Δημοκρατία ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8793/23, 22/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Π. Κυριακίδης, Α.Ε.Δ. Ε. Πεύκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8793/23 Δημοκρατία ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 22.11.23 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κος Α. Χατζηκύρου μαζί με κα Μ.Μπέη (ασκούμενη δικηγόρο) Για κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου μαζί με κα Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (αναφορικά με αίτημα κράτησης του κατηγορουμένου) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες οι οποίες αφορούν σε απόπειρα φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (Κεφ.154), σε κατοχή, μεταφορά και χρήση πυροβόλου όπλου χωρίς να είναι κάτοχος άδειας από τον Αρχηγό Αστυνομίας κατά παράβαση των άρθρων 5
(1), 28
(1), 44 & 51
(1)του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου του 2004 (Ν.113(Ι)/04), σε κατοχή πυροβόλου όπλου με σκοπό να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ατόμου κατά παράβαση του άρθρου 92 του Κεφ.154, σε κατοχή, μεταφορά και χρήση εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) & (ζ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου (Κεφ.54) και σε πυροβολισμό με πυροβόλο όπλο μέσα σε κατοικημένη περιοχή κατά παράβαση του άρθρου 374(η) του Κεφ.
- Σε όλες τις κατηγορίες ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή, ως ήταν δικαίωμα του. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 25.01.
- Ακολούθως του καθορισμού ημερομηνίας ακρόασης, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση του κατηγορουμένου εδράζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων από μέρους του. Το αίτημα της κατηγορούσας αρχής προσέκρουσε στην ένσταση του κατηγορουμένου. Αμφότεροι συνήγοροι κλήθηκαν και αγόρευσαν επί του θέματος αυτού. Προς υποστήριξη του πρώτου λόγου του αιτήματος, δηλαδή του κινδύνου φυγοδικίας, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς αιτήματος κράτησης του κατηγορουμένου στο στάδιο παραπομπής του στο Κακουργιοδικείο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (Τεκμήριο Α). Συμπληρωματικά του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού παρουσιάστηκε δέσμη 26 έγχρωμων φωτογραφιών που απεικονίζουν τραύματα στο σώμα του παραπονούμενου, η οποία για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο Δ. Παραπέμποντας στο κατηγορητήριο και σε συγκεκριμένα μέρη του μαρτυρικού υλικού, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες για τις οποίες προνοούνται πολύχρονες ποινές φυλάκισης με την πιθανότητα καταδίκης του να «προβάλλει ανάγλυφη χωρίς να αποκλείεται η αθώωση του». Σε ότι αφορά το λόγο που στηρίζεται στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, ο κύριος Χατζηκύρου ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη. Συγκεκριμένα ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 3257/14 σε αδικήματα παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία και σε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη όπου στις 16.04.19 του επιβλήθηκαν ποινές από δύο
(2)μήνες μέχρι δεκατέσσερις
(14)μήνες φυλάκισης οι οποίες αναστάληκαν για περίοδο τριών
(3)ετών προφανώς από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (Τεκμήριο Β). Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τη φράση «θα σας παίξω ούλλους» που επικαλέστηκε ότι είπε ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και η οποία καταγράφεται στο μαρτυρικό υλικό, είναι στοιχεία που δείχνουν την ύπαρξη κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ουσιαστικά αντιμετωπίζει μία σοβαρή κατηγορία, αυτή της απόπειρας φόνου. Ωστόσο ευσεβάστως υπέβαλε ότι από το μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο δεν στοιχειοθετείται η διάπραξη του αδικήματος που αποδίδεται στον πελάτη της. Επικαλούμενη μέρη του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού, η κυρία Σαββίδου ανάφερε ότι δεν τεκμηριώνονται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας της απόπειρας φόνου και ειδικότερα αυτό της προμελέτης, της πρόθεσης και κατ' επέκταση της ένοχης διάνοιας του πελάτη της να επιφέρει το θάνατο στον παραπονούμενο. Μέσα από ανάλυση και σχολιασμό του μαρτυρικού υλικού, η συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει σε ενοχή του