← Κύπρος

Π & Π ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1060/15, 7/11/2023

Π & Π ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1060/15, 7/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1060/15 Μεταξύ: Π & Π ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΤΔ (ΗΕ ΧΧΧΧΧ) Ενάγουσα Και ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΑΝΔΡΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 07/11/23 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: A & E. C. Emilianides, C. Katsaros & Associates LLC Για Εναγόμενο: κ Σ. Ζαννούπας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα επιζητεί την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον του Εναγόμενου αναφορικά με το ποσό των 30.656.22 Ευρώ ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο για την παροχή υπηρεσιών και/ή ως αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή κατάστασης λογαριασμών και/ή χρεωστικού λογαριασμού και/ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού (account stated) και/ή άλλως πως. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς όπως αυτοί καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Πάφο και δραστηριοποιείται με οικοδομικές εργασίες. Ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτης της Ενάγουσας και περί τον Μάρτιο του 2008 συνάφθηκε συμφωνία προφορική και/ή γραπτή μεταξύ τους με σκοπό την ανέγερση της κατοικίας του Εναγόμενου στο χωριό Παναγιά της Επαρχίας Πάφου για το συνολικό ποσό των 40.064,85 Ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με την Ενάγουσα, η τελευταία, θα του κατασκεύαζε το πέδιλο, τις κολώνες, την πλάκα, τους δοκούς, τις προεξοχές, τα σκαλιά και τον τοίχο αντιστήριξης. Επίσης θα αναλάμβανε το μπετόν, το στήσιμο των σίδερων και των κολώνων καθώς και την χάραξη της οικίας του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα αναφορικά με τις πιο πάνω εργασίες είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο ότι θα εξέδιδε τιμολόγια τα οποία θα παρέδιδε στον Εναγόμενο και θα τα καταχωρούσε σε σχετικό λογαριασμό τον οποίο και θα διατηρούσε επ' ονόματι του Εναγόμενου. Συμφωνήθηκε επίσης σύμφωνα με την Ενάγουσα ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος δεν θα κατέβαλε την αξία των τιμολογίων εντός χρονικού διαστήματος 1 μηνός, θα επιβαρυνόταν με τόκο 9% από την ημερομηνία της έκδοσης τους. Με βάση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα, εκτέλεσε τις συμφωνηθείσες εργασίες προς όφελος του Εναγόμενου και εξέδωσε τρία ξεχωριστά τιμολόγια, δηλαδή το υπ. αρ. 0094 ημερ. 02/07/08 για το ποσό των 5,574,63 ευρώ, το τιμολόγιο υπ. αρ. 0151 ημερομηνίας 22/08/08 για το ποσό των 3,384 ευρώ και τέλος το τιμολόγιο υπ. αρ. 0140 ημερ. 04/08/11 για το ποσό των 30,656,22 ευρώ. Τα πρώτα δύο τιμολόγια που αφορούν το συνολικό ποσό των 9,408,63 ευρώ έχουν σύμφωνα με την Ενάγουσα εξοφληθεί ενώ σε ότι αφορά το τιμολόγιο υπ. αρ. 0140 ημερ. 04/08/11 για το ποσό των 30,656,22 ευρώ παραμένει ανεξόφλητο. Το τιμολόγιο υπ. αρ. 0140 ημερ. 04/08/11 για το ποσό των 30,656,22 ευρώ, από τώρα και στο εξής θα αποκαλείται για σκοπούς συντομίας «το επίδικο τιμολόγιο». Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τελευταίας , ο Εναγόμενος, παραλείπει και/ή αρνείται και/ή αμελεί να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο και ή να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτού. Από την άλλη ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση που έχει καταχωρήσει αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας και εγείρει επιπρόσθετα τρείς διαφορετικές προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με την προώθηση της απαίτησης της. Πιο συγκεκριμένα εγείρεται ως πρώτη προδικαστική ένσταση, αυτή της συμπεριφοράς και ή υποσχέσεων που επέδειξε ο κ. Μάξιμος Χριστοδούλου (ΜΕ1 στην παρούσα) στην αγωγή υπ. αρ. 192/2011 του Ε.Δ Πάφου. Τα γεγονότα που στηρίζουν την πιο πάνω προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου, περιγράφονται στις παραγράφους 4 - 7 του δικογράφου της Υπεράσπισης. Ως δεύτερη προδικαστική ένσταση εκ μέρους του Εναγόμενου αναφορικά με την προώθηση της παρούσας αγωγής, εγείρεται ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν οδηγίες σε οποιοδήποτε πρόσωπο στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Συνεπώς και πάντοτε σύμφωνα με τον Εναγόμενο, επειδή διευθυντής και γραμματέας της Ενάγουσας είναι τα παιδιά του Μάξιμου Χριστοδούλου, δηλαδή του ΜΕ1, η έγερση της παρούσας αγωγής αποτελεί προσωπική πρωτοβουλία του ιδίου χωρίς το γεγονός αυτό να βρίσκεται εις γνώση του διευθυντή και γραμματέα της Ενάγουσας. Τέλος, σε ότι αφορά την τρίτη προδικαστική ένσταση που εγείρεται από πλευράς του Εναγόμενου, αυτή στηρίζεται στο αξίωμα laches. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό έχει προκύψει κατόπιν συμφωνίας που έγινε μεταξύ τους περί τον Μάρτιο του 2008 ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε την 29/06/2015 με καθυστέρηση δηλαδή 7 ετών και 3 μηνών χωρίς να προβάλλεται από πλευράς της Ενάγουσας οποιοσδήποτε λόγος αναφορικά με την πιο πάνω καθυστέρηση για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Εναγόμενος σε σχέση με την καθυστέρηση καταγράφονται στις παραγράφους 11 και 12 του δικογράφου της Υπεράσπισης του. Πέραν των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, ο Εναγόμενος προβάλλει ως Υπεράσπιση του, τον ισχυρισμό ότι ενώ οι αξιωματούχοι της Ενάγουσας, δηλαδή ο διευθυντής και ο γραμματέας της ήταν τα παιδία του ΜΕ1 τα οποία και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και ανήλικα γι' αυτό και δεν είχαν οποιοδήποτε έλεγχο στην λειτουργία της Ενάγουσας, τον ουσιαστικό έλεγχο στην λειτουργία της εταιρείας τον είχε ο ΜΕ1 ο οποίος εργαζόταν παράλληλα και ως αστυνομικός. Ισχυρίζεται μάλιστα ο Εναγόμενος ότι ο ΜΕ1 επειδή εργαζόταν παράνομα, ο Εναγόμενος είχε προβεί και σε καταγγελία εναντίον του με αποτέλεσμα την πειθαρχική του δίωξη, την καταδίκη του και την επιβολή σε αυτό πειθαρχικής ποινής. Ο Εναγόμενος περαιτέρω απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα ενώ υποστηρίζει ότι αν οφείλονταν οποιαδήποτε χρήματα αυτά ήταν από τον ΜΕ1 και την σύζυγο του στα πλαίσια της Αγωγής υπ. αρ. 192/

