← Κύπρος

ΓΑΒΡΙΗΛ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΗΤΗΣ ΚΟΛΙΟΣ, Αγωγή αρ. 240/21, 12/10/2023

ΓΑΒΡΙΗΛ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΗΤΗΣ ΚΟΛΙΟΣ, Αγωγή αρ. 240/21, 12/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού Ε.Δ. Αγωγή αρ. 240/21 Μεταξύ: ΓΑΒΡΙΗΛ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ εκ Πάφου, [ ], [ ] , Α.Δ.Τ ΧΧΧΧΧ Ενάγοντας και ΔΗΜΗΤΗΣ ΚΟΛΙΟΣ, [ ] Πάφος Εναγόμενος Ημερομηνία: 12/10/23 Εμφανίσεις : Για Ενάγοντα: κ. Χρήστος Χατζηλοίζου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα. Ευαγγελία Πουλλά - Μακαρούνα Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 12/04/21, ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις ύψους Ευρώ 2,640 δυνάμει προφορικής συμφωνίας και/ή στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα προκύπτει ότι ο τελευταίος μαζί με τον Εναγόμενο είχε συνάψει προφορική συμφωνία να τον προμηθεύσει εμπορεύματα, ήτοι 74 μπάλες από σανό το οποίο αποτελείτο από τριφύλλι και σιτάρι στην βάση της συμφωνηθείσας τιμής των 2,220 ευρώ πλέον 19 % ΦΠΑ. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι περί τον μήνα Ιούνιο και ή Ιούλιο του 2019 παρέδωσε στον Εναγόμενο τα πιο πάνω εμπορεύματα, ενώ ο τελευταίος δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό στον ίδιο παρά της επανηλλειμένες ενοχλήσεις του. Μάλιστα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι την 22/02/21 με επιστολή που απεστάλη στον Εναγόμενο δια μέσω των δικηγόρων του πρώτου, τον κάλεσε να του καταβάλει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό ενώ ο τελευταίος δεν το έπραξε. Με την Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 03/03/22, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι είχε συνάψει προφορική συμφωνία με τον Ενάγοντα περί τα μέσα του 2019, πλην όμως ισχυρίζεται ότι η συμφωνία που συνάφθηκε ήταν διαφορετική αφού ο Ενάγοντας συμφωνήθηκε να τον προμηθεύσει με 68 μπάλες σανό από σιτάρι έναντι του ποσού των 20 ευρώ η κάθε μπάλα και όχι με 74. Η παραλαβή του σανού σύμφωνα με τον Εναγόμενο έγινε από τον ίδιο και με το όχημα του, στο χωριό Κάθηκας της Επαρχίας Πάφου στην παρουσία μάλιστα του αδερφού του Ενάγοντα, ενώ αμέσως μετά την παραλαβή του σανού, κατέβαλε ο ίδιος προσωπικά στον Ενάγοντα το ποσό των 1200 Ευρώ σε μετρητά καθώς και ένα αρνί αξίας 100 Ευρώ, ως πλήρη εξόφληση. Ο Ενάγοντας μέχρι σήμερα σύμφωνα με τον Εναγόμενο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο και απόδειξη είσπραξης. Στην Απάντησή του στην Υπεράσπιση, ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο αναφορικά με το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας που συνάφθηκε μεταξύ τους, τόσο όσον αφορά την ποσότητα του σανού που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι παρέλαβε, όσο και αναφορικά και με τον τρόπο εξόφλησης της οφειλής του. Ο Ενάγοντας επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από μέρους του στο δικόγραφο της αγωγής του, το μόνο γεγονός που παραδέχεται είναι ότι πράγματι η παραλαβή των εμπορευμάτων από μέρους του προς τον Εναγόμενο, έγινε στην παρουσία του αδερφού του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι στο ποσό που κατέβαλε για πλήρη εξόφληση των συμφωνηθέντων είχε συμπεριληφθεί και ένα αρνί αξίας 110 ευρώ, ο Ενάγοντας απορρίπτει τον πιο πάνω ισχυρισμό προβάλλοντας την θέση ότι ο Εναγόμενος, σε μεταγενέστερο χρόνο από την πώληση των πιο πάνω εμπορευμάτων του είχε δωρίσει ένα αρνί. Μαρτυρία Σε υποθέσεις αστικής φύσεως, όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης βρίσκεται κατά κανόνα στους ώμους του ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για την αξίωσή του, προσάγοντας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία (βλ. ενδεικτικά Παπακόκκινου Βερεγγάρια Π. και άλλη ν. Δημήτρη Κυριακίδη

(2010)1 Α.Α.Δ. 789). Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη» αλλά το κατά πόσο, ο διάδικος ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μαρσέλ Μπούλος και Άλλοι ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό ή αποδεικτικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Σε αντίθεση με το γενικό ή νομικό βάρος απόδειξης, το ειδικό ή αποδεικτικό βάρος απόδειξης δυνατόν να μετατοπίζεται στους ώμους του διαδίκου που εγείρει τον εκάστοτε ισχυρισμό (βλ. ΒΑΡΒΑΡΑ (ΡΙΤΣΑ) MASON ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΡΙΤΣΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΔΙΑΚΟΥ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ) ν. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, 8/4/2014). Δυνάμει της Δ.30 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η ακρόαση της αγωγής έλαβε χώρα στη βάση έγγραφης μαρτυρίας που καταχώρησαν οι διάδικοι. Προς υποστήριξη της αξίωσής του, ο Ενάγοντας καταχώρησε στο Δικαστήριο την 15/11/22 ένορκη δήλωση ενώ ο Εναγόμενος για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης του καταχώρησε επίσης ένορκη δήλωση την 10/03/
  1. Ουδείς εκ των μαρτύρων αντεξετάστηκε από την άλλη πλευρά και οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν για σκοπούς της ακρόασης της αγωγής. Έχω μελετήσει προσεκτικά τα δικόγραφα και τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας και έχω λάβει υπόψη την επιχειρηματολογία στην οποία έχουν προβεί οι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων, ακόμη και εάν δεν αναπαράγεται λεπτομερώς το περιεχόμενο των κειμένων τους στην παρούσα Απόφαση. Έγγραφη μαρτυρία για τον Ενάγοντα Προς υποστήριξη της αξίωσης του ο Ενάγοντας δια μέσω της ενόρκου δηλώσεως που έχει καταχωρήσει ισχυρίζεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν γεωργός και ασχολείτο με γεωργικές εργασίες καθώς και ότι περί τον Ιούνιο και ή Ιούλιο του έτους 2019 συνήψε προφορική συμφωνία με τον Εναγόμενο για να τον προμηθεύσει με 74 μπάλες σανού οι οποίες αποτελούνταν από σιτάρι και τριφύλλι έναντι του ποσού των 2,220 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος, δεν τον πλήρωσε κανένα απολύτως ποσό για το χρέος του με αποτέλεσμα να πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος του με συνολικό ποσό των 2,640 Ευρώ. Ο Ενάγοντας υποστηρίζει κατά την μαρτυρία ότι ενοχλούσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο για τα του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, αλλά ο τελευταίος παρέλειψε να το πράξει. Μάλιστα την 22/02/21 του απέστειλε επιστολή δια μέσω των συνηγόρων του. Έγγραφη μαρτυρία του Εναγόμενου Προς υποστήριξη της Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος καταχώρησε ένορκη μαρτυρία την 10/03/
  2. Μέσα από την ένορκο του δήλωση ο Εναγόμενος προβάλλει την δική του εκδοχή σχετικά με την προφορική συμφωνία την οποία είχε συνάψει μαζί με τον Ενάγοντα. Αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν αφορούσε την ποσότητα σανού που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας αλλά λιγότερες μπάλες σανού, δηλαδή 68 στον αριθμό, οι οποίες αποτελούνταν μόνο από σιτάρι και θα είχαν αξία περί τα 20 ευρώ εκάστη η μπάλα. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με βάση την τήρηση της πιο πάνω συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ τους, παρέλαβε πράγματι την πιο πάνω ποσότητα σανού στο χωρίο Κάθηκας της Επαρχίας Πάφου με το δικό του αυτοκίνητο καθώς και ότι όλα τα πιο πάνω γεγονότα έλαβαν χώρα και στην παρουσία του αδερφού του Ενάγοντα, δηλαδή του Χαράλαμπου Νικολαΐδη. Ο Εναγόμενος σύμφωνα με την θέση του, κατά την στιγμή της παραλαβής του σανού κατέβαλε ταυτόχρονα και το χρηματικό ποσό που αναλογούσε στην αξία τους στον Ενάγοντα, δηλαδή το ποσό των 1200 ευρώ καθώς και 1 αρνί αξίας 100 ευρώ. Τότε σύμφωνα με τον Εναγόμενο συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι υπήρξε και η πλήρης εξόφληση του χρέους. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας, παρά το ότι εισέπραξε τα χρήματα και το αρνί, εντούτοις δεν εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη. Με δεδομένο ότι το επίδικο ποσό της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης υπόθεση» δυνάμει των προνοιών της Δ.30, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώριση έγγραφης μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Σε αστικές υποθέσεις, όπως και η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς τους για την αξίωσή του. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Όπως αναφέρθηκε και στη Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 ΑΑΔ 665: «Το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η εκδ.
(2003), όπου αναφέρονται στις σελ. 80 - 83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: "If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the Court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e. the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability".» Τα ίδια κατ' ουσίαν λέχθηκαν όσον αφορά το τι συνιστά απόδειξη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στην Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου εξηγήθηκε στη σελ. 1868, ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει την θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th edition, para. 4 - 38 και Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.).» Η ουσία της απαίτησης θα πρέπει να κριθεί κατά κύριο λόγο από την αξιολόγηση της ποιότητας της δοθείσας μαρτυρίας και των σχετικών τεκμηρίων. Το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την μαρτυρία που έχει ενώπιον του με σκοπό να μπορέσει να διαπιστώσει και να εξαγάγει ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων ώστε να μπορεί τελικώς να καταλήξει κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης έχει αποσείσει αυτό στον απαιτούμενο βαθμό. Σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης, το Δικαστήριο, με δεδομένο ότι δεν έχει ενώπιον του ζώσα μαρτυρία, οφείλει με περισσή προσοχή να καταλήξει σε στερεά ευρήματα. Αυτό λαμβάνει χώραν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων, αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Νοείται βέβαια ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με κριτήριο τις δικογραφημένες προτάσεις των μερών αφού «O επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος του αντιδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του» (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Τα ως άνω αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης όπου η παρουσιασθείσα γραπτή μαρτυρία οφείλει να εξετάζεται σε αυστηρή συνάρτηση με τα γεγονότα που παρατίθενται στα δικόγραφα αφού εκλείπει από τη διαδικασία η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν ασκώντας δικαστική κρίση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία βάσει του περιεχομένου αυτής, της ποιότητας αυτής αλλά και της πειστικότητας της (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές, σημειώνεται ότι κάποια γεγονότα τα οποία εκ της δικογραφίας αλλά και μέσα από το σύνολο της προσφερόμενης μαρτυρίας προκύπτουν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Ειδικότερα προκύπτει ότι ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος γνωρίζονταν μεταξύ τους και ότι συναλλάχθηκαν στα πλαίσια προφορικής συμφωνίας που συνήψαν με σκοπό ο Ενάγοντας να πωλήσει στον Εναγόμενο μπάλες από σανό. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι πράγματι, μπάλες από σανό που πωλήθηκαν από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο έχουν παραδοθεί στον τελευταίο στην παρουσία μάλιστα του αδερφού του Ενάγοντα. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι το επίδικο ζήτημα που απασχολεί την παρούσα Αγωγή είναι το κατά πόσο ο Εναγόμενος οφείλει πράγματι να πληρώσει στον Ενάγοντα το χρέος το οποίο έχει δημιουργηθεί με βάση την προφορική συμφωνία που έχουν συνάψει αλλά και το κατά πόσο η συμφωνία αυτή είχε συναφθεί με βάση την εκδοχή που προβάλλει από την μια πλευρά ο Ενάγοντας ή την εκδοχή που προβάλλει από την άλλη ο Εναγόμενος σε σχέση τόσο με την ποσότητα του σανού που είχε συμφωνηθεί αλλά και την αξία του, όσο και για το τελικά υπήρξε από την πλευρά του Εναγόμενου πλήρης εξόφληση με βάση τα συμφωνηθέντα. Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές και στη βάση των επίδικων θεμάτων προχωρώ κατωτέρω στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία που ο Ενάγοντας έχει παραθέσει στο Δικαστήριο δια μέσω της ενόρκου δηλώσεως που έχει καταχωρήσει, στερείται πειστικότητας με αποτέλεσμα να μην με έχει πείσει για το αληθές της εκδοχής του και συνακόλουθα δεν άφησε στο Δικαστήριο, θετική εντύπωση. Και αυτό γιατί οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από μέρους του αναφορικά με τα όσα υποστήριξε κατά την μαρτυρία του, τέθηκαν από μέρους του γενικά και αόριστα χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική τεκμηρίωση. Ο Ενάγοντας ενώ ισχυρίστηκε ότι του οφείλεται από τον Εναγόμενο συγκεκριμένο ποσό το οποίο και έχει προκύψει από την πώληση και παράδοση προς τον τελευταίο 74 μπάλων σανού, εντούτοις παραλείπει να αναφερθεί κατά την μαρτυρία του στην αξία που είχε συμφωνηθεί ότι θα κόστιζε η κάθε μπάλα σανού που του πώλησε. Καμία απολύτως λεπτομέρεια και ή πληροφορία δεν έχει δοθεί αναφορικά με το γεγονός αυτό με αποτέλεσμα να προβάλλεται ένας γενικός ισχυρισμός αναφορικά με το πως αξιώνει από μέρους του Εναγόμενου το ποσό των 2,220 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. Πέραν των πιο πάνω, ενώ ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η παράδοση του σανού στον Εναγόμενο έλαβε χώρα σε τρία διαφορετικά σημεία, δηλαδή στο χωρίο Θελέτρα, στον Κάθηκα και στο Στρουμπί και άρα σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις. Εντούτοις καμία απολύτως εξήγηση ή λεπτομέρεια δεν δίδεται από μέρους αναφορικά με το ποια ήταν η ποσότητα του σανού που παραδόθηκε στον Εναγόμενο την κάθε φορά που συναντήθηκε μαζί του. Μάλιστα ενώ ισχυρίζεται ότι ο ίδιος παρέδωσε τις μπάλες από τον σανό στον Εναγόμενο στα πιο πάνω αναφερόμενα διαφορετικά χωρία δια μέσω του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος παρέλαβε τις μπάλες από σανό. Δηλαδή επρόκειτο για παραλαβή και όχι παράδοση. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του σε σχέση με την σύμβαση που έχει συνομολογήσει μαζί με τον Εναγόμενο δεν υποστηρίχθηκε από μέρους του ούτε και με την παρουσίαση οποιουδήποτε τιμολογίου αλλά ούτε και οποιαδήποτε αναφορά έγινε από μέρους του για το κατά πόσο ο ίδιος έχει εκδώσει ένα τέτοιο τιμολόγιο ή όχι. Ταυτόχρονα όμως διαπιστώνεται ότι αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των 2,220 Ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Θεωρώ λοιπόν ότι αφής στιγμής αξιώνεται από μέρους του το πιο πάνω επιπλέον κατ' ισχυρισμό του ποσό αναφορικά με την καταβολή του ΦΠΑ, το λογικά αναμενόμενο από τον ίδιο θα ήταν να παρουσιάσει ένα τέτοιο τιμολόγιο που να δικαιολογεί και τον ισχυρισμό του. Εντύπωση δε προκαλεί και ο ισχυρισμός του Ενάγοντα κατά την μαρτυρία του, ότι ο Εναγόμενος σε μεταγενέστερο χρόνο από την πώληση του σανού είχε στον δωρίσει στον ίδιο και ένα αρνί. Είμαι της γνώμης ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του στερείται τόσο λογικής όσο και πειστικότητας και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Και αυτό γιατί, πρώτον δεν έχει δοθεί από μέρους του Ενάγοντα οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία για ποιο λόγο ο Εναγόμενος είχε προβεί σε μια τέτοια ενέργεια κατά την στιγμή μάλιστα που εκκρεμούσε από μέρους του η ισχυριζόμενη οφειλή από την πώληση του σανού που του είχε πωλήσει, αλλά και ούτε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί ο ίδιος αποδέχτηκε την δωρεά του αρνιού την στιγμή μάλιστα που ισχυρίζεται ότι συνεχώς τον ενοχλούσε για να του καταβάλει τα λεφτά που του χρωστούσε από την μεταξύ τους συμφωνία η οποία και είχε προηγηθεί. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω λοιπόν η μαρτυρία του Ενάγοντα ως έχει παρουσιαστεί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι από μέρους του δεν έχουν παρουσιαστεί του επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για το βάσιμο του αγώγιμου δικαιώματος του εναντίον του Εναγόμενου, τα οποία να συνηγορούν με το ότι η εκδοχή του, ήταν πιο πιθανή από αυτή του αντιδίκου του. Συνακόλουθα η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Πάρα το ότι το αποτέλεσμα της αγωγής έχει ήδη διαφανεί, αφής στιγμής τέθηκε ενώπιον μου και η μαρτυρία του Εναγόμενου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και την αξιολόγηση της. Εξετάζοντας λοιπόν την μαρτυρία του Εναγόμενου ως αυτή έχει τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας αφού η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται συνοχή, πειστικότητα και αληθοφάνεια καθότι έχει αναφερθεί κατά την έγγραφη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει σε επαρκείς λεπτομέρειες τόσο αναφορικά με το τι επακριβώς είχε συμφωνηθεί με τον Εναγόμενο σε ότι αφορά την πώληση του σανού, όσο και για το τι είχε επακολουθήσει κατά την παραλαβή του. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στην μαρτυρία του με επαρκείς λεπτομέρειες και εξηγήσεις τόσο σχετικά με το κόστος της πώλησης που συμφωνήθηκε για την κάθε μπάλα σανού που θα του παραδιδόταν από τον Εναγόμενο όσο και για τον τρόπο που έλαβε χώρα η πλήρης εξόφληση της οφειλής του προς τον Ενάγοντα. Παράλληλα δε με ειλικρίνεια ουδέποτε αρνήθηκε ότι μεταξύ τους υπήρξε η επίδικη συμφωνία ενώ ο ίδιος επεξήγησε ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε του είχε εκδώσει οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη είσπραξης των χρημάτων που του είχαν παραδοθεί. Σε σχέση με την παραλαβή του σανού, ο Εναγόμενος ήταν σταθερός και κατηγορηματικός στην θέση του ότι τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα στην παρουσία του αδερφού του Ενάγοντα, κάτι το οποίο ο τελευταίος παραδέχεται, καθώς και στην θέση του ότι ο ίδιος παρέλαβε τα συγκεκριμένα εμπορεύματα από το χωριό Κάθηκας με το δικό του όχημα. Σε σχέση με την μη έκδοση τιμολογίου και απόδειξης είσπραξης από μέρους του Ενάγοντα ο Εναγόμενος ήταν σταθερός στην θέση του ότι ουδέποτε ο τελευταίος είχε προβεί σε μια τέτοια ενέργεια. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω λοιπόν ότι ο Εναγόμενος ήταν μάρτυρας της αλήθειας και για τους λόγους που εξήγησα αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη και αληθινή. Ευρήματα Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκω ότι ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος οι οποίοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, περί τα μέσα του έτους 2019 συνήψαν προφορική συμφωνία στην παρουσία του αδερφού του Ενάγοντα για να πωληθούν από τον πρώτο στον δεύτερο 68 μπάλες από σανό οι οποίες αποτελούνταν από σιτάρι. Η αξία της κάθε μπάλας σανού συμφωνήθηκε περί τα 20 ευρώ. Ο Ενάγοντας πράγματι παρέδωσε τις 68 μπάλες από σανό στον Εναγόμενο ο οποίος αφού τις παρέλαβε στο χωρίο Κάθηκας της Επαρχίας Πάφου, στην συνέχεια της μετέφερε ο ίδιος με δικό του όχημα. Τόσο κατά την στιγμή που συμφωνήθηκε η πώληση και η παράδοση του σανού όσο και κατά την διάρκεια της παραλαβής του παρόν ήταν και ο αδερφός του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος κατά την παράδοση του σανού κατέβαλε στον Εναγόμενο χρηματικό ποσό ύψους 1,200 Ευρώ σε μετρητά καθώς και ένα αρνί αξίας 100 ευρώ. Με την παράδοση των χρημάτων και του αρνιού συμφωνήθηκε μεταξύ τους πλήρης εξόφληση. Ο δε Ενάγοντας παρόλο που εισέπραξε το πιο πάνω χρηματικό ποσό και παρέλαβε και το αρνί, δεν εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη στον Εναγόμενο. Νομική Πτυχή/ Κατάληξη Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης ότι ο Ενάγοντας βασίζει την αγωγή του στην παράβαση σύμβασης που προέκυψε από προφορική συμφωνία πώλησης του σανού στον Εναγόμενο και στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σύμφωνα με το Άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 (εφεξής Κεφ.149) μια σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών ικανών προς το συμβάλλεσαι, ενώ αυτή μπορεί να καταρτιστεί «γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών». Σύμφωνα δε με το Άρθρο 2