κατηγορουμένου στην εν λόγω κατηγορία που αντιμετωπίζει. Παράλληλα είπε πως αν ο παραπονούμενος εξεταζόταν από ιατροδικαστή, θα μπορούσε να υπήρχε διαφώτιση στο ζήτημα της πρόθεσης. Αναφερόμενη στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι κύπριος υπήκοος που διαμένει στην Κύπρο από τότε που γεννήθηκε στην επαρχία Πάφου. Είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 5 ½ ετών περίπου. Μέχρι την σύλληψη του εργαζόταν στην επιχείρηση του πατέρα του και ο κατηγορούμενος είναι αυτός που βασικά συντηρούσε την οικογένεια του. Η σύζυγος του εργάζεται υπό το καθεστώς μερικής απασχόλησης σε ιδιωτική εταιρεία. Ως άτομο ο κατηγορούμενος έχει άριστες σχέσεις με όλους τους συνεργάτες του και δεν έχει δημιουργήσει πρόβλημα σε οποιοδήποτε πολίτη. Η δε κράτηση του κατηγορουμένου προκαλεί πρόβλημα στο ανήλικο τέκνο του, το οποίο παρουσιάζει αυξημένο επίπεδο θυμού και αγωνίας τους τελευταίους δύο μήνες με έντονη αντιδραστικότητα και χειριστικότητα. Το παιδί έτυχε ψυχολογικής αξιολόγησης από παιδοψυχολόγο, η οποία ετοίμασε σχετική έκθεση που μαζί με το βιογραφικό σημείωμα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Γ1 & Γ2 αντίστοιχα. Παραπέμποντας σε νομολογία η κυρία Σαββίδου υπέδειξε ότι η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη του εξασφαλίζεται με την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών όρων που εισηγήθηκε στο Δικαστήριο. Αυτοί οι όροι είναι καταγραμμένοι στο πρακτικό του Δικαστηρίου και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Σε σχέση με το δεύτερο λόγο που ζητείται η κράτηση του κατηγορουμένου, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, αφού συμφώνησε με όλες τις λεπτομέρειες που αναφέρθηκαν για την προηγούμενη καταδίκη του πελάτη της, ανάφερε ότι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ήταν 22 ετών. Έκτοτε η ζωή του έχει αλλάξει αφού νυμφεύτηκε, απέκτησε παιδί και εργαζόταν μέχρι τη σύλληψη του. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και τη νομολογία στην οποία μας παρέπεμψαν. Θα σταθούμε σ' αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Έχουμε ακόμη μελετήσει για σκοπούς του παρόντος αιτήματος το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας (Τεκμήρια Α & Δ), το προηγούμενο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου (Τεκμήριο Β) και την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης της παιδοψυχολόγου (Τεκμήριο Γ2). Το Δικαστήριο όταν εξετάζει αίτημα κράτησης ενός υποδίκου καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος εκτός εάν καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι, προσέγγιση που είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφ' όσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας ενός προσώπου. Ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο δικαστήριο για να δικαστεί. Ανάγκη περιορισμού του πολίτη πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και να επιβάλλεται από τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης (Ανδρέας Καραγιώργης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92). Η απόλυση επί εγγυήσει του υπόδικου αποτελεί την πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου και η κράτηση του την εξαίρεση. (Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139). Η κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την ημερομηνία δίκης του είναι θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και η διακριτική ευχέρεια αυτή ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων (Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492). Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου. Το ενδεχόμενο αυτό συναρτάται με οποιονδήποτε από τους τρεις πιο κάτω παράγοντες: (α) την πιθανότητα/κίνδυνο μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη (β) την πιθανότητα/κίνδυνο διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος (γ) τη δυνατότητα/κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Όπως λέχθηκε στη Σιακαλλή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 σελίδες 133, 134: «Η πιθανότητα μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη είναι ο βασικός παράγοντας που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης τους. Κατά τη στάθμιση του παράγοντα αυτού λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης του στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων και το ύψος της ποινής που προβλέπεται. Όμως ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν αποτελεί και το μοναδικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Άλλοι παράγοντες είναι η πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος, καθώς και η δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν όλοι οι παράγοντες, αλλά ένας ή περισσότεροι από αυτούς μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)CLR 50, Michael Apostolou Tsouka v. The Police
(1962)CLR 261). Κάθε παράγοντας θα πρέπει να εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Ακριβώς στην υπόθεση Κλεάνθης Γεωργίου Βασιλείου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 6248, ημερ. 10.1.1997 τονίστηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης των αδικημάτων για τα οποία κάποιος κατηγορείται, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη νομολογία.» Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στην πρόγνωση για το ενδεχόμενο μη προσέλευσης και υπαγωγής του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη (Χριστοδούλου κ.α. v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, Γιωργαλλίδης v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 526). Στη Θεοδωρίδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 τονίστηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη. Το ίδιο και στην Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 A.A.Δ. 450, όπου λέχθηκε ότι: «Είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης.» Ομοίως στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 149 όπου το Εφετείο επισήμανε ότι όσο πιο μεγάλη είναι η σοβαρότητα του αδικήματος και όσο πιο αυστηρή μπορεί να είναι η ποινή τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος μη προσέλευσης ενός κατηγορουμένου στη δίκη. Ωστόσο έχει πλειστάκις τονιστεί από τη νομολογία ότι ο παράγοντας αυτός δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε να επενεργήσει από μόνος του και αυτομάτως στην κρίση του Δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορουμένου. Παράλληλα με την εξέταση της πιθανότητας - κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, λαμβάνονται υπ' όψη παράγοντες, στοιχεία και δεδομένα που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968), Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45, Ψύλλας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 444). Στην υπόθεση Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 υποδεικνύεται ότι «. σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησομένη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων.» Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Σιδερένος κ.α.,
(2008)2 Α.Α.Δ. 319 λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Εκείνο που εξετάζεται είναι η πιθανότητα να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Ταυτόχρονα σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεχτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Οι προσωπικές συνθήκες και οι δεσμοί του παραβάτη με την Κύπρο δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ' επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (Σάββα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 176/2017 ημερ. 20.09.17, Μαρκίδη και άλλος v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 50/2017 ημερ. 22.03.17, Φλεριανού v. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 241, Πολυδώρου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 114/16 ημερ. 07.07.16). Όπως ακόμη τονίστηκε στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 οι επιπτώσεις κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Παράλληλα λαμβάνεται υπ' όψη και ο χρόνος κράτησης υποδίκου, ο οποίος από μόνος του δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα αλλά θα πρέπει να αντιμετωπίζεται στο σύνολο του και ανάλογα να σταθμίζεται ως στοιχείο που θα δικαιολογούσε τυχόν διαφορετική προσέγγιση ως προς περαιτέρω κράτηση του, συνυπολογιζόμενος έτσι μαζί με όλες τις υπόλοιπες σχετικές παραμέτρους και δεδομένα της υπόθεσης (Houssein ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 34, Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Καλλή v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 114/2015 ημερ. 19.06.15 και xxx Shoaib v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 35/2020 ημερ. 14.04.20). Η σοβαρότητα μιας υπόθεσης χαρακτηρίζεται από το κατηγορητήριο της, το οποίο αντικρίζεται στην ολότητα του και όχι αποσπασματικά. Το κατηγορητήριο εκθέτει τις κατηγορίες ξεχωριστά και περιγράφει τις λεπτομέρειες κάθε μία από αυτής. Η προκειμένη περίπτωση περιλαμβάνει μία πολύ σοβαρή υπόθεση. Δεν συμφωνούμε με την άποψη της ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μόνο μια σοβαρή κατηγορία, δηλαδή αυτή της απόπειρας φόνου. Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιέχει εννέα