  1. Σε ότι δε αφορά τις κατασκευές που η Ενάγουσα θα προέβαινε στην κατοικία του, αυτές σύμφωνα με τον Εναγόμενο αφορούσαν στο ποσό των 9,408,63 ευρώ για τα οποία χρήματα μάλιστα είχαν εκδοθεί δύο τιμολόγια τα υπ.αρ. 0094 και 0151 και σε καμία περίπτωση στο κατ' ισχυρισμό ποσό που διεκδικείται στην βάση του ισχυρισμού της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης. Σχετικά με το επίδικο τιμολόγιο και συνεπακόλουθα το οφειλόμενο ποσό , ο Εναγόμενος αρνείται ότι υπήρξε μεταξύ του ίδιου και της Ενάγουσας οποιαδήποτε συμφωνία, υποστηρίζοντας την θέση ότι το τιμολόγιο αυτό είναι εικονικό και σε καμία απολύτως περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ενώ σε ότι αφορά τα άλλα δύο τιμολόγια, δηλαδή τα υπ. αρ. 0095 και 0151, αυτά έχουν πληρωθεί προς διευθέτηση της μεταξύ τους συμφωνίας. Τέλος, ο Εναγόμενος αρνείται και ότι υπήρξε οποιαδήποτε ενόχληση από μέρους της Ενάγουσας αναφορικά με το κατ' ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και εν πάσει περιπτώσει ισχυρίζονται ότι η απαίτηση του Εναγόμενου θα πρέπει να απορριφθεί. Περιορισμός Επίδικων Ζητημάτων Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, τόσο με διάφορες τοποθετήσεις των μαρτύρων, όσο και με σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων τους, διαφάνηκε ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση επί του ότι, τόσο εναντίον του ΜΕ1 και όσο της συζύγου την 21.01.2011 είχε καταχωρηθεί η αγωγή υπ. αρ. 192/11 (Τεκμήριο 7) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου από την εταιρεία Α. Λεάνδρου και Υιοι Λτδ, της οποίας διευθυντής είναι ο Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή, καθώς και ότι με την αγωγή αυτή οι Εναγόμενοι αξίωναν εναντίον του ΜΕ1 και της συζύγου του, το χρηματικό ποσό των 40,057,97 ευρώ πλέον νόμιμο τόκο από 01/10/09,πλέον έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης λόγω αθέτησης της συμφωνίας που είχαν συνάψει μεταξύ τους περί το καλοκαίρι του 2006 αναφορικά με την παροχή ξυλουργικών εργασιών στην οικία τους στην Χλώρακα καθώς και άλλων μετέπειτα συναφών εργασιών που είχαν συμφωνηθεί, οι οποίες και ολοκληρώθηκαν περί τον Σεπτέμβριο του
  2. Το συνολικό ύψος των εργασιών που η εταιρεία των Εναγόντων είχε εκτελέσει στην οικία των πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 40,057,95 ευρώ το οποίο ποσό και αξίωσαν με βάση την πιο πάνω αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον τους. Η πλευρά των Εναγόμενων καταχώρησε Υπεράσπιση (Τεκμήριο 8) και Ανταπαίτηση. Εν ολίγοις, σύμφωνα με την Υπεράσπιση που είχε καταχωρηθεί από τους Εναγόμενους σε εκείνη την αγωγή, προβλήθηκαν από μέρους τους οι ισχυρισμοί ότι μεταξύ των ιδίων και της εταιρείας Α. Λεάνδρου ουδεμία συμφωνία είχε συναφθεί αλλά η συμφωνία για ανταλλαγή υπηρεσιών είχε γίνει μεταξύ της εταιρείας Π & Π Χριστοδούλου Οικοδομικές Εργασίες Λτδ (Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή) και του Ανδρέα Λεάνδρου (Εναγόμενου στην παρούσα αγωγή) ο οποίος και ασχολείτο με ξυλουργικές εργασίες. Συνεπώς και ισχυρίστηκαν ότι ουδέν ποσό όφειλαν προς την εταιρεία του Ενάγοντα καθότι οι ξυλουργικές εργασίες στην οικία τους δεν είχαν ολοκληρωθεί ενώ μάλιστα είχαν επιφυλάξει και το δικαίωμα τους να καλέσουν ως τριτοδιάδικο την Ενάγουσα στην υπό κρίση αγωγή εταιρεία. Στο ίδιο μάλιστα δικόγραφο με την Ανταπαίτηση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι, αξίωναν από τους Ενάγοντες διάταγμα να ολοκληρωθούν οι εργασίες εκ μέρους τους στην οικία του ΜΕ1 καθώς και αποζημιώσεις για την καθυστέρηση της παράδοσης της εργασίας τους. Η δε πλευρά των Εναγόντων είχε καταχωρήσει απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση (Τεκμήριο 9) με βάση την οποία προβλήθηκε η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ότι, ενώ οι Εναγόμενοι είχαν προβάλει τον ισχυρισμό για το πώς είναι δυνατόν ενώ οι ίδιοι από την μια να ισχυρίζονται ότι δεν είχαν οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ τους, από την άλλη να επιζητούν διάταγμα που να τους διατάσσει να ολοκληρώσουν τις εργασίες στο σπίτι του Εναγόμενου υπ. αρ.
  3. Η κατάληξη της αγωγής υπ. αρ. 192/11 περιγράφεται στο Τεκμήριο 10 που αποτελεί το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 13/12/13 το οποίο έχει κατατεθεί και δεν έχει αμφισβητηθεί. Με βάση το εν λόγω τεκμήριο εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του Εναγομένων υπ. αρ.1 και 2 ,δηλαδή του ΜΕ1 και της συζύγου του, και υπέρ των Εναγόντων, δηλαδή της εταιρείας του Εναγόμενου στην παρούσα αγωγή, για το ποσό των 9000 ευρώ πλέον δικηγορικά έξοδα πλέον τόκο από 21/01/11 μέχρι εξόφλησης. Στην συνέχεια και επειδή το πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέος δεν είχε πληρωθεί στην εταιρεία Α. Λεάνδρου και Υιοί Λτδ, η τελευταία λαμβάνοντας μέτρα εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που είχε εκδοθεί, καταχώρησε αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον τόσο του ΜΕ1 όσο και της συζύγου του, την 02/09/14 και το Δικαστήριο την 25/02/15 εξέδωσε διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του ΜΕ1 για το ποσό των 300 ευρώ από 05/04/15 μέχρι εξόφλησης (Τεκμήριο 11). Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η πλευρά του Εναγομένου δεν αμφισβητεί ότι πράγματι ο τελευταίος όφειλε το χρηματικό ποσό των 30,656,22 ευρώ για τις εργασίες που η Ενάγουσα είχε επιτελέσει και ολοκληρώσει στην οικία του στην Παναγιά, πλην όμως τούτου, έχει αμφισβητεί με σθεναρότητα η θέση της Ενάγουσας ότι το ποσό αυτό δεν έχει εξοφληθεί από τον ίδιο, υποστηρίζοντας ο Εναγόμενος ότι με την αγωγή υπ.αρ. 192/11 ενώ ο ίδιος αξίωνε αρχικά το ποσό των 40,057,97 ευρώ εντούτοις, αποδέχθηκε απόφαση υπέρ της εταιρείας του μόνο για ποσό των 9000 ευρώ καθότι είχε συμφωνηθεί να αφαιρεθεί από την απαίτηση του, το ποσό των 30,656,22 ευρώ το οποίο και όφειλε στην Ενάγουσα. Μάλιστα αποτελεί και βασική θέση του Εναγόμενου, ότι παρόλο που η αγωγή υπ. αρ. 192/11 στρεφόταν εναντίον του ΜΕ1 και της συζύγου του προσωπικά, εντούτοις τα γεγονότα εκείνης της αγωγής είναι άμεσα συνυφασμένα με την παρούσα, καθότι πίσω από την λειτουργία της Ενάγουσας «κρυβόταν» κατά την θέση του ο ΜΕ1 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο επειδή εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος ενέγραψε και σύστησε την Ενάγουσα εταιρεία στο όνομα των παιδιών του τα οποία ουδεμία σχέση είχαν με την λειτουργία της. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει τελικά να αποφασιστεί το κατά πόσο το επίδικο τιμολόγιο έχει ήδη εξοφληθεί στην βάση της διευθέτησης της αγωγής υπ.αρ. 192/11 ή παραμένει ανεξόφλητο με βάση τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Μαρτυρία Ενάγουσας Για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία ο Μάξιμος Χριστοδούλου, από τώρα και στο εξής «ο ΜΕ1» ο οποίος είναι ο πατέρας του διευθυντή και του γραμματέα της Ενάγουσας. Η γραπτή του δήλωση αποτελεί το Έγγραφο Α και συνοδεύεται από 6 συνολικά Τεκμήρια. Δεν θα παραθέσω την πλήρη έκταση της μαρτυρίας που έδωσε στο Δικαστήριο καθότι δεν θεωρώ ότι αυτό θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό καθότι ούτως ή άλλως θα αναφερθώ στα κυριότερα της σημεία λαμβανομένου υπόψη και των επίδικων θεμάτων. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο ίδιος είναι εξουσιοδοτημένος με βάση το γενικό πληρεξούσιο που έχει στην κατοχή του (Τεκμήριο 1) να δώσει μαρτυρία υπέρ της Ενάγουσας καθότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης ένεκα της προσωπικής του εμπλοκής σε αυτά. Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και κυρίως την συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου με βάση προσφορά που είχε δοθεί από την πρώτη προς την δεύτερη αναφορικά με την ανέγερση κατοικίας του Εναγόμενου στο χωριό Παναγιά. Η προσφορά για το ποσό των 40,064,85 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ αποτελεί το Τεκμήριο
  4. Τα δε τιμολόγια που εκδόθηκαν στην βάση των εργασιών που συντελέστηκαν από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο σύμφωνα με τον ΜΕ1, αποτελούν τα Τεκμήρια 4 -
  5. Σε ότι αφορά το επίδικο τιμολόγιο, δηλαδή το Τεκμήριο 6, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι αυτό έχει εκδοθεί από διαφορετικό βιβλίο τιμολογίων σε σχέση με τα Τεκμήρια 4 και
  6. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι λόγω της εξουσιοδότησης που είχε από τους αξιωματούχους της Ενάγουσας, ο ίδιος ενοχλούσε συνεχώς κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι και την καταχώρηση της εν λόγω αγωγής τον Εναγόμενο για εξόφληση του πιο πάνω τιμολογίου χωρίς καμία ανταπόκριση. Τέλος σε ότι αφορά την αγωγή υπ. αρ. 192/11 ο ΜΕ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η Ενάγουσα είχε οποιαδήποτε εμπλοκή αφού δεν ήταν διάδικος και επομένως η έκδοση εκ συμφώνου απόφασης ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 αναφορικά με το ιστορικό της αγωγής που είχε καταχωρηθεί εναντίον, τόσο του ίδιου προσωπικά όσο και της συζύγου του από την εταιρεία του Εναγόμενου, αρνήθηκε καταρχήν να αναγνωρίσει τα δικόγραφα που είχαν καταχωρηθεί στην αγωγή υπ. αρ. 192/11 (Τεκμήριο 7) αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι δεν τα αναγνωρίζει. Αρνείτο επίσης να συμφωνήσει και σε οτιδήποτε του είχε διαβαστεί στο Δικαστήριο από την Υπεράσπισης σε σχέση με το περιεχόμενο των συγκεκριμένων δικογράφων. Ο ΜΕ1 υποστήριξε μάλιστα ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο των ισχυρισμών που είχε θέσει η συνήγορος που τον εκπροσωπούσε στο δικόγραφο της Υπεράσπισης ενώ παράλληλα αποδέχθηκε την θέση ότι εναντίον του προσωπικά είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο απόφαση. Επίσης αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε να απαντήσει κατά πόσο τα συγκεκριμένα δικόγραφα που είχαν καταχωρηθεί σε ότι αφορούσε την Υπεράσπιση του, ήταν κατόπιν δικών του οδηγιών προς την συνήγορο του η γραφόμενα της συνηγόρου του. Ερωτώμενος κατά πόσο γνώριζε αν εκδόθηκε εναντίον του οποιοδήποτε διάταγμα για καταβολή μηνιαίων δόσεων, ο ΜΕ1 απάντησε ότι όντως είχε εκδοθεί, αρνούμενος βέβαια να αναγνωρίσει το σχετικό έγγραφο το οποίο και του είχε υποδειχθεί. Σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου τιμολογίου με βάση την συμφωνία που είχαν συνάψει μεταξύ τους, η Υπεράσπιση έθεσε στον ΜΕ1 την θέση ότι ο Εναγόμενος δεν οφείλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό, καθότι το ποσό των 30.656.22 ευρώ το οποίο ισχυρίζεται ότι δεν πληρώθηκε, έχει πλήρως εξοφληθεί δια της αφαίρεσης του ποσού αυτού από την απαίτηση του Εναγόμενου εναντίον τους προσωπικά στα πλαίσια της αγωγής 196/11 με αποτέλεσμα να παραμείνει ως υπόλοιπο το ποσό των 9000 ευρώ για το οποίο και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Επίσης υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ο ίδιος είχε ενεργό ρόλο στην εταιρεία των παιδιών του γι' αυτό και η συμφωνία για εξόφληση του ποσού αυτού συμφωνήθηκε στα πλαίσια της έκδοσης απόφασης της πιο πάνω αγωγής. Ως προς την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε αναφορικά με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα τηλεφωνούσε στον Εναγόμενο και του ζητούσε τα χρήματα αλλά ο τελευταίος αρνείτο να του τα δώσει. Αρνήθηκε βεβαίως την θέση της Υπεράσπισης ότι εκδικητικά καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγόμενου επειδή μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου του στην αγωγή υπ. αρ. 196/11, η εταιρεία του Εναγόμενου έλαβε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον τους, εμμένοντας στον ισχυρισμό του ότι τον έλεγχο της Ενάγουσας δεν τον είχε ο ίδιος αλλά ο γιός του, δηλαδή ο διευθυντής. Σε ότι αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι λειτουργούσε την εν λόγω επιχείρηση ασκώντας δεύτερο επάγγελμα ενώ απαγορευόταν καθότι ήταν αστυνομικός ο ΜΕ1 δεν αποδέχτηκε κάτι τέτοιο. Μάλιστα υποστήριξε μετά από ερώτηση που του τέθηκε από τον συνήγορο της Υπεράσπισης, ότι ο λόγος που καταδικάστηκε στην πειθαρχική υπόθεση που ασκήθηκε εναντίον του από την δημόσια υπηρεσία μετά από καταγγελία που του έγινε από τον Εναγόμενο, δεν ήταν επειδή εργαζόταν στην εταιρεία αυτή αλλά επειδή είχε εκδώσει κάποιες αποδείξεις, δηλαδή τιμολόγια. Σε σχέση με την έκδοση των τιμολογίων και ιδιαίτερα αναφορικά με το επίδικο, ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο είχε στην κατοχή του τα μπλοκ των τιμολογίων από τα οποίο και εκδόθηκαν, αλλά ούτε και γνώριζε να απαντήσει οτιδήποτε άλλο αναφορικά με αυτά, πέραν από το ότι λάμβανε οδηγίες αναφορικά με την έκδοση τους από τον διευθυντή της εταιρείας. Σε ερώτηση γιατί το Τεκμήριο 6 δεν είναι υπογεγραμμένο από τον Εναγόμενο όπως τα Τεκμήρια 4 και 5, ο ΜΕ1 δεν ήταν επίσης σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε πέραν από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος αφού το παρέλαβε δεν το υπέγραψε. Αναφορικά με τον ρόλο του στην εταιρεία, ο ΜΕ1 υποστήριξε κατηγορηματικά ότι δεν είχε οποιοδήποτε ενεργό ρόλο εκτός από το ότι σε κάποιες περιπτώσεις λάμβανε οδηγίες για να προβεί σε κάποιες συγκεκριμένες ενέργειες, πάντοτε με την έγκριση των διευθυντών της εταιρείας. Υπέδειξε μάλιστα ότι παρά το γεγονός ότι είχε στην κατοχή του γενικό πληρεξούσιο από τον διευθυντή της εταιρείας για να ενεργεί για λογαριασμό του, εντούτοις δεν το έπραττε αφού εκτελούσε μόνο ορισμένες εντολές που του δίδονταν χαρακτηρίζοντας τις μάλιστα «ειδικές εργασίες». Ερωτώμενος κατά πόσο γνωρίζει αν τελικά η Ενάγουσα εκτέλεσε τις εργασίες που είχαν συμφωνηθεί στην οικία του Εναγόμενου και που μέρος αυτών αφορούν και το επίδικο τιμολόγιο ο ΜΕ1 απαντώντας ισχυρίστηκε ότι αυτές εκτελέστηκαν επειδή του το είχε αναφέρει ο διευθυντής της εταιρείας χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει χρονικά το τόπο και τον χρόνο της αναφοράς αυτής της δήλωσης. Πέραν τούτου, σε σχέση με το γεγονός ότι οι αριθμοί των τριών τιμολογίων που κατατέθηκαν, Τεκμήρια 4 -6, δεν βρίσκονται σε αριθμητική ακολουθία αλλά σε ανακολουθία, αφού το Τεκμήριο 6 φέρει αριθμό 140 με ημερομηνία έκδοσης το έτος 2011 ενώ το τιμολόγιο με αριθμό 151 εκδόθηκε περί το έτος 2008, ο ΜΕ1 δεν γνώριζε να απαντήσει οτιδήποτε περισσότερο, επιμένοντας στην θέση του ότι εκτελούσε οδηγίες μόνο από τον διευθυντή της εταιρείας καθώς και ότι ο διευθυντής του ανέφερε ότι γίνονταν και άλλες εργασίες εκτός από αυτές του Εναγόμενου και συνεπώς εκδίδονταν και άλλα τιμολόγια. Αναφορικά με τις υπογραφές στο σημείο του εκδότη επί των τιμολογίων Τεκμήρια 4 - 6, ο ΜΕ1 αναγνώρισε την υπογραφή του μόνο επί των Τεκμηρίων 4 και 5 ενώ σε σχέση με το επίδικο, δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ποιος το είχε υπογράψει και συνεπώς ποιος ήταν αυτός που το είχε εκδώσει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε επίσης ότι δεν ήταν ο ίδιος που παρέδωσε το επίδικο τιμολόγιο στον Εναγόμενο αλλά ότι, ο διευθυντής της Ενάγουσας του είχε αναφέρει ότι ο Εναγόμενος το είχε παραλάβει χωρίς βεβαίως να μπορεί να προσδιορίσει χρονικά το πότε του ανέφερε κάτι τέτοιο. (σελ. 5 πρακτικών ημερομ. 