KLEANTHIS SAVVA DEVELOPERS LIMITED ν. HASSAN ARAB κ.α., Αγωγή αρ. 1588/2015, 23/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1588/2015 KLEANTHIS SAVVA DEVELOPERS LIMITED Ενάγουσα ν.
- HASSAN ARAB
- AHMAD ARAB Εναγόμενοι Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: ΑΛ. Κυπριανού (κα) για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: Επ. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς
- Την 08.09.2010, η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία που ασχολείται με εργασίες ανέγερσης και πώλησης ακινήτων, συμφώνησε γραπτώς την πώληση ενός ακινήτου στους Εναγόμενους, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην αγωγή της, έναντι συνολικού τιμήματος €300.000,00, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Ο τρόπος αποπληρωμής του τιμήματος αναθεωρήθηκε με γραπτές συμφωνίες την 23.11.2010 και έπειτα την 12.04.
- Κατά τη θέση της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα σε σχέση με την αποπληρωμή του τιμήματος, και οφείλουν το ποσό των €60.500,
- Μεταχρονολογημένες επιταγές που είχαν εκδοθεί από τους Εναγόμενους για την πληρωμή του τιμήματος δεν τιμήθηκαν. Η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό αυτό.
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται την απαίτηση της Ενάγουσας. Ισχυρίζονται πως, με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 08.09.2010, η Ενάγουσα είχε την υποχρέωση, με την παράδοση του ακινήτου στους Εναγόμενους, να εξοφλήσει και την υποθήκη της. Έπειτα, εντός 30 εργάσιμων ημερών από την έκδοση του τίτλου, να μεταβιβάσει το ακίνητο στους Εναγόμενους. Με τη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 23.11.2010, η Ενάγουσα είχε την υποχρέωση να αποδεσμεύσει το ακίνητο από την υποθήκη, εντός τριών ετών από την πρώτη πληρωμή που είχαν κάνει οι Εναγόμενοι, ειδάλλως η πληρωμή του υπολοίπου θα αναστέλλονταν, μέχρι η Ενάγουσα να εξοφλήσει την υποθήκη. Με τη συμφωνία ημερομηνίας 12.04.2012, αναθεωρήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής και οι υπόλοιποι όροι έμειναν οι ίδιοι. Η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τους όρους των συμφωνιών, με αποτέλεσμα την αναστολή των πληρωμών, μέχρι η Ενάγουσα να εξοφλήσει την υποθήκη και να μεταβιβάσει το ακίνητο στους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι θεωρούν την αγωγή πρόωρη και καταχρηστική.
- Η Ενάγουσα, με απαντητικό δικόγραφο, αρνείται την εκδοχή των Εναγόμενων και θέτει πως η συμφωνία σε σχέση με την υποθήκη ήταν απλώς η εξασφάλιση απαλλακτικού από την Τράπεζα, ως έγινε, το οποίο μάλιστα παρέλαβε ο Εναγόμενος
- Ουδέποτε συμφωνήθηκε, όπως λέει, και η εξόφληση της υποθήκης. Επιμένει στη δική της εκδοχή.
- Εκ των δικογράφων, δεν αμφισβητείται η σύναψη των τριών συμβάσεων με το περιεχόμενο που φέρουν τα κείμενά τους. Επίδικο είναι το περιεχόμενο και νόημα των συμφωνηθέντων σε σχέση με την υποθήκη σε συνάρτηση με την πληρωμή του τιμήματος πώλησης. Εν τέλει, με δεδομένη την παραδεκτή αναστολή των πληρωμών από τους Εναγόμενους, εάν υφίσταται παράβαση της σύμβασης από μέρους τους ή εάν απλώς εφάρμοσαν το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων· εάν οφείλουν το ποσό των €60.500,00 με βάση τη σύμβαση ή λόγω παράβασής της ή άλλως πώς, ή όχι. Διαδικασία
- Για την απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον Χριστόφορο Αναγιωτό (ΜΕ1), που έχει διοριστεί ως παραλήπτης - διαχειριστής της Ενάγουσας με βάση ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος πιστωτή της, και από τον Παναγιώτη Σάββα (ΜΕ2), εκ των διευθυντών της Ενάγουσας. Αμφότεροι αντεξετάστηκαν. Δεν προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενων. Το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της δίκης. Έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη από συνολικά 15 αριθμημένα έγγραφα ή δέσμες εγγράφων, βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση
- Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη ή αμφισβητείται, την αξιολογεί, να βρει εάν και ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποία να μπορεί να βασιστεί και, όπου χρειάζεται, να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής.
- Όταν υπάρχει αμφισβήτηση του νοήματος της συμφωνίας, χρήζει ερμηνείας. Η πρόθεση ή βούληση των συμβαλλομένων μερών είναι αυτή που δείχνουν οι εκφρασμένες λέξεις, παρά εκείνη που προκύπτει από τις ανέκφραστες επιθυμίες, και εντοπίζεται με βάση το κείμενο, εκ του νοήματος των λέξεων. Όπως υποδεικνύεται μέσα από πλούσια νομολογία[3], ερμηνεία είναι ο καθορισμός του νοήματος που το έγγραφο θα μπορούσε να μεταδώσει σε έναν λογικό άνθρωπο που γνωρίζει ό,τι ευλόγως θα γνώριζαν και τα συμβαλλόμενα μέρη, και βρίσκεται στην ίδια θέση στην οποία βρίσκονταν τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης. Τυχόν εμπορικός χαρακτήρας της σύμβασης, λαμβάνεται υπόψη, οπότε, όταν ένας όρος επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, υιοθετείται η ερμηνεία που συνάδει με την κοινή επιχειρηματική λογική, απαντώντας στο ερώτημα τι θα κατανοούσε ένας λογικός άνθρωπος ότι αυτά τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει, εάν αυτός διέθετε το ίδιο γνωστικό υπόβαθρο και βρισκόταν στην ίδια θέση με τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τον χρόνο της σύμβασης. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται ο λογικός άνθρωπος δεν δίνεται αφηρημένα και αόριστα, αλλά σε μια συγκεκριμένη ολότητα, που περιλαμβάνει οτιδήποτε (σχετικό) θα μπορούσε να έχει επιδράσει στον τρόπο με τον οποίον η γλώσσα του εγγράφου, ως διαμορφώθηκε, θα μπορούσε να τύχει κατανόησης. Δεν περιλαμβάνονται οι προσυμβατικές διαπραγματεύσεις, ούτε οι διακηρύξεις των προθέσεων. Το νόημα που αναζητείται δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το νόημα των λέξεων στα λεξικά. Είναι αυτό που τα μέρη, χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις, ευλόγως θα κατανοούσαν ότι σημαίνει.
- Ο προαναφερόμενος κανόνας αντανακλά τη θέση πως, όταν τα μέρη μπαίνουν στη διαδικασία να διατυπώσουν γραπτώς ό,τι συμφώνησαν, δεν γίνονται με ευκολία λάθη. Η πρωταρχική πηγή για να καταστεί κατανοητό τι εννόησαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη γλώσσα που χρησιμοποίησαν είναι το συνηθισμένο νόημα των λέξεων, επομένως, όταν δεν υπάρχει ασάφεια στο νόημα, αυτό ισχύει, οπουδήποτε κι αν οδηγεί. Εάν διαπιστώνεται ότι συνέβη λάθος όσον αφορά τη γλώσσα ή τη χρήση της, δεν απαιτείται από το Δικαστήριο να δώσει στα μέρη πρόθεση που δεν θα μπορούσαν να έχουν[4]. Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας μια σύμβαση, δεν θα βελτιώσει τη διαπραγματευτική ή συμβατική θέση οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους[5], δεν θα παράγει τη σύμβαση με βάση ό,τι νομίζει πως ήθελαν τα μέρη κατά τον χρόνο σύναψής της, αν και μπορεί να διαγνώσει τη βούληση των μερών μέσα από τη διερεύνηση του πλαισίου ή μέσα από την ίδια να «διορθώσει» δια ερμηνείας προφανή λάθη (χωρίς να πλάθει τη σύμβαση).
- Όταν οι όροι μιας συμφωνίας τέθηκαν γραπτώς, δεν επιτρέπεται η εξωγενής μαρτυρία (extrinsic evidence) για να αντικρούσει ή να διαφοροποιήσει το περιεχόμενό της (parol evidence rule). Ωστόσο, η εξωγενής μαρτυρίας μπορεί να είναι αποδεκτή αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς υποβοήθησης της ερμηνείας, όταν υπάρχει πραγματικά αμφίβολο ή ασαφές νόημα[6] ή όταν δημιουργείται αντίφαση με το νόημα της ίδιας λέξης ή φράσης που περιέχεται σε άλλο έγγραφο που συνεξετάζεται[7] ή όσον αφορά τη σημασία τεχνικών όρων, για τη διάγνωση, τέλος πάντων, του πλαισίου, αλλά και τούτο υπό δύο εξαιρέσεις (που επαναφέρουν τον κανόνα). Η πρώτη εξαίρεση αφορά στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις και στη διάγνωση των προθέσεων των μερών. Οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις μπορούν, όμως, να εισαχθούν στη μαρτυρία, για την απόδειξη ότι ένα γεγονός είναι σχετικό και εμπίπτει στο πλαίσιο που ήταν γνωστό στα μέρη[8] ή για την απόδειξη του ότι τα μέρη έχουν προσδώσει σε συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις συγκεκριμένο (διαφορετικό από το συνηθισμένο) νόημα ("private dictionary rule")[9] ή ότι υπάρχει προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των μερών μη προπαρασκευαστική της υπό κρίση συμφωνίας και εφόσον η προσκόμιση της μαρτυρίας είναι ουσιαστική[10], σε κάθε περίπτωση με τρόπο ώστε η μαρτυρία αυτή (όσον αφορά το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εισέρχεται το Δικαστήριο) να διαχωρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μη επιτρεπτή μαρτυρία που τυχόν αφορά στο τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Η δεύτερη εξαίρεση αφορά στη συμπεριφορά των μερών μετά την υπογραφή της σύμβασης. Μπορεί να προσκομιστεί, όμως, μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε με μεταγενέστερη συμφωνία ή για την έγερση κωλύματος (estoppel), αλλά όχι για να αλλοιωθεί το αρχικό νόημα της σύμβασης.
- Δίδονται περαιτέρω ερμηνευτικές οδηγίες, που συνοψίζονται εγκυκλοπαιδικά[11]: Οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται σύμφωνα με τη φύση των περιστάσεων ή το πρόσωπο· σε περίπτωση αμφιβολίας, οι λέξεις στο λειτουργικό μέρος της σύμβασης ερμηνεύονται υπό το φως του λοιπού μέρους της σύμβασης· όταν μια λίστα συγκεκριμένων πραγμάτων ή μια συναφής τάξη ακολουθείται από γενικές λέξεις, τεκμαίρεται ότι οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται υπό το φως των προηγούμενων ειδικών· όταν συγκεκριμένο πρόσωπο, δικαίωμα ή πράγμα περιλαμβάνεται στη σύμβαση, ενδεχομένως να ενδείκνυται πρόθεση εξαίρεσης οποιουδήποτε άλλου προσώπου, δικαιώματος ή πράγματος· σε συμβάσεις που καταρτίζουν άτομα χωρίς ειδικές γνώσεις, δεν υπάρχει τεκμήριο κατά του πλεονασμού· η διατύπωση των προνοιών υπερτερεί έναντι της διατύπωσης των επικεφαλίδων· οι εμπορικές συμβάσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με την πρακτική και τα έθιμα των εμπόρων, νοουμένου ότι αυτά δεν είναι αντίθετα με το περιεχόμενο της σύμβασης· όταν είναι διατυπωμένες σε σταθερές φόρμες, χρήζουν και ομοιόμορφης ερμηνείας· οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ του νοήματος των λέξεων και του νοήματος των εικόνων, επιλύνεται υπέρ του νοήματος των λέξεων· τεκμαίρεται ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποια συμβατική πρόνοια για να βασίσει δική του αντισυμβατική συμπεριφορά.
- Ο κανόνας "contra proferentem" ή "verba fortius accipiuntur contra proferentem" (οι λέξεις πρέπει να ερμηνεύονται κυρίως εναντίον εκείνου που τις χρησιμοποιεί), κατά την παλαιά Doe d Davies v. Williams
(1788)1 Hy Bl 25, επίσης, προκύπτει από το αμφίβολο νόημα των προνοιών μιας σύμβασης. Έχει την έννοια ότι η ερμηνεία, σε τέτοια περίπτωση, τείνει να είναι εις βάρος εκείνου που επιχειρεί να βασιστεί στην αμφίβολη πρόνοια, προκειμένου να εξουδετερώσει κάποια βασική υποχρέωσή του ή ένα νόμιμο καθήκον επιμέλειας που έχει ανεξάρτητα από τη σύμβαση. Έχει, επίσης, την έννοια ότι η ερμηνεία τείνει να είναι εναντίον και του μέρους που επιχείρησε την ένταξή της (κατόπιν ερμηνείας) αμφίβολης πρόνοιας στη συμφωνία, δηλαδή εναντίον του συντάκτη της[12].
- Ο ΜΕ1 προσκόμισε το έντυπο διορισμού του (Τεκμήριο 1), αντίγραφα των επίδικων συμφωνιών ημερομηνιών 08.09.2010, 23.11.2010 και 12.04.2012 (Τεκμήρια 2, 5 και 6), τον τίτλο του ακινήτου στο όνομα της Ενάγουσας, που εκδόθηκε την 18.12.2015 (Τεκμήριο 3), δέσμη με τις αποδείξεις είσπραξης (Τεκμήριο 4), δέσμη με επιταγές που εκδόθηκαν (Τεκμήρια 7 και 8) και δεν τιμήθηκαν, αντίγραφο επιστολής του πιστωτή σε σχέση με την υποθήκη (Τεκμήριο 9), ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερομηνίας 24.01.2017 (Τεκμήριο 10), και κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 11). Τα λεγόμενα του ΜΕ1 βασίζονται στην έγγραφη μαρτυρία και στην ερμηνεία των γεγονότων που δίδει μέσα από την έγγραφη μαρτυρία, εφόσον ο ίδιος δεν είχε κάποια εμπλοκή στη σύναψη των συμφωνιών και στην περαιτέρω εξέλιξή τους πριν από τον διορισμό του. Το όλο υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα είναι €128.231,82, όπως εξηγεί, αλλά το ποσό των €60.500,00, που αξιώνει η Ενάγουσα με την αγωγή της, είναι εκείνο που είχε καταστεί πληρωτέο μέχρι την καταχώριση της αγωγής. Η κατοχή του ακινήτου είχε παραδοθεί από τον Νοέμβριο του
- Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1, ανέφερε πως, εάν πληρωθεί το υπόλοιπο του τιμήματος, η Ενάγουσα, που είναι υπό διαχείριση, θα είναι σε θέση να προβεί στη μεταβίβαση του ακινήτου. Ο ίδιος δεν γνωρίζει, ωστόσο, τι συνέβη στο παρελθόν, εάν τότε υπήρχε η ίδια δυνατότητα, ούτε ήταν σε θέση να απαντήσει σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο τίτλος (Τεκμήριο 3) ήταν μετά την αγωγή που εκδόθηκε και σε αυτόν αναγράφεται και ως σημείωση «απαγορεύεται η εκούσια μεταβίβαση ή/και υποθήκευση. Πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών - ουσιώδεις παρατυπίες (6/ΕΣ/532/2015)». Γνωρίζει ότι θα πρέπει να πληρωθεί ένα ποσό άνω των €30.000,00, για άρση παρατυπιών, προκειμένου να μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση, ωστόσο, η Ενάγουσα δεν έχει πόρους για να το πληρώσει η ίδια, αναμένοντας για τον σκοπό αυτό την είσπραξη από τους Εναγόμενους. Όταν του υποβλήθηκε πως οι Εναγόμενοι σταμάτησαν τις πληρωμές επειδή η Ενάγουσα δεν είχε απαλλάξει το ακίνητο από την υποθήκη, δεν είχε στην κατοχή της τελικό πιστοποιητικό έγκρισης, που ήταν προϋπόθεση της άδειας για απόκτηση από το Υπουργικό Συμβούλιο (καθότι έχουν Ιρανική υπηκοότητα) και βασικά δεν ήξεραν εάν θα λάβουν οποτεδήποτε αυτό που πληρώνουν, ο ΜΕ1 ανέφερε πως δεν γνωρίζει, βασίζοντας και πάλι τις απαντήσεις του στα έγγραφα. Δέχθηκε πως προϋπόθεση της απαλλαγής ήταν, μεταξύ άλλων, να υπάρχει και ξεχωριστός τίτλος, που κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν υπήρχε. Δεν γνώριζε πόσο είναι το ενυπόθηκο χρέος σήμερα, ούτε το σύνολο των βαρών του ακινήτου. Κατέστησε ωστόσο σαφές πως, ό,τι αναμένει η Ενάγουσα, είναι να εξοφλήσουν οι Εναγόμενοι τα ποσά που απαιτεί ο πιστωτής, προκειμένου να απαλλαγεί το ακίνητο από τα βάρη, και να γίνει η μεταβίβαση. Υποδείχθηκε στον ΜΕ1 πως, σύμφωνα με την έρευνα που έγινε στο ακίνητο, υπάρχουν βάρη προς όφελος του Τμήματος Φορολογίας πέραν των δύο εκατομμυρίων. Ανέφερε πως υπάρχει συμφωνία με το Τμήμα Φορολογίας, όπως και με την Επαρχιακή Διοίκηση και ότι με την καταβολή ενός ποσού περίπου €38.000,00, συνολικά, μπορούν να αρθούν τα βάρη και οι παρατυπίες (Τεκμήριο 14). Με το υπόλοιπο τίμημα, που η Ενάγουσα αναμένει να εισπράξει από τους Εναγόμενους, θα πληρωθεί και θα απαλλαγεί η υποθήκη. Όπως ανέφερε, η Ενάγουσα δεν αξιώνει τόκο. Του υποδείχθηκε ότι ο τόκος υπολογίστηκε και περιέχεται στο ποσό που αξιώνει. Δεν το αρνήθηκε, ωστόσο ανέφερε πως δεν προσέθεσε άλλους τόκους. Του υποβλήθηκε πως ό,τι αξιώνει η Ενάγουσα, δεν είναι πληρωτέο, εφόσον δεν εξαλείφθηκε η υποθήκη. Ο ΜΕ1 επέμεινε στην ερμηνεία πως η υποθήκη θα εξαλείφονταν νοουμένου ότι θα είχαν γίνει όλες οι πληρωμές εντός τριών ετών από την ημερομηνία της συμπληρωματικής συμφωνίας, αλλά, με βάση τα στοιχεία που έχει, δεν έγιναν όλες οι πληρωμές.
- Ο ΜΕ2 ανέφερε πως ο λόγος που υπογράφθηκαν οι συμπληρωματικές συμφωνίες ήταν γιατί, μετά την υπογραφή της πρώτης σύμβασης, οι Εναγόμενοι δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν δάνειο από κάποιο τραπεζικό ίδρυμα. Επομένως, ζήτησαν χρηματοδότηση μέσω της εταιρείας (in house finance). Σε αυτή τη βάση, με τις συμπληρωματικές συμφωνίες, γίνονταν κατανομή του ποσού αγοράς σε μικρότερα ποσά. Η αναφορά στον τίτλο σε «ουσιώδεις παρατυπίες» αφορά τη μη κατασκευή πεζοδρομίου, όπως προνοείτο στα σχέδια. Ανέφερε και ο ίδιος πως, κατόπιν συμφωνίας, η κατασκευή του πεζοδρομίου ανατέθηκε στο Συμβούλιο Έμπας, νοουμένου ότι θα καταβάλλονταν σε αυτό τα σχετικά δικαιώματα (Τεκμήριο 14). Επειδή, όπως αναφέρει, οι Εναγόμενοι, στους οποίους πωλήθηκε το τελευταίο σπίτι, δεν κατέβαλαν τα οφειλόμενα ποσά, δεν κατέστη δυνατή η πληρωμή των δικαιωμάτων που ζητούσε το Συμβούλιο Έμπας και, ως εκ τούτου, μέχρι σήμερα, δεν έχει κατασκευαστεί το πεζοδρόμιο. Το Συμβούλιο Έμπας δεν έδωσε το απαλλακτικό για τη μεταβίβαση, επειδή δεν έλαβε τα χρήματα που ζήτησε. Το συνολικό οφειλόμενο ποσό από τους Εναγόμενους είναι, όπως και ο ίδιος ανέφερε, €128.231,82, αν και με την αγωγή αξιώνεται το υπόλοιπο μέχρι την ημερομηνία της αγωγής.
- Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2, δεν θυμόταν ακριβώς τις πληρωμές που έγιναν έναντι, παραπέμποντας ουσιαστικά και ο ίδιος στα κείμενα των συμφωνιών, αλλά και στις αποδείξεις πληρωμής που εκδόθηκαν και στην κατάσταση λογαριασμού. Κάποια στιγμή, ήταν αρκετά έντονος, διερωτώμενος εάν, στο τέλος της ημέρας, οι Εναγόμενοι διεκδικούν να πάρουν το σπίτι με ό,τι ήδη κατέβαλαν, ενώ η αξία του είναι πολύ μεγαλύτερη. Το λάθος της Ενάγουσας, όπως ανέφερε, ήταν που τους έδωσε την κατοχή. Στην προσπάθειά της η Ενάγουσα να βοηθήσει τον πελάτη, να πάρει την κατοχή, να μπει στο σπίτι, να πληρώνει σταδιακά, περιήλθε σε μια κατάσταση όπου οι Εναγόμενοι ζητούν εκπτώσεις, με διάφορες δικαιολογίες, συνθήκη που θεωρεί ανεπίτρεπτη. Όσον αφορά το «waiver» που εκδόθηκε από την Τράπεζα, ήταν μετά από επανειλημμένα τηλεφωνήματα, επιστολές, συναντήσεις, απ' ό,τι θυμάται, πήγε και ο ίδιος ο πελάτης στην Τράπεζα, και ενώ είδε εκεί το «waiver», ακόμα δεν πλήρωσε. Του υποβλήθηκε ότι το ποσό που ζητά η Ενάγουσα με την αγωγή της δεν είναι ακόμα πληρωτέο, ο ΜΕ2 διαφώνησε, όπως και με την υποβολή ότι ήταν η Ενάγουσα που παράβηκε τις συμβατικές υποχρεώσεις της.
- Στο Τεκμήριο 15, που κατατέθηκε εκ συμφώνου, που είναι πρόσφατο πιστοποιητικό έρευνας επί του ακινήτου, φαίνονται εμπράγματα βάση, ειδικότερα ΜΕΜΟ επί του ακινήτου από το Τμήμα Φορολογίας και η υποθήκη της Τράπεζας. Φαίνεται επίσης κατατεθειμένο το πωλητήριο έγγραφο των Εναγόμενων.
- Ανατρέχοντας στην πρώτη ή τη βασική συμφωνία, ημερομηνίας 08.09.2010 (Τεκμήριο 2), προκύπτει ξεκάθαρα, από το κείμενό της, πως η Ενάγουσα πώλησε στους Εναγόμενους το επίδικο ακίνητο, ιδιοκτησίας της, έναντι τιμήματος €300.000,00, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.., ελεύθερου από οποιαδήποτε βάρη («free of any legal or real encumbrance, charge and/or other obligation whatsoever») (όρος 2). Το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε να καταβληθεί με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Ποσό €10.000,00 είχε ήδη πληρωθεί. Οι €90.000,00 θα πληρώνονταν μέχρι την 12.09.2010, οπότε τότε θα δίδονταν δικαίωμα στους Εναγόμενους πρόσβασης στο ακίνητο μόνον για περιόδους διακοπών. Οι υπόλοιπες €200.000,00 θα πληρώνονταν μέσω δανείου από Τράπεζα, οπότε θα δίδονταν η μόνιμη κατοχή του ακινήτου στους Εναγόμενους. Υπήρχε πρόνοια για τόκο επί καθυστερημένων πληρωμών. Σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι θα λάμβαναν το τραπεζικό δάνειο, η Ενάγουσα θα παραχωρούσε εξασφάλιση προς όφελος του τραπεζικού οργανισμού, ειδάλλως θα δίδονταν «waiver» (απαλλακτικό) με την παράδοση της κατοχής του ακινήτου.
- Σε σχέση με την πληρωμή του τιμήματος πώλησης, στην αρχική συμφωνία, δεν συμφωνήθηκε να παραμείνει οποιοδήποτε μέρος του τιμήματος πώλησης συνδεόμενο με την υποχρέωση μεταβίβασης του τίτλου του ακινήτου. Το σύνολο του τιμήματος ήταν πληρωτέο με την παράδοση της μόνιμης κατοχής του ακινήτου στους Εναγόμενους (όροι 4.1c και 14). Η ύπαρξη της υποθήκης επί της γης στην οποία ανεγέρθηκε το έργο δηλώθηκε στη σύμβαση (όρος 6), με την ανάληψη υποχρέωσης της Ενάγουσας να απαλλάξει το ακίνητο από την υποθήκη ταυτόχρονα με την παράδοση της κατοχής, εφόσον με την παράδοση της κατοχής θα πληρώνονταν και το σύνολο του συμφωνηθέντος τιμήματος. Ξεκάθαρα αναφέρθηκε στην αρχική συμφωνία, στην ίδια παράγραφο: «this term (αναφερόμενη στην υποχρέωση απαλλαγής του ακινήτου από την υποθήκη) will be considered as completed when the Vendors deliver to the Purchaser a letter from the relevant Bank by which they exclude the property». Μάλιστα, διαφυλάχθηκε το δικαίωμα της Ενάγουσας να υποθηκεύσει περαιτέρω τη γη. Η μεταβίβαση του τίτλου στους Εναγόμενους προβλέφθηκε στη συμφωνία, αλλά δεν είχε σχέση με την παράδοση της κατοχής ή με τη αποπληρωμή του συνόλου του τιμήματος. Όπως αναφέρεται στο όρο 9, θα ήταν εντός 30 ημερών από την έκδοση του ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής για το ακίνητο, που θα εκδίδονταν από την Ενάγουσα χωρίς καθυστέρηση, νοουμένου ότι οι Εναγόμενοι θα εξασφάλιζαν την άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο. Είναι αυτές τις πρόνοιες που επικαλούνται οι ΜΕ1 και ΜΕ
- Επίσης, η Ενάγουσα είχε την υποχρέωση να ανεγείρει την οικία σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές και τα σχέδια, οι ακριβείς διαστάσεις της οικίας θα ήταν αυτές για τις οποίες θα εκδίδονταν ο ξεχωριστός τίτλος.
- Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4, τη δέσμη αποδείξεων, το ποσό των €90.000,00 πληρώθηκε από τους Εναγόμενους την 09.09.
- Οπότε, με βάση το Τεκμήριο 2, οι Εναγόμενοι, σε εκείνο το χρονικό στάδιο, είχαν δικαίωμα πρόσβασης στο ακίνητο μόνο για διακοπές. Την 12.11.2010, έγινε μία πληρωμή ποσού €15.000,00 με την επιταγή 93006264/5 και είχε παραμείνει τότε υπόλοιπο €185.000,
- Η συμβατική υποχρέωση των Εναγόμενων, με βάση το Τεκμήριο 2, ήταν να πληρώσουν €200.000,00, για να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση της Ενάγουσας να τους παραδώσει την μόνιμη κατοχή του ακινήτου. Τότε, όμως, υπογράφθηκε η σύμβαση ημερομηνίας 23.11.2010 (Τεκμήριο 5).
- Στο Τεκμήριο 5, δεν διαφοροποιείται τίμημα πώλησης των €300.000,
- Δηλώνεται πως ήδη πληρώθηκε το συνολικό ποσό των €115.000,00, που φαίνεται και από τις αποδείξεις του Τεκμηρίου 4, και ότι, ως προς το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των €185.000,00, θα αποπληρωθεί με τη μέθοδο της εσωτερικής πίστωσης (in-house finance), με μηνιαίες δόσεις €11.000,00 η κάθε μία, πληρωτέες την 01.04.2011, την 01.07.2011, την 01.10.2011, και ούτε καθεξής κάθε επόμενη τριμηνία, η δε τελευταία δόση για €8.375,00 θα ήταν πληρωτέα την 01.01.
- Για όλες τις συμφωνημένες δόσεις, θα δίδονταν από τους Εναγόμενους μεταχρονολογημένες επιταγές. Παράλειψη πληρωμής οποιουδήποτε ποσού δόσης, εντός 60 ημερών που αυτή θα καθίστατο πληρωτέα με βάση τη συμφωνία, θα έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα να στείλει γραπτή απαίτηση πληρωμής 15 ημερών. Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης των Εναγόμενων και εντός της περιόδου των 15 ημερών, η Ενάγουσα θα διευθετούσε προσωπική συνάντηση με τους Εναγόμενους για την εύρεση κοινής λύσης. Εάν δεν ήταν εφικτό να εξευρεθεί κοινή λύση, θα ορίζονταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης για να πωλήσει το ακίνητο σε κοινά συμφωνημένη τιμή, με έξοδα των Εναγόμενων, και το ποσό που θα εισπράττονταν από τέτοια πώληση θα καταλογίζονταν ανάλογα. Εάν οι Εναγόμενοι κατάφερναν να εξασφαλίσουν δάνειο, το Τεκμήριο 5 θα τερματίζονταν και οι Εναγόμενοι θα αποπλήρωναν όλο το τίμημα πώλησης πλέον τους τόκους, μέχρι την ημερομηνία τερματισμού (όρος 4.6). Οι διευθυντές της Ενάγουσας θα έδιδαν προσωπική εγγύηση ότι το «waiver» θα εκδίδονταν από την Τράπεζα εντός 3 ετών από την πρώτη πληρωμή (από την 01.04.2011), βεβαιώνοντας ότι το ακίνητο θα είναι ελεύθερο από οποιαδήποτε υποθήκη. Οι Εναγόμενοι είχαν σε κάθε περίπτωση δικαίωμα μεταπώλησης του ακινήτου. Εάν η υφιστάμενη υποθήκη δεν πληρώνονταν εντός 3 ετών από την πρώτη πληρωμή (από την 01.04.2011), οι υπολειπόμενες οφειλόμενες δόσεις θα αναστέλλονταν και τα μέρη θα διευθετούσαν συνάντηση για την εύρεση λύσης (όρος 6). Η πλήρης κατοχή του ακινήτου θα δίδονταν στους Εναγόμενους με την υπογραφή του Τεκμηρίου 5 και την παραλαβή όλων των μεταχρονολογημένων επιταγών (όρος 9).
- Επομένως, με το Τεκμήριο 5, δεν συμφωνήθηκε απλώς η τμηματική αποπληρωμή του υπόλοιπου οφειλόμενου τιμήματος (τότε €185.00,00), με δεδομένη τη συνθήκη της μη λήψης δανείου από τους Εναγόμενους (ή και μέχρι τη λήψη δανείου), αλλά και η άμεση παράδοση της πλήρους κατοχής του ακινήτου, με μόνη την παραλαβή των μεταχρονολογημένων επιταγών. Εάν, όπως ανέφερε ο ΜΕ2, ήταν λάθος ή όχι η συμφωνία αυτή, ή δεν διασφάλιζε επαρκώς την Ενάγουσα, σε περίπτωση μη εξαργύρωσης των μεταχρονολογημένων επιταγών ή οποιασδήποτε εξ αυτών, δεν είναι κάτι που μπορεί να διορθωθεί από το Δικαστήριο, ερμηνευτικά. Στον όρο 6, η απλή έκδοση του «waiver» και η εξόφληση της ήδη υφιστάμενης υποθήκης προβλέφθηκαν διακριτά.
- Ο όρος 6(b) αναφέρεται ξεκάθαρα σε εξόφλησης της υφιστάμενης υποθήκης από την Ενάγουσα, εντός 3 ετών από την πληρωμή της πρώτης δόσης (01.04.2011), δηλαδή μέχρι την 01.04.2014, ως εξής: «If, after three years from the payment of the first installment specified in 4
(1)(a), the mortgage which the Vendors have on the property is not paid in full by the Vendors and the property is not free of a mortgage, the remaining payments due to made by the Purchaser will be suspended and the Vendors and the Purchaser will meet to discuss the matter». 23. Συνακόλουθα, δεν ισχύει η εκδοχή της πλευράς της Ενάγουσας πως ό,τι αναλήφθηκε, ήταν απλώς η υποχρέωση έκδοσης ενός «waiver» από την Τράπεζα. Ούτε η αντίληψη πως ακόμα και αυτή η υποχρέωση, έκδοσης «waiver», θα ικανοποιούνταν με την έκδοση του Τεκμηρίου 9, ενός εγγράφου που απλώς θέτει τους (οικονομικούς) όρους υπό τους οποίους ο πιστωτής θα μπορούσε να απαλλάξει την υποθήκη από το ακίνητο. 24. Η συσχέτιση των όρων 6(
- a)και 6(
- b)στο Τεκμήριο 5, με τη συνήθη προσέγγιση του νοήματος των κειμένων τους, δεν δηλοί επικράτηση του όρου 6(a), ενώ ο όρος 6(
- b)αναφέρεται ξεκάθαρα σε πλήρη πληρωμή της υποθήκης από τον πωλητή και απελευθέρωση του ακινήτου από την υποθήκη. Ευλόγως, μέχρι την 01.04.2014, με τις εισπράξεις των συμφωνημένων δόσεων μέχρι την υποπαράγραφο (
- o)του Τεκμηρίου 5 ή (μετά την τροποποίηση) μέχρι την υποπαράγραφο (
- g)του Τεκμηρίου 6, θα είχαν εισπραχθεί (και είχαν εισπραχθεί, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια) πέραν των €70.000,00, που θα μπορούσε η Ενάγουσα να διαθέσει στον ενυπόθηκο πιστωτή, για να εξοφλήσει το ποσό που ζητούσε για την απαλλαγή του πωλούμενου ακινήτου από την υποθήκη. 25. Η πρώτη δόση με βάση το Τεκμήριο 5, πληρώθηκε, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 4, από την 29.03.2011. Όπως και η δεύτερη δόση, την 01.07.2011. Όπως και η τρίτη δόση, την 30.09.2011. Όπως και η τέταρτη δόση, την 05.12.2011 (στη σχετική απόδειξη αναγράφεται 05.12.2012 με διορθωμένη αναφορά σε 2011). Όπως και η πέμπτη δόση, την 10.04.2012. Δεν αμφισβητείται αυτό. 26. Τότε, υπογράφθηκε η σύμβαση ημερομηνίας 12.04.2012 (Τεκμήριο 6), σε συνέχεια του Τεκμηρίου 5, με την οποία οι τέσσερις επόμενες δόσεις των €11.000,00 ημερομηνιών 01.07.2012, 01.10.2012, 01.01.2013 και 01.04.2013, θα άλλαζαν και θα ήταν 8 πληρωτέες δόσεις, κατ' επέκταση 8 επιταγές, για €6.500,00 την 01.07.2012, €5.500,00 την 01.10.2012, €5.500,00 την 01.01.2013, €5.500,00 την 01.04.2013 και ίδια ποσά τις τριμηνίες μέχρι την 01.04.2014, και από την 01.07.2014 και κάθε επόμενη τριμηνία θα συνέχιζε η πληρωμή των ποσών των €11.000,00, με επέκταση της τελευταίας δόσης των €8.375,00 που θα ήταν την 01.01.2017. Στο Τεκμήριο 6, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος όρος προς διαφοροποίηση όσων ήδη συμφωνήθηκαν. 27. Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 4, φαίνεται πως πληρώθηκαν και οι δόσεις την 02.07.2012 (€6.500,00), την 04.10.2012 (€5.500,00), την 14.12.2012 (€5.500,00), την 25.04.2013 (€5.500,00), την 28.06.2013 (€5.500,00), την 15.11.2013 (€5.500,00) και την 23.12.2013 (€5.500,00), που αντιστοιχούν στις συμφωνημένες δόσεις, με βάση το Τεκμήριο 6, μέχρι και την παράγραφο (g). Στο πλαίσιο ισχύος των Τεκμηρίων 5 και 6, εντός τριών ετών από την πρώτη δόση, οι Εναγόμενοι πλήρωσαν στην Ενάγουσα €94.500,00 (επιπλέον των €115.000,00 που είχαν καταβληθεί μέχρι τη σύναψη του Τεκμηρίου 5). 28. Το Τεκμήριο 6 ήταν αδιαμφισβήτητα συμπληρωματικό του Τεκμηρίου 5 και του Τεκμηρίου 2, κατ' επέκταση και του όρου 6(
- b)του Τεκμηρίου 5, με τον οποίο συνδέθηκε η αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης με την εξόφληση της ήδη υφιστάμενης υποθήκης, εντός τριών ετών από την 01.04.2011, δηλαδή μέχρι την 01.04.2014. 29. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 7 και 8, οι Εναγόμενοι είχαν εκδώσει και για τις επόμενες συμφωνημένες δόσεις επιταγές. Για τη δόση ημερομηνίας 01.04.2014 (€5.500,00) την επιταγή 27450691 της ΣΠΕ Χλώρακας, για τη δόση ημερομηνίας 01.07.2014 (€11.000,00) την επιταγή 93006280 της Τράπεζας Κύπρου, για τη δόση ημερομηνίας 01.10.2014 (€11.000,00) την επιταγή 93006281 της Τράπεζας Κύπρου, για τη δόση ημερομηνίας 01.01.2015 (€11.000,00) την επιταγή 93006282 της Τράπεζας Κύπρου, για τη δόση ημερομηνίας 01.04.2015 (€11.000,00) την επιταγή 93006283 της Τράπεζας Κύπρου, για τη δόση ημερομηνίας 01.07.2015 (€11.000,00) την επιταγή 93006284. Ωστόσο, ενόψει της ύπαρξης του όρου 6(
- b)του Τεκμηρίου 5, και εφόσον μέχρι την 01.04.2014 δεν εξοφλήθηκε η υποθήκη που βάρυνε ακόμα το ακίνητο (παρά το γεγονός ότι, μέχρι τότε, η Ενάγουσα είχε εισπράξει από τους Εναγόμενους, εντός της τριετίας, ποσό €94.500,00, και συνολικά €209.500,00), η πληρωμή των δόσεων, για τις οποίες εκδόθηκαν, οι επιταγές αναστάλθηκε. 30. Η υποθήκη υφίσταται μέχρι και σήμερα, όπως και άλλα εμπράγματα βάρη (Τεκμήριο 15). Το έγγραφο που φέρεται ως «waiver» από την Τράπεζα, ημερομηνίας 01.08.2013 (Τεκμήριο 9), αφενός τελεί υπό τον όρο πληρωμής €70.000,00 από τους Εναγόμενους (που πληρώθηκε από τους Εναγόμενους στην Ενάγουσα) και μετά την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου για το ακίνητο (που δεν είχε εκδοθεί εντός της τριετίας), αφετέρου δεν σχετίζεται με τον όρο 6(
- b)του Τεκμηρίου 5. Ο ξεχωριστός τίτλος για το ακίνητο εκδόθηκε την 18.12.2015 (Τεκμήριο 3), δηλαδή μετά την έγερση της αγωγής της Ενάγουσας και δεν συνδέεται με κάποια αξίωσή της. 31. Οι Εναγόμενοι έχουν λάβει την κατοχή του ακινήτου με βάση ό,τι συμφωνήθηκε στο Τεκμήριο 5. Το ποσό που πληρώθηκε ήδη από τους Εναγόμενους μαρτυρείται από το Τεκμήριο 4, σε συνάρτηση με τα Τεκμήρια 2, 5 και 6. Μαρτυρείται και από την κατάσταση λογαριασμού του Τεκμηρίου 11. Είναι το συνολικό ποσό των €209.500,00. 32. Στο Τεκμήριο 11, αναφέρεται ως υπόλοιπο οφειλόμενο με βάση τη σύμβαση το ποσό των €128.231,82. Αναφέρεται με τρόπο αδιαφανή, ως προς το επιπλέον ποσό των €37.731,82 και τις αντίστοιχες χρεώσεις την 03.03.2011 (€32.375,00), την 31.12.2012 (€3.015,22), την 14.01.2013 (€1.264,02) και την 13.01.2014 (€1.077,58). Δεν περιγράφονται αυτές οι χρεώσεις στο Τεκμήριο 11 ούτε εξηγήθηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΕ2. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2, να υπήρξε καθυστέρηση από τους Εναγόμενους στην αποπληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, ικανή να αποδώσει τέτοιο τόκο, συνολικά €37.731,82, προς αποζημίωση της Ενάγουσας, ενώ η αναστολή των δόσεων ήταν αποτέλεσμα που συμφωνήθηκε. Στα Τεκμήρια 5 και 6 δεν διαφοροποιήθηκε το συμφωνημένο τίμημα πώλησης, ούτε προστέθηκε κάποιος συμφωνημένος τόκος ή κόστος πίστωσης, λόγω της πίστωσης χρόνου που αποδέχθηκε η Ενάγουσα να παραχωρήσει. Εξάλλου, οι ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε ειδοποίηση καθυστερήσεων προς τους Εναγόμενους, με βάση τον όρο 4.5 του Τεκμηρίου 5, ο οποίος, πρόσθετα, δίδει ο ίδιος τη λύση, σε περίπτωση καθυστέρησης στην αποπληρωμή του τιμήματος και μη εύρεσης λύσης. 33. Σύμφωνα με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, οι Εναγόμενοι, για να αποκτήσουν το πωλούμενο ακίνητο, θα πρέπει να καταβάλουν στην Ενάγουσα το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, που ανέρχεται σε €90.500,00. Για να είναι πληρωτέο το ποσό αυτό, και με βάση το Τεκμήριο 5, που δεν ακυρώθηκε και είναι σε ισχύ, θα πρέπει να εξοφληθεί η υφιστάμενη υποθήκη από την Ενάγουσα. Αυτή είναι μια υποχρέωση που έχει η Ενάγουσα έναντι και στον ενυπόθηκο πιστωτή, αλλά και στους Εναγόμενους. Εισέπραξε μάλιστα από τους Εναγόμενους συνολικό ποσό από το οποίο θα μπορούσε να πληρώσει στον ενυπόθηκο πιστωτή το ποσό που αναλογεί στο πωλούμενο ακίνητο, έχοντας υπόψη και την απαίτηση του ενυπόθηκου πιστωτή, ως είχε εκτεθεί στο Τεκμήριο 9. 34. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, και δεν αμφισβητείται, το Τεκμήριο 5 είναι πρόσθετη σύμβαση, που δεν ακυρώνει την υφιστάμενη σύμβαση του Τεκμηρίου 2. Ο όρος 4.2 του Τεκμηρίου 5 αναφέρεται σε "additional agreement". Διαφαίνεται από το Τεκμήριο 5, και ως προς τούτο συνάδει και η μαρτυρία του ΜΕ2, πως ο λόγος που υπογράφθηκε το Τεκμήριο 5 ήταν γιατί οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τις €200.000,00 με δάνειο, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2. 35. Η μη ακύρωση του Τεκμηρίου 2 σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως ρήτρες του Τεκμηρίου 2 που δεν ακυρώνονται σιωπηρά δια του περιεχόμενου του Τεκμηρίου 5 εξακολουθούν να ισχύουν, περιλαμβανομένου του όρου 9 του Τεκμηρίου 2, που αναφέρεται στην υποχρέωση μεταβίβασης και του τίτλου του ακινήτου, που δεν περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 5 και δεν διαφοροποιείται ούτε με το Τεκμήριο 6. Ή του όρου 7, που ρυθμίζει την υποχρέωση μεταβίβασης όταν ληφθεί άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο για απόκτηση ακινήτου από τους Εναγόμενους, που συμπληρώνεται με τον όρο 7 του Τεκμηρίου 5 και δεν διαφοροποιείται ούτε με το Τεκμήριο 6. 36. Η ισχύς του Τεκμηρίου 5 και συμπληρωματικά του Τεκμηρίου 6, με την παράλληλη ισχύ του Τεκμηρίου 2, αναδεικνύει και τη σημασία του όρου 4.6 του Τεκμηρίου 5 πως, σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι είναι σε θέση να λάβουν δάνειο (κατ' επέκταση να αποπληρώσουν όλο το τίμημα πώλησης), παύει η ισχύς του Τεκμηρίου 5 για την τμηματική πληρωμή, κατ' επέκταση και του συμπληρωματικού Τεκμηρίου 6. Δεν μαρτυρήθηκε πως τερματίστηκε οποτεδήποτε η ισχύς των Τεκμηρίων 5 και 6 και πως ενεργοποιήθηκε η υποχρέωση των Εναγόμενων να αποπληρώσουν όλο το συμφωνημένο τίμημα άμεσα. 37. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον παράλληλο όρο 6(
- b)του Τεκμηρίου 5, μετά την αναστολή των οφειλόμενων δόσεων λόγω μη εξόφλησης της υποθήκης εντός της καθορισμένης προθεσμίας, οι δύο πλευρές θα έπρεπε να συναντηθούν και να συζητήσουν. Τα ίδια τα μέρη, στον όρο 4.5 του Τεκμηρίου 5, όπως προαναφέρθηκε, έδωσαν λύση σε περίπτωση μη δυνατότητας εύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης, εάν οι Εναγόμενοι παράβαιναν την υποχρέωσή τους για αποπληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος που καθίσταται πληρωτέο και απαιτητό: την εκ συμφώνου πώληση του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο και την ανάλογη διανομή της είσπραξης. Δεν έδωσαν ίδια λύση σε περίπτωση μη δυνατότητας εύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης, εάν η Ενάγουσα παραβεί την υποχρέωσή της για εξόφληση της υποθήκης εντός του καθορισμένου χρόνου, λόγος για τον οποίο η πληρωμή περαιτέρω δόσεων έχει ανασταλεί με βάση τον όρο 6(
- b)του Τεκμηρίου 5. 38. Η εξάρτηση της εξέλιξης της συμφωνίας, σε αυτή την περίπτωση, από μια νέα συμφωνία των μερών, ενδεχομένως να δημιουργεί πρόβλημα, όταν δεν είναι εφικτό να καταλήξουν οι δύο πλευρές σε οποιαδήποτε νέα συμφωνία. Δεν προκύπτει, από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, να υπήρξε κάποια προσπάθεια για επίτευξη συμφωνίας, βάσει του όρου 6(b)· ούτε από την επικοινωνία του Τεκμηρίου 10. Δεν προκύπτει, όμως, και το ότι υπάρχει αδυναμία να συμβεί τέτοια συμφωνία, περίπτωση στην οποία τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν τις επιλογές που διαθέτει το δίκαιο των συμβάσεων. Η πρόνοια για σύναψη νέας σύμβασης, για τη ρύθμιση ενός ζητήματος, εάν προκύψει, ως στον όρο 6(
- b)του Τεκμηρίου 5, δεν συνιστά ρήτρα ακύρωσης ή ματαίωσης της υφιστάμενης σύμβασης (Τεκμήρια 2, 5 και 6). 39. Ο διορισμός διοικητικού παραλήπτη και διαχειριστή δεν εμποδίζει την εκτέλεση των εμπορικών συμφωνιών μιας εταιρείας ή γενικότερα την εμπορική της ζωή. Δεν υπάρχει μαρτυρία πως η Ενάγουσα σταμάτησε τις εργασίες της ή ότι δεν μπορεί να ασκήσει γενικότερα εργασίες. Στη μαρτυρία της Ενάγουσας, αναφέρθηκε πως υπάρχει συμφωνία με το Τμήμα Φορολογίας για τα δικά του εμπράγματα βάρη, με το Συμβούλιο Έμπας και με την Τράπεζα, και αυτά, ως γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκαν (βλ. και Τεκμήριο 14). Η εμπιστοσύνη των Εναγόμενων στις δυνατότητες της Ενάγουσας είναι βεβαίως, όπως κατέστη κατανοητό, κλονισμένη. Ίσως όχι αδικαιολόγητα. 40. Εάν με βάση τα συμφωνηθέντα και την προαναφερόμενη μαρτυρία, οι Εναγόμενοι πλήρωσαν ήδη στην Ενάγουσα συνολικά €209.500,00 και οφείλουν €90.500,00, το συνολικό ποσό που τους ζητά η Ενάγουσα, με βάση τα λεγόμενα των ΜΕ1 και ΜΕ2, για να ικανοποιήσει ουσιαστικά τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, είναι μεγαλύτερο από το ποσό των €90.500,00, ενώ ταυτόχρονα η Ενάγουσα εκθέτει ανεξήγητα μεγαλύτερο χρέος των Εναγόμενων. Είναι τουλάχιστον €70.000,00 για την υποθήκη που απαιτούσε η Τράπεζα το 2013 (Τεκμήριο 9), χωρίς να είναι γνωστό το τι ζητά σήμερα. Επιπλέον ποσό άνω των €30.000,00 για την κατασκευή του πεζοδρομίου (Τεκμήριο 14), που με βάση το Τεκμήριο 2 είναι στο πλαίσιο των υποχρεώσεων της Ενάγουσας. Είναι γι' αυτό τον λόγο που οι Εναγόμενοι ίσως να μην μπορούν να εμπιστευτούν πως, εάν καταβάλουν οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό στην Ενάγουσα, θα οδηγήσει στην επίλυση της διαφοράς. Αυτό το ζήτημα ίσως να δείχνει έναν δρόμο ως προς το πού θα μπορούσε να κινηθεί μια συμφωνία με τους Εναγόμενους, εάν και οι τελευταίοι θέλουν να διατηρήσουν τη σύμβαση σε ισχύ, βάσει της οποίας απολαμβάνουν την κατοχή του ακινήτου. 41. Δεν ήταν εκτός του πεδίου της προβλεψιμότητας, για οποιονδήποτε, η πιθανότητα η Ενάγουσα να μην μπορεί να εξοφλήσει την ήδη γνωστή, κατά τη σύναψη της σύμβασης, υποθήκη. Δεν είναι μια νέα πραγματικότητα, προκληθείσα από εξωτερικούς παράγοντες. Ήταν πάντοτε δεδομένη η υποθήκη, και, όπως φαίνεται, η ανησυχία των Εναγόμενων, παρά την πρόνοια για το «waiver» (και στο Τεκμήριο 2), ήταν ο λόγος που περιλήφθηκε η ειδική πρόνοια του όρου 6(
- b)στο Τεκμήριο 5, περί αναστολής πληρωμών σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί η υποθήκη εντός συγκεκριμένου χρόνου, και δη διακριτά από τον όρο 6(
- a)για το «waiver». Δεν τίθεται θέμα ματαίωσης (frustration), κατά τρόπο που να δημιουργεί απαλλαγή ή κατά τρόπο που το Δικαστήριο να μπορεί να θεωρήσει τη σύμβαση άκυρη ή τερματισθείσα, ανεξαρτήτως της βούλησης των μερών[13]. Επειδή δεν τίθεται τέτοιο θέμα, δεν υπάρχει και λόγος ή έδαφος για το Δικαστήριο να μπει σε μια διαδικασία ανάλυσης του δόγματος. 42. Δεν υπάρχει, στην προκειμένη περίπτωση, λόγος απόκλισης από τον πρωταρχικό κανόνα ότι οι συμφωνίες πρέπει να εκτελούνται[14], ακόμα κι αν η εκτέλεσή τους μπορεί να καθίσταται κάπως πιο δυσχερής από ό,τι αρχικά υπολογίστηκε· στην προκειμένη περίπτωση, για την Ενάγουσα. Δεν μπορεί να λεχθεί πως είναι αδύνατη η περαιτέρω εφαρμογή της σύμβασης από την Ενάγουσα, υπό όσα αναφέρθηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 και όσα έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, με τη γενική αναφορά των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι απλώς δεν έχει διαθέσιμα ή εύκολα διαθέσιμα χρήματα η Ενάγουσα, για να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της. 43. Η «αδικία» που εξέφρασε στο εδώλιο ο ΜΕ2 από την όλη εξέλιξη των πραγμάτων, βασικά από το γεγονός πως δεν αρκέστηκαν οι Εναγόμενοι στο «waiver», παρά την προθυμία της Ενάγουσας να τους βοηθήσει με την αποπληρωμή του τιμήματος, δεν προσεγγίζεται είτε ως ελάττωμα βούλησης της Ενάγουσας να συμβληθεί τα Τεκμήρια 5 και 6, είτε ως παράβαση σύμβασης από τους Εναγόμενους. Όπως είναι κατανοητό μέσα από τα κείμενα των συμφωνιών, δεν ήταν υποχρεωμένη η Ενάγουσα να επιλέξει να προχωρήσει με τους Εναγόμενους με τη συμφωνία για την περαιτέρω τμηματική καταβολή του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού, παρέχοντας τους πίστωση χρόνου, όταν δεν μπορούσαν να λάβουν το δάνειό τους. Θα μπορούσε να εμμένει στην πρακτική της, να πωλήσει αλλού το ακίνητο και να τους επιστρέψει τα χρήματα που της κατέβαλαν έναντι, αφαιρούμενης τυχόν ζημιάς της. Εκείνη επέλεξε αυτό τον τρόπο προσέγγισης των Εναγόμενων, με ελεύθερη βούληση (εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο), αν και ενδεχομένως περιπλέκοντας τα πράγματα, κυρίως για την ίδια. Εάν εκ των υστέρων είδε, πιο ώριμα πλέον ή γνωρίζοντας την εξέλιξη, πως ο χειρισμός αυτός, ο πιο πελατοκεντρικός, δεν ήταν ωφέλιμος για την ίδια, δεν επενεργεί κατ' ανάγκη συμβατικά, εις βάρος των Εναγόμενων, οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, θέλουν να διασφαλίσουν το αυτονόητο, ότι θα λάβουν τον τίτλο του ακινήτου που αγόρασαν και έναντι στον οποίο ήδη κατέβαλαν το μεγαλύτερο μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος. 44. Σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα δεν τερμάτισε τις συμβάσεις, ούτε δήλωσε πρόθεση να τις τερματίσει, ακόμα και με την αγωγή της. Όπως και οι Εναγόμενοι, τις αντιμετωπίζουν ως συμβάσεις σε ισχύ, δείχνοντας ανοχή στο γεγονός ότι η Ενάγουσα, μέχρι σήμερα, δεν εξόφλησε την υποθήκη της. 45. Η ανοχή αυτή των Εναγόμενων, παρεμβάλλεται, δεν τους διασφαλίζει ότι θα λάβουν τον τίτλο του ακινήτου της Ενάγουσας, έναντι στον οποίον πλήρωσαν ήδη €209.500,00, εάν δεν εξοφλήσουν ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης, ή ότι θα εξακολουθήσουν να έχουν ανεμπόδιστη κατοχή του ακινήτου, ή ότι, εάν τελικά επιλέξει να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση η Ενάγουσα, γιατί κρίνει πως δεν μπορεί να εκτελέσει περαιτέρω την υποχρέωση του όρου 6(
- b)του Τεκμηρίου 5 (ακόμα και λόγω δικής της υπαιτιότητας), θα μπορούν να λάβουν πίσω το ποσό που κατέβαλαν ή θα αποζημιωθούν. Η κατατεθειμένη σύμβαση πώλησης των Εναγόμενων στο Κτηματολόγιο συνιστά απλώς εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου της Ενάγουσας, προς εξασφάλιση του ποσού που κατέβαλαν. Έναντι σ' αυτό το εμπράγματο βάρος των Εναγόμενων, προηγείται η υποθήκη (Τεκμήριο 15), την οποία και οι ίδιοι γνώριζαν, όταν συμβλήθηκαν. 46. Επειδή δεν μπορεί να διαγνωστεί, με βάση όσα εκτέθηκαν, και αδυναμία επίτευξης συμφωνίας με βάση τον όρο 6(
- b)του Τεκμηρίου 5, δεν δικαιολογείται παρέμβαση του Δικαστηρίου, για να ρυθμίσει το ίδιο την περαιτέρω εξέλιξη των εκατέρωθεν υποχρεώσεων και δικαιωμάτων των δύο πλευρών, ως τα συμβαλλόμενα μέρη θα μπορούσαν να πράξουν με κάποια αναμεταξύ τους συμφωνία. Οι επιταγές της δικαιοσύνης, στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώντας το σύνολο των δεδομένων, και με γνώμονα το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν διεκδικούν στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης τίτλο του ακινήτου της Ενάγουσας, είναι να αφεθεί η Ενάγουσα να πράξει ό,τι επιθυμεί με τη σύμβασή της, κατ' εφαρμογή του δικαίου των συμβάσεων, αναλόγως του εάν μπορεί να εκτελέσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι στους Εναγόμενους, ή όχι. Αναλόγως του τι θα επιλέξει να πράξει, θα διαμορφωθούν και τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις. 47. Επί των υφιστάμενων βάσεων αγωγής της όμως, ενόψει της μη απόδειξης, από την Ενάγουσα, παράβασης οποιουδήποτε όρου των Τεκμηρίων 2, 5 και 6 από τους Εναγόμενους, λόγω της ύπαρξης του όρου 6(
- b)του Τεκμηρίου 5, που προβλέπει την αναστολή της πληρωμής των δόσεων σε περίπτωση μη εξόφλησης της υποθήκης, και διακρίνεται σαφώς από τον όρο 6(
- a)για το «waiver», και λόγω της ύπαρξης αλλά μη εφαρμογής από τα μέρη του όρου 4.5 του Τεκμηρίου 5, δεν δικαιούται σε αποζημίωση από τους Εναγόμενους για παράβαση σύμβασης. 48. Ενόψει της μη απόδειξης, από την Ενάγουσα, ύπαρξης πληρωτέου ποσού, με βάση τα Τεκμήρια 2, 5 και 6 από τους Εναγόμενους, λόγω της ύπαρξης και εφαρμογής του όρου 6(
- b)του Τεκμηρίου 5, η Ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει ούτε πληρωμή χρημάτων με βάση τη σύμβαση (action in debt), ως να ήταν πληρωτέα. 49. Η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €60.500,00 και ως η αξία των επιταγών που ανακλήθηκαν από τους Εναγόμενους, όμως, με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε, η ανάκληση των επιταγών ήταν για αιτία που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών με τον όρο 6(
- b)του Τεκμηρίου 5· την αναστολή της πληρωμής των περαιτέρω συμφωνημένων δόσεων, μέχρι την εξόφληση της υποθήκης. Επομένως, φαίνεται να είχε εύλογη αιτία η ανάκληση της πληρωμής των επιταγών. 50. Αδικαιολόγητος πλουτισμός, επίσης, δεν μπορεί να προκύψει επί του παρόντος, εφόσον η εξέλιξη των πραγμάτων, περιλαμβανομένης της παράδοσης της κατοχής του ακινήτου στους Εναγόμενους χωρίς την αποπληρωμή του συνόλου του τιμήματος (μα έχοντας καταβάλει €209.500,00), ήταν με βάση τα συμφωνηθέντα στο Τεκμήριο 5, που είναι σε ισχύ, κατ' επέκταση, δικαιολογημένη. 51. Για τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγόμενων, δεν μπορεί να έχει επιτυχία, σε οποιαδήποτε βάση της. 52. Η κατάληξη αυτή δεν στερεί από την Ενάγουσα οποιοδήποτε δικαίωμα τυχόν προβλέπεται στο δίκαιο των συμβάσεων, να χειριστεί ανάλογα ό,τι συμφώνησε με τους Εναγόμενους, εάν τυχόν δεν επιθυμεί να προχωρήσει περαιτέρω με τις συμβάσεις που συνάφθηκαν, προς πλήρη εκτέλεσή τους. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τους Εναγόμενους, οι οποίοι δεν θα πρέπει, υπό τις περιστάσεις, να επαναπαύονται στο ότι έχουν επί του παρόντος την κατοχή του ακινήτου. Κατάληξη 53. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 απορρίπτεται. 54. Όσον αφορά τα έξοδα, το αποτέλεσμα της αγωγής καθορίζει πως θα πρέπει να επωφεληθούν οι Εναγόμενοι 1 και 2, ως οι επιτυχόντες διάδικοι. Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος διαφοροποίησης του αποτελέσματος ως προς τα έξοδα. Η Ενάγουσα ήγειρε μια ανεπιτυχή αγωγή, καταλογίζοντας στους Εναγόμενους αντισυμβατική, παραβατική, ή άλλη συμπεριφορά, σε σχέση με την μη πληρωμή συμφωνημένων δόσεων, ενώ συμφωνήθηκε, στον όρο 6(
- b)του Τεκμηρίου 5, η αναστολή περαιτέρω πληρωμής, εάν η ίδια δεν εξοφλήσει την υποθήκη εντός καθορισμένου χρόνου, που παρήλθε, και εντός του οποίου η ίδια δεν ανταποκρίθηκε. Θα μπορούσε η Ενάγουσα να χειριστεί διαφορετικά τα πράγματα και να μην υποστεί τα έξοδα μιας ανεπιτυχούς αγωγής, δημιουργώντας όφελος διαδικαστικών εξόδων στους Εναγόμενους, από τους οποίους η ίδια προσδοκά περαιτέρω είσπραξη με βάση τα συμφωνηθέντα. 55. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Συνοπτικά στην Investors Compensation Scheme Ltd v West Bromwich Building Society [1998] 1 All E.R. 98, σελ. 114-115, και Chartbrook Ltd v Persimmon Homes Ltd [2009] UKHL 38, και στην εγχώρια νομολογία ενδεικτικά: Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 CLR 623, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 ΑΑΔ 168, Mιχαήλ ν. Kωμοδρόμου
(1997)1 ΑΑΔ 576, Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ ΛΤΔ
(1998)1 ΑΑΔ 2335, Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου
(1998)1 ΑΑΔ 2014, Ευθυμίου ν. Δημητρίου
(2001)1 ΑΑΔ 1721, Ζήνωνος ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 927, Καραολή ν. Λαούρη
(2008)1 ΑΑΔ 225, Amethyst Distributors Ltd ν. Iεράς Mονής Kύκκου
(2011)1 ΑΑΔ 199, Μarfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Χατζηνεοκλέους και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 595, και άλλες. [4] Sirius International Insurance Co (Publ) v FAI General Insurance Ltd [2004] UKHL 54 σελ. 19 και Rainy Sky SA v kookmin Bank [2011] UKSC
- [5] Wood v Capita Insurance Services Ltd [2017] UKSC
- [6] Bank of New Zealand v Simpson [1900] AC
- [7] BOC Group Plc v Centeon LLC [1999] 1 All E.R. (Comm)
- [8] Oceanbulk Shipping and Trading SA v TMT Asia Ltd [2010] UKSC
- [9] Proforce Recruit Ltd v Rugby Group Ltd [2006] EWCA Civ 69· και Jones v Bright Capital Ltd [2006] All E.R. (D) 87 (Dec)· ο Lord Hoffmann ήταν επικριτικός στη χρησιμοποίηση ενός τέτοιου ιδιωτικού λεξιλογίου στην Partenreederei MS Karen Oltmann v Scarsdale Shipping Co Ltd, The Karen Oltmann [1976] 2 Lloyd's Rep
- [10] 8 Static Control Components (Europe) Ltd v Egan [2004] EWCA Civ 392· και KPMG LLP v Network Rail Infrastructure Ltd [2007] EWCA Civ 363· και HIH Casualty and General Insurance Ltd v New Hampshire Insurance Co [2001] EWCA Civ 735· και St Ivel Ltd v Wincanton Group Ltd [2008] EWCA Civ 1286· και Youell v Bland Welch & Co Ltd [1992] 2 Lloyd's Rep
- [11] Halsbury's Laws of England/Contract (Volume 22
(2012))/5. Contractual Terms/
(1)Representations and Terms/(ii) Interpretation of Express Contractual Terms/
- Particular rules, or guidelines. [12] John Lee & Son (Grantham) Ltd v Railway Executive [1949] 2 All E.R. 581· και Pera Shipping Corpn v Petroship SA, The Pera [1984] 2 Lloyd's Rep 363 σελ. 365· και Tam Wing Chuen v Bank of Credit and Commerce Hong Kong Ltd [1996] 2 BCLC 69 σελ. 77, PC· και Royal and Sun Alliance Insurance Plc v Dornoch Ltd [2004] EWHC 803 (Comm). [13] Άρθρο 56 περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [14] Άρθρο 37 περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο