SOGREAH / A.F. MODINOS AND S.A. VRAHIMIS ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΆΦΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2681/2013, 27/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2681/2013 Μεταξύ: SOGREAH / A.F. MODINOS AND S.A. VRAHIMIS, από Λευκωσία Εναγόντων και ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΆΦΟΥ, από Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 13.04.23 για τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 27.10.23 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους-Αιτητές: κος Δ. Κρονίδης για κ.κ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κα Ε. Πατσαλίδη για κ.κ. ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με δια κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 13.04.23 τους οι Εναγόμενοι αιτούνται τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης & ανταπαίτησης με την διαγραφή αναφορών από υφιστάμενες παραγράφους και αντικατάσταση τους με άλλες και με την προθήκη νέων παραγράφων. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις περιλαμβάνονται σε οκτώ
(8)σελίδες και αναφορά στο περιεχόμενο τους, εάν και εφόσον κριθεί αναγκαίο, θα γίνει στη συνέχεια κατά την εξέταση τους. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Εναγόμενοι επιδιώκουν τροποποίηση της υπεράσπισης & ανταπαίτησης. Στο παρελθόν καταχωρίστηκε η αίτηση ημερ. 17.11.17 όπου κατόπιν ένστασης και ακρόασης, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 23.11.18 επέτρεψε μέρος της αιτούμενης τροποποίησης. Συνεπώς η παρούσα αίτηση είναι δεύτερη προσπάθεια των Εναγομένων για τροποποίηση του δικογράφου τους. Να σημειωθεί ότι η ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω αγωγής δεν έχει ξεκινήσει. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.21 Θ.8-10, στη Δ.25 Θ.1-5 και στη Δ.48 Θ.1-4 & 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30.3 του Συντάγματος, στη γενική πρακτική στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Εναγομένους δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Νικόλα Πάπαλου, Γενικού Διευθυντή των Εναγομένων. Στην ένορκη δήλωση ο ομνύοντας αναφέρει τους λόγους που κατά τη γνώμη των Εναγομένων κατέστησαν αναγκαία την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης & της ανταπαίτησης και εξηγεί γιατί πρέπει να γίνουν αποδεκτές οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Η Ενάγουσα αντέδρασε στις 06.07.23 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 25 λόγους. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους λόγους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων τροποποιήσεων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Εναγόντων στηρίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Δ.9, Δ.19, Δ.21, Δ.25 Θ.106, Δ.27, Δ.39 και Δ.48 Θ.1-4 & Θ.7-9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην κυπριακή και αγγλική νομολογία, στις αρχές του κοινοδικαίου, στο δίκαιο της επιείκειας, στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Σαβέριου Βραχίμη, συνέταιρου στον ομόρρυθμο συνεταιρισμό των Εναγόντων, στην οποίαν περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη των Εναγόντων τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, οι οποίοι και επεξηγούνται. Επιγραμματικά μπορεί να λεχθεί ότι ζητείται η απόρριψη της υπό κρίση αίτησης επειδή: (α) υπεβλήθηκε κακόπιστα αφού από αυτήν αποκρύβονται στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί, (β) προωθείται καταχρηστικά, (γ) συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που εδράζεται σε παραπλανητικά στοιχεία, (δ) αποσκοπεί στον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων κατά το δοκούν και διεύρυνση της υφιστάμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης αφού επιχειρείται η προθήκη ισχυρισμών που εγείρονται για πρώτη φορά, (ε) συγκεκαλυμένα προβάλλονται ισχυρισμοί που παραπέμπουν σε ζητήματα τα οποία έπαυσαν να υφίστανται, (στ) προωθείται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, (ζ) οι Εναγόμενοι γνώριζαν όλα όσα γεγονότα επιδιώκουν να εισαγάγουν ή εν πάση περιπτώσει μπορούσαν να είχαν τέτοια γνώση με εύλογη επιμέλεια και έτσι θα μπορούσαν να τα είχαν συμπεριλάβει στο αρχικό δικόγραφο, (η) περιπλέκει αχρείαστα τα επίδικα θέματα προκαλώντας αντικειμενικά σύγχυση και ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικονομικά συμφέροντα των Εναγόντων, (θ) η ταυτόχρονη προώθηση απαιτήσεων για γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις προκαλεί σύγχυση στους Ενάγοντες υπό την έννοια ότι δεν τους ενημερώνει ως προς τη βάση που θα υιοθετηθούν και ποια μαρτυρία θα προσκομίσουν για απόδειξη της ανταπαίτησης τους, (ι) δεν συνάδει με τους κανόνες δικογράφησης ειδικών ζημιών και λεπτομερειών αμέλειας ή παράβασης καθηκόντων που απορρέουν από τη νομοθεσία αφού επικαλούνται δικαίωμα επιδίκασης ειδικών και/ή γενικών αποζημιώσεων χωρίς να δικογραφούνται λεπτομέρειες αμέλειας ή παράβασης υποχρεώσεων που πηγάζουν από νομοθεσία ή λεπτομέρειες ειδικών αποζημιώσεων. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως δεν εφαρμόζεται σε υποθέσεις με κλίμακα εξόδων πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.16. Εφόσον η παρούσα υπόθεση φέρει κλίμακα εξόδων €500.000 - €2.000.000 και καταχωρήθηκε στις 27.09.13, το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης & ανταπαίτησης είναι αυτό που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Για καλύτερη εξέταση της υπό κρίση αίτησης θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ περιληπτικά στα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι Ενάγοντες διορίστηκαν από τους Εναγομένους ως οι μελετητές και επιβλέποντες αρχιτέκτονες / πολιτικοί μηχανικοί για την κατασκευή του Αποχετευτικού Συστήματος Πάφου. Η επαγγελματική συνεργασία των διαδίκων δεν εξελίχτηκε ομαλά με αποτέλεσμα να προκύψουν μεταξύ τους διαφορές. Οι Ενάγοντες διεκδικούν ποσό που ισχυρίζονται ότι τους οφείλεται από υπηρεσίες που παρείχαν στους Εναγομένους, για τις οποίες εκδόθηκαν πιστοποιητικά πληρωμών που σύμφωνα με τους ιδίους έχουν εγκριθεί από τους Ενάγοντες και για τα οποία παρόλο ότι εκδόθηκαν τιμολόγια εντούτοις παρέμειναν απλήρωτα. Διαζευκτικά οι Ενάγοντες αξιώνουν την καταβολή συγκεκριμένου ποσού που θεωρούν ότι τους οφείλεται από τους Εναγομένους δυνάμει σύμβασης παροχών υπηρεσιών που συνομολογήθηκε μεταξύ τους. Αντίθετα στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται το ποσό που αξιώνουν αφού αποτελούν μη αποδεκτές και/ή μη εγκριμένες απαιτήσεις από έγγραφα που αμφισβητούνται. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Μάλιστα επικαλούνται ότι οι Ενάγοντες πληρώθηκαν μεγαλύτερο ποσό από αυτό που δικαιούνταν (πέραν του διπλάσιου), το οποίο οι Εναγόμενοι αξιώνουν ανταπαιτητικά να τους επιστραφεί στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή δυνάμει των αρχών του money had and received. Διαζευκτικά διεκδικούν το εν λόγω ποσό υπό τη μορφή αποζημιώσεων συνεπεία ζημιών που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν λόγω παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες εκτέλεσαν πλημμελώς και με ασύγγνωστη αμέλεια τα συμβατικά καθήκοντα τους και κατά παράβαση των όρων της μεταξύ τους σύμβασης με αποτέλεσμα να μην έχουν ολοκληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, να υπάρξουν υπερπληρωμές προς εργολάβους και να παρατηρηθούν κακοτεχνίες σε εκτελεσθείσες εργασίες, οι οποίες χρήζουν επιδιόρθωσης. Σύμφωνα με τους Εναγομένους, ένεκα της πιο πάνω επιλήψιμης συμπεριφοράς των Εναγόντων υπέστηκαν ζημιές και απώλειες, τις οποίες έχουν υπολογίσει και ανταπαιτούν υπό τη μορφή αποζημιώσεων στα πλαίσια παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων. Για την εκτίμηση των πιο πάνω επικαλούμενων ζημιών και απωλειών, οι Εναγόμενοι αποτάθηκαν στον τεχνικό σύμβουλο / πολιτικό μηχανικό Νίκο Ιακώβου ο οποίος ετοίμασε σχετική τεχνική έκθεση που περιέχει τα ευρήματα του. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω θέσεις που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις και γενικότερα το σύνολο της καταχωρημένης δικογραφίας, ανάγνωσα με προσοχή τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση επιχειρείται τροποποίηση δικογράφου (έκθεση υπεράσπισης & ανταπαίτησης) πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Το γεγονός αυτό τουλάχιστο δεν προσθέτει ως επιβαρυντικό παράγοντα τον κίνδυνο εκτροχιασμού της δίκης (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Εν πάση περιπτώσει, παρατηρώ ότι στη γραπτή αγόρευση τους οι Ενάγοντες συναινούν στην έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων υπό τα σημεία Α(α), Α(γ) και Α(ε). Οι εν λόγω τροποποιήσεις αποσκοπούν σε μείωση δικογραφημένων ποσών για επικαλούμενες ζημιές των Εναγομένων εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων τόσο σε συνολικό επίπεδο (§20 υπεράσπισης & ανταπαίτησης) όσο και σε συγκεκριμένες κατηγορίες που συνθέτουν το σύνολο τους αυτών και ειδικότερα σε σχέση με το κόστος αποκατάστασης κακοτεχνιών σε εκτελεσθείσες εργασίες (§21 υπεράσπισης & ανταπαίτησης) και με πληρωμές που έγιναν σε εργολάβους συνεπεία υπερχρεώσεων (§22 υπεράσπισης & ανταπαίτησης). Κατ' ανάλογο τρόπο θα έπρεπε στη συναίνεση των Εναγόντων να είχε συμπεριληφθεί και η αιτούμενη τροποποίηση υπό το σημείο Α(η), στην οποίαν πάλι επιδιώκεται απλά η αριθμητική μείωση του ποσού που αντιπροσωπεύει το σύνολο των ζημιών που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων (§24 υπεράσπισης & ανταπαίτησης). Εκλαμβάνω ότι αυτό δεν έγινε από τυχαία παράλειψη και γι' αυτό δεν θα απασχολήσει άλλο το Δικαστήριο. Επίσης δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπό τα σημεία Α(ι), Α(κ), Α(λ), Α(μ) και Α(ξ), οι οποίες απλά διορθώνουν αρίθμηση παραγράφων σε περίπτωση που οι αιτούμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές. Όπως διαπιστώνεται, τόσο μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων όσο και από τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, δεν αποτελούν σημείο τριβής των μερών και γι' αυτό δεν χρήζουν περαιτέρω σχολιασμού. Ανάλογα με το αν και τυχόν πόσες από τις υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις εγκριθούν θα γίνει η ανάλογη αρίθμηση των παραγράφων. Ένας από τους λόγους που οι Ενάγοντες προβάλλουν για να υποστηρίξουν την ένσταση τους είναι ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν υπογράφεται από πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία περιέχονται σ' αυτήν (λόγος ένστασης αρ. 21). Είναι η θέση τους ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν κατείχε οποιαδήποτε θέση για να δικαιολογεί τη γνώση που επικαλεί ότι είχε και ούτε ήταν παρών σε οποιεσδήποτε συνεδριάσεις που είχαν γίνει. Με κάθε σεβασμό η πιο πάνω τοποθέτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο ενόρκως δηλών είναι ο Γενικός Διευθυντής των Εναγομένων και ως εκ της θέσεως του φαίνεται να ενημερώθηκε σχετικά για την υπόθεση από αρμόδιους υφιστάμενους του, έλαβε πληροφορίες από τους δικηγόρους των Εναγομένων και μελέτησε σχετικά έγγραφα που απέκτησε πρόσβαση στο περιεχόμενο τους. Αυτά θεωρώ είναι αρκετά για να μπορεί το συγκεκριμένο άτομο να έχει ολοκληρωμένη πληροφόρηση για τα γεγονότα που συνθέτουν την εκδοχή των Εναγομένων και κατ' επέκταση να είναι σε θέση να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Μία από αυτές είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). Το γεγονός ότι εδώ η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται πριν από την ακρόαση της υπόθεσης, χωρίς αμφιβολία, αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας της υπό κρίση αίτησης αφού αποφεύγεται ο ευθύς και άμεσος εκτροχιασμός της δίκης σε μία διαδικασία ακρόασης που θα βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και οι αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου θα ήταν περισσότερο ορατές. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω), Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11, στις οποίες και παραπέμπω. Η νομολογία που αφορά περιπτώσεις όπως την παρούσα επισημαίνει ότι η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Μια παράμετρος που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω), C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (πιο πάνω)). Στην περίπτωση όπου υπάρχει αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση. Βέβαια η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (πιο πάνω)). Η όποια καθυστέρηση δεν εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Να