(9)κατηγορίες, όλες οι οποίες στρέφονται εναντίον πολίτη. Συγκεκριμένα πρόκειται για κατηγορίες που παραπέμπουν σε παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήση πυροβόλου όπλου με εκρηκτικές ύλες, ο συνδυασμός των οποίων επέφερε πυροβολισμό από το εν λόγω πυροβόλο όπλο σε κατοικημένη περιοχή εναντίον συγκεκριμένου προσώπου με σκοπό να επιφέρει το θάνατο αυτού, το οποίο πρόσωπο φέρεται να τραυματίστηκε. Όλες οι κατηγορίες αφορούν το ίδιο περιστατικό και εμπλέκουν τα ίδια πρόσωπα, ήτοι τον κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο. Το κατηγορητήριο στην όψη του περιλαμβάνει κατηγορίες που περιέχουν στοιχεία σοβαρότητας και επικινδυνότητας, καθιστώντας έτσι την παρούσα υπόθεση εξ' αντικειμένου πολύ σοβαρή. Πέραν αυτού όμως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σχεδόν όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρές ενόψει και των ποινών που προβλέπονται από τις σχετικές νομοθεσίες (κατηγορίες 1-8). Ειδικότερα η κατηγορία της απόπειρας φόνου επισύρει ποινή φυλάκισης δια βίου. Σε σχέση με τις κατηγορίες για παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήση πυροβόλου όπλου εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, προνοείται, μεταξύ άλλων, ποινή φυλάκισης μέχρι 15 έτη. Αναφορικά με τις κατηγορίες παράνομης κατοχής, μεταφοράς και χρήσης εκρηκτικών υλών, προνοείται, μεταξύ άλλων, ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη. Σοβαρή επίσης θεωρείται και η κατηγορία κατοχής όπλου με σκοπό να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να προκαλέσει βλάβη σε περιουσία αφού η προβλεπόμενη από το νομοθέτη ποινή ανέρχεται μέχρι 5 έτη. Τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα αυτά ενέχουν στοιχεία σοβαρότητας και επικινδυνότητας εναντίον της ανθρώπινης ζωής. Θέτουν το θύμα στην πιθανότητα φόνευσης του Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος, οι ποινές που θα του επιβληθούν θα είναι αυστηρές και αποτρεπτικής φύσεως υπό την έννοια ότι, κατά κανόνα, επιβάλλονται πολυετείς ποινές φυλάκισης για τέτοιου είδους αδικήματα, κάτι εξάλλου που υποδεικνύεται μέσα από τη νομολογία (χχχ Μούζου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 127/2020 ημερ. 18.03.22, Ονουφρίου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 208/15 ημερ.12.06.19, Τσεκούρα v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 563, Christinel v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(2008)2 Α.Α.Δ. 207, Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Οι ποινές που επιβάλλονται σε τέτοιες περιπτώσεις θα είναι αυστηρές και αποτρεπτικής φύσεως για τον επιπλέον λόγο ότι τα εγκλήματα που στρέφονται εναντίον της ζωής του ανθρώπου συνεχίζουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και γι' αυτό η αυξητική τάση του εγκλήματος θα πρέπει να έχει την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια με την αύξηση των ποινών (Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ.235/2013 και 236/2013 ημερ. 05.10.16). Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το εγχείρημα αυτό περιορίζεται σε αντικειμενική πιθανολόγηση και τίποτε περισσότερο. Στο στάδιο αυτό δεν τίθεται ζήτημα ανάλυσης μαρτυρίας, σχολιασμού βαρύτητας της, αξιολόγησης της, τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων ή οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα (M. Ashkar Ali κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 237-241/2019 και 28 & 29/2020 ημερ. 24.03.20, Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32 και Αργύρη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 195/2020 ημερ. 23.12.20). Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στην Καλλή ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». Παρόλο ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αδικήματα ναρκωτικών ουσιών εντούτοις το σκεπτικό της εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση. Έχουμε μελετήσει πολύ προσεκτικά το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μας μόνο για σκοπούς του παρόντος αιτήματος. Θα αναφερθούμε σε γενικές γραμμές στο εν λόγω μαρτυρικό υλικό. Μέσα από το περιεχόμενο του γίνεται αντιληπτό ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε εξ' όψεως τον παραπονούμενο χωρίς να έχουν οποιεσδήποτε σχέσεις. Όπως φαίνεται αποτελεί κοινό έδαφος τους ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο παραπονούμενος διέμενε στο Ψάθι και ο κατηγορούμενος στο Πολέμι. Σε χρονικό διάστημα πρόσφατο πριν από το περιστατικό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος είχαν μεταξύ τους επεισόδιο έξω από νυχτερινό κέντρο αναψυχής στην Πάφο. Μέσα από εκείνο το περιστατικό ο κατηγορούμενος φαίνεται να κτυπήθηκε από άτομα με τα οποία ήλθε σε αντιπαράθεση. Την ημερομηνία του επίδικου περιστατικού κατηγορούμενος και παραπονούμενος συναντήθηκαν τυχαία σε άλλο νυχτερινό κέντρο αναψυχής. Εκεί φαίνεται να αλληλοκοιτάχτηκαν και να είχαν φραστικό επεισόδιο. Από ότι παρουσιάζεται το επεισόδιο συνεχίστηκε αργότερα στο χώρο στάθμευσης του κέντρου αναψυχής όπου ο παραπονούμενος έσπρωξε τον κατηγορούμενο. Άτομο που γνώριζε και τους δύο μπήκε ανάμεσα τους και τους απομάκρυνε. Αμφότεροι παραπονούμενος και κατηγορούμενος μιλούσαν έντονα ο ένας του άλλου. Έπειτα και κατά τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην οικία του στο Πολέμι και αφού πήρε το πυροβόλο όπλο του πατέρα του χωρίς να έχει σχετική άδεια και μαζί φυσίγγια μετέβηκε με το όχημα του στην οικία του παραπονούμενου στο Ψάθι. Στάθμευσε το όχημα μέσα στην αυλή της οικίας του παραπονούμενου. Εκεί βρέθηκε και ο παραπονούμενος με το όχημα του. Από ότι σημειώνεται ο κατηγορούμενος μόλις αντίκρισε τον παραπονούμενο να βρίσκεται στο όχημα του κατέβηκε από το δικό του και με το όπλο που κρατούσε κτύπησε το γυαλί του οδηγού του οχήματος του παραπονούμενου το οποίο έσπασε. Ακολούθως ο κατηγορούμενος γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο στο κεφάλι και με το όπλο του τον πυροβόλησε. Ο παραπονούμενος τραυματίστηκε και διαμετακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του διασωληνώθηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Στο μεταξύ, όπως σημειώνεται στο μαρτυρικό υλικό, συγγενικά πρόσωπα του παραπονούμενου κατάφεραν να αφοπλίσουν τον κατηγορούμενο που φαίνεται να αντιστάθηκε και να φώναζε «εν να σας παίξω ούλλους». Σε σωματική έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενο από μέλος της αστυνομίας φαίνεται να εντοπίστηκαν στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του έξι
(6)πλήρη φυσίγγια. Επίσης σε έρευνα που έγινε στο όχημα που οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο φαίνεται να εντοπίστηκαν στο πίσω αποθηκευτικό χώρο δύο χάρτινα κιβώτια φυσιγγίων που περιείχαν έντεκα
(11)και δώδεκα
(12)πλήρη φυσίγγια αντίστοιχα καθώς επίσης άλλα δεκαοχτώ πλήρη φυσίγγια. Βρίσκουμε ότι έχουμε ενώπιον μας μία πολύ σοβαρή ποινική υπόθεση και από το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μας, εξεταζόμενο στην όψη του, προκύπτει ανάμιξη και εμπλοκή του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Κατόπιν εξέτασης των θέσεων της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης καταλήγουμε ότι το μαρτυρικό υλικό που έχουν στα χέρια τους οι αστυνομικές αρχές και τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το οποίο το μελέτησε στην όψη του, είναι αρκετό προς ενίσχυση της πιθανολόγησης για καταδίκη του κατηγορουμένου στις σοβαρές κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι κακές σχέσεις του παραπονούμενου με τον κατηγορούμενο, το επεισόδιο που φαίνεται να είχε ο κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο εντός και εκτός του κέντρου αναψυχής, η επιστροφή του κατηγορούμενου στην οικία του, η μεταφορά πυροβόλου όπλου μαζί με φυσίγγια, η άφιξη στην οικία του παραπονούμενου που βρίσκεται σε διαφορετική κοινότητα από την δική του κάποιες ώρες μετά το επεισόδιο στο κέντρο αναψυχής, η διαφαινόμενη συμμετοχή του κατηγορουμένου στο επίδικο περιστατικό χρησιμοποιώντας το όπλο για να σπάσει το τζάμι του οδηγού του οχήματος που οδηγούσε ο παραπονούμενος, οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε και τραυμάτισε τον παραπονούμενο, η σοβαρότητα της κατάστασης του παραπονούμενου, η πάλη του κατηγορουμένου με συγγενικά πρόσωπα του παραπονούμενου αμέσως μετά τον πυροβολισμό έχοντας στην κατοχή του το πυροβόλο όπλο και η διαφαινόμενη εκτός ελέγχου κατάσταση στην οποίαν αυτός βρισκόταν, οδηγούν προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Το ότι ο παραπονούμενος δεν εξετάστηκε από ιατροδικαστή καθώς επίσης το ότι αναμένεται να περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής πρόσθετο μαρτυρικό υλικό, όπως για παράδειγμα επιστημονικές εκθέσεις, δεν εμποδίζει την υποβολή αιτήματος κράτησης του κατηγορουμένου. Εφόσον το αίτημα εδράζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας αυτό εξετάζεται στη βάση του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού που έχει δοθεί στην υπεράσπιση και έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην όψη του και αντικειμενικά ιδωμένο σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους παράγοντες που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία. Επειδή εδράζεται και στον ανεξάρτητο λόγο του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, το αίτημα εξετάζεται με βάση τις παραμέτρους που διέπουν το ζήτημα αυτό όπως επίσης έχουν προσδιοριστεί μέσα από τη νομολογία. Παράλληλα δεν παραγνωρίζουμε την εμπεριστατωμένη νομική ανάλυση και σχολιασμό του μαρτυρικού υλικού της συνηγόρου του κατηγορουμένου, με τις οποίες, κατά τη γνώμη της, υποδεικνύεται προοπτική επιτυχίας των θέσεων του κατηγορουμένου. Ωστόσο πρόκειται για ζητήματα που άπτονται της αξιολόγησης μαρτυρικού υλικού και βαρύτητας που θα του αποδοθεί, τα οποία θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο αυτό. Ως εκ τούτου, δίχως να αγνοούμε τις απόψεις της υπεράσπισης (Ευαγγέλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 108/19 και 109/19, απόφαση ημερομηνίας 02.10.19), βρίσκουμε ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση του. Εξετάζοντας τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου και γενικότερα τους δεσμούς του με την Κυπριακή Δημοκρατία, παρατηρούμε ότι αποτελούν κοινό έδαφος των μερών τα εξής: (α) Είναι κύπριος υπήκοος που γεννήθηκε και διαμένει στην Πάφο. (β) Είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 5 ½ ετών περίπου. (γ) Εργαζόταν στην επιχείρηση του πατέρα του μέχρι τη σύλληψη του. (δ) Ουσιαστικά είναι αυτός που συντηρεί την οικογένεια του αφού η σύζυγος του εργάζεται υπό το καθεστώς μερικής απασχόλησης σε ιδιωτική εταιρεία. (ε) Έχει άριστες σχέσεις με όλους τους συνεργάτες του και δεν έχει δημιουργήσει πρόβλημα σε οποιοδήποτε πολίτη. Τα πιο πάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος, ως κύπριος υπήκοος που είναι με εργασία και οικογένεια, διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο. Επίσης δεν διαφεύγει της προσοχής μας τα προβλήματα που φαίνεται να αντιμετωπίζει το παιδί του κατηγορουμένου από την απουσία του πατέρα του. Αυτές οι επιπτώσεις δεν μας βρίσκουν απαθείς. Αντίθετα τις κατανοούμε και εκφράζουμε τη συμπάθεια μας. Παρόλα αυτά δεν βρίσκουμε ότι αυτά τα δεδομένα και γενικότερα οι δυσμενείς συνέπειες που θα έχει η κράτηση του κατηγορουμένου στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή του μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, είναι τόσο εξαιρετικά ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον (Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790). Χρήσιμο για το θέμα αυτό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 81/19 - 83/19 ημερομηνίας 16.07.19 όπου λέχθηκε ότι «Με μόνη την προσθήκη ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και οι δεσμοί που αυτός έχει με την Κύπρο, καθώς επίσης και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στις επισημάνσεις που έγιναν στις Φλεριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 13/2016 ημερ. 3.3.2016 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 14/2016 ημερ. 7.7.2016.» Με γνώμονα πάντοτε τη θεμελιακή αρχή ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται να είναι ελεύθερος εκτός εάν καταδειχθεί η ανάγκη κράτησής του, θεωρούμε ότι, παρά τους ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο, τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης υπό το φως της σοβαρότητας που τη χαρακτηρίζει, την υπαρκτή πιθανότητα καταδίκης και το