ΑΘΗΝΑΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1010/22, 24/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1010/22 Μεταξύ: ΑΘΗΝΑΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ (Α.Δ.Τ XXXXX) από την Λεμεσό Ενάγουσα και ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ(Α.Ε XXXXXX) από την Πάφο Εναγόμενη Αίτηση Ενάγουσας ημερομηνίας 26/01/23 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 24/11/23 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα : ΣΤΕΛΛΑ ΜΙΧΑΗΛ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε Για την Εναγόμενη : κ. ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΕΣΙΔΗΣ A Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: «Α. Απόφαση και ή Διάταγμα του Δικαστηρίου για ανάκτηση της κατοχής του διαμερίσματος με αρ. 201 επί του κτηρίου με την ονομασία «XXXXX COURT» που βρίσκεται επί της οδού XXXXX 12,80XX, στην Κάτω Πάφο, ή και την έξωση από αυτού της Εναγόμενης. Β. Απόφαση και ή Διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των 300 Ευρώ μηνιαίως από 01/12/22 μέχρι παραδόσεως ή ανακτήσεως από την Ενάγουσα, της κατοχής από την Εναγόμενη, του διαμερίσματος με αρ. 201 επί του κτηρίου με την ονομασία «ΧΧΧΧΧ COURT» που βρίσκεται επί της οδού ΧΧΧΧΧΧ 12,8041, στην Κάτω Πάφο. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ως δίκαια και ή πρόσφορη υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα της Αγωγής πλέον Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, το υποστατικό αφορά σε ένα διαμέρισμα 2 υπνοδωματίων στην πολυκατοικία «ΧΧΧΧΧ COURT» στην Κάτω Πάφο, από τώρα και στο εξής «το διαμέρισμα» το οποίο και ενοικιάστηκε από την Εναγόμενη δυνάμει έγγραφης και ή προφορικής συμφωνίας ενοικιάσεως για την περίοδο 01/06/18 - 30/06/19 με βάση τους όρους στους οποίους και γίνεται λεπτομερής αναφορά. Μετά την πάροδο της πιο πάνω περιόδου, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η σύμβαση ενοικίασης έληξε χωρίς να ανανεωθεί γραπτώς ως ήταν άλλωστε ρητός όρος της συμφωνίας ενώ η Εναγόμενη μέχρι και σήμερα δεν έχει παραδώσει στην Ενάγουσα την κατοχή του διαμερίσματος και συνεχίζει να διαμένει σε αυτό καταβάλλοντας ενοίκιο ύψους 300 ευρώ μηνιαίως. Η Ενάγουσα δεν αρνείται στην έκθεση απαίτησης ότι εισπράττει το εν λόγω ενοίκιο αποδεχόμενη ότι η σύμβαση ενοικίασης μετά την λήξη της, ανανεώνεται από μήνα σε μήνα. Έτσι, περί την 28/07/22 ενημέρωσε με επιστολή που απέστειλαν οι δικηγόροι της και κατ' εντολή της ίδιας της Ενάγουσας, την Εναγόμενη, ότι επιθυμεί τον τερματισμό της ενοικίασης και την παράδοση της κατοχής του ακινήτου δίδοντας της προθεσμία μέχρι και την 30/11/22. Η δε Εναγόμενη παρά την λήψη της πιο πάνω επιστολής παραλείπει και ή αρνείται να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου και συνεπεία τούτου η Ενάγουσα διεκδικεί τις θεραπείες που αξιώνει στην Έκθεση Απαίτησης. Μετά την επίδοση της αγωγής, η Εναγόμενη προχώρησε στην καταχώριση εμφάνισης και στην συνέχεια ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης με την οποία Ενάγουσα επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης ως η αξίωσή της η οποία περιέχεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η αίτηση Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας στην οποία και αναφέρεται, στο ιστορικό της ενοικίασης του επίδικου διαμερίσματος στην Εναγόμενη από την 01/06/18 μέχρι και την 30/06/19. Η ενοικίαση σύμφωνα με την Ενάγουσα συμφωνήθηκε δυνάμει γραπτής και ή προφορικής συμφωνίας ενοικιάσεως ημερ. 01/04/18. Το συγκεκριμένο ακίνητο στο οποίο και ευρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα δεν εμπίπτει εντός του πλαισίου του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου καθότι ανεγέρθηκε περί το έτος 2004. Το ενοίκιο συμφωνήθηκε για το ποσό των 300 ευρώ τον μήνα και θα ήταν απαιτητό κάθε 1η εκάστου μήνα. Ήταν μάλιστα ρητός στην σύμβαση, ότι η ενοικίαση του διαμερίσματος δύναται να ανανεωθεί κατά ή πριν από το τέλος της περιόδου ενοικίασης μόνο με νέα γραπτή συμφωνία των μερών, διαφορετικά η συμφωνία θα τερματίζεται πριν από την λήξη της. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Ενάγουσα, την ενοικίαση του εν λόγου διαμερίσματος αλλά και των άλλων διαμερισμάτων εντός του κτηριακού συγκροτήματος στο οποίο βρίσκεται και το επίδικο, είχε αναλάβει ο πρώην σύζυγος της με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση από το έτος 2021 με αποτέλεσμα να μην έχει στην κατοχή της οποιοδήποτε ενοικιαστήριο έγγραφο ή και αντίγραφο αυτού για να παρουσιάσει, αφού κατά την αναχώρηση της από την συζυγική της κατοικία τα έχει απωλέσει. Σύμφωνα μάλιστα με την Ενάγουσα, η επίδικη σύμβαση ενοικίασης έχει λήξει την 30/06/19 χωρίς να έχει ανανεωθεί γραπτώς ενώ η Εναγόμενη δεν έχει παραδώσει την κατοχή του διαμερίσματος. Παρά ταύτα συνεχίζει να διαμένει στο διαμέρισμα και να πληρώνει ανελλιπώς το πόσο των 300 ευρώ μηνιαίως ως ενοίκιο, στον λογαριασμό που διατηρεί η Ενάγουσα στην Ελληνική Τράπεζα τον οποίο και παρουσιάζει ως Τεκμήριο. Η Ενάγουσα περί την 28/07/22 απέστειλε επιστολή τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης στην Εναγόμενη δια μέσω των Δικηγόρων της, η οποία παραλήφθηκε από την τελευταία δια μέσω ιδιώτη επιδότη την 08/08/22. Ένεκα της άρνησης της Εναγόμενης να παραδώσει την κατοχή του διαμερίσματος, η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η οποία αφού επιδόθηκε στην Εναγόμενη, η τελευταία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης ημερ. 29/12/22 χωρίς μέχρι σήμερα να προχωρήσει στην καταχώρηση Υπεράσπισης. Σύμφωνα μάλιστα με την Ενάγουσα, η Εναγόμενη κατά την στιγμή που καταχώρησε εμφάνιση στην Αγωγή την ενημέρωσε προφορικά ότι θα επωφεληθεί της καθυστέρησης η οποία παρατηρείται στην δικαστική διαδικασία με αποτέλεσμα να παραμείνει στο επίδικο διαμέρισμα όσο το δυνατόν περισσότερο. Η ένσταση Η Εναγόμενη την 07/07/23 προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης ένστασης στην υπό κρίση αίτηση εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Η αίτηση της Αιτήτριας είναι νόμο και ουσία αβάσιμη καθότι επιδιώκεται μέσα από αυτή θεραπείες τις οποίες δεν νομιμοποιείται από την νομική βάση της αίτησης. 2. Η αίτηση της Αιτήτριας είναι παράτυπη και ή αόριστη και ή ανεδαφική και ή αντινομική και ή πρόωρη και ή σκανδαλώδης και ή νομικά λανθασμένη καθότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των ουσιωδών γεγονότων που στηρίζουν την ένορκο δήλωση της Αιτήτριας και άρα δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας. . 3. Εγείρονται νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να δοθεί η δυνατότητα παρουσίασης αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπάρχει σοβαρή αντίθεση μεταξύ των ισχυρισμών που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου πράγμα το οποίο καθιστά την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ανεπίτρεπτο διάβημα και ή εσφαλμένο διάβημα. 4. Η ομνύουσα στην ένορκο της δήλωση δεν προβάλλει τα πρωτότυπα και επίδικα έγγραφα όπως ενοικιαστήρια συμβόλαια κτλ. στα οποία βασίζεται η αγωγή και συνάμα δεν δίδεται επαρκής αιτιολογία για την μη προσαγωγή των σχετικών εγγράφων. 5. Η αίτηση της Αιτήτριας είναι καταχρηστική και ή ανεπίτρεπτη γιατί επιδιώκει μέσα από αυτή θεραπείες και παράνομο οικονομικό όφελος μέσα από ψευδείς παραστάσεις. 6. Η Αιτήτρια με τα όσα αναφέρει στην Αίτηση της και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει καθώς και στα επισυναπτόμενα τεκμήρια, δεν αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα την υπόθεση της ως θα έπρεπε δια να μπορεί να τυγχάνει εφαρμογής η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης και ή τα στοιχεία και ή λεπτομέρειες και ή γεγονότα που έχουν τεθεί στο Δικαστήριο είναι ανεπαρκή και δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για την έγκριση της αίτησης. 7. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας και όλο το υλικό που προσκομίζει η Αιτήτρια για υποστήριξη της Αίτησης της αφενός δεν είναι ικανοποιητική και δεν είναι πλήρες. Συνεπώς η παρούσα υπόθεση δεν είναι ούτε καθαρή ούτε αδιαμφισβήτητη και ως εκ τούτου δεν είναι από τις υποθέσεις που δεικνύεται η χρήση των δικονομικών κανόνων περί εκδόσεως συνοπτικής απόφασης. Η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδείξει και ή δεν μπορεί να αποδείξει τις αξιώσεις της ξεκάθαρα σε αυτό το στάδιο. 8. Δεν πληρούνται οι υπό του νόμου και κανονισμών και ή νομολογίας προϋποθέσεις για την έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων και ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες εξαιρετικές περιστάσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 9. Η Αιτήτρια δεν έχει προσωπική και ή θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης καθότι όπως και η ίδια παραδέχεται ότι την διαχείριση και ή τις ενοικιάσεις των διαμερισμάτων του συγκροτήματος "Athina Court" έχει αναλάβει ο σύζυγος της Αιτήτριας επ' ονόματι Ηρακλής Ηρακλέους. 10. Η απλή αναφορά της ομνύουσας στην ένορκη της δήλωση ότι ο σκοπός της ανάκτησης της κατοχής είναι για σκοπούς δήθεν συντήρησης του ακινήτου δεν επιβεβαιώνει επαρκώς την αιτία της αγωγής όπως απαιτείται από τους Θεσμούς. 11. Η Εναγόμενη δεν οφείλει οποιαδήποτε ενοίκια και συνεχίζει να καταβάλλει κανονικά τα μηνιαία ενοίκια ως προβλέπει το ενοικιαστήριο συμβόλαιο. 12. Η αίτηση της Αιτήτριας δεν υποβάλλεται με καλή πίστη και είναι με αλλότρια κίνητρα και ή με σκοπό να αποστερήσει από την Εναγόμενη το δικαίωμα της να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε κανονική δίκη και να ακουστεί από το Δικαστήριο, ώστε το τελευταίο να έχει υπόψη του όλα τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση και τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της Εναγόμενης. 13. Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί στην Εναγόμενη να καταχωρήσει υπεράσπιση, δεν θα διασφαλιστεί το δικαίωμα της για δίκαιη δίκη το οποίο και κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 14. Η Εναγόμενη έχει καλή και ή εύλογη και ή βάσιμη Υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής όχι μόνο βάσει των γεγονότων αλλά και επί νομικών θεμάτων την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. 15. Η Αιτήτρια στην ως άνω Αίτηση της απέτυχε να αναφέρει την αξία του επίδικου διαμερίσματος που καθορίζει την κλίμακα της αγωγής και συνεπώς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της ίδιας της Εναγομένης στην οποία και υποστηρίζει ότι είναι νόμιμη ενοικιάστρια στο επίδικο διαμέρισμα δυνάμει συμβολαίου ενοικίασης το οποίο και συνήψε μαζί με τον σύζυγο της Ενάγουσας Ηρακλή Ηρακλέους με ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, την 03/06/09 και λήξης του την 02/06/11. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, ο σύζυγος της Ενάγουσας είχε παρουσιαστεί τόσο στην ίδια όσο και τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων του επίδικου κτηριακού συγκροτήματος ως ο συνιδιοκτήτης των διαμερισμάτων. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε επικοινωνία υπήρχε αναφορικά με τα ζητήματα που αφορούσαν την ενοικίαση του συγκεκριμένου διαμερίσματος και γενικά για οποιαδήποτε θέματα υπήρχαν, γινόταν με τον ίδιο τον Ηρακλέους και με κανένα άλλο πρόσωπο. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι με τον Ηρακλέους ανανέωσε γραπτώς και ή προφορικώς την αρχική σύμβαση ενοικίασης που είχαν συνάψει μετά την λήξη της για άλλα 2 έτη, δηλαδή μέχρι και το έτος 2013 όπου και συνέχισε να το ενοικιάζει αδιάκοπα για τα επόμενη έτη. Υποστηρίζει μάλιστα ότι αργότερα συνάφθηκε μεταξύ τους άλλη νέα συμφωνία ενοικιάσεως γραπτώς και ή προφορικώς ήτοι από 01/06/18 - 30/06/19 καθώς και ότι με την λήξη της συνάφθηκε άλλη νέα συμφωνία ενοικίασης με ενοικιαστήριο συμβόλαιο για περαιτέρω 2 έτη, ήτοι από την 01/07/19 - 30/06/21. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι μετά την λήξη της πιο πάνω σύμβασης ενοικίασης η Εναγόμενη συνήψε μαζί με τον Ηρακλέους άλλη νέα συμφωνία ενοικίασης με ημερομηνία έναρξης την 01/07/21 - 31/12/23 η οποία και έλαβε χώρα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, στην παρουσία των υπολοίπων ενοικιαστών της πολυκατοικίας. Σε ότι αφορά τα προαναφερθέντα συμβόλαια που έχει συνάψει, η Εναγόμενη επιφυλάσσεται να τα παρουσιάσει κατά την δικάσιμο καθότι ο συνιδιοκτήτης δεν της έχει προσκομίσει τα πρωτότυπα. Η Εναγόμενη αμφισβητεί επίσης και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου καθότι υποστηρίζει ότι ο συνιδιοκτήτης του επίδικου διαμερίσματος ο οποίος είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας ουδεμία απαίτηση και ή αξίωση έχει από την ίδια. Περαιτέρω επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά την δικάσιμο σε ανταξίωση του συνιδιοκτήτη προς την Αιτήτρια - Ενάγουσα, αναφορικά τόσο με το διαμέρισμα αλλά και με ολόκληρη την πολυκατοικία. Η Ενάγουσα μάλιστα σύμφωνα με την Εναγόμενη, δεν έχει θετική προσωπική και θετική γνώση των ουσιωδών γεγονότων και περιστατικών αναφορικά με την ενοικίαση του διαμερίσματος καθότι η ίδια μέσα από την Ε/Δ που έχει καταχωρήσει, παραδέχεται ουσιαστικά ότι την διαχείριση των διαμερισμάτων καθώς και την σύναψη των ενοικιαστήριων συμβολαίων τα είχε συνάψει ο σύζυγος της ο οποίος είναι και ο μόνος ο οποίος έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης. Το δε ενοίκιο σύμφωνα με την Εναγόμενη καταβάλλεται ανελλιπώς σε λογαριασμό που της είχε δοθεί από τον συνιδιοκτήτη της Ενάγουσας ενώ η τελευταία συνεχίζει ανελλιπώς να αποδέχεται το ποσό της πληρωμής των 300 ευρώ μηνιαίως. Αναφέρεται επίσης επί της ενόρκου δηλώσεως της και στην επιστολή τερματισμού που της έχει αποσταλεί από την Ενάγουσα και ότι ουσιαστικά η εν λόγω επιστολή δεν προβάλλει κάποιο ουσιαστικό λόγω για τερματισμό της συμφωνίας η οποία δεν έχει ακόμη λήξει. Περαιτέρω αναφέρεται και στην επιστολή που απέστειλε η ίδια δια μέσω των δικηγόρων της, ημερομηνίας 07/11/22, εις απάντηση της επιστολής τερματισμού, η οποία και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο . Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, η Ενάγουσα επιδιώκει κακόπιστα την έξωση τόσο της ίδιας όσο και των υπολοίπων ενοικιαστών από το συγκεκριμένο κτηριακό συγκρότημα καθότι επιθυμία της είναι να προβεί σε ανακαίνιση των διαμερισμάτων με σκοπό να τα ενοικιάζει σε αρκετά υψηλότερες τιμές καθότι πλησίον του κτηριακού συγκροτήματος ανεγείρεται πανεπιστήμιο. Επισημαίνεται επίσης από πλευρά της Εναγόμενης ο κατ' ισχυρισμό αντιφατικός ισχυρισμός της Ενάγουσας εφόσον από την μία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι υφίσταται ζημία ενώ από την άλλη ότι σκοπός της είναι η συντήρηση του ακινήτου. Η Εναγόμενη καλεί εν κατακλείδι το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση για συνοπτική απόφαση που έχει υποβληθεί, καθότι δεν έχει προσκομιστεί από μέρους της Ενάγουσας κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δηλαδή κανένα ενοικιαστήριο έγγραφο στο οποίο να αναφέρονται οι όροι και οι λεπτομέρειες του, ενώ παράλληλα υποστηρίζει ότι η ίδια έχει κατασκευάσει καταγράφοντας επί της ενόρκου δηλώσεως που καταχώρησε ψευδείς αναφορές σε όρους της σύμβασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων και δεν ζητήθηκε η παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας και ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα. Η συνήγορος της Ενάγουσας δια μέσω της γραπτής της αγόρευσης είχε την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσει υπέρ του αιτήματος της σε αντίθεση με τον συνήγορο της Εναγόμενης ο οποίος δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιχειρηματολογία δια μέσω είτε γραπτής είτε προφορικής αγόρευσης. Σημειώνω ότι έχω μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης που έχει τεθεί ενώπιον μου αλλά και της νομολογίας που έχει παραπεμφθεί το Δικαστήριο από την συνήγορο της Ενάγουσας και αναφορά σε αυτή θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.18 Θ1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχει ως ακολούθως: «1 - (
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Από την διατύπωση της Δ.18 Θ1 (α) προκύπτει ότι: 1. Ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. Πρέπει επίσης να συνοδεύει την αίτηση του από ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. 2. Στην ένορκη δήλωση του, ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ' όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην Αγωγή. (βλ. Spyros Stavrinides ν. Chekoslovenska Obchondi Banka A.S. [1972] 1 AAΔ 130). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο, την δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782). 3. Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. H συνοπτική απόφαση (summary judgement) θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπιστεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (βλ. Annual Practice
(1958)σελ. 243). Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ειδωθεί και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Η ιδιαίτερη φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 AAΔ.879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Για τους πιο πάνω λόγους, η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α) πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Σχετική είναι η απόφαση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, στην οποία παρατέθηκε στην σελ.789, το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Simon and Co v. Palmers Store
(1912)1 ΚΒ 259, 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial such as procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the order». Σχετική είναι επίσης η απόφαση στην Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή, το οποίο υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1Β Α.Α.Δ 977: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης συνοπτικής απόφασης πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138, όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Σε ενδιάμεσες αιτήσεις δυνάμει της Δ.39 Θ2, αρκούν δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά ή ότι αυτά ευσταθούν από πληροφορίες που έχει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει, δυνάμει της Δ.18 Θ1(α) προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides - ανωτέρω- σελ. 166 - 167). Επίσης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς την συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική. Βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18. (Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 1168). Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Cooperatives Industrial
(1982)1 CLR 897). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύει το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Στην απόφαση Ch Aresti Estates Ltd κ.α. Ν. Loucas Kyprianou Co Enterprises Ltd, Πολ. Έφεση 68/11, ημερομηνίας 21/10/2016, λέχθηκαν τα εξής επί του θέματος: «Σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, ένας εναγόμενος θα πρέπει να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες για να λάβει άδεια προς υπεράσπιση, έχοντας βεβαίως πάντοτε υπόψη ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να χρησιμοποιεί την ταχεία διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18, πρέπει να ασκείται με φειδώ όπου τα όσα προτείνονται από την ένσταση δεν αφήνουν περιθώρια νόμιμης υπεράσπισης» Στην ίδια απόφαση λέχθηκε ταυτόχρονα ότι οποιαδήποτε ανταπαίτηση του εναγόμενου που δεν επηρεάζει την αιτούμενη με την αγωγή θεραπεία δεν συνιστά υπεράσπιση στην αγωγή. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία διέταξε συνοπτική απόφαση για έξωση των εναγομένων λόγω μη πληρωμής οφειλόμενων ενοικίων. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Η όποια ενδεχόμενη απαίτηση των ιδίων των εφεσειόντων θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο ανταπαίτησης, ή χωριστής αγωγής, αλλά δεν επηρέαζαν το δικαίωμα των εναγόντων σε συνοπτική απόφαση.» Πρέπει όμως ταυτόχρονα να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ 817). Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι επίσης η απόφαση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(2001)1 Α.Α.Δ 418, 423, όπου στην σελίδα 6 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή κανονικής Δίκης. Εφ' όσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο Δίκης στην Αγωγή.» Η αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσόν, πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (βλ. Annual Practice
(1958)σελ. 264, παρ. "Question of fact"). Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Η Ενάγουσα ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης που αφορά στην έκδοση διατάγματος ανάκτησης της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου για το ποσό των 300 Ευρώ μηνιαίως από 01/12/22 μέχρι παραδόσεως ή ανάκτησης της κατοχής του. Προτού όμως προχωρήσω να εξετάσω τις προδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18. Θ.1 κρίνω απαραίτητο να εξετάσω τον λόγο έντασης που εγείρεται από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση αναφορικά με την θέση της ότι το παρών Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ένεκα του ότι η κλίμακα της αγωγής δεν έχει καθοριστεί με βάση την αξία του επίδικου ακινήτου. Έχοντας κατά νου τα όσα έχουν προβληθεί εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση στον λόγο ένστασης υπ. αρ. 15 κρίνω σκόπιμο να υποδείξω τα ακόλουθα : Η Πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων καθορίζεται στο άρθρο 22 του Ν.14/60 . Πιο συγκεκριμένα στο άρθρο 22
(4)(δδ) του Νόμου, προνοείται ότι παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου και παρά το ότι το υπό αμφισβήτηση ποσόν ή αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει την ανατιθέμενη εις αυτόν δικαιοδοσία, Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής θα έχει εξουσία να εκδίδει απόφαση σε οποιαδήποτε αγωγή έχει καταχωρισθεί αίτηση για συνοπτική απόφαση δυνάμει του διαδικαστικού κανονισμού του αφορώντας εις την κατά καιρόν ισχύουσα πολιτική δικονομία. Τα όσα προνοούνται από τον Ν. 14/60 και έχουν αναφερθεί ανωτέρω ομιλούν από μόνα τους και δεν χρειάζεται να επεκταθώ σε οποιοδήποτε άλλο σχολιασμό. Υπό το φως των λοιπών των πιο πάνω λεχθέντων, ο λόγος ένστασης υπ. αρ. 15 αναφορικά με την έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου απορρίπτεται. Στρεφόμενος τώρα στο κατά πόσο πληρούνται οι προδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ. 1 διαπιστώνω ότι η Ενάγουσα πράγματι έχει καταχωρήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η Εναγόμενη προχώρησε στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Σε ότι αφορά την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση κρίνω ότι αυτή συμμορφώνεται προς τα κριτήρια που έχω υποδείξει ανωτέρω και τα οποία προκύπτουν μέσα από την Νομολογία την οποία έχω παραθέσει, ότι δηλαδή έχει υποβληθεί από την ίδια την Ενάγουσα ή οποία και μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής αφής στιγμής έχει πράγματι παρουσιαστεί από την τελευταία τόσο ο τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου στον οποίο και αναγράφεται το όνομα της όσο και τα στοιχεία του λογαριασμού της στον οποίο και εμβάζεται από την Εναγόμενη μηνιαίως το μηνιαίο ενοίκιο ύψους 300 ευρώ. Σημειώνεται ότι το γεγονός αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε και από την ίδια την Εναγόμενη καθότι και η ίδια υποστηρίζει μέσα από την μαρτυρία της ότι πράγματι συνεχίζει να καταβάλλει ανελλιπώς το μηναίο ενοίκιο σε λογαριασμό στην Τράπεζα ο οποίος της δόθηκε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, από τον σύζυγο της Ενάγουσας. Η θέση της