(2)(δ) του Κεφ.149 η αντιπαροχή, στοιχείο απαραίτητο για την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης, δεν απαιτείται να προέρχεται από τον αντισυμβαλλόμενο, ως είναι καθιερωμένο στο Αγγλικό δίκαιο, αλλά μπορεί να προέλθει από οποιοδήποτε τρίτο. Στην προκειμένη περίπτωση το αντάλλαγμα του Ενάγοντα θα ήταν το χρηματικό ποσό που θα λάμβανε από τον Εναγόμενο κατά την παράδοση της ποσότητας του σανού που είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι αφής στιγμής υπάρχει σε ισχύ σύμβαση μεταξύ των διαδίκων η οποία μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την προώθηση της απαίτησης του Ενάγοντα, κρίνω ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι στην απόφαση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α v Δημητρίου Κακαβού, Πολιτική Έφεση Αρ. 278/2010, 15/10/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιά στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο.» Συνακόλουθα, η αξίωση του Ενάγοντα βασίζεται στην συμφωνία που υπήρχε με τον Εναγόμενο η οποία και αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός. Στη βάση της συμφωνίας μεταξύ μερών, με την παράδοση των προϊόντων δηλαδή του σανού, ο Ενάγοντας είχε υποχρέωση να καταβάλει το ποσό της αξίας τους που συμφωνήθηκε. Παράληψή του να το πράξει αποτελεί παράβαση σύμβασης και ενεργοποιεί το δικαίωμα του Ενάγοντα να απευθυνθεί προς το Δικαστήριο και να ζητήσει αποζημιώσεις στη βάση του άρθρου 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 καθώς και στη βάση του άρθρου 56 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (10(I)/1994). Σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων (όχι όμως των γενικών) από παράβαση σύμβασης σχετικά είναι τα όσα χαρακτηριστικά αναφέρθηκαν στην Men Mar Ltd ως εμπορεύεται υπό την Εμπορική Επωνυμία M & M Caterhome v. Clp Catering Ltd, 23 Ιανουαρίου 2018, Πολιτική Έφεση Αρ. 27/2012: «Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα Ewan Mckendrick: Contract Law, 6η έκδ. στο Κεφάλαιο 20, που αφορά τις αποζημιώσεις για διάρρηξη σύμβασης, υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες στις οποίες ο ενάγων δύναται να εντάξει την αξίωση του για αποζημιώσεις. Η πρώτη αφορά το λεγόμενο «expectation interest» που έχει ως βάση την προσδοκία του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος θα εκπληρώσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις και στην περίπτωση που δεν το πράττει, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να τον αποζημιώνουν με το να τον θέσουν στην ίδια καλή κατάσταση που θα ήταν αν ο εναγόμενος εκπλήρωνε την υπόσχεση του. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το λεγόμενο «reliance interest» στην οποία εμπίπτουν οι ενέργειες τις οποίες προς βλάβη του έχει υποστεί ο ενάγων στη βάση της υπόσχεσης του εναγομένου ότι θα εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να υποστεί διάφορα έξοδα τα οποία ο εναγόμενος θα πρέπει να αποκαταστήσει. Ο σκοπός εδώ είναι να τεθεί ο ενάγων στην ίδια καλή κατάσταση ως θα ήταν πριν την υπόσχεση που έδωσε ο εναγόμενος. Τέλος, ο ενάγων μπορεί να αξιώσει το λεγόμενο «restitution interest», κατά το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμεί να αποζημιωθεί για την απώλεια που έχει υποστεί, αλλά επιθυμεί να αποστερήσει από τον εναγόμενο το κέρδος το οποίο απεκόμισε σε βάρος του. Τα ίδια στην ουσία λέγονται και στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 547 κ.ε., σε σχέση με το «expectation loss» Στην προκειμένη περίπτωση, και με βάση τα ευρήματα μου, αφής στιγμής ο Ενάγοντας για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν έχει επιτύχει να αποδείξει την αξίωση του στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, η Αγωγή του δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.