ορατό ενδεχόμενο να του επιβληθούν πολύχρονες ποινές φυλάκισης, όπως αυτά έχουν σημειωθεί πιο πάνω, επενεργούν θετικά στη σκέψη του κατηγορουμένου να μην εμφανιστεί στη δίκη του και κατ' επέκταση εύλογα αυξάνουν το κίνητρο του για φυγοδικία από μέρους του αντίς να εξαλείφουν τον κίνδυνο αυτό. Έχουμε παράλληλα εξετάσει με πολλή προσοχή το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αφεθεί ελεύθερος με τους περιοριστικούς όρους που έχει εισηγηθεί η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης του, πλην όμως κρίνουμε ότι δεν διασφαλίζουν την παρουσία του πελάτη της στη δίκη της υπόθεσης του (Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130). Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την δίκη του κατηγορούμενου έχει συνυπολογιστεί με όλους τους πιο πάνω παράγοντες και δεν έχουμε διαπιστώσει ότι αυτός είναι υπέρμετρος (Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Το χρονικό διάστημα μέχρι την επόμενη δικάσιμο της είναι δύο μήνες περίπου και ο συνολικός χρόνος που αυτός θα τελεί υπό κράτηση μέχρι τότε θα είναι τρεις μήνες και τρεις εβδομάδες περίπου (Ηussein ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 34, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανουσαρίδη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 639, Καλλή ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), Ανδρέας Σταυρινού ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 255/2017, απόφαση ημερομηνίας 13.12.17). Συνεπώς εδώ κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που θα παρέλθει μέχρι τις 25.01.24 που η παρούσα υπόθεση ορίστηκε ως επόμενη δικάσιμος δεν είναι υπερβολικό. Από τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι θεμελιώνεται εγγενής και αντικειμενικός κίνδυνος φυγοδικίας από μέρους του κατηγορουμένου. Επομένως βρίσκουμε ότι η ατομική ελευθερία του εν λόγω κατηγορουμένου θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημόσιου συμφέροντος. Ανεξάρτητα της κατάληξης του ζητήματος κινδύνου φυγοδικίας, στρέφουμε ευθύς την προσοχή μας στην εξέταση του δεύτερου και συνάμα ανεξάρτητου λόγου, επί του οποίου ζητείται η κράτηση του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Για την επιτυχή επίκληση του κριτηρίου αυτού δεν απαιτείται απόδειξη του κριτηρίου με την αυστηρή έννοια του όρου. Ούτε απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα (Αργύρη v. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Στην Άθου Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 405 (Ποινική Έφεση Αρ. 113/15 σχετιζόμενη με την Ποινική Έφεση Αρ. 115/15, απόφαση ημερομηνίας 02.06.15) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε από σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Σπανού κ.ά. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 26 και 28/2013, ημερομηνίας 29/3/2013 και την Νικολάου v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη Νομολογία, κράτηση κατηγορούμενου μπορεί να διαταχθεί ακόμα και στη βάση, μόνο, κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι, για να καταλήξει (ένα Δικαστήριο) σε συμπέρασμα για ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος, δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί, αν, με βάση όλα τα ενώπιον του στοιχεία, δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Λαμβάνοντας υπόψη, ότι ο Κατηγορούμενος 2 - Εφεσείοντας, βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη για ομοειδές αδίκημα κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια και ότι δέκα περίπου μήνες μετά την αναστολή σημαντικού μέρους της ποινής του βρέθηκε, κάτω από ύποπτες συνθήκες, στη σκηνή διάπραξης των προαναφερόμενων τριών αδικημάτων, θεώρησε ότι ο κίνδυνος εμπλοκής του σε νέα αδικήματα στο μέλλον δεν ήταν μόνο μια απλή πιθανότητα, αλλά περισσότερο από ορατός. Επομένως, ο ορατός κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων εκ μέρους του Κατηγορούμενου 2 - Εφεσείοντα δικαιολογούσε, υπό τις περιστάσεις, τη διαφορετική μεταχείρισή του και την έκδοση διατάγματος κράτησης του. Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο και με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε και τους δύο (εναπομείναντες) λόγους έφεσης ως αβάσιμους. Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων ήταν, υπό τις περιστάσεις, «ευλογοφανής», όπως έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, και η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ πρώτου και δεύτερου Κατηγορούμενου δικαιολογείτο, υπό τις περιστάσεις, εφόσον για τον δεύτερο Κατηγορούμενο ικανοποιείτο το στοιχείο του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων.» Στην προαναφερόμενη υπόθεση Σιακαλλή τονίστηκε ότι η πιθανότητα αυτή δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα. Άμεσα δε συνδεδεμένη με την εξέταση πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος είναι και η επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Στη Φενερίδης
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2101 η οποία αφορούσε σε αίτηση έκδοσης εντάλματος Habeas Corpus, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν αποτελεί και τον μοναδικό ουσιώδη παράγοντα. Άλλοι παράγοντες είναι η πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος καθώς και ο επηρεασμός της πορείας της δικαιοσύνης. Δεν είναι απαραίτητο όλοι οι παράγοντες να συνυπάρχουν, ένας ή περισσότεροι απ' αυτούς μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα (Rodosthenous and Another v. The Police 1961 C.L.R. 50 και Μichael Apostolou Tsouka v. The Police 1962 C.L.R. 261. Βλέπε επίσης Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 A.A.Δ. 45 και Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 A.A.Δ. 109.) H πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη ή αποτίμηση των διάφορων κινδύνων που σταθμίζουν τελικά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της (Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όσον αφορά δε την πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία, αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει μια τέτοια πιθανότητα (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω).» Στην xxx Shoaib v. Δημοκρατίας (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου για κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, τόνισε ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων τεκμηριωνόταν από την ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης, στοιχείο που ήταν δεδομένο και αδιαμφισβήτητο. Περαιτέρω στην Άθου Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί στις 17.06.09 στην υπόθεση με αρ. 1371/08 στα αδικήματα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια όπου του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 και 10 χρόνια αντίστοιχα και αποφυλακίστηκε στις 06.05.14 βάσει αναστολής έκτισης του υπολοίπου της ποινής. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης στην οποία ζητήθηκε η κράτηση του καταχωρήθηκε στις 06.05.15, δηλαδή ένα ακριβώς χρόνο μετέπειτα και αφορούσε αδικήματα τα οποία φέρονται να διαπράχτηκαν στις 23.03.15. Θεωρούμε ότι τα δεδομένα της πιο πάνω υπόθεσης προσομοιάζουν μ' αυτά της παρούσας περίπτωσης. Εδώ αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει λευκό ποινικό μητρώο. Ειδικότερα βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη που αφορά σε παράνομη είσοδο σε ξένη περιουσία και σε τρεις επιθέσεις που προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη. Πρόκειται για την ποινική υπόθεση υπ' αρ. 3257/14 όπου στις 16.04.19 του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης από δύο
(2)μήνες μέχρι δεκατέσσερις
(14)μήνες οι οποίες αναστάληκαν για περίοδο τριών
(3)ετών. Ωστόσο δεκαεφτά μήνες περίπου μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής σε αδικήματα πάλι που στρέφονταν εναντίον ατόμου, στον κατηγορούμενο αποδίδεται η διάπραξη άλλων πολύ σοβαρότερων αδικημάτων στις 24.09.23 που στρέφονται αυτή τη φορά όχι απλά εναντίον του ατόμου αλλά κατά της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Στη βάση αυτών των αδιαμφισβήτητων δεδομένων δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα - κίνδυνος ο κατηγορούμενος να διαπράξει άλλο ή άλλα αδικήματα σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του για τους δύο λόγους που υποστηρίχτηκε επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται σχετικό διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος να τελεί υπό κράτηση μέχρι τις 25.01.24, ημερομηνία όπου η υπόθεση αυτή ορίστηκε ως επόμενη δικάσιμος. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Π. Κυριακίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Ε. Πεύκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο