← Κύπρος

Νίκου Ζαχαρία ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή αρ. 196/23, 21/9/2023

Νίκου Ζαχαρία ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή αρ. 196/23, 21/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 196/23 (i-justice) Νίκου Ζαχαρία Ενάγοντας - Αιτητής ν. Δήμου Πάφου Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 07.03.23 δια της οποίας επιδιώκεται η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος που έχει εκδοθεί Ημερομηνία: 21.09.23 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/ Αιτητή: Μούζουρου και Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εναγόμενους /Καθ' ων η αίτηση: κα. Σ. Χατζηνεοφύτου για G. Hadjineophytou & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας καταχωρώντας την 07/03/23 στο πλαίσιο της αγωγής μονομερή αίτηση για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, την ίδια ημέρα πέτυχε την έκδοση του. Έτσι με βάση το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο κατά την πιο πάνω ημερομηνία, οι Εναγόμενοι ή και οι αντιπρόσωποι τους ή και οι υπάλληλοι τους ή και οι υπηρέτες τους, απαγορεύεται από να επεμβαίνουν ή και να απομακρύνουν ή και να κατεδαφίσουν οποιαδήποτε κατασκευή και ή το σκιάδιο και ή τις εξωτερικές πόρτες και ή μέρος του υποστατικού με την ονομασία «XXXXXXX XXXX» που βρίσκεται επί της οδού XXXXXX XXXXXXX αρ. Χ, κατάστημα Χ ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧ ΧΧΧΧ Complex μέχρι τελικής έκδοσης της απόφασης στην Αγωγή ή και μέχρι το Δικαστήριο να διατάξει διαφορετικά. Το ιστορικό με βάση το οποίο ο Ενάγοντας έχει επιτύχει την έκδοση του πιο πάνω αναφερόμενου προσωρινού διατάγματος περιλαμβάνεται στην ένορκη του δήλωση ημερ. 07/03/23 και έχει συνοπτικά ως ακολούθως : Ο Ενάγοντας ενοικιάζει δυνάμει σύμβασης ενοικίασης το κατάστημα με αρ.9 που βρίσκεται στο κτηριακό συγκρότημα ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Complex επί της ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ αρ.Χ στην Κάτω Πάφο, το οποίο δραστηριοποιείται με το εμπόριο και ειδικότερα με την πώληση προϊόντων και ειδών σουβενίρ. Περί το έτος 2008 ο Δήμος Πάφου στα πλαίσια έργου ανάπλασης του παραλιακού μετώπου, έδωσε οδηγίες - υποχρέωσε, τους καταστηματάρχες, μεταξύ των οποίων και τον Ενάγοντα όπως κατασκευάσουν σκιάδια μπροστά από τα καταστήματα τους με δικά τους έξοδα επί τη βάση του σχεδίου που τους είχε παραδοθεί από τους Εναγόμενους. Πράγματι ο Ενάγοντας ανέθεσε σε δικό του επιχειρηματία την κατασκευή του σκιαδίου του καταστήματος του, το οποίο θα κατασκευαζόταν με βάση τα εγκριθέντα σχέδια από τους Εναγόμενους. Απώτερος σκοπός του έργου της κατασκευής των σκιαδίων ήταν η επίτευξη της καλαισθησίας και της ομοιομορφίας στην εν λόγω περιοχή στην οποία επικρατούσε αταξία. Με την πάροδο του χρόνου και πιο συγκεκριμένα περί τον μήνα Νοέμβριο του 2022, ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε ότι υπεγράφησαν από τον Δήμο Πάφου συμβάσεις για την εκ νέου ανάπλαση του παραλιακού μετώπου η οποία στόχευε στην κατεδάφιση των σκιαδίων που είχαν κατασκευαστεί περί το έτος

  1. Επίσης σύμφωνα με τον Ενάγοντα, πέραν του ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε μέσα από τις διάφορες δηλώσεις στις οποίες είχε προβεί ο Δήμαρχος της Πάφου ότι οι προθέσεις των Εναγομένων ήταν να κατεδαφιστούν τα εν λόγω σκιάδια, πληροφορήθηκε περαιτέρω ότι ο Δήμαρχος της Πάφου είχε αναφέρει στον Εργολάβο που ανέλαβε το έργο και στην παρουσία και άλλων καταστηματαρχών, να προχωρήσει με τις πιο πάνω αναφερόμενες μετατροπές / εργασίες, κατά την περίοδο 15/01/23 - 28/01/23 για να μην υπάρχουν αντιδράσεις. Στην συνέχεια και περί την 01/03/23 ο Δήμαρχος Πάφου επισκέφθηκε το παραλιακό μέτωπο και σε συνάντηση που είχε μαζί με τους καταστηματάρχες τους πληροφόρησε ότι θα προχωρήσει με την κατεδάφιση των σκιαδίων και ότι μάλιστα θα αποταθεί στο Δικαστήριο για να εκδώσει και σχετικό διάταγμα. Πρόθεση του Δημάρχου Πάφου σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ήταν η αποκατάσταση των σκιαδίων με άλλες κατασκευές για τις οποίες ο Ενάγοντας ουδέποτε είχε πληροφορηθεί και ούτε του είχε κοινοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση αρμόδιας Αρχής για την κατεδάφιση τους. Την 01/03/23 πράγματι σύμφωνα με τον Ενάγοντα, το συνεργείο του Δήμου Πάφου προχώρησε σε επέμβαση στο υποστατικό του χωρίς την συγκατάθεση του αφαιρώντας παράνομα τόσο την πινακίδα του όσο και φωτισμό. Ο Ενάγοντας ουδέποτε προηγουμένως είχε λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση επιβολής ή οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση συμμόρφωσης. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα τυχόν κατεδάφιση των σκιαδίων του, θα επιφέρουν στον ανεπανόρθωτη ζημιά ενώ τόσο το υποστατικό όσο και τα εμπορεύματα του τα οποία και θα παραμείνουν εκτεθειμένα. Επίσης υποστηρίζει ότι ο ίδιος θα αναγκαστεί να υποβληθεί ξανά σε νέα έξοδα για τα οποία έχει ήδη υποβληθεί. Επίσης ισχυρίζεται ότι αναγκαστικά η επιχείρηση του για κάποιο χρονικό διάστημα θα παύσει να λειτουργεί με αποτέλεσμα να υποστεί περαιτέρω ζημιά. Η πλευρά των Εναγομένων καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και στο προσωρινό διάταγμα, υποδεικνύοντας τους λόγους για τους οποίους οι ίδιοι θεωρούν πως το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρωθεί και συνεπακόλουθα το αίτημα του Ενάγοντα να απορριφθεί. Προς υποστήριξη των λόγω της ένστασης που έχουν καταχωρήσει, ο τεχνικός μηχανικός του Δήμου Πάφου Σωτήρης Σκάρος μέσα από την ένορκο του δήλωση ημερ. 21/04/23 επεξηγεί με λεπτομέρεια τα γεγονότα τα οποία είχαν λάβει χώρα αναφορικά με την κατασκευή των σκιαδίων των καταστημάτων επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος στην Κάτω Πάφο, περί το έτος
  2. Σύμφωνα με τον κ. Σκάρο, η προσπάθεια του Δήμου Πάφου κατά το έτος 2008 είχε ως στόχο, την αποτροπή και την αναχαίτιση της παρανομίας που επικρατούσε στην περιοχή του παραλιακού μετώπου από τις αυθαίρετες κατασκευές που υπήρχαν, και συνακόλουθα την τήρηση της τάξης και της ομοιομορφίας μεταξύ των καταστημάτων. Υποστήριξε μάλιστα ότι ο ισχυρισμός που προβλήθηκε επί της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα ότι οι καταστηματάρχες υποχρεώθηκαν από τον Δήμο Πάφου να κατασκευάσουν τα συγκεκριμένα σκιάδια δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Επειδή λοιπόν το τοπικό σχέδιο που είχε δημοσιευτεί περί το έτος 2003 δεν περιλάμβανε την κατασκευή σκιαδίων στο παραλιακό μέτωπο, περί το έτος 2006 δημοσιεύτηκε τροποποιημένο «Τοπικό Σχέδιο» με το οποίο διδόταν η δυνατότητα στέγασης μπροστά από τα καταστήματα με ομοιογενή σκιάδια. Εντός του συγκεκριμένου σχεδίου περιλαμβάνετε και το υποστατικό του Ενάγοντα. Το συγκεκριμένο σχέδιο σύμφωνα με τον πιο πάνω τεχνικό, δεν ήταν αρεστό από τους καταστηματάρχες, καθότι σε αυτό δεν προνοείτο οποιοσδήποτε κλειστός χώρος ο οποίος να αποτελεί προέκταση του καταστήματος τους. Έτσι υπήρξε σωρεία κινητοποιήσεων και αντιδράσεων με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να ετοιμάσουν για τον κάθε ενδιαφερόμενο καταστηματάρχη, σχέδιο με προδιαγραφές και προτεινόμενο κόστος για την κατασκευή σκιαδίου. Τονίζεται ότι για την κατασκευή του σκιαδίου από τον Δήμο Πάφου δεν προηγήθηκε η αίτηση για εξασφάλιση Πολεοδομικής Άδειας από έκαστο καταστηματάρχη και έτσι σύμφωνα με τον τεχνικό, οι εν λόγω κατασκευές που κατασκευάστηκαν στα καταστήματα κατά το έτος 2008, είναι παράνομες. Σημειώνεται ότι για αυτόν ακριβώς τον λόγο από το 2011 το «Τοπικό Σχέδιο» δεν προνοεί σκιάδια στα καταστήματα καθότι πρόκειται για ουσιαστικά κλειστές οικοδομές ενοποιημένες με τον κλειστό χώρο των καταστημάτων και προέκταση εντός του δημόσιου πεζοδρομίου που αποτελεί μέρος του δημόσιου δρόμου. Προς υποστήριξη των λόγων ένστασης που έχουν καταχωρήσει οι Εναγόμενοι επισύναψαν σειρά από έγγραφα και φωτογραφίες με σκοπό να καταδειχθεί η παρανομία που επικρατεί στην περιοχή από την προέκταση του σκιαδίου του Ενάγοντα που έχει αναγερθεί. Αποτελεί μάλιστα θέση των Εναγομένων ότι, ο Ενάγοντας, δεν έχει οποιοδήποτε αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης έμπροσθεν του υποστατικού του. Περαιτέρω και σε σχέση με το υποστατικό του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι, η διαχειριστική επιτροπή του κτηριακού συγκροτήματος PAFINIA καταχώρησε περί το 2019 αγωγή στο Δικαστήριο εναντίον τόσο του ίδιου του Ενάγοντα, όσο και κατά του Δήμου Πάφου υποστηρίζοντας στην αγωγή τους τον ισχυρισμό ότι κατασκευάστηκε παράνομα μπροστά από το κατάστημα του Ενάγοντα και εντός του κοινόκτητου χώρου που υπάρχει στο σημείο, οικοδομή η οποία προσαρτήθηκε και ή ενοποιήθηκε με το κατάστημα, πράγμα που ο τελευταίος σύμφωνα με τους Εναγόμενους δεν απεκάλυψε όταν αιτήθηκε την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και συνεπώς το απέκρυψε. Η πλευρά των Εναγομένων προς υποστήριξη των θέσεων που προέβαλαν καθώς και προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους, συνοδεύουν την ένσταση που καταχώρησαν με σχέδια και αεροφωτογραφίες τα οποία και επισυνάπτονται ως Τεκμήρια. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό των Εναγομένων ότι, περί τον μήνα Ιούνιο του έτους 2022, προκηρύχθηκε νέος δημόσιος διαγωνισμός για έργο, που περιλαμβάνει και την συντήρηση και αποκατάσταση των προσόψεων των σκιαδίων το οποίο κατέληξε και σε κατακύρωση της προσφοράς και σε υπογραφή σύμβασης περί την 18.11.
