικά διατάγματα που εκδόθηκαν στην αγωγή 823/2014 Ε.Δ. Πάφου, με τα οποία προδήλως υπάρχει διαφωνία και του Ενάγοντος. Από τη δικαστική απόφαση, προκύπτει πως η υπεράσπιση του Εναγόμενου στην αγωγή 823/2014 Ε.Δ. Πάφου βασίστηκε αλλού. Γεγονότα που σχετίζονται με ρυμοτομία ή απαλλοτρίωση δεν είχαν δικογραφηθεί, αν και έγινε προσπάθεια ορισμένα να τεθούν ακροθιγώς δια της αντεξέτασης των μαρτύρων του ιδιώτη. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία προς υποστήριξη κάποιας υπεράσπισης του Εναγόμενου και ουδέποτε είχε τεθεί θέμα επίταξης. Εξ ου και το Δικαστήριο είχε προβεί σε εύρημα πως την κατοχή του ακινήτου και κατά την περίοδο της απαλλοτρίωσης, που τότε έγιναν οι εργασίες τοποθέτησης του οχετού, είχε ο ιδιώτης, που υπέστη παράνομη επέμβαση. Προβάλλεται τώρα όμως εδώ ο ενδεχόμενος επηρεασμός του Ενάγοντος από την έκδοση και την εκτέλεση εκείνων των δικαστικών διαταγμάτων γιατί έχει υπό τον έλεγχό του τον δημόσιο δρόμο που εφάπτεται του ιδιωτικού τεμαχίου, που, με την εκτέλεση των δικαστικών διαταγμάτων, θα επηρεαστεί. Προβάλλεται σε διακριτό πλαίσιο, απλώς επειδή ο Ενάγων δεν ήταν διάδικος στην άλλη αγωγή. Εδώ εκτίθενται ισχυρισμοί περί ρυμοτομίας, απαλλοτρίωσης και επίταξης, για να υποδείξουν υπόβαθρο νομιμότητας της τοποθέτησης του οχετού στο ιδιωτικό τεμάχιο, χωρίς τη δικονομική συμμετοχή του ιδιώτη που πέτυχε τα δικαστικά διατάγματα κατόπιν δίκης. Είναι ορατός ο κίνδυνος πρόκλησης ενός αντίθετου δικαστικού αποτελέσματος με εκείνο της αγωγής 823/2014 Ε.Δ. Πάφου. Τα ζητήματα, εάν υφίσταται ή όχι εύλογη αιτία απαίτησης του Ενάγοντος εναντίον του Εναγόμενου, ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας θα εξεταστούν, εάν και εφόσον χρειαστεί, σε κατοπινό στάδιο, εφόσον δοθεί στον Ενάγοντα η δυνατότητα να αναλογιστεί, εάν τελικά θα προωθήσει την αγωγή του. Πιθανόν, ό,τι χρειάζεται ο Ενάγων, να είναι απλώς να αιτηθεί τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση των δικαστικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν χωρίς την ακρόασή του, αποδεικνύοντας στο Δικαστήριο που τα εξέδωσε τον επηρεασμό του, που προβάλλει εδώ, και τη σχετική ανάγκη. Η επίδοση ειδοποίησης της αίτησης σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα θα μπορούσε να βοηθήσει στον ταχύτερο έλεγχο της όλης διαδικασίας ή και στη συνολική επίλυση του ζητήματος. Έχοντας υπόψη και όσα αναφέρθηκαν από τους δικηγόρους του Ενάγοντος, κατόπιν συζήτησης των προβληματισμών του Δικαστηρίου, θα δοθούν οδηγίες για επίδοση της αίτησης. Δίδονται οδηγίες: Να επιδοθεί ειδοποίηση της αίτησης (Έντυπο 34) μαζί με τη μαρτυρία που τη συνοδεύει και μαζί με προσχέδιο του αιτούμενου διατάγματος στον (α) Εναγόμενο, (β) στον Δ.Φ. και (γ) στο Τμήμα Δημοσίων Έργων. Η επίδοση να γίνει μέχρι και την 04.10.2023 ώρα 12:
- Η αίτηση συνεχίζεται να εξετάζεται ως αίτηση με ειδοποίηση, και ορίζεται εκ νέου για ΑΔΟ την 06.10.2023 ώρα 08:30[6]. Τα έξοδα επιφυλάσσονται[7]. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Κ.3.11
(1)(α) ΚΠΔ. [2] Κ.23.8
(2)ΚΠΔ. [3] Βλ. πρόσφατη σύνοψη στη Βγενόπουλος ν. Marfin Investment Group Holdings S.A., Πολιτική Έφεση Ε141/2014 κ.α., ημερομηνίας 13.09.2023. [4] Κ.23.9
(1)(δ) ΚΠΔ. [5] Εάν δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και η διαφορά εστιάζει στην ερμηνεία νόμου, θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί εναλλακτική διαδικασία. [6] Κ.23.5
(2)ΚΠΔ. [7] Κ.39.5 ΚΠΔ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο