← Κύπρος

KKAAMA TZEIK ν. SECURITY LTD κ.α., Αγωγή αρ. 404/23, 20/10/2023

KKAAMA TZEIK ν. SECURITY LTD κ.α., Αγωγή αρ. 404/23, 20/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 404/23 (i-justice) KKAAMA TZEIK από την Πάφο (αρ. ταυτότητας ΧΧΧΧΧΧΧ), οδός [ ] ΧΧ, ΧΧΧΧΧ BLC 2, Διαμ. Χ, 8220 Χλώρακα Ενάγοντας / Αιτητής ν.

  1. ΧΧΧΧΧΧ SECURITY LTD (HE ΧΧΧΧΧΧ) από την Λεμεσό, ΧΧΧΧΧΧΧΧ Χ, ΧΧΧΧ Λεμεσός
  2. ΝΙΚΟΛΑΣ ΧΧΧΧΧΧΧ από την Λεμεσό, ΧΧΧΧΧΧΧΧ Χ, ΧΧΧΧ, Λεμεσός Εναγόμενοι / Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 03/07/23 δια της οποίας και επιδιώκεται η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος που έχει εκδοθεί την 07/07/23 Ημερομηνία: 20/10/23 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/ Αιτητή: Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης και Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους /Καθ' ων η αίτηση: ΚΑΛΛΗΣ Και ΚΑΛΛΗΣ ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας καταχωρώντας την 03/07/23 στο πλαίσιο της αγωγής του μονομερή αίτηση για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, την 07/07/23 πέτυχε την έκδοση τους σε σχέση με τα αιτητικά Α και Β της αίτησης, ενώ σε σχέση με το αιτητικό Γ, δόθηκαν οδηγίες όπως αυτό επιδοθεί στην πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2, από τώρα και στο εξής «οι Εναγόμενοι». Έτσι με βάση το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο, απαγορεύεται οι Εναγόμενοι και ή οι αξιωματούχοι τους και ή οι υπάλληλοι τους, και ή οι οποιοιδήποτε άλλοι που ενεργούν εκ μέρους τους, και ή για λογαριασμό τους, και ή κατ' εντολή τους, και ή κατ' εξουσιοδότηση τους, και ή αντιπροσώπους τους, και ή καθ' οιονδήποτε τρόπο εντολοδόχους τους, από του να εισέρχονται και ή να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στο Διαμέρισμα με αρ. 3 που βρίσκεται στην πολυκατοικία ΧΧΧΧΧ στο συγκρότημα ΧΧΧΧΧΧΧΧ επί της οδού ΧΧΧΧΧ αρ. ΧΧ στην Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω με βάση το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί, δηλαδή το αιτητικό Β, οι Εναγόμενοι απαγορεύεται να παρενοχλούν με οποιοδήποτε τρόπο την ομαλή χρήση της κατοικίας του Ενάγοντα, δηλαδή το διαμέρισμα με αρ. 3 που βρίσκεται στην πολυκατοικία ΧΧΧΧΧ στο συγκρότημα ΧΧΧΧΧΧΧ επί της οδού ΧΧΧΧΧ αρ.ΧΧ στην Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεότερα διαταγή του Δικαστηρίου. Το ιστορικό με βάση το οποίο ο Ενάγοντας έχει επιτύχει την έκδοση του πιο πάνω αναφερόμενου προσωρινού διατάγματος περιλαμβάνεται στην ένορκη του ΚΚΑΜΑ ΤΖΕΙΚ ημερ. 30/06/23 ο οποίος είναι ο Ενάγοντας και γνωρίζει προσωπικά όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Τα γεγονότα αυτά σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα έχουν συνοπτικά ως ακολούθως : Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η παρούσα αίτηση, αποτελεί την δεύτερη μονομερή αίτηση την οποία έχει υποβάλει στο Δικαστήριο με σκοπό την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δια τον λόγο ότι εξαναγκάστηκε να εξεύρει νέο δικηγόρο που να μπορεί να τον εκπροσωπήσει εφόσον οι Εναγόμενοι δια μέσω των ισχυρισμών που προέβαλαν κατά την ακροαματική διαδικασία της πρώτης αίτησης που καταχώρησε την 17/05/23 τον κατέστησαν μάρτυρα γεγονότων με αποτέλεσμα να κωλύεται να συνεχίσει την εκπροσώπηση του. Ο Ενάγοντας υποστηρίζει μέσα από την ένορκο του δήλωση, ότι είναι ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του διαμερίσματος με αρ. 3 που βρίσκεται στην πολυκατοικία ΧΧΧΧΧ στο συγκρότημα ΧΧΧΧΧΧΧΧ επί της οδού ΧΧΧΧΧ αρ.ΧΧ στην Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, από τώρα και στο εξής «το διαμέρισμα», καθότι την 08/05/23 υπέγραψε συμβόλαιο ενοικίασης με την εταιρεία Alpha Panareti Public Limited η οποία είναι η ιδιοκτήτρια εταιρεία. Το ενοικιαστήριο συμβόλαιο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Από την άλλη σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η Εναγόμενη υπ. αρ. 1 είναι εταιρεία που παρέχει φρούρηση στο κτηριακό συγκρότημα στο οποίο και ευρίσκεται το διαμέρισμα που ενοικιάζει, καθότι η συγκεκριμένη εταιρεία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων συνήψε με την AGI-CYPRE RES PAPHOS LIMITED, σύμβαση παροχής υπηρεσιών φρούρησης από την 21/10/22 αναφορικά το επίδικο κτηριακό συγκρότημα που βρίσκεται και το διαμέρισμα. Ο Ενάγοντας, μέσα από την ένορκο του δήλωση, παραθέτει το ιστορικό της πρώτης αίτησης με βάση την οποία αποτάθηκε για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, επισυνάπτοντας προς τούτο και σχετικά τεκμήρια που αφορούν την δικαστική διαδικασία που είχε προηγηθεί και επεξηγώντας μάλιστα τους λόγους που το Δικαστήριο αφού άκουσε και την πλευρά των Εναγόμενων, διέταξε με απόφαση που εξέδωσε την 27/06/23 την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς 18/05/
  4. Ο λόγος σύμφωνα με τον Εναγόμενο της ακύρωσης των ενδιάμεσων μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων, αφορούσε στην απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από μέρους του Ενάγοντα τα οποία ως όφειλε θα έπρεπε να τα παρουσιάσει. Μετά από μελέτη της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 27/06/23 η οποία και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο, ο Ενάγοντας συνομιλώντας μαζί με τον δικηγόρο που τον είχε εκπροσωπήσει, ο τελευταίος του ανέφερε, ότι κωλύεται να συνεχίσει την περαιτέρω εκπροσώπηση του στην υπόθεση δια τον λόγο ότι το Δικαστήριο μέσα από την απόφαση που εξέδωσε τον είχε καταστήσει μάρτυρα γεγονότων. Έτσι σύμφωνα με τον Ενάγοντα, βρισκόμενος σε αδιέξοδο, αποτάθηκε στον ιδιοκτήτη του επίδικου διαμερίσματος που έχει ενοικιάσει, ο οποίος και του σύστησε τους δικηγόρους που τον εκπροσωπούν σήμερα. Ο Ενάγοντας αναφερόμενος στην απόφαση του Δικαστηρίου που έχει εκδοθεί αναφορικά με την τύχη της πρώτης αίτησης που υπέβαλε, υποδεικνύει δια μέσω της παρούσας ενόρκου δηλώσεως που έχει καταχωρήσει, ότι κατά την διαδικασία που είχε προηγηθεί δεν είχε λάβει οποιαδήποτε νομική συμβουλή από τον δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε του αναφορικά με το δικαίωμα που είχε να απαντήσει στους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί από μέρους των Εναγόμενων στην ένσταση που είχαν καταχωρήσει με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί αυτοί να μην αμφισβητηθούν και συνεπακόλουθα το Δικαστήριο να κρίνει ότι ο ίδιος τους απέκρυψε. Έτσι οι νυν συνήγοροι που τον εκπροσωπούν, τον συμβούλευσαν αφού μελέτησαν την απόφαση του Δικαστηρίου αλλά και το μαρτυρικό υλικό όπως αυτό έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως αμέσως υποβληθεί η παρούσα αίτηση για να αποταθεί εκ νέου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων καθότι κάτι τέτοιο είναι νομικά επιτρεπτό. Σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων στην οποία το Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι είχε προβεί, ο Ενάγοντας παραθέτει λεπτομερώς μέσα από την ένορκο του δήλωση, τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους στο Δικαστήριο δια μέσω της ενστάσεως που είχαν καταχωρήσει και τους οποίους ο ίδιος δεν απάντησε καθότι δεν γνώριζε πως μπορούσε να το πράξει παραμένοντας έτσι αναντίλεκτοι. Ο Ενάγοντας υποστηρίζει κατηγορηματικά ότι η έλλειψη απάντησης από μέρους του στους πιο πάνω ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στο Δικαστήριο, εναπόκειται αποκλειστικά στο γεγονός και μόνο, ότι δεν είχε λάβει νομική συμβουλή από τον Δικηγόρο του πως μπορούσε πράξει κάτι τέτοιο. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι οι Εναγόμενοι προβάλλοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς επιχείρησαν να παραπλανήσουν και να αλλοιώσουν ταυτόχρονα την αληθινή εικόνα των γεγονότων που είχαν επισυμβεί με αποτέλεσμα το Δικαστήριο αποδεχόμενο ότι υπήρχε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων να αποφασίσει να απορρίψει την αίτηση που είχε υποβάλει και συνακόλουθα τα διατάγματα που είχαν αρχικά εκδοθεί να ακυρωθούν. Προς τούτο, ο Ενάγοντας μέσα από την ένορκο του δήλωση εξιστορεί την δική του εκδοχή για το πώς πραγματικά είχε περιέλθει στην κατοχή του το επίδικο διαμέρισμα παρουσιάζοντας και νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία και επισυνάπτει ως τεκμήρια όπως λογαριασμούς ρεύματος και ενοικιαστήρια συμβόλαια. Υποστηρίζει επίσης ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία Alpha Panareti εξακολουθεί να έχει μέχρι και σήμερα την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος παρόλο που το Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 05/02/18 αναγνωρίζει ότι η Τράπεζα έχει «δικαίωμα» κατοχής του επίδικου διαμερίσματος. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα κανένα ένταλμα ανάκτησης της κατοχής από την Τράπεζα δεν έχει εκτελεστεί με βάση τους Κ.Π.Δ. Σε ότι αφορά τους Εναγόμενους, ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι η συμφωνία που είχαν συνάψει με την Τράπεζα αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών φύλαξης του κτιρίου στο οποίο βρίσκεται και το επίδικο διαμέρισμα που ενοικιάζει, έχει λήξει την 21/01/23 κάτι το οποίο οι Εναγόμενοι σκοπίμως και απέκρυψαν από το Δικαστήριο, ενώ από την άλλη ισχυρίζεται ότι η επέμβαση από μέρους των Εναγομένων στην κατοικία του συντελέστηκε την 15/05/
  5. Σε ότι δε αφορά την επιστολή που παρουσίασαν ως Τεκμήριο συνοδεύοντας την ένσταση που έχουν καταχωρήσει και αφορά την δήθεν ανανέωση της εν λόγω σύμβασης, ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι η επιστολή αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από μια απλή επιστολή που ουδεμία σχέση έχει με την Τράπεζα και συνεπώς τέθηκε από μέρους τους σκοπίμως, και είναι παραπλανητική. Σε σχέση τώρα με την πιο πάνω συμφωνία, αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι πουθενά σε αυτήν την συμφωνία που έχει συναφθεί δεν αναφέρεται ότι η Τράπεζα είναι κάτοχος ή ότι έχει την κατοχή της περιουσίας που αναφέρεται στο Παράρτημα Ι της Συμφωνίας. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους Εναγόμενους ότι έλαβαν την κατοχή των διαμερισμάτων την 21/10/22 αλλάζοντας μάλιστα και τις κλειδαριές τους, ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι η συμφωνία ημερ. 21/10/22 αφορά σε υπηρεσίες «φρούρησης» και όχι για κατάληψη της κατοχής των διαμερισμάτων. Περαιτέρω ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι καμία απολύτως προσωπική γνώση έχει αναφορικά με τις διαφορές και τις δικαστικές διαδικασίες οι οποίες υπάρχουν μεταξύ της Τράπεζας και της ιδιοκτήτριας εταιρείας του διαμερίσματος, δηλαδή της Alpha Panareti. Σε ότι αφορά τα γεγονότα που επεσυνέβησαν την 15/05/23 ο Ενάγοντας υπέδειξε δια μέσω της ενόρκου δηλώσεως του ότι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, δηλαδή ο Εναγόμενος 2, του ανέφερε ότι το διαμέρισμα ανήκει σε αυτόν ενώ κατά την ίδια στιγμή είχε εντοπίσει εκτός του διαμερίσματος του όλα του τα έπιπλα καθώς και τον σκύλο του δεμένο με ένα σύρμα. Προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών, ο Ενάγοντας, επισυνάπτει σχετικές φωτογραφίες ως Τεκμήρια. Στο μέρος, σύμφωνα με τον Ενάγοντα κατά τον εν λόγο χρόνο βρίσκονταν ακόμη 10 άτομα τα οποία φορούσαν στολή στην οποία και αναγραφόταν το όνομα της Εναγόμενης
  6. Μάλιστα όταν ο ίδιος ανέφερε στον Εναγόμενο 2 ότι θα προβεί σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία για την παράνομη είσοδο που συντελέστηκε στην κατοικία του από μέρους τους, ο τελευταίος του απάντησε ότι θα χάσει τον χρόνο του ενώ παράλληλα δεν του επέτρεψε να εισέλθει εντός του διαμερίσματος του. Ο Ενάγοντας αμέσως μετά μετέβηκε στην αστυνομία όπου και προέβηκε σε σχετική καταγγελία εναντίον των Εναγόμενων ζητώντας άμεσα βοήθεια για να μπορέσει να μεταβεί στο σπίτι του. Η δε καταγγελία που υπέβαλε σύμφωνα με τον Ενάγοντα στην αστυνομία δεν είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα και έτσι όλο το βράδυ την 15/05/23 κοιμήθηκε εντός του αυτοκινήτου του ενώ τα προσωπικά του αντικείμενα είχαν παραμείνει εκτεθειμένα στον δρόμο. Συνεπεία των πιο πάνω γεγονότων που επεσυνέβησαν, ο Ενάγοντας καταχώρησε την 15/05/23 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καθώς και την πρώτη μονομερή αίτηση ημερ. 18/05/23 η οποία τελικά απορρίφθηκε. Εν κατακλείδι, για τους λόγους που ανωτέρω υποδείχθηκαν ο Ενάγοντας καταχώρησε ακολούθως την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζοντας ότι η οριστικοποίηση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι επιβεβλημένη καθότι ενδέχεται ότι οι Εναγόμενοι ενόψει της συμπεριφοράς που επέδειξαν εις βάρος του και της συνεχούς παρουσίας τους στο σημείο, να επέμβουν ξανά στην κατοικία του παρά το ότι ο ίδιος διαμένει νόμιμα εφόσον βρίσκεται σε ισχύ, σύμβαση ενοικίασης και άρα έχει την κατοχή του διαμερίσματος. Επίσης υποστηρίζει ότι προκαλείται στον ίδιο ανεπανόρθωτη ζημιά αφού παραβιάζονται ταυτόχρονα και τα συνταγματικά του δικαιώματα, δηλαδή η ιδιωτική του ζωή αλλά και η κατοικία του. Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά των Εναγομένων την 31/07/23 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και στο προσωρινό διάταγμα, υποδεικνύοντας τους λόγους για τους οποίους θεωρούν πως το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρωθεί και συνεπακόλουθα το αίτημα του Ενάγοντα να απορριφθεί. Προς υποστήριξη των λόγω της ένστασης που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους των Εναγόμενων, ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1 μέσα από την ένορκο του δήλωση ημερ. 03/07/23 υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 1 είναι αδειούχος εταιρεία για την παροχή υπηρεσιών φύλαξης καθώς και ότι μεταξύ αυτής της εταιρείας και της Alpha Bank Cyprus Ltd καθώς και της θυγατρικής της AGI-CYPRE RES PAFOS LIMITED υπεγράφη συμφωνία με ημερ. 21/10/22 αναφορικά με την φύλαξη των κατοικιών που βρίσκονται στο κτηριακό συγκρότημα με την ονομασία Thalia House. Επίσης σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, η συμφωνία αυτή επεκτάθηκε με επιστολή της Τράπεζας ημερ. 13/01/23 με ίδιους όρους ως προνοούσε η αρχική τους συμφωνία για περαιτέρω χρονική περίοδο 12 μηνών. Περαιτέρω υποστηρίζεται η θέση ότι δικαίωμα κατοχής του συγκεκριμένου κτηριακού συγκροτήματος και συνεπακόλουθα του διαμερίσματος, έχει η Τράπεζα δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, εγγράφου εκχώρησης και δικαστικής απόφασης και όχι η εταιρεία Panareti η οποία και παρουσιάζεται ως ιδιοκτήτρια εταιρεία συνάπτοντας μάλιστα επιτηδευμένα και κακόπιστα ένα συμβόλαιο ενοικίασης μαζί με τον Ενάγοντα. Μέσα από την ένορκο του δήλωση ο Εναγόμενος 2, αναφέρεται στα γεγονότα που είχαν προηγηθεί σχετικά με την δικαστική διαδικασία που έχει μεσολαβήσει αναφορικά με την αίτηση του Ενάγοντα για την έκδοση από το Δικαστήριο διαταγμάτων μονομερώς και η οποία είχε ως συνεπακόλουθο μετά από το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, για τους λόγους που εξηγεί, να απορριφθεί. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, η καταχώρηση της εν λόγω αίτησης από μέρους του Ενάγοντα αποσκοπεί στην υφαρπαγή των διαμερισμάτων τα οποία οι Εναγομένοι προστατεύουν από την εταιρεία Alpha Panereti Ltd αλλά και από τον Ενάγοντα ο οποίος και εργάζεται ως μπογιατζής στην εν λόγω εταιρεία και μάλιστα είχε και ενεργό ανάμιξη στα επεισόδια τα οποία είχαν επισυμβεί περί τον Δεκέμβριο του 2022 για τα οποία μάλιστα είχε καταχωρηθεί και η αγωγή 07/23 από την εταιρεία Alpha Panareti Ltd η οποία και είχε επιδιώξει την υφαρπαγή των διαμερισμάτων στο συγκρότημα [ ], μεταξύ των οποίων και του επίδικου δια της ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων η οποία και πάλι είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι όσο η αγωγή 07/23 όσο και η ενδιάμεση αίτηση ημερ 04/01/23, στρέφονταν κατά των Εναγόμενων στην παρούσα υπόθεση αλλά και κατά της εταιρείας ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LTD. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η εταιρεία Alpha Panareti Ltd, επικαλέστηκε ότι ήταν η ιδιοκτήτρια των διαμερισμάτων συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου ενώ για τα συγκεκριμένα διαμερίσματα είχε ήδη υπογράψει πωλητήρια έγγραφα και εκχωρητήρια προς την Τράπεζα. Επίσης παρά το γεγονός ότι επικαλείτο ότι ήταν η ιδιοκτήτρια εναντίον της είχαν εκδοθεί και δικαστικές αποφάσεις. Μάλιστα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα εκδόθηκε η δικαστική απόφαση με αρ. 2698/10 τόσο εναντίον της εταιρείας Panareti όσο και των αγοραστών και άρα η κατοχή αλλά και η ιδιοκτησία του ανήκουν στην Τράπεζα. Ο Ενάγοντας περαιτέρω δια μέσω της ενόρκου δηλώσεως του προβαίνει σε αναφορές σε σχέση με το ιστορικό των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν αναφορικά με την εταιρεία Panareti και την Τράπεζα ισχυριζόμενος ότι σε παρακείμενο κτηριακό συγκρότημα, άλλο βεβαίως από το επίδικο στο οποίο βρίσκεται και το διαμέρισμα, τοποθετήθηκε παράνομα μεγάλος αριθμός μεταναστών και αιτητών πολιτικού ασύλου με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο κτηριακό συγκρότημα να λεηλατηθεί. Έτσι σύμφωνα με τους Εναγόμενους, επειδή υπήρχε η υποψία ότι η τακτική της εταιρίας Panareti για την κατάληψη της κατοχής του κτηριακού συγκροτήματος διαμερισμάτων εντός του οποίου ευρίσκεται και το επίδικο διαμέρισμα θα είχε την ίδια τύχη, η Τράπεζα ανησυχώντας μήπως υπάρξει η ίδια εξέλιξη και σε αυτό, αποφάσισε να θέσει τα διαμερίσματα αυτά υπό συνεχή επίβλεψη αναθέτοντας έτσι στους Εναγόμενους την 24ωρη φρούρηση τους με ταυτόχρονη αλλαγή και των κλειδαριών των διαμερισμάτων η οποία και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο. Επιπλέον ο Εναγόμενος 2, δια μέσω της ενόρκου δηλώσεως που έχει καταχωρήσει αναφέρεται λεπτομερώς και στο ιστορικό των διενέξεων και εντάσεων που υπήρξαν μεταξύ των υπαλλήλων της Εναγόμενης 1 και της εταιρείας Panareti, δηλαδή τόσο του διευθυντή της αλλά και του γιού του, εναντίον των Εναγόμενων. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις δημιούργησαν εντάσεις και προβλήματα στον χώρο του κτηριακού συγκροτήματος που βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα ενώ η είσοδος τόσο στους ίδιους όσο και σε άλλα πρόσωπα τα οποία παρίσταναν δήθεν ενοικιαστές και επιχειρούσαν να εισέλθουν σε αυτά, δεν τους επιτράπηκε. Σε ένα μάλιστα από αυτά τα περιστατικά, ήτοι την 07/11/22 ο Εναγόμενος υπ. αρ. 2 αναφέρει ότι ο Ενάγοντας ο οποίος είναι τόσο υπάλληλος όσο και στενός φίλος του διευθυντή της εταιρείας Panareti, επιχείρησε να εισέλθει στα ακίνητα, επιτέθηκε στους φρουρούς ασφαλείας και προκάλεσε ζημιές σε ένα από τα διαμερίσματα. Επίσης την 11/11/22 ο διευθυντής της Panareti μαζί με άλλα 10 άτομα συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα μετέβηκαν στο επίδικο ακίνητο απαιτώντας να εισέλθουν στα διαμερίσματα με αποτέλεσμα να ενημερωθεί η αστυνομία. Επίσης παραβίασαν και ένα εκ των διαμερισμάτων. Σε άλλο περιστατικό που επεσυνέβη και την 22/12/22 επίσης ο Εναγόμενος υπ. αρ. 2 ισχυρίζεται ότι ο διευθυντής της Panareti μετέβηκε στο συγκεκριμένο κτηριακό συγκρότημα μαζί με τρία άτομα προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι εργάζονται εκεί, και ήθελαν να αλλάξουν κλειδαριές. Επειδή η είσοδος τους απαγορεύτηκε ξεκίνησε έντονη λογομαχία μεταξύ τους. Στο μέρος μαζεύτηκαν περί τα άλλα περίπου 10 άτομα μεταξύ των οποίων και ο Ενάγοντας. Τότε η κατάσταση στο σημείο είχε εκτροχιαστεί αφού είχε διενεργηθεί επίθεση προς τους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 αλλά και εναντίον των αστυνομικών που παρευρέθηκαν στο μέρος. Για το περιστατικό αυτό όλοι οι φρουροί ασφαλείας ακολούθως μετέβηκαν στην αστυνομία και προέβηκαν σε σχετική καταγγελία. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 ήταν γνωστά τόσο από τον Ενάγοντα όσο και από τον προηγούμενο δικηγόρο του και εσκεμμένα επέλεξαν να μην τα αποκαλύψουν με σκοπό να παρουσιαστεί ο Ενάγοντας στο Δικαστήριο ως ένας ανυποψίαστος ενοικιαστής. Ισχυρίζεται επίσης ότι κατά την ανάληψη των διαμερισμάτων κανένας δεν έμενε στο επίδικο διαμέρισμα και ο ισχυρισμός ότι διέμενε ο συγκάτοικος του είναι ψευδής. Περαιτέρω υποστηρίζει και ότι κατά τον χρόνο που είχε γίνει η κατ' ισχυρισμό επέμβαση εντός του διαμερίσματος του Εναγόμενου από τους υπαλλήλους των Εναγόμενων, οι τελευταίοι στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων τους είχαν ήδη διαπιστώσει ότι η πόρτα του διαμερίσματος ήταν παραβιασμένη καθώς και ότι στο εσωτερικό του διαμερίσματος είχαν τοποθετηθεί διάφορα αντικείμενα τα οποία και μεταφέρθηκαν στο προαύλιο από τους υπαλλήλους της εταιρείας Panareti σε άγνωστο του χρόνο. Συνοψίζοντας τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση τους, ο Εναγόμενος 2 επικαλείται ότι η Τράπεζα με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και