Εναγόμενης πως η Ενάγουσα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων καθότι την διαχείριση των διαμερισμάτων συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου την είχε αποκλειστικά και μόνο ο σύζυγος της, δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο, καθότι μέσα από την ένορκο δήλωση της Ενάγουσας έχουν καταδειχθεί οι περιστάσεις μέσα από τις οποίες έχει αποκτήσει προσωπική γνώση των γεγονότων που παρατίθενται δια μέσω της ενόρκου δηλώσεως της ενώ σε ότι αφορά το γεγονός δεν επισυνάπτει το συγκεκριμένο ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο και επικαλείται, θεωρώ ότι η ίδια επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους το έγγραφο αυτό δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή της. Αφής στιγμής λοιπόν η ένορκη δήλωση έχει καταχωρηθεί από την ίδια την Ενάγουσα η οποία για τους λόγους που υπέδειξα ανωτέρω προκύπτει ότι είχε πράγματι προσωπική γνώση και άρα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης επαληθεύοντας και την βάση της αγωγής που έχει καταχωρηθεί από μέρους της αλλά και ενόψει του ότι δηλώνεται και ρητά από την ίδια ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, κρίνω ότι πληρείται και αυτή η διαδικαστική προϋπόθεση της Διαταγής 18 Θ.1 ώστε το βάρος τώρα να μετατίθεται στους ώμους της Εναγόμενης για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο καλόπιστα ότι έχει καλή υπεράσπιση υπό την έννοια ότι υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο πρέπει να δοκιμαστεί με την εκδίκαση ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η Αίτηση σύμφωνα με την δική της εκδοχή επικαλείται αρκετές γραπτές συμφωνίες ενοικίασης του επίδικου διαμερίσματος μεταξύ των οποίων και έγγραφη συμφωνία η οποία βρίσκεται σε ισχύ μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2023. Αναφέρει μάλιστα ότι όλα τα πιο πάνω συμβόλαια καθώς και το εν ισχύ συμβόλαιο, τα συνήψε μαζί με τον σύζυγο της Ενάγουσας τον οποίο και γνώριζε ως τον συνιδιοκτήτη του διαμερίσματος που ενοικιάζει. Μάλιστα αναφέρει ότι για όλα τα ζητήματα που αφορούσαν το επίδικο διαμέρισμα επικοινωνούσε μαζί του ενώ σε ότι αφορά την καταβολή του ενοικίου υποστηρίζει ότι αυτό κατατίθεται σε λογαριασμό που της δόθηκε από τον σύζυγο της Ενάγουσας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι εν προκειμένω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση των ισχυρισμών που έχουν προβληθεί για να προβεί σε ευρήματα επί της Υπεράσπισης της Εναγόμενης και δεν μπορεί να μετατραπεί η παρούσα διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης. Είναι απλά αρκετό να αποκαλυφθεί Υπεράσπιση περισσότερο από σκιώδης, οπότε και θα πρέπει να δίδεται άδεια προς Υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου κα. v. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ 817). Ενόψει λοιπόν των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου δια μέσω της μαρτυρίας της Εναγομένης, κρίνω ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποτελεί καθαρή περίπτωση στην οποία να μπορεί να αποστερηθεί από την τελευταία η δυνατότητα να προβληθεί η Υπεράσπιση της καθότι διαφαίνεται ότι κατέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό δικάσιμο θέμα. Αρκεί το γεγονός ότι η Εναγόμενη παρουσιάζει μια βάσιμη γραμμή Υπεράσπισης η οποία στηρίζεται σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς τους οποίους θεωρώ ότι θα πρέπει να της δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί στην Αγωγή που εκκρεμεί εναντίον της. Ως εκ τούτου, οι λόγοι ένστασης 13 και 14 επιτυγχάνουν και άρα η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου η οποία και προδιαγράφει την τύχη της Αίτησης, θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης που προβάλλει η Καθ' ης η Αίτηση. Συνακόλουθα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση- Εναγομένης και εναντίον της Αιτήτριας- Ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο