← Κύπρος

ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αγωγή αρ. 311/2023, 6/11/2023

ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αγωγή αρ. 311/2023, 6/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 311/2023 ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ενάγουσα ν. ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 05.04.2023 για ενδιάμεση θεραπεία και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.04.2023 Ημερομηνία: 06 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Α. Δημητριάδης για Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ, για την Ενάγουσα/Αιτήτρια. Γ. Χατζηνικολάου για Γεώργιος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η

  1. Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ζητά αναγνωριστική απόφαση ότι η Εναγόμενη δεν ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον αποβιώσαντα αδελφό της να μεταβιβάσει με δωρεά στο όνομά της τα ακίνητα τα οποία περιγράφονται στην αγωγή, καθώς και ακύρωση των μεταβιβάσεων αυτών. Ζητά και αποζημιώσεις.
  2. Στο πλαίσιο της αγωγής της, υπέβαλε αίτηση χωρίς ειδοποίηση στην Εναγόμενη, μεταξύ άλλων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, με την οποία αιτήθηκε την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη η αποξένωση των επίδικων ακινήτων, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.
  3. Η αίτησή της συνοδεύεται από τη μαρτυρία της, με την οποία εκθέτει τα εξής γεγονότα: Η Ενάγουσα, η Εναγόμενη και ο Ανδρέας, που φέρεται ως ο δικαιοπάροχος, είναι αδέλφια. Ο Ανδρέας απεβίωσε περί την 25.01.2022 στην Αμερική, όπου διέμενε μόνιμα. Άφησε ως κληρονόμους του τη σύζυγό του και τα τέσσερα αδέλφια του, περιλαμβανομένων των διαδίκων. Ο ένας εκ των αδελφών τους, ο Κώστας, απεβίωσε επίσης. Μετά από έρευνες, η Ενάγουσα διαπίστωσε πως, με χρήση πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 10.11.2021, που φέρεται να υπέγραψε ο Ανδρέας ενώπιον του Κοινοτάρχη Πενταλιάς, που κατατέθηκε και στο Κτηματολόγιο, η Εναγόμενη, με τη δήλωση δωρεάς 6/Δ/716/2002 ημερομηνίας 06.05.2022, μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα του Ανδρέα στο δικό της όνομα. Η Ενάγουσα θεωρεί πως το πληρεξούσιο έγγραφο είναι πλαστογραφημένο, εφόσον ο Ανδρέας δεν είχε μεταβεί στην Κύπρο, εδώ και μία εικοσαετία, οπότε θα ήταν αδύνατον να πιστοποιηθεί η υπογραφή του από τον Κοινοτάρχη Πενταλιάς. Ακόμα, όμως, και γνήσιο να ήταν, δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε ισχύ μετά τον θάνατο του Ανδρέα, δηλαδή μετά από την 25.01.2022, και η δήλωση δωρεάς έγινε βάσει αυτού την 06.05.
  4. Η Ενάγουσα, ως νόμιμη κληρονόμος, έχει, όπως αναφέρει, έννομο συμφέρον στην περιουσία του αποβιώσαντος, κατ' επέκταση και να διεκδικεί με την αγωγή της τις θεραπείες που ζητά εναντίον της Εναγόμενης. Η σύζυγος του Ανδρέα την ενημέρωσε ότι ο Ανδρέας άφησε διαθήκη, με την οποία άφησε ολόκληρη την περιουσία του στην Αμερική στη σύζυγό του, αλλά δεν περιέλαβε στη διαθήκη του την περιουσία του στην Κύπρο. Έγιναν προσπάθειες πώλησης περιουσίας στο παρελθόν, που όμως ναυάγησαν, και η πεποίθηση της Ενάγουσας είναι πως η Εναγόμενη θα τις συνεχίσει. Γι' αυτό και με επιστολή της ημερομηνίας 08.09.2022 προς το Κτηματολόγιο, ενημέρωσε για την αμφισβήτηση που υπάρχει, ώστε να παρεμποδιστούν περαιτέρω πράξεις. Το Κτηματολόγιο, όπως ενημέρωσε, μπορούσε απλώς να θέσει σημείωση εναντίον των ακινήτων ώστε, σε περίπτωση που επιχειρηθεί κάποια πράξη, να περιέλθει σε γνώση των εμπλεκόμενων μερών. Η εν λόγω σημείωση δεν συνιστά εμπράγματο βάρος και έχει περιορισμένη χρονική ισχύ. Υπήρξε περαιτέρω αλληλογραφία με το Κτηματολόγιο, όπως και μεταξύ των διαδίκων. Η Ενάγουσα προσκόμισε στοιχεία στα οποία βασίζει τους ισχυρισμούς της και επιχειρηματολόγησε για την συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος.
  5. Την 07.04.2023, το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, που επιλήφθηκε της αίτησης της Ενάγουσας, εξέδωσε το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, το οποίο όρισε για επιστροφή την 12.04.
  6. Η Εναγόμενη εμφανίστηκε στη διαδικασία και ζήτησε την ακύρωση του απαγορευτικού διατάγματος. Προβάλλει πως δεν συνέτρεχε κατεπείγων λόγος ή εξαιρετική περίσταση να εκδοθεί το διάταγμα χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση και η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα σχετικά με το ότι η σημείωση που τέθηκε από το Κτηματολόγιο επενεργούσε ως εμπράγματο βάρος και πως, ενώ η ίδια έκανε την έρευνά της από την 13.12.2022, γνώριζε πως δεν μπορούσε να γίνει κάποια μεταβίβαση. Έπειτα, δεν συνέτρεξαν ούτε οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τέτοιας φύσης διαταγμάτων, ούτε ήταν δίκαιο να εκδοθεί, η δε μαρτυρία που υποστήριξε το αίτημα ήταν ατεκμηρίωτη. Θεωρεί, επίσης, την αίτηση καταχρηστική γιατί αυτό που ζήτησε με ενδιάμεση θεραπεία το είχε ήδη, με τη σημείωση που τέθηκε από το Κτηματολόγιο την 19.09.
  7. Και η ένσταση υποστηρίζεται από μαρτυρία, της Εναγόμενης, η οποία θέτει τα γεγονότα ως εξής: Την 06.05.2022, προχώρησε βάσει πληρεξουσίων από τα αδέλφια της Κώστα, Ανδρέα και Πέτρο στη μεταβίβαση των μεριδίων τους επί των ακινήτων στο όνομά της. Η μεταβίβαση έγινε κατόπιν συνεννόησής τους για τη διαχείρισή τους, αφού προηγουμένως η Ενάγουσα είχε απορρίψει σχετική πρόταση να μεταβιβαστούν στην ίδια, για τον ίδιο σκοπό, εκτός από δύο ακίνητα, η πώληση των οποίων είχε συμφωνηθεί καιρό πριν από τον θάνατο των αδελφών τους. Η απουσία του Ανδρέα και του Κώστα στο εξωτερικό καθιστούσε δύσκολη τη διαδικασία. Η Εναγόμενη είναι επιμελής στα θέματα διαχείρισης, εφόσον φροντίζει και για την πληρωμή των εξόδων των ακινήτων. Οι προσπάθειες πώλησης που ανέφερε η Ενάγουσα έγιναν χρόνια πριν, με τη συμμετοχή της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη, όπως λέει για να αρθεί ο κλονισμός στις σχέσεις αναμεταξύ αδελφών, ζήτησε από το Κτηματολόγιο, με επιστολή ημερομηνίας 20.10.2022, να ακυρωθούν οι μεταβιβάσεις και να επανέλθουν τα μερίδια στους αρχικούς ιδιοκτήτες. Ωστόσο, η ύπαρξη της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 08.09.2022 εμποδίζει τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης. Η Εναγόμενη βασίζει επίσης την ένστασή της σε στοιχεία, που προσκομίζει, και επιχειρηματολογεί σε σχέση με τους λόγους ένστασής της, επεξηγώντας τους.
  8. Το Δικαστήριο, με την παρούσα σύνθεση, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 29.09.2023, απέρριψε την αίτηση της Ενάγουσας για αντεξέταση της Εναγόμενης, για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση εκείνη. Συνακόλουθα, η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς πρόσθετη μαρτυρία. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι καταχωρίστηκε στον φάκελο της υπόθεσης και ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά.
  9. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση της Ενάγουσας έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος.
  10. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3].
  11. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5].
  12. Σε συνάρτηση με το κατεπείγον, όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά, και δη μονομερώς[6].
  13. Έπειτα, σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13]. Υπό το άρθρο 32 Ν.14/1960 εξετάζεται και το άρθρο 4 Κεφ.6, όπου εφαρμόζεται.
  14. Όπως συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας που προσκόμισε η Ενάγουσα, η Ενάγουσα κινήθηκε μονομερώς όχι επειδή δεν είχε τον χρόνο, ημερολογιακά, να δώσει ειδοποίηση στην Εναγόμενη για να ακουστεί. Έλαβε γνώση των μεταβιβάσεων προ αρκετών μηνών, από τον Σεπτέμβριο του 2022, εξ ου και ενημέρωσε το Κτηματολόγιο, με σχετική επιστολή ημερομηνίας 08.09.
  15. Ακολούθησε περαιτέρω αλληλογραφία. Δεν την απέκρυψε. Αιτήθηκε την ενδιάμεση θεραπεία χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς την Εναγόμενη, θεωρώντας αφενός ότι δεν τη διασφαλίζει οτιδήποτε, περιλαμβανομένης της σημείωσης που τέθηκε από το Κτηματολόγιο. Αφετέρου, έχοντας την υποψία, που εκφράζεται στις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης της δήλωσης, πως είναι πλέον αυξημένη η πιθανότητα να γίνει προσπάθεια αποξένωσης των ακινήτων. Η υποψία αυτή ενισχύεται, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Ενάγουσας, από τη μη επίλυση του προβλήματος διαφορετικά, παρά τις προσπάθειες που έγιναν, αλλά την περιπλοκή του, μετά την τελευταία αλληλογραφία του Μαρτίου του
  16. Έχοντας υπόψη και τις προσπάθειες πώλησης του παρελθόντος. Η Ενάγουσα βασίστηκε στη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητά, που είναι η δέσμευση των ακινήτων που συνιστούν το αντικείμενο της αγωγής της. Μιας αγωγής που ενέχει ισχυρισμούς δόλου, όπως το να γίνει χρήση πληρεξουσίου εγγράφου μετά τον θάνατο του αντιπροσωπευόμενου, για την απόσπαση της περιουσίας, της οποίας ζητείται η δέσμευση. Η περίσταση υπό την οποία αιτήθηκε μονομερώς η Ενάγουσα έδιδε τέτοια δυνατότητα στο Δικαστήριο, να εκδώσει το διάταγμα που εξέδωσε.
  17. Ακόμα κι αν το Δικαστήριο τώρα αναθεωρεί το διάταγμα, υπό άλλη σύνθεση, για σκοπούς οριστικοποίησής του ή ακύρωσής του, δεν λειτουργεί ως εφετείο του εαυτού του. Στον βαθμό που, μετά την ακρόαση της Εναγόμενης, δεν αλλάζει ουσιωδώς η εικόνα που εξ αρχής είχε το Δικαστήριο, όταν εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα, δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσής του. Η Ενάγουσα δεν απέκρυψε την επενέργεια της σημείωσης που τέθηκε στα ακίνητα, έπειτα από την επιστολή της προς το Κτηματολόγιο. Έχει τη θέση, την οποία τόνισε, βασιζόμενη στην απαντητική επιστολή του Κτηματολογίου, πως η σημείωση δεν απαγορεύει τη συναλλαγή, απλώς θέτει σε γνώση των ενδιαφερόμενων την αμφισβήτηση. Μπορεί η Εναγόμενη να έχει μια διαφορετική νομική θέση. Η διάσταση των απόψεων των δύο πλευρών σχετικά με το πώς επενεργεί μια «σημείωση» δεν επηρεάζει δικαιοδοτικά.
  18. Περνώντας στις ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση, κατ' επέκταση οριστικοποίηση προσωρινών διαταγμάτων αυτής της φύσης, η Ενάγουσα παρουσιάζει στο Δικαστήριο ένα δικάσιμο θέμα. Ισχυρίζεται πως, με τον θάνατο του αδελφού της Ανδρέα, κληρονόμησε μερίδιο της ακίνητης περιουσίας του στην Κύπρο, εκ του νόμου. Όμως, κατά παράβαση του κληρονομικού της δικαιώματος, η Εναγόμενη, με χρήση παλαιού πληρεξουσίου, η γνησιότητα του οποίου πρόσθετα αμφισβητείται, μεταβίβασε την κληρονομιά, περιλαμβανομένου του δικού της μεριδίου, στον εαυτό της. Εκεί είναι που βασίζεται η αγωγή της, όχι στην προσπάθειά της να ενεργήσει ως προσωπική αντιπρόσωπος της περιουσίας του αποβιώσαντος χωρίς να είναι, για να ακυρώσει πράξεις λόγω πλαστότητας του πληρεξουσίου ή άλλως πώς, προς όφελος της περιουσίας. Η διατύπωση των θεραπειών στη γενική οπισθογράφηση της απαίτησής της δίδει την εντύπωση πως εκπροσωπεί το σύνολο της κληρονομιάς, αλλά, μέσα από τα ενόρκως δηλωθέντα, συνάγεται πως ενάγει για τη δική της περιουσιακή απώλεια ή ζημιά, από ενέργειες της Εναγόμενης που θεωρεί παράνομες. Εάν τεχνικά έπρεπε να συνενώσει στην αγωγή της αυτή και τον προσωπικό αντιπρόσωπο της περιουσίας του αποβιώσαντος εάν υπάρχει ή τους υπόλοιπους κληρονόμους, ή όχι, δεν είναι κάτι που μπορεί να εξεταστεί σ' αυτό το στάδιο. Σε κάθε περίπτωση, τέτοια δικονομική απουσία δεν εκθεμελιώνει τον συζητήσιμο χαρακτήρα της υπόθεσής της, που πρόσθετα αναδύεται από συγκεκριμένη μαρτυρία, στην οποία βασίζονται τα λεγόμενα της Ενάγουσας. Ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
  19. Η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί πως έκανε χρήση πληρεξουσίου εγγράφου του Ανδρέα μετά τον θάνατό του. Με βάση το άρθρο 161 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, ο θάνατος επιφέρει λύση της αντιπροσωπείας. Τα αδέλφια είναι συγγενείς δεύτερης τάξης με βάση τον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο Κεφ.
  20. Όπως αναφέρει η Ενάγουσα, κατά τον θάνατό του, ο Ανδρέας δεν είχε κατιόντες ή ανιόντες και η διαθήκη του αφορούσε την περιουσία του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπάρχουν επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της Ενάγουσας, στην έκταση που αυτή αφορά τα μερίδια που πιθανόν η ίδια να δικαιούται στην κληρονομιά του Ανδρέα και την αξίωσή της για αποζημιώσεις. Εάν, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, υπήρχε επιζούσα σύζυγος που καλείται με τη δεύτερη τάξη, η οποία, καλούμενη με την τάξη αυτή, δικαιούται το 1/2, ο λόγος είναι ενδεχομένως για το υπόλοιπο 1/2 της περιουσίας του αποβιώσαντος, και εφόσον τα αδέλφια κατά τον θάνατο του Ανδρέα ήταν τέσσερα, για το 1/8 του συνόλου της περιουσίας του Ανδρέα. Νοείται ότι, εάν όντως η Ενάγουσα έχει δικαίωμα στην κληρονομιά του Ανδρέα, δεν είναι ουσιαστική κρίση, αλλά πιθανότητα στην όψη της μαρτυρίας, στο πλαίσιο αξιολόγησης των προϋποθέσεων της ενδιάμεσης θεραπείας και αποκλειστικά για τους σκοπούς της. Προφανώς και αυτή η εικόνα μπορεί να ανατραπεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, με διάφορους τρόπους. Εάν πάλι το ζητούμενο της Ενάγουσας ή και το κοινό ζητούμενο των δύο πλευρών είναι η ακύρωση του συνόλου των μεταβιβάσεων και η εγγραφή τους εκ νέου στους αρχικούς ιδιοκτήτες, όπως λέχθηκε και κατά τη διαδικασία, συμπλέοντας με τις θέσεις της Εναγόμενης επί τούτου, δεν φαίνεται πως είναι κάτι που μπορεί να προκύψει με συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, κατ' επέκταση και με το αποτέλεσμα μιας μεταξύ τους δίκης σε αυτή την αγωγή. Σε εκείνη την περίπτωση, ενδεχομένως να χρειάζονταν να προστεθεί στη διαδικασία προσωπικός αντιπρόσωπος της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα ή και του αποβιώσαντος στη συνέχεια Κώστα, για να επιτευχθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Το να μην υφίσταται, όμως, δεν αναιρεί τις πιθανότητες επιτυχίας της Ενάγουσας περιορισμένα σε σχέση με την αξία του 1/8 της κληρονομιάς του Ανδρέα που έλαβε και κατέχει η Εναγόμενη, κατά τη θέση της Ενάγουσας, παράνομα, εφόσον δίδεται εκ πρώτης όψεως η εικόνα της παρανομίας με την αναφορά στον χρόνο θανάτου και την ημερομηνία έκδοσης και τον χρόνο χρήσης του πληρεξουσίου εγγράφου. Ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60 για την αξίωση της Ενάγουσας να αποζημιωθεί.
  21. Η ενδιάμεση θεραπεία που ζητήθηκε από την Ενάγουσα είναι η διατήρηση του status quo των ακινήτων επί των οποίων διεκδικεί νόμιμο δικαίωμα, να μείνουν ως έχουν, στο όνομα της Εναγόμενης, μέχρι τη διάγνωση της υπόθεσης. Ασχέτως της πρόθεσης της Εναγόμενης να αποξενώσει τα ακίνητα αυτά ή όχι, η επενέργεια του κινδύνου της αποξένωσης θα επιδρούσε στο αντικείμενο της αγωγής της Ενάγουσας, αλλά ως εκείνη το διατύπωσε, συνδεόμενο με την τελική θεραπεία της ακύρωσης των μεταβιβάσεων. Όμως, όπως προηγουμένως λέχθηκε, οι πιθανότητες επιτυχίας της, υπό την ιδιότητά της, ως έχει η αγωγή, δεν είναι για τα ακίνητα καθαυτά ή για την ακύρωση των μεταβιβάσεων, αλλά για την αξία της κληρονομιάς στην οποία η ίδια θέτει πως δικαιούνταν και απώλεσε, λόγω παράνομων ενεργειών της Εναγόμενης. Στο τέλος της ημέρας, μεταφράζονται σε μια αξία προς όφελός της, αντίστοιχη των μεριδίων τα οποία θεωρεί πως δικαιούνταν και έλαβε η Εναγόμενη εις βάρος της. Εάν το σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντος που έλαβε η Εναγόμενη με τρόπο που περιγράφεται ως παράνομος είναι, κατά την Ενάγουσα, «πέραν των €80.000,00», το δικό της διεκδικούμενο μερίδιο, υπολογιζόμενο στο 1/8, είναι περίπου €10.000,
  22. Δεν προκύπτει, από οπουδήποτε, στη μαρτυρία της Ενάγουσας, αδυναμία της Εναγόμενης να την αποζημιώσει στην έκταση αυτή, ακόμα κι αν αποξενώσει τα ακίνητα. Υπό τις περιστάσεις, δεν έχει αποδειχθεί από την Ενάγουσα ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν υπάρχει το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε, το οποίο δεσμεύει και μερίδια της περιουσίας στην οποία η Ενάγουσα δεν φαίνεται να έχει κάποιο δικαίωμα. Δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
  23. Συνοψίζοντας, κατά την αναθεώρηση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 07.04.2023, υπό το φως όσων ανέφερε η Εναγόμενη, δόθηκε διαφορετική διάσταση στις πιθανότητες επιτυχίας της Ενάγουσας. Περιορίστηκαν στην αξίωσή της για αποζημίωση και αποσυνδέθηκαν από την ανάγκη διατήρησης του status quo σε σχέση με τα ακίνητα. Διαφάνηκε πως η Ενάγουσα δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας, ως ενάγει, για την ακύρωση των μεταβιβάσεων και την επιστροφή των ακινήτων στην περιουσία του αποβιώσαντος Ανδρέα. Δεν είναι προσωπική αντιπρόσωπος της περιουσίας του αποβιώσαντος, ούτε άλλως πώς εκπρόσωπος άλλων κληρονόμων. Στην ιδιωτική διαφορά μεταξύ της ίδιας και της Εναγόμενης, ενάγει για τη δική της ζημιά ή απώλεια, από τις ενέργειες της Εναγόμενης, που παραβίασαν, όπως θέτει, το κληρονομικό της δικαίωμα. Κατ' επέκταση, το Δικαστήριο, βασιζόμενο σε αυτές τις περιορισμένες πλέον πιθανότητες επιτυχίας της Ενάγουσας, οδηγήθηκε και στη διαπίστωση πως, γι' αυτό το αντικείμενο, την αποζημίωση, δεν θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν υφίσταται το προσωρινό διάταγμα.
  24. Έχοντας διαπιστώσει ότι δεν ικανοποιείται πλέον η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.16/40, η εξέταση δεν προχωρά σε επόμενο στάδιο.
  25. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07.04.2023 ακυρώνεται και η αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 05.04.2023 για ενδιάμεση θεραπεία απορρίπτεται.
  26. Όσον αφορά τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως υπολογιστούν και εγκριθούν ή άλλως πώς καθοριστούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ

(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.