δυνάμει συμφωνίας πώλησης και εκχώρησης έχει δικαίωμα εγγραφής επί του ονόματος της και δικαίωμα κατοχής του διαμερίσματος ως και διάταγμα κενής κατοχής το οποίο και ισχύει έναντι όλων συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα. Ο δε Ενάγοντας σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 είναι επεμβασίας επί του ακινήτου και δεν νομιμοποιείται στην κατοχή του αλλά ούτε και η Panareti έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να το ενοικιάζει. Την δε κατοχή του ακινήτου αρχικά την είχαν οι αγοραστές και στην συνέχεια η Τράπεζα και όχι η εταιρεία Panareti. Εν κατακλείδι οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος καθώς και ότι η εξαρχής μη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων κατά την υποβολή της πρώτης αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν ήταν αθώα αλλά εσκεμμένη με αποτέλεσμα η παρούσα διαδικασία να συνιστά κατάχρηση αφού αποσκοπείτε από πλευράς του Ενάγοντα η εκδίκαση της αίτησης του για δεύτερη φορά. Η ακρόαση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης έλαβε χώρα επί την βάση τόσο ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών. Οι δε συνήγοροι των δύο πλευρών δια μέσω των γραπτών αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο επιχειρηματολόγησαν υπέρ των θέσεων που υποστηρίζουν. Νομική Πτυχή Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρέως γνωστή και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, και οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί στις υποθέσεις ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019. Παρατίθεται κατωτέρω, αυτούσιο, το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στην Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις................ ..................................... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Διατάγματα τύπου Quia Τimet Τo επιζητούμενο διάταγμα είναι γνωστό ως "Quia Timet" (προληπτικά διατάγματα), εφόσον η θέση του Ενάγοντα συνίσταται στον επαπειλούμενο κίνδυνο για φόβο παράνομης επέμβασης από τους Εναγόμενους στην περιουσία του δηλαδή στη κατοικία την οποία ενοικιάζει δυνάμει σύμβασης ενοικίασης. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο, όταν δηλαδή κατ' ισχυρισμό επεσυνέβηκε η επέμβαση εντός της κατοικίας που διαμένει από πλευράς των Εναγομένων και η μεταφορά όλων των προσωπικών του αντικειμένων αλλά και του κατοικίδιου του εκτός αυτής, ο Εναγόμενος υπ. αρ.2 εκτός του ότι δεν του επέτρεψε να εισέλθει εντός της κατοικίας του με αποτέλεσμα όλο το βράδυ να κοιμηθεί εντός του αυτοκινήτου του, του ανέφερε περαιτέρω σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα είναι δικό του. Περαιτέρω του ανέφερε ότι, ακόμη και στην αστυνομία αν αποταθεί δεν θα μπορέσει να καταφέρει οτιδήποτε. Σημειώνεται ότι με βάση το τεκμήριο που έχει παρουσιαστεί από πλευράς Εναγόμενων και το οποίο συνοδεύει την ένσταση που έχει καταχωρηθεί, οι Εναγόμενοί αναφέρουν ότι η σύμβαση για φύλαξη του κτηριακού συγκροτήματος έχει ανανεωθεί και άρα ότι θα εξακολουθήσουν να έχουν δικαίωμα να παραμένουν για φύλαξη και φρούρηση του συγκεκριμένου κτηριακού συγκροτήματος που βρίσκεται το διαμέρισμα. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα ο φόβος του για ενδεχόμενη επέμβαση στην περιουσία που κατέχει νομίμως είναι ορατός, υπαρκτός και ενδεχόμενος όχι μόνο όσων είχαν επισυμβεί αλλά και της εξακολούθησης της παρουσίας των Εναγομένων στο μέρος σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ο Εναγόμενος υπ. αρ. 2 του ανέφερε ότι το σπίτι που ενοικιάζει είναι δικό του και δεν του επέτρεψε την είσοδο. Τέτοιου είδους διατάγματα Quia Timet λόγω της φύσεως τους ποτέ δεν δίδονται ως θέμα ρουτίνας (as for course) και θα πρέπει να πληρούνται ιδιαίτερα κριτήρια. Τέτοιας φύσεως διατάγματα μπορεί να δοθούν μόνο όπου ο Αιτητής αποδεικνύει την ύπαρξη πολύ μεγάλης πιθανότητας με βάση τα γεγονότα για πρόκληση σ' αυτόν μεγάλης ζημιάς στο μέλλον. Πρόκειται για δικαιοδοσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και προσοχή. Σε τέτοιου είδους διάταγμα που αποβλέπει στο μέλλον σημασία έχει, λοιπόν, και το μέγεθος του κινδύνου πρόκλησης ζημιάς. Στην υπόθεση Szabo v. Esat Digifone Limited [1998] ILRM 102, 110 υποδεικνύεται: «for a quia timet injunction to be granted there would have to be a proven substantial risk of danger.» Στο Σύγγραμμα Goldrein Wilkinson and Kershaw, Commercial Litigation, 3η έκδοση, αναφέρεται ότι η απειλούμενη βλάβη πρέπει να είναι βέβαιη (certain) ή άμεσα επικείμενη (very imminent). Στο σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 59, παρ. 2.029, αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(7)Quia timet injunctions A quia timet (since he fears) injunction is an injunction granted where no actionable wrong has been committed, to prevent the occurrence of an actionable wrong, or to prevent repetition of an actionable wrong. Before the Judicature Acts it was the sole preserve of the old High Court of Chancery to grant such an injunction where there had been no prior wrong. Sir George Jessel M.R. said no jurisdiction of the old Court of Chancery was more valuable and no subject more frequently the cause for bills for injunction than to restrain threatened injury. But the jurisdiction involves proof that unless the court intervenes by injunction there is a real risk that an actionable wrong will be committed; that an injunction would do no harm is not a justification for granting it. Usually this will be by evidence that the defendant has threatened to do the particular wrongful act "no-one can obtain a quia timet order by merely saying "Timeo" (literally "I fear")» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Εξέταση της Αίτησης Πριν προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της υπό κρίσης αίτησης, κρίνω σκόπιμο και ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας να εξετάσω τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους. (α) Εξέταση του ισχυρισμού περί μη νομιμοποίησης του Εναγόμενου να έχει την κατοχή του διαμερίσματος ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι δια μέσω της Τράπεζας νομιμοποιούνται να έχουν την κατοχή του δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, εγγράφου εκχώρησης και δικαστικής απόφασης καθώς και του ισχυρισμού ότι ο Ενάγοντας εμποδίζεται λόγω δεδικασμένου να επιζητεί την απαγόρευση της επέμβασης στο επίδικο ακίνητο Υποστηρίζεται από τους Εναγόμενους η θέση ότι ο Ενάγοντας είναι αυτός που επεμβαίνει παράνομα σε περιούσια η οποία ανήκει στην Τράπεζα συνάπτοντας έγγραφη σύμβαση ενοικίασης του επίδικου διαμερίσματος με την εταιρεία Panareti η οποία κατά τρόπο παράνομο εμφανίζεται ως η νόμιμη κάτοχος και ως η ιδιοκτήτρια του. Σύμφωνα με τους Εναγόμενους, από μέρους τους η κατοχή του επίδικου συγκροτήματος διαμερισμάτων συμπεριλαμβανομένου και του διαμερίσματος το οποίο έχει ενοικιάσει ο Ενάγοντας είναι νόμιμη καθότι αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής τους έχει μόνο η Τράπεζα η οποία με βάση τόσο δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί όσο και δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου και εγγράφου εκχώρησης αποτελεί τον νόμιμο κάτοχο και τον ιδιοκτήτη του. Οι Εναγόμενοι επίσης ισχυρίζονται ότι η Τράπεζα μαζί με την εταιρεία AGI - CYPRE RES PAFOS LIMITED συνήψαν σύμβαση με την οποία τους ανέθεσαν την φύλαξη και συνεπακόλουθα την προστασία της συγκεκριμένης περιουσίας από τυχόν παράνομες ενέργειες στις οποίες προβαίνουν κατ' εξακολούθηση τόσο η εταιρεία Panareti δια μέσω τόσο του διευθυντή της όσο και του ίδιου του Ενάγοντα ο οποίος είναι στενά συνδεδεμένος με τον διευθυντή της αφού εργοδοτείται ως μπογιατζής στην συγκεκριμένη εταιρεία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσω ότι μέσα από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αμφισβητείται από πλευράς του Ενάγοντα ότι πράγματι έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση σε σχέση με την κατοχή του συγκεκριμένου διαμερίσματος από την Τράπεζα, πλην όμως από μέρους του υποστηρίζεται η θέση ότι ο ίδιος δεν έχει γνώση των δικαστικών διαδικασιών που έλαβαν χώρα μεταξύ της Τράπεζας και της εταιρείας Panareti και συνεπώς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι πραγματικά έχει συμβεί χωρίς να βεβαίως να αμφισβητεί την παρουσία των Εναγομένων στο επίδικο ακίνητο. Ο Ενάγοντας βεβαίως επιμένει ότι ο ίδιος έχει κάθε δικαίωμα να διαμένει στο συγκεκριμένο διαμέρισμα αφού έχει την πραγματική κατοχή του δυνάμει σύμβασης ενοικίασης. Μάλιστα ο λογαριασμός της ΑΗΚ που αφορά το διαμέρισμα ενώ ήταν αρχικά συνδεδεμένος με την εταιρεία Panareti ο ίδιος έχει προβεί στα αναγκαία διαβήματα και έχει μεταβιβαστεί επ' ονόματι του πριν από το επίδικο περιστατικό. Πέραν τούτου σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος ανήκει επίσης στην ιδιοκτήτρια κατά τον ίδιο εταιρεία Panareti από όπου έχει ενοικιάσει και το διαμέρισμα που διαμένει. Υπό το φως τον πιο πάνω προκύπτει ότι αφής στιγμής οι θεραπείες που επιζητεί ο Ενάγοντας στρέφονται μόνο σε ότι αφορά την κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση που οι Εναγόμενοι έχουν διενεργήσει στο επίδικο διαμέρισμα με αποτέλεσμα την παραβίαση της ιδιωτικής του ζωής και του ασύλου της κατοικίας του, οποιαδήποτε άλλα ζητήματα που αφορούν οποιεσδήποτε άλλες ιδιοκτησιακές διαφορές αναφορικά με το καθεστώς κατοχής τόσο του επίδικου κτηριακού συγκροτήματος όσο και του διαμερίσματος δεν αφορούν και δεν έχουν σχέση με την παρούσα διαδικασία ούτε και μπορούν να αποτελέσουν προηγούμενο ούτως ώστε να εξεταστούν επί του παρόντος. Αυτό που επιζητεί ο Ενάγοντας εν προκειμένω έγκειται στην παράνομη επέμβαση που κατ' ισχυρισμό συντελέστηκε εκ μέρους των Εναγομένων ενώ οι θεραπείες που επιζητεί δεν αφορούν ούτε την Τράπεζα αλλά ούτε και την θυγατρική της εταιρεία. Αντίθετη προσέγγιση από το Δικαστήριο θεωρώ ότι θα άγγιζε την ουσία της υπόθεσης κάτι το οποίο και δεν είναι νομικά ορθό. Το ζητούμενο που άπτεται της παρούσας διαδικασίας αφορά απλά και μόνο με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πόσο δικαιολογείται η οριστικοποίηση των αιτούμενων διαταγμάτων από την κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση που διενεργήθηκε εναντίον της κατοικίας του Ενάγοντα για την οποία ο ίδιος έχει υπογράψει σύμβαση ενοικίασης και της οποίας η ύπαρξη δεν έχει αμφισβητηθεί. Και σημειώνω ότι με βάση τα όσα τέθηκαν υπόψη μου καταδεικνύεται ότι ο Ενάγοντας έχει κατοχή του διαμερίσματος με βάση την σύμβαση ενοικίασης που έχει παρουσιαστεί και δεν έχει αμφισβητηθεί. Ζητήματα νομιμότητας ή παρανομίας της σύμβασης αυτής δεν μπορούν να αποτελέσουν ζήτημα εξέτασης επί του παρόντος. Συνακόλουθα προκύπτει ότι στο παρών στάδιο δεν μπορώ να υπεισέλθω και να εξετάσω κατά πόσο η κατοχή του Ενάγοντα δεν έχει συντελεστεί κατά νόμιμα επιτρεπτό τρόπο όπως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται. Η πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου θεωρώ ότι απαντά και τους λόγους ένστασης που έχουν προβληθεί σε σχέση με το ότι έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο με βάση την απόφαση στην υπ.αρ 2698/10 που έχει εκδοθεί όσο και για τον ισχυρισμό που προβάλλεται ότι ο Ενάγοντας είναι ο παράνομος επεμβασίας. Σημειώνεται ότι σε ότι αφορά την απόφαση στην αγωγή 2698/10, η συγκεκριμένη αγωγή εκτός του ότι είχε εντελώς διαφορετική φύση από την παρούσα αγωγή που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους του Ενάγοντα, αφορούσε και διαφορετικούς διάδικους. Σε ότι αφορά την θέση των Εναγόμενων ότι με βάση της σύμβαση που έχουν συνάψει με την Τράπεζα νομιμοποιούνται να προστατεύσουν την κατοχή των επίδικων ακινήτων έναντι τόσο του κατ' ισχυρισμό ιδιοκτήτη δηλαδή της εταιρείας Panareti όσο και του Ενάγοντα, οφείλω να τονίσω ότι η συγκεκριμένη σύμβαση που έχει παρουσιαστεί ημερ.21/10/22 καθώς η επιστολή που την ανανεώνει ημερ. 13/01/23 αφορά την φύλαξη των κτηριακών εγκαταστάσεων και επουδενί δεν παρέχεται στους Εναγόμενους οποιοδήποτε δικαίωμα επέμβασης εντός των διαμερισμάτων τα οποία και το αποτελούν. Ο ισχυρισμός εν προκειμένω του Ενάγοντα αφορά επέμβαση εναντίον της περιουσίας του, με είσοδο εντός της οικίας του και μετακίνηση των προσωπικών του αντικειμένων αλλά και του σκύλου του εκτός αυτής. Συνεπώς οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με τα υπό αναφορά ζητήματα που έχουν αναλυθεί ανωτέρω δεν θεωρώ ότι είναι βάσιμοι και απορρίπτονται. Εξέταση του ισχυρισμού ότι η συγκεκριμένη αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά των δικαστικών διαδικασιών αλλά και κακόπιστα Ούτε και με αυτόν τον λόγο ένστασης που έχει εγερθεί εκ μέρους των Εναγόμενων θα συμφωνήσω. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 16/04/14 RECNEX TRADING LIMITED v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ Πολιτική Έφεση Αρ. 71/2011 στην οποία και αποφασίστηκε ότι οι ενδιάμεσες αποφάσεις πλην ειδικών περιπτώσεων δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Λέχθηκε επίσης ότι η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης όπου το Δικαστήριο δεν έχει εκφράσει τελική γνώμη επί τρόπο καθοριστικό επί νομικού πραγματικού ζητήματος, όπως και εν προκειμένω αφού δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επίδικου ζητήματος δεν προσκρούει στην αρχή του δεδικασμένου. Σε ότι δε αφορά την θέση των Εναγομένων ότι στην υπό κρίση περίπτωση το διάταγμα που επιζητήθηκε είχε εκδοθεί μονομερώς σε αντίθεση με την RECNEX βλ. ανωτέρω, όπου η αίτηση είχε γίνει δια κλήσεως, ουδόλως η διαφορά αυτή αναιρεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την οποιαδήποτε δυνατότητα παρέχεται στα χέρια ενός διαδίκου εφόσον η αίτηση του έχει απορριφθεί για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω, να επανέλθει με νέα αίτηση επιζητώντας προστασία. Εν προκειμένω αυτό έπραξε και ο Ενάγοντας. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου η αίτηση του απορρίφθηκε ενώ ο ίδιος λίγες ημέρες μόνο μετά επανήλθε καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση και παρουσιάζοντας επιπλέον όλα τα νέα στοιχεία που είχε στην κατοχή του και αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα όλα όσα είχαν τεθεί τόσο κατά την διαδικασία που είχε ήδη μεσολαβήσει όσο και τους ισχυρισμούς που οι Εναγόμενοι προέβαλαν στην ένσταση που είχαν καταχωρήσει. Ο Ενάγοντας προέβαλε ταυτόχρονα τον ισχυρισμό ότι όλα όσα είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από πλευράς των Εναγομένων ήταν παραπλανητικά και κακόπιστα ενώ ο ίδιος δεν κατόρθωσε να τα αντικρούσει προβάλλοντας προς τούτο τον δικό του συγκεκριμένο ισχυρισμό. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση καταχρηστικά, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Απουσία αναγκαίων διαδίκων Επιπλέον οι Εναγόμενοι προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι ο Εναγόμενος θα έπρεπε να συνενώσει ως αναγκαίο διάδικο στην παρούσα διαδικασία την εταιρεία Panareti η οποία ισχυρίζεται ότι είναι η ιδιοκτήτρια εταιρεία του επίδικου διαμερίσματος που κατ' ισχυρισμό του έχει ενοικιάσει. Και σε αυτό τον λόγο ένστασης δεν τείνω να συμφωνήσω με την πλευρά των Εναγομένων. Το παράπονο που έχει προβληθεί από τον Ενάγοντα δεν είναι εναντίον ούτε της εταιρείας Panareti αλλά ούτε και της Τράπεζας. Ούτε και έγκειται στις ιδιοκτησιακές διαφορές που έχουν προκύψει μεταξύ τους. Ο ίδιος ο Ενάγοντας αρνείται κατηγορηματικά ότι γνωρίζει για αυτές τις δικαστικές διαφορές που εκκρεμούν μεταξύ τους αναφορικά με το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Γι' αυτό άλλωστε και όλες οι αξιώσεις που επιζητεί ο ίδιος δια μέσω του δικογράφου της αγωγής αλλά και δια της υπό κρίσης αίτησης αφορούν και στρέφονται μόνο κατά της εταιρείας security που έχει αναλάβει την φύλαξη του συγκεκριμένου κτηριακού συγκροτήματος, δηλαδή εναντίον των Εναγομένων, οι οποίοι κατ' ισχυρισμό του Ενάγοντα επέμβηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο κατά τρόπο παράνομο εντός της περιουσίας του. Συνεπώς και δεν τίθεται οποιαδήποτε αξίωση εναντίον οποιουδήποτε άλλου τρίτου. Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Το στοιχείο του κατεπείγοντος Η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδώσουν διάταγμα με μονομερή αίτηση πηγάζει από το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Μόνο όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Zein κ.α. ν. Τ.Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ (Α) 606). Στην Αίτηση Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ 901 που αφορούσε ένταλμα της φύσης certiorari, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων με μονομερή αίτηση: «Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/02/2015 στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G (βλ. ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Με βάση τις πιο πάνω αυθεντίες προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον απεδείχθη από τον Ενάγοντα στην υπό κρίση αίτηση το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος. Σημειώνω, επίσης, όσα είχαν λεχθεί στην απόφαση The Timberland Co of USA V Evans & Sons Ltd, σελ. 8: «Όπως υποδεικνύεται στην Demstar Limited V. Zim Israel Navigation Co Limited κ.α., (ανωτέρω),επαναλαμβάνεται στη Μ & CH Mitsingas Ltd Ν. The Timberland Co of Usa, (ανωτέρω), και τονίζεται στη Resola (Cyprus) Ltd V. Χρίστου,
(1998)1. Α.Α.Δ 598, γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγομένου. Το υπαρκτό του επείγοντος, όπως υποδεικνύεται σε δύο αποφάσεις του Κωνσταντινίδη, Δ. (In Re Stavros Hotel Apparments Ltd,
(1994)1. Α.Α.Δ 836 In Re B.P. Cyprus Ltd.,
(1996)1(B) A.A.D 861 αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ.6.». Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το συμβάν που πυροδότησε την αιτία της καταχώρησης της υπό κρίση μονομερούς αίτησης ήταν η κατ' ισχυρισμό ενέργεια των Εναγομένων να επέμβουν στην κατοικία του Ενάγοντα την 15/05/23 παραβιάζοντας τόσο το άσυλο της κατοικίας του όσο και της ιδιωτικής του ζωής, αφού κατ' ισχυρισμό του εισήλθαν εντός αυτής και μετέφεραν όλα τα προσωπικά του αντικείμενα αλλά ακόμη και τον σκύλο του εκτός σπιτιού αφήνοντας τον δεμένο με ένα σύρμα. Ακολούθως ο Ενάγοντας αποτάθηκε αρχικά μονομερώς στο Δικαστήριο και εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα που επιζητούσε, ενώ στην συνέχεια ακολούθησε η ακρόαση της αίτησης του στην παρουσία των Εναγομένων οι οποίοι και καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας τους ισχυρισμούς τους. Το Δικαστήριο στις 26/07/23 με απόφαση που εξέδωσε, απέρριψε το αίτημα του Ενάγοντα λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Έτσι ο Ενάγοντας ερχόμενος σε επαφή με τον δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε στην αίτηση που απορρίφθηκε αποφάσισε να διορίσει άλλο δικηγόρο καθότι η εκπροσώπηση του από τον ίδιο τον δικηγόρο δεν ήταν δυνατή λόγω του ότι το Δικαστήριο τον είχε καταστήσει στην απόφαση που εξέδωσε μάρτυρα γεγονότων. Ο Ενάγοντας αποτάθηκε ακολούθως στον ιδιοκτήτη της εταιρείας που του είχε κατ' ισχυρισμό ενοικιάσει το διαμέρισμα και στο οποίο διαμένει, ο οποίος και του σύστησε να αποταθεί στους νυν δικηγόρους που τον εκπροσωπούν για να λάβει την αναγκαία νομική συμβουλή, κάτι το οποίο πράγματι έπραξε. Αμέσως μετά και κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση αποτεινόμενος στο Δικαστήριο μονομερώς και ζητώντας προστασία δια της έκδοσης των σχετικών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο την 03/07/23 της αίτησης, και ένεκα των ιδιαίτερων περιστάσεων που χαρακτήριζαν την φύση και την υφή της υπό κρίσης περίπτωσης, καθότι υπήρχε ο ισχυρισμός για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα που σχετίζονταν τόσο με το άσυλο της κατοικίας του όσο και της ιδιωτικής του ζωής από την κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση των Εναγομένων παρά το γεγονός ότι είχε ήδη προηγηθεί άλλη αίτηση στο παρελθόν, και αφού ο τελευταίος αποκάλυψε στο Δικαστήριο τα όσα είχαν λάβει χώρα κατά το χρονικό διάστημα που είχε παρέλθει και των ενεργειών στις οποίες είχε προβεί, εξέδωσε το Διάταγμα μονομερώς καθότι έκρινε ότι ο Ενάγοντας είχε δράσει άμεσα και με την δέουσα σπουδή. Το ζήτημα που είχε προκύψει πρόβαλλε ως επείγον στα μάτια του Δικαστηρίου και συνακόλουθα το ζήτημα του κατεπείγοντος ως εύλογο. Υπό το φως των πιο πάνω δοσμένων περιστάσεων, κρίνω λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε οποιοσδήποτε καλός λόγος γιατί να μην μπορούσε ευλόγως να γίνει δεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι υπήρχε δηλαδή κατεπείγουσα ανάγκη για επέμβαση του Δικαστηρίου για να δώσει την προσωρινή προστασία. Ο δικαιοδοτικός αυτός όρος, βρίσκω ότι πληρείτο κατά την ημερομηνία μονομερούς έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και δεν καταδεικνύεται λόγος για ακύρωση του διατάγματος εν σχέση προς αυτόν τον δικαιοδοτικό όρο. Συνεπώς ο λόγος ένστασης σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Εξέταση συνδρομής προϋποθέσεων άρθρου 32 Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και Ορατή πιθανότητα επιτυχίας Το κατά πόσο υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid ανωτέρω). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέση με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1Α.Α.Δ.253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στην βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στη θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση - μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα - Injunctions, στη σελ. 124 «..δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Στην υπό κρίση περίπτωση ο Ενάγοντας καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στην παρούσα αγωγή. Μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση του και στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα που έλαβαν χώρα σύμφωνα με την θέση του, προκύπτει ως αιτία για την προώθηση της υπό συζήτησης αγωγής το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης του άρθρου 43 του Κεφ.148 και της συνεπακόλουθης κατ' ισχυρισμό πάντοτε παραβίασης των συνταγματικών του δικαιωμάτων αξιώνοντας έτσι σχετικές αποζημιώσεις. Υποστηρίζεται ότι η συγκεκριμένη επέμβαση επί της περιουσίας του ήταν χωρίς την συγκατάθεση του ενώ παράλληλα ότι οι Εναγόμενοι έδρασαν αυθαίρετα χωρίς δικαίωμα που να πηγάζει από νόμο ή από σύμβαση (αφού η σύμβαση που είχαν με την Τράπεζα δεν καλύπτει οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια) και με ετσιθελισμό. Συνακόλουθα προκύπτει μέσα από τις θέσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους του ότι η οποιαδήποτε επέμβαση των Εναγομένων επί της περιουσίας του, αφού οι Εναγόμενοι θα εξακολουθούν να παραμένουν στο επίδικο κτηριακό συγκρότημα για φύλαξη, ως έχει η σύμβαση που έχουν συνάψει, εκεί που βρίσκεται και το διαμέρισμα δεν είναι οικειοθελής εισάγοντας έτσι συζητήσιμη υπόθεση εφόσον αποκαλύπτεται γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής. Το γεγονός ότι και μόνο ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται οποιαδήποτε παραβίαση της κατοικίας του ή ακόμη και ότι διατείνονται και θεωρούν ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς και το δικαίωμα κατοχής του συγκεκριμένου διαμερίσματος δεν ανήκει στην κατ' ισχυρισμό ιδιοκτήτρια εταιρεία του διαμερίσματος που του το έχει ενοικιάσει αλλά και ότι οι ίδιοι ενεργούν νομίμως υπό την ιδιότητα τους ως υπηρεσία φύλαξης που τους έχει διορίσει η Τράπεζα, δεν εμποδίζει ασφαλώς από μόνο του, τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου του όλου ζητήματος που έχει προκύψει. Πληρείται λοιπόν η πρώτη προϋπόθεση. Θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η αίτηση που έχει υποβληθεί εκ μέρους του Ενάγοντα πληροί και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει ή όχι η δεύτερη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/1960 και πριν από την περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα υπογραμμίζεται, ενδεχόμενα εκ του περισσού, το γεγονός πως κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό κρίση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Οι καλά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «Κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Είναι γεγονός πως η θέση του Ενάγοντα ως αυτή έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο είναι συγκεκριμένη και φέρει επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι Εναγόμενοι έχουν επέμβει εναντίον της περιουσίας του. Προκύπτει επίσης ως βασικός πυρήνας των επιχειρημάτων που προβάλλει ο Ενάγοντας ότι έχει συνάψει έγκυρη σύμβαση ενοικίασης του επίδικου διαμερίσματος μαζί με την εταιρεία Panareti την οποία και ο ίδιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει ως την ιδιοκτήτρια του επίδικου κτηριακού συγκροτήματος καθότι προηγουμένως διέμενε στο διαμέρισμα αυτό και ο συγκάτοικος του. Επίσης παρουσιάζει τίτλο αλλά και λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος που ήταν στην όνομα της εν λόγω εταιρείας. Χωρίς να αμφισβητεί την παρουσία των φρουρών ασφαλείας στο συγκεκριμένο ακίνητο υποστηρίζει ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει οποιεσδήποτε δικαστικές διαφορές είχαν επέλθει μεταξύ της Τράπεζας και της εταιρείας Panareti ενώ αρνείται τα όσα οι Εναγόμενοι του καταλογίζουν για συμμετοχή του σε περιστατικά που είχαν λάβει χώρα στο παρελθόν. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι έχει υπογράψει έγκυρη σύμβαση ενοικίασης και συνακόλουθα ότι έχει την πραγματική κατοχή του διαμερίσματος. Οι Εναγόμενοι από την άλλη δεν φαίνεται να αμφισβητούν ότι πράγματι τα έπιπλα καθώς και όλα τα προσωπικά αντικείμενα του Ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένου και του σκύλου του, βρέθηκαν εκτός του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Υποστηρίζουν όμως ότι νομιμοποιούνται να έχουν τον έλεγχο και την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος καθότι τους έχει εξουσιοδοτήσει η Τράπεζα. Επίσης ισχυρίζονται ότι τόσο ο Εναγόμενος όσο και η εταιρεία Panareti δεν έχουν οποιδήποτε δικαίωμα επί αυτού και άρα ότι ο Εναγόμενος υπό τις περιστάσεις είναι ο παράνομος επεμβασίας. Είναι λοιπόν προφανές ότι η θέση του Ενάγοντα είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τις θέσεις των Εναγομένων αναφορικά με το καθεστώς της κατοχής αλλά και της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Επαναλαμβάνω ότι τα ζητήματα αυτά βεβαίως αποτελούν ζητήματα που θα απασχολήσουν το δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, κατά την εξέταση δηλαδή της ουσίας της διαφοράς για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα. Γεγονός παραμένει ότι στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, με δεδομένο ότι σε αυτό το στάδιο δεν απαιτείται η κατάδειξη πιθανότητας επιτυχίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ο Ενάγοντας φαίνεται ότι έχει υπερβεί το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλείται να υπερπηδήσει σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση για να καταδείξει ορατό τουλάχιστο ενδεχόμενο επιτυχίας. Καταλήγω λοιπόν ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του νόμου. Δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί ή οριστικοποιηθεί το αιτούμενο Διάταγμα. (βλ.Timberland Co v.Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 396). Όπως τονίστηκε στην Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ' εαυτών, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή ανωτέρω). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Evans Marshall & Co v. Bertola S.A.
(1973)1 All E.R. 992, το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων έχει και μια άλλη πτυχή, η οποία σχετίζεται με το κατά πόσο ο Εναγόμενος θα είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό των αποζημιώσεων. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σ΄ αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Στις ακόλουθες περιπτώσεις έχει λεχθεί ότι η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής: α) Αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. β) Η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη, π.χ απώλεια του δικαιώματος της ψήφου. γ) Η ζημιά δεν είναι χρηματική / οικονομική, π.χ λίβελος, οχληρία, βιομηχανικό μυστικό (trade secret). δ) Δεν υπάρχει διαθέσιμη αγορά. Στην υπόθεση Howard E. Perry and Co. Ltd v British Railways Board
(1980)1 WLR ο Εναγόμενος δεν επέτρεψε στον Ενάγοντα να μετακινήσει ένα φορτίο από χάλυβα κατά την διάρκεια απεργίας εργατών χάλυβα. Καθώς ο χάλυβας δεν ήταν διαθέσιμος από οπουδήποτε αλλού κατά την χρονική εκείνη περίοδο οι αποζημιώσεις δεν ήταν επαρκής αποζημίωση. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (βλ. Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 AAΔ 1121). Εν προκειμένω ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι επενέβησαν ήδη εντός της περιουσίας του καθώς και μάλιστα ότι ο Εναγόμενος υπ. αρ. 2 του ανέφερε ότι το διαμέρισμα είναι «δικό του» ενώ στο άκουσα της θέση τους ότι θα προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία ο Εναγόμενος 2 του απάντησε ότι θα χάσει τον χρόνο του. Οι ενέργειες των Εναγομένων και η συνέχιση της παρουσίας τους εντός του συγκροτήματος διαμερισμάτων που βρίσκεται και το επίδικο διαμέρισμα προκάλεσε τον φόβο στον Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι δεν διστάζουν να επέμβουν ξανά στην περιουσία που ο ίδιος κατέχει με βάση την σύμβαση ενοικίασης που έχει συνομολογήσει. Από την αντίπερα όχθη, δηλαδή από τους Εναγόμενους, δεν αμφισβητείται ότι πράγματι τα έπιπλα και όλα τα προσωπικά αντικείμενα του Ενάγοντα είχαν βρεθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτός του διαμερίσματος του και δηλαδή είχαν μετακινηθεί από αυτό. Το ίδιο και ο σκύλος του ο οποίος βρέθηκε εκτός του διαμερίσματος του δεμένος με ένα σύρμα. Η δε συνέχιση της παρουσίας των Εναγομένων στο μέρος ενισχύει αδιαμφισβήτητα τον φόβο του Ενάγοντα για τυχόν άλλη παράνομη επέμβαση στην κατοικία του. Οποιαδήποτε επέμβαση σε περιουσία που κατέχεται και χρησιμοποιείται από άλλο πρόσωπο και δεν στηρίζεται σε νόμο ή σε συμφωνία είναι αδικοπραγία. Συνεπώς και δεν έχει οποιαδήποτε σημασία αν η ζημιά που θα προκληθεί στον Ενάγοντα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Τα ατομικά και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα εν προκειμένω του Ενάγοντα ως έχουν υποδειχθεί ανωτέρω υπερισχύουν και άρα προέχει η διατήρηση του status quo. Πληρείται τελικά και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του νόμου. Δίκαιο και Εύλογο Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω επίσης ότι η οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους Εναγόμενους ότι οι επιπτώσεις που θα υπάρξουν από την τυχόν οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δυσανάλογα αρνητικές ή και κατάφορα άδικες για τους ίδιους τους Εναγόμενους. Τουναντίον, μέσα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως ανωτέρω έχω υποδείξει, θεωρώ ότι ισχύει το αντίθετο, ότι δηλαδή η μη οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος και η ανατροπή του υφιστάμενου status quo από τις επαπειλούμενες ενέργειες των Εναγομένων, αφού ο Εναγόμενος 2 είχε ήδη προειδοποιήσει τον Ενάγοντα ότι το διαμέρισμα είναι δικό του, επί της ιδιωτικής περιουσίας που κατέχεται από τον Ενάγοντα δυνάμει σύμβασης ενοικίασης, ενδέχεται να επιφέρουν δυσανάλογα αρνητικές και άδικες συνέπειες ενόψει της επαπειλούμενης ζημιάς που δυνατόν να προκληθεί σε αντίθεση με την οποιαδήποτε παρεμπόδιση των Εναγομένων από του να επεμβαίνουν στην περιούσια του Ενάγοντα και να την παρενοχλούν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Εξάλλου η σύμβαση που έχουν συνάψει με την Τράπεζα ως οι ίδιοι ισχυρίζονται ομιλεί από μόνη της. Έχοντας λοιπόν υπόψη το υπόβαθρο της μαρτυρίας δια μέσω του δικογράφου της αγωγής αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον μου, και ενεργώντας ως Δικαστήριο της επιείκειας, σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα που έχουν τεθεί υπόψη μου, κρίνω ότι προέχει η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Ασκώ λοιπόν την διακριτική μου ευχέρεια κατά τρόπο που να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας οριστικοποιώντας το Διάταγμα που έχει εκδοθεί. Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει αναφορικά με τον Ενάγοντα, και το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί καθίσταται απόλυτο σε σχέση με τα αιτητικά Α και Β. Σε σχέση με το αιτητικό Γ αυτό απορρίπτεται ενόψει και της μη περαιτέρω προώθησης του εκ μέρους του Ενάγοντα. Τα διατάγματα ισχύουν οριστικά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ακολουθώντας το γενικό κανόνα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).............. Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.