← Κύπρος

MARIA ERACLEOUS SPORTS LTD ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή υπ. αρ. 200/2023, 3/10/2023

MARIA ERACLEOUS SPORTS LTD ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή υπ. αρ. 200/2023, 3/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αγωγή υπ. αρ. 200/2023 (i-justice) MARIA ERACLEOUS SPORTS LTD (HE ΧΧΧΧΧΧ) Λεωφόρος ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧ,8042, Αθηνά Χ, κατ.Χ, Πάφος Ενάγουσα ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 07.03.23 δια της οποίας επιδιώκεται η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος που έχει εκδοθεί Ημερομηνία: 03/10/23 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: ΜΟΥΖΟΥΡΟΥ & ΝΕΟΦΥΤΟΥ Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εναγόμενους /Καθ' ων η αίτηση: κα. Σ. Χατζηνεοφύτου για G. Hadjineophytou & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα καταχωρώντας στο πλαίσιο της αγωγής της μονομερή αίτηση πέτυχε την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος με βάση το οποίο, εμποδίζονται οι Εναγόμενοι ή και οι υπάλληλοι τους ή και οι αντιπρόσωποι τους ή και οι εντολοδόχοι τους να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο και ή να απομακρύνουν και ή να κατεδαφίσουν οποιαδήποτε κατασκευή, και ή το σκιάδιο και ή τις εξωτερικές πόρτες και ή μέρος του υποστατικού που βρίσκεται επί της Λεωφόρου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ αρ. ΧΧ, ΧΧΧΧ, Αθηνά Χ, κατ. ΧΧ στην Πάφο, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή και ή μέχρι το Δικαστήριο να διατάξει διαφορετικά. Τα γεγονότα επί των οποίων η Ενάγουσα έχει στηριχθεί πετυχαίνοντας την έκδοση του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος, στηρίζονται στην ένορκη δήλωση της διευθύντριας της Ενάγουσας Μαρίας Ηρακλέους ημερ. 07/03/23 και έχουν συνοπτικά ως ακολούθως : Η Ενάγουσα είναι η ενοικιάστρια του καταστήματος με αρ. ΧΧ το οποίο ευρίσκεται στο κτιριακό συγκρότημα «ΑΘΗΝΑ Χ» επί της Λεωφόρου ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧ στην Κάτω Πάφο και δραστηριοποιείται με την πώληση προϊόντων και ειδών σουβενίρ. Κατά το έτος 2008 ο Δήμος Πάφου αποτελώντας την πλέον αρμόδια πολεοδομική Αρχή για την έκδοση των αδειών οικοδομής, επέβαλε στα πλαίσια του έργου ανάπλασης του παραλιακού μετώπου, όπως οι καταστηματάρχες μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα, υποχρεωθούν να κατασκευάσουν ομοιόμορφα κλειστά σκιάδια για σκοπούς αποφυγής της αταξίας που επικρατούσε στην περιοχή. Το σκιάδιο που ο Δήμος Πάφου έδωσε οδηγίες για να κατασκευαστεί έμπροσθεν του καταστήματος της Ενάγουσας έφερε τον αριθμό Σ101 ενώ το κόστος δαπάνης για την κατασκευή του βάρυνε αποκλειστικά τόσο την ίδια την Ενάγουσα όσο και την ιδιοκτήτρια του καταστήματος Μαρία Ηρακλέους (ενόρκως δηλούσας) και ανερχόταν στο ποσό των 16.033,18 ευρώ. Η κατασκευή του εν λόγω σκιαδίου κρίθηκε σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα αναγκαία καθότι πολλές φορές τον χρόνο λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών, τα κύματα της θάλασσας οι πέτρες και τα φύκια φτάνουν μέχρι το υποστατικό της Ενάγουσας με αποτέλεσμα το εν λόγω σκιάδιο να προστατεύει τόσο το υποστατικό όσο και τα εμπορεύματα της. Περαιτέρω επειδή το υποστατικό της Ενάγουσας εφάπτεται με άλλο υποστατικό και δη κατάστημα με την ίδια ακριβώς επαγγελματική δραστηριότητα και φύση, το σκιάδιο καθώς και οι πόρτες που περιλαμβάνονται στον συνολικό σχεδιασμό τα οποία διαχωρίζουν το ένα υποστατικό από το άλλο, προστατεύουν τα εμπορεύματα από τυχόν κλοπές εξασφαλίζοντας έτσι ότι δεν προκαλείται σύγχυση στον καταναλωτή σε σχέση με τα εμπορεύματα που αγοράζουν και πληρώνουν. Σε ότι αφορά την οφειλή του εν λόγω σκιαδίου που κατασκευάστηκε προς τον Δήμο Πάφου, μέσα από την ένορκο της δήλωση η Ηρακλέους αναφέρει ότι σε διάφορα τακτά χρονικά διαστήματα λάμβανε διάφορες επιστολές από τον Δήμο Πάφου, τις οποίες και επισυνάπτει ως Τεκμήρια, με τις οποίες και καλείτο να εξοφλήσει το χρηματικό ποσό το οποίο όφειλε λόγω της κατασκευής του σκιαδίου λαμβάνοντας παράλληλα διαβεβαίωση από τον Δήμο Πάφου για την αναγνώριση της εν λόγω κατασκευής η οποία και έγινε καθ' υπόδειξη του Δήμου Πάφου. Η εξόφληση του κόστους κατασκευής του σκιαδίου της Ενάγουσας έλαβε χώρα περί την 29/10/

  1. Σημειώνεται ότι ένα μέρος της κατασκευής του σκιαδίου ανατέθηκε από την Ηρακλέους σε επαγγελματία της επιλογής της και στον οποίο επίσης κατέβαλε το χρηματικό ποσό για τις εργασίες που του είχαν ανατεθεί από μέρους της. Περί τον μήνα Νοέμβριο του 2022, η ενόρκως δηλούσα πληροφορήθηκε ότι υπεγράφησαν από τον Δήμο Πάφου συμβάσεις για την εκ νέου ανάπλαση του παραλιακού μετώπου η οποία στόχευε στην κατεδάφιση των σκιαδίων που είχαν κατασκευαστεί περί το έτος
