← Κύπρος

Ferhan Zihni Ramadan, άλλως Ferhan Orhan Hassan Kayia ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή Αρ. 693/2014, 17/10/2023

Ferhan Zihni Ramadan, άλλως Ferhan Orhan Hassan Kayia ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή Αρ. 693/2014, 17/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A210 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 693/2014 Μεταξύ: Ferhan Zihni Ramadan, άλλως Ferhan Orhan Hassan Kayia Ενάγουσας -και-

  1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  2. Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Εναγομένων ------------------------ 17 Οκτωβρίου 2023 Για Ενάγουσα: κ. Χ. Πογιατζής για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2: κα Ε. Φλωρέντζου Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ - ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Με βάση το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, η Ενάγουσα είναι Κύπρια πολίτης, ανήκει στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα και ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής [ ], Φ/Σχ.58/5212V02, τεμάχιο [ ] στο χωριό Επισκοπή Λεμεσού (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως το επίδικο ακίνητο). Κατά την 25.11.2020 το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της κόρης της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, η Ενάγουσα κατοικούσε στο χωριό Επισκοπή μαζί με την οικογένεια της μέχρι το 1975, οπόταν μετακόμισαν (χωρίς τη θέληση τους και προσωρινά) σε περιοχή της Αμμοχώστου η οποία δεν βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, ακολούθως δε στην Κωνσταντινούπολη και ΗΠΑ με τη θυγατέρα της, όπου και διαμένει μόνιμα. Οι Εναγόμενοι μέσω των υπαλλήλων ή και αντιπροσώπων ή και ατόμων που είχαν λάβει την άδεια τους, μετά το 1975 έλαβαν τον έλεγχο ή και την κατοχή του επίδικου ακινήτου, το οποίο χρησιμοποιούσαν χωρίς την άδεια ή και συγκατάθεση της Ενάγουσας και χωρίς την καταβολή σ' αυτή οποιουδήποτε ποσού ως αποζημίωση. Η Ενάγουσα, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 13.1.2013 ζήτησε την επιστροφή του επίδικου ακινήτου καθώς και τα ονόματα των ατόμων που το χρησιμοποιούν, όμως δεν έλαβε οποιαδήποτε γραπτή απάντηση. Συνεπεία των ανωτέρω πράξεων ή και παραλείψεων των Εναγομένων, η Ενάγουσα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει και να απολαύσει ειρηνικά το επίδικο ακίνητο. Με την υπό εξέταση αγωγή της αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι ή και οποιοσδήποτε από αυτούς όπως της παραδώσουν ελεύθερη κατοχή του επίδικου ακινήτου, καθώς επίσης και αποζημιώσεις για την παράνομη επέμβαση των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι στο κοινό δικόγραφο της Υπεράσπισης τους αρνούνται τον ισχυρισμό της Έκθεσης Απαίτησης ότι η Ενάγουσα εξαναγκάστηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία να εγκαταλείψει τις ελεγχόμενες από αυτή περιοχές. Ισχυρίζονται δε ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται υπό την κηδεμονία του Εναγόμενου 2 ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών και χρησιμοποιείται σύμφωνα με όσα ορίζει ο σχετικός Νόμος. Μετά δε τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης το επίδικο ακίνητο θα επιστραφεί στους δικαιούχους του. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τους συνιστά παραβίαση δικαιωμάτων της Ενάγουσας, τέτοια πράξη ή παράλειψη δικαιολογείται από την κείμενη Νομοθεσία και στηρίζεται στις επικρατούσες ιδιάζουσες συνθήκες στις οποίες περιήλθε το Κράτος, λόγω της παράνομης εισβολής της Τουρκίας και της συνεχιζόμενης κατοχής του 37,5% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Ενάγουσα παρουσίασε ως μάρτυρες τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Παπά (Μ.Ε.1) και τον ιδιώτη εκτιμητή ακινήτων Χριστοδούλου (Μ.Ε.2). Μέρος της κυρίως εξέτασης του Μ.Ε.1 αποτέλεσε γραπτή του δήλωση - Έγγραφο Α. Σύμφωνα με όσα αναφέρει σ' αυτή, ενεργεί ως εκπρόσωπος της Ενάγουσας βάσει πληρεξουσίου εγγράφου που του παραχώρησε, ημερομηνίας 24.9.2012 - Τεκμήριο
  3. Στις 7.1.2014 του παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα δεύτερο πληρεξούσιο έγγραφο για τη λήψη νομικών μέτρων εκ μέρους της - Τεκμήριο
  4. Η Ενάγουσα μέχρι το 1975 κατοικούσε στην Επισκοπή της Λεμεσού με την οικογένεια της, οπόταν αναγκάστηκε να μετακομίσει προσωρινά με τους γονείς της σε περιοχή της κατεχόμενης Αμμοχώστου λόγω της τουρκικής εισβολής και της μαζικής μεταφοράς του τουρκοκυπριακού πληθυσμού στις κατεχόμενες περιοχές. Ακολούθως η Ενάγουσα μετοίκησε στο εξωτερικό και διαμένει μόνιμα μαζί με τη θυγατέρα της μεταξύ Κωνσταντινούπολης και ΗΠΑ. Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1975 χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και χωρίς να της έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση. Το σύνολο της απώλειας χρήσης του στη βάση υπολογισμού της αγοραίας ενοικιαστικής του αξίας ανέρχεται σε €140.134.00 πλέον τόκοι προς 4% ετησίως μέχρι την αποπληρωμή της αποζημίωσης. Η Ενάγουσα επιθυμεί να αξιοποιήσει το επίδικο ακίνητο και προς τούτο έχει προβεί σε ορισμένες ενέργειες, οι οποίες δεν απέφεραν αποτέλεσμα. Με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 13.1.2014 - Τεκμήριο 8 - προς τον Εναγόμενο 2 ζήτησε την παράδοση του επίδικου ακινήτου και την καταβολή αποζημιώσεων. Η ρηθείσα επιστολή ουδέποτε απαντήθηκε. Η Ενάγουσα πέραν των ανωτέρω ζημιών έχει υποστεί άγχος, αγωνία και θλίψη λόγω της μη δυνατότητάς χρήσης της περιουσίας της καθώς και λόγω του ότι υφίσταται δυσμενή διάκριση λόγω της τουρκοκυπριακής καταγωγής της. Ο μάρτυρας παρουσίασε επίσης την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 29.10.2013 προς τον Εναγόμενο 2- Τεκμήριο
  5. Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβήτησε τη θέση που του υπεβλήθη από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγομένων ότι μετά την τουρκική εισβολή τόσο η Ενάγουσα όσο και οι γονείς της εγκατέλειψαν την περιουσία τους και μετέβηκαν στις κατεχόμενες περιοχές όπου διέμεναν σε ελληνοκυπριακή περιουσία. Συμπλήρωσε δε ότι «κάπου έπρεπε να μείνουν». Διευκρίνισε ότι είχε αγοράσει όλη την ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας περιλαμβανομένου και του επίδικου ακινήτου. Σε ερώτηση αν είχε την έγκριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για να προβεί στην ανωτέρω αγορά απάντησε ότι τον είχε διαβεβαιώσει προφορικά η κα Λάμπρου, νυν Έπαρχος Πάφου, ότι όλα ήταν «εντάξει» και του είπε να καταθέσει τα έγγραφα της αγοράς στο Κτηματολόγιο. Μάλιστα ήταν με τη συγκατάθεση της κας Λάμπρου που είχε δώσει προκαταβολή στην Ενάγουσα για την αγορά της ακίνητης περιουσίας της. Ενώ δε είχαν συμφωνήσει τα ποσά με τους διάφορους υπαλλήλους με τους οποίους διαπραγματευόταν και ήταν όλα έτοιμα για να βάλουν τις υπογραφές, άλλαξε η κυβέρνηση. Ο Υπουργός Εσωτερικών κ. Χάσικος, ο οποίος αντικατέστησε τον κ. Συλικιώτη, δεν έδωσε τελικά την έγκριση του. Απέρριψε υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων ότι η κα Λάμπρου καμιά διαβεβαίωση του είχε δώσει. Σε ερώτηση αν η ελληνοκυπριακή περιουσία που παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα στις κατεχόμενες περιοχές είναι ίσης αξίας με την περιουσία της στις ελεύθερες περιοχές, απάντησε ότι της είχε δοθεί ένα σπίτι και μια μικρή επιχείρηση αξίας €300.000 ενώ για την αξία της υπόλοιπης περιουσίας, της είχαν δοθεί points, τα οποία στο στάδιο αυτό δεν είχαν οποιαδήποτε αξία. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Η πλευρά των Εναγομένων παρουσίασε την Εκτιμήτρια στο Κτηματολόγιο Λεμεσού Φράγκου (Μ.Υ.1) και τον Διοικητικό Λειτουργό του Υπουργείου Εσωτερικών Σοφοκλέους (Μ.Υ.2). O M.Y.2 κατέθεσε ότι είναι τοποθετημένος στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Από μελέτη των φακέλων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, οι οποίοι τηρούνται στην Υπηρεσία τους, διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα μεταξύ των ετών 2011 - 2012 είχε υποβάλει, μέσω του νομικού της συμβούλου, αιτήματα προς τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για άρση της διαχείρισης της περιουσίας της. Ο τρόπος με τον οποίον υποβλήθηκαν τα ανωτέρω αιτήματα ήταν μέσω πωλητηρίων εγγράφων. Ακολούθησε αριθμός διαβουλεύσεων μεταξύ του εκπροσώπου της Ενάγουσας (Μ.Ε.1) και της Υπηρεσίας τους και όταν η Υπηρεσία του ολοκλήρωσε τη μελέτη των αιτημάτων, έθεσε όλα τα δεδομένα ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών για λήψη απόφασης. Ο τελευταίος με την απόφαση του ημερομηνίας 19.7.2016 - Τεκμήριο 12 - απέρριψε τα αιτήματα. Οι βασικοί λόγοι απόρριψης τους ήταν ότι δεν υπήρχαν παράγοντες που να προσμετρούν προς μια θετική απόφαση. Αντίθετα, μετά από τις έρευνες που διεξήχθησαν διαφάνηκε ότι η Ενάγουσα οικειοποιήθηκε ελληνοκυπριακή περιουσία στις κατεχόμενες από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχές, γεγονός το οποίο λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη κατά τη διαμόρφωση της απόφασης του Κηδεμόνα. Επίσης, ο Κηδεμόνας έλαβε υπόψη του ότι το αίτημα της Ενάγουσας δεν αφορούσε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ζητά την άρση της διαχείρισης για να κατοικήσει στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, αλλά αντίθετα αφορούσε πράξη αγοραπωλησίας. Το επίδικο ακίνητο εκμισθώθηκε από την Υπηρεσία τους σε πρόσφυγες. Ο μάρτυρας στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου - Τεκμήριο 13 - η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αριθμό 330/2014, η οποία καταχωρίστηκε επίσης από την Ενάγουσα και δύο ακόμα πρόσωπα εναντίον των ιδίων Εναγομένων, με ίδια επίδικα θέματα όπως αυτά της υπό εξέταση αγωγής, τα οποία αφορούσαν περιουσία τους εντός της επαρχίας Πάφου. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι μεταξύ 2013 - 2016 είχαν υποβληθεί διάφορα αιτήματα από την οικογένεια της Ενάγουσας προς τον Κηδεμόνα τα οποία αφορούσαν την περιουσία της. Διευκρίνισε ότι ένα εξ αυτών αφορούσε τα αγοραπωλητήρια έγγραφα, τα οποία περιγράφονται στην επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας - Τεκμήριο
  6. Άλλο αίτημα ήταν για επιστροφή της περιουσίας της ως η επιστολή των δικηγόρων της - Τεκμήριο 8, ενώ υπήρχε ακόμα ένα αίτημα που αφορούσε σε φιλικό διακανονισμό για απόκτηση από τη Δημοκρατία περιουσίας της Ενάγουσας που χρησιμοποιήθηκε για ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών των προσφύγων. Διαφώνησε με υποβολή ότι το αίτημα της Ενάγουσας που αφορούσε τα αγοραπωλητήρια έγγραφα απορρίφθηκε στις 30.10.
  7. Διευκρίνισε ότι η ως άνω ημερομηνία, είναι η ημερομηνία της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου για τον τρόπο χειρισμού αυτής της φύσεως αιτημάτων που υποβάλλονταν από Τουρκοκύπριους - Τεκμήριο
  8. Επανέλαβε ότι το ανωτέρω αίτημα της Ενάγουσας απορρίφθηκε το
  9. Κατέθεσε δε το σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα με ημερομηνία 4.7.2016 το οποίο υπεβλήθη από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών προς τον Υπουργό Εσωτερικών - Τεκμήριο
  10. Η μαρτυρία των δύο εκτιμητών θα παρατεθεί λεπτομερώς στο κατάλληλο στάδιο της απόφασης μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγησή τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιόν μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Ο Μ.Ε.1 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εκδοχή του στερείτο πειστικότητας αλλά και λογικότητας. Ένας εκ των βασικών ισχυρισμών του ήταν ότι προέβηκε στην αγορά της ακίνητης περιουσίας της Ενάγουσας, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, κατόπιν προφορικής διαβεβαίωσης της κας Λάμπρου, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η αναπληρώτρια διευθύντρια της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ότι όλα ήταν «εντάξει», γι' αυτό και προέβηκε στην κατάθεση των συναφθέντων πωλητηρίων εγγράφων στο Κτηματολόγιο. Μάλιστα είναι με την σύμφωνη γνώμη της κας Λάμπρου που προχώρησε στην πληρωμή προκαταβολής, όπως ισχυρίστηκε. Από τη στιγμή που αναφέρθηκε σε προφορικές διαβεβαιώσεις αλλά και υποσχέσεις που του είχαν δοθεί από την κα Λάμπρου, το λογικά αναμενόμενο ήταν ότι θα παρουσίαζε στο Δικαστήριο το πρόσωπο αυτό για να επιβεβαιώσει τον ως άνω ισχυρισμό του. Η παράλειψη του να κλητεύσει την κα Λάμπρου, παρά τον σημαντικό ρόλο τον οποίο της απέδωσε στην όλη υπόθεση, άφησε την εκδοχή του μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Παρά δε το ότι ο ίδιος δεν έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη κλήτευση της κας Λάμπρου, εντούτοις ο λόγος της μη κλήτευσης της είναι εμφανής. όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η οποία εκδόθηκε στην αγωγή υπ' αριθμό 330/2014 και αφορούσε την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας η οποία βρίσκεται στην επαρχία Πάφου, η κα Λάμπρου είχε παρουσιαστεί ως μάρτυρας των Εναγόντων στην ως άνω υπόθεση και ουδόλως αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε προφορική διαβεβαίωση η οποία του είχε δοθεί από την ίδια. Πέραν των πιο πάνω, είναι άξιο απορίας γιατί δεν είχε ζητήσει, είτε από την κα Λάμπρου, είτε από οποιονδήποτε άλλο κρατικό αξιωματούχο που έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις για απόκτηση μέρους της ακίνητης περιουσίας της Ενάγουσας από το Κράτος, όπως του δοθούν γραπτώς διαβεβαιώσεις ότι όλα έβαιναν προς μια «θετική κατάληξη», όπως ισχυρίστηκε. Ούτε στην περίπτωση αυτή έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία για την παράλειψη του να ζητήσει όπως του δοθεί γραπτώς μια τέτοια διαβεβαίωση, κάτι το οποίο λογικά θα αναμένετο από αυτόν. Θα πρέπει φυσικά να προστεθεί ότι είναι άξιο απορίας κατά πόσο η κα Λάμπρου θα μπορούσε να του δώσει οποιαδήποτε θετική διαβεβαίωση, έστω και προφορικά, από τη στιγμή που δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο για τη λήψη τελικής απόφασης επί του αιτήματος για άρση της διαχείρισης της περιουσίας της Ενάγουσας. Επισημαίνεται ότι αρμόδιο πρόσωπο, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία είναι ο υπουργός Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ούτε και ο ισχυρισμός της γραπτής του δήλωσης ότι η Ενάγουσα επιθυμύσε να αξιοποιήσει το επίδικο ακίνητο, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Η μαρτυρία την οποία ο ίδιος παρουσίασε κατέδειξε ότι αυτό το οποίο επιθυμούσε η Ενάγουσα ήταν να πωλήσει το επίδικο ακίνητο, γι' αυτό εξάλλου και ζητούσε την άρση της διαχείρισης του από τον Κηδεμόνα, και όχι να το αξιοποιήσει η ίδια. Επισημαίνεται ότι, όπως ο ίδιος δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, είχε αγοράσει το επίδικο ακίνητο, όπως και την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός για επιθυμία της Ενάγουσας να το αξιοποιήσει παρέμεινε γενικός και αόριστος αφού ουδόλως διευκρινίστηκε ποια ήταν η αξιοποίηση στην οποία επιθυμούσε να προβεί η Ενάγουσα. Ο Μ.Υ.2 κρίνεται ως αντικειμενικός, ανεξάρτητος και χωρίς προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Παρουσίασε τα γεγονότα όπως αναδύονταν μέσα από το περιεχόμενο των υπηρεσιακών φακέλων, τους οποίους είχε μελετήσει, χωρίς ίχνος υπερβολής ή παραποίησης τους για να δώσει προβάδισμα στην υπόθεση των Εναγομένων. Κρίνεται ως ειλικρινής και αξιόπιστος. Αποδέχομαι ότι η πορεία και η εξέλιξη των αιτημάτων της Ενάγουσας έχει ως την περιέγραψε στη μαρτυρία του. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία καταλήγω σε εύρημα ότι η Ενάγουσα μέχρι το 1975 διέμενε στο χωριό Επισκοπή. Κατά τον ως άνω χρόνο εγκατέλειψε τις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, όπως επίσης ολόκληρη την ακίνητη περιουσία της, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο και μετέβηκε στις κατεχόμενες από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχές της Δημοκρατίας, όπου και εγκαταστάθηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, καθώς και στην παραβίαση των ανθρωπίνων ή και συνταγματικών δικαιωμάτων της. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, με την Έκθεση Απαίτησης της αξιώνει την παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου, όπως επίσης και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση ή και για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της. Ενόψει όμως του ότι η Ενάγουσα έπαψε να είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου από την 25.11.2020, η απαίτηση της περιορίστηκε, μέσω της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της, σε αποζημιώσεις για την περίοδο που ήταν ιδιοκτήτρια. Σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί, αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η Ενάγουσα ανήκει στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Όπως αποκάλυψε η ενώπιον μου μαρτυρία, το επίδικο ακίνητο από το χρόνο εγκατάλειψης του από την Ενάγουσα, περιήλθε στην κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, αρχικά με βάση το διάταγμα επίταξης Α.Δ.Π. 671/75 ημερομηνίας 11.9.1975, το οποίο εκδόθηκε στη βάση των περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμων (21/1962 και 50/1966). Όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο του, ο σκοπός της έκδοσης του ρηθέντος διατάγματος ήταν η προστασία των περιουσιών των Τουρκοκυπρίων οι οποίοι τις εγκατέλειψαν και μεταφέρθηκαν στις κατεχόμενες από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχές. Στη συνέχεια θεσπίστηκε ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 139/1991. Όπως επιμαρτυρεί το προοίμιο του, σκοπός της θέσπισης του είναι επίσης η προστασία των εγκαταλειφθησών περιουσιών των Τουρκοκυπρίων συνεπεία της μαζικής μετακίνησης τους στις περιοχές που κατέχονται από τις τουρκικές δυνάμεις εισβολής, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής, και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης τους στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω είναι ευθυγραμμισμένα με τα όσα νομολογήθηκαν στην υπόθεση Moustafa ν Υπουργείου Εσωτερικών
(2004)4 Α.Α.Δ. 790 από την οποία παραθέτω το αρμόδιο απόσπασμα: «Οι τουρκοκυπριακές περιουσίες στις ελεύθερες περιοχές οι οποίες εγκαταλείφθησαν από τους ιδιοκτήτες τους ως εκ της αναγκαστικής μετακίνησης τους στις κατεχόμενες περιοχές περιήλθαν στην κατοχή και διαχείριση της Κυπριακής Πολιτείας. Αρχικά με επίταξη και ακολούθως με τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1991 (Ν. 139/91), ο οποίος αναθέτει τη διαχείριση τους στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών.» Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 139/1991: «"τουρκοκυπριακή περιουσία" περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία· "Τουρκοκύπριος" σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ·» Με βάση το άρθρο 3 του Νόμου ο εκάστοτε Υπουργός Εσωτερικών διορίζεται ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών για να τις διαχειρίζεται διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2, «έκρυθμη κατάσταση» σημαίνει την συνεπεία της τουρκικής εισβολής δημιουργηθείσα κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο ορίσει ημερομηνία λήξης της. Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της ισχυρίζεται ότι μετά το 1975 οι Εναγόμενοι έλαβαν τον έλεγχο ή και την κατοχή του επίδικου ακινήτου ή και το χρησιμοποιούσαν χωρίς την άδεια ή και συγκατάθεση της. Από πλευράς τους οι Εναγόμενοι στο δικόγραφο της Υπεράσπισης τους αρνούνται τον ισχυρισμό ότι έλαβαν τον έλεγχο και την κατοχή του επίδικου ακινήτου παράτυπα ή και χωρίς οποιαδήποτε έγκριση και ισχυρίζονται ότι όλες οι ενέργειες τους έγιναν σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στην Κυπριακή Δημοκρατία και για σκοπούς που καλύπτονται από αυτούς. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται υπό την κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και χρησιμοποιείται για σκοπούς και σύμφωνα με ό,τι ο νόμος ορίζει. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, το επίδικο ακίνητο εκμισθώθηκε από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών σε πρόσφυγες. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Bahchecioglou
(1998)1 A.A.Δ. 426 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (στη σελ.431): «Ένα βασικό ερώτημα που τίθεται με την έφεση είναι κατά πόσο ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991, εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε η επέμβαση παύει να είναι παράνομη και με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί.» Στην υπόθεση Torgut κ.α ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Πολ. Έφεση Αρ. 79/2015 ημερ. 10.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A186 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σε σχέση με τον Νόμο 139/1991: «Με το Νόμο ο Υπουργός Εσωτερικών διορίστηκε Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, στον οποίο δόθηκε η διαχείρισή τους, διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου (άρθρο 3). Ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους και ο Νόμος του παρέχει εξουσία να λάβει άμεση κατοχή τους (άρθρο 5). Η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που οφείλεται σε ιδιοκτήτη Τουρκοκυπριακής περιουσίας σε σχέση με την περιουσία αυτή αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης (άρθρο 9). Προς τούτο ιδρύθηκε το «Ταμείο Τουρκοκυπριακών Περιουσιών» υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα, στο οποίο κατατίθενται όλες οι εισπράξεις που γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου (άρθρο 11).» .............................. Όπως διευκρινίστηκε πρόσφατα στην απόφαση Μushawar ΗΠΑ κα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, πιο πάνω, «.η συνταγματικότητα του Νόμου είναι δεδομένη δυνάμει των αποφάσεων Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077, Α.Chr.Solomonides Ltd a.o. v. Γενικού Εισαγγελέα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275 και Βalce
(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. Δεν τίθεται θέμα συνεπώς καταστρατήγησης οποιωνδήποτε συνταγματικών διατάξεων, ούτε υφίσταται παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ή του Πρωτοκόλλου 4 της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σχετικές προς τούτο είναι οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις Mehmet Yilmaz ν. Δημοκρατίας και τριών άλλων αιτήσεων, Αίτηση αρ. 4722/05, ημερ. 28.8.2012, Niazi Kazali and Hakan Kazali v. Cyprus και οκτώ άλλων αιτήσεων, ημερ. 6.3.
  2. Ούτε και τίθεται θέμα φυλετικής διάκρισης ή ανισότητας δυνάμει του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Οι τουρκοκυπριακές περιουσίες τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης δυνάμει του Νόμου, ο οποίος θεσπίστηκε για να ρυθμίσει μια έκτακτη πολιτειακή ανάγκη.» Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το επίδικο ακίνητο, ως τουρκοκυπριακή περιουσία, τελεί υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών με βάση τις διατάξεις του Νόμου 139/
  3. Όπως δε επεξηγήθηκε στην υπόθεση Torgut (ανωτέρω), πρόκειται για την νομική κατάσταση, δηλαδή το καθεστώς στο οποίο περιήλθαν οι Τουρκοκυπριακές περιουσίες ως αποτέλεσμα της υπαγωγής τους στο Νόμο. Από τη στιγμή λοιπόν που το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον έλεγχο και την κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, αρχικά με βάση το διάταγμα επίταξης ημερομηνίας 11.9.1975, στη συνέχεια δε με βάση τις διατάξεις του Νόμου 139/1991, δεν θα μπορούσε η οποιαδήποτε επέμβαση σ' αυτό εκ μέρους των Εναγομένων να κριθεί ως παράνομη. Καθ' όσον αφορά δε το διάταγμα επίταξης ημερομηνίας 11.9.1975, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η νομιμότητα του δεν μπορεί να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο. Τέτοια διατάγματα προσβάλλονται μόνο με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου (Adrian Holdings Ltd v Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ 828). Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της ισχυρίζεται ότι συνεπεία των πράξεων ή και παραλείψεων των Εναγομένων δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή να απολαύσει ειρηνικά το επίδικο ακίνητο ή και το σπίτι της από το
  1. Είναι πράγματι άξιον απορίας, από τη στιγμή που η ίδια είχε εγκαταλείψει το επίδικο ακίνητο για να εγκατασταθεί στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, πώς θα μπορούσε να προβάλλει ότι δεν μπορεί να το απολαύσει ή χρησιμοποιήσει ειρηνικά συνεπεία των πράξεων ή παραλείψεων των Εναγομένων. Η πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθησών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου (Torgut (ανωτέρω)). Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στη γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα αναγκάστηκε να μετακομίσει προσωρινά σε περιοχή της κατεχόμενης Αμμοχώστου λόγω της τουρκικής εισβολής. Θα πρέπει όμως να αναφερθεί ότι τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης της. Αυτό το οποίο δικογραφεί η Ενάγουσα είναι ότι μετακόμισε χωρίς τη θέληση της σε περιοχή της Αμμοχώστου. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο τέτοιος μη δικογραφημένος ισχυρισμός. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, δεν φαίνεται να αποδίδει οποιαδήποτε ευθύνη ή να καθιστά υπεύθυνους τους Εναγόμενους επί τω ότι η Ενάγουσα αναγκάστηκε να μετακομίσει σε περιοχή της κατεχόμενης Αμμοχώστου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι δεν μπορεί να απολαύσει το σπίτι της, ο οποίος προβάλλεται διαζευκτικά, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι επί του επιδίκου ακινήτου βρισκόταν το σπίτι της Ενάγουσας. Η απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών, με οδηγεί αναπόφευκτα και στην απόρριψη του δικογραφημένου ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι έχει υποστεί άγχος, αγωνία και θλίψη λόγω του ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το επίδικο ακίνητο. Εν πάση περιπτώσει καμιά μαρτυρία ειδικού παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη των όσων ανωτέρω ισχυρίζεται ότι υπέστη, πέραν των γενικόλογων αναφορών της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.
  2. Αξίζει να επισημανθεί ότι ούτε καν η ίδια η Ενάγουσα παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξει τον ανωτέρω ισχυρισμό. Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της ισχυρίζεται ότι με επιστολή του δικηγόρου της προς τον Υπουργό Εσωτερικών ημερομηνίας 13.1.2014 ζήτησε την επιστροφή της περιουσίας της ή και σχετικές αποζημιώσεις, αλλά δεν έλαβε γραπτή απάντηση. Από πλευράς τους οι Εναγόμενοι στο δικόγραφο της Υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα δεν αποτάθηκε με σαφές αίτημα στο καθ' ύλην αρμόδιο πρόσωπο, διαζευκτικά δε ισχυρίζονται ότι ενώ εκκρεμούσαν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις καταχώρισε την παρούσα αγωγή. Προβάλλεται ακόμα ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη. Το άρθρο 3 του Νόμου 139/1991 προνοεί τα ακόλουθα: «Νοείται ότι στα πλαίσια άσκησης της πιο πάνω εξουσίας του να διαχειρίζεται Τουρκοκυπριακές περιουσίες διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης, ο Υπουργός έχει επίσης εξουσία ως διαχειριστής, να άρει με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του και υπό τους κατά την κρίση του κατάλληλους όρους τη διαχείριση συγκεκριμένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας ή μέρους αυτής, αφού λάβει υπόψη σε σχέση με τη διαχείριση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και σταθμίσει όλους τους σχετικούς με το θέμα αυτό παράγοντες, περιλαμβανομένου του κατά πόσο ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας ή οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοί του στον τίτλο, ανάλογα με την περίπτωση, κατέχουν περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: Νοείται περαιτέρω ότι προσμετρούν θετικά σε άρση της διαχείρισης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω παράγοντες: (α) Ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που όταν περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας είχε τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό όπου είχε μεταβεί οποτεδήποτε πριν ή μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και ο εν λόγω ιδιοκτήτης συνεχίζει να διαμένει εκεί ή επέστρεψε ή επιστρέφει από το εξωτερικό για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ή προτίθεται να επιστρέψει στις εν λόγω περιοχές, (β) ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που σε οποιοδήποτε χρόνο μετά που περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, (γ) ότι η υπό διαχείριση περιουσία αφορά κατοικία στην οποία διέμενε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης και κάτοχός της πριν την τουρκική εισβολή του 1974 και στην οποία προτίθεται να κατοικήσει προσερχόμενος από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.» Περαιτέρω το άρθρο 6Α
(1)και
(2)του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.
(2)Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημά του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο: Νοείται ότι σε περίπτωση που οι αιτούμενες θεραπείες περιλαμβάνουν αξίωση του ιδιοκτήτη για διάταγμα του δικαστηρίου να του αποδοθεί περιουσία του η οποία τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του παρόντος Νόμου, η αγωγή στρέφεται επίσης κατά του προσώπου που νόμιμα κατέχει την περιουσία.» Σύμφωνα με όσα νομολογήθηκαν στην υπόθεση Masar v Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. Πολ. Έφεση Αρ. Ε200/2014 ημερομηνίας 30.12.2020, η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 6Α
(2)του Νόμου, δηλαδή η υποβολή σχετικού αιτήματος στον Υπουργό Εσωτερικών και η απόρριψη του συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να είναι επιτρεπτή προσφυγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την έγερση της κατάλληλης αγωγής. Σε περίπτωση δε μη τήρησης της συγκεκριμένης διαδικασίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται, ουσιαστικά, εξουσίας να επιληφθεί τέτοιας αγωγής. Όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 13.1.2014 - Τεκμήριο 8 - οι δικηγόροι του Μ.Ε.1, ενεργώντας εκ μέρους του, αιτήθηκαν από τον Υπουργό Εσωτερικών ως τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, όπως παραδώσει ελεύθερη κατοχή των περιουσιών που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα των αναφερομένων στην επιστολή προσώπων, στα οποία περιλαμβάνεται και η Ενάγουσα. Όπως επίσης υπήρξε αδιαμφισβήτητο, οι δικηγόροι του Μ.Ε.1 με προγενέστερη επιστολή τους ημερομηνίας 29.10.2013 - Τεκμήριο 9 - την οποία επίσης απηύθυναν προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ζήτησαν όπως δοθεί η άδεια του ώστε να γίνουν αποδεκτά από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο τα τέσσερα αγοραπωλητήρια έγγραφα, δυνάμει των οποίων είχαν αγοραστεί από τα αναφερόμενα στην ρηθείσα επιστολή πρόσωπα, όλα τα ακίνητα της Ενάγουσας καθώς και άλλων μελών της οικογένειας της. Περαιτέρω, όπως αποκάλυψε η ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ειδικά δε το Τεκμήριο 14, το οποίο αποτελεί σημείωμα του Αναπληρωτή Διευθυντή της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ημερομηνίας 4.7.2016, τον Μάρτιο του 2012 είχαν υποβληθεί προς τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, αιτήσεις μέσω του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, για πώληση τεράστιας έκτασης και αξίας Τουρκοκυπριακής περιουσίας, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο. Ως αγοράστρια της κατονομάζεται συγκεκριμένη εταιρεία με ενδιαφερόμενο τον Μ.Ε.1. Σύμφωνα δε με το ίδιο σημείωμα, η ρηθείσα αίτηση είχε απορριφθεί, όμως δεν ενημερώθηκαν γραπτώς οι αιτητές για την απόρριψη της. Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι με την επιστολή του ημερομηνίας 19.7.2016 - Τεκμήριο 12 - η οποία απευθύνεται προς τον Μ.Ε.1, ο Υπουργός Εσωτερικών τον ενημερώνει επίσημα, ότι δεν είναι δυνατό να χορηγήσει τη συγκατάθεση του για αποδοχή των δηλώσεων μεταβίβασης και των σχετικών πωλητηρίων εγγράφων για κατάθεση, αλλά ούτε και να προχωρήσει σε διαβούλευση για φιλικό διακανονισμό. Ως λόγος για την απόρριψη του αιτήματος αναφέρεται το ότι οι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες της ακινήτου περιουσίας, μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα, εγκαταστάθηκαν στις κατεχόμενες περιοχές όπου επίσης τους παραχωρήθηκαν μεγάλης έκτασης ελληνοκυπριακές περιουσίες. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η Ενάγουσα υπέβαλε σχετικό αίτημα προς τον Υπουργό Εσωτερικών, συμμορφούμενη πλήρως με τις πρόνοιες του άρθρου 6Α
(2)του Νόμου. Για την ακρίβεια, δεν ήταν ένα, αλλά διάφορα αιτήματα που υπέβαλε. Σύμφωνα και με όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Μ.Υ.2, το πρώτο χρονικά αίτημα που υπέβαλε δεν ήταν για παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου, αλλά για παραχώρηση της συγκατάθεσης του Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών ώστε να γίνουν αποδεκτά από το Κτηματολογικό Γραφείο τα τέσσερα πωλητήρια έγγραφα δυνάμει των οποίων είχε πωληθεί από την Ενάγουσα και άλλα μέλη της οικογένειας της ολόκληρη η ακίνητη τους περιουσία στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο. Αξίζει να αναφερθεί ότι το αίτημα για παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου φαίνεται να ήταν το τελευταίο χρονικά που υπεβλήθη με την επιστολή ημερομηνίας 13.1.2014 - Τεκμήριο 9 - δηλαδή ένα περίπου μήνα πριν την έγερση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Μ.Υ.2, οι βασικοί λόγοι απόρριψης του αιτήματος για την παραχώρηση της συγκατάθεσης του Κηδεμόνα για αποδοχή των σχετικών πωλητηρίων εγγράφων, ήταν ότι δεν υπήρχαν παράγοντες που να προσμετρούν προς μια θετική απόφαση. Αντίθετα, μετά από έρευνες που διεξήχθησαν, διαφάνηκε ότι η Ενάγουσα οικειοποιήθηκε Ελληνοκυπριακή περιουσία στις κατεχόμενες από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχές. Επίσης ο Κηδεμόνας έλαβε υπόψη του ότι το αίτημα της Ενάγουσας δεν αφορούσε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ζητά την άρση της διαχείρισης για να κατοικήσει στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, αλλά αντίθετα αφορούσε πράξη αγοραπωλησίας. Το Δικαστήριο έχει ήδη παραθέσει πιο πάνω το άρθρο 3 του Νόμου, με τους παράγοντες οι οποίοι μπορούν να προσμετρήσουν θετικά στην κρίση του Κηδεμόνα για άρση της διαχείρισης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, τους οποίους δεν χρειάζεται να επαναλάβω. Εν πρώτοις, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως κατέδειξε η ενώπιον μου μαρτυρία, το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τον Μ.Ε.1, κάτι το οποίο παραδέχθηκε στη μαρτυρία του. Όπως ο ίδιος ανέφερε, είχε αγοράσει όλα τα ακίνητα της Ενάγουσας και γενικά της οικογένειας της. Είναι λοιπόν φανερό ότι το αίτημα δεν αφορούσε περίπτωση άρσης της διαχείρισης κατοικίας στην οποία προτίθετο να κατοικήσει η Ενάγουσα, προσερχόμενη από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές με πρόθεση τη μόνιμη εγκατάσταση της στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Η προσαχθείσα μαρτυρία ουδόλως αποκάλυψε ότι η Ενάγουσα εγκαταστάθηκε μόνιμα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μετά που το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη διαχείριση του Κηδεμόνα και ότι συνεχίζει αδιάλειπτα να κατοικεί μόνιμα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ούτε και εξέφρασε πρόθεση να επιστρέψει σ' αυτές. Θα πρέπει ακόμα να προστεθεί ότι το ότι η Ενάγουσα οικειοποιήθηκε ελληνοκυπριακή περιουσία στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, όπως αναφέρεται και στην επιστολή ημερομηνίας 19.7.2016 - Τεκμήριο 12 - έχει γίνει αποδεκτό και από τον Μ.Ε.1 ο οποίος στη μαρτυρία του ανέφερε ότι της είχε δοθεί ένα σπίτι και μια μικρή επιχείρηση, ενώ για την υπόλοιπη αξία της περιουσίας που εγκατέλειψε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές της είχαν δοθεί points. Σε κάποιο άλλο δε σημείο της μαρτυρίας του ο Μ.Ε.1 δεν αμφισβήτησε υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα εγκατέλειψε την περιουσία της και μετέβηκε στα κατεχόμενα όπου διέμενε σε Ελληνοκυπριακή περιουσία, προσθέτοντας χαρακτηριστικά ως δικαιολογία το ότι «κάπου έπρεπε να μείνουν». Έχοντας κατά νουν τα όσα προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος της Ενάγουσας για άρση της διαχείρισης από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών του επίδικου ακινήτου, έγινε κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 3 του Νόμου 139/1991. Ως αποτέλεσμα, δεν παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα της. Η απόφαση του Κηδεμόνα λήφθηκε εντός των πλαισίων του Νόμου 139/1991. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην επιστολή ημερομηνίας 13.1.2014 - Τεκμήριο 8 - κανένας λόγος προβάλλεται για να δικαιολογηθεί το αίτημα για παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου στην Ενάγουσα. Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι δεν έχει διαφανεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε δυσμενής διάκριση της Ενάγουσας λόγω θρησκείας, εθνικής καταγωγής και γλώσσας ως ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης της. Κατά συνέπεια, το αίτημα της για επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ηθικής βλάβης δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Αξιώνεται επίσης η επιδίκαση παραδειγματικών, άλλως τιμωρητικών αποζημιώσεων. Όπως είναι νομολογημένο, η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων ενδείκνυται μόνο όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από το πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος (Παπακόκκινου ν Κάνθερ
(1982)1 Α.Α.Δ. 65, 74-79, Kennedy Hotels Ltd v Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400). Στην προκείμενη περίπτωση αναμφισβήτητα η συμπεριφορά των Εναγομένων δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας σ' αυτούς. Κατά συνέπεια η αξίωση για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. OI ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ Παρά την κατάληξη μου ότι δεν έχει αποδειχθεί η παράνομη επέμβαση των Εναγομένων επί του επίδικου ακινήτου, εντούτοις θεωρώ ορθό όπως, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, προβώ στον υπολογισμό των αποζημιώσεων τις οποίες τυχόν δικαιούται η Ενάγουσα, κατά τρόπο ώστε σε περίπτωση ανατροπής του ανωτέρω ευρήματος μου, να είναι καθορισμένο το ποσό το οποίο δικαιούται. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Bahchecioglou (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο εκτιμητής της Ενάγουσας (Μ.Ε.2), προέβη στην εκτίμηση του αγοραίου ενοικίου του επίδικου ακινήτου, από το 1974 και μετά, χωρίς να λάβει υπόψη του τα κτίρια που υπήρχαν σ' αυτό, με δυνατότητα μακροχρόνιας ενοικίασης. Επεξηγώντας τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε, ανέφερε ότι υπολόγισε πρώτα την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου στη βάση συγκριτικών πωλήσεων και στη συνέχεια χρησιμοποίησε ποσοστό 2% επί της αγοραίας αξίας για να καταλήξει στο αγοραίο ενοίκιο του επίδικου ακινήτου. Οι υπολογισμοί του περιγράφονται λεπτομερώς στην έκθεση εκτίμησης την οποία ετοίμασε - Τεκμ.
  1. Υπολόγισε επίσης τον τόκο επί του αγοραίου ενοικίου σε ποσοστό 4% και παρουσίασε κατάσταση με τον υπολογισμό του τόκου - Τεκμήριο 6Α. Η εκτιμητής των Εναγομένων από πλευράς της (Μ.Υ.1), χρησιμοποίησε παρόμοια μεθοδολογία όπως αυτή του Μ.Ε.
  2. Ειδικότερα, υπολόγισε και αυτή πρώτα την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου, όμως για να καταλήξει στον υπολογισμό του αγοραίου ενοικίου έλαβε υπόψη της συγκριτικά ενοίκια. Ειδικότερα έλαβε υπόψη της τα ενοίκια τα οποία πληρώνονται στην Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών από τους μισθωτές των κτιρίων που βρίσκονται επί του επίδικου ακινήτου ως επίσης και ενοίκια που εισπράττονται από την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού. Όλοι οι υπολογισμοί της καταγράφονται λεπτομερώς στην έκθεση εκτίμησης που ετοίμασε - Τεκμήριο
  3. Τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην υπόθεση Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1(B) A.A.Δ. 814, 823 αναφέρθηκε ότι ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Philippou v Odysseos
(1989)1 C.L.R.). Εν πρώτοις θα πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο η ιδιότητα, όσο και η εμπειρογνωμοσύνη αμφοτέρων των εκτιμητών υπήρξαν αδιαμφισβήτητες. Όπως μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί, ο Μ.Ε.2 χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο για να υπολογίσει την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου από το 1974 μέχρι το 2022 ενώ για να καταλήξει στο αγοραίο ενοίκιο χρησιμοποίησε οριζόντιο (flat) ποσοστό 2% επί της αγοραίας αξίας για ολόκληρη την ανωτέρω περίοδο. Όπως επεξήγησε, η πρακτική που ακολουθείται στο χώρο τους και στην επαγγελματική επιστήμη για την μακροχρόνια ενοικίαση γης και ακολουθείται από το ίδιο το κράτος με βάση την Κ.Δ.Π. 173/89, είναι η υιοθέτηση ποσοστού επί της αγοραίας αξίας της γης, το οποίο κυμαίνεται από 1.5% - 4%. Επίσης ο Μ.Ε.2 αναθεωρούσε την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου κάθε δέκα χρόνια με εξαίρεση την πρώτη περίοδο που ήταν από το 1974 - 1979 και την τελευταία που αφορούσε τα δύο τελευταία χρόνια 2020 -
  1. Σε αντίθεση με τον Μ.Ε.2 η Μ.Υ.1 χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο για τον υπολογισμό τόσο της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου, όπως και για τον υπολογισμό του αγοραίου ενοικίου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, για τον υπολογισμό του αγοραίου ενοικίου βασίστηκε στα συγκριτικά στοιχεία ενοικιάσεων που πήρε από την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού καθώς και στα συμβόλαια μίσθωσης κτιρίων και υποστατικών που ανεγέρθηκαν επί του επίδικου ακινήτου, τα οποία της δόθηκαν από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στην Έκθεση της - Τεκμήριο
  2. Επίσης αναθεωρούσε την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου κάθε πέντε χρόνια, με εξαίρεση την τελευταία περίοδο που ήταν για δύο χρόνια. Έχοντας να επιλέξω μεταξύ των δυο εκτιμήσεων, προτιμώ χωρίς δισταγμό αυτή της Μ.Υ.
  3. Κατ' αρχήν, όπως διαπιστώνεται από την έκθεση της, οι αγοραίες αξίες που υιοθετεί ανά πενταετία απολήγουν να είναι υψηλότερες, εν συγκρίσει με τις αξίες που υιοθετεί ο Μ.Ε.2 ανά δεκαετία. Η μόνη περίοδος που η αξία την οποία υιοθετεί η Μ.Υ.1 είναι χαμηλότερη από αυτή του Μ.Ε.2 είναι η πρώτη, δηλαδή από το 1974 -
  4. Ενώ η Μ.Υ.1 υιοθετεί αξία €11.541.00, ο Μ.Ε.2 την υπολογίζει σε €25.
  5. Η ανωτέρω διαφορά όμως υπερκαλύπτεται από τις υπόλοιπες αξίες των επόμενων περιόδων, που αναμφισβήτητα είναι υψηλότερες από τις αξίες τις οποίες υιοθετεί ο Μ.Ε.
  6. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ για την τελευταία περίοδο 2021 - 2022 ο Μ.Ε.2 υιοθετεί αγοραία αξία €461.640, η Μ.Υ.1 την υπολογίζει σε €500.
  7. Αναμφισβήτητα δε οι υψηλότερες αξίες που υιοθετεί η Μ.Υ.1 αποβαίνουν προς όφελος της Ενάγουσας, γι' αυτό και το Δικαστήριο τις προτιμά. Πέραν τω πιο πάνω, η χρήση από τη Μ.Υ.1 συγκριτικών στοιχείων και ενοικίων, όπως αυτά περιγράφονται στην έκθεση της (βλέπε τα παραρτήματα Ε1 - Ε3 και Στ1 - Στ15), είναι η πλέον δίκαιη αλλά και ασφαλής, κατά την άποψη μου μέθοδος, για τον υπολογισμό του αγοραίου ενοικίου του επιδίκου ακινήτου. Με βάση τα πιο πάνω αποδέχομαι ότι το ποσοστό 1% στο οποίο κατέληξε η Μ.Υ.1, είναι το πλέον αντικειμενικό υπό τις περιστάσεις, είναι δε το αποτέλεσμα της εφαρμογής ορθής μεθόδου που είναι η συγκριτική μέθοδος. Αποδέχομαι ακόμα ότι όλα τα συγκριτικά στοιχεία που χρησιμοποίησε αποτελούν ασφαλές υπόβαθρο επί των οποίων θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα. Αντίθετα, το ποσοστό 2% που χρησιμοποίησε ο Μ.Ε.2 δεν βασίστηκε στην εφαρμογή κάποιας επιστημονικής μεθόδου, απλά υιοθετήθηκε από το Μ.Ε.2 με το σκεπτικό ότι το ποσοστό αυτό υιοθετείται από το κράτος για τη μακροχρόνια μίσθωση κρατικών γαιών. Όπως δε αναφέρει στην έκθεση του, το ποσοστό αυτό κυμαίνεται μεταξύ 1,5% - 4%, αναλόγως των φυσικών χαρακτηριστικών και της χρήσης του ακίνητου και με τη βασική υπόθεση ότι ο μισθωτής θα έχει δικαίωμα ανάπτυξης του. Όπως, παρά τα πιο πάνω, ο ίδιος δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι δεν αναζήτησε συγκριτικό όμοιας τοποθεσίας ή έκτασης με το επίδικο ακίνητο για να κάμει σύγκριση, επιμένοντας ότι η ορθή προσέγγιση που ακολούθησε είναι η υιοθέτηση συγκεκριμένου ποσοστού επί της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για την πρακτική που ακολουθείται στον χώρο τους και στην επαγγελματική επιστήμη για την εκτίμηση γης. Όμως κανένα επιστημονικό σύγγραμμα παρουσίασε, με αποτέλεσμα ο ως άνω ισχυρισμός του να παραμείνει επιστημονικά ατεκμηρίωτος. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι το ποσοστό το οποίο υιοθέτησε για να υπολογίσει το αγοραίο ενοίκιο του επίδικου ακινήτου είναι εντελώς αυθαίρετο. Αντίθετα, έχοντας αποδεχθεί τα ευρήματα της Μ.Υ.1, καταλήγω ότι το αγοραίο ενοίκιο για το επίδικο ακίνητο έχει ως ακολούθως: Περίοδος Εκτίμηση Ποσό € 1η 1974-1979 €110,00 X 5 χρόνια €550,00 2η 1980-1985 €300,00 X 5 χρόνια €1.500,00 3Π 1986-1990 €380,00 X 5 χρόνια €1.900,00 4Π 1991-1995 €690,00 X 5 χρόνια €3.450,00 5η 1996-2000 €850,00 X 5 χρόνια €4.250,00 6Π 2001-2005 €1.150,00 X 5 χρόνια €5.750,00 7Π 2006-2010 €1.920,00 X 5 χρόνια €9.600,00 8Π 2011-2015 €3.460,00 X 5 χρόνια €17.300,00 9η 2016-2020 €4.230,00 X 5 χρόνια €21.150,00 1°π 2021-2022 €5.000,00 X 2 χρόνια €10.000,00 ΟΛΙΚΟ ΕΝΟΙΚΙΟ €75.450,00 Όσον αφορά την αξίωση της Ενάγουσας για επιδίκαση τόκου προς 4% ετησίως επί του ποσού των ενοικίων, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν ότι το ποσοστό αυτό επιδικάζεται στις αποζημιώσεις για επίταξη. Με δεδομένο το ότι για το επίδικο ακίνητο είχε εκδοθεί διάταγμα επίταξης, το οποίο ανανεωνόταν μέχρι τη θέσπιση του Νόμου 139/1991, θα θεωρούσα ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστεί το ως άνω ποσοστό τόκου επί των ενοικίων μέχρι την 30.6.
  8. Από την 1.7.1991 που είναι η ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 139/1991 δεν θα μπορούσε να επιδικαστεί το ως άνω ποσοστό τόκου. Για οποιαδήποτε ενοίκια μετά την ως άνω ημερομηνία θα μπορούσε να επιδικαστεί ο νόμιμος τόκος (από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής). ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, γι' αυτό η αγωγή της θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Συνεπώς, θα επιδικαστούν προς όφελος των Εναγομένων. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Διευκρινίζεται ότι ένα σετ εξόδων επιδικάζεται, αφού πρόκειται για Εναγόμενους με κοινή υπεράσπιση. (Υπ.) ............. Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.