  3. Το γεγονός αυτό σύμφωνα με τους Εναγόμενους είχε λάβει δημοσιότητα. Στην συνέχεια δε τόσο ο εργολάβος όσο και άλλοι υπαλλήλοι των Εναγομένων, ενημέρωσαν τους καταστηματάρχες του παραλιακού μετώπου για τις εργασίες που θα ξεκινούσαν στο παραλιακό μέτωπο συμπεριλαμβανομένου και του κλεισίματος κάποιων δρόμων. Την 01/03/23 και ενώ το συνεργείο των Εναγομένων βρισκόταν στον χώρο αφού ήδη εκτελούνταν εργασίες στην περιοχή, διευθετήθηκε συνάντηση με τους καταστηματάρχες με σκοπό να ενημερωθούν για τις εργασίες του έργου που οι Εναγόμενοι είχαν προγραμματίσει να ξεκινήσουν στο παραλιακό μέτωπο. Μεταξύ άλλων, πληροφορήθηκαν ότι κατά την επομένη ημέρα, δηλαδή την 02/03/23 θα αρχίσουν οι εργασίες με σκοπό την ομοιομορφία και την καλαισθησία του παραλιακού μετώπου. Υποστηρίζεται μάλιστα από τον τεχνικό, ότι ο Ενάγοντας βρισκόταν παρόν στην συγκεκριμένη συνάντηση και δεν διαμαρτυρήθηκε αλλά ούτε και διαφώνησε με τις αφαιρέσεις τεντών, γυψοσανίδων, ταμπελών κ.τ.λ. που οι Εναγόμενοι είχαν πρόθεση να πραγματοποιήσουν. Συνεπώς και αποτελεί θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας συγκατατέθηκε στις πιο πάνω μετατροπές και αφαιρέσεις των γυψοσανίδων και φωτιστικών επί του σκιαδίου του, αφού μάλιστα όπως του είχε εξηγηθεί, η συντήρηση των προβόλων δεν θα του προκαλούσε και οποιοδήποτε επιπλέον κόστος. Αποτελεί δηλαδή θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας αποδέχτηκε να αφαιρέσουν τόσο τις γυψοσανίδες άνωθεν του σκιαδίου του όσο και τις φλορέτζες οι οποίες τοποθετήθηκαν με παράνομη προέκταση της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης. Σε ότι αφορά τις γυψοσανίδες, αποτελεί επίσης θέση των Εναγομένων ότι αυτές επενδύθηκαν παράνομα με προκατασκευασμένες περσίδες αλουμινίου. Επίσης ο τεχνικός ισχυρίζεται, ότι τόσο ο Ενάγοντας όσο και πολλοί άλλοι εκ των καταστηματαρχών του παραλιακού μετώπου, αναγνώρισαν ότι τα σχέδια που τους δόθηκαν περί το έτος 2008 έκαναν αναφορά σε προκατασκευασμένες περσίδες αλουμινίου για το στέγαστρο των πεζών και όχι σε επένδυση τους με ταμπέλες και επέκταση των ηλεκτρολογικών τους εγκαταστάσεων ή τοποθέτηση τεντών επ' αυτών. Είχε αναφερθεί επίσης σύμφωνα με τον τεχνικό στους καταστηματάρχες ,ότι θα τους υποδειχθεί ενιαίος τρόπος τοποθέτησης διαφήμισης της επιχείρησης τους, αφού υποβάλουν πρώτα σχετική αίτηση για αδειοδότηση της διαφημιστικής τους πινακίδας. Μεγάλος αριθμός καταστηματαρχών συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις των Εναγομένων και οι υπόλοιποι, μεταξύ των οποίων και ο Ενάγοντας, συγκατατέθηκαν στην αφαίρεση των παράνομων προσθηκών από τους Εναγόμενους, για τον προαναφερόμενο σκοπό. Από την επιτόπια εξέταση μάλιστα του τεχνικού την 11/04/23 στο υποστατικό του Ενάγοντα σύμφωνα με τον ίδιο, αναφέρεται ότι διαπιστώθηκαν εκτεταμένες διαφοροποιήσεις και παράνομες αλλοιώσεις επί του σκιαδίου ενώ παράλληλα ότι έχουν τοποθετηθεί πλάγια διαχωριστικά με σταθερό υαλοστάσιο καθώς και άλλες πολλές παρανομίες. Τέλος αποδίδεται από τον τεχνικό σειρά λαθών και παρανομιών εκ μέρους του τέως Δημάρχου Πάφου αναφορικά με τα υποστατικά στο παραλιακό μέτωπο για τα οποία απαιτείται άμεσα, η διόρθωση αλλά και αποκατάσταση τους από τους Εναγόμενους. Μάλιστα σημειώνεται ότι η υπόθεση του παραλιακού μετώπου αποτέλεσε και αντικείμενο έρευνας από την αστυνομία μετά από σχετική έκθεση του Γενικού Ελεγκτή η οποία είχε ως αποτέλεσμα να καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 5681/22 εναντίον 8 προσώπων. Εν κατακλείδι αποτέλεσε θέση των Εναγομένων ότι ουδεμία πρόθεση υπήρξε από μέρους τους για να παρανομήσουν και ούτε να επέμβουν εκτός των πλαισίων της νομιμότητας και της νομοθεσίας. Τουναντίον πρόθεση των Εναγομένων ήταν να υλοποιήσουν την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου ως τα όσα είχαν συμφωνηθεί με τους καταστηματάρχες. Η ακρόαση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης έλαβε χώρα επί την βάση τόσο ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών. Οι δε συνήγοροι των δύο πλευρών δια μέσω των γραπτών αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο επιχειρηματολόγησαν υπέρ των θέσεων που υποστηρίζουν. Νομική Πτυχή Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρέως γνωστή και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, και οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί στις υποθέσεις ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019. Παρατίθεται κατωτέρω, αυτούσιο, το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στην Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις................ ..................................... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Διατάγματα τύπου Quia Τimet Τo επιζητούμενο διάταγμα είναι γνωστό ως "Quia Timet" (προληπτικά διατάγματα), εφόσον η θέση του Ενάγοντα συνίσταται στον επαπειλούμενο κίνδυνο για φόβο πρόκλησης ζημιάς από τους Εναγόμενους στην περιουσία του δηλαδή στο επίδικο σκιάδιο. Τέτοιου είδους διατάγματα Quia Timet λόγω της φύσεως τους ποτέ δεν δίδονται ως θέμα ρουτίνας (as for course) και θα πρέπει να πληρούνται ιδιαίτερα κριτήρια. Τέτοιας φύσεως διατάγματα μπορεί να δοθούν μόνο όπου ο Αιτητής αποδεικνύει την ύπαρξη πολύ μεγάλης πιθανότητας με βάση τα γεγονότα για πρόκληση σ' αυτόν μεγάλης ζημιάς στο μέλλον. Πρόκειται για δικαιοδοσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και προσοχή. Σε τέτοιου είδους διάταγμα που αποβλέπει στο μέλλον σημασία έχει, λοιπόν, και το μέγεθος του κινδύνου πρόκλησης ζημιάς. Στην υπόθεση Szabo v. Esat Digifone Limited [1998] ILRM 102, 110 υποδεικνύεται: «for a quia timet injunction to be granted there would have to be a proven substantial risk of danger.» Στο Σύγγραμμα Goldrein Wilkinson and Kershaw, Commercial Litigation, 3η έκδοση, αναφέρεται ότι η απειλούμενη βλάβη πρέπει να είναι βέβαιη (certain) ή άμεσα επικείμενη (very imminent). Στο σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 59, παρ. 2.029, αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(7)Quia timet injunctions A quia timet (since he fears) injunction is an injunction granted where no actionable wrong has been committed, to prevent the occurrence of an actionable wrong, or to prevent repetition of an actionable wrong. Before the Judicature Acts it was the sole preserve of the old High Court of Chancery to grant such an injunction where there had been no prior wrong. Sir George Jessel M.R. said no jurisdiction of the old Court of Chancery was more valuable and no subject more frequently the cause for bills for injunction than to restrain threatened injury. But the jurisdiction involves proof that unless the court intervenes by injunction there is a real risk that an actionable wrong will be committed; that an injunction would do no harm is not a justification for granting it. Usually this will be by evidence that the defendant has threatened to do the particular wrongful act "no-one can obtain a quia timet order by merely saying "Timeo" (literally "I fear")» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Εξέταση της Αίτησης Πριν προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της υπό κρίσης αίτησης, κρίνω σκόπιμο και ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας να εξετάσω τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους αναφορικά (α) με την ισχυριζόμενη απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από μέρους των Εναγόντων και της παραπλάνησης του Δικαστηρίου με γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (β) τον ισχυρισμό περί του ότι, η τυχόν οριστικοποίηση του επιζητούμενου διατάγματος θα αποτελέσει υπέρβαση των εξουσιών του Δικαστηρίου αφού θα ισοδυναμεί με παράταση της παραμονής της κατασκευής της Ενάγουσας σε χώρο παράνομο που δεν δικαιούται να κατέχει (γ) με τον ισχυρισμό ότι δεν έχει καταδειχθεί για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος το στοιχείο του κατεπείγοντος και τέλος (δ) με τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής επιδιώκει την έκδοση του διατάγματος κάτι για το οποίο με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους του επιδιώκεται και ως θεραπεία. (α) Εξέταση του ισχυρισμού περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και περί παραπλάνησης του Δικαστηρίου Υποστηρίζεται από του Εναγόμενους η θέση, ότι ο Ενάγοντας με σκοπιμότητα προέβηκε σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης μονομερώς, αφού η αίτηση που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους του στηρίχθηκε σε γεγονότα παραπλανητικά για την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το καθεστώς της νομιμότητας κατοχής του επίδικου σκιαδίου. Πιο συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν με σθεναρότητα την θέση ότι ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια», αφού με σκοπιμότητα απέκρυψε την ύπαρξη της αγωγής υπ. αρ. 963/19 που εκκρεμεί εναντίον του και στην οποία η διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος των υποστατικών που βρίσκεται και το κατάστημα του καταχώρησε εναντίον του την εν λόγω αγωγή αξιώνοντας διάταγμα απομάκρυνσης του σκιαδίου του, το οποίο και ισχυρίζεται ότι το χρησιμοποιεί παράνομα αφού δεν λήφθηκε προηγουμένως οποιαδήποτε γραπτή άδεια από την Ενάγουσα - στην αγωγή 963/19- διαχειριστική επιτροπή. Αποτελεί επίσης βασική θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας ενώ γνωρίζει πολύ καλά ότι κατέχει και χρησιμοποιεί οικοδομή εντός κοινόχρηστου χώρου χωρίς Πολεοδομική άδεια και ή Άδεια Οικοδομής προσέφυγε στο Δικαστήριο με την υπό κρίση αίτηση επιζητώντας προστασία με σκοπό την διατήρηση και την συνέχιση της παρανομίας από μέρους του. Είναι γνωστό ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και συγκεκριμένα εκείνου του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί. Συνεπώς ο Αιτητής, εν προκειμένω ο Ενάγοντας, έχει το καθήκον να προβεί σε έρευνα ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο Αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Η ουσιαστικότητα και η σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται από τον εκδικάζοντα Δικαστή, με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L. 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν με σαφήνεια επαναληφθεί στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited, Π.Ε. Ε6/14, ημερομηνίας 27/02/2015. Στην εν λόγω Απόφαση ο Ερωτοκρίτου, Δ., ανέφερε τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην Αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D)
  1. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Εξετάζοντας τον πιο πάνω προβαλλόμενο λόγο ένστασης υπό το πρίσμα των πιο πάνω αναφερόμενων νομολογιακών αρχών, και έχοντας πάντοτε κατά νου, ότι η ουσία της υπό κρίση αίτησης αφορά στην έκδοση ενός διατάγματος προληπτικής φύσης για αποφυγή του κινδύνου επέμβασης επί του σκιαδιού του Ενάγοντα αλλά και της άρσης του φόβου του για την επικείμενη επέμβαση και κατεδάφιση του από το συνεργείο των Εναγομένων, αφού μάλιστα ήδη είχε προηγηθεί και η αφαίρεση τόσο της πινακίδας όσο και των φωτιστικών από τον πρόβολο, κρίνω ότι η οποιαδήποτε μη αναφορά του Ενάγοντα στην αγωγή υπ. αρ. 963/19 εναντίον του από την διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος καταστημάτων στο οποίο ανήκει και το δικό του κατάστημα, δεν μπορεί να κριθεί κατ' ουδένα απολύτως λόγο ως ουσιώδης σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που να μπορούσε να επενεργήσει με τρόπο διαφορετικό στην κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Και αυτό γιατί, μέσα από τα τόσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι προφανές ότι τόσο η πλευρά του Ενάγοντα όσο και η πλευρά των Εναγομένων έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές αναφορικά με το καθεστώς της ύπαρξης και της κατασκευής του εν λόγω σκιαδίου, θέσεις που εν προκειμένω, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο εξέτασης. Το γεγονός ότι η διαχειριστική επιτροπή που έχει αναλάβει την διαχείριση των καταστημάτων του συγκροτήματος εντός του οποίου εμπίπτει και το κατάστημα του Ενάγοντα, θεωρεί ότι το συγκεκριμένο σκιάδιο έχει κατασκευαστεί και βρίσκεται εκεί κατά τρόπο παράνομο, θέση που δηλαδή ταυτίζεται με αυτήν των Εναγομένων, δεν αποτελεί ζητούμενο που θα μπορούσε να εξεταστεί επί του παρόντος αλλά και ούτε μπορεί να κριθεί ως τόσο ουσιώδης γεγονός που να μπορούσε να επενεργήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τρόπο αντίθετο εάν αυτό αποκαλυπτόταν. Το Δικαστήριο εν προκειμένω δεν θα προχωρήσει να αποφασίσει οποιαδήποτε ζητήματα τυχόν παρανομίας ή νομιμότητας της υφιστάμενης κατασκευής και ούτε αν και κατά πόσο αυτή τελικά επεμβαίνει ή όχι επί του δημόσιου πεζοδρομίου το οποίο και εφάπτεται με τον δημόσιο δρόμο. Επιπλέον είμαι της γνώμης ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ο Ενάγοντας προέβαινε στην συγκεκριμένη αναφορά κατά την αίτηση του για την καταχώρηση της εν λόγω αγωγής εναντίον του από την διαχειριστική επιτροπή η οποία εκκρεμεί, το Δικαστήριο δεν θεωρώ ότι θα λάμβανε υπόψη το γεγονός αυτό για να διαφοροποιήσει την κρίση του ως προς την μη έκδοση του προσωρινού διατάγματος ενόψει τού ότι πρόκειται και για μια άλλη άσχετη διαδικασία που ουδεμία απολύτως σχέση έχει με τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης. Τονίζεται περαιτέρω ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ήταν εξ' αρχής η θέση του Ενάγοντα ότι στην συνάντηση που είχε διευθετηθεί αρχικά με τον Δήμαρχο της Πάφου περί την 01/03/23 και κατόπιν πληροφόρησης που είχε για τις επικείμενες εργασίες επί των σκιαδίων των καταστημάτων του παραλιακού μετώπου, τόσο ο ίδιος όσο και οι άλλοι καταστηματάρχες διαμαρτυρήθηκαν και συνεπακόλουθα δεν είχαν συγκατατεθεί στις εν λόγω εργασίες. Η δε θέση των Εναγομένων περί συγκατάθεσης είναι εντελώς διαφορετική. Ακόμη όμως και αν εθεωρείτο ότι ο Ενάγοντας αρχικά είχε συγκατατεθεί για την αφαίρεση των γυψοσανίδων και των φωτιστικών επί των προβόλων του σκιαδίου του σε καμία περίπτωση το γεγονός αυτό δεν μπορεί εξομοιωθεί με οποιαδήποτε συγκατάθεση του για μεγαλύτερη μελλοντική παραβίαση. Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω ότι ο Ενάγοντας εν προκειμένω έχει τηρήσει πλήρως και απόλυτα το καθήκον υψίστης πίστεως (uberrima fides) με την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων και εγγράφων τα οποία θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση καθώς και ότι τήρησε απολυτός το καθήκον που είχε για να μεταφέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνώριζε και ήταν αυτά ουσιώδη. Συνεπώς και δεν διαπιστώνω ότι υπήρξε οποιαδήποτε πρόθεση εκ μέρους του για παραπλάνηση του Δικαστηρίου διαστρεβλώνοντας ή αποκρύπτοντας οποιαδήποτε ουσιώδη γεγονότα ως είναι και η θέση των Εναγομένων. Για τους λόγους που έχω υποδείξει ανωτέρω, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης που έχει προβληθεί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. (β) Το στοιχείο του κατεπείγοντος Η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδώσουν διάταγμα με μονομερή αίτηση πηγάζει από το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Μόνο όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Zein κ.α. ν. Τ.Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ (Α) 606). Στην Αίτηση Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ 901 που αφορούσε ένταλμα της φύσης certiorari, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων με μονομερή αίτηση: «Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/02/2015 στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G (βλ. ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Υπό το φως της πιο πάνω αυθεντίας προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον απεδείχθη από την Ενάγουσα / Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος. Σημειώνω, επίσης, όσα είχαν λεχθεί στην απόφαση The Timberland Co of USA V Evans & Sons Ltd, σελ. 8: «Όπως υποδεικνύεται στην Demstar Limited V. Zim Israel Navigation Co Limited κ.α., (ανωτέρω),επαναλαμβάνεται στη Μ & CH Mitsingas Ltd Ν. The Timberland Co of Usa, (ανωτέρω), και τονίζεται στη Resola (Cyprus) Ltd V. Χρίστου,
(1998)1. Α.Α.Δ 598, γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγομένου. Το υπαρκτό του επείγοντος, όπως υποδεικνύεται σε δύο αποφάσεις του Κωνσταντινίδη, Δ. (In Re Stavros Hotel Apparments Ltd,
(1994)1. Α.Α.Δ 836 In Re B.P. Cyprus Ltd.,
(1996)1(B) A.A.D 861 αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ.6.». Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το συμβάν που πυροδότησε την αιτία καταχώρισης της αγωγής αλλά παράλληλα και της μονομερούς αίτησης την 07/03/23 ήταν τα γεγονότα που επεσυνέβησαν περί την 01/03/23 το πρωί όπου τα συνεργεία των Εναγομένων μετέβηκαν στα καταστήματα του παραλιακού μετώπου και άρχισαν να αφαιρούν τις πινακίδες, τις γυψοσανίδες και άλλο εξοπλισμό που είχε τοποθετηθεί επί του προβόλου των καταστημάτων. Κάτι τέτοιο επεσυνέβη και επί του σκιαδίου του Ενάγοντα. Οι ενέργειες των Εναγομένων έλαβαν χώρα τόσο παρά την κατ' ισχυρισμό έντονη διαφωνία των άλλων καταστηματαρχών καθώς και του ίδιου του Ενάγοντα, όσο και παρά την έλλειψη συγκατάθεσης του, αφού στην συνάντηση που είχε προηγηθεί της συγκεκριμένης ημέρας μαζί με τον Δήμαρχο της Πάφου όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα είχαν εκφράσει και την διαφωνία αλλά και την δυσαρέσκεια τους αντιδρώντας έντονα. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη αλλά και την συνεπακόλουθη επέμβαση του συνεργείου των Εναγομένων επί του σκιαδίου του Ενάγοντα, ο τελευταίος θέλοντας να προστατευτεί από την τυχόν συνέχιση της επέμβασης επί της ιδιοκτησίας του, λίγες μόνο ημέρες μετά, ήτοι την 07/03/23 καταχώρησε παράλληλα με την αγωγή του και την αίτηση για έκδοση μονομερούς προληπτικού Διατάγματος. Υπό το φως των πιο πάνω ελεγχθέντων προκύπτει ότι ο Ενάγοντας ενήργησε άμεσα και με την δέουσα σπουδή χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση. Το ζήτημα που είχε προκύψει πρόβαλλε ως επείγον και συνακόλουθα το ζήτημα του κατεπείγοντος ως εύλογο στα μάτια του Δικαστηρίου. Κρίνω λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε οποιοσδήποτε καλός λόγος γιατί να μην μπορούσε ευλόγως να γίνει δεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι υπήρχε δηλαδή κατεπείγουσα ανάγκη για επέμβαση του Δικαστηρίου για να δώσει την προσωρινή προστασία. Ο δικαιοδοτικός αυτός όρος, βρίσκω ότι πληρείτο κατά την ημερομηνία μονομερούς έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και δεν καταδεικνύεται λόγος για ακύρωση του διατάγματος εν σχέση προς αυτόν τον δικαιοδοτικό όρο. Συνεπώς ο λόγος ένστασης σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. (γ) H ισχυριζόμενη υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου σε περίπτωση οριστικοποίησης του αιτούμενο διατάγματος και θέση ότι (δ) επιδιώκεται με την οριστικοποίηση του τελική θεραπεία που επιδιώκεται ταυτόχρονα με την αγωγή Υποστηρίζουν περαιτέρω οι Εναγόμενοι την θέση, ότι η τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος που έχει εκδοθεί μονομερώς θα επιφέρει ως συνέπεια και την κατ' εξακολούθηση επέκταση της παρανομίας από μέρους του Ενάγοντα αφού ο τελευταίος θα εξακολουθήσει να κατέχει και να χρησιμοποιεί παράνομα την επέκταση του υποστατικού του, ήτοι τον πρόβολο που κατασκευάστηκε παράνομα και επεκτείνεται εντός του δημοσίου δρόμου. Εξετάζοντας την πιο πάνω θέση των Εναγομένων θα πρέπει να υποδείξω ότι δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Και αυτό κυρίως διότι ο πιο πάνω προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς από τους Εναγόμενους αφού προβλήθηκε γενικά αόριστα και χωρίς κανένα νομικό υπόβαθρο. Ούτε και έχει εξηγηθεί από μέρους τους, πως η τυχόν οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμεί με υπέρβαση των εξουσιών του Δικαστηρίου καθότι θα επεκταθεί το χρονικό διάστημα της παρανομίας από μέρους του Ενάγοντα με την διατήρηση του υφιστάμενου σκιαδίου. Όπως έχω υποδείξει ανωτέρω το αν η κατασκευή αυτή είναι παράνομη ή όχι δεν αποτελεί ζήτημα που θα αποφασιστεί στην παρούσα διαδικασία αλλά αποτελεί ζητήματα της ουσίας της αγωγής που έχει καταχωριστεί. Περαιτέρω έχω υποδείξει ότι οι δύο πλευρές έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις αναφορικά με το ιστορικό της κατασκευής του σκιαδίου οι οποίες θα ακουστούν και θα αξιολογηθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Σε ότι δε αφορά την θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας επιδιώκει με την αίτηση που έχει υποβληθεί από μέρους μια τελική θεραπεία η οποία επιδιώκεται και με την αγωγή που έχει καταχωρηθεί, θα πρέπει να υποδείξω ότι εν προκειμένω ο τελευταίος έπραξε ενεργώντας ως ένας μέσος συνετός και λογικά σκεπτόμενος πολίτης ασκώντας κάθε νόμιμο δικαίωμα που του παρέχεται από τον Νόμο αποτεινόμενος δηλαδή άμεσα στο Δικαστήριο και επιζητώντας συγκεκριμένες θεραπείες με την αγωγή που καταχώρησε αλλά παράλληλα καταχωρώντας και την υπό κρίση αίτηση για να προστατευθεί. Από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω ουδέν μεμπτό παρατηρείται στον τρόπο που ενήργησε. Η δε θέση που προβάλλεται από τους Εναγόμενους επί τούτου κρίνω ότι πάσχει από γενικότητα, αοριστία και έλλειψη νομικού υπόβαθρου που να μπορεί να στηριχθεί. Συνακόλουθα καταλήγω ότι για τους λόγους τους οποίους έχω υποδείξει και αυτοί οι λόγου ένστασης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Εξέταση συνδρομής προϋποθέσεων άρθρου 32 Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και Ορατή πιθανότητα επιτυχίας Το κατά πόσο υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid ανωτέρω). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέση με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1Α.Α.Δ.253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στην βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στη θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση - μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα - Injunctions, στη σελ. 124 «..δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Εν προκειμένω ο Ενάγοντας καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στην παρούσα αγωγή. Μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση του και στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα που έλαβαν χώρα σύμφωνα με την θέση του, προκύπτει ως αιτία για την προώθηση της υπό συζήτησης αγωγής η παράβαση της συμφωνίας για την κατασκευή του σκιαδίου έναντι της καταβολής τιμήματος εκ μέρους του Ενάγοντα σε χρόνο παρελθοντικό. Το συγκεκριμένο σκιάδιο κατέχεται από τον Ενάγοντα εδώ και αρκετά χρόνια και χρησιμοποιείται ως χώρος εργασίας του, αφού η κατασκευή του ήταν επιβεβλημένη. Η επέμβαση στο συγκεκριμένο σκιάδιο ήταν χωρίς την συγκατάθεση του Ενάγοντα, ενώ οι Εναγόμενοι έδρασαν κατά παράβαση της συμφωνίας η οποία είχε προηγηθεί αναφορικά με την κατασκευή του και χωρίς να τους απασχολεί το τίμημα που είχε ήδη καταβληθεί από την αναγκαστική κατασκευή του. Οι ενέργειες των Εναγομένων σύμφωνα με τον Ενάγοντα έλαβαν χώρα εντελώς αυθαίρετα και παράνομα με επιβολή και χρήση εξουσίας. Οι Εναγόμενοι σύμφωνα με τον Ενάγοντα επίκειται να επέμβουν ξανά επί της περιουσίας του αφού επιθυμούν διακαώς την ολοκλήρωση του έργου που έχουν συνάψει. Συνακόλουθα προκύπτει μέσα από τις θέσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους του Ενάγοντα ότι η οποιαδήποτε επέμβαση των Εναγομένων επί του σκιαδίου του δεν είναι οικειοθελής εισάγοντας έτσι συζητήσιμη υπόθεση εφόσον αποκαλύπτεται γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής. Το γεγονός ότι και μόνο ότι οι Εναγόμενοι διατείνονται και θεωρούν ότι το συγκεκριμένο σκιάδιο έχει κατασκευαστεί κατά τρόπο παράνομο και ότι ενεργούν νομίμως υπό την ιδιότητα τους ως Δημοτική Αρχή, δεν εμποδίζει ασφαλώς από μόνο του, τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου του όλου ζητήματος που έχει προκύψει. Υπό το φως των πιο πάνω πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η αίτηση που έχει υποβληθεί εκ μέρους του Ενάγοντα πληροί και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενο διατάγματος. Εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει ή όχι η δεύτερη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/1960 και πριν από την περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα υπογραμμίζεται, ενδεχόμενα εκ του περισσού, το γεγονός πως κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό κρίση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Οι καλά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «Κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Είναι γεγονός πως η θέση του Ενάγοντα ως αυτή έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο είναι συγκεκριμένη και φέρει επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες το επίδικο σκιάδιο είχε κατασκευαστεί με βάση τις υποδείξεις της αρμόδιας Αρχής, δηλαδή των Εναγομένων σε χρόνο βεβαίως προγενέστερο. Προκύπτει επίσης ως βασικός άξονας των επιχειρημάτων που προβάλλει ο Ενάγοντας, ότι το συγκεκριμένο σκιάδιο που αποτελεί επέκταση του καταστήματος του είναι νόμιμο καθότι αυτό είχε κατασκευαστεί με δικά του έξοδα και καθ' υπόδειξη των Εναγομένων στα πλαίσια ανάπλασης του παραλιακού μετώπου με σκοπό την επίτευξη ομοιομορφίας στην περιοχή. Από την άλλη αποτελεί θέση του Ενάγοντα, ότι οι Εναγόμενοι σήμερα, στα πλαίσια σύναψης άλλης νέας σύμβασης για την εκτέλεση δημοσίου έργου, απαιτεί κατά τρόπο παράνομο και αδικαιολόγητο και χωρίς να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα που να πηγάζει από τον νόμο, την διενέργεια εργασιών επί του σκιαδίου του το οποίο και αποτελεί ιδιωτική περιουσία. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι επιχειρούν να συντελέσουν παράνομες και αυθαίρετες ενέργειες επί της ιδιοκτησίας του χωρίς να ακολουθούνται διαδικασίας οι οποίες να χαρακτηρίζονται από νομιμότητα αλλά αυθαιρεσία. Οι Εναγόμενοι από την άλλη δεν φαίνεται να αμφισβητούν ούτε την σύναψη της σύμβασης και την συνεπακόλουθη επέμβαση επί των σκιαδίων των καταστημάτων επί του παραλιακού μετώπου, ούτε και το ότι η ενέργεια τους δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε νομοθετικό υπόβαθρο πέραν από την σύμβαση που έχει συναφθεί και ότι η εκτέλεση της επιβάλλεται για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και κοινής ωφέλειας. Είναι πασιφανές ότι η θέση του Ενάγοντα είναι ουσιωδώς διαφορετική από τίς θέσεις των Εναγομένων αναφορικά με την συγκατάθεση προς την διεξαγωγή εργασιών ή όχι. Επαναλαμβάνω ότι τα ζητήματα αυτά βεβαίως αποτελούν ζητήματα που θα απασχολήσουν το δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, κατά την εξέταση δηλαδή της ουσίας της διαφοράς για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα. Γεγονός παραμένει ότι στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, με δεδομένο ότι σε αυτό το στάδιο δεν απαιτείται η κατάδειξη πιθανότητας επιτυχίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ο Ενάγοντας φαίνεται να έχει υπερβεί το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλείται να υπερπηδήσει σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση για να καταδείξει ορατό τουλάχιστο ενδεχόμενο επιτυχίας. Καταλήγω λοιπόν ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του νόμου. Δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί ή οριστικοποιηθεί το αιτούμενο Διάταγμα. (βλ.Timberland Co v.Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 396). Όπως τονίστηκε στην Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ' εαυτών, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή ανωτέρω). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Evans Marshall & Co v. Bertola S.A.
(1973)1 All E.R. 992, το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων έχει και μια άλλη πτυχή, η οποία σχετίζεται με το κατά πόσο ο Εναγόμενος θα είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό των αποζημιώσεων. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σ΄ αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Στις ακόλουθες περιπτώσεις έχει λεχθεί ότι η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής: α) Αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. β) Η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη, π.χ απώλεια του δικαιώματος της ψήφου. γ) Η ζημιά δεν είναι χρηματική / οικονομική, π.χ λίβελος, οχληρία, βιομηχανικό μυστικό (trade secret). δ) Δεν υπάρχει διαθέσιμη αγορά. Στην υπόθεση Howard E. Perry and Co. Ltd v British Railways Board
(1980)1 WLR ο Εναγόμενος δεν επέτρεψε στον Ενάγοντα να μετακινήσει ένα φορτίο από χάλυβα κατά την διάρκεια απεργίας εργατών χάλυβα. Καθώς ο χάλυβας δεν ήταν διαθέσιμος από οπουδήποτε αλλού κατά την χρονική εκείνη περίοδο οι αποζημιώσεις δεν ήταν επαρκής αποζημίωση. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (βλ. Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 AAΔ 1121). Εν προκειμένω ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι δια μέσω του Δημάρχου Πάφου ανακοίνωσαν στους καταστηματάρχες του παραλιακού μετώπου, μεταξύ των οποίων και στον ίδιο ότι θα επέμβουν κατά τις επόμενες ημέρες δια μέσω των συνεργείων που διαθέτουν επί της περιουσίας του. Ήδη μάλιστα σύμφωνα με τον Ενάγοντα τα όσα του ανακοινώθηκαν έγινα πράξη αφού οι Εναγόμενοι την 01/03/23 το πρωί επενέβηκαν χωρίς την συγκατάθεση του αφαιρώντας την πινακίδα στην οποία αναγράφεται το όνομα της επιχείρησης του καθώς και τον φωτισμό. Οι ενέργειες των Εναγομένων και η τυχόν μελλοντική συνέχιση των «εργασιών» των συνεργείων του προκάλεσαν στον Ενάγοντα τον «φόβο» ότι οι τελευταίοι ανά πάσα ώρα και στιγμή δύναται εφόσον διαθέτουν και όλα τα κατάλληλα μέσα ευρισκόμενοι σε θέση υπεροχής και εξουσίας έναντι του ίδιου να επέμβουν παράνομα επί του σκιαδίου του. Από την αντίπερα όχθη, δηλαδή από τους Εναγόμενους δεν αμφισβητείται ότι το διάταγμα που επιζητείται θα τον εμποδίσει να ολοκληρώσει την σύμβαση που έχει συνάψει, συμπεριλαμβανομένου και της επέμβασης επί των σκιαδίων. Η θέση των Εναγομένων για υλοποίηση των όσων έχουν συμφωνηθεί ενισχύει αδιαμφισβήτητα τον φόβο του Ενάγοντα. Οποιαδήποτε επέμβαση σε περιουσία που κατέχεται και χρησιμοποιείται από άλλο πρόσωπο και δεν στηρίζεται σε νόμο ή σε συμφωνία είναι αδικοπραγία. Συνεπώς και δεν έχει οποιαδήποτε σημασία αν η ζημιά που θα προκληθεί στον Ενάγοντα από τους Εναγόμενους μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Τα ατομικά και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα εν προκειμένω του Ενάγοντα υπερισχύουν και προέχουν έναντι του δημοσίου συμφέροντος και ή του έργου κοινής ωφελείας που οι Εναγόμενοι επιθυμούν να εκπληρώσουν. Αδιαμφισβήτητα προέχει η διατήρηση του status quo. Πληρείται τελικά και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του νόμου. Δίκαιο και Εύλογο Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω επίσης ότι η οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους Εναγόμενους ότι οι επιπτώσεις που θα υπάρξουν από την τυχόν οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δυσανάλογα αρνητικές ή και κατάφορα άδικες για τους ίδιους. Τουναντίον, μέσα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως ανωτέρω έχω υποδείξει, θεωρώ ότι ισχύει το αντίθετο, ότι δηλαδή η μη οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος και ανατροπή υφιστάμενου του status quo από τις επαπειλούμενες ενέργειες των Εναγομένων επί της ιδιωτικής περιουσίας του Ενάγοντα ενδέχεται να επιφέρουν δυσανάλογα αρνητικές και άδικες συνέπειες ενόψει της επαπειλούμενης ζημιάς που δυνατόν να προκληθεί σε αντίθεση με την καθυστέρηση εκπλήρωσης του έργου που οι Εναγόμενοι επιθυμούν να ολοκληρωθεί. Έχοντας λοιπόν υπόψη το υπόβαθρο της μαρτυρίας δια μέσω του δικογράφου της αγωγής αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον μου, και ενεργώντας ως Δικαστήριο της επιείκειας σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα που έχουν τεθεί υπόψη μου, κρίνω ότι προέχει η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Ασκώ λοιπόν την διακριτική μου ευχέρεια κατά τρόπο που να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας οριστικοποιώντας το Διάταγμα που έχει εκδοθεί. Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει αναφορικά με την Ενάγουσα και το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί την 07/03/23 καθίσταται απόλυτο και ισχύει οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα όμως στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ).............. Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.