  2. Επίσης σύμφωνα με την Ηρακλέους, πέραν του ότι η ίδια αντιλήφθηκε μέσα από τις διάφορες δηλώσεις στις οποίες είχε προβεί ο Δήμαρχος της Πάφου ότι οι προθέσεις των Εναγόμενων ήταν να κατεδαφιστούν τα εν λόγω σκιάδια, πληροφορήθηκε περαιτέρω ότι ο Δήμαρχος της Πάφου είχε αναφέρει στον Εργολάβο που ανέλαβε το έργο και στην παρουσία και άλλων καταστηματαρχών, να προχωρήσει με τις πιο πάνω αναφερόμενες μετατροπές / εργασίες, κατά την περίοδο 15/01/23 - 28/01/23 για να μην υπάρχουν αντιδράσεις. Περί την 01.03.2023 ο Δήμαρχος της Πάφου σύμφωνα με την Ηρακλέους, επισκέφθηκε το παραλιακό μέτωπο και δήλωσε στην παρουσία της ότι θα προχωρήσει σε κατεδάφιση των σκιαδίων και δη των εξωτερικών πορτών και των διαχωριστικών μεταξύ των καταστημάτων και ότι θα μεριμνήσει μάλιστα να εκδοθεί και σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο. Ο Δήμαρχος της Πάφου σύμφωνα με την Ηρακλέους, δήλωσε επίσης, ότι επιθυμεί να προβούν οι καταστηματάρχες σε άλλες κατασκευές με αποτέλεσμα να πρέπει να κατεδαφιστούν οι υφιστάμενες. Σύμφωνα μάλιστα με την ενόρκως δηλούσα, στο άκουσμα της πιο πάνω πρόθεσης των Εναγομένων από τον Δήμαρχο της Πάφου, υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες και αντιδράσεις από τους καταστηματάρχες οι οποίοι ήταν παρόντες και συνακόλουθα σε καμία εκ των περιπτώσεων δεν συμφώνησαν. Παρά την διαφωνία όμως που εξέφρασαν οι καταστηματάρχες μεταξύ των οποίων και η ίδια η οποία είναι η ιδιοκτήτρια του καταστήματος το οποίο και ενοικιάζει στην Ενάγουσα, την 02/03/23 το πρωί, το συνεργείο του Δήμου Πάφου προχώρησε σε επέμβαση στα καταστήματα του παραλιακού μετώπου κατεβάζοντας τις πινακίδες στις οποίες αναγράφονταν οι επωνυμίες τους, ενώ κατά την 06/03/23 το ίδιο συνεργείο επενέβηκε και στο υποστατικό της Ενάγουσας κατεβάζοντας την πινακίδα στην οποία αναγράφεται η ονομασία του καταστήματος της, καθώς και τις φλορέτζες του. Σύμφωνα με την Ηρακλέους ίδια δεν είχε λάβει οποιαδήποτε επίσημη ειδοποίηση που να την πληροφορεί ότι ο Δήμος Πάφου, δηλαδή οι Εναγόμενοι, έχουν την εξουσία να πράξουν κάτι τέτοιο υποδεικνύοντας μάλιστα ότι σε περίπτωση που το σκιάδιο της κατεδαφιστεί, θα υποστεί μεγάλη ζημιά καθότι αυτό θα παραμείνει εκ του αποτελέσματος ανοιχτό, ενώ τα εμπορεύματα που διαθέτει προς πώληση θα παραμείνουν απροστάτευτα και εκτεθειμένα. Επίσης ότι θα αναγκαστεί να υποβληθεί ξανά σε άλλα νέα έξοδα επιδιόρθωσης της νέας κατάστασης που θα δημιουργηθεί ενώ παράλληλα θα υποστεί ανυπολόγιστη ζημιά. Πέραν των πιο πάνω υποστηρίζεται από μέρους της και η θέση ότι, το κατάστημα της αναγκαστικά για κάποιο χρονικό διάστημα δεν θα μπορεί να λειτουργήσει με αποτέλεσμα να πρέπει να παραμείνει κλειστό. Υπό το φως των πιο πάνω η Ενάγουσα προβάλλει την θέση ότι στην περίπτωση που τελικά το συνεργείο των Εναγομένων επέμβει επί της περιουσίας της και το σκιάδιο της κατεδαφιστεί η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη με δυσκολία στον υπολογισμό της. Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά των Εναγομένων, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και στο προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί, υποδεικνύοντας τους λόγους για τους οποίους οι ίδιοι θεωρούν ότι αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί και το αίτημα της Ενάγουσας συνεπακόλουθα να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Προς υποστήριξη των λόγω της ένστασης των Εναγομένων, ο τεχνικός μηχανικός του Δήμου Πάφου Σωτήρης Σκάρος, μέσα από την ένορκο του δήλωση, επεξηγεί με λεπτομέρεια το ιστορικό κατά την θέση του με βάση το οποίο είχαν κατασκευαστεί τα σκιάδια των καταστημάτων επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος στην Κάτω Πάφο περί το έτος 2008 μεταξύ των οποίων και της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τον εν λόγω τεχνικό, η προσπάθεια του Δήμου Πάφου κατά το έτος 2008, είχε ως απώτερο σκοπό, αφενός την αποτροπή και την αναχαίτιση της παρανομίας και της αταξίας που επικρατούσε στην περιοχή, αφετέρου δε την επίτευξη της τήρησης της τάξης και της ομοιομορφίας μεταξύ των καταστημάτων στην περιοχή. Υποστήριξε μάλιστα ότι τα επίδικα σκιάδια είχαν κατασκευαστεί με οδηγίες του Δήμου Πάφου καθώς και ότι, ο ισχυρισμός ο οποίος έχει προβληθεί από την Ενάγουσα περί επιβολής της κατασκευής τους είναι παραπλανητικός αφού κατά τον εν λόγω χρόνο που κατασκευάστηκαν τα επίδικα σκιάδια κανένας εκ των καταστηματαρχών του παραλιακού μετώπου δεν ήταν διατεθειμένος να επανέλθει το κατάστημα του τόσο στο μέγεθος όσο και στην προτέρα κατάσταση που βρισκόταν πριν προσαρτηθούν σε αυτά οι παράνομες και αυθαίρετες κατασκευές. Η πραγματικότητα σύμφωνα με τον κ. Σκάρο ήταν ότι ο Δήμος Πάφου στην προσπάθεια του να αρθούν οι ακαλαίσθητες κατασκευές του κάθε καταστηματάρχη που υπήρχαν, δεν ακολούθησε την ενδεδειγμένη διαδικασία και έτσι ο Δήμος Πάφου αναγκαστικά πρότεινε στα πλαίσια της προηγούμενης ανάπλασης του παραλιακού μετώπου, την κατασκευή αυτών των σκιαδίων. Πιο συγκεκριμένα, επειδή το τοπικό σχέδιο που είχε δημοσιευτεί περί το έτος 2003 δεν περιλάμβανε την κατασκευή των σκιαδίων στο παραλιακό μέτωπο περί το έτος 2006 δημοσιεύτηκε τροποποιημένο «Τοπικό Σχέδιο» με το οποίο διδόταν η δυνατότητα στέγασης μπροστά από τα καταστήματα με ομοιόμορφα σκιάδια. Εντός του συγκεκριμένου σχεδίου περιλαμβανόταν και το υποστατικό της Ενάγουσας. Το συγκεκριμένο σχέδιο σύμφωνα με τον κ. Σκάρο δεν ήταν αρεστό από τους καταστηματάρχες καθότι σε αυτό δεν προνοείτο οποιοσδήποτε κλειστός χώρος ο οποίος να αποτελεί προέκταση του καταστήματος τους. Έτσι υπήρξε σωρεία κινητοποιήσεων και αντιδράσεων με αποτέλεσμα ο Δήμος Πάφου να ετοιμάσει για τον κάθε ενδιαφερόμενο ξεχωριστά σχέδιο με προδιαγραφές και προτεινόμενο κόστος για την κατασκευή σκιαδίου. Τονίζεται ότι για την κατασκευή του σκιαδίου από τον Δήμο Πάφου δεν προηγήθηκε η αίτηση για εξασφάλιση Πολεοδομικής Άδειας από έκαστο καταστηματάρχη και έτσι σύμφωνα με τον εν λόγω τεχνικό, οι προσαρτήσεις/σκιάδια που κατασκευάστηκαν μπροστά από τα καταστήματα από το έτος 2008 να μην είναι νόμιμες. Σημειώνεται ότι για αυτόν ακριβώς τον λόγο, από το 2011 το Τοπικό Σχέδιο δεν προνοεί σκιάδια στα καταστήματα καθότι πρόκειται για ουσιαστικά κλειστές οικοδομές ενοποιημένες με τον κλειστό χώρο των καταστημάτων και προέκταση εντός του δημόσιου πεζοδρομίου που αποτελεί μέρος του δημόσιου δρόμου. Προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών τους, οι Εναγόμενοι επισυνάπτοντας σειρά από Τεκμήρια τα οποία αποτελούνται τόσο από διάφορα έγγραφα όσο και από φωτογραφίες επιχείρησαν δια μέσω της ενόρκου δηλώσεως του κ. Σκάρου, στο να καταδειχθεί προς το Δικαστήριο η παρανομία που επικρατεί στην περιοχή του παραλιακού μετώπου σήμερα, συμπεριλαμβανομένου και της προέκτασης του σκιαδίου της Ενάγουσας ως αυτό έχει ανεγερθεί και το οποίο φαίνεται να επεμβαίνει παράνομα προς το δημόσιο πεζοδρόμιο το οποίο και αποτελεί προέκταση του δημοσίου δρόμου. Αποτελεί μάλιστα θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης των εν λόγω κατασκευών. Περί τον μήνα Ιούνιο του έτους 2022 προκηρύχθηκε νέος δημόσιος διαγωνισμός για έργο που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την συντήρηση και αποκατάσταση των προσόψεων των εν λόγω σκιαδίων το οποίο κατέληξε σε κατακύρωση της προσφοράς και σε υπογραφή σύμβασης που έλαβε χώρα την 18.11.2022 με δημοσιότητα. Στην συνέχεια σύμφωνα με τον τεχνικό, τόσο ο εργολάβος όσο και υπάλληλοι Εναγομένων ενημέρωσαν τους καταστηματάρχες για τις εργασίες που θα ξεκινούσαν στο παραλιακό μέτωπο συμπεριλαμβανομένου και του κλεισίματος δρόμων και την δημιουργία εργοταξίου σε όλο το παραλιακό μέτωπο της Κάτω Πάφου. Την 01/03/23 και ενώ το συνεργείο των Εναγομένων βρισκόταν στην συγκεκριμένη περιοχή, αφού ήδη εκτελούνταν εργασίες, διευθετήθηκε συνάντηση μαζί με τους καταστηματάρχες που διατηρούν επιχειρήσεις επί του παραλιακού μετώπου με σκοπό να ενημερωθούν αναφορικά με τις εργασίες που θα πραγματοποιούνταν στα σκιάδια των καταστημάτων τους με σκοπό να επιτευχθεί κατ' αυτόν τον τρόπο ομοιομορφία και καλαισθησία στην περιοχή. Σύμφωνα με τον τεχνικό των Εναγομένων, η ενόρκως δηλούσα που είχε παρευρεθεί στην πιο πάνω συνάντηση εκπροσωπώντας την Ενάγουσα, δεν διαμαρτυρήθηκε αλλά τουναντίον συμφώνησε και συγκατατέθηκε όπως την 06/03/23 επέμβει ο Δήμος Πάφου με το συνεργείο του στο υποστατικό της και να αφαιρέσει τις πινακίδες περιμετρικά του σκιάδιου της καθώς και τις γυψοσανίδες με τις οποίες επενδύθηκαν οι προκατασκευασμένες περσίδες αλουμινίου και οι τέντες σκίασης. Συνεπώς και αποτελεί θέση του τεχνικού, ότι η ενόρκως δηλούσα εκπροσωπώντας στην εν λόγω συνάντηση την Ενάγουσα, συγκατατέθηκε. Αποτελεί επίσης θέση του τεχνικού ότι η συντήρηση των εν λόγω σκιαδίων των καταστημάτων δεν θα προκαλούσε στους καταστηματάρχες οποιοδήποτε επιπρόσθετο κόστος. Περαιτέρω ο τεχνικός ισχυρίζεται ότι τόσο η ενόρκως δηλούσα και πολλοί άλλοι εκ των καταστηματαρχών αναγνώρισαν ότι τα σχέδια που τους δόθηκαν περί το έτος 2008 έκαναν αναφορά σε προκατασκευασμένες περσίδες αλουμινίου για το στέγαστρο των πεζών και όχι σε επένδυση τους με ταμπέλες και επέκταση των ηλεκτρολογικών τους εγκαταστάσεων ή τοποθέτηση τεντών επι αυτών, καθώς επίσης και ότι, είχε αναφερθεί στους καταστηματάρχες ότι θα τους υποδειχθεί ενιαίος τρόπος τοποθέτησης διαφήμισης της επιχείρησης τους αφού προηγουμένως υποβάλουν σχετική αίτηση για αδειοδότηση της διαφημιστικής τους πινακίδας. Αποτελεί επίσης βασική θέση του τεχνικού των Εναγομένων, ότι αριθμός καταστηματαρχών συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις τους καθώς και ότι οι υπόλοιποι καταστηματάρχες, μεταξύ των οποίων και η ενόρκως δηλούσα, συγκατατέθηκαν στην αφαίρεση των παράνομων προσθηκών για τον προαναφερόμενο σκοπό. Από την επιτόπια εξέταση του τεχνικού των Εναγομένων την 10/04/23 στο υποστατικό της Ενάγουσας, διαπιστώθηκαν παρανομίες οι οποίες και απεικονίζονται σε σχετική φωτογραφία που έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 9 επί της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση που έχει καταχωρηθεί. Υποστηρίζεται επίσης και η θέση, ότι σε καμία απολύτως περίπτωση οι Εναγόμενοι δεν είχαν πρόθεση να επέμβουν εκτός του πλαισίου του νόμου σε περιουσία η οποία κατέχεται από την Ενάγουσα, είτε αυτή κατέχεται νόμιμα είτε όχι. Η ακρόαση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης έλαβε χώρα επί την βάση των ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών. Οι δε συνήγοροι που τους εκπροσωπούν, δια μέσω των γραπτών αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο επιχειρηματολόγησαν υπέρ των θέσεων που υποστηρίζουν. Νομική Πτυχή Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρέως γνωστή και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, και οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί στις υποθέσεις ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019. Παρατίθεται κατωτέρω, αυτούσιο, το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στην Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις................ ..................................... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Διατάγματα τύπου Quia Τimet Τo επιζητούμενο διάταγμα είναι γνωστό ως "Quia Timet" (προληπτικά διατάγματα), εφόσον η θέση της Ενάγουσας συνίσταται στον επαπειλούμενο κίνδυνο για φόβο πρόκλησης ζημιάς από τους Εναγόμενους στην περιουσία της, δηλαδή στο σκιάδιο σκιάδιο του καταστήματος της. Τέτοιου είδους διατάγματα Quia Timet λόγω της φύσεως τους ποτέ δεν δίδονται ως θέμα ρουτίνας (as for course) και θα πρέπει να πληρούνται ιδιαίτερα κριτήρια. Τέτοιας φύσεως διατάγματα μπορεί να δοθούν μόνο όπου ο Αιτητής αποδεικνύει την ύπαρξη πολύ μεγάλης πιθανότητας με βάση τα γεγονότα για πρόκληση σ' αυτόν μεγάλης ζημιάς στο μέλλον. Πρόκειται για δικαιοδοσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και προσοχή. Σε τέτοιου είδους διάταγμα που αποβλέπει στο μέλλον σημασία έχει, λοιπόν, και το μέγεθος του κινδύνου πρόκλησης ζημιάς. Στην υπόθεση Szabo v. Esat Digifone Limited [1998] ILRM 102, 110 υποδεικνύεται: «for a quia timet injunction to be granted there would have to be a proven substantial risk of danger.» Στο Σύγγραμμα Goldrein Wilkinson and Kershaw, Commercial Litigation, 3η έκδοση, αναφέρεται ότι η απειλούμενη βλάβη πρέπει να είναι βέβαιη (certain) ή άμεσα επικείμενη (very imminent). Στο σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 59, παρ. 2.029, αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(7)Quia timet injunctions A quia timet (since he fears) injunction is an injunction granted where no actionable wrong has been committed, to prevent the occurrence of an actionable wrong, or to prevent repetition of an actionable wrong. Before the Judicature Acts it was the sole preserve of the old High Court of Chancery to grant such an injunction where there had been no prior wrong. Sir George Jessel M.R. said no jurisdiction of the old Court of Chancery was more valuable and no subject more frequently the cause for bills for injunction than to restrain threatened injury. But the jurisdiction involves proof that unless the court intervenes by injunction there is a real risk that an actionable wrong will be committed; that an injunction would do no harm is not a justification for granting it. Usually this will be by evidence that the defendant has threatened to do the particular wrongful act "no-one can obtain a quia timet order by merely saying "Timeo" (literally "I fear")» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Εξέταση της Αίτησης Πριν προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της υπό κρίσης αίτησης, κρίνω σκόπιμο και ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας να εξετάσω τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους αναφορικά (α) με την ισχυριζόμενη απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από μέρους της Ενάγουσας καθώς και της ισχυριζόμενης παραπλάνησης του Δικαστηρίου με γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (β) τον ισχυρισμό περί του ότι, η τυχόν οριστικοποίηση του επιζητούμενου διατάγματος θα αποτελέσει υπέρβαση των εξουσιών του Δικαστηρίου αφού θα ισοδυναμεί με παράταση της παραμονής της κατασκευής της Ενάγουσας σε χώρο παράνομο που δεν δικαιούται να κατέχει, και τέλος (γ) με τον ισχυρισμό ότι δεν έχει καταδειχθεί για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος το στοιχείο του κατεπείγοντος. (α) Εξέταση του ισχυρισμού περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και περί παραπλάνησης του Δικαστηρίου Υποστηρίζεται από τους Εναγόμενους η θέση, ότι η Ενάγουσα με σκοπιμότητα προέβηκε σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης μονομερώς, αφού η αίτηση που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους της στηρίχθηκε σε γεγονότα παραπλανητικά για την κρίση του Δικαστηρίου τόσο αναφορικά με το ιστορικό της κατασκευής του σκιαδίου, όσο και αναφορικά με την θέση τους ότι μεγάλο μέρος του σκιαδίου που κατέχει καταλαμβάνει χώρο από τον κοινόχρηστο χώρο του κτηριακού συγκροτήματος που βρίσκεται το υποστατικό της. Αποτελεί περαιτέρω βασική θέση των Εναγομένων, ότι η Ενάγουσα ενώ γνωρίζει ότι κατέχει και χρησιμοποιεί οικοδομή εντός κοινόχρηστου χώρου χωρίς Πολεοδομική άδεια και ή Άδεια Οικοδομής προσέφυγε στο Δικαστήριο με την υπό κρίση αίτηση επιζητώντας προστασία για την διατήρηση του status quo, δηλαδή την συνέχιση της παρανομίας από μέρους της αποκρύπτοντας όλα τα πιο πάνω ουσιαστικά γεγονότα τα οποία και όφειλε να αποκαλύψει. Είναι γνωστό ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και συγκεκριμένα εκείνου του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί. Συνεπώς ο Αιτητής, εν προκειμένω η Ενάγουσα, έχει καθήκον να προβεί σε έρευνα ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο Αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Η ουσιαστικότητα και η σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται από τον εκδικάζοντα Δικαστή, με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L. 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν με σαφήνεια επαναληφθεί στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited, Π.Ε. Ε6/14, ημερομηνίας 27/02/2015. Στην εν λόγω Απόφαση ο Ερωτοκρίτου, Δ., ανέφερε τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην Αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D)
  1. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Αναφορικά με τον πιο πάνω προβαλλόμενο λόγο ένστασης και έχοντας υπόψη ότι η ουσία της υπό κρίση αίτησης αφορά στην έκδοση ενός διατάγματος προληπτικής φύσης με σκοπό την αποφυγή του κινδύνου επέμβασης επί του σκιαδιού της Ενάγουσας αλλά και της άρσης του φόβου της για επικείμενη επέμβαση και κατεδάφιση του από το συνεργείο των Εναγομένων, αφού μάλιστα είχε ήδη προηγηθεί την 06/03/23 η αφαίρεση τόσο των πινακίδων του όσο και των φλορέτζων που βρίσκονταν εγκατεστημένες επί αυτού, κρίνω ότι, οι οποιεσδήποτε μη αναφορές της Ενάγουσας σχετικά το ιστορικό της κατασκευής του σκιαδιού και σχετικά με το γεγονός ότι η ίδια δεν απεκάλυψε ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε Πολεοδομική Άδεια ή Άδεια Οικοδομής από την αρμόδια αρχή, σε καμία απολύτως περίπτωση δεν μπορούν να κριθούν ως ουσιώδης ως εν προκειμένω οι Εναγόμενοι διατείνονται, που θα μπορούσαν να επενεργήσουν διαφορετικά στην κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Και αυτό γιατί, μέσα από τα τόσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι προφανές ότι οι δύο πλευρές, έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις και εκδοχές οι οποίες και φυσικά δεν μπορούν να εξεταστούν και να αξιολογηθούν στο παρόν στάδιο. Ούτε και το Δικαστήριο θα προχωρήσει να αποφασίσει οποιαδήποτε ζητήματα τυχόν παρανομίας ή νομιμότητας των υφιστάμενων κατασκευών και ούτε αν τελικά αυτά επεμβαίνουν πράγματι ή όχι επί του δημοσίου δρόμου. Το ιστορικό της κατασκευής των σκιαδίων δεν αποτελεί το ζητούμενο της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνεται περαιτέρω ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ήταν εξ' αρχής η θέση της Ενάγουσας ότι στην συνάντηση που είχε διευθετηθεί αρχικά με τον Δήμαρχο της Πάφου περί την 01/03/23 και κατόπιν πληροφόρησης που είχε για τις επικείμενες εργασίες επί των σκιαδίων των καταστημάτων επί του παραλιακού μετώπου, τόσο η ίδια όσο και οι άλλοι καταστηματάρχες διαμαρτυρήθηκαν και συνεπακόλουθα δεν είχαν συγκατατεθεί στις εν λόγω εργασίες. Η δε θέση των Εναγομένων περί συγκατάθεσης είναι εντελώς διαφορετική. Ακόμη όμως και αν εθεωρείτο ότι η Ενάγουσα αρχικά είχε συγκατατεθεί για την αφαίρεση των πινακίδων και των φλορετζών που βρίσκονταν εγκατεστημένες επί του σκιαδίου της, γεγονός που βεβαίως η ίδια δια μέσω της ενόρκως δηλούσας Μ. Ηρακλέους, αρνείται κατηγορηματικά, σε καμία περίπτωση το γεγονός αυτό δεν μπορεί εξομοιωθεί με οποιαδήποτε συγκατάθεση της για μεγαλύτερη μελλοντική παραβίαση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα εν προκειμένω έχει τηρήσει πλήρως και απόλυτα το καθήκον υψίστης πίστεως (uberrima fides) με την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση καθώς και ότι τήρησε απολύτως το καθήκον που είχε για να μεταφέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνώριζε και ήταν αυτά ουσιώδη. Συνεπώς και δεν διαπιστώνω ότι υπήρξε οποιαδήποτε πρόθεση εκ μέρους της για παραπλάνηση του Δικαστηρίου διαστρεβλώνοντας ή αποκρύπτοντας οποιαδήποτε ουσιώδη γεγονότα ως είναι και η θέση των Εναγομένων. Για τους λόγους που έχω υποδείξει ανωτέρω, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης που έχει προβληθεί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. (β) Το στοιχείο του κατεπείγοντος Η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδώσουν διάταγμα με μονομερή αίτηση πηγάζει από το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Μόνο όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Zein κ.α. ν. Τ.Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ (Α) 606). Στην Αίτηση Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ 901 που αφορούσε ένταλμα της φύσης certiorari, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων με μονομερή αίτηση: «Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/02/2015 στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G (βλ. ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Υπό το φως της πιο πάνω αυθεντίας προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον απεδείχθη από την Ενάγουσα το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος. Σημειώνω, επίσης, όσα είχαν λεχθεί στην απόφαση The Timberland Co of USA V Evans & Sons Ltd, σελ. 8: «Όπως υποδεικνύεται στην Demstar Limited V. Zim Israel Navigation Co Limited κ.α., (ανωτέρω),επαναλαμβάνεται στη Μ & CH Mitsingas Ltd Ν. The Timberland Co of Usa, (ανωτέρω), και τονίζεται στη Resola (Cyprus) Ltd V. Χρίστου,
(1998)1. Α.Α.Δ 598, γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγομένου. Το υπαρκτό του επείγοντος, όπως υποδεικνύεται σε δύο αποφάσεις του Κωνσταντινίδη, Δ. (In Re Stavros Hotel Apparments Ltd,
(1994)1. Α.Α.Δ 836 In Re B.P. Cyprus Ltd.,
(1996)1(B) A.A.D 861 αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ.6.». Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το συμβάν που πυροδότησε την αιτία καταχώρισης της αγωγής αλλά παράλληλα και της μονομερούς αίτησης την 07/03/23 ήταν τα γεγονότα που επεσυνέβησαν περί την 06/03/23 το πρωί όπου τα συνεργεία των Εναγομένων μετέβηκαν στο υποστατικό της Ενάγουσας και αφού επενέβηκαν επί του σκιαδίου της, αφαίρεσαν τόσο τις πινακίδες καθώς και τις φλορέτζες του, ενώ μάλιστα ήδη κατά τις προηγούμενες ημέρες, δηλαδή την 02/03/23, είχαν μεταβεί και επέμβει επί των σκιαδίων και άλλων καταστημάτων του παραλιακού μετώπου αφαιρώντας επίσης τις πινακίδες τους. Οι ενέργειες των Εναγομένων έλαβαν χώρα τόσο παρά την κατ' ισχυρισμό έντονη διαφωνία των άλλων καταστηματαρχών καθώς και της ίδιας της Ενάγουσας, όσο και παρά την έλλειψη συγκατάθεσης τους, αφού στην συνάντηση που είχε προηγηθεί της συγκεκριμένης ημέρας μαζί με τον Δήμαρχο της Πάφου, όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και η Ηρακλέους, είχαν εκφράσει και την διαφωνία αλλά και την δυσαρέσκεια τους αντιδρώντας έντονα. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη αλλά και την συνεπακόλουθη επέμβαση του συνεργείου των Εναγομένων επί του σκιαδίου της Ενάγουσας, η διευθύντρια της Ενάγουσας ως το φυσικό πρόσωπο που την εκπροσωπεί, θέλοντας να προστατευτεί από την τυχόν συνέχιση της επέμβασης επί της ιδιοκτησίας της, την επομένη ημέρα, ήτοι την 07/03/.23 καταχώρησε παράλληλα με την αγωγή της και την αίτηση για έκδοση μονομερούς προληπτικού Διατάγματος. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η Ενάγουσα ενήργησε άμεσα και με την δέουσα σπουδή χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση. Το ζήτημα που είχε προκύψει πρόβαλλε ως επείγον και συνακόλουθα το ζήτημα του κατεπείγοντος ως εύλογο στα μάτια του Δικαστηρίου. Κρίνω λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε οποιοσδήποτε καλός λόγος γιατί να μην μπορούσε ευλόγως να γίνει δεκτή η θέση της Ενάγουσας κατά την 07/03/23 ότι υπήρχε κατεπείγουσα ανάγκη για επέμβαση του Δικαστηρίου για να δώσει την προσωρινή προστασία. Ο δικαιοδοτικός αυτός όρος, βρίσκω ότι πληρείτο κατά την ημερομηνία μονομερούς έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και δεν καταδεικνύεται λόγος για ακύρωση του διατάγματος εν σχέση προς αυτόν τον δικαιοδοτικό όρο. Συνεπώς ο λόγος ένστασης σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. (γ) H ισχυριζόμενη υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου σε περίπτωση οριστικοποίησης του αιτούμενο διατάγματος Ανάμεσα στους λόγους ένστασης που έχουν προβληθεί από τους Εναγόμενους είναι και η θέση τους ότι η τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος που έχει εκδοθεί μονομερώς θα επιφέρει και ως αποτέλεσμα την κατ' εξακολούθηση επέκταση της παρανομίας στην οποία έχει προβεί η Ενάγουσα, αφού θα συνεχίσει να κατέχει και να χρησιμοποιεί το σκιάδιο το οποίο έχει κατασκευαστεί παράνομα και επεκτείνεται εντός του δημοσίου δρόμου. Με όλο τον σεβασμό προς την πλευρά των Εναγομένων δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση. Εν προκειμένω η Ενάγουσα ασκώντας κάθε νόμιμο δικαίωμα που της παρέχεται από τον νόμο αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την συγκεκριμένη διαδικασία υποστηρίζοντας με νομικά επιχειρήματα τις θέσεις της και αποζητώντας παράλληλα με την αγωγή που καταχώρησε, διάταγμα ως ενδιάμεση θεραπεία για την προστασία της περιουσίας της από τους Εναγόμενους οι οποίοι πάντοτε κατά την θέση της δεν έχουν ενεργήσει στα πλαίσια της νομιμότητας. Από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω ουδέν μεμπτό στον τρόπο που ενήργησε η Ενάγουσα διαπιστώνεται. Το αν το σκιάδιο της Ενάγουσας έχει ή δεν έχει αδειοδοτηθεί αλλά και υπό ποιο καθεστώς έχει κατασκευαστεί δεν είναι το ζητούμενο αυτή την στιγμή. Συνακόλουθα καταλήγω ότι για τους λόγους τους οποίους έχω υποδείξει και αυτός ο λόγος ένσταση κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Εξέταση συνδρομής προϋποθέσεων άρθρου 32 1. Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και Ορατή πιθανότητα επιτυχίας Το κατά πόσο υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid ανωτέρω). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέση με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1Α.Α.Δ.253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στην βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στη θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση - μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα - Injunctions, στη σελ. 124 «..δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Εν προκειμένω η Ενάγουσα καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στην παρούσα αγωγή. Μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της Ηρακλέους η οποία συνοδεύει και την αίτηση που έχει καταχωρηθεί, προκύπτει ως αιτία για την προώθηση της αγωγής, η παράβαση της συμφωνίας για την κατασκευή του σκιαδίου έναντι της καταβολής τιμήματος εκ μέρους της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι σύμφωνα με την Ενάγουσα, κατά παράβαση αυτής της συμφωνίας και ή με απαίτηση και ετσιθελισμό, αλλά χωρίς η απόφαση που έχουν λάβει να στηρίζεται σε οποιοδήποτε νομοθετικό υπόβαθρο, απαίτησαν χωρίς προειδοποίηση νέες εργασίες με αφαιρέσεις και μετατροπές επί του σκιαδίου της, το οποίο είχε ήδη κατασκευαστεί με βάση την συμφωνία η οποία είχε συναφθεί με τους Εναγόμενους στο παρελθόν ενώ είχε υποχρεωθεί να προβεί και σε δικά της έξοδα με την καταβολή του τιμήματος αναφορικά με το κόστος του. Σύμφωνα μάλιστα με την Ενάγουσα η ίδια ουδέποτε συγκατατέθηκε και ή συμφώνησε στην διεξαγωγή νέων εργασιών παρά το ότι οι Εναγόμενοι χαρακτηρίζουν την κατασκευή του σκιαδίου της ως παράνομη και μη αδειοδοτηθείσα. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εναντίον της περιουσίας της υπήρξε παράνομη επέμβαση από πλευράς των Εναγομένων ενώ η ίδια ουδέποτε δεν είχε συγκατατεθεί σε μία τέτοια ενέργεια από μέρους τους. Συνακόλουθα προκύπτει μέσα από τις θέσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους της Ενάγουσας ότι η οποιαδήποτε επέμβαση των Εναγομένων επί των σκιαδίων της δεν είναι οικειοθελής εισάγοντας έτσι συζητήσιμη υπόθεση εφόσον αποκαλύπτεται γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία στην περίπτωση που επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το γεγονός και μόνο ότι οι Εναγόμενοι διατείνονται και θεωρούν ότι το συγκεκριμένο σκιάδιο έχει κατασκευαστεί κατά τρόπο παράνομο και ότι ενεργούν νομίμως υπό την ιδιότητα τους ως Δημοτική Αρχή, δεν εμποδίζει ασφαλώς από μόνο του, τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου του όλου ζητήματος που έχει προκύψει. Υπό το φως των πιο πάνω πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η αίτηση που έχει υποβληθεί εκ μέρους της Ενάγουσας πληροί και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει ή όχι η δεύτερη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/1960 και πριν από την περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα υπογραμμίζεται, ενδεχόμενα εκ του περισσού, το γεγονός πως κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό κρίση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Οι καλά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «Κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Είναι γεγονός πως η θέση της Ενάγουσας ως αυτή έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο είναι συγκεκριμένη και φέρει επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες το επίδικο σκιάδιο είχε κατασκευαστεί με βάση τις υποδείξεις της αρμόδιας Αρχής, δηλαδή των Εναγομένων σε χρόνο βεβαίως προγενέστερο, κάτι το οποίο βεβαίως και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν προβάλλοντας προς τούτο, τους δικούς τους ισχυρισμούς. Προκύπτει επίσης ως βασικός άξονας των επιχειρημάτων που προβάλλει η Ενάγουσα, ότι το συγκεκριμένο σκιάδιο που αποτελεί επέκταση του καταστήματος της είχε κατασκευαστεί με δικά της έξοδα και καθ' υπόδειξη των Εναγομένων στα πλαίσια ανάπλασης του παραλιακού μετώπου με σκοπό την επίτευξη ομοιομορφίας στην περιοχή. Περαιτέρω αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι σήμερα, στα πλαίσια σύναψης άλλης νέας συμφωνίας για την εκτέλεση δημοσίου έργου, απαιτούν κατά τρόπο παράνομο και αδικαιολόγητο και χωρίς να έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα που να πηγάζει από τον νόμο, την διενέργεια εργασιών επί του σκιαδίου της το οποίο και αποτελεί δική της περιουσία. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι επιχειρούν να συντελέσουν παράνομες και αυθαίρετες ενέργειες επί της ιδιοκτησίας της καταπατώντας ουσιαστικά τα συνταγματικά της δικαιώματα. Οι Εναγόμενοι από την άλλη, δεν φαίνεται να αμφισβητούν ούτε την σύναψη της σύμβασης και την συνακόλουθη επέμβαση επί των σκιαδίων των καταστημάτων επί του παραλιακού μετώπου, ούτε και το ότι η ενέργεια τους δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε νομοθετικό υπόβαθρο πέραν από την σύμβαση που έχει συναφθεί και η εκτέλεση της επιβάλλεται για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και κοινής ωφέλειας. Είναι φανερό λοιπόν ότι η θέση της Ενάγουσας είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από τίς θέσεις των Εναγομένων αναφορικά με την συγκατάθεση προς την διεξαγωγή εργασιών ή όχι. Επαναλαμβάνω ότι τα ζητήματα αυτά βεβαίως αποτελούν ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, κατά την εξέταση δηλαδή της ουσίας της διαφοράς για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα. Γεγονός παραμένει ότι στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, με δεδομένο ότι σε αυτό το στάδιο δεν απαιτείται η κατάδειξη πιθανότητας επιτυχίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, η Ενάγουσα φαίνεται να έχει υπερβεί το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλείται να υπερπηδήσει σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση για να καταδείξει ορατό τουλάχιστο ενδεχόμενο επιτυχίας. Καταλήγω λοιπόν ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του νόμου. Δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί ή οριστικοποιηθεί το αιτούμενο Διάταγμα. (βλ.Timberland Co v.Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 396). Όπως τονίστηκε στην Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ' εαυτών, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή ανωτέρω). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Evans Marshall & Co v. Bertola S.A.
(1973)1 All E.R. 992, το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων έχει και μια άλλη πτυχή, η οποία σχετίζεται με το κατά πόσο ο Εναγόμενος θα είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό των αποζημιώσεων.Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σ΄ αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Στις ακόλουθες περιπτώσεις έχει λεχθεί ότι η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής: α) Αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. β) Η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη, π.χ απώλεια του δικαιώματος της ψήφου. γ) Η ζημιά δεν είναι χρηματική / οικονομική, π.χ λίβελος, οχληρία, βιομηχανικό μυστικό (trade secret). δ) Δεν υπάρχει διαθέσιμη αγορά. Στην υπόθεση Howard E. Perry and Co. Ltd v British Railways Board
(1980)1 WLR ο Εναγόμενος δεν επέτρεψε στον Ενάγοντα να μετακινήσει ένα φορτίο από χάλυβα κατά την διάρκεια απεργίας εργατών χάλυβα. Καθώς ο χάλυβας δεν ήταν διαθέσιμος από οπουδήποτε αλλού κατά την χρονική εκείνη περίοδο οι αποζημιώσεις δεν ήταν επαρκής αποζημίωση. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (βλ. Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 AAΔ 1121). Εν προκειμένω η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι ξαφνικά δια μέσω του Δημάρχου Πάφου ανακοίνωσαν στους καταστηματάρχες του παραλιακού μετώπου, μεταξύ των οποίων και στην διευθύντρια της, δηλαδή στην Ηρακλέους, ότι θα επέμβουν κατά τις επόμενες ημέρες δια μέσω των συνεργείων που διαθέτουν και θα προχωρήσουν σε εργασίες επί των σκιαδίων που κατέχουν, δηλαδή σε κατεδάφιση. Ήδη μάλιστα σύμφωνα με την Ενάγουσα, οι Εναγόμενοι κατά την επομένη ημέρα δηλαδή την 02/03/23 το πρωί επενέβησαν σε άλλα καταστήματα του παραλιακού μετώπου αφαιρώντας τις πινακίδες τους ενώ την 06/03/23 επενέβησαν και στο δικό της σκιάδιο χωρίς την συγκατάθεση της με αφαίρεση των πινακίδων περιμετρικά καθώς και του φωτισμού του, δηλαδή των φλορέτζων. Οι ενέργειες των Εναγομένων και η τυχόν μελλοντική συνέχιση των «εργασιών» των συνεργείων τους, προκάλεσαν στην Ενάγουσα τον «φόβο» ότι ανά πάσα στιγμή και ώρα δύνανται να επέμβουν ξανά εφόσον διαθέτουν όλα τα κατάλληλα μέσα, κατά τρόπο παράνομο στην περιουσία της προκαλώντας κατ' αυτόν τον τρόπο ανεπανόρθωτη ζημιά αφού η επέμβαση αυτή έλαβε χώρα συν τοις άλλοις αμέσως πριν από την έναρξη της τουριστικής περιόδου. Οι Εναγόμενοι από την άλλη με τις θέσεις που έχουν προβάλει δεν αμφισβητούν ότι το διάταγμα που επιζητείται θα τους εμποδίσει από του να ολοκληρώσουν την σύμβαση που έχουν συνάψει, συμπεριλαμβανομένου και της επέμβασης επί των σκιαδίων. Συνακόλουθα προκύπτει ότι η θέση των Εναγομένων για υλοποίηση των όσων έχουν συμφωνηθεί ενισχύει αδιαμφισβήτητα τον φόβο της Ενάγουσας. Οποιαδήποτε επέμβαση σε περιουσία που κατέχεται και χρησιμοποιείται από άλλο πρόσωπο και δεν στηρίζεται σε νόμο ή σε συμφωνία είναι αδικοπραγία. Συνεπώς και δεν έχει οποιαδήποτε σημασία αν η ζημιά που θα προκληθεί στην Ενάγουσα από τους Εναγόμενους μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Τα ατομικά και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα εν προκειμένω της Ενάγουσας υπερισχύουν και προέχουν έναντι του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή του του έργου κοινής ωφελείας που οι Εναγόμενοι επιθυμούν διακαώς να εκπληρώσουν. Αδιαμφισβήτητα προέχει η διατήρηση του status quo. Πληρείται τελικά και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του νόμου. Δίκαιο και Εύλογο Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω επίσης ότι η οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους Εναγόμενους ότι οι επιπτώσεις που θα υπάρξουν από την τυχόν οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δυσανάλογα αρνητικές ή και κατάφορα άδικες για τους ίδιους. Τουναντίον, μέσα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως ανωτέρω έχω υποδείξει, θεωρώ ότι ισχύει το αντίθετο, ότι δηλαδή η μη οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος και ανατροπή υφιστάμενου του status quo από τις επαπειλούμενες ενέργειες των Εναγομένων επί της ιδιωτικής περιουσίας της Ενάγουσας ενδέχεται να επιφέρουν δυσανάλογα αρνητικές και άδικες συνέπειες ενόψει της επαπειλούμενης ζημιάς που δυνατόν να προκληθεί σε αντίθεση με την καθυστέρηση εκπλήρωσης του έργου που οι Εναγόμενοι επιθυμούν να ολοκληρωθεί. Έχοντας λοιπόν υπόψη το υπόβαθρο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και ενεργώντας ως Δικαστήριο της επιείκειας σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα που έχουν τεθεί υπόψη μου, κρίνω ότι προέχει η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Ασκώ λοιπόν την διακριτική μου ευχέρεια κατά τρόπο που να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας οριστικοποιώντας το Διάταγμα που έχει εκδοθεί. Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει αναφορικά με την Ενάγουσα και το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί την 07/03/23 καθίσταται απόλυτο και ισχύει οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα όμως στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ).............. Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.