20/09/23). Στην συγκεκριμένη ερώτηση του συνηγόρου της Υπεράσπισης προς τον ΜΕ1, για το πού και πότε ο διευθυντής του είχε αναφέρει ότι ο Εναγόμενος παρέλαβε το επίδικο τιμολόγιο, ο ΜΕ1 απαντώντας χαρακτηριστικά ανέφερε « και μέσω τηλεφώνου και κατ' ιδίαν, δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβείς ημερομηνίες». Σε σχέση με τον ίδιο ισχυρισμό ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του και σε απάντηση της υποβολής που του υποβλήθηκε από τον συνήγορο της Υπεράσπισης για το ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία αναφορικά με το επίδικο τιμολόγιο, υποστήριξε κατηγορηματικά την θέση του ότι υπήρξε συμφωνία αλλά και ότι το επίδικο τιμολόγιο του το παρέδωσε ο ίδιος, αλλά ο Εναγόμενος δεν το υπέγραψε (σελ. 10 των πρακτικών ημερ. 03/10/23). Επόμενος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο ΜΕ2 ο οποίος επαγγέλλεται ως εργολάβος οικοδομών. Ο ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει τόσο την Ενάγουσα εταιρεία όσο και τον Εναγόμενο από δουλείες που του είχε κάνει σε δύο σπίτια που έχει στο χωριό στην Παναγιά. Σε ότι αφορά την Ενάγουσα, ο ΜΕ2 υπέδειξε ότι γνώρισε τον Παναγιώτη σε άλλες εργασίες που είχαν αναλάβει, δηλαδή τον διευθυντή και γιο του ΜΕ1, αφού ο ίδιος ήταν ο εργολάβος ενώ ο Παναγιώτης ήταν ο υπεργολάβος. Σε ότι αφορά τις κατοικίες του Εναγόμενου στην Παναγιά, ο ΜΕ2 υπέδειξε ότι η Ενάγουσα εταιρεία είχε αναλάβει να κτίσει τον σκελετό, ενώ ο ίδιος ανέλαβε περί το 2011 να κτίσει τα τούβλα και να σοβατίσει. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην γνωριμία του με τον Παναγιώτη υποστηρίζοντας ότι δεν τον έβλεπε συνεχώς στις διάφορες εργασίες που είχε αναλάβει καθότι κατά καιρούς απουσίαζε στο εξωτερικό. Επίσης υπέδειξε ότι στην εταιρεία που εργαζόταν ο Παναγιώτης είχε και υπαλλήλους γι' αυτό δεν χρειαζόταν να είναι παρών ότι ήταν στο εξωτερικό. Σε σχέση με την επίδικη κατοικία στην Παναγιά, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι η Ενάγουσα εταιρεία είχε αναλάβει να αποπερατώσει τα καλούπια ενώ ο ίδιος ανέμενε την αποπεράτωση τους για να συνεχίσει με το υπόλοιπο κτίσιμο της. Σε ότι αφορά την μη εξόφληση του επίδικου τιμολογίου, ο ΜΕ2 δεν γνώριζε οτιδήποτε για να αναφέρει. Από την αντίπερα όχθη ο ΜΥ1 υιοθέτησε επίσης στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, την γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β). Δια μέσω της γραπτής του δήλωσης, ανέφερε ότι στην παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εμποδίζεται από την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης της ένεκα των υποσχέσεων και ή της συμπεριφοράς που επέδειξε ο ΜΕ1 στην αγωγή υπ. αρ. 192/11 υιοθετώντας ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης που έχει καταχωρηθεί. Επίσης στην γραπτή του δήλωση αναφέρεται στην διευθέτηση που είχε γίνει αναφορικά με την αγωγή υπ. αρ. 192/11, ούτως ώστε η εταιρεία του να αποδεχθεί κατά 30,057,95 λιγότερα χρήματα από την απαίτηση που είχε εναντίον του ΜΕ1 και της συζύγου του, δια της υποσχέσεως των τελευταίων ότι δεν θα διεκδικούσαν οποιαδήποτε άλλο χρηματικό ποσό εναντίον του. Εξ' ου και σύμφωνα και με τον ΜΥ1 η αγωγή διευθετήθηκε για το ποσό των 9000 Ευρώ και όχι για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης που αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής που είχε καταχωρήσει. Περαιτέρω ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται από πλευράς του με βάση το δικόγραφο της Υπεράσπισης, υιοθετώντας πλήρως τους επ' αυτού ισχυρισμούς του. Επίσης υιοθετεί στην γραπτή του δήλωση και τους ισχυρισμούς που προβάλλει αναφορικά με την υπεράσπιση του τονίζοντας ότι κανένα ποσό δεν οφείλει στην Ενάγουσα αφού το τιμολόγιο Τεκμήριο 6 έχει εκδοθεί εικονικά και εκδικητικά από τον ΜΕ1 αφού είχε ήδη εξοφληθεί αυτή η οφειλή με βάση την αγωγή υπ. αρ. 192/11, ενόψει της καταχώρησης εναντίον του αίτησης έρευνας προς εξασφάλισης του εξ' αποφάσεως χρέους του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στην αγωγή υπ. αρ. 192/11 που είχε καταχωρηθεί από την εταιρεία του εναντίον του ΜΕ1 και της συζύγου του, της οποίας είναι και ο μοναδικός διευθυντής. Ο ΜΥ1 εξήγησε ότι για λογαριασμό τόσο του ΜΕ1 όσο και της συζύγου του, προέβηκε σε διάφορες ξυλουργικές και άλλες συναφείς εργασίες τόσο στην οικία τους όσο και ακόμη 1 διαμέρισμα που διαθέτουν. Σε ότι αφορά το ποσό των 9000 ευρώ που αποδέχτηκε από την απαίτηση που είχε εναντίον τους, ο ΜΥ1 υπέδειξε επιμένοντας στον ισχυρισμό του, ότι αυτό το αποδέχτηκε καθότι είχε γίνει διευθέτηση του ποσού του οποίου ο ίδιος όφειλε στην Ενάγουσα και συνεπακόλουθα στον ΜΕ1 ο οποίος και χειριζόταν τα της εταιρείας του, για τις εργασίες που είχαν διενεργηθεί εκ μέρους τους στην κατοικία του στην Παναγιά και η οποία είχε αποπερατωθεί περί το έτος
  7. Σε ότι αφορά τον ρόλο του ΜΕ1 στην εταιρεία ο ΜΥ1 ήταν κατηγορηματικός ότι μόνο αυτόν είχε γνωρίσει και συνεπώς ότι μόνο μαζί του είχε συμβληθεί. Γνώριζε όπως υπέδειξε ότι μόνο τον ΜΕ1 λειτουργούσε την Ενάγουσα και σε καμία περίπτωση δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή επαφή με τον διευθυντή της. Επίσης ισχυρίστηκε, ότι το συγκεκριμένο εξ' αποφάσεως χρέος του πληρώθηκε από τον ΜΕ1 με μηνιαίες δόσεις. Σε ότι αφορά δε το ποσό στο οποίο κατέληξε για να συμφωνηθεί η απαίτηση του, ο ΜΥ1 επανέλαβε στο Δικαστήριο ότι για τον διακανονισμό αυτό υπεύθυνος ήταν ο δικηγόρος του ο οποίος γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες, ενώ ο ίδιος δεν θυμόταν τι επακριβώς είχε λεχθεί συγκεκριμένα την ημερομηνία που δηλώθηκε η απόφαση για να το αναφέρει. Γνώριζε όμως σύμφωνα με τον ίδιο ότι το ποσό για τις εργασίες της Ενάγουσας στην οικία του διευθετήθηκε με την συγκεκριμένη απαίτηση που είχε καταχωρήσει. Η πλευρά του ΜΕ1 υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι ψεύδεται και ότι ουδέποτε είχε γίνει οποιοσδήποτε συμψηφισμός των της εν λόγω οφειλής με την απαίτηση του, και ότι εξακολουθεί να οφείλει ο ίδιος το αξιούμενο ποσό της απαίτησης . Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 6, ο ΜΥ1 αντεξεταζόμενος υπέδειξε ότι πρώτη φορά το έβλεπε καθώς και ότι από το 2011 και μετέπειτα δεν είχε οποιαδήποτε επαφή μαζί με τον ΜΕ
  8. Ούτε και συμφώνησε με την θέση της Ενάγουσας ότι ο ΜΕ1 συνεχώς τον οχλούσε για να πληρωθεί η συγκεκριμένη οφειλή. Σε ότι αφορά την καταγγελία στην οποία προέβηκε εναντίον του ΜΕ1, ανέφερε ότι ο λόγος που τον είχε καταγγείλει ότι ασκούσε δεύτερο επάγγελμα ενώ ήταν αστυνομικός, ήταν επειδή του όφειλε χρήματα και αρνείτο να τον πληρώσει. Τέλος ο ΜΥ1, κατά την επανεξέταση του κατέθεσε το Τεκμήριο 13 προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ότι η εταιρεία του είχε επιτελέσει εργασίες τόσο στην οικία όσο και στο διαμέρισμα του ΜΕ1 συνολικής αξίας 40,057,95 ευρώ ως ήταν και η απαίτηση του στην Αγωγή υπ.αρ 192/
  9. Η διαδικασία προχώρησε με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των παραπέμποντας το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία. Ανήγαγαν τα γεγονότα της υπόθεσης στη νομική τους διάσταση με ικανή παραπομπή τόσο στις νομοθετικές διατάξεις όσο και σε παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και η βοήθεια που μου παρείχαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις ικανές επισημάνσεις τους στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές. Όπου κριθεί αναγκαίο θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές όπως και σε παράθεση αποσπασμάτων από αυτές στο κατάλληλο σημείο έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια για το ζήτημα αυτό νομολογία (βλ. Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A&G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Σε πρώτο στάδιο, εκτίμησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις), η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε τη μαρτυρία τους), οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποια ιδιότητα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους, όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του. Σε κάθε περίπτωση, τονίζω, ότι, η εκτίμηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό. Σε δεύτερο στάδιο, εξέτασα τη μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, μου δημιούργησαν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου περιγράφεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ., στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.. ................. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». Επίσης αξίζει να αναφερθεί ότι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Τέλος σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα και της συνοχής της σε σχέση προς τη δικογραφείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Ως λέχθηκε στη Γιώργου Παπαγεωργίου ν Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24 ? «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. [...] Ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της έφεσης δεν είχε εγερθεί ρητά με την υπεράσπιση. Εισηγήθηκε όμως, ότι είχε εγερθεί έμμεσα με τη γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην απαίτηση προς υποστήριξή της· όπως επίσης και με την αναφορά, που έγινε, ομολογουμένως συμπτωματική, κατά τη διάρκεια της δίκης. Δε συμφωνούμε. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική.». Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές και στη βάση των επίδικων θεμάτων προχωρώ κατωτέρω στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. O ME1 παρά το γεγονός ότι με τη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Α, προβάλλει θετικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη των δικογραφημένων ισχυρισμών και θέσεων της Ενάγουσας, εντούτοις, ως προέκυψε κατά το στάδιο της δια ζώσης μαρτυρίας του, οι θέσεις του, βασίζονται σε ισχυρισμούς προσώπων που δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρες. Πρόκειται στην ουσία για εξ ακοής μαρτυρία για την οποία το Δικαστήριο καθήκοντος έχει υπόψιν του, τους παράγοντες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, στη βάση των οποίων την αξιολογεί. Ως προς τα ουσιώδης ζητήματα που απασχολούν το Δικαστήριο στην υπό κρίση περίπτωση και ιδιαίτερα αναφορικά με το κατά πόσο πράγματι ο Εναγόμενος οφείλει το αξιούμενο ποσό της απαίτησης στην Ενάγουσα, ο ΜΕ1 κατέδειξε μέσα από τις απαντήσεις που έδωσε κατά την μαρτυρία του, ότι ουσιαστικά ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε άμεση επαφή και προσωπική γνώση αναφορικά με τις εργασίες που είχαν επιτελεστεί από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο αλλά και ούτε οτιδήποτε άλλο αφορούσε την έκδοση του επίδικου τιμολογίου πέραν τα όσα του είχε αναφέρει ο διευθυντής της Ενάγουσας, δηλαδή ο γιος του Παναγιώτης. Γεγονότα βεβαίως και θέσεις που δεν μπορούσε να καθορίσει τόσο τοπικά όσο και χρονικά αφού μάλιστα ανέφερε ότι μπορεί να του τα ανέφερε ο διευθυντής της εταιρείας είτε μέσω τηλεφώνου είτε κατ' ιδίαν. Γενικά η εικόνα που αποκόμισα από την παρουσία του ΜΕ1 ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι θετική. Πέραν του ότι η ουσιώδης μαρτυρία που δόθηκε ήταν εξ' ακοής ως ανωτέρω έχω υποδείξει, διαπίστωσα επιπρόσθετα ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας επιχειρούσε ανεπιτυχώς να πείσει για το αληθές της εκδοχής του υποστηρίζοντας γεγονότα και θέσεις που δεν ήταν κάτω από την σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Πιο συγκεκριμένα ο μάρτυρας δεν διακατεχόταν από ειλικρίνεια, αφού οι πλείστες εκ των απαντήσεων του δεν χαρακτηρίζονταν από σταθερότητα, αμεσότητα και σαφήνεια ενώ ο ίδιος είχε και επιλεκτική μνήμη. Κατά την μαρτυρία του επίσης υπέπεσε σε ουσιώδης αντιφάσεις. Σε ότι αφορά τις θέσεις που του υποβλήθηκαν αναφορικά με τον διακανονισμό του ποσού που του όφειλε ο Εναγόμενος με βάση τις εργασίες που είχε προβεί η Ενάγουσα στο σπίτι του στην Παναγιά κατά την έκδοση απόφασης στην αγωγή 192/11, ήταν φανερή στο Δικαστήριο η προσπάθεια του μάρτυρά να αποφύγει επιμελώς οτιδήποτε και αν είχε ερωτηθεί από την Υπεράσπιση τόσο σε σχέση με το περιεχόμενο των δικογράφων που του παρουσιαστήκαν κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του και αφορούσαν την συγκεκριμένη αγωγή όσο και γενικά σε ότι αφορούσε την ουσία της συγκεκριμένης υπόθεσης. Μάλιστα ο ΜΕ1 ανέφερε κατά την αντεξέταση του, ότι δεν γνωρίζει τον εκδότη του επίδικου τιμολογίου (Τεκμήριο 6) καθότι σε αυτό δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την υπογραφή οποιουδήποτε προσώπου. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε αρχικά ότι δεν ήταν ο ίδιος που παρέδωσε το επίδικο τιμολόγιο στον Εναγόμενο υποστηρίζοντας βεβαίως την θέση ότι γνωρίζει ότι το Τεκμήριο 6 είχε τελικά παραληφθεί από τον τελευταίο, επειδή του το είχε αναφέρει ο διευθυντής της Ενάγουσας, δηλαδή ο γιος του, στην συνέχεια της αντεξέτασης του διαφοροποίησε τον πιο ουσιώδη ισχυρισμό του, υποστηρίζοντας με σθεναρότητα μάλιστα την θέση ότι το επίδικο τιμολόγιο το είχε παραδώσει ο ίδιος προσωπικά στον Εναγόμενο αναιρώντας έτσι κατ' αυτό τον τρόπο τον προηγούμενο ουσιώδη ισχυρισμό του. Σε ότι αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι το επίδικο τιμολόγιο εκδόθηκε από άλλο μπλοκ τιμολογίων γι' αυτό και υπάρχει χρονική ανακολουθία μεταξύ των υπολοίπων τιμολογίων με το Τεκμήριο 6 και συνεπώς πρόκειται για ένα εικονικό τιμολόγιο το οποίο και εκδόθηκε εκδικητικά μετά την καταχώρηση της εναντίον του ΜΕ1 αίτησης έρευνας για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους αναφορικά με την αγωγή υπ.αρ.192/11, ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να αντικρούσει με επάρκεια και πειστικότητα τον πιο πάνω ισχυρισμό, αφού διαφάνηκε κατά την διαδικασία ότι δεν ήταν πρόθυμος να παρουσιάσει αυτούσια τα μπλοκ τιμολογίων ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα ο ΜΕ1, ενώ αρχικά υποστήριξε ότι θα μπορούσε να παρουσιάσει τα συγκεκριμένα μπλοκ τιμολογίων, στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε αν μπορούσε να τα εντοπίσει καθότι δεν ήξερε με ακρίβεια αν αυτά μπορούσαν να εντοπιστούν από τον ίδιο. Γενικά οι απαντήσεις που έδινε επί του συγκεκριμένου ζητήματος έδωσαν την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ήθελε να αποκρύψει την αλήθεια και δεν ήταν καθόλου πειστικός. Τονίζεται ότι εν τέλει, κανένα μπλοκ τιμολογίων έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να αποδείξει θετικά τον πιο πάνω ισχυρισμό που προβλήθηκε από μέρους του. Σε ότι αφορά τώρα τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης ότι η εκδοχή του ΜΕ1 είναι ψευδής και ότι δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια αναφορικά με το τι είχε προηγηθεί σε σχέση με την αγωγή 192/11, προβάλλοντας μάλιστα προς τεκμηρίωση της δικής τους εκδοχής τον ισχυρισμό ότι έχει παρέλθει αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι και την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του Εναγόμενου, ο ΜΕ1 απαντώντας υποστήριξε την θέση ότι τηλεφωνούσε στον Εναγόμενο ζητώντας του επανειλημμένα να του καταβάλει την συγκεκριμένη οφειλή ενώ ο τελευταίος δεν το έπραξε και τον αγνοούσε. Η πιο πάνω θέση που προβλήθηκε από τον μάρτυρα ήταν σαφώς γενική και αόριστη αφού ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να καθορίσει ούτε χρονικά αλλά ούτε και αριθμητικά το πόσες φορές καθώς και πότε τηλεφώνησε και ενόχλησε τον Εναγόμενο. Επίσης ο ΜΕ1 μέσα από την μαρτυρία του δεν έχει δώσει καμία πειστική εξήγηση στο Δικαστήριο για ποιο ακριβώς λόγο υπήρξε τόσο μεγάλη καθυστέρηση στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του Εναγόμενου πέραν της πιο πάνω γενικής αναφοράς του, αφού η μεταξύ τους συμφωνία καταρτίστηκε περί το έτος 2009. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο ΜΕ1 δεν άφησε καθόλου θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στο σύνολο της. Περαιτέρω όπως έχω ανωτέρω υποδείξει βασίζεται και σε εξ ακοής μαρτυρία σχετικά με την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί να μην παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, ενώ ζητήθηκε μάλιστα από την άλλη πλευρά, το πρόσωπο που προέβηκε στις ισχυριζόμενες αρχικές δηλώσεις και συγκεκριμένα ο γιός του Παναγιώτης και διευθυντής της Ενάγουσας, ενόψει και της θέσης του ΜΕ1 ότι ο ίδιος είχε περιορισμένο λόγο στην λειτουργία της Ενάγουσας εταιρείας αφού λάμβανε μόνο συγκεκριμένες εντολές για περιορισμένου είδους εργασίες. Συνεπώς και δεν μπορώ να προσδώσω σε αυτήν οποιουδήποτε είδους βαρύτητα. Δεν παραγνωρίζω ότι, με βάση τις πρόνοιες του περί Αποδείξεων Νόμου, Κεφ.9, κατ' εξαίρεση του αναλλοίωτου κανόνα, επιτρέπεται η προσκόμιση εξ ακοής μαρτυρίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος απαλλάσσεται από την ευθύνη του να ενεργεί σύμφωνα και με τον κανόνα απόδειξης που επιβάλλει την προσκόμιση της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας εκεί που τούτο είναι ευχερές. Παραπέμπω δε στην ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. XIAODAN LIU, Έφεση Αρ. 13/2015, 5/10/2016 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μπορεί εδώ, εν πάση περιπτώσει, να υπομνηνθεί ότι η πρωτογενής μαρτυρία, ιδιαιτέρως όπου αυτή μπορεί να προσφερθεί χωρίς πρόβλημα (και εδώ διαφάνηκε ότι ήταν ευχερής η κλήτευση και παρουσία της Έλενας Πέτρου), προσφέρει στο Δικαστήριο τη μοναδική ευκαιρία να την κρίνει υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα από την εξέταση και αντεξέταση όπου οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σ΄ αυτό στόχευε η τροποποίηση που επέφερε ο νομοθέτης με το Νόμο αρ. 32(Ι)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης(Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas)Co.Ltd κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1711)» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Στην υπόθεση A.L Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 156, οι εφεσείοντες ήταν ταξιδιωτικοί και ναυτιλιακοί πράκτορες και οι εφεσίβλητοι ασχολούνταν με ταξιδιωτικές και τουριστικές επιχειρήσεις. Μεταξύ των διαδίκων υπήρξαν συναλλαγές μετά την διακοπή των οποίων είχε προκύψει η διαφορά, η οποία είχε αποτελέσει το αντικείμενο της πρωτόδικης διαδικασίας. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν και με την αγωγή τους αξίωναν, ότι παρέμεινε υπόλοιπο, το οποίο οι εφεσίβλητοι παρέλειψαν να τους καταβάλουν. Οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής και με την υπεράσπισή τους πρόβαλαν, ότι οι μεταξύ τους λογαριασμοί είχαν διακανονισθεί. Η μόνη μαρτυρία, η οποία προσάχθηκε, προς υποστήριξη της απαίτησης, προήλθε από λογιστή των εφεσειόντων, ο οποίος κατέθεσε, ότι σύμφωνα με την κατάσταση των δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων, όπως απεικονίζονταν στον λογαριασμό, τον οποίο οι εφεσείοντες τηρούσαν, διεφάνη, ότι οι εφεσίβλητοι όφειλαν το ποσό, το οποίο οι εφεσείοντες διεκδικούσαν με την απαίτησή τους. Ο ίδιος δεν είχε, όμως, προσωπική γνώση για τις συναλλαγές των διαδίκων, ούτε μπορούσε να επιμαρτυρήσει το υπαρκτό των γεγονότων, τα οποία αντανακλούνταν στους λογαριασμούς. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή λόγω της αποτυχίας των εφεσειόντων να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Στον βαθμό που οι λογαριασμοί αντανακλούσαν γεγονότα, η μαρτυρία του λογιστή για την ύπαρξή τους κρίθηκε απαράδεχτη ως εξ ακοής μαρτυρία. Με την έφεση προσβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το εύρημα του Δικαστηρίου, ότι δεν είχε αποδειχθεί η υπόθεση των εφεσειόντων. Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα, η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία που παρουσιάσθηκε από τον ΜΕ2 δεν ήταν καθόλου σχετική με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, αφού ο μάρτυρας δεν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος όφειλε οποιοδήποτε χρηματικό στην Ενάγουσα. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε κατά κύριο λόγο στην γνωριμία του με τον Εναγόμενο καθώς και με τον Παναγιώτη ο οποίος είναι και ο διευθυντής της Ενάγουσας. Σε ότι αφορά τον ΜΕ1 ανέφερε ότι τον γνώριζε και ότι ο τελευταίος ασκούσε άλλο επάγγελμα. Επίσης αναφέρθηκε και στις εργασίες που ανέλαβε στην οικία του Εναγόμενου στην Παναγιά, και τις οποίες άρχισε αφού η Ενάγουσα τις είχε ήδη διεκπεραιώσει. Παρόλο που ο ΜΕ2 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση κατά την μαρτυρία του, εντούτοις η μαρτυρία που προσφέρθηκε από μέρους του δεν είναι σχετική με τα επίδικα και συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη. Από την άλλη, ο ΜΥ1 προξένησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η Υπεράσπιση αντεξετάζοντας τον ΜΥ1 δεν κατόρθωσε να κλονίσει την αξιοπιστία του. Και αυτό γιατί ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις βασικές του θέσεις και απαντούσε με αμεσότητα, ειλικρίνεια και χωρίς κανένα απολυτό δισταγμό. Εξετάζοντας το σύνολο της δια ζώσης μαρτυρίας του και αντιπαραβάλλοντας αυτό με την γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) δεν έχω διαπιστώσει να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση. Τουναντίον η μαρτυρία του ΜΥ1 είχε συνοχή και οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από πλευράς του, ήταν τεκμηριωμένοι και χαρακτηριζόταν από πειστικότητα. Ο ΜΥ1 παρόλο που σε ορισμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν από την Υπεράσπιση δεν θυμόταν να ανακαλέσει στην μνήμη του συγκεκριμένες λεπτομέρειες, εντούτοις θεωρώ ότι ο πυρήνας της μαρτυρίας του δεν διαφοροποιήθηκε. Ο ΜΥ1 κατά την μαρτυρία του ήταν σταθερός και κατηγορηματικός στην βασική του θέση, ότι περί την 13/12/13 αποδέχθηκε απόφαση υπέρ της εταιρείας του με την ονομασία Α. Λεάνδρου και Υιοί Λτδ στην αγωγή 192/11 που είχε καταχωρήσει εναντίον τόσο του ΜΕ1 όσο και εναντίον της συζύγου του, για ποσό μικρότερο από αυτό που διεκδικούσε, πιο συγκεκριμένα ενώ διεκδικούσε το ποσό των 40,057,95 ευρώ αποδέχθηκε να εκδοθεί απόφαση για το ποσό των 9000 ευρώ μόνο, καθότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ίδιου και του ΜΕ1 δια της συνεισφοράς και των συνηγόρων τους, να αφαιρεθεί από την απαίτηση του το ποσό των 30,656,22 το οποίο και όφειλε στον ΜΕ1 αναφορικά με τις οικοδομικές εργασίες που είχε διεκπεραιώσει στην οικία του στην Παναγιά, και που σήμερα ο τελευταίος εξακολουθεί να διεκδικεί, ενώ κατά την στιγμή που είχε διευθετηθεί η πιο πάνω υπόθεση, θεωρήθηκε ότι υπήρξε εκατέρωθεν πλήρης εξόφληση των υποχρεώσεων τους. Σταθερός επίσης ο μάρτυρας παρέμεινε και στην βασική του θέση ότι το πρόσωπο με το οποίο είχε συμφωνήσει την εκτέλεση των εργασιών στην κατοικία του στην Παναγιά, ήταν ο ΜΕ1 και σε καμία απολύτως περίπτωση ο γιός του Παναγιώτης τον οποίο και δεν γνώριζε. Σε ότι αφορά τώρα το γεγονός ότι ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του δεν μπορούσε να ανακαλέσει στην μνήμη του συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με το τι είχε διαμειφθεί στην παρουσία τόσο του ίδιου όσο και του δικηγόρου του αναφορικά με τα όσα είχαν συμφωνηθεί την 13/12/13 κατ' ισχυρισμό του προς πλήρη εξόφληση των μεταξύ τους υποχρεώσεων, θεωρώ ότι σε καμία απολύτως περίπτωση το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει και την αξιοπιστία του μάρτυρα καθότι όπως ο ίδιος ανέφερε και στην κυρίως εξέταση του γνώριζε το πλαίσιο της συμφωνίας τους. Εξάλλου ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι ΜΕ1 ότι του όφειλε το ποσό των 40,057,95 και όχι των 9000 ευρώ για το οποίο είχε εκδοθεί η απόφαση, υποστηρίζεται και από τα Δελτία Παραγγελίας (Τεκμήριο 13) που παρουσίασε κατά την επανεξέταση του και τα οποία ουσιαστικά τεκμηριώνουν με επάρκεια και τον ισχυρισμό του ότι το αξιούμενο ποσό που απαιτούσε στην αγωγή που είχε καταχωρηθεί εναντίον του ΜΕ1 και της συζύγου του, ήταν αυτό των 40,057,95 αναιρώντας ουσιαστικά την πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης. Γενικά, οι θέσεις οι οποίες προβλήθηκαν από τον ΜΥ1 χαρακτηρίζονται από λογική, πειστικότητα και ειλικρίνεια γι' αυτό και τις αποδέχομαι. Ευρήματα Με γνώμονα την πιο πάνω αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Περί το καλοκαίρι του 2006 ο ΜΕ1 προσέγγισε την εταιρεία της οποίας διευθυντής είναι ο Εναγόμενος την ονομασία Α. Λεάνδρου και Υιοί Λτδ και του ζήτησε να εκτελέσει διάφορες ξυλουργικές και άλλες συναφείς εργασίες στο σπίτι που διέμενε μαζί με την σύζυγο του στην Χλώρακα καθώς και σε ένα διαμέρισμα δικό τους, το κόστος των οποίων θα κατέβαλαν από κοινού. Οι εν λόγω εργασίες πράγματι εκτελέστηκαν και ολοκληρώθηκαν από την εταιρεία Α. Λεάνδρου προς τον ΜΕ1 και την σύζυγο του, περί τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2009 και το συνολικό ύψος των εργασιών που εκτελέστηκαν ανερχόταν στο ποσό των 40,057,95 Ευρώ. Στο μεταξύ περί τον μήνα Μάρτιο του 2008 έγινε και συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας, της οποίας διευθυντής και γραμματέας είναι τα παιδιά του ΜΕ1, και του Εναγόμενου προσωπικά, όπως η Ενάγουσα ανεγείρει προς όφελος του Εναγόμενου μια κατοικία στο χωριό Παναγιά της Επαρχίας Πάφου για το συνολικό ποσό των 40,064,85 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ εκτελώντας προς όφελος του οικοδομικές εργασίες. Ο Εναγόμενος την εν λόγω συμφωνία την συνήψε με τον ΜΕ1 αφού ουδέποτε είχε συναντηθεί με τον διευθυντή της Ενάγουσας τον οποίο και δεν γνωρίζει. Στην συγκεκριμένη συμφωνία υπήρχε ο όρος ότι η Ενάγουσα θα εξέδιδε τιμολόγια και θα τα παρέδιδε στον Εναγόμενο ο οποίος και θα προχωρούσε με την εξόφληση των οφειλών του επί την βάση των τιμολογίων που εκδίδονταν αναφορικά με τις εργασίες που θα εκτελούνταν προς όφελος του. Έτσι για τις προσφερόμενες εργασίες που εκτέλεσε η Ενάγουσα προς όφελος του Εναγόμενου, η πρώτη εξέδωσε δύο τιμολόγια, το μεν πρώτο την 02/07/08 υπ. αρ. 0094 για το ποσό των 5,574 ευρώ (Τεκμήριο 4) και το μεν δεύτερο την 22/08/11 υπ. αρ. 0151 για το ποσό των 3,834 (Τεκμήριο 5). Τα πιο πάνω τιμολόγια παραδόθηκαν στον Εναγόμενο και αφού ο τελευταίος τα υπέγραψε στην συνέχεια τα εξόφλησε. Την 21/01/11 η εταιρεία Α. Λεάνδρου και Υιοί Λτδ, καταχώρησε την αγωγή υπ. αρ. 192/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την οποία απαιτούσε από τον ΜΕ1 και την σύζυγο του το ποσό των 40,057,95 ευρώ πλέον νόμιμο τόκο από 21/01/11, πλέον έξοδα και έξοδα επίδοσης για παράβαση της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας που είχαν συνάψει μεταξύ τους αναφορικά με την παροχή ξυλουργικών εργασιών στην οικία τους περί το Καλοκαίρι του 2006. Ο λόγος ήταν ότι ο ΜΕ1 και η σύζυγος του (Εναγόμενοι στην εν λόγω αγωγή) κανένα ποσό δεν κατέβαλαν στην εταιρεία Α. Λεάνδρου για τις εργασίες που τους ολοκλήρωσαν τόσο στο σπίτι τους στην Χλώρακα όσο και στο διαμέρισμα τους. Ο Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή ο οποίος είναι διευθυντής της εταιρείας Α Λεάνδρου και Υιοί Λτδ προχώρησε και στην καταγγελία του ΜΕ1 λόγω του ότι ασκούσε δεύτερο επάγγελμα ενώ ήταν δημόσιος υπάλληλος δηλαδή αστυνομικός εξαιτίας του ότι δεν τον πλήρωνε για το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό. Σημειώνεται ότι αποτέλεσμα της καταγγελίας του Εναγόμενου, ήταν ο ΜΕ1 να διωχθεί πειθαρχικά και να του επιβληθεί η ποινή της επίπληξης. Σημειώνεται επίσης ότι στην συγκεκριμένη αγωγή οι Εναγόμενοι, δηλαδή ο ΜΕ1 και η σύζυγος του καταχώρησαν Υπεράσπιση με την οποία αρνήθηκαν ότι είχαν συμβληθεί με την εταιρεία Α. Λεάνδρου ενώ ισχυρίστηκαν ότι μαζί της είχε συμβληθεί η Ενάγουσα εταιρεία της παρούσας αγωγής. Μάλιστα στο δικόγραφο της Υπεράσπισης τους επιφύλαξαν και το δικαίωμα τους να καλέσουν την Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή εταιρεία η οποία ανήκει σε στενά τους συγγενικά πρόσωπα, δηλαδή στα παιδία του ΜΕ1, ως τριτοδιάδικο. Στο ίδιο δικόγραφο ο ΜΕ1 και η σύζυγος του, καταχώρησαν και ανταπαίτηση επιζητώντας την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου που να διατάσσεται η εταιρεία Α. Λεάνδρου να διεκπεραιώσει τις εργασίες στην οικία του ΜΕ1 καθώς και αποζημιώσεις για την καθυστέρηση παράδοσης εργασιών, εννοώντας τις ξυλουργικές και άλλες συναφείς εργασίες που είχαν μεταξύ τους συμφωνηθεί. Περί το έτος 2013 και πιο συγκεκριμένα την 13/12/13 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 192/11 υπέρ της εταιρείας Α. Λεάνδρου και εναντίον του ΜΕ1 και της συζύγου του για το ποσό των 9000 Ευρώ αναφορικά με την απαίτηση τους. Τονίζεται ότι το πλήρες λεκτικό της απόφασης του Δικαστηρίου περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 10. Παρών στο Δικαστήριο κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν και ο διευθυντής της εταιρείας Α. Λεάνδρου, δηλαδή ο Εναγόμενος της παρούσας υπόθεσης. Κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία επειδή ο διευθυντής της εταιρείας Α. Λεάνδρου και Υιοί Λτδ, δηλαδή ο Εναγόμενος στην παρούσα, πέραν των δύο τιμολογίων που είχε εξοφλήσει στην Ενάγουσα της παρούσας αγωγής (Τεκμήρια 4 και 5) εξακολουθούσε να της οφείλει και το ποσό των 30,656,22 ευρώ ως υπόλοιπο για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών που είχε διεκπεραιώσει περί το έτος 2010 στην κατοικία του στην Παναγιά, συμφωνήθηκε όπως αυτός περιορίσει την απαίτηση του στην αγωγή υπ.αρ. 192/11 από το ποσό των 40,057,95 Ευρώ που διεκδικούσε σε 9000 Ευρώ, αποδεχόμενος να χάσει και το ποσό των 401,73 ευρώ, με σκοπό να αφαιρεθεί το ποσό των 30,656,22 ευρώ και έτσι κάθε οικονομική διαφορά που υπήρχε μεταξύ τους αναφορικά με τις συμφωνίες που είχαν συνάψει προηγουμένως να θεωρείται ως διευθετηθείσα. Εκ τότε ο ΜΕ1 ουδεμία επαφή είχε ξανά με τον Εναγόμενο. Επειδή όμως ο ΜΕ1 και η σύζυγος του παρά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης ουδέν ποσό κατέβαλαν στον Εναγόμενο, η εταιρεία Α. Λεάνδρου καταχώρησε την 02/09/24 αίτηση έρευνας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (Τεκμήριο 11) το οποίο και διέταξε τον ΜΕ1 όπως καταβάλλει το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε δια μηναίων δόσεων ύψους 300 ευρώ από 05/04/15 μέχρι εξόφλησης. Το πλήρες περιεχόμενο του διατακτικού του Δικαστηρίου περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 11. Σε ότι αφορά την σύζυγο του ΜΕ1 η αίτηση απορρίφθηκε άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα. Στην συνέχεια η Ενάγουσα περί 22/06/15 καταχώρησε εναντίον του Εναγόμενου την παρούσα αγωγή διεκδικώντας το ποσό των 30,656,22 που είχε εξοφληθεί με την διευθέτηση της αγωγής 192/11. Σημειώνεται ότι το ποσό αυτό αναφέρεται στο τιμολόγιο Τεκμήριο 6 το οποίο φέρει ημερομηνία 04/08/11 και αρ. 0140 και το οποίο ο ΜΕ1 παρουσίασε εκ μέρους της Ενάγουσας ενώ αυτό ήταν εξοφλημένο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σε αστικές υποθέσεις, όπως και η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Όπως αναφέρθηκε και στη Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 ΑΑΔ 665: «Το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η εκδ.
(2003), όπου αναφέρονται στις σελ. 80 - 83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: "If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the Court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e. the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability".» Τα ίδια κατ' ουσίαν λέχθηκαν όσον αφορά το τι συνιστά απόδειξη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στην Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου εξηγήθηκε στη σελ. 1868, ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει την θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th edition, para. 4 - 38 και Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.).» Ο διάδικος, σύμφωνα με τη νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του (βλ. Λουκαΐδης ν. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22). Από τη στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο ενάγοντας και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του εναγόμενου η αντίκρουση τους. Για να κριθεί ότι έχει συνομολογηθεί μία έγκυρη συμφωνία, απαιτείται τα μέρη να έχουν καταλήξει σε αυτή έχοντας πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης (intention to create legal relations), καθώς επίσης και ότι τούτη διέπεται από αντιπαροχή (βλ. Contract Law, 9η έκδοση σελ. 17-19 και McKendrick Casebook σελ. 4 και 5). H κατάληξη σε μια συμφωνία, γίνεται, συνήθως, με τη εκδήλωση της προσφοράς (offer) και την επακόλουθη αποδοχής (acceptance) της (βλ. Halsbury's Law, 4th Edition (1998 Reissue), Vol. 9
(1), paragraph 629 και 631, pages 364 και 366, Chitty on Contracts, 27th Edition, paragraphs 2-804 και 2-105 και Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1772). Επίσης, θα πρέπει να υπάρχουν στοιχεία και γεγονότα που να αποδεικνύουν τους ουσιώδεις όρους της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας δεσμευτικής συμφωνίας (βλ. Οικονόμου Σολωμός και Άλλη v. Γεωργίου Α. Ττοφίνη και Άλλης
(1993)1 C.L.R. 436 και Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 170). Στην Κύπρο, ο σχετικός με τις συμβάσεις Νόμος (Περί Συμβάσεως Νόμος, Κεφ. 149) και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 10 αυτού, παρέχει ειδική ερμηνεία ως προς τον όρο «συμβάσεις», η οποία είναι η ακόλουθη: «Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες? τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών. » Από τις πιο πάνω πρόνοιες και αναφορές προκύπτει σαφέστατα ότι μια συμφωνία μπορεί να συνομολογηθεί δια της συμπεριφοράς των μερών, χωρίς αυτή να εκφράζεται με γραπτό ή προφορικό τρόπο. Ωστόσο, αυτή η δυνατότητα, δεν αναιρεί ούτε και περιορίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ώστε να κριθεί ότι μια σύμβαση είναι έγκυρη. Επομένως, ακόμα και στην περίπτωση που ένας διάδικος προωθεί τη θέση ότι ο αντίδικός του αποδέχθηκε την προσφορά του δια σιωπής ή έστω συμπεριφοράς, οφείλει να αποδείξει ότι, με τη σιωπή ή τη συμπεριφορά του, με σαφή τρόπο αποδέχθηκε αυτή και να μην αφήνονται οποιεσδήποτε αμφιβολίες ή ασάφειες ως προς τις προθέσεις των μερών. Ανεξαρτήτως δε του τρόπου που συνομολογείτε μια συμφωνία, αυτή θα πρέπει να εμπεριέχει ουσιώδεις όρους, προσδιοριστικούς, προφανώς των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του ενός συμβαλλόμενου έναντι του άλλου. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι, επί τη βάσει των ευρημάτων ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση αγωγή, είναι αδύνατη η έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου για καταβολή του απαιτούμενου ποσού. Και τούτο διότι το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό από μέρους του με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει έχει ήδη εξοφληθεί. Σημειώνεται δε ότι το τιμολόγιο από μόνο του δεν έχει αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H KΚωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 462). Ενόψει της μαρτυρίας του ΜΕ1 το εν λόγω τιμολόγιο δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνο του απόδειξη των ισχυρισμών για την απαίτηση της Ενάγουσας ενόψει και της αποτυχίας απόδειξης της παράβασης της συμφωνίας από μέρους του Εναγόμενου, δηλαδή της οφειλής. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου σφραγίζει στην ουσία και την τύχης της παρούσας Αγωγής που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η απόρριψή της. Κατά συνέπεια η παρούσα Αγωγή απορρίπτεται. Ενόψει της απόρριψης της αγωγής θεωρώ ότι παρέλκει και η οποιαδήποτε ενασχόληση του Δικαστηρίου με την εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται από πλευράς του Εναγόμενου στο δικόγραφο της Υπεράσπισης του. Ως προς τα έξοδα, με δεδομένο τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και εν απουσία λόγων που να δικαιολογούν παρέκκλιση από αυτό, τούτα επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.