σημειωθεί ωστόσο ότι η καθυστέρηση δεν εξισώνεται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες μέσα από την ένσταση τους εγείρουν ζήτημα υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης για τους λόγους που έχουν αναπτύξει. Πρόκειται για τους λόγους ένστασης αρ. 2 και 6 (μέρος). Οι Εναγόμενοι θεωρούν ατεκμηρίωτη τη θέση αυτή των Εναγόντων και θέτουν τα δικά τους επιχειρήματα. Από τα ενώπιον μου στοιχεία παρατηρώ ότι οι Εναγόμενοι εξηγούν πως προέκυψε η ανάγκη εμπλοκής της νέας τεχνικού συμβούλου Άννας Ιακώβου Στυλιανού στο συγκεκριμένο έργο που καλύπτει δύο φάσεις. Όπως λέχθηκε διορίστηκε εις αντικατάσταση του μέχρι τότε τεχνικού συμβούλου Νίκου Ιακώβου, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας που προφανώς δεν του επιτρέπουν να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του. Οι Εναγόμενοι συνέχισαν να εξηγούν ότι η αδυναμία του αυτή δεν επιτρέπει την παρουσίαση του ατόμου αυτού ως μάρτυρα στο Δικαστήριο και να υποστηρίξει την τεχνική έκθεση που είχε ετοιμάσει και προφανώς επρόκειτο να κατατεθεί στο Δικαστήριο. Επομένως στο χρονικό σημείο που έγινε αντιληπτό στους Εναγομένους το σοβαρό πρόβλημα υγείας του κυρίου Νίκου Ιακώβου και επιπτώσεις από τη σοβαρότητα του, δημιουργήθηκε αμέσως η ανάγκη αντικατάστασης του και ετοιμασίας νέου τεχνικού πορίσματος από άλλο πρόσωπο που θα παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας για να υποστηρίξει το νέο τεχνικό πόρισμα που θα ετοιμαστεί από τον ίδιο. Επιλέγηκε η κυρία Στυλιανού μέσα από διαδικασία που διεξήγαγε αρμόδια επιτροπή χωρίς οποιαδήποτε ολιγωρία. Αυτό έγινε το Δεκέμβριο του έτους
- Είναι άνευ σημασίας αν στο έργο υπήρχαν και άλλοι τεχνικοί, όπως υπέδειξε η πλευρά των Εναγόντων. Εξ' όσον γίνεται αντιληπτό αυτοί από την αρχή δεν θα χρησιμοποιούνταν ως εμπειρογνώμονες στην παρούσα αγωγή. Είναι γι' αυτό που δεν έχει λεχθεί στο Δικαστήριο για ύπαρξη άλλου τεχνικού πορίσματος, εκτός από αυτό του Νίκου Ιακώβου. Για το χρόνο που αναλώθηκε για την ετοιμασία του νέου πορίσματος οι Ενάγοντες επίσης εξηγούν. Η κυρία Στυλιανού έπρεπε να εντοπίσει από το αρχείο των Εναγομένων τα έγγραφα που την αφορούσαν, να αποκτήσει πρόσβαση στο περιεχόμενο τους, να τα μελετήσει και να συντάξει διάφορες τεχνικές εκθέσεις αφού το έργο καλύπτει δύο φάσεις όπου μόνο στην δεύτερη φάση οι εργασίες εκτελέστηκαν δυνάμει πέντε ξεχωριστών και ανεξάρτητων συμβολαίων αλλά μόνο τα τέσσερα αποτελούν αντικείμενο εκδίκασης στην παρούσα αγωγή (Α+Ε, Β και Γ). Το υλικό που περισυλλέχτηκε ήταν ογκώδες. Ο ίδιος ο ομνύοντας των Εναγόντων στην ένορκη δήλωση του χαρακτήρισε το έργο «κολλοσσώδης με πολλαπλά ζητήματα σε κάθε επίπεδο εργασίας» (§30 ΕΔ Βραχίμη). Οι τεχνικές εκθέσεις ετοιμάστηκαν την περίοδο Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2023 και ήταν πολυσέλιδες με πάρα πολλά παραρτήματα. Η ύπαρξη τους έχει αμέσως αποκαλυφθεί στους Ενάγοντες με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερ. 20.01΄23 και 15.02.23, πράγμα που δεν αμφισβητείται από τους Ενάγοντες. Το δε βασικό περιεχόμενο τους έχει ήδη κοινοποιηθεί στους Ενάγοντες, πράγμα που επίσης δεν αμφισβητείται από τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι ακόμη δίδουν εξήγηση για το πότε η ανάγκη τροποποίησης του υφιστάμενου δικογράφου έγινε σ' αυτούς αντιληπτή. Όπως σημειώνεται, ήταν την περίοδο Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2023 όταν συζητήθηκε η ουσία της υπόθεσης υπό το φως του περιεχομένου των νέων τεχνικών εκθέσεων που είχαν μόλις ετοιμαστεί. Δηλαδή συγκρίθηκε το περιεχόμενο των νέων τεχνικών εκθέσεων με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ευθύς με την ετοιμασία των πορισμάτων. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 13.04.23, ήτοι 2-3 μήνες μετά που κατέστη αντιληπτό στους Ενάγοντες η ανάγκη τροποποίησης του υφιστάμενου δικογράφου τους. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και χωρίς να έχουν αντικρουστεί οι εξηγήσεις των Εναγομένων στο ζήτημα της καθυστέρησης, κρίνω ότι ο χρόνος που παρήλθε από τότε που κατέστη αντιληπτό στους Ενάγοντες η ανάγκη τροποποίησης του υφιστάμενου δικογράφου τους μέχρι που η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωριστεί δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, ούτε υπέρμετρος και ούτε αδικαιολόγητος. Εκείνο που παρατηρώ είναι ότι οι Εναγόμενοι δίδουν εξήγηση για το χρόνο που διέρρευσε. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση Πάπαλου δεν αναφέρεται πότε έγιναν γνωστά στους Εναγομένους τα σοβαρά προβλήματα υγείας του τεχνικού συμβούλου Νίκου Ιακώβου ώστε να αντιληφθούν τις επιπτώσεις αυτών επί της υπόθεσης. Θα έπρεπε να είχε αναφερθεί. Παρόλα αυτά παρέχεται εξήγηση, σε μεγάλο βαθμό θα έλεγα. Εν πάση περιπτώσει, η μη δικαιολόγηση της καθυστέρησης με απόλυτη πειστικότητα στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Την ίδια στιγμή οι Ενάγοντες δεν έχουν θέσει πειστικά επιχειρήματα από τα οποία να καταδεικνύεται με πιο τρόπο επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα τους. Σε κάθε περίπτωση δεν προκαλείται ζημιά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Οι Ενάγοντες συνδέουν την καθυστέρηση με στοιχεία κακοπιστίας που εγείρουν με τους λόγους ένστασης αρ. 5, 6 (υπόλοιπο) 7, 14, 15 και 20 (μέρος). Αντίθετα οι Εναγόμενοι διαφωνούν με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και επιμένουν στις δικές τους θέσεις. Έχει ήδη λεχθεί ότι η καθυστέρηση πρέπει να διαπνέεται από καλή πίστη και ότι η ύπαρξη της δεν εξισώνεται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (πιο πάνω) λέχθηκε πως ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής: «Η διαπίστωση κακοπιστίας είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη.» Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν έχω εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το ότι μέσα από τις τεχνικές εκθέσεις της κυρίας Στυλιανού εντοπίστηκαν νέοι εξειδικευμένοι επιστημονικοί ισχυρισμοί που κατά την κρίση τους χρήζουν δικογράφησης, οι οποίοι δεν ήταν υπόψη τους προηγουμένως και ούτε περιέχονταν στην τεχνική έκθεση του κυρίου Ιακώβου (δεν λέχθηκε οτιδήποτε το αντίθετο), δεν συνιστούσαν γεγονότα που ήταν εις γνώση τους ή ότι μπορούσαν να ήταν εις γνώση τους με την άσκηση εύλογης επιμέλειας από μέρους τους. Είναι εξειδικευμένα τεχνικής φύσεως ευρήματα της συγκεκριμένης εμπειρογνώμονα, πράγμα πέραν της γνώσης των Εναγομένων. Η εμφάνιση προβλήματος υγείας στον κύριο Ιακώβου που τον κατέστησε μη διαθέσιμο να χρησιμοποιηθεί βασικός μάρτυρας υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα στην δικαστική διαδικασία της παρούσας αγωγής ήταν απρόσμενο που δεν μπορούσαν οι Εναγόμενοι να προβλέψουν και συνεπώς ήταν πέραν του ελέγχου τους. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταδεικνύει το αντίθετο. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώνω ότι η καθυστέρηση διαπνέεται από καλοπιστία. Ένας άλλος ισχυρισμός των Εναγόντων που προβάλλεται με τον λόγο ένστασης αρ. 9 είναι ότι το Δικαστήριο στερείται εξουσίας στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Με κάθε σεβασμό στους Ενάγοντες η θέση του αυτή είναι καθ' όλα γενική και αόριστη. Ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και καμία νομική επιχειρηματολογία έχει αναπτυχθεί στη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων που να εξηγεί το σκεπτικό του εν λόγω ισχυρισμού, ο οποίος τελικά παρέμεινε μετέωρος. Εκλαμβάνω ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης έχει εγκαταλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση εφόσον στερείται πραγματικής και νομικής υποστήριξης, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτος. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρούν να επεκτείνουν την ανταπαίτηση τους με την προσθήκη βάσης (λόγοι ένστασης αρ. 12 & 13). Σύμφωνα με τους Ενάγοντες τίθεται για πρώτη φορά ισχυρισμός για πλημμελή κατασκευή των αγωγών του αποχετευτικού συστήματος χωρίς να συνοδεύονται από λεπτομέρειες αμέλειας ή παράβασης καθηκόντων και ούτε να ακολουθούν λεπτομέρειες ειδικών ζημιών ώστε να γνωρίζουν τις οικονομικές απώλειες που συνδέονται με την κατ' ισχυρισμό εκτέλεση των καθηκόντων τους (λόγοι ένστασης αρ. 10 & 11). Είναι η θέση των Εναγόντων ότι σε περίπτωση που γίνουν αποδεκτές θα υπάρξει ριζική μεταβολή στο χαρακτήρα του υφιστάμενου δικογράφου εκτροχιάζοντας τη διαδικασία και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης που έχουν ήδη διαμορφωθεί (λόγος ένστασης αρ. 22). Οι Εναγόμενοι διαφωνούν με τα πιο πάνω και παραθέτουν τα δικά τους επιχειρήματα προς υποστήριξη των θέσεων τους. Με κάθε σεβασμό δεν συμμερίζομαι τις πιο πάνω απόψεις των Εναγόντων. Μέσα από την υφιστάμενη υπεράσπιση & ανταπαίτηση οι Εναγόμενοι δικογραφούν ισχυρισμό για αμελή εκτέλεση των συμβατικών καθηκόντων των Εναγόντων τόσο ως σύμβουλοι μηχανικοί του έργου όσο και στα πλαίσια του ρόλου τους για διαχείριση συμβολαίων με τους εργολάβους. Από το περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου και από το λεκτικό που χρησιμοποιείται είναι προφανές ότι οι ισχυρισμοί τους αφορούν την δεύτερη φάση κατασκευής του αποχετευτικού συστήματος στην Πάφο και συγκεκριμένα εργασίες που εκτελέστηκαν από τέσσερα ξεχωριστά συμβόλαια με τρεις διαφορετικούς εργολάβους (Α+Ε, Β & Γ). Ο δικογραφημένος ισχυρισμός για αμελή εκτέλεση των συμβατικών καθηκόντων των Εναγόντων εστιάζεται σε υπερπληρωμές που έγιναν προς τους εργολάβους και σε κακοτεχνίες εργασιών στο έργο από τους εργολάβους. Εις επίρρωση των πιο πάνω παραπέμπω στις §19 και §20 του υφιστάμενου δικογράφου της υπεράσπισης & ανταπαίτησης. Μέσα από το υφιστάμενο δικόγραφο γίνεται επίκληση για πρόκληση ζημιών στους Εναγομένους ως αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό αμελούς εκτέλεσης των συμβατικών καθηκόντων των Εναγόντων. Σε σχέση με τις επικαλούμενες ζημιές, προσδιορίζεται ότι οι κατ' ισχυρισμό υπερπληρωμές σε εργολάβους ανέρχεται σε €10.000.000 και σε κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες σε εκτελεσθείσες εργασίες του έργου από εργολάβους σε €22.000.
- Είναι γι' αυτό που το ποσό που οι Εναγόμενοι δικογραφούν ως το συνολικό ύψος των ζημιών που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν από την επικαλούμενη αμελή εκτέλεση των καθηκόντων των Εναγόντων ανέρχεται στα €32.000.000, ποσό το οποίο και ανταπαιτεί από τους Ενάγοντες. Προς επίρρωση των πιο πάνω παραπέμπω στις §20, §21, §22, §24 και §30(Ε) του υφιστάμενου δικογράφου της υπεράσπισης & ανταπαίτησης. Με την υπό κρίση αίτηση δεν εισάγεται ο ισχυρισμός της αμέλειας ως νέα βάση ανταπαίτησης. Παραμένει ως βάση ανταπαίτησης η παράβαση σύμβασης. Η κατ' ισχυρισμό αμελής από μέρους των Εναγόντων στην εκτέλεση των συμβατικών καθηκόντων τους σε ότι αφορά θέματα πληρωμών στους εργολάβους και ελέγχου ποιότητας εκτελεσθείσας εργασίας ήταν από την αρχή μέρος των δικογραφημένων θέσεων των Εναγομένων με βάση την υφιστάμενη δικογραφημένη βάση ανταπαίτησης που είναι η παράβαση σύμβασης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις εξειδικεύουν ή τουλάχιστον συμπεριλαμβάνουν τον εντοπισμό κακότεχνων εργασιών σε αγωγούς ομβρίων και λυμάτων, στο οδικό δίχτυο, στα οδοστρώματα και σε δρόμους. Το πεδίο της επικαλούμενης αμέλειας σε ότι αφορά τα συμβατικά καθήκοντα των Εναγόντων, εκτός από κακοτεχνίες εργασιών στο έργο που επέβλεπαν οι Ενάγοντες ως σύμβουλοι επιβλέποντες μηχανικοί, εξακολουθεί να περιλαμβάνει ισχυρισμό για υπερχρεώσεις και υπερπληρωμές που έγιναν στους εργολάβους των τριών συμβολαίων που οι Ενάγοντες διαχειρίζονταν. Συνεπώς ο πυρήνας δικογραφημένων ισχυρισμών παραμένει αναλλοίωτος. Επί της ουσίας τους η βάση ανταπαίτησης παραμένει η ίδια. Απλά με τις αιτούμενες τροποποιήσεις το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται περισσότερο και διασαφηνίζεται. Για παράδειγμα υποδεικνύονται εστίες κατ' ισχυρισμό κακοτεχνιών και επιπλέον διευκρινίζεται ο ρόλος και η ευθύνη των Εναγόντων στις κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις στους Εναγομένους και συνάμα υπερπληρωμές στους εργολάβους. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο ρόλος και η ευθύνη που δικογραφικά αποδίδεται στους Ενάγοντες με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι λανθασμένη πιστοποίηση από μέρους τους στον καθορισμό του ύψους των πληρωμών, σε εσφαλμένες μετρήσεις από αυτούς στα πλαίσια υπολογισμού των πληρωμών και σε υπόδειξη από μέρους τους για καταβολή υπερπληρωμών στους εργολάβους. Το δε ποσό που ανταπαιτείται για τις ζημιές που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπέστησαν συνεπεία της επίκλησης αμέλειας από μέρους των Εναγόντων στην εκτέλεσης των συμβατικών καθηκόντων τους, μέσα από τις αιτούμενες τροποποιήσεις μειώνεται. Αντίς €32.000.000 που είναι δικογραφημένο επιχειρείται μείωση του σε €24.828.030,
- Αυτά περιέχονται στην αιτούμενη προς προσθήκη §
- Μάλιστα με τις αιτούμενες τροποποιήσεις στις υπό προσθήκη νέες §27-§29 παρουσιάζεται ανάλυση του ποσού που ανταπαιτείται ανά συμβόλαιο. Ειδικότερα στο συμβόλαιο Α+Ε αποδίδεται ζημιά €6.349.540,54, στο συμβόλαιο Β αποδίδεται ζημιά €9.217.023,58 και στο συμβόλαιο Γ αποδίδεται ζημιά €9.261.466,
- Το σύνολο αυτών είναι εκείνο που σημειώνεται στις αιτούμενες προς προσθήκη παραγράφους και είναι μειωμένο από το δικογραφημένο στο υφιστάμενο δικόγραφο. Η εκδοχή των Εναγομένων ότι συνιστούσε μέρος των υπηρεσιών του Ενάγοντα και κατ' επέκταση των υποχρεώσεων η επαναμέτρηση των εργασιών πουν εκτελέστηκαν στο έργο προκειμένου να διευθετηθούν οι τελικοί λογαριασμοί ήδη δικογραφείται στην §8 (πέμπτη γραμμή) του υφιστάμενου δικογράφου της υπεράσπισης & ανταπαίτησης. Επίσης δικογραφείται ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες δεν εκτέλεσαν με τη δέουσα επαγγελματική επιμέλεια τα συμβατικά τους καθήκοντα, ένα από τα οποία είναι η διευθέτηση των τελικών λογαριασμών, η ετοιμασία των οποίων υποδεικνύεται ότι απαιτούσε επαναμέτρηση εργασιών που εκτελέστηκαν στο έργο. Η κατ' ισχυρισμό λανθασμένη εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης οδήγησε, σύμφωνα με τους Εναγομένους, σε υπερχρεώσεις και υπερπληρωμή εργολάβων. Το ζήτημα των υπερχρεώσεων και υπερπληρωμών εργολάβων ήδη καλύπτεται από το υφιστάμενο δικόγραφο της υπεράσπισης & ανταπαίτησης. Ωστόσο το ζήτημα αυτό διασαφηνίζεται στις αιτούμενες τροποποιήσεις μέσα από εξηγήσεις που δίδονται. Στην αιτούμενη προς προσθήκη νέα §30 υπό τα σημεία (i) μέχρι (iv) παρέχονται λεπτομέρειες της επικαλούμενης αμελούς εκτέλεσης των συμβατικών καθηκόντων των Εναγόντων υπό την έννοια της αποδιδόμενης λανθασμένης πιστοποίηση από μέρους των Εναγόντων στον καθορισμό του ύψους των πληρωμών και σε εσφαλμένες μετρήσεις από αυτούς στα πλαίσια υπολογισμού των πληρωμών. Αυτά αποτελούν μέρος του πλαισίου για τον ήδη δικογραφημένο ισχυρισμό υπερχρεώσεων και υπερπληρωμών προς τους εργολάβους με ευθύνη των Εναγόντων. Χωρίς να αλλοιώνεται ο πυρήνας του υφιστάμενου δικογράφου και δίχως να προστίθενται νέες βάσεις ανταπαίτησης, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται να αναφερθούν στο υφιστάμενο δικογραφημένο πλαίσιο ισχυρισμοί και αξιώσεις που να ευθυγραμμίζονται με τα ευρήματα των νέων τεχνικών εκθέσεων ώστε το είδος, το ύψος και η έκταση των απαιτήσεων των Εναγομένων να ταυτίζονται με τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις που περιέχονται στα τεχνικά πορίσματα της επιμετρητού ποσοτήτων / συμβούλου κόστους κατασκευών κυρίας Στυλιανού που διορίστηκε εις αντικατάσταση του τεχνικού συμβούλου κυρίου Ιακώβου ο οποίος πλέον δεν μπορεί να προσέλθει στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει και να επεξηγήσει το περιεχόμενο της δικής του τεχνικής έκθεσης λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Είναι γι' αυτό που μέρος των αιτουμένων τροποποιήσεων (§Α(δ), (στ) & (ζ)) επιδιώκουν προσθήκη της φράσης «και/ή την επιμετρητή ποσοτήτων/σύμβουλο κόστους κατασκευών κα Άννα Ιακώβου Στυλιανού». Από τη στιγμή που για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να εισαχθούν με τις αιτούμενες τροποποιήσεις καλύπτονται από τη δικογραφημένη βάση ανταπαίτησης που περιέχονται στο υφιστάμενο δικόγραφο επί του οποίου δεν έχει εγερθεί ζήτημα παραγραφής μέσα από την καταχωρημένη υφιστάμενη δικογραφία, είναι αυτονόητο ότι η θέση των Εναγόντων, όπως αυτή προβάλλεται στον λόγο ένστασης αρ. 16, δεν ευσταθεί. Επίσης δεν συμμερίζομαι τη θέση των Εναγόντων ότι τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων θα εκτροχιάσει τη διαδικασία. Η θέση για επηρεασμό συνταγματικών δικαιωμάτων τους, εάν και εφόσον εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, προωθείται με τον λόγο ένστασης αρ.
- Με κάθε σεβασμό διαφωνώ με τους Ενάγοντες. Το επιχείρημα τους αυτό δεν ευσταθεί επειδή οι Ενάγοντες έτσι και αλλιώς θα έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν στις αιτούμενες τροποποιήσεις, σε περίπτωση βέβαια που αυτές εγκριθούν, μέσα από την τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση που θα καταχωρίσουν. Την ίδια στιγμή δεν εντοπίζω οποιοδήποτε στοιχείο που να καθιστά την προώθηση της παρούσας διαδικασίας καταχρηστική (μέρος λόγου ένστασης αρ. 6 & μέρος λόγου ένστασης αρ. 20). Οι Εναγόμενοι ασκούν το δικονομικό δικαίωμα που τους παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καταχωρώντας αίτηση απαλλαγμένη από το στοιχείο κακοπιστίας προκειμένου να εισαχθούν ισχυρισμοί που με τη δικογράφηση τους θα οδηγήσουν σε διεξοδική επίλυση των επιδίκων ζητημάτων σε συνολική και διασαφηνισμένη μορφή δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στο πραγματικό και νομικό τους πλαίσιο. Η δε αναγκαιότητα και συνάμα χρησιμότητα των αιτουμένων τροποποιήσεων έχουν εξηγηθεί προηγουμένως (λόγος ένστασης αρ. 18). Δεν σκοπεύω να επανέλθω στο θέμα αυτό. Παραπέμπω στον αναλυτικό σχολιασμό που έχω προβεί προηγουμένως. Τα δε επίδικα θέματα όχι μόνο δεν περιπλέκονται, όπως οι Ενάγοντες υποστηρίζουν, αλλά αντίθετα διασαφηνίζονται με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται στην συνολική τους μορφή και στην ολοκληρωμένη τους διάσταση. Επαναλαμβάνω ότι τα δικαιώματα των Εναγόντων δεν επηρεάζονται δυσμενώς και/ή σε ανεπανόρθωτο βαθμό (λόγοι ένστασης αρ. 17 & 25). Οι νέες τεχνικές εκθέσεις έχουν ήδη αποκαλυφθεί εδώ και 8-9 μήνες. Το κυρίως περιεχόμενο του πορίσματος βρίσκεται εδώ και καιρό στην κατοχή των Εναγόντων. Όσα δε παρατήματα των τεχνικών εκθέσεων δεν έχουν δοθεί στους Ενάγοντες, θα δοθούν το συντομότερο δυνατό, αν δεν έγινε ήδη αυτό. Οι Ενάγοντες διαθέτουν την απαραίτητη τεχνογνωσία και εμπειρογνωμοσύνη για να τα μελετήσουν και να τα αξιολογήσουν για σκοπούς υπεράσπισης τους στην ανταπαίτηση των Εναγομένων. Συνεπώς η όποια τυχόν ζημιά που προκαλείται μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η φιλελεύθερη τάση της νομολογίας σε ότι αφορά το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2015 είναι να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, πράγμα ή ο αιτητής βέβαια δεν ενεργεί κακόπιστα. Εδώ κανένα από αυτά τα δύο ισχύει (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). Στην τελευταία υπόθεση επιτράπηκε η τροποποίηση δικογράφου 12 χρόνια μετά την καταχώρηση αγωγής αφού καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη. Κατόπιν συνεκτίμησης όλων των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237, Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ (πιο πάνω), Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου (πιο πάνω)), όπως αυτοί αναπτύχθηκαν και σχολιάστηκαν πιο πάνω και εφαρμόστηκαν στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης αυτής, κρίνω ότι το συμφέρον της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας μου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Όλοι οι λόγοι ένστασης έχουν εξεταστεί και κρίνονται ανεδαφικοί και αβάσιμοι. Ως εκ τούτου, η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της και η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης & ανταπαίτησης των Εναγομένων ως τα σημεία που σημειώνονται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης των Εναγομένων να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Ακολούθως να καταχωριστεί Απάντηση στην τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση από τους Ενάγοντες εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης. Τυχόν Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από τους Εναγομένους να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Απάντησης στην τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Ένεκα του στοιχείου του επείγοντος που υπάρχει, το παρόν διάταγμα να συνταχθεί εντός 3 εργασίμων ημερών